Παρασκευή, Νοεμβρίου 12, 2021

Μία Μέρα Καθυστέρηση

Είμαστε στον έκτο μήνα προσπάθειας σύλληψης.

Μπορεί και στον έβδομο, δεν ξέρω πώς τα μετράμε αυτά.

Η γυναίκα μου σήμερα μου ανακοίνωσε πως έχει μία μέρα καθυστέρηση. Και προσπαθώ να μην χαρώ. Τι πάει να πει μια μέρα καθυστέρηση, άλλωστε; Δεν ξεράθηκε σήμερα το κύτταρο, μπορεί να ξεραθεί αύριο. Σάμπως δεν τη ξαναπάθαμε; Τότε, που είχαν περάσει δέκα μέρες κι εγώ κόντεψα να πάθω συγκοπή από το σοκ όταν μου ανακοίνωσε ότι τελικά αδιαθέτησε. Είχε διαταραχθεί ο κύκλος της, είπε, λόγω άγχους στη δουλειά. Θεέ μου, υπάρχει ακόμα κόσμος που αγχώνεται για τη δουλειά του!

Εγώ τότε, από τη χαρά μου μέχρι ονόματα άρχισα να σκέφτομαι. Πώς θα την έπειθα να μη βγάλει τη μάνα της σε περίπτωση που ήταν κορίτσι. Και τι εναλλακτικές θα της πρότεινα. Έτσι συμβαίνει πάντοτε, και εμένα ειδικά, μου συνέβαινε ανέκαθεν κατά κόρον. Τόση δα ελπίδα να μου δώσεις, το μυαλό μου ξεφεύγει. Μέχρι σε τι πανεπιστήμιο θα φοιτήσει κάθομαι και σκέφτομαι.

Φταίει που ο Αλεξάκος μας ήρθε εύκολα. Από την πρώτη. Και νόμισα πως κάθε απόπειρα θα ήταν το ίδιο ανέξοδη. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι απλώς φανήκαμε υπερ-τυχεροί. Είχαμε πιάσει τον Τζόκερ κανονικότατα και δεν το εκτιμήσαμε όσο έπρεπε. Εγώ τότε πίστευα ότι απλώς το μαγικό σπέρμα που διαθέτω όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, και όλα τα γκαστρώνει. Κακομάθαμε. Ε, να τώρα που πληρώνουμε την ύβρι.

Εντάξει, άλλοι περνούν πολλά χειρότερα. Δεν κάνει να παραπονιόμαστε. Αλλά γιατί, όχι; Απαγορεύεται να εκφράζω την αγωνία μου επειδή κάποιοι περνούν πολύ χειρότερα; Όλα σχετικά είναι σ’ αυτή τη ζωή. Και ναι, στεναχωριέμαι. Κάθε φορά που τη βλέπω να εξέρχεται της τουαλέτας με την απογοήτευση να κολυμπά στα βουρκωμένα της μάτια είναι ένας θάνατος για μένα. Και απλώς σφίγγομαι και το παίζω κουλ και άνετος, και υποκρίνομαι πως δεν πειράζει, πως θα μας κάτσει την επόμενη φορά, πως δεν είναι ακόμα η ώρα του. Κι όμως με νοιάζει! Και το σκέφτομαι. Και αναστατώνομαι. Και χάνω και τον ύπνο μου.

Θέλω και δεύτερο και τρίτο παιδάκι και προ πάντων, θέλω να είμαι δυνατός και υγιής να τα χαρώ. Κοντεύω τα σαράντα. Μου μένουν δεν μου μένουν άλλα 20-25 ποιοτικά χρόνια. Ήδη με τον Αλέξη αισθάνομαι κόπωση. Μου ζητά να παίξουμε έντονα και απαιτητικά και μετά βίας ανταποκρίνομαι. Τι θα γίνει με τα υπόλοιπα; Πότε θα μου έρθουν; Πότε θα τα χαρώ;

Δεν συνειδητοποιούμε την ηλικία μας. Η εφηβεία η επιεικής γίνεται σαράντα και αναρωτιέται γιατί δεν γεννοβολά με το φύσημα του ανέμου. Να σου πω εγώ γιατί. Επειδή όταν έπρεπε να ενσκύψει στο εγχείρημα ήθελε μεταπτυχιακά, ήθελε «εμπειρίες», ήθελε να χαρεί τη ζωή της. Ποια ζωή μωρέ; Εγώ πια, πιστεύω ακράδαντα πως οποιαδήποτε εμπειρία βιώνω μακριά από τον γιο μου δεν έχει αξία. Κανένα ταξίδι, καμία νέα ανακάλυψη, κανένα φαινόμενο, τίποτα δεν αξίζει αν δεν μπορώ να το εξηγήσω και να το μοιραστώ με τον γιο μου. Αυτά βέβαια δεν τα ενστερνιζόμουν πριν γεννηθεί. Πριν… ήθελα «να χαρώ τη ζωή μου». Άκου μαλακίες! «Να χαρώ τη ζωή μου! Ειλικρινά στο λέω, αν δεν τα είχα όλα γραμμένα σε ημερολόγια, σήμερα μετά βίας θα θυμόμουν οτιδήποτε συνέβη πριν το 2016, τη χρονιά που γεννήθηκε το μωρό μας. Ακόμα και τις φωτογραφίες από τον μήνα του μέλιτος όταν κοιτώ, από μέρη εξωτικά και χλιδάτα στις οποίες ποζάρω σαν άλλος Ωνάσης από ακριβά ξενοδοχεία και κρουαζιερόπλοια, σκέφτομαι ότι ουδεμία αξία έχουν εφόσον δεν ήμουν εκεί με τον Αλεξάκο να τα χαιρόμαστε μαζί. Πες το αρρώστια, πες το αφέλεια, πες το θυσία, πες το δακρύβρεχτο σενάριο σε ινδική ταινία, αλλά χωρίς το μωρό μου, τι-πο-τα!

Δεν μπορώ να καταλάβω το παραμικρό από όσους θέλουν να αποδράσουν πάνω από οκτώ ώρες μακριά από τα παιδιά τους. Εγώ με χρονομέτρησα. Πάνω από οκτώ ώρες μακριά του, είναι χαμένος χρόνος. Χρόνος γεμάτος τύψεις.

Φυσικά αυτά τα μέτρα και σταθμά δεν ισχύουν για όλους και ούτε ισχυρίζομαι πως τα δικά μου είναι τα φυσιολογικά. Δεν κατακρίνω όποιους μπορούν να διαχωρίζουν τη ζωή τους ως γονιοί από τη ζωή τους ως αυτόνομοι άνθρωποι. Ούτε καν αυτούς που βρήκαν την ευτυχία τους στην ατεκνία. Εγώ, απλώς, δεν μπορώ. Και πραγματικά θεωρώ ότι τα πάντα στη ζωή γίνονται αρχικά για τις γυναίκες, και μετά για τα παιδιά. Μετά δεν αξίζει τίποτα.

Αυτά. Μία μέρα καθυστέρηση, λοιπόν. Παρόλο που πρέπει να μην το σκέφτομαι, να μην με νοιάζει, να μην το γρουσουζεύω, να απασχολώ το μυαλό μου αλλιώς, δεν τα καταφέρνω. Όσο δεν το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το σκέφτομαι. Βρισκόμαστε άλλωστε σε καραντίνα. Πώς αλλιώς να με απασχολήσω; Πλυντήριο έβαλα, τον κήπο τον περιποιήθηκα, το μαστιχόδεντρο το κλάδεψα, τα σκουπίδια τα έβγαλα, νέτφλιξ είδα. Τώρα τι; Κάθομαι κοιτάζω τον τοίχο και απλά ακούω ένα τικ-τοκ στο μυαλό μου να χτυπάει. Ώσπου να βγει από την τουαλέτα και να μου πει ξανά «κατέφτασε η κόκκινη κυρία». Για να με σκοτώσει. Βρωμοκαριόλα περίοδος, θα έβρω άλλη δίοδο!

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το πιο πάνω κείμενο το έγραψα πέρσι, κάποτε μέσα στο 2020, εν καιρώ πρώτης καραντίνας. Οι απανωτές αποτυχημένες προσπάθειες τεκνοποίησης διάρκειας ενός χρόνου και βάλε, μου είχαν προκαλέσει ένα είδος κατάθλιψης το οποίο ήταν αβάσταχτο δεδομένου ότι δεν μπορούσα να το εκδηλώσω, να το συζητήσω, να το μοιραστώ με την ήδη αγχωμένη Μπρέντα μου. Τα έγραφα και τα εκτόνωνα όλα στο ημερολόγιο μου ή σε καλούς φίλους που στήνονταν για μένα στα τηλέφωνα. Χθες όμως, γεννήθηκε επιτέλους η κόρη μας. Και μπορώ τώρα να ανασύρω το συγκεκριμένο κείμενο και να το δημοσιεύσω, καταδεικνύοντας το πόσο ανούσιο είναι να αγχώνεσαι για το οτιδήποτε σ’ αυτή τη ζωή. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Φυσικά, ο άνθρωπος σπάζει κατά τη διάρκεια της αναμονής και κάπου πρέπει να ξεράσει τη σαβούρα του. Δεκτόν και θεμιτό. Δόξα τω Θεώ, όμως, όλο αυτό το μαρτύριο του Σίσσυφου αποτελεί πια παρελθόν.

Θα σας τα γράψω όλα αναλυτικά εν καιρώ.

Είδαμε και πάθαμε!

Καλώς ήρθες κορούλα μου, υπέροχη! Θα περάσουμε τέλεια μαζί!


Κυριακή, Νοεμβρίου 07, 2021

Οι Μουσικές Του 2021


Είχα χρόνια να αγαπήσω μουσικά μια χρονιά.

 

Το 2021 μου έκατσε μουσικά όσο τίποτα, νομίζω έχω 20ετία και βάλε να βγάλω ένα τόσο ευχάριστο Τοπ25 μέσω του playcount του iTunes. 

 

Εντάξει, γενικά όταν η Βίσση βγάζει τραγούδια η χρονιά μου πάει καλά, αλλά νομίζω έπαιξε ρόλο και το 2020 που ανάγκασε τους πάντες να κάτσουν στο σπίτι καραντίνα και να ενσκύψουν στη μουσική τους. Κυκλοφόρησαν ωραία πράγματα.

 

Επίσης, επέστρεψαν στη μόδα τα 80ς χάρη στον The Weeknd. Και αυτή η μόδα πέρασε και στους υπόλοιπους με αποτέλεσμα όλες οι κυκλοφορίες να είναι πλέον είτε ρετρό, είτε διασκευές της εποχής εκείνης. 

 

Πολύ το φχαριστήθηκα!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2021

Το Nitro Επέστρεψε

Η καλή μου αδελφούλα η οποία ζει στην Αθήνα μου απέστειλε το νέο τεύχος του Νίτρο χθες.

Ναι, του περιοδικού του Κωστόπουλου που όλοι αγαπήσαμε και μεγαλώσαμε μαζί του.

Το Νίτρο επανακυκλοφόρησε το περασμένο καλοκαίρι μετά από δέκα χρόνια απουσίας. Ο Κωστόπουλος διέκρινε μία τάση φυγής απ’ τη μιζέρια των τελευταίων ετών και πίστεψε ότι υπάρχει χώρος για μία πιο λαμπερή εκδοχή της ζωής στην Ελλάδα του 2020. Ευτυχώς για εμένα. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε με ένα βλάχικο τσαρούχι στο εξώφυλλο κι έγινε ανάρπαστο, δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να το αποκτήσω. Σημειώστε ότι αργά ανακάλυψα ότι το Νίτρο δεν κυκλοφορεί στην Κύπρο, μόνο στην Ελλάδα, έτσι για το δεύτερο τεύχος με τον Κωνσταντίνο Αργυρό έβαλα την αδελφή να κρατά τσίλιες και να το αρπάξει με το που κυκλοφόρησε.

Το Νίτρο το αγαπώ. Είναι ένα περιοδικό που θα μπορούσα να είχα εκδώσει εγώ και εξαιτίας αυτού σπούδασα δημοσιογραφία. Ήμουν 17 χρονών όταν το ανακάλυψα, το είχε φέρει ο πατέρας μου στο σπίτι δώρο, από ένα ταξίδι του στην Αθήνα. Έκτοτε γίναμε οικογενειακώς hooked, και το αγοράζαμε κάθε μήνα. Δυστυχώς δεν κράτησα τεύχη, μόνο κάποια με τη Βίσση στο εξώφυλλο, τα οποία μάλιστα κουβάλησα μαζί μου στην Αγγλία και διακοσμούσα τους τοίχους των δωματίων μου. Όσο μάλιστα σπούδαζα εκεί, έβαζα τους Έλληνες φοιτητές που πηγαινοέρχονταν στην Ελλάδα στα μέσα του τριμήνου να μου φέρουν το νέο τεύχος ή αν δεν έβρισκα κάποιον, έπαιρνα το τρένο, πήγαινα στο Λονδίνο, στο ελληνικό περίπτερο στο Bayswater για να το πάρω ο ίδιος. Η λαχτάρα να έχω επαφή με οτιδήποτε ελληνικό στα πρώιμα στάδια του ίντερνετ, ήταν τεράστια και το Νίτρο με αποζημίωνε. 

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου εξώφυλλα του περιοδικού, το 2004.

Το νέο Νίτρο δεν με απογοήτευσε καθόλου. Κινείται στην ίδια αισθητική και φιλοσοφία, και έχει προσαρμοστεί στο 2020 στο έπακρον. Έχει λιγότερες γυμνές γυναίκες μέσα, περισσότερες χοντρές που δεν ντρέπονται για το σώμα τους, περισσότερα προφίλ μεταναστών που κατάφεραν να ενσωματωθούν, οπότε αντιλαμβάνεσαι ότι το 2020 είναι εδώ. Προσεγγίζονται όλα τόσο όμορφα από αισθητικής απόψεως, γραφιστικά και φωτογραφικά που σχεδόν σε καταφέρνουν να τα ενστερνιστείς και ιδεολογικά. Είναι ένα περιοδικό που εξωραΐζει την πραγματικότητα χωρίς να την παραποιεί και σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα.

Πόσο χρήσιμο είναι ένα τέτοιο περιοδικό στην ψηφιακή εποχή; Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι ότι συνηθίσαμε τα κλικς και όλες τις συνεντεύξεις τις παρακολουθούμε σε βίντεα που αναρτώνται σε οπτικοακουστικές πλατφόρμες. Όμως το Νίτρο, κατά τη γνώμη μου, είναι χρήσιμο αφού πλέον το αντιμετωπίζεις σαν μία αντίκα άλλης εποχής προσαρμοσμένο όσο γίνεται στη σύγχρονη. Δεν θα το πάρεις για να ενημερωθείς. Θα το πάρεις επειδή είναι ένα collectible. Ένα συλλεκτικό είδος, σαν μπιμπελό.

Τα λάτρευα τα περιοδικά μικρός, τα αγόραζα σχεδόν όλα, με το Νίτρο έπαθα έρωτα και όπως προείπα εξαιτίας του ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, να μάθω τη δουλειά και να ανοίξω ένα δικό μου. Με τι κοινό, θα μου πεις και θα υπερθεματίσω. Αλλά κλασσικά η εποχή με προσπερνά πριν την προλάβω και όταν αξιώθηκα να σπουδάσω στο Κάρντιφ, τα περιοδικά είχαν ήδη αρχίσει να είναι είδος προς εξαφάνιση. Παρόλα αυτά, όσο κι αν το διαδίκτυο μας προσφέρει πιο άμεση και φθηνή ενημέρωση, η χαρά που αισθάνεσαι όταν ξεφυλλίζεις ένα περιποιημένο έντυπο δεν συγκρίνεται κατά τη γνώμη μου.  

Πριν κλείσω να πω και δυο κουβέντες για το λεγόμενο «ξεβλάχεμα». Ο Κωστόπουλος για μένα είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Τον θαυμάζω που έχει όρεξη για ζωή που είναι στην μόνιμα ντυμένος στην τρίχα, που έχει τις ωραιότερες γυναίκες, που προσέχει τη λεπτομέρεια και είναι ο μπον βιβέρ που όλοι θα θέλαμε να είμαστε, αλλά δεν τον θεωρώ σπουδαίο δημοσιογράφο. Οι συνεντεύξεις του στις εκπομπές του στην τηλεόραση δεν έβγαζαν το παραμικρό ζουμί, στις περισσότερες φλυαρούσε και κούραζε. Όμως τα περιοδικά του ήταν το κάτι άλλο. Είχε φέρει επανάσταση είτε μας αρέσει είτε όχι. Μπορεί η φράση «σας ξεβλάχεψα» να σας πάτησε τον κάλλο, αλλά το Νίτρο έφερε όντως τομές και θα ήταν άδικο να μην του τις αναγνωρίσουμε. Το «ξεβλάχεμα» ήταν δυνατή και ίσως ατυχής στιγμή, πιστεύω ότι το είπε πάνω στα νεύρα του και τον πιάσατε απ’ τα μούτρα. Έτσι κι αλλιώς, πόσο μπορεί να σας ξεβλάχεψε; Δεν βλέπετε το χάλι σας; Μπορείς να βγάλεις τον βλάχο απ’ τη βλαχιά μα όχι τη βλαχιά απ’ τον βλάχο. Έκλεισε η ΙΜΑΚΟ, μα η Ελλάδα παρέμεινε μπουρδέλο. Οπότε τι ζημιά μπορεί να σας προξένησε ο Κωστόπουλος και ο κάθε Κωστόπουλος; Αλλού σας τρώει και αλλού ξύνεστε. Κλασική ελληνική συμπεριφορά.

Αυτά. Να το αγοράσετε το Νίτρο. Δεν ξέρω αν θα ξεβλαχέψετε, θαύματα δεν γίνονται, μια φορά πρόκειται για υπέροχο περιοδικό. 


Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2021

Μόνο Πάγο!

Το πραγματικό πρόβλημα με όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική ζώου μπίζνες το τελευταίο 24ωρο είναι που ο Ξιαρχό (Ξιαρχό ή Ξιαρχός, ποτέ δεν κατάλαβα τι σόι επίθετο είναι αυτό, κινέζικο μου ακούγεται), θεωρείται «διάσημος», «σελέμπριτι». Τι είναι ο Ξιαρχό και του δώσαμε υπόσταση, ουδέποτε κατάλαβα. Χορογράφος δεν είναι; Ένα συμπαθητικό τραγούδι με την Κόνι Μεταξά δεν έβγαλε όλο κι όλο; Σιγά τα ωά! Λίγο να τον ψάξεις, λίγο να τον μελετήσεις, είναι ν’ απορείς προς τι τόση καταξίωση. Την εποχή μου, κάτι τέτοιους τους είχαν για χαμάληδες, για να ξεφορτώνουν φορτηγά. Δεν τους έδιναν βήμα.

Αλλά αυτή είναι η παθογένεια των μιλλένιαλς. Ο υπερβολικός δικαιωματισμός. Στις μέρες μας δικαιούται ο κάθε Ξιαρχό να γίνει σελέμπριτι. Δικαιούται γιατί όταν ήταν μικρός υπέστη μπούλινγκ. Ως παιδί που το αδίκησε η ζωή η κοινωνία οφείλει να τον αποζημιώσει σε δόξα, παρόλο το μέτριο ταλέντο του. Και φυσικά, όσο εύκολα του την έδωσε, άλλο τόσο πιο πανεύκολα του την πήρε, όταν αυτός έκραξε μια χοντρή με ρίγες. Λες και δεν κράξαμε άπαντες κάποιον, κάπου, κάπως κάποτε για την εμφάνισή του. Εντάξει, μπορεί να μη βγάλαμε το κινητό και να γράψαμε στόρι με το κράξιμο, δεν υπήρξαμε τόσο ηλίθιοι να βγάλουμε μόνοι μας τα μάτια μας. Αλλά αυτός το έκανε. Υπό επήρεια αλκοόλ, λέγεται.

Από όλα αυτά, ουδείς στάθηκε στο «υπό την επήρεια». Το να είσαι χάι θεωρείται πλέον φυσιολογικό. Κανένας δεν σκοτίστηκε, κανένας δεν φώναξε τον μπόγια να τον συνάξει. Η κοινωνία στάθηκε στο «πώς τολμάτε να κρίνετε το πώς θα ντυθούμε». Έχει και η κοινωνία τις προτεραιότητές της, δεν λέω. Σοβαρότατες όπως πάντα. Μπορεί να υπάρχουν 3-4 ριάλιτι σόου αυτή τη στιγμή που βασίζονται στο κράξιμο του στιλ απ’ τη μία παίχτρια στην άλλη, τα βλέπουμε και σπάμε πλάκα, αλλά όχι να συμβαίνουν αυτά και στην πραγματική ζωή. Έλεος κάπου! Και δώστου από χθες, όλες οι άσχημες να έχουνε λυσσάξει (οι ωραίες είναι ωραίες, χέστηκαν τι είπε ο Ξιαρχό), για το αν θα φορέσουν ρίγες ή πουά, καρό και μποά, κι αν αυτά τις κολακεύουν. Εν τω μεταξύ εγώ δεν έχω υπάρξει ούτε μισή φορά σε τραπέζι για καφέ με γυναίκες και να μην σχολιάζουν δυσμενώς τι φορά η απέναντι. Ο Ξιαρχό τις πείραξε.

Γιατί δεν ρωτούν έναν άντρα να τους πει πως ό, τι κι αν φορέσουν, αν δεν δείξουν λίγο μπούτι και βυζί ουδείς θα γυρίσει να τις δει; Α, ναι, εκείνοι είναι φαλλοκράτες και εν δυνάμει γυναικοκτόνοι! Δεν είναι υπολογίσιμοι.

Τέλος πάντων, η αντεπίθεση γύρισε μπούμερανγκ. Ο Ξιαρχό εξαφανίστηκε, έστειλε «περίεργα sms» σε φίλους του και απείλησε να αυτοκτονήσει. Η κοινωνία ξαφνικά άρχισε να σκέφτεται «are we the bad guys?» Αν είχε τα κότσια να αυτοκτονήσει ο Ξιαρχό, σήμερα όλη αυτή η ξανθιά μπούκλα με το σφυρί του δικαστηρίου θα μιλούσε για τον άδικο χαμό ενός πολλά υποσχόμενου χορογράφου, που εξέπνευσε άδοξα εξαιτίας ενός χιουμοριστικού σχολίου στα σόσιαλ. Α, ναι, εννοείται θα έφταιγαν και τα σόσιαλ! Τα σόσιαλ, τα οποία, λειτουργούν ως παραισθησιογόνα, τα οποία υποτίθεται μας φέρνουνε κοντά, αλλά εντέλει μας αποξενώνουν! Είναι του σατανά, στην πυρά, στην πυρά! Δεν υπάρχει πια μέτρο στις αντιδράσεις, το αντιλαμβάνεστε; Όλα στο τέρμα!

Και όλα αυτά, μέσω του Τικ-Τοκ! Ο Ξιαρχό ανακοίνωσε μέσω της συγκεκριμένης πλατφόρμας την αδυναμία του να θέσει τέλος στη ζωή του και εγώ επιτέλους βρήκα έναν ακόμα λόγο να κατεβάσω τη συγκεκριμένη εφαρμογή, γιατί μέχρι σήμερα όποτε αποπειράθηκα να την ανοίξω μου εμφανίζει έναν τραβεστί Κύπριο, έναν φαλακρό με τελαντωτή φανέλα να διαβάζει ποιήματα στην αγαπημένη του και πολλές μπίμπος να χορεύουν κάτι σουξέ ακαταλαβίστικα και σκιάζομαι. Φυσικά, ποιος είμαι εγώ που θα τους κρίνω όλους αυτούς; Ποιος είναι ο Ξιαρχός; Μονίμως όλοι οι υπόλοιποι είναι δικαιούχοι να κρίνουν. Εμείς ποτέ. Τουμπεκί όπως θα έλεγε και η λόγια Έλενα Ακρίτα!

Και για να τελειώνουμε, για να το κλείσουμε στα σοβαρά: φταίμε όλοι. Και η χοντρή που δεν ήξερε να ντυθεί, και ο Ξιαρχό που την έκραξε δημόσια. Ας την έκραζε στη φίλη του ιδιωτικά, όπως κάνει όλος ο καλός ο κόσμος, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Φταίνε και οι δημοσιογράφοι για την υπέρμετρη δημοσιότητα που έδωσαν στο θέμα και παραλίγο ο άλλος να σκοτωθεί, και φταίει και όλη η κοινωνία γιατί έκανε τον Ξιαρχό σελέμπριτι για να ασχολούμαστε μαζί του. Ας είχατε πρότυπα της προκοπής.

Τον Πετρούνια για παράδειγμα!

(Όχι δεν μπορείτε να πείτε, για Τρίτη πρωί, επιδεικνύω τρομερή γενναιότητα με αυτό το κείμενο! Χα, χα, χα!)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021

Αμνησίες

Χθες το βράδυ είχαμε γάμο. Παντρέψαμε μία παλιά συμμαθήτρια από το Λύκειο, ή πιο ορθά, πάντρεψα μία αδελφική πλέον φίλη με την οποία γνωριστήκαμε στο Λύκειο.

Ήμουν πολύ χαρούμενος, και πάντα είμαι, όποτε πρέπει να πάω σε κάποιο γάμο ή κάποια κοινωνική συνεύρεση που αφορά σε κόσμο από τα μαθητικά μου χρόνια. Η λαχτάρα μου να τους ξαναδώ όλους μαζεμένους είναι τεράστια, γιατί πιστεύω ότι οι φίλοι των παιδικών μας χρόνων είναι πιο άδολοι και οι σχέσεις πιο ειλικρινείς. Προφανώς οι σχέσεις εκείνες μυθοποιούνται μες το μυαλό μας όσο περνούν τα χρόνια και ο παράγων νοσταλγία παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους, αλλά σε μεγάλο βαθμό εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι κατ’ ουσίαν ακραιφνείς και σημεία αναφοράς στη ζωή μας.

Παρόλο, λοιπόν, που πάντα σπεύδω σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις με τεράστιο ενθουσιασμό, πάντα καταλήγω αμήχανος και ελαφρώς απογοητευμένος όταν διαπιστώνω ότι μόνο εγώ ενθυμούμαι τους πάντες και μόνο εγώ νιώθω ότι όλα αυτά που μας ένωσαν εξακολουθούν να έχουν μνημειώδη θέση στη ζωή μας. Οι υπόλοιποι προφανώς δεν αισθάνονται έτσι και απλώς ξανασυστήνονται. Σαν να βλέπονται πρώτη φορά. Ακούω τερατώδη πράγματα γύρω μου. «Είσαι ο τάδε, σωστα;» Ποιος τάδε κύριε μου; Ο «τάδε» ήταν διπλανός σου. Πήγατε εκδρομές μαζί! Αντιγράφατε ο ένας από τον άλλον στα διαγωνίσματα. Φάγατε μαζί αποβολή από το μάθημα. «Ποιος τάδε;»

Πέφτω πάντα από τα σύννεφα. Ναι, ο κόσμος προχωρεί, γυρίζει σελίδα στη ζωή του. Μα το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Όλοι προχωρήσαμε, εγώ όμως δεν ξέχασα τίποτα. Κατ’ ακρίβεια, όχι μόνο δεν ξέχασα, αλλά συγκριτικά με το σήμερα πιο φρέσκα τα έχω όλα στο μυαλό μου από την τότε εποχή, παρά από τα τελευταία δέκα χρόνια. Όχι μόνο θυμάμαι όλους μου τους συμμαθητές με το ονοματεπώνυμό τους, αλλά θυμάμαι και όλη τους την οικογένεια. Θυμάμαι που ήταν το σπίτι τους, ποια ήταν τα αδέλφια τους, οι γονείς τους. Θυμάμαι ξεκάθαρα όλα τα σημαντικά συμβάντα τα οποία διαδραματίστηκαν στις τάξεις μας, όλα τα χαϊλάιτς από τα πάρτι, τους έρωτες, τις ίντριγκες και τα πάθη στη Σάντα Μπάρμπαρα. Πώς όλοι αυτοί καταλήγουν να μην θυμούνται ο ένας τον άλλον ύστερα από κάποια χρόνια, αδυνατώ να το εννοήσω.

Δεν έχω καταλήξει ακόμα αν αυτή η αμνησία είναι ειλικρινής ή απότοκον υποκρισίας ή και φαντασμένης συμπεριφοράς. Κάποια περιστατικά προφανώς και είναι θέατρα. Για παράδειγμα, μία πολύ καλή μου φίλη με την οποία φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι, ή καλύτερα, κρουασάν και χαβιάρι αν με εννοείτε, μετά από πολλά χρόνια απόστασης και ψυχρών σχέσεων, με ρώτησε όταν με πέτυχε τυχαία: «αν θυμάμαι καλά είχατε και ένα εξοχικό στον Πρωταρά, κάποτε;» Τι πάει να πει «είχατε;» Δεν θυμάσαι αν είχαμε; Πρώτα απ’ όλα στο συγκεκριμένο εξοχικό προσκλήθηκες πάνω από 10 φορές για διακοπές. Σε έχω στην κάμερα καταγραμμένη να χορεύεις εκεί μέσα. Να κάνεις εμετό από το πολύ ποτό και να κάνεις ντόλτσε βίτα. Τώρα ξαφνικά έρχεται από το παρελθόν ένα φάντασμα και αναρωτιέσαι «αν είχαμε κάποτε ένα εξοχικό…;» Ναι το είχαμε, το έχουμε ακόμα, και άμα θέλεις να σου στείλω και αποσπάσματα των ταινιών που σ’ έχω μέσα να τα θυμηθείς!

Όλες αυτές οι αμνησίες με ταρακουνούν γιατί κατά κάποιον τρόπο με ακυρώνουν. Για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν σημαντικοί και ό, τι είναι σημαντικό για μένα έχει σημαντική θέση και στο σήμερα. Με φέρνει σε τρομερή αμηχανία και αντιμέτωπο με τη ματαιότητα των πάντων όταν άνθρωποι που κάποτε μεθούσαν μαζί, ερωτοτροπούσαν ή μοιράστηκαν τα αίσχη της νιότης ξαφνικά συναντιόνται ενώπιόν μου και καμώνονται πως δεν θυμούνται ο ένας τον άλλον ή κάνουν ότι θυμούνται τα μισά απ’ όσα έγιναν. Εγώ γιατί θυμάμαι τα πάντα; Γιατί διατηρώ ζωντανή αυτή τη φούσκα;

Κι εγώ προχώρησα, κι εγώ άλλαξα, κι εγώ έφτιαξα τη ζωή μου και κατάφερα και δημιούργησα ένα ευτυχισμένο παρόν. Αλλά ουδέποτε προσποιήθηκα, ούτε επέτρεψα στη μνήμη μου να διαγράψει ό, τι άξιζε.

Μου θέλετε και reunión! Γιατί να σας το διοργανώσω; Για να σας ξανασυστήσω; 


Δευτέρα, Οκτωβρίου 25, 2021

Πώς Είναι Να Είσαι 40

Όταν ήμουν μικρότερος αναρωτιόμουν πώς είναι να είσαι 40.

Τι αλλάζει σ’ αυτή την ηλικία. Πώς είναι να είσαι μεσήλικας.

Θυμάμαι, μάλιστα, ότι όταν ήμουν 12 ετών πέθανε ένας φίλος των γονιών μου στην ηλικία των 42 και τους είπα «μην στεναχωριέστε, τα έφαγε τα ψωμιά του», και οι γονείς μου έξαλλοι απάντησαν «για όνομα του Θεού, ήταν πολύ νέος στα 42!»

Τέλος πάντων, δόξα σοι ο Θεός, τα φτάσαμε τα σαράντα, τα σαράντα ένα σχεδόν. Πώς είναι να είσαι σ’ αυτή την ηλικία; Θα σου πω εσένα, εικοσάχρονε νεανία που μπορεί να διερωτάσαι.

Κατ’ αρχάς να σου πω ότι συνειδησιακά δεν αλλάζει τίποτα. Η αίσθηση που έχεις για τον εαυτό σου, η αντίληψη σου για τον κόσμο είναι η ίδια όπως όταν είσαι 17, ή 25. Το «εγώ» παραμένει άφθαρτο και καθοριστικό για το πώς ερμηνεύεις τον κόσμο και όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Αυτό σημαίνει ότι όπως αισθάνεσαι τώρα που είσαι νέος, πιθανόν έτσι θα αισθάνεσαι και στα 40 σου, έτσι θα αισθάνεσαι και στα 80 σου. Αναφέρω χαρακτηριστικά, ότι η γιαγιά μου που είναι 88 ετών, συχνά μου λέει ότι αισθάνεται 60, ή και νεότερη, και ότι το μόνο πράγμα που την αποτρέπει από το να ζει όπως ζούσε στα «νιάτα» της, είναι το κορμί της που αρνείται να συνεργαστεί. Με λίγα λόγια, αν νομίζεις ότι μεγαλώνοντας θα αλλάξεις μυαλά, πλανάσαι πλάνην οικτράν. Είσαι το ίδιο πράγμα από γεννησιμιού σου. Εγκλωβισμένος μέσα σε μία μάζα από μύες και κόκκαλα τα οποία σαπίζουν και σου προκαλούν πρακτικά προβλήματα. Άπαξ και λύσεις τα πρακτικά θέματα, μπορείς να ζήσεις για πάντα νέος.

Στα 40 ξυπνάς και πονάς το σώμα σου. Εγώ τουλάχιστον. Κάθε πρωί ξυπνώ και έχω πόνους στη μέση, στους ώμους, σε ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη. Πρέπει να τεντωθώ για να ισιώσω και να γίνω και πάλιν άνθρωπος. Στα 40 δεν έχεις τις ίδιες ορέξεις για σεξ. Εκείνο το 2-3 φορές τη μέρα που αισθανόσουν μέχρι τα 30 αρχίζει και ξεθωριάζει αργά και σταθερά. Φυσικά, υπάρχουν και λαμπρές εκλάμψεις ανά περιόδους, αλλά υπάρχει σαφής και αισθητή κατάπτωση. Επίσης, δεν χάνεις τα κιλά το ίδιο εύκολα. Μέχρι και τα 39 μου μπορούσα να χάσω ένα κιλό την ημέρα με 20’ περπάτημα. Τώρα πια ό,τι στοιβάζεις το καις με πολύ κόπο και κυρίως άνοστη δίαιτα. Είναι μία κατρακύλα που δεν χωνεύεται με τίποτα, ειδικά όταν έως πριν ένα χρόνο το σώμα σου χώνευε τα πάντα και αντιδρούσε θετικά. Συμπερασματικά, στα 40 σου το σώμα σου αρχίζει να σε βαριέται και να σε προδίδει και όλο αυτό είναι δυστυχώς, ψυχολογικά αβάσταχτο.

Όμως, υπάρχει και η θετική πλευρά.

Στα 40 σου ξέρεις! ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ. You take bullshit no more! Θα μου συγχωρέσετε το αγγλικό, μα αποδίδει καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Στα 40 σου ξέρεις ότι έχεις μάξιμουμ άλλα 20 ποιοτικά χρόνια και δεν έχεις ώρα για μαλακίες. Ούτε για να τα σπαταλάς σε φαύλους, ούτε για να χαλάς τη ζαχαρένια σου. Ξεσκαρτάρεις το σύμπαν και το κυριότερο, δεν αισθάνεσαι την παραμικρή τύψη. Μου κάνεις; Σε αγοράζω. Δεν μου κάνεις; Στο καλό και να μας γράφεις. Παλιότερα μπορεί να έψαχνες μία χρυσή τομή, ένα συμβιβασμό, να κρατήσεις τα προσχήματα. Τώρα πια η προτεραιότητα είναι η ψυχική σου υγεία, η καλοπέραση σου. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχα τα κότσια να αποσείσω από πάνω μου τη σαβούρα την οποία περισυνέλλεξα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά να που ήταν ευκολότερο από όσο νόμιζα.

Επίσης, στα 40 σου ή τέλος πάντων στα 40 τα δικά μου, υπάρχει περισσότερη διαύγεια και περισσότερη ειλικρίνεια. Έχω αποδεχτεί τα ελαττώματα μου, τα έχω αναγνωρίσει (προ πολλού το είχα κάνει αυτό, αλλά τώρα πλέον δεν με πονεί να τα συζητώ. Επουλώθηκαν όλα τα τραύματα και κόμπλεξ μου), και τα έχω αγαπήσει. Ούτε με πειράζει να απολογηθώ γι αυτά αν αποτέλεσαν τον λόγο να έχει πληγωθεί κάποιος στο παρελθόν. Φτάνεις στο ύψιστο σημείο αποδοχής του εαυτού σου, ξέρεις ότι δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο αλλαγής και έχοντας εξοικειωθεί πλήρως με τις αλήθειες σου, αισθάνεσαι πανελεύθερος.

Αυτά είναι τα 40 μου, ή τέλος πάντων, αυτά είναι όλα όσα νιώθω τώρα που έφτασα στην ηλικία την οποία μικρότερος αντιμετώπιζα με φόβο και δέος. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2021

Το Αγόρι Που Μ' Έσωσε

Άκου να δεις γιατί ο γιος μου είναι το μεγαλύτερο και ωραιότερο δώρο που πήρα στη ζωή μου.

Επειδή θεωρώ ότι ήρθε για να με σώσει.

Οι αντιδράσεις αυτού του παιδιού δεν είναι παιδικές. Είναι πιο ώριμες κι από τις δικές μου που πλέον πάτησα τα 40. Θα μου πεις, «αυτό δεν είναι και δύσκολο», αλλά όσο να πεις, ένα μωρό τριών χρονών, που πλέον έγινε πέντε, δεν είναι δυνατόν να συμβάλλει στη ψυχολογική μου υγεία με έναν τόσο επιστημονικό και ενήλικο τρόπο.

Κατ’ αρχάς με θαυμάζει και με κάνει να νιώθω σπουδαίος. Θαυμασμό από άνθρωπο δεν είχα ξαναβιώσει στη ζωή μου προηγουμένως. Με επιδεικνύει παντού και απαιτεί από τον περίγυρο να μου δώσει σημασία, απλά και μόνο επειδή «είμαι ο παπάκης του». Τις προάλλες είχαμε στο σπίτι καλεσμένο ένα φίλο του και έπαιζαν στο σαλόνι. Εγώ απουσίαζα, αλλά όταν γύρισα θέλησε να με συστήσει. Είπε στον φίλο του: «Κωστή, ήρθε ο παπάκης μου». Ο Κωστής χέστηκε να με γνωρίσει, εκείνη τη στιγμή κρατούσε ένα αυτοκινητάκι και το περιεργαζόταν. Ο γιος μου πήγε και του το άρπαξε, του έστριψε με το ζόρι το κεφάλι προς εμένα και του είπε επιτακτικά: «Ήρθε ο παπάκης μου!». Ο τόνος και το ύφος του απαιτούσαν σεβασμό. Και συνέχισε: «Τον λένε Χρίστο, που θα πει ‘ο εκλεκτός’!» Έσκασα στα γέλια, ψήλωσα δυο μέτρα από καμάρι και έλιωσα από την αγάπη!

Το ίδιο έκανε και σήμερα όταν βρεθήκαμε οικογενειακώς σε μία συγκέντρωση. Ήταν και η πεθερά μου εκεί, η οποία όντας απασχολημένη έξω με άλλους, δεν με πρόσεξε την ώρα που μπήκα. Πήγε και της είπε «Γιαγιά, ήρθε ο παπάς μου και δεν τον χαιρέτησες!» με ύφος «πώς τολμάς;!» Όλα εδώ πληρώνονται πεθερούλα!

Αυτό το παιδί με κάνει και αισθάνομαι αυτοκράτορας. Ναι, με αγαπά, το ξέρω, και εγώ τον λατρεύω και τον έχω στα όπα-όπα, αλλά τέτοια αντιμετώπιση δεν φανταζόμουν ούτε στα μεγαλύτερα μου όνειρα. Εγώ δεν συμπεριφερόμουν έτσι στους γονείς μου, ούτε καν στη γιαγιά μου που της είχα ξεκάθαρη αδυναμία. Αυτός το κάνει συνέχεια. Και διερωτώμαι τι τύχη είναι αυτή, τι ανέλπιστο και ουρανοκατέβατο δώρο είναι αυτό, φτου μην το ματιάξω!

Πάω να τον σχολάσω από το νηπιαγωγείο και με το που ξεπροβάλλω μαζεύει όλους τους συμμαθητές του και τους λέει «ήρθε ο παπάκης μου! Σας είπα ότι ξύρισε το κεφάλι του. Ελάτε να τον δείτε!» Σάμπως και ενδιαφέρει κανέναν άλλον.  

Το μαγικό της υπόθεσης είναι ότι αυτή τη στάση κρατούσε ανέκαθεν, όχι μόνο τώρα που μεγάλωσε και είναι πια ένα κανονικό αγόρι. Από τριών χρονών, από τότε που καλά-καλά δεν μιλούσε, είχε την έγνοια μου. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που πήγαμε να φάμε στη μάνα μου και πάνω στην κουβέντα αρχίσαμε να σκοτωνόμαστε μπροστά του για κάποια αιώνια οικογενειακά τραύματα. Ο καβγάς ξέφυγε, παρόλο που πάντα έχω ως αρχή να μην τσακώνομαι μπροστά του, ιδίως με τη γυναίκα μου. Αλλά είχα θολώσει, ξέρετε σε τι όρια μπορεί να μας φτάσει η μάνα μας, και άρχισα να φωνάζω, να βρίζω και να είμαι έτοιμος να κάνω έγκλημα, οπότε τον άρπαξα και φύγαμε κακήν κακώς. Θυμάμαι ότι παρακολουθούσε τα πάντα και δεν μιλούσε. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο να φύγουμε και αφού έκλεισα την πόρτα πίσω μου με δύναμη, πήρα τηλέφωνο τη σύζυγό μου να της μεταφέρω τι έγινε, και περιγράφοντας τον καβγά ξέσπασα ακόμα περισσότερο μέσα στο αυτοκίνητο. Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι είχα και το μωρό στο πίσω κάθισμα δεμένο.

Με το που κλείνω το τηλέφωνο άκουσα τη φωνούλα του να μου λέει «παπά, θέλεις να πούμε αστεία να γελάσουμε;»

Κόκκαλο εγώ. Το ότι αυτό το παιδί στην ηλικία των τριών, αντί να παρασυρθεί από την ένταση και τις φωνές και να αρχίσει να κλαίει για το τέρας που είδε να μεταμορφώνομαι μπροστά του, ένιωσε ότι είχε χρέος να με διασκεδάσει για να καλμάρω, εμένα με αφήνει άναυδο. Είναι τόσο ανώτερος, που με κάνει να νιώθω τόσο μικρός και σκουπίδι μπροστά στο μεγαλείο του. Από ποιον πήρε αυτό το παιδί, είμαι να σκάσω!

Είναι ο δάσκαλός μου, είναι ο προστάτης μου. Το πόσο βελτιώθηκα εξαιτίας του, είναι απερίγραπτο.

Να είσαι πάντα καλά γιε μου! Δεν είσαι τυχαίος. Ήρθες με αποστολή. Κάποιος σε έστειλε.  Σου χρωστώ το σύμπαν!


Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Λευκωσιάτικη Διασκέδαση

Λόγω ανηλειμμένων κοινωνικών υποχρεώσεων χθες βράδυ βγήκα σε μπαρ-ρεστοράν για φαγητό και ποτό. Να είχα και δέκα χρόνια να βιώσω μία τέτοια εμπειρία. Από τους καιρούς του πάλαι-ποτέ Zoo Lounge. Από τη μία η πατρότητα, από την άλλη η πανδημία, η αλήθεια είναι ότι έχω ξεσυνηθίσει τις εξόδους, πόσω μάλλον σε τέτοια μέρη στα οποία μετά τις 11:00 οπότε και δυναμώνει η μουσική πρέπει να ξελαρυγγιάζεσαι για να συνεννοηθείς με τους συνδαιτυμόνες σου. 

 

Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση από χθες βράδυ, από όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου. Πρώτον και κύριον, η μουσική που έπαιζε ήταν αυτή που άκουγα εγώ όταν ήμουν στα νιάτα μου. Πολλή Βίσση, πολλή Βανδή, και Ρέμος. Από τα χρυσά χρόνια εκεί γύρω στο 1998-2003. Σημειώστε ότι το μαγαζί δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε σαραντάρηδες. Ήταν γεμάτο εικοσάχρονους, οπότε το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα αυτοί διασκεδάζουν με τραγούδια που γράφτηκαν προ εικοσαετίας, επιβεβαιώνει αυτό που έγραψα εδώ μέσα πολλές φορές: Η ελληνική μουσική πέθανε με τη γενιά μου. Δεν έχει να κάνει με το «μεγαλώνουμε και ως πιο ώριμοι απορρίπτουμε κάθε τι καινούριο». Έχει να κάνει όντως με το γεγονός ότι τα καλύτερα ποπ τραγούδια γράφτηκαν τότε. Όπως τα καλύτερα λαϊκά γράφτηκαν το ’60 και τα καλύτερα ντίσκο γράφτηκαν το ’70. 

 

Η καλύτερη ποπ ελληνική μουσική γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με αρχές των ‘00ς. Τελεία.

 

Δεύτερη λυπηρή διαπίστωση από χθες βράδυ είναι η κακογουστιά των νεαρών. Τόση καραντίνα με reality τύπου My Style Rocks και GNTM τίποτα δεν μας έμαθαν ως λαό. Το πώς εξακολουθούν να ντύνοναι για να βγουν έξω δείχνει πόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως είμαστε γενικότερα. Καμία συναίσθηση ως προς το τι μπορεί να υποστηρίξει το σώμα και η προσωπικότητα μας. Και αυτά τα κουραφέξαλα του «ντύνομαι όπως γουστάρω» καλά κάνατε και τα υιοθετήσατε, αφού ως εκεί τραβά η κούτρα σας, αλλά πονάνε τα μάτια μας. Χοντρές με κολλητά, να εξέχει έξω η κοιλιά, άντρες με βερμούδες, και φανέλες με διαφημιστικά σλόγκαν. Θεέ μου! Κανένας οίκτος. Δεν διεκδικώ τον τίτλο του γκουρού της μόδας. Έχω κάνει κι εγώ πάμπολλα ατοπήματα. Αλλά τουλάχιστον προσπαθώ να κρατώ ένα μέτρο, προσπαθώ να βελτιώνομαι, θωρώ τι προτείνουν οι ειδήμονες για την ηλικία μου. Χθες σκέφτηκα ότι αν αυτή είναι η νέα γενιά, είναι καταδικασμένη. 


Και όλοι φουγάρα! 2021 και ο κόσμος ακόμα καπνίζει. Ηλεκτρονικά, στριφτά, ένα και το αυτό. Ντουμάνι μας κάνατε. Ήρθα σπίτι και έκανα ντους να ξεβρωμίσω από την κάπνα όπως στα φοιτητικά μου χρόνια. Ουδεμία πρόοδος από το 2002! 

 

Και φτάνω στην Τρίτη και πιο λυπηρή διαπίστωση. Βρείτε ένα ψηλό δέντρο και κρεμμαστείτε όσο είναι καιρός. Κάντε μας τη χάρη. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων χόρευε και τραγουδούσε (χωρίς μάσκα και μη τηρώντας το παραμικρό μέτρο αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο), κρατώντας μόνιμα το κινητό και γράφοντας στόρι για το Ίνσταγκραμ. Είχε ένα τραπέζι δίπλα μας με μία παρέα κοριτσιών, ούτε που έδωσε σημασία η μία της άλλης όλη νύχτα. Ήταν όρθιες και τραγουδούσαν με την ψυχή τους απευθυνόμενες στο κινητό που αποτελούσε ολοβραδίς την προέκταση του χεριού τους. Πολύ πιθανόν να μετέδιδαν τα δρώμενα ζωντανά κιόλας, και να αφιέρωναν τα καψουροτράγουδα στα αγόρια τους. Μια φορά, δεν διασκέδαζαν. Παρουσίαζαν εκπομπή! Σαν αυτές, ήταν γεματο εχθές το κέντρο.

 

Η δική μου γενιά δεν είχε έξυπνα κινητά, με το ζόρι προλάβαμε κάποια στα οποία υπήρχε ενσωματωμένη κάμερα και εκείνη ήταν τόσο κακής ποιότητας που δεν ενδείκνυτο για σοβαρή φωτογραφική μηχανή. Εν πάση περιπτώσει, η κατακλείδα είναι ότι κοίταζα τριγύρω μου και κούναγα όλη νύχτα το κεφάλι μου, όπως τον γέρο που δεν πολύ-καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ή μάλλον, όπως τον γέρο που μια χαρά καταλαβαίνει αλλά βαριέται να βγει να τα πει. 

 

Πόσο κρίμα αυτή να εξακολουθεί να είναι η νυχτερινή διασκέδαση της Λευκωσίας. Πόσο κρίμα που κάποιοι μόνο αυτή την επιλογή έχουν να βγουν για να χαρούν τα νιάτα τους και τα φοιτητικά τους χρόνια. Πόσο κρίμα γενικά. Σκεφτόμουν ότι αν μη κακό ποτέ χωρίσω, δεν πρόκειται να βρω γυναίκα εγώ μέσα σ' αυτό το καζάνι.

 

Μια χαρά ήμουν στη σοφίτα μου τα τελευταία τρία και βάλε χρόνια. Δεν είμαι για να έρχομαι σε πολλή επαφή με τον έξω κόσμο. 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2021

Ο Έβρος Απέναντι

Τη χώρα που σε φιλοξενεί τη σέβεσαι σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει.

 

Κανένας δεν σου επέβαλε να βρίσκεσαι εδώ που βρίσκεσαι εκτός κι αν είσαι θύμα απαγωγής. Δεν έχω γνωρίσει θύματα απαγωγής, οπότε ας επανέλθουμε στην αρχική τοποθέτηση: Δεν δικαιούσαι να προσβάλλεις τη χώρα που σε φιλοξενεί. Κανόνας. Μόνος σου ήρθες, άμα δεν σου αρέσει, στο καλό και να μας γράφεις. 

 

Έζησα σε διάφορες χώρες κατά καιρούς. Και στην Αγγλία μου έφταιγε ο καιρός, η αδιάφορη νυχτερινή ζωή, το κακό φαγητό, οι φλώρικες μπυραρίες. Έζησα και στην Αθήνα και μου έφταιγε το χάος, η αγένεια στους δρόμους, η δυσκολία της μετακίνησης. Έζησα και στην Ισπανία και μου έφταιγε... Τίποτα. Βασικά στην Ισπανία δεν μου έφταιξε ποτέ τίποτα, ήταν όλα τέλεια. Στην Κύπρο, πάλι, μου φταίνε τα πάντα. Η Κύπρος όμως είναι η πατρίδα μου, είναι η μάνα μου, και είτε της αρέσει είτε όχι, ως παιδί της έχω κάθε δικαίωμα να την κατακρίνω και να της μουρμουρώ. Δεν είπα όμως ποτέ σε Εγγλέζο «πώς είναι έτσι η χώρα σου», ούτε σε Αθηναίο «πώς αντέχεις και ζεις σ’ αυτόν τον οχετό» και με τον ίδιο τρόπο δεν ανέχομαι από «ξένους» να μου λένε για την Κύπρο, ακόμη κι αν υπάρχει δόση αλήθειας στα όσα της καταλογίζουν. Στεκόμαστε στα καλά του τόπου ο οποίος μας φιλοξενεί και νιώθουμε ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία και για όσα θετικά μπορούμε να αποκομίσουμε. Κανόνας!

 

Προς τι ο πρόλογος;

 

Σήμερα το μεσημέρι, τρώγαμε οικογενειακώς σε μία ταβέρνα. Ο γιος μας έπιασε φιλίες με ένα άλλο αγόρι ίδιας ηλικίας από το δίπλα τραπέζι. Στα πολλά γνωριστήκαμε με όλη την οικογένεια. Επρόκειτο για Ελλαδίτες που ζουν στην Κύπρο ένεκα επαγγελματικών υποχρεώσεων. Μας ρωτά η μητέρα: «Εσείς είστε Έλληνες;»

 

Εμένα αυτή η ερώτηση πάντα μου προξενεί αμηχανία, επειδή δεν ξέρω υπό ποία έννοια θέτει ο άλλος το ερώτημα και τι ακριβώς περιμένει να ακούσει. Για μένα όλοι οι Κύπριοι είναι Έλληνες, ακόμα και οι αριστεροί που καθαρά από πίκα και εγκεφαλική μαλάκυνση έχουν απεκδυθεί της τιμής του να έχεις λάβει ελληνική παιδεία και να είσαι κατ’ επέκταση Έλλην. Οπότε στο ερώτημα «είστε Έλληνες;» η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι πάντα «Ναι». Ναι, χωρίς κανένα «αλλά». 

 

Φυσικά, η κυρία δεν ερωτούσε κατά πόσον ανήκουμε στο ευρύτερο ελληνικό έθνος. Ρωτούσε αν είμαστε κι εμείς Ελλαδίτες επειδή «δεν μιλάτε σαν τους άλλους Κύπριους». Της εξηγήσαμε ότι κι εμείς μια χαρά σαν τους άλλους Κύπριους μιλάμε αλλά όταν μας απευθύνουν τον λόγο Ελλαδίτες, απαντούμε στην κοινή ελληνική για να είναι πιο εύκολη η συνεννοήση. Δεν υιοθετούμε ελληνική αργκό, ούτε «καλαμαρίζουμε». Απλώς προσαρμοζόμαστε χάριν συνεννόησης. Η κυρία εξεπλάγη με τη φιλοσοφία μας, και μας επεσήμανε ότι στη Λευκωσία δεν συναντά πολλούς που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι στην καθημερινότητά της «βλέπει και παθαίνει» προκειμένου να συνεννοηθεί, ειδικά στα κομμωτήρια και τις υπεραγορές. «Χώρια που φοβάμαι και για το παιδί μου μην αρχίσει να μιλά έτσι!» Μα, από που κατάγεται η κυρία και της έπεσε τόσο βαριά η διάλεκτος; Από τον Έβρο μας είπε!

 

Από τον ΄Εβρο! Ναι, καλά ακούσατε, από τον Έβρο! Έγω η τελευταία φορά που γνώρισα κάποιον από εκεί ήταν στον στρατό, στα τεθωρακισμένα Αυλώνας. Ας μην τον θεωρήσω αντιπροσωπευτικό δείγμα Εβρίτη. Ας πούμε ότι κάτι αντίστοιχους είχα γνωρίσει και στο Τσέρι, όταν υπηρέτησα αργότερα στην Κύπρο και να πάμε πάτσι. 

 

Τέλος πάντων, η κυρία δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «ήρθε μια μέρα από το σχολείο ο μικρός και μου είπε «μάμμα» με κυπριακή προφορά. «Δεν θα τα πάμε καλά!»

 

«Και τι κακό έχει το μάμμα;» τη ρώτησα, «Μια χαρά ιταλικότατο ακούγεται!» Δεν της άρεσε. 

 

Βλέπετε όμως το πρόβλημα. Ήρθαν από τον Έβρο να ζήσουν εδώ καλύτερα και το πρόβλημά τους είναι η διάλεκτος. Καλά, ούτε εγώ την αντέχω, τη βρίσκω βάρβαρη, κακόηχη και θεωρώ ότι ευθύνεται για το χαμηλό επίπεδο χρήσης της νεοελληνικής από την πλειοψηφία των Κυπρίων, ενώ την εκμεταλλεύεται και η Αριστερά που θέλει να την χρησιμοποιήσει ως εργαλείο της προπαγάνδας της. Όμως καλώς ή κακώς αυτήν έχουμε. Κι όπως στη βόρεια Ελλάδα η γλώσσα αποκλίνει εν πολλοίς από την Αττική, αυτό συμβαίνει κι εδώ. Δεν ήρθαν οι Κύπριοι στον Έβρο να σε ρωτήσουν γιατί λες «να με πεις» αντί «να μου πεις». Το θεωρούμε ως ένα γλωσσικό τοπικό ιδίωμα και πάμε παρακάτω. 

 

Αλλά να μου κουβαλιέσαι στην Κύπρο για δουλειά, να σε ταΐζουμε, να σε ποτίζουμε και το πρώτο σου μέλημα να είναι να μην αρχίσει το παιδί σου να μιλά κυπριακά, ε, άντε και στο διάολο, κι από εκεί που ήρθατε. 


Τη χώρα που μας ταΐζει τη σεβόμαστε και πίνουμε νερό στο όνομά της. Τέλος. 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 30, 2021

Μόνο Γιουροβίζιον

Έχει καιρό που σκέφτομαι να ανοίξω ένα καινούριο μπλογκ στο οποίο θα γράφω μόνο για τη Γιουροβίζιον. Το πρόβλημά μου είναι ότι γενικότερα τα μπλογκς έχουν πεθάνει και δεν τα διαβάζει κανένας, και επίσης, η Γιουροβίζιον δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ούτε είναι αυτό που εγώ έχω αγαπήσει, οπότε το όλο εγχείρημα θα καταντήσει ένα ατέλειωτο μνημόσυνο το οποίο δεν ξέρω αν θα αφορά κανέναν άλλον κάτω από την ηλικία των 40 και κανέναν άλλον πέραν δυο-τριών φίλων που απολαμβάνουν εξίσου τον διαγωνισμό και κυρίως για τους σωστούς λόγους.

Παρόλα αυτά, μου λείπει το γράψιμο. Παλιότερα έγραφα ασταμάτητα και με μεγάλο ενθουσιασμό, όμως οι οικογενειακές μου συνθήκες δεν μου επιτρέπουν πλέον να γράφω ό,τι θέλω, ούτε να εκφράζομαι με τη γνωστή μου αθυροστομία, που κατά τη γνώμη μου, ήταν και το ατού μου. Αναγκάζομαι πολύ συχνά να στρογγυλεύω τη γνώμη μου, αναγκάζομαι να διαβάζω δυο και τρεις φορές τα κείμενά μου πριν τα ανεβάσω, και πάντα έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι δεν πρέπει να προσβάλω κανέναν και όλα αυτά με έχουν καταντήσει έναν «νερόβραστο».

Φυσικά, θα μπορούσα να αγνοήσω τα βαρίδια της προσωπικής μου ζωής, και να εξαπολύσω το κτήνος που κρύβω μέσα και όποιον πάρει ο Χάρος. Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως, εμένα θα πάρει ο Χάρος. Έτσι λοιπόν, αφού έχω καταντήσει ένα μπλογκ χωρίς ενδιαφέροντα θέματα, ας επικεντρωθώ στο μεράκι μου, σ’ αυτό που κατέχω και στο μόνο θέμα για το οποίο θεωρώ ότι η γνώμη μου έχει μία βαρύτητα. Δεν ξέρω πόσο συχνά θα ανεβάζω κείμενα, αλλά αφού δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα της ζωής μου χωρίς να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο σόου, πιστεύω ότι θα γράφω αρκετά συχνά ώστε να διατηρείται ένα άλφα ενδιαφέρον και να συντηρείται ζωντανό.

Μην αναμένετε ειδήσεις ούτε πρωτογενές υλικό. Θα παραθέτω μόνο αναμνήσεις και σχολιασμό σε πράγματα που ψαρεύω από το ίντερνετ και θεωρώ ότι αξίζουν σχολιασμού. Κάτι είναι κι αυτό. Το μπλογκ θα σκέφτηκα να το ονομάσω «Μόνο Γιουροβίζιον» και θα μπορείτε να το βρίσκετε στα λινκς, στο περιθώριο του υφιστάμενου μπλογκ. Εννοείται ότι το υφιστάμενο παραμένει και συνεχίζει, μέχρι τελικής πτώσης (που δεν είναι και μακριά).

Έχω γράψει ήδη το πρώτο μου κείμενο στο γιουροβιζιακό.  

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2021

Chart Show: Πολιτική Ορθότητα

Θυμάστε τα χρυσά χρόνια αυτού του μπλογκ στα οποία παίζαμε Chart Show και σας παρέθετα λίστες με διάφορα τραγούδια που μ’αρέσουν, ανά κατηγορία; Ε, πάνε πια αυτά καθώς έχετε κι εσείς προσέξει. Ούτε κέφι διαθέτω, ούτε χρόνο για τέτοια. Σήμερα όμως, ήμουν στο αυτοκίνητο κι άκουγα ένα υπέροχο τραγούδι από τη δεκαετία του ’80 και σκεφτόμουν «Ααχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», και «Δεν γράφονται πλέον τέτοια τραγούδια». Μα την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα ότι το συγκεκριμένο τραγούδι δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει εν έτει 2021. Θα έπεφταν όλοι να φάνε τους δημιουργούς για παραβίαση της πολιτικής ορθότητας.

Γνωρίζετε πόσο απεχθάνομαι την πολιτική ορθότητα και πόσο καταδυναστευτική τη βρίσκω. Τα έχω ξαναγράψει σε αντίστοιχο κείμενο για τις ταινίες του Ντίσνεϊ. Τη θεωρώ μία μορφή σύγχρονου φασισμού, με την ουσία όμως του όρου. Τη θεωρώ μάστιγα, βραχνά, μία μαλακία στο τετράγωνο. Αποφάσισα να κάνω ένα έκτακτο Chart Show και να σας παραθέσω μία πρόχειρη λίστα παλαιοτέρων ελληνικών τραγουδιών τα οποία στις μέρες μας θα κατακρίνονταν και πιθανόν να λογοκρίνονταν από το ελληνικό ραδιόφωνο. Μερικά τα παραθέτω για πλάκα, αλλά υπάρχουν και δύο-τρία που θεωρώ ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τα εσκαμμένα.  

Ας τα εξετάσουμε:

«Θες δεν θες, τώρα θα το κάνουμε. Θες δεν θες, σταμάτα να κλαις!»

Θα μπορούσε να λέγεται και «θα σε βιάσω». Όχι μόνο την απειλεί ότι θα την βιάσει, αλλά της λέει να σταματήσει να κλαίει γιατί δεν αντέχει να την ακούει. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί δεν συζητήθηκε η ύπαρξη αυτού του τραγουδιού. Θα μου πεις, επειδή μόνο εσύ θα μπορούσες να ξέρεις την ύπαρξη του. Ε, όχι και μόνο εγώ. Τότε ο Καρβέλας μεσουρανούσε. Αν έβγαζε αυτό τον στίχο σήμερα, στις εποχές των μεσημεριανών πάνελ, θα γινόταν χαμός. Ας εστιάσουμε αλλού όμως. Στο κατά πόσο ο στίχος του τραγουδιού επηρέασε τους ακροατές. Κατά πόσο ο στίχος αποτελεί παρακίνηση στη διάπραξη εγκλήματος. Πόσοι φανς του Καρβέλα μεγαλώνοντας έγιναν πιο επιρρεπείς σε τέτοιες συμπεριφορές και πράξεις; 


Σοκαριστική λεπτομέρεια: Ανάμεσα στους θεατές στο βίντεο κλιπ είναι και η μικρή Σοφία Καρβέλα!



«Έλα κρυφά, έλα λαθραία, τη νύχτα αυτή που κρυφά ακροβατώ, παράνομα κι ωραία!»

Μα τι λόγια είναι αυτά; «Δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι!»

Έλα τώρα χρυσή μου που δεν υπάρχουν λαθραίοι. Που διπλο-κλειδαμπαρώνεσαι κάθε βράδυ πριν πέσεις για ύπνο. Πού δεν τολμάς να κατέβεις στη Λήδρας μόνη σου για βόλτα το βράδυ. Που βλέπεις αλλοδαπό στο δρόμο και αυτόματα κοιτάζεις αν έχεις κλειδώσει τις πόρτες του αυτοκινήτου σου. Που έβαλες κάμερες στο σπίτι να κοιτάζουν περιμετρικά μέχρι και τα Δημοτικά Όρια της παραπλήσιας πόλης. Τη μέρα που θα ξανακοιμηθείς με την πόρτα ανοιχτή, όπως τον Αντώνη Ρέμο, να το ξανασυζητήσουμε. 




«Ο Κύρης Του Σπιτιού»

Αν είναι δυνατόν να προωθείται η πατριαρχεία κατ’ αυτόν τον τρόπο! Πώς την προωθούμε κυρία μου; Δεν ακούτε τον στίχο; Αφού υπάρχει και αντίστιξη. Λέει «είμαι ο κύρης» και απαντά ο άλλος «είσαι κακομοίρης!» Δεν έχει σημασία, ο τίτλος για άλλα μας προετοιμάζει. Πώς τολμάτε να προσβάλλετε τόσες μάνες που περνούν των παθών τους τον τάραχο για να συνδυάσουν καριέρα και οικογένεια κατ’ αυτόν τον άκομψο τρόπο; Πώς αποδίδετε τα εύσημα μόνο στον πατέρα; Ο σωστός ο τίτλος, ο πολιτικά ορθός, απαιτεί όπως υπάρξει ισότητα. «Ο κύρης και η κυρά του σπιτιού!» Να πούμε και για την κυρά την κακομοίρα ως αντίστιξη, επίσης; Ε, όχι δα! Δεν θα υποθάλπετε τον μισογυνισμό μέσα από τα ευτελή σας σουξεδάκια. Σα δεν ντρέπεστε! Φτου σας!






«Ο Σκύλος Μου Είναι Γκέι»… Και για μένα μόνο κλαίει!

Ομοφοβία πασπαλισμένη με χιούμορ; Όχι ευχαριστούμε. Δεν θα εκτονώνει ο Καρβέλας τα κόμπλεξ και τα σύνδρομά του ασκώντας «μπούλινγκ» σε μία τόσο βασανισμένη μερίδα πληθυσμού, καταλάβατε; Όχι, εσείς δεν καταλάβατε. Το άσμα δεν αφορά στην ομοφυλοφιλία. Ο Καρβέλας έγραψε ένα τραγούδι για ένα μοναχικό άνθρωπο που ζει με τον σκύλο του και ο οποίος μοναχικός άνθρωπος χαριτολογεί όταν βλέπει τον  σκύλο του να εκτονώνεται ενστικτωδώς επάνω στο πόδι του όποτε συναντιόνται. Είναι μεταφορικός ο στίχος. Επί της ουσίας αναφέρεται στη μοναξιά και όχι στην ομοφυλοφιλία. «Τους γκέι δεν θα τους πιάνετε εσείς στο στόμα σας! Ούτε καν χάριν ευφυολογήματος!» Μα το εξήγησε ο ίδιος ο Καρβέλας σε συνέντευξη στην Ρούλα Κορομηλά, δεν έχει να κάνει με την ομοφυλοφιλία το τραγούδι. «Και τι ξέρει ο Καρβέλας για να πιάνει τους ΛΟΑΤΚΙ στο στόμα του, «τον γάρο μας μόνον εμείς τον δέρνουμε!». Μάλιστα, εντάξει, καταλάβαμε.






«Σκελετούλα σ’ αγαπάω σκελετούλα. Με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα»

Η νευρική ανορεξία δεν είναι θέμα για ποπ σαχλοσουξεδάκια, εντάξει; Τι πάει να πει με τα χέρια σου της κλείνεις τη μεσούλα; Body shaming απ’ την ανάποδη; Δεν φτάνει που η καημένη η κοπέλα παρασύρθηκε από τα προβληματικά πρότυπα που προωθούνται από όλα αυτά τα μυσογυνιστικά περιοδικά του Κωστόπουλου, έχουμε και τον Δάντη να γράφει σουξέ στην πλάτη μας; Ε, όχι!

«Μήπως θέλετε να γράψει κάτι άλλο, για plus size models που είναι και της μοδός;»

«Για να βάλει στο στόχαστρο τις ευτραφείς; Ούτε να το διανοείστε!»

« Ε, πού θα πάει η ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη; - Άμα θέλει ελευθερία έκφρασης να εστιάσει στους τσουροπαπάδες, στους εθνικιστές και στους φασίστες. Εμάς δεν θα μας πιάνετε στο στόμα σας!»





«…Κι όταν εσύ θα λες ΟΧΙ, σαν να έχω ακούει το ΝΑΙ θ’ αντιδρώ, γιατί η καρδιά μου πια το ‘χει κι έτσι απλά δεν θα υποταχθώ!»

Άλλο ένα ηθικό δίλημμα συγκατάθεσης εγείρεται στο εν λόγω άσμα. Όχι θα πει όχι, και ναι θα πει ναι, παίδες. Απλά πριν προχωρείτε σε κάθε βήμα θα πρέπει να ρωτάτε διπλά και τριπλά. Όπως όταν σβήνετε ένα αρχείο από τον υπολογιστή. Που σε ρωτά εκατό φορές «are you sure you want to delete this file?» Έτσι και στο κρεβάτι: «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μπω;» Εν ανάγκη να το ζητάτε γραπτώς και μάλιστα ενώπιον μαρτύρων. Scripta manent! Με την υπογραφή της. Δεν θέλετε μπλεξίματα στα γεράματα. Είδατε τι περνά σήμερα η ελληνική θεατρική σκηνή!




«Μελαμψές Βεδουίνες, ξελογιάστρες, τσαχπίνες

χορεύουνε τα βράδια τους χορούς της αγάπης, ενώ το ταμ-ταμ

το χτυπάει ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο μπλάκ, ταμ, ταμ, ταμ

Ταμ, ταμ, ταμ, χτυπάει ο σκυλάραπας.

 

Η μικρή από τ’ Αλγέρι, που ’χει βέρα στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι, της λένε γι’ αγάπη, ενώ η μικρή

γουστάρει τον αράπαρο, τον μαύραρο, τον σκύλαρο, τον μπλάκ

Ταμ τουμου τάμ, Ταμ τουμου τάμ, Ταμ ταμ τάμ

 

Γουστάρει κι αγαπάει, τον μαύρο, τον σκύλο, τον αράπη,

τον σατράπη, τον χασάπη, τον μανάβη, τον μπακάλη,

τον κουρέα, τον Αντρέα, τον Σαλέα, τον μαλέα,

τον Πελέ, τον χαβαλέ, τον λεχρίτη, τον κοπρίτη, τον κοιλιά,

τον φαταούλα, τον Σακουλέα, τον χλαμπαλέα,

τον Λέων, τον Τιμολέων, τον Ναπολέων,

τον Άρη, τον Θεοχάρη, τον σαλιάρη, τον μαλλιάρη, τον κουταλιάρη,

τον Αράπηηη.»

Αυτοί είναι οι στίχοι του τραγουδιού.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.





«Η Σκλάβα σου ήμουν, η σκλάβα σου είμαι και σκλάβα θα μείνω!»

Αυτό έγινε όντως θέμα πρόσφατα, όταν η Ήβη Αδάμου τραγούδησε το συγκεκριμένο τραγούδι κατά τη διάρκεια του Mad Walk. Μία ανώνυμη κοπέλα της άφησε σχόλιο στο ίνσταγκραμ ότι «έπεσε απ’ τα σύννεφα» που η νεαρή τραγουδίστρια «προωθούσε ένα τόσο κακό πρότυπο στα νεαρά κορίτσια». Το ότι επρόκειτο για στίχο της δεκαετίας του 1950 που ζούσαμε σε άλλο κόσμο βέβαια, δεν μπορούν να βάλουν το μυαλό τους να το φιλτράρει. Καμία ηθογραφική προσέγγιση. Όλα κυριολεκτικά. Εγώ αν ήμουν, θα άλλαζα το «σκλάβα» σε «δούλα» να τους σπάσω περαιτέρω τα νεύρα. Ε, συγγνώμη χρυσή μου, έχει κι η υπομονή τα όριά της!




Ξεκινά και λέει η χορωδία:

«Πριν πατήσει τα δεκάξι

Ήταν όλα της εντάξει

Οι καμπύλες και τα φρούτα της τα γνώριμα

μέσα σ’ ένα δύο μήνες γίναν ώριμα»

Μετά μπαίνει και η ίδια η Μπέμπα στο τραγούδι και λέει:

«Ένας θειος μου που κοντά του, μ’ έπαιρνε στα γόνατά του,

Τελευταίως πια μου ρίχνει άλλα βλέμματα, και μου κάνει κομπλιμέντα

και παινέματα…

Όλο έρχεται και πάει,

Τρέμει όταν μ’ ακουμπάει, και προχτές το βράδυ πάλι γύρισε,

Και με τρόμο στην κουζίνα μου ψιθύρισε…

Μπέμπα, έχεις γίνει σαν τη φράπα, Μπέμπα, Μπέμπα,

Έλα πίσω απ’ τη ντουλάπα να μην μας δει και ο μπαμπάς!»

 OK! Ξέφυγε η κατάσταση. 



Για το τέλος άφησα το τραγούδι που ενέπνευσε τη σημερινή ανάρτηση:


Θα σου ξεκουμπώνω το πουκάμισο τα βράδια

θα σε ξεκουράζω στα στηθάκια μου με χάδια,

θα ‘μαι μια σκλάβα σου τρελά ερωτευμένη,

θα ‘σαι ο σουλτάνος μου και θα’ μαι το χαρέμι

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.

 

Το πρωί θα φέρνω τον καφέ σου στο κρεβάτι,

και προτού να σηκωθείς ένα μασάζ στην πλάτη,

θα σου ντύνω, θα σου δένω μέχρι τη γραβάτα,

θα σε περιμένω σαν ερωτευμένη γάτα.

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.



Πόσο μοιραίο timing θα είχε αυτό το τραγούδι αν κυκλοφορούσε σήμερα, εν καιρώ Ταλιμπάν, μπούρκας και Αφγανιστάν. Ευτυχώς που κυκλοφόρησε το 1988 όταν ακόμα ο κόσμος είχε λίγο χιούμορ.