Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2019

Τα Τελευταία Δέκα Χρόνια

Από σήμερα ξεκινώ μία νέα ενότητα κειμένων εδώ στο μπλογκ, η οποία θα συνοψίζεται στον τίτλο: «τα τελευταία δέκα χρόνια».

Από καιρό ήθελα να κάνω ένα αφιέρωμα στα τελευταία δέκα χρόνια που μας αφήνουν, σε λίγους μήνες, χρόνους. Πότε ήρθαν, πότε τα ζήσαμε, πότε περάσανε. Ο Θεός και η ψυχή τους.

Και όμως, να! Από το 2010, που καλά-καλά δεν ξέραμε τι είναι το wifi, φτάσαμε αισίως στο 2019, να το θεωρούμε αυτονόητο ακόμα και εν πτήσει.

Θα σου πω πολλά για τα τελευταία δέκα χρόνια, για τις μουσικές μου, για τα βιβλία μου, για τους φίλους μου, για τη ζωή μου, για τις ανύπαρκτες προοπτικές μου, για τα πρόσωπα της δεκαετίας. Θυμάσαι; Το ίδιο είχα κάνει και το 2009, επιλέγοντας τα 10 πιο σημαντικά πρόσωπα που είχα γνωρίσει μεταξύ 2000 και 2009. Ε, τώρα μετά βίας μπορώ να σου βρω πέντε άτομα που σημάδεψαν θετικά τα τελευταία δέκα χρόνια. Βέβαια, είναι διαφορετικό να σε περιτριγυρίζουν φοιτητές, και διαφορετικό δημόσιοι υπάλληλοι.

Λοιπόν, άκου.

Παρόλο που η δεκαετία δεν έκλεισε επίσημα και το θεωρώ ολίγον τι γρουσούζικο να τη μνημονεύουμε πριν ολοκληρωθεί και τυπικά, τολμώ να ομολογήσω πως ήταν τρομερά συναρπαστική για μένα. Και τι δεν έζησα!

Η δεκαετία μπήκε με εμένα φρεσκο-εγχειρισμένο και με δεκάδες ψυχολογικά προβλήματα (με τα οποία συχνά ακόμα παλεύω), το θάνατο του πατέρα μου και με εμένα να έχω αποδεχτεί ότι θα ζήσω ως μπακούρι το υπόλοιπο της ζωής μου.

Πριν προλάβει να εκπνεύσει το 2010 γνώρισα τη Μπρέντα στη θεατρική ομάδα. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι θα ήταν αυτή η γυναίκα της ζωής μου. Ούτε κι εκείνης της πέρασε το αντίστοιχο. Ώσπου να αποχαιρετίσουμε τη χρονιά, ήμασταν ζευγάρι.

Ακολούθησαν τέσσερα πολύ όμορφα και ξέγνοιαστα χρόνια. Η ντόλτσε βίτα που λέμε. Μπορεί να πάθαινα κρίσεις πανικού με το θέμα της υγείας μου και το πού πάει όλο αυτό – στον τάφο πάει, πού να πάει; Αλλά είχα αρχίσει ψυχοθεραπεία και ήμουν εμφανώς καλύτερα. Η σχέση μου με τη Μπρέντα ήταν και είναι τρικυμιώδης, αλλά νομίζω αυτό είναι που μας κρατά μαζί, το ότι με τούτα και με εκείνα, δέκα χρόνια μετά νιώθουμε ότι προχθές γνωριστήκαμε και ότι έχουμε πολλά ακόμα να εξερευνήσουμε ο ένας στον άλλον. Κάναμε άπειρα ταξίδια μαζί εκείνα τα τέσσερα χρόνια, νομίζω καμιά δεκαπενταριά μέσα σε τέσσερα χρόνια. Για μένα η γυναίκα μου είναι συνώνυμη του ταξιδιού. Εκεί αντιλαμβάνομαι γιατί την αγαπώ και γιατί θέλω και πρέπει να είμαι μαζί της. Ήμουν ευκατάστατος  τότε, όταν ταξιδεύαμε δηλαδή, και επιπλέον ζούσα μία έντονη κοινωνική ζωή μαζί της, όμοια της δεν είχα ξαναζήσει ποτέ.

Το 2014 μετακομίσαμε μαζί σε ένα κωλοδιαμέρισμα στην Αγλαντζιά, και το 2015 παντρευτήκαμε. Καθίσαμε άλλο ένα χρόνο στο ίδιο διαμέρισμα και στις αρχές του 2016 η Μπρέντα έμεινε έγκυος. Εκείνη η χρονική περίοδος ήταν από τις ομορφότερες της ζωής μου. Δεν υπάρχει ωραιότερο συναίσθημα από το να ανυπομονείς να γνωρίσεις το παιδί σου και να φαντάζεσαι το πώς θα είναι. Ύστερα που γεννιέται αντιλαμβάνεσαι ότι δεν ήρθε στον κόσμο ο νέος Ιησούς, ούτε ο νέος Αϊνστάιν, αλλά ένα εξτένσιον εσού και της συμβίας σου και λες «αυτό περίμενα εννέα μήνες;» Εντάξει, αστειεύομαι. Και οι πέτρες ξέρουν πόσο λατρεύω τον γιο μου.

Το 2017 δεν το πολυθυμάμαι. Ήταν ευτυχές, αλλά με τις φάσεις του μωρού να αλλάζουν γρήγορα πέρασε και μόνο ζαλάδα άφησε. Το θυμάμαι με ευτυχία, αλλά όταν βλέπω φωτογραφίες στο κινητό από τότε, σκέφτομαι «πότε έγιναν όλα αυτά;»

Το 2018 ήταν μέτριο προς κακό. Μετακόμιση στη μάνα μου, ανακαίνιση στο σπίτι μας, δάνειο, δόσεις, και ένα παιδί που μεγαλώνει και βρίσκεται στη δυσκολότερη του φάση, εκείνη όπου περπατά με το ζόρι, επικοινωνεί με το ζόρι και στο τέλος το απορροφάς όλο εσύ. Το ζόρι. 

Το 2019 ήταν κατά τι καλύτερο, μόνο και μόνο επειδή ο Αλέξης μεγάλωσε και συνεννοείται, μπορείς να τον εμπιστευτείς ότι δεν θα βάλει το χέρι στην πρίζα και μπορείς να κάνεις ένα ντους χωρίς να αγχώνεσαι ότι μπορεί να πηδήξει από το παράθυρο. Κατά τα άλλα, είμαστε πλουσιότεροι από ποτέ σε εμπειρίες και φτωχότεροι από ποτέ σε λεφτά. Αυτό είναι το τραγικόν του πράγματος. Όταν είσαι μόνος σου έχεις λεφτά, όταν ζεις με άλλους είσαι πιο ισοζυγισμένος ψυχολογικά, αλλά δεν σου μένει ευρώ για δείγμα.

Συνοψίζοντας: Τα τελευταία δέκα χρόνια-
·         Έκανα εγχείριση καρδιάς
·         Έπαιξα σε 9 ερασιτεχνικές, θεατρικές παραστάσεις
·         Έθαψα πατέρα
·         Έζησα ψίθυρους καρδιάς
·         Παντρεύτηκα
·         Έγινα πατέρας
·         Ταξίδεψα σε 19 καινούριες χώρες
·         Ανακαίνισα σπίτι

Καθόλου άσχημα. Α, ναι. Μπήκα και στο Δημόσιο. Αυτό ξέχασα να το γράψω. Είναι για να καταλάβεις πόσο πια το εκτιμώ. 

Τι μέλλει γενέσθαι; Δεν ξέρω. Πρέπει να αυξήσω το εισόδημά μου χθες, και αν θέλει ο Θεός να μου στείλει το τζακ ποτ, ήτοι δύο παιδάκια ακόμα κατά προτίμηση μία κόρη και ένα ακόμα γιο, θα ήταν απλά τέλεια. Τα ταξίδια μπορούν να μπουν στην αναμονή, άλλωστε μόνο δυο χώρες θέλω να επισκεφτώ διακαώς και αυτές είναι η Αυστραλία και η Ιαπωνία. Για να πάμε εκεί πρέπει να πουλήσω και τα δυο νεφρά, οπότε δεν νομίζω να μπουν στις προτεραιότητες. Κατά τα άλλα, ό, τι βρέξει ας κατεβάσει.

Φτάνουμε τα σαράντα, ένας αριθμός που κάποτε με τρόμαζε. Θυμάμαι όταν ήμουν 12 χρονών που είχε πεθάνει ένας φίλος των γονιών μου στα 42 του και σκέφτηκα «γιατί κλαίνε, τα είχε φάει τα ψωμιά του ο σκατόγερος». Αντιλαμβάνομαι πλέον ότι πέρασα στη φάση της καμίας ηλικίας. Αισθάνομαι ότι ζω σε μια ευθεία γραμμή που δεν μετρούν ούτε οι μέρες, ούτε οι μήνες, ούτε οι εποχές (ποιες εποχές;), ούτε τα χρόνια. Απλά υπάρχω, ίπταμαι. Δεν ανυπομονώ για τίποτα, όλα έρχονται γρήγορα, πριν προλάβω να τα ευχηθώ και να τα συνειδητοποιήσω. Το θέμα είναι να καταφέρω να τα απολαύσω. Εκεί έγκειται η μαγκιά στη φάση μου.


Πολλοί λένε ότι τα καλύτερά τους τα έζησαν μεταξύ 40 και 50. Ίδωμεν. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 09, 2019

Μαντηλοφορεμένο

Το μπανάλιτι που με περιτριγυρίζει δεν έχει τέλος.

Ασχολούνται άπαντες στη χώρα με τη μαντήλα μιας μουσουλμάνας.

Και επικεντρώνονται στο «δικαίωμα» της να φορεί ό, τι θέλει για να εκφράσει τη θρησκεία της.

Ας τους πει κάποιος ότι δεν υπάρχει Θεός να τελειώνουμε.

Ας τους πει ότι και να υπάρχει Θεός, ποτέ δεν θα ενέκρινε ένα κακόγουστο ένδυμα σαν αυτό το τσεμπέρι για το κεφάλι για έκφραση της λατρείας Του.

Ας τους πει περαιτέρω ότι η θρησκεία, ως έννοια, είναι τόσο αόριστη που αύριο μπορεί ο καθείς να κρεμά ό, τι θέλει στο κεφάλι του και να υποστηρίζει ότι το επιτάσσει η θρησκεία του.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον Λάκη Γαβαλά να κατεβαίνει στο σχολείο με ένα αγγούρι κρεμασμένο στον λαιμό και να ισχυρίζεται ότι αυτό απαιτεί η θρησκεία που ακολουθεί. Θα μου πεις, «αν είναι αναγνωρισμένη θρησκεία, γιατί όχι;»

Τι «γιατί όχι», χρυσοί μου. Επειδή θα γίνουμε μπάχαλο. Κι αν εν έτει 2019 σου επιβάλλει η θρησκεία σου πώς θα παρουσιαστείς στον έξω κόσμο, τότε έχεις πρόβλημα. Τι το θες το σχολείο; Αφού μέχρι εκεί σε παίρνει! Δεν προβλέπεται να ανοίξει περαιτέρω ο νους σου. Δεν είσαι ελεύθερο πνεύμα. Δεν έχεις προσωπικότητα!

Σεβασμό στη διαφορετικότητα να δείξω, ναι. Δεν θα την πάρω και με τα σκάγια την καημενούλα επειδή αποφάσισε να ντυθεί σαν «τη Μαρικκού που τα Λεύκαρα», 17 χρονών παιδάκι. Οίκτο να δείξω όσον θέλετε. Αλλά μην μου κάνετε και μαθήματα.

Το πρόβλημα σ’ αυτή τη χώρα είναι ότι αν σας αφήσουμε να ντυθείτε όπως θέλετε θα κυκλοφορείτε σαν λέτσοι, και θα μας κάνετε ρεζίλι, ενώ αν σας επιβάλουμε στολή θα φταίμε που σας καταπιέζουμε. Βασικά, άπαξ και γεννηθήκατε χωρκάτες, δεν έχετε σωτηρία.

Ας το παραδεχτούμε, μέση λύση δεν υπάρχει, οτιδήποτε ενδιάμεσο στο θέμα στολή, ενέχει κινδύνους. Βασικά  εγώ είμαι συγχυσμένος. Από τη μια πρέπει να καταργηθούν τα θρησκευτικά, αλλά από την άλλη όλοι έχουν δικαίωμα έκφρασης των πιστεύω τους… Αντιλαμβάνεστε πόσο λεπτή γραμμή είναι αυτή και πόσο παράδοξο το εγχείρημα.

Μα, γιατί ασχολούμαι ακόμα με χώρα ηλιθίων, εγώ δεν εκατάλαβα.


Άτε γεια σας!

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2019

Septemberfest

Εριξα τα μούτρα μου εχθές βράδυ και πήγα στο Septemberfest της Αγλαντζιάς.

Αν δεν το φαντάστηκες ήδη, το εν λόγω πανηγύρι το βδελύσσομαι. Όχι μόνο γιατί διοργανώνεται δυο δρόμους πιο κάτω από το σπίτι μας και κάθε νύχτα επί μία βδομάδα αναγκαζόμαστε να κοιμόμαστε με τα παράθυρα κλειστά για να αποφύγουμε τα σκυλάδικα που αντηχούν στην πλάση. Αλλά και επειδή προκαλούν περαιτέρω αυτοκινητική συμφόρηση, παρόλη την επέμβαση της τροχαίας. Φέτος, όμως, δεν ξέρω ποιος φούρνος γκρεμίστηκε, οι διοργανωτές με εξέπληξαν ευχάριστα. Έφεραν μεγάλα ονόματα να τραγουδήσουν και δεν προκαλείται η συνήθης ηχορύπανση. Νατάσα Θεοδωρίδου, Σάκης Ρουβάς, Μέλισσες, Μπίγαλης, Μαντώ, Σοφία Βόσσου, Δάκης, Στέλιος Ρόκκος, Μπλε, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Ευτυχώς απουσίαζαν οι Μακρόπουλοι, οι Μαζωνάκηδες και λοιποί τουρκογύφτοι με το ντέφι, που έφερναν τα περασμένα χρόνια.

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι φέτος μανικώθηκα, περίμενα πώς και πώς να έρθει η 31η Αυγούστου να δω λάιβ τους αγαπημένους μου 90ντο καλλιτέχνες και να με ξεγελάσω, για λίγο, ότι εκείνη η υπέροχη εποχή ζει και μας καθοδηγεί. Να αισθανθώ ότι δεν θα πεθάνω και θα πρέπει να ακούω Sinboy, Demy, Stan, Otherview, και άλλους παρόμοιους ξευτύλες (μα, γιατί δεν έχουν ελληνικά ονόματα, ντρέπονται; Εγώ κάποτε κορόιδευα την «Αλέξια» ότι σνόμπαρε το «Αλεξία». Πλέον μας ακούγονται ελληνικά τα Tamta και τα Foureira, αν είναι δυνατόν!).

Εμφανίστηκαν, που λες, οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες και ήταν σαν να έφυγε πάνω από το σώμα μου η σκουριά και άρχισαν ξανά τα μέλη του σώματός μου να κινούνται και να νιώθουν ζωντανά. Και το χάρηκα και το καταπόλαυσα, τόσο πολύ, που ούτε το γεγονός ότι είχα τον Αλέξη μέσα στο καρότσι να κοιμάται μέσα στην υγρασία, την κάπνα και το μαύρο χώμα δεν με έκοψε. Το μόνο που με χάλασε ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν γύρω μου κι άλλοι άνθρωποι. Και δεν εννοώ την παρέα μου. Εννοώ το ευρύ κοινό. Σας έχω ξαναπεί πόσο μισώ να πηγαίνω σε συναυλίες στις οποίες πάει κι άλλος κόσμος;

Σιχαίνομαι το κυπριακό πλήθος. Το σιχαίνομαι σε όλες του τις εκφάνσεις. Αλλά ειδικά στις συναυλίες. Επειδή δεν μπορεί να πωρωθεί, δεν μπορεί να τραγουδήσει με τη ψυχή του, δεν μπορεί να χορέψει σαν να μην υπάρχει αύριο. Στέκεται εκεί και χάσκει, κρατά μια μπύρα και με το ζόρι να χειροκροτήσει στο τέλος του άσματος. Αν δεν σας αρέσουν τα τραγούδια τι ήρθατε να κάνετε, ρε καημένοι; Γιατί δεν καθόσασταν στα αβγά σας; Η Βόσσου είδε και έπαθε να πείσει τον κόσμο να χτυπά ρυθμικά την ώρα που τραγουδούσε. Μόνο, λίγο, εκεί που είπε το «ετοιμάζω ταξίδι» και το «δικός σου για πάντα» υπήρξε ένας σχετικός ενθουσιασμός. Τότε αναθάρρεψε και η ίδια και είπε από μικροφώνου «έτσι, δόξα σοι ο Θεός!».

Πιο μουρόχαβλο κοινό, πεθαίνεις. Και γιατί το κάνω θέμα; Τι με κόφτει αν οι γύρω μου κοιμούνται όρθιοι; Με κόφτει, κύριε! Με κόφτει! Το κάνω θέμα επειδή τους καλλιτέχνες που αγαπώ, καλώς ή κακώς, τους οικειοποιούμαι. Τους θεωρώ δικούς μου ανθρώπους, τους θεωρώ οικογένεια. Νευριάζω να έρχονται να τραγουδούν και οι άλλοι από κάτω να σφυρούν αδιάφορα ή να μην παθιάζονται με αυτό που ακούν ή βλέπουν. Αν δεν φύγεις από τη συναυλία άφωνος, με πρησμένες αμυγδαλές, ή τουλάχιστον βραχνός, να μην πας! Είσαι κακό κάρμα και για τον καλλιτέχνη, και για τύπους σαν εμένα που θέλουν να μοιραστούν τη χαρά τους και δεν βρίσκουν συμμάχους.

Όταν ήμουν μικρός, κάποτε, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο πατέρας μου με πήγε σε μία συναυλία της Μαρινέλλας. Την περισσότερη ώρα εγώ κοιμόμουν στα πόδια της μάνας μου. Αλλά θυμάμαι ότι βγήκε να τραγουδήσει, έκανε μία γκράντε έναρξη με το «Άνοιξε Πέτρα» και ύστερα ακολούθησε ένα χλιαρό χειροκρότημα. Ούτε η ίδια δεν άντεξε να μην το σχολιάσει: «α, πα, πα, πα, μου το ‘λεγαν ότι η πρωτεύουσα είναι πιο σνομπ, αλλά δεν το πίστευα». Τότε δεν κατάλαβα τι σήμαινε η σπόντα, αλλά το θέμα συζητήθηκε έντονα εντός της οικογένειας την επόμενη μέρα και μου εξήγησαν τι εννοούσε. Εκ των υστέρων, έχω να συμπληρώσω κι άλλα κυρά Μαρινέλλα μου. Δεν είναι σνομπ η πρωτεύουσα. Καθυστερημένη είναι, όπως όλη η χώρα. Στην Ελλάδα και ο τελευταίος πουθενάς να βγει να τραγουδήσει, οι καλαμαράδες ρίχνουν τα τείχη. Εδώ, και η Βίσση να έρθει, με το ζόρι να βγάλουν λίγο κέφι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ψυχοφάρμακων κατ’ αναλογία πληθυσμού σε όλη την Ευρώπη.

Για να μην πω τι παθαίνω όποτε πάω στη Βίσση, μια που το ‘φερε η κουβέντα. Που θέλω να σηκωθώ όρθιος και να χτυπιέμαι πάνω κάτω, αλλά δεν το σηκώνει το κλίμα. Πρέπει να φτάσουμε στο τρίτο μέρος, στα τσιφτετέλια για να ανάψουν τα αίματα. Ε, ναι, πρέπει να βρει ο γύφτος τη γενιά του για να αγαλλιάσει η καρδιά του. Εμένα βέβαια μέχρι τότε μου έχει πέσει η στύση. Δεν έχω όρεξη να ξαναπροσπαθήσω. Ξενέρωσα, θέλω να σηκώσω το παντελόνι και να φύγω.

Έτσι και χθες βράδυ. Ξεδιπλωνόταν το παρελθόν μπροστά μου και αντί να το αποθεώνουν οι χιλιάδες παρευρισκόμενοι σαν να μην υπάρχει αύριο, οι περισσότεροι απλώς… περιφέρονταν άσκοπα. Εντάξει, είχε και πολλούς φοιτητές οι οποίοι ήταν αγέννητοι όταν η Μαντώ και ο Μπίγαλης μεσουρανούσαν. Τους δικαιολογώ, εν μέρει, που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν το brilliance του «αυτό το καλοκαίρι» και του «αχ, μελισσούλα-μελισσάκι». Οι άλλοι;

Γι’ αυτό σου λέω, μάνα μου. Δεν είναι το χάσμα γενεών το πρόβλημα. Είναι η μαννοσύνη του Κυπραίου.


Μεγαλώνω, βάζω κάθε μέρα νερό στο κρασί μου για να επιβιώσω εδώ μέσα και ακόμα δεν σας χώνεψα!

Σάββατο, Αυγούστου 31, 2019

Βαλς Για Τρεις

Πάνε και οι διακοπές!

Πάνε!

Πάνε και δεν ξέρω τώρα πότε θα ξαναπάμε. Φάγαμε και το τελευταίο σεντ, κυρίες και κύριοι. Του δώσαμε και κατάλαβε βέβαια, δεν τσιγκουνευτήκαμε το παραμικρό, αλλά από δω και μπρος πρέπει να κάνουμε το σκατό μας παξιμάδι για να ξαναπάμε οπουδήποτε. Ούτε καν για μια Αθήνα δεν έχουμε φράγκο, που λέει ο λόγος. Δεν πειράζει, τα λεφτά είναι για να τρώμε. Με το να καθόμαστε να τα κλωσσάμε δεν βγαίνει ιδιαίτερο νόημα. Αντιθέτως, άμα σε βλέπει ο Θεός ότι κάθεσαι και τα βράζεις σου στέλνει μια αρρώστια για να αντιληφθείς το νόημα της ζωής και πολλές φορές αυτή είναι και ανίατη. Τα φάγαμε τα ψωμιά μας, τα φάγαμε τα λεφτά μας, λοιπόν, αλλά τα φχαριστηθήκαμε.

Πήγαμε στην Αυστρία. Στην Αυστρία είχα ξαναπάει. Το 2008, τότε, στο Euro, όπου συμμετείχε και η Εθνική Ελλάδος. Είχα πάει με τους κολλητούς μου, όμως, οι οποίοι από νωρίς μου ξεκαθάρισαν ότι θα επρόκειτο για «ποδοσφαιρικές διακοπές». Εμμέσως πλην σαφώς, «μην μας πρήξεις με αξιοθέατα, μουσεία και τα συναφή». Το μόνο που κάναμε τότε ήταν να φωνάζουμε στις πλατείες συνθήματα, πίνοντας μπίρες. Οπότε, στην Αυστρία ήταν σαν να μην έχω πάει ποτέ. Επί της ουσίας δεν είχα δει τίποτε, ούτε ένα μουσείο.

Έτσι που λέτε, όταν η Μπρέντα μου πρότεινε να πάμε στην Αυστρία δεν έφερα ιδιαίτερη αντίσταση. Είναι προορισμός φιλικός προς τα ζευγάρια που έχουν μωρό παιδί, οπότε συναίνεσα, παρόλο που τους Αυστριακούς, γενικότερα, δεν τους χωνεύω. Προκειμένου να προσθέσουμε κάτι πέραν των τετριμμένων και να αποφύγουμε τις παραδοσιακές φάρμες, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι που ούτε εγώ δεν γνώριζα μέχρι πρότινος ότι είναι εφικτό. Πήγαμε στο Σάλτσμπουργκ και κλείσαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο όπου γυρίστηκε Η Μελωδία Της Ευτυχίας. Γνώριζα πως υπήρχε το εν λόγω κτήριο στην πραγματικότητα, αλλά δεν γνώριζα ότι ήταν ξενοδοχείο και ότι ήταν προσβάσιμο στο κοινό. Δεν το συζήτησα πάνω από πέντε λεπτά. Εκεί θα μέναμε!

Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο ονομάζεται Schloss Leopoldskron Hotel. Για προφανείς λόγους από εδώ και στο εξής θα το λέμε «το σπίτι των Βον Τραπ». Το ξενοδοχείο δεν εκμεταλλεύεται στο έπακρον τη σύνδεσή του με την αγαπημένη μας ταινία. Θα μπορούσε να είχε μετατραπεί ολόκληρο σε ένα ξενοδοχείο 100% προσαρμοσμένο στην ταινία και να συνωστίζονται ουρές απέξω οι θαμώνες. Κι όμως, όχι. Πλην δυο αυτόγραφων από τους πρωταγωνιστές στην είσοδο του λόμπι, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να αποτίει φόρο τιμής στην ταινία που στιγμάτισε τα παιδικά μας χρόνια.

Τώρα θα μου πεις, η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει στοιχειώσει τα πάντα. Τη λίμνη, τους κήπους, το δωμάτιο που προγευματίζαμε, το δωμάτιο με το «κουκλοθέατρο» (το οποίο δεν υφίσταται πια, δεν το κράτησαν καν ως σουβενίρ), το βουνό που ορθωνόταν αγέρωχο απέναντι. Ναι, κατά μία έννοια, η Τζούλι Άντριους είναι παντού. Δεν χρειαζόταν να την κάνουν ταπετσαρία στο μπάνιο για να εκτιμήσουμε το που μέναμε. Εγώ, προσωπικά όμως, θα ήθελα κάτι παραπάνω. Βέβαια, εγώ χάνω και το μέτρο συχνά.

Έτσι που λέτε, το γεγονός ότι περπατούσα στους χαρακτηριστικούς κήπους με τα γνωστά αγάλματα, το γεγονός ότι ξυπνούσα και αντίκρυζα τη λίμνη όπου τα παιδιά Βον Τραπ βαρκάρανε με τη Φροϊλάιν Μαρία και το γεγονός ότι τρώγαμε μέσα στο παλάτι και αναγνώριζα σκηνές και καταστάσεις ήταν το κλου της εκεί επίσκεψής μας. Δεν έχω να θυμάμαι τίποτα άλλο από το Σαλτσμπουργκ, και ούτε με ενδιαφέρει κιόλας.


Μόνο για φανς. Η θέα προς τη λίμνη. Τα άλογα μνημειώδη. Σαν να ζεις μέσα στην ταινία. Μεγαλειώδες. 


Περιττό να πω ότι σ' αυτούς τους κήπους αποπειράθηκα να ξαναγυρίσω σε βίντεο κλιπ τα τραγούδια της ταινίας με εμάς πρωταγωνιστές. 


Για όσους θυμούνται: πιο κάτω βλέπετε το δωμάτιο στο οποίο είχαν τοποθετήσει το κουκλοθέατρο. Τώρα είναι αίθουσα σερβιρίσματος του προγεύματος. Ολίγον άχαρος ο νέος ρόλος του, αλλά όπως προείπα, δεν τους ενδιαφέρει να αναδείξουν το παλάτι ως σκηνικό της ταινίας. 



Πιο κάτω: το αυτόγραφο της Άντριους καδρωμένο στη ρεσεψιόν. Έχει κι ένα από τον Πλάμμερ, αλλά βαρέθηκα να το φωτογραφήσω. 



Σ' αυτές τις φωτογραφίες βλέπετε τη βιβλιοθήκη του ξενοδοχείου. Μεγαλεία! Το δέος που αισθάνεσαι όταν περιδιαβαίνεις σ' αυτά τα δωμάτια, απερίγραπτο. Γι' αυτά είμαι αγαπητέ αναγνώστη. Τέτοια θέλω. Μπαρόκ παλάτια, βιβλία, αντίκες, λιβάδια, τζάκια και τα συναφή. Τι δουλειά έχω εγώ στις Αγλαντζιές και στο κυπριακό Δημόσιο;!


Κάτω: Η πρόσοψη του σπιτιού των Βον Τραπ! Εκεί που ξεχωρίζουν οι ομπρέλες έχει μπαλκόνι και εκεί προγευματίζεις αν θέλεις. 


Τις τρεις μέρες που μείναμε εκεί συμπέσαμε με το διάσημο Μουσικό Φεστιβάλ της πόλης. Παντού στους δρόμους περπατούσαν άνθρωποι με ημίψηλα καπέλα, φράκα και κυρίες ντυμένες με μακριές τουαλέτες, μποά και φανταχτερές τσάντες, καθώς επίσης, πολλά γκέι ζευγάρια. Όλοι συναθροίζονταν έξω από το θέατρο όπου κάθε νύχτα είχε διάφορα αφιερώματα στον Μότσαρτ. Τον Μότσαρτ τον έχουν Θεό εκεί πέρα, κάθε δρόμος και σοκάκι έχει το όνομά του. Από το πανεπιστήμιο μέχρι την τελευταία καφετέρια. Εμείς καθόμασταν εκεί κοντά, τρέχαμε τον Αλέξη από πίσω «να μην βγει στον δρόμο και τον πατήσει καμία άμαξα» και τρώγαμε παγωτά. Έκανε πολλή ζέστη στην Αυστρία, χειρότερη κι από την Κύπρο. Γαμώ την κλιματική αλλαγή, δεν έμεινε δροσερό μέρος στον πλανήτη. Ε, αντιλαμβάνεστε ότι δεν ήταν δύσκολο το χάιλαϊτ των διακοπών να ήταν αυτή καθεαυτή η παραμονή μας στο σπίτι των Βον Τραπ.

Φωτογραφία που έβγαλα από την πλατεία του Σάλτσμπουργκ. Πρόσθεσαν αυτή την τεράστια σφαίρα από την προηγούμενη φορά που είχα πάει. Κότσαραν πάνω και ένα άγαλμα ενός παιδιού, που κοιτάζει προς το κάστρο, τάχα μου βαθυστόχαστο καλλιτεχνικό ινστολλεϊσιον. Μαλακίες. 


Α! Ξέχασα να σας πω. Πήγαμε και μια εκδρομούλα αυθημερόν από το Σάλτσμπουργκ στα γύρω χωριά. Εδώ βλέπετε πανοραμικά το Σαιντ Γκίλλεν, ένα χωριό χτισμένο γύρω από μία τεράστια λίμνη την οποία μοιράζονται τέσσερα-πέντε χωριά. Τόσο μεγάλη είναι. Πήραμε το τελεφερίκ και ανεβήκαμε στην κορυφή του βουνού (εξαιρετική εμπειρία, μας ήρθε αυθόρμητα και το κάναμε, ρίξαμε πολλύ γέλιο εκεί), όπου βρήκαμε ένα σαλέ-εστιατόριο και γευματίσαμε. Είχε και αγελάδες ελεύθερες να βόσκουν τριγύρω μας, αντιλαμβάνεστε, ακούγαμε τις κουδούνες τους και κατευθυνόμασταν αντίθετα. Το τι "Αλέξη πρόσεχε μην πέσεις από τον γκρεμό" αντήχησε στις Άλπεις εκείνη τη μέρα δεν περιγράφεται. 


Μετά το Σάλτσμπουργκ ξεκινήσαμε να πάμε στη Βιέννη. Στον σταθμό του τρένου έγινε μία ανακατωσούρα και χάσαμε το τρένο. Βασικά μπήκαμε μέσα και ήταν υπερπλήρες. Μας είπαν πάρτε το επόμενο. Το επόμενο τρένο ήρθε μετά από δυο ώρες, δεν είχαμε κλείσει θέσεις οπότε τη βγάλαμε στο όρθιο, χώρια που αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε νέα εισιτήρια. Κάποιες κυρίες που μας λυπηθήκανε έδωσαν μία θέση στη Μπρέντα να καθίσει, εγώ την έβγαλα δυόμιση ώρες να κάθομαι στα σκαλοπάτια του βαγονιού σαν τον λαθραίο, αγκαλιά με τις βαλίτσες. Ο Αλέξης πηγαινοερχόταν, γνώριζε μωρά μες τα βαγόνια, τους μιλούσε και τσαντιζόταν που δεν του απαντούσαν. Του εξηγούσαμε ότι δεν μιλούν Ελληνικά, αλλά δεν καταλάβαινε τη διαφορά. Φτάσαμε στη Βιέννη με οκτώ ώρες παρέκκλισης από το πρόγραμμα μας. Ταλαιπωρημένοι, εκνευρισμένοι, ελαφρώς τσακωμένοι. Συμβαίνουν κι αυτά.

Στη Βιέννη έκανε επίσης πολλή ζέστη. Να φανταστείτε ότι κάηκε ο αυχένας μου που ήταν εκτεθειμένος. Δεν κάναμε πολλά στη Βιέννη. Πήγαμε στο Σιομπρούνν, το παλάτι της Μαρίας Θηρεσίας, προκειμένου να εξαπολύσουμε ελεύθερο το τέκνο, να τρέξει ανέμελο στους κήπους. Έχει ζωολογικό κήπο εκεί μέσα. Γιατί νομίσαμε ότι ο γιος μας θα επιδείξει ενδιαφέρον για τα άγρια ζώα αφού προέρχεται από δυο γονείς που ουδόλως ενθουσιάζονται με τέτοια, δεν μπορώ να το καταλάβω. Πιο πολύ ενθουσιάστηκε σε ένα παιδικό μουσείο όπου τα παιδιά μπορούσαν να ντυθούν Λουδοβίκοι και Μαρίες Αντουανέτες παρά με τον ελέφαντα και την καμηλοπάρδαλη. Περάσαμε εκεί τα 2/3 της ημέρας μας. Ήταν ξεκούραστα. Φεύγοντας, περάσαμε και από το μουσείο της μουσικής. Υπερεκτιμημένο το βρήκα. Το μωρό το χάρηκε, βέβαια, μέχρι και την συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης διηύθυνε μέσω προτζέκτορα και υπολογιστή. Aλλά εγώ το περίμενα καλύτερο και πιο... χορταστικό. Πάντως από όλα όσα είδε, ο μικρός μόνο για το μουσείο μουσικής μιλάει από χθες που επιστρέψαμε.

Το κάστρο της Μπρατισλάβας, στη Σλοβακία. Καλό είναι. Δεν μπήκαμε μέσα. Ανεβήκαμε τον λόφο με τα πόδια. Ξεποδαριαστήκαμε. Κάψαμε όλες τις πίτσες και τα μακαρόνια που τρώγαμε πέντε μέρες εκεί. Όταν είδα ότι έπρεπε να ανέβω άλλα δέκα σκαλιά για να φτάσω στον περίβολο, είπα, "καλά είναι κι από εδώ". Βγάλαμε φωτογραφίες και φύγαμε. Ε, μα! Και 45 λεπτά ανηφορά, και να σπρώχνω και το καρότσι με το μωρό επάνω... Όση γυμναστική δεν έκανα ολόχρονα, την έκανα σε πέντε μέρες! 


Πεταχτήκαμε και στη Μπρατισλάβα. Α, βέβαια, είναι κρίμα να μην δούμε και ολίγη από πρώην Τσεχοσλοβακία μιας και απείχαμε μόλις πενήντα λεπτά με το λεωφορείο. Συμπαθέστατη η Μπρατισλάβα. Για οχτώ ωρίτσες επίσκεψη, ό, τι πρέπει. Αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Συμπαθέστατο το ιστορικό της κέντρο, ωραία επιβλητικά κτήρια, κατάλοιπα από την αυτοκρατορία της αυστρο-ουγγαρίας, μια χαρά κληρονομιά τους άφησαν τους Σλοβάκους. Που κατά τα άλλα, είναι για να τους κλαιν’ οι Ρέγγες. Τυχεροί που έχουν τη Βιέννη κοντά και πετάγονται τα σαββατοκύριακα και ξαναγίνονται άνθρωποι. Μια φορά, πάνω που ετοιμαζόμουν να πω ότι η Μπρατισλάβα είναι πιο βαρετή κι από τη Λευκωσία, εν τέλει δεν είμαι σίγουρος. Η παλιά πόλη είναι σαφώς καλύτερη από τη Λήδρας, σαφώς καθαρότερη, σαφώς πιο περιποιημένη, όσο για το υπόλοιπο, εντάξει. Αποπνέει κομμουνισμό, αλλά κι αυτοί, ας πρόσεχαν. Μας κερδίζουν στα σημεία, θα έλεγα.



Με πορτοκαλί η νέα προσθήκη. Με ανοιχτό πράσινο οι χώρες που επισκέφτηκα μια φορά, με σκούρο πράσινο οι χώρες που επισκέφτηκα πάνω από μια φορά. 

Όπως και να ‘χει, ο προσωπικός χάρτης γεωγραφικών κατακτήσεων επεκτάθηκε. Πρόσθεσα και τη Σλοβακία στις κατακτήσεις και σιγά-σιγά ολοκληρώνεται το παζλ. Τώρα, αν έχω διάθεση να πάω ανατολικότερα ή να εξερευνήσω περαιτέρω τα Βαλκάνια, μην ρωτάς. Έτσι κι αλλιώς, και όρεξη να βρεθεί, λεφτά γιοκ! [Τριανταδύο χώρες έχω επισκεφτεί μέχρι σήμερα, not bad σε σχέση με τον πατέρα μου που πίστευε ότι αν επισκέφτηκες τη Ρώμη, την Αθήνα, το Παρίσι και το Λονδίνο δεν υπάρχει λόγος να πας αλλού]. 

Την τελευταία μέρα της εκεί παραμονής μας τη βγάλαμε στο Πράτερ. Το γνωστό Λούνα Παρκ της Βιέννης. Ξεπαραδιαστήκαμε κι εκεί. Ο γιος μας ήθελε να βγει σε όλα τα καρουζέλ και σε όλα τα αυτοκινητάκια που βρήκε μπροστά του. «Αυτά τα βρίσκεις και στην Κύπρο», του έλεγα. Τίποτα αυτός. Αντί να εκμεταλλευτεί το πού βρισκόταν και να δοκίμαζε κάτι πιο άγριο, ήθελε τα σίγουρα. Στα άλλα φοβόταν. «Είναι για μεγάλα παιδάκια» μου έλεγε. Να το θυμάμαι αυτό, μην τον πάω στη Ντίσνεϊλαντ πριν τα δεκαπέντε του και αναγκάζομαι να κάθομαι σε όλα τα τρενάκια μόνος μου.



Στο Πράτερ έχει μία ρόδα 150 χρονών, κάτι σαν το Λάντον Αϊ στο πιο βίντατζ, από την οποία μπορείς να δεις τη Βιέννη από ψηλά. 


Στο Πράτερ πιο ωραία από όλους πέρασα εγώ. Πήγα και μπήκα σε εξομοιωτή ελεύθερης πτώσης. Δες το βίντεο πιο κάτω. Έχει πλάκα. Μα, πάντα ήθελα να το κάνω! Είναι σαφώς πιο δύσκολο από όσο νομίζουμε. Έκανα και μισή ώρα μάθημα πριν μπω στον σωλήνα, τρομάρα μου, για να μην «πέσω». Αλλά… «έπεσα!» Μα, είναι απίστευτο, δεν είναι; Από ένα ολόκληρο γκρουπ το οποίο απαρτιζόταν κατά το ήμισυ από παιδιά κάτω των δέκα ετών, δυο κοπέλες που φοβόντουσαν, και άλλους δυο χαζοτουρίστες, μόνο εγώ κατάφερα και γκρεμοτσακίστηκα! Δεν είμαι εγώ τέτοια. Μόνο για τα θέατρα κάνω, μάνα μου. Να το εμπεδώσουμε! Δεν είμαι για σπορ! Ποτέ δεν ήμουν. Γιατί το παλεύω ακόμα στα σαράντα παρά κάτι, δεν έχω κατάλαβει. Επειδή μου άρεσε η ιδέα να πετάξω; Ε, εντάξει. Ψιλό-αιωρήθηκα. Μπήκαμε, σκοτωθήκαμε, ρεζιλευτήκαμε, το εξορκίσαμε κι αυτό το απωθημένο. Οι Ειδικές Δυνάμεις, μια φορά, μπορούν και χωρίς εμάς. Όλα κι όλα, ο γιος μου με βρήκε «τέλειο». «Τόσα καταλαβαίνεις κι εσύ, καημένο» ήθελα να του πω, αλλά δεν του το χάλασα. «Ευχαριστώ γιε μου!» του είπα όλος καμάρι. Πάμε να φύγουμε τώρα πριν διαδοθεί.


Μα, έχει η Βίσση τραγούδι για κάθε περίσταση; Ναι, έχει. 

Οι διακοπές αυτές ήταν δυσκολότερες από τις περσινές στην Ιρλανδία. Πέρσι ο Αλέξης έλεγε 2-3 λεξούλες όλες κι όλες. Δεν είχε γνώμη και άποψη όπως είχε φέτος για το πού θα πάμε, πόσο θα κάτσουμε και δεν ήθελε παιχνίδι για να μην βαριέται. Κουραστήκαμε περισσότερο φέτος. Παρόλα αυτά, στις διακοπές είναι που αγαπιόμαστε και δενόμαστε σαν οικογένεια. Αυτό κατάλαβα και πέρσι και φέτος. Τρώγαμε συνέχεια μαζί, κοιμόμασταν όλοι μαζί, βαριόμασταν όλοι μαζί, τσακωνόμασταν μαζί, τα βρίσκαμε μαζί. Ήταν ο ορισμός του «μαζί». Τώρα βέβαια, θέλω δυο μέρες "χώρια" για να συνέλθω, και οι άλλοι φαντάζομαι το ίδιο, αλλά ναι. Στις διακοπές καταλαβαίνω την αξία της οικογένειας. Τη σημαντικότητά της, τη σοβαρότητα της. Κατά μία έννοια αυτό το ταξίδι ήταν μέρος της διαπαιδαγώγησης του Αλέξη, αλλά και μάθημα άσκησης γονικής μέριμνας για εμάς. Μας πήρε ομαδικώς ένα βήμα παραπέρα. Για του χρόνου θα επέλεγα κάπου που να μην χρειάζεσαι να αλλάξεις αεροπλάνο, τρένο, μετρό, λεωφορείο και βαπόρι με ένα καρότσι, μια βαλίτσα και ένα τρίχρονο υπό μάλης. Θα πήγαινα κάπου, όπου ιδανικά να μην μπορείς να κάνεις τίποτα πέραν του να ξαπλώνεις. Αλλά, σίγουρα το φετινό ήταν πρόκληση και ευτυχώς τη φέραμε εις πέρας. Και προ πάντων, τη χαρήκαμε.

Νιώθω ότι λείψαμε ένα μήνα, ενώ λείψαμε μόνο έξι μέρες! Αυτό τα λέει όλα.

Καλό υπέροχο χειμώνα σε όλους μας, ει δυνατόν όπως τον περσινό. Στα ανάθεμα οι βρωμοπυράδες και οι ζέστες. Αμήν!

Παρασκευή, Αυγούστου 23, 2019

Κι Άλλα Τηλεοπτικά Λαβράκια

Τελευταία βιντεο-ανάρτηση και φεύγω επιτέλους για διακοπές!

Κάποτε, θυμάμαι, υπήρχε μια κασέτα η οποία περιείχε ένα πρόγραμμα με διάφορους Έλληνες τραγουδιστές οι οποίοι είχαν πάει ομαδική εκδρομή, τάχα μου, με το λεωφορείο και επειδή ο καιρός χάλασε αναγκάστηκαν να διακόψουν τη διαδρομή τους και να διανυκτερεύσουν σε ένα πανδοχείο. Το πανδοχείο «Έλατο». Εκεί στήνουν ένα αυθόρμητο γλέντι και τραγουδούν όλοι μαζί τις επιτυχίες τους. Μέσα στο λεωφορείο ήταν η Βίσση με τον Καρβέλα, η Ελένη Δήμου, ο Βλάσσης Μπονάτσος, η Δούκισσα και η Λίτσα Διαμάντη, η Σόφη Ζαννίνου με τους αδελφούς Τζαβάρα, ενώ στο πρόγραμμα αξιοποιήθηκαν με άλλους τρόπους και οι Μητσιάς, Μηλιώκας, Μητροπάνος και Γαλάνη.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα το λάτρευα. Κάθε φορά που ξέμενα στη γιαγιά μου καθόμουν και το έβλεπα συνέχεια. Τελείωνε και το ξαναέπαιζα, δεν το χόρταινα ποτέ. Μέχρι που η κασέτα η συγκεκριμένη εξαφανίστηκε. Από το 1990 και μετά ήταν άφαντη και παρόλες τις ανασκαφές δεν την έβρισκα με τίποτε. Σαν να είχε ανοίξει η γη και την κατάπιε. Να φανταστείς ότι άρχισα να πιστεύω ότι δεν υπήρξε ποτέ και ότι όλο το πρόγραμμα ήταν προϊόν της φαντασίας μου.

Και να! Τριάντα τρία χρόνια μετά η κασέτα εμφανίστηκε! Την έριξα προχθές μέσα στο βίντεο μη ξέροντας τι να περιμένω και με το που πάτησα το πλεϊ και είδα μπροστά μου το συγκεκριμένο πρόγραμμα πέθανα από τη χαρά μου. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Εξ ου και δεν αρκέστηκα στο να τη ψηφιοποιήσω ο ίδιος στο παλιό βίντεο που τα δείχνει όλα μαυρόασπρα. Πήγα και πλήρωσα και την ψηφιοποίησα σε επαγγελματικό στούντιο το οποίο διαθέτει συμβατό βίντεο και την έχω σε άριστη ποιότητα. Το βίντεο το ανάρτησα στο Youtube. Μπορείτε να το δείτε πιο κάτω. Είναι φανταστικό για την εποχή του πιστεύω, και ακόμα και σήμερα βλέπεται πολύ ευχάριστα. Γιατί δεν κάνουν τη σήμερον τέτοιες παραγωγές, ρε γαμώ το; Δεν υπάρχουν τραγουδιστές θα μου πεις. Ε, αυτά τα δείγματα που υπάρχουν τέλος πάντων. Πόσο δύσκολο είναι να τους μαντρώσει το Mad και να στήσουν κάτι αντίστοιχο;



Στην ίδια κασέτα βρήκα και άλλα θεάματα. Κατ’ αρχάς είδα τρεις καημένους να χορεύουν χασάπικο. Όπως το έπαιρνα στο γρήγορο, σαν να πήρε το μάτι μου την Ειρήνη Χαραλαμπίδου. Ωπ! Εδώ είμαστε! Πιάσαμε λαβράκι, σκέφτηκα. Πάτησα ριγουαϊντ και επιβεβαιώθηκα. Ήταν η Ειρήνη μας, το πιο λαμπρό αστέρι μας, πριν καν γίνει παρουσιάστρια στο ΡΙΚ. Τότε που χόρευε σαν τίμιο μέλος της σχολής του Σιακαλλή. Πραγματικά της βγάζω το καπέλο αυτής της γυναίκας. Το πώς κατάφερε και αναρριχήθηκε από τα χασάπικα και τους καρσιλαμάδες, στα καλύτερα εγχώρια τηλεοπτικά σόους, κατόπιν έπεισε ότι είναι δημοσιογράφος και «ψυχολόγος», (κατά το βιογραφικό της πάντα), και σήμερα είναι η πρώτη σε ψήφους βουλευτίνα της Αριστεράς, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Όπως και ο λαός μας, επίσης αξιοθαύμαστος, που πείστηκε και την ψήφισε. Και όχι μόνο την ψήφισε, αλλά άμα τον ρωτήσεις γιατί, σου απαντά «επειδή την προτιμώ από τους άλλους». Πού να δεις τους άλλους, δηλαδή.



Και τέλος μια κυπριακή επιθεώρηση με τους θρύλους της εποχής, Δώρο Κυριακίδη, Ανδρέα Μαυρομμάτη, Κώστα Παπαμαρκίδη, Όλγα Ποταμίτου, Κώστα Δημητρίου, Κώστα Σχοινιού και άλλες δυο κυρίες που δεν αναγνωρίζω. Χιούμορ επιπέδου Δημοτικού, αλλά με την καλή έννοια. Αγνό και αμόλυντο, όπως η Κύπρος του τότε. Χορευτικά μία-μπρος και μία-πίσω, τσίγκολολέτα-τσιγκολολέτα, σάτιρα με το σεις και με το σας, ένα θέαμα που συνοψίζεται με μία φράση στο «δεν πειράζει, αυτά μπορούσαμε, αυτά κάναμε». Και τα οποία σαφώς νοσταλγώ πολύ περισσότερο από τον τηλεοπτικό πάτο που επικρατεί σήμερα, όνομα και μη χωριό.



Φεύγω τώρα. Πάω διακοπές. Έσκασα φέτος στη Λευκωσία τρεις μήνες να περιμένω να έρθει το τέλος Αυγούστου για να γίνουμε κι εμείς άνθρωποι. Αλλά να που ήρθε. Μέσα από έναν Αμαζόνιο που φλέγεται, μία Σιβηρία που έγινε στάχτη και με πολλή μάχη με την κατάθλιψη για το που πάμε, πόσο θα αντέξουμε, και τα λοιπά και τα λοιπά, και τα λοιπά, πάω να ξεχάσω που ζω, που δουλεύω και το πώς με λένε! Αντιός!

Τετάρτη, Αυγούστου 21, 2019

Πρωινός Καφές Της Παρηγοριάς



Αν θέλεις να βιώσεις τι πα να πει απόλυτος τηλεοπτικός σουρεαλισμός,  πρέπει να κάτσεις να δεις το πιο πάνω βίντεο, από την επίσκεψη του θρυλικού «Πρωινού Καφέ» επί βασιλείας Ελένης Μενεγάκη, στην Κύπρο, το ομιχλώδες, πια, 1998.

Έχω ψηφιοποιήσει αρκετές κασέττες ως τώρα, δεν τις παραθέτω όλες εδώ εννοείται, και είχα αρκετές μέρες να εντοπίσω κάτι που να αξίζει ειδικής μνείας και ανάρτησης. Ιδού, όμως, που προέκυψε ένα βίντεο μνημείο, ένα πρόγραμμα που συνοψίζει το ελληνικό ντιενέι σε όλο του το μεγαλείο, ήτοι εθνικό δράμα συνδυασμένο περίτεχνα με μόδα μπικίνι, κυπριακό τταβά, και βλαχο-ποπ σουξέ από την, so hot back then, Στέλλα Γεωργιάδου.

Ντρέπομαι για τον τρόπο που προλογίστηκε η θυσία των Ισαάκ και Σολωμού με κόκκινο ξώβυζο φόρεμα της Μενεγάκη, επακολουθούμενη από μαγειρική της Βέφας στα Λεύκαρα. Λατρεύω πως από τους παραδοσιακούς βρακάδες αναπηδήσαμε στα ξεβράκωτα μοντέλα που λανσάρανε μπικίνι στην πισίνα. Τρελαίνομαι που οι μάνες των αγνοουμένων συμπιέστηκαν σε πρόγραμμα όπου η Στέλλα Γεωργιάδου τραγουδά μέσα στο τζακούζι «είμαι αποφασισμένη». Τι άλλο θέλετε πια;!

Ένας αχταρμάς αντάξιος της ύπαρξής μας, μία κατάσταση κλαυσίγελου.

Έχω μοντάρει την εκπομπή, έχω συρρικνώσει το τρίωρο πρόγραμμα σε περίληψη είκοσι λεπτών, απλά και μόνο για να θυμηθείτε την ατμόσφαιρα. Άλλωστε το 1998 δεν φαντάζει τόσο μακρινό στο μυαλό μας. Κι όμως, είναι! Γνωρίζω ότι τα είκοσι λεπτά τη σήμερον ημέρα είναι πολύτιμος χρόνος και τεράστια πολυτέλεια, αλλά αν είστε κάπου ξαπλωμένοι ακόμα, και απολαμβάνετε τις διακοπές σας, αξίζει να αφιερώσετε αυτόν τον χρόνο για να καταλάβετε πόσο άλλαξαν τα πράγματα σε πολιτικό επίπεδο σ’ αυτή τη χώρα από τον καιρό που άνοιξαν τα οδοφράγματα και έπειτα. Πόσο αλλοτριώθηκε αυτός ο λαός, πόσο εφησυχάστηκε, πόσο ξευτυλίστηκε, πόσο του αξίζει ο αφανισμός.

Πέραν τούτων, ορίστε μερικές αγαπημένες, προσωπικές λεπτομέρειες από το τι μεταδόθηκε:

+ Το μουσικό θέμα του προγράμματος με το σαξόφωνο. Πόσο νοσταλγικό!

+ Η κλασική στιχομυθία μεταξύ καλαμαρούς και Κύπριας όπου ρώτα η μια την άλλη αν της άρεσε η Κύπρος και κυρίως «τι έφαγε» κατά την εδώ επίσκεψή της.

+ Η διαπίστωση της Μενεγάκη ότι η Κύπρος στις αρχές Ιουνίου «είναι σκασμός, έχει 35 βαθμούς κελσίου, παιδιά!» Που να ξέραμε ότι είκοσι χρόνια μετά, 35 βαθμοί θα ισούνταν με το τίποτα, από τους 45 και πάνω αρχίζουμε να ανησυχούμε πλέον.

+ Η βαρεμάρα της Μενεγάκη όταν της εξηγούν τα της κυπριακής παράδοσης. Τα «ό,τι πείτε» που τους ξεστομίζει επειδή βαριέται να συζητά είναι δίχως άλλο, όλα τα λεφτά. Μου θυμίζει εμένα σε αντίστοιχες περιπτώσεις. "Πάμε να δούμε τον χορό του ποτηρκού", και "Πολλά γλέντια έχετε στην Κύπρο, πολλά!" Κεφάλι καζάνι θα έκανε η γυναίκα από το πολλύ νταούλι.

+ Η κακή τηλεόραση που είχε αρχίσει από τότε να καλλιεργείται. Να ομιλεί στην κάμερα η μάνα του αγνοουμένου και παράλληλα να τρέχει σουπεράκι, "κερδίστε κρουαζιέρα στην Αίγυπτο ή στο Ισραήλ, 090-μπλα-μπλα-μπλα". Πραγματικά, ντρέπομαι. 

+ Η διαπίστωση της Μενεγάκη ότι η καλεσμένη, Στέλλα Γεωργιάδου, «έχει κάνει μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα». Ναι, αν ορίζεις μεγάλη καριέρα τα δυο σουξέ που έβγαλε, προσυπογράφω. Πάντως, το «τώρα μου μιλάει» τα έβγαλε τα λεφτά του. Ακόμα μας ξεσηκώνει, ακόμα το τραγουδά η ίδια όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, και στα 80 της μ’ αυτό προβλέπω να ανοίγει το πρόγραμμα.

Είναι τρομερό ντοκουμέντο το όλο πράμα, δείτε το. 

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2019

Απολογούμαι

Προχθές, την Κυριακή, δεν κάναμε τίποτα. Μείναμε όλη μέρα σπίτι. Το να μένεις όλη μέρα σπίτι, τον Αύγουστο, με 45 βαθμούς κελσίου υπό σκιάν, με τα τζιτζίκια να σκάνε, δεν θέλει και πολύ να σκάσεις κι εσύ μαζί τους. Έπρεπε να απασχολήσουμε τον Αλέξη, να τον «κουράσουμε» για να μπορέσει να κοιμηθεί φυσιολογικά το βράδυ, και κάπως έτσι, με ένα δίχρονο πάνω στο κεφάλι μας πέρασε όλη η μέρα μες τη γκρίνια και τη μίρλα. Το βράδυ όταν επιτέλους ο Θεός μας έκανε τη χάρη και πήγε την ώρα στις 8:30, τον κάναμε μπάνιο, του δώσαμε το γάλα του και έλπιζα ότι θα ξεραινότανε μια κι έξω, χωρίς να ζητήσει να του διαβάσω κάποιο παραμύθι.

Ο Αλέξης συνήθως «γλαρώνει» όταν πίνει το γάλα του. Ξαπλώνει και το πίνει, και μετά εξαντλείται, θέλει «νάνι». Τον έβλεπα να αφήνεται σιγά-σιγά στα χέρια του Μορφέα και αναθάρρεψα, σκέφτηκα ότι θα γλιτώσουμε απόψε το μαρτύριο του παραμυθιού. Γενικώς απολαμβάνω τη διαδικασία της εξιστόρησης, αλλά όταν κάθε μήνα κολλά με ένα συγκεκριμένο παραμύθι και το επαναλαμβάνουμε κάθε νύχτα ώσπου να το κάνουμε εμετό, καταντά σισύφειο μαρτύριο. Αλλά φεύ! Προχθές, με το που τον σκέπασα και είπα «δόξα σοι ο Θεός ξέχασε ότι τώρα διαβάζουμε παραμύθι», γύρισε απότομα και μου είπε ολόχαρος: «θέλεις να διαβάσουμε…» κι εγώ εκεί τον έκοψα.

«ΟΧΙ! Τίποτα δεν θα διαβάσουμε! Πέσε τώρα για ύπνο!» του είπα.

Κι αυτός έπεσε. Και δεν είπε τίποτα. Έστριψε το κεφαλάκι του, γύρισε τη πλάτη του λυπημένα και εντός ενός λεπτού, ροχάλιζε.

Και ύστερα κατέβηκα κάτω, και όλη νύχτα δεν το συγχωρούσα του εαυτού μου ότι τόλμησα και του έκοψα το παραμύθι, επειδή εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ έτυχε να είμαι πιο κουρασμένος απ’ ό, τι συνήθως. «Γιατί του μίλησα τόσο απότομα, Θεέ μου!» και «Μήπως τον πλήγωσα; Δεν έφερε αντίσταση ο καημένος. Του έκοψα τη φόρα και αυτός απλά το δέχτηκε. Γύρισε στο πλάι και αποκοιμήθηκε τόσο φρόνιμα». «Μα τι υπάκουο μωράκι έχω, κι εγώ το τέρας το αποπήρα! Γιατί; Επειδή ζήτησε να διαβάσουμε παραμύθι. Τι έγκλημα! Που ούτως ή άλλως το παραμύθι είναι μέρος της ρουτίνας του».

Πέρα-δώθε μέσα στο σαλόνι, να τρώγομαι με τα ρούχα μου. Έκατσα να δω σειρά στο Νετφλιξ και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ από τις τύψεις. Πήγα και του ζήτησα συγγνώμη. Ο γιος μου είναι το πρώτο άτομο στον κόσμο που του ζητώ συγγνώμη χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για το αν την αξίζει. Αλοιφή τελείως μ’ έχει κάνει. Του έχω ξαναζητήσει συγγνώμη στο παρελθόν επειδή πάνω στα νεύρα μου του μίλησα πιο απότομα απ’ ό, τι άρμοζε στην περίσταση. Συνήθως δεν καταλαβαίνει τη σημασία και τη σημαντικότητα της συγγνώμης ως πράξη, αλλά προχθές μου είπε «εντάξει, άντε τώρα!» με ύφος «σημειώθηκε (η συγγνώμη), μα μην νομίζεις ότι θα ξεχαστεί τόσο εύκολα η συμπεριφορά σου».

Θεωρώ πολύ σημαντικό να απολογείσαι στα μωρά. Είναι καλό να απομυθοποιείται πού και πού ο ρόλος του φάδερ φίγκιαρ που καλούμαστε να παίξουμε. Αν δεν τους πεις εσύ συγγνώμη, πώς θα μάθουν να σου λένε και αυτά αργότερα όταν μεγαλώσουν; Οι δικοί μου γονείς ουδέποτε απολογήθηκαν για το οτιδήποτε. Πού να ρίξουν τα μούτρα τους; Να σου πουν τί; Οι δικοί μου καλά-καλά, δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσουν και να παραδεχθούν τα λάθη τους, πόσω μάλλον να αισθανθούν ότι οφείλουν να απολογηθούν γι αυτά. Ακόμα και σήμερα όταν θέτω τη μάνα μου προ των ευθυνών της, επινοεί ένα εκατομμύριο δικαιολογίες παρά να πει ένα φάκιν’ «συγγνώμη» να τελειώνουμε. Και έτσι καταφέρνει και με τσαντίζει έτι περισσότερον.

Με το να απολογούμαι στον δικό μου, και απολογούμαι ειλικρινά, κι όχι μόνο χάριν διαπαιδαγώγησης, ελπίζω ότι μια μέρα θα αντιληφθεί τη σημαντικότητα της έννοιας και θα την εφαρμόζει. Προς το παρόν, βέβαια, όταν κάνει αταξία και των ρωτώ «τι θα πεις;» μου απαντά «ευχαριστώ!»

(Θεέ μου, θα πεθάνω! Λέει ευχαριστώ αντί για συγγνώμη. Ούτε που καταλαβαίνει ακόμα τη διαφορά! Πώς θα τον πάω μια μέρα στο σχολείο για διάνοιες όπως πραγματικά του αξίζει;)

«Όχι ευχαριστώ. Κάτι άλλο πρέπει να πεις», του εξηγώ.

«Πα(ρ)ακαλώ!», μου ανταπαντά.

Εκεί δυσανασχετώ και λέω, εντάξει, άστον, είναι μεν διάνοια, αλλά μικρός ακόμα. 

Δευτέρα, Αυγούστου 05, 2019

Ευρωπαϊκά Προγράμματα Της Προκοπής

Δεν θυμάμαι αν έχω ξαναγράψει σχετικώς, μα εδώ και μερικά χρόνια διοργανώνεται από την EBU ο Διαγωνισμός της Γιουροβίζιον για Ευρωπαϊκές Χορωδίες.

Και ναι, έκατσα να τον δω. Τι θέλετε; Ακόμα να πάω διακοπές.

Ο Διαγωνισμός αυτός διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια. Ο πρώτος διοργανώθηκε το 2017 και τον κέρδισε μία χορωδία από τη Σλοβενία, ενώ ο φετινός διοργανώθηκε στο Γκόθενμπεργκ της Σουηδίας και τον κέρδισε μία χορωδία από τη Δανία (κλασικό σενάριο. Και στη Γιουροβίζιον την ‘κανονική’, πάντα οι Δανοί κερδίζουν σε σουηδικό έδαφος).

Ο λόγος για τον οποίο γράφω σήμερα γι’ αυτό το θέμα είναι επειδή βλέποντας το πρόγραμμα στο YouTube, νοστάλγησα το γκλάμουρ και την επισημότητα της παλιάς καλής γιουροβίζιον που βλέπαμε μικροί. Στις δεκαετίες 1980-1990. Αν τολμάτε και αντέχετε να παρακολουθήσετε λίγο, θα καταλάβετε τι εννοώ.

Κατ’ αρχάς με γοητεύει η «συστολή» ως φιλοσοφία του προγράμματος. Βλέπετε να συμμετέχουν σ’ αυτό άνθρωποι κανονικοί. Με καθημερινές φάτσες σαν τη δική μου και τη δική σας.  Δεν συμμετέχει η αφρόκρεμα των φρικιών της Ευρώπης. Βλέπεις φάτσες από κάθε χώρα που θα μπορούσαν να ήταν οι γείτονές μας. Άνθρωποι με χόμπι που συμμετέχουν σε έναν μεγάλο διαγωνισμό και το βρίσκουν μεν συναρπαστικό, αλλά ταυτόχρονα «καινούριο». Είναι άμαθοι. Δεν είναι απαραίτητα τηλεοπτικοί και ωραίοι, δεν είναι ξέκωλα, δεν είναι σέξυ χάριν του σέξινες. Είναι γοητευτικοί, όμως, επειδή φαίνεται να έχουν ζωή και προσωπικότητα.



Μπορείτε να φανταστείτε ενδεχόμενη συμμετοχή της Κύπρου από κάποια χορωδία; Βασικά υπάρχει κάποια χορωδία στην Κύπρο που να είναι παρουσιάσιμη στο εξωτερικό; Εγώ μόνο την χορωδία της Λαϊκής Τράπεζας είχα υπόψην η οποία σε ενδεχόμενη συμμετοχή θα είχε κατάληξη εφάμιλλη της τράπεζας. 

Λατρεύω την ύπαρξη της επιτροπής, αγαπώ τον τρόπο που μιλά ο Εγγλέζος επικεφαλής. Τα αγγλικά τα δικαστηριακά που αγάπησα, τα αγγλικά τα διανοούμενα. Αγαπώ την ύπαρξη της ζωντανής ορχήστρας. Το γεγονός ότι ανακοινώνονται οι νικητές και οι διαγωνιζόμενοι πανηγυρίζουν σεμνά χωρίς εξαλλοσύνες. Διάχυτο το class. 

Εντάξει, είναι λίγο σπασικλέ όλα αυτά, το παραδέχομαι. Αλλά έχουν κι αυτά τη γοητεία τους.

Σε άλλα νέα, διαβάζω για πολλοστή φορά ότι επανέρχονται τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα. Τα ξαναδιαβάσαμε τα νέα παλιότερα, αλλά η πρωτοβουλία της Γιουροβίζιον για European Super Games ναυάγησε και τώρα φαίνεται να επανέρχονται τα παλιά, τα αγαπημένα, μέσω του Canale5, γαλλικής προελεύσεως καναλιού. Σ’ αυτή την παραγωγή συμμετέχουν μεγαθήρια, Ρωσία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πολωνία, διαβάζω. Το μόνο αρνητικό είναι ότι τα δικαιώματα του τίτλου τα κατέχει η ιταλική ΡΑΙ και δεν τα παραχωρεί. Έτσι ναι μεν θα επιστρέψουν και μάλιστα με το γνωστό μουσικό θέμα που όλοι αγαπήσαμε, αλλά είναι ακόμα αμφίβολο αν θα διατηρηθεί ο γνωστός τίτλος, Jeux Sans Frontiers και το λογότυπο με το καπέλο του τζόκερ, που εκείνο ήταν το όλο θέμα.


Τραγικό το τρέηλερ, αλλά ελπίζω ότι δεν θα είναι αυτής της αισθητικής το τελικό πρόγραμμα. Επίσης, αν σκεφτούν έναν πιο πιασάρικο τελικό τίτλο για το πρόγραμμα, ακόμα καλύτερα. Επίσης, μπορείτε να φανταστείτε πιθανή συμμετοχή της Κύπρου; Ούτε γι' αστείο. Αν και θα πέθαινα να συμμετέχω σε ένα τέτοιο πρόγραμμα και ας ερχόμασταν πιο τελευταίοι και από τους τελευταίους. 

Στην Ελλάδα θα μεταδίδονται μέσω ΣΚΑΙ και φήμες θέλουν για παρουσιαστή τον Θέμη Γεωργαντά, ο οποίος δεν με χαλά καθόλου. Παλαιάς σχολής δημοσιογράφος, μια χαρά. Γυρίσματα δεν άρχισαν ακόμα αλλά θα γίνουν 6 εκπομπές, μία σε κάθε χώρα (χαίρομαι που θα υπάρχει ποικιλία και όχι αποκλειστικότητα σε μία μόνο χώρα όπως συνέβαινε στα ΠΧΣ από το 1995 και μετά). Είμαι πολύ περίεργος να δω τι θα βγει. 

Χαλάλι η αναμονή!