Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020

Θρησκευτικά Στα Σχολεία

Πόσο βαριέμαι!

Τώρα που τελείωσε το παραλήρημα με τον κορωνοϊό και το μπλακ λαϊβς μάττερ και είπαμε δόξα τω Θεώ να κάνουμε λίγο καλοκαίρι, τσουπ! Ξαφνικά βρήκαμε νέο θέμα να φαγωθούμε μεταξύ μας. Κι αυτό είναι τα Θρησκευτικά! Πρέπει ή δεν πρέπει τελικά να διδάσκονται στα σχολεία;

Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις το θέμα αυτό.

Κατ’ αρχάς ας συζητήσουμε το κατά πόσο διδάσκεσαι οτιδήποτε στα σχολεία μας ή και στη ζωή ολόκληρη. Στα σχολεία που λειτουργούν μετά τον Απρίλη στους σαράντα βαθμούς κελσίου χωρίς κλιματιστικά και τον Ιανουάριο χωρίς κεντρική θέρμανση. Στα σχολεία στα οποία η πλειοψηφία των καθηγητών συμπεριφέρεται σαν δημόσιος υπάλληλος, «να τα πω μια φορά και όποιος θέλει ας καταλάβει». Στα σχολεία τα οποία επί της ουσίας εξυπηρετούν ακόμα το μοντέλο του σχολείου του ’60, όπως το είδαμε στον κινηματογράφο στις ταινίες της Βουγιουκλάκη και του οποίου το μόνο κατόρθωμα είναι να δημιουργεί αναμνήσεις που σε συντροφεύουν μια ζωή.

Κατά τα άλλα πιστεύω ακράδαντα πως ό, τι μάθει κανείς μεταξύ των 13 και 18 είναι μία συνάρτηση οικογένειας και παραπαιδείας. Το Δημόσιο Σχολείο, τουλάχιστον όπως ήταν στην εποχή μου, είναι ένα μέρος για να πηγαίνουμε τα πρωινά οπόταν οι γονείς μας εργάζονται και αν παρεμπιπτόντως αρπάξουμε και καμιά γνώση, έχειν καλώς. Θυμάστε ποιος είναι ο μαθηματικός τύπος της επιτάχυνσης; Θυμάστε πώς λύνονται τα ολοκληρώματα; Θυμάστε τις αιτίες και αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου; Θυμάστε ποια χρονιά έπεσε το Βυζάντιο; Θυμάστε απ’ έξω όλα τα συστατικά του φυτικού κυττάρου; Βλέπετε; Τίποτα δεν θυμάστε. Γιατί αγχώνεστε ότι θα σας προκαλέσει ζημιά το μάθημα των Θρησκευτικών; Την τύφλα σας δεν θα θυμάστε με το που αποφοιτήσετε.

Με αυτά τα πιο πάνω δεδομένα τα οποία λίγο πολύ τα αναγνωρίζουμε όλοι, θέλω να μάθω ποιο κόμμα σας κουρδίζει προκειμένου να πολεμάτε τα Θρησκευτικά!

Λύσαμε όλα τα υπόλοιπα στα σχολεία του Χάρβαρντ και έμειναν τα Θρησκευτικά. «Μα είμαστε κοσμικό κράτος, από πού κι ως πού να διδάσκονται Θρησκευτικά;!» Θεέ μου, πραγματικά ζηλεύω τα προβλήματά σας!

Μάθετε να ξεχωρίζετε τη διαφορά του «χαίρετε» από το «χαίρεται» πρώτα και ύστερα ασχοληθείτε με το (τρίτο)κοσμικό σας κράτος.

Επιπλέον, τα Θρησκευτικά είναι δύσκολο μάθημα. Δεν μπορεί να διδαχτεί. Εγώ σαρανταρίζω κι ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν έχω καταφέρει να αποκρυπτογραφήσω τις Θρησκείες, να καταλάβω την έννοια του Θεού, της Δημιουργίας και όλα τα συμπαρομαρτούντα τους. Αντιλαμβάνεστε ότι να συζητάμε το ενδεχόμενο επιλογής και διδαχής των Θρησκευτικών στις ηλικίες κάτω των 18, φαντάζει αστείο, έτσι; Τα Θρησκευτικά έχουν μπει στη διδαχτική ύλη για καθαρά πολιτικούς λόγους. Είναι ξεκάθαρο ότι εξυπηρετούν σκοπούς κατήχησης μιας χώρας που βάλλεται και η οποία οφείλει να καλλιεργήσει μια ταυτότητα. Δεν είμαστε η Ελβετία για να καθόμαστε να πίνουμε αμέριμνοι τη σοκολάτα μας αγναντεύοντας τις Άλπεις και να αμπελοφιλοσοφούμε για το ποια θρησκεία είναι η καλύτερη και ποια μου ταιριάζει εμένα. Είμαστε κράτος υπό απειλή και επιβάλλεται να δημιουργεί συσπείρωση, ενίοτε και φανατισμό για να αντιμετωπιστούν οι αυριανές προκλήσεις.

Είναι καλό αυτό; Όχι, βέβαια, αλλά αυτή τη γεωγραφική θέση έχουμε, αυτή η μοίρα μας έλαχε, και δικαιούμαστε να την υπερασπιζόμαστε. Δεν σου αρέσει; Too bad, άλλαξε σχολείο, άλλαξε χώρα. Και να δω πού θα πας ρε κακομοίρη!

Γιατί δεν θέλετε να διδάσκεστε Θρησκευτικά; Κατ’ αρχάς, από τη δική μου εξαετή εμπειρία σε Λύκειο και Γυμνάσιο μπορώ να σας πω ότι οι τέσσερεις εκ των έξι θεολόγων που με δίδασκαν ήταν όλοι σαλεμένοι, του φρενοκομείου κανονικά, και έδιναν μία πολύχρωμη νότα στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Προσωπικά δεν είχα καλύτερο από το μάθημα των Θρησκευτικών αφού όποτε είχαμε απέναντί μας αυτούς τους καημένους ανθρώπους, τους περνούσαμε διά πυρός και σιδήρου. Σήμερα ντρέπομαι όταν σκέφτομαι τι τους κάναμε την ώρα του μαθήματος. Παρόλα αυτά δεν έπαυε από το να ήταν ένα υπέροχο σαρανταπεντάλεπτο μέσα στο καθημερινό εφτάωρο, ένα ευχάριστο ντουσάκι μέσα στο λιοπύρι, ήταν σαν να έβλεπες λίγη Αννίτα Πάννια μετά από εφτά ώρες Αγγελόπουλο και Φεντερίκο Φελλίνι. Ποιος υγιής μαθητής δεν το έχει ανάγκη αυτό;

Πραγματικά, ξεπεράστε το. Σ’ αυτή τη χώρα όχι μόνο δεν θα καταργηθούν τα Θρησκευτικά, αλλά έτσι όπως πάμε σε λίγο καιρό θα επιβληθεί διά ροπάλου το Κοράνι. Εκεί θα σας δω.



Ιδού και τα αγαπημένα μου Θρησκευτικά τραγούδια, μια που είμαστε στο κλίμα. 


Κυριακή, Ιουνίου 28, 2020

Eurovision Movie: The Fire Saga

Εγώ κακή κουβέντα για ταινία που με συγκινεί στο τέλος δεν μπορώ να γράψω. Και η νέα ταινία του Νέτφλιξ για τη Γιουροβίζιον μπορεί να είναι αντικειμενικά κακή και να πάσχει σε χίλια δυο σημεία, αλλά στο τέλος δάκρυσα και αυτό έχει σημασία. Δεν μπορώ να κρίνω μία ταινία με τρόπο αμιγώς αποστειρωτικό αν αυτή σε κερδίζει με το συναίσθημα.

Ναι, η ταινία έχει λάθη, σε πολλά σημεία βαριέσαι και αρπάζεις το κινητό να δεις τα notifications σου, το σενάριο έχει ένα εκατομμύριο κλισέ, κι όμως! Σε κάθε πτυχή του ονείρου του πρωταγωνιστή έβλεπα τον εαυτό μου, σε κάθε μορφασμό αγωνίας των Ισλανδών τηλεθεατών έβλεπα εμένα, στη σχέση πατέρα-γιου έβλεπα ξανά εμένα, στη σχέση του ζεύγους έβλεπα εμένα και τη γυναίκα μου όταν τη σκηνοθετώ στα ταξίδια μας, στο δε βρέφος που είχε κρεμασμένο επάνω του στο τέλος, ξανά εμένα και τον γιο μου.

Πιο δική μου ταινία δεν μπορούσε να ήταν.

Τα δε μουσικά νούμερα τα βρήκα φανταστικά, τόσο το πρώτο με τους παλιούς νικητές που εμφανίζονται ως γκεστς, όσο και την «επική μπαλάντα» (Θέ μου, τι σιχαμένος όρος!), που μας οδηγεί στο φινάλε.

Εξαιρετικό mashup. Αν έλειπε και το Waterloo που το απεχθάνομαι κι ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί θεωρείται το καλύτερο γιουροβίζιον τραγούδι έβερ, θα ήταν ακόμα καλύτερα. 

Αν δεν παρακολουθείς Γιουροβίζιον δεν πρέπει να τη δεις αυτή την ταινία, κι αν είσαι αυστηρός με τον τηλεοπτικό σου χρόνο, επίσης να μην τη δεις. Αν είσαι σαν εμένα, να τη δεις.

Η ταινία γυρίστηκε για να εισάγει κυρίως το αμερικανικό κοινό στο κόνσεπτ της Γιουροβίζιον. Οι Σουηδοί παραγωγοί έχουν ήδη πιάσει δουλειά στην Αμερική και ο πρώτος Διαγωνισμός Eurovision America βρίσκεται προ των πυλών, καλώς εχόντων των πραγμάτων μέσα στο 2021. Τι πιο ευφάνταστος τρόπος να μυήσεις τους Αμερικάνους στο κόλπο; Το Νετφλιξ έχει επίσης εξασφαλίσει όλα τα δικαιώματα μετάδοσης των τελευταίων δέκα διαγωνισμών και νομίζω παρέχονται ήδη στην πλατφόρμα μόνο για τους Αμερικάνους συνδρομητές. Εμείς εδώ δεν μπορούμε να τις δούμε.

Νόμιζα ότι είχα ξεπεράσει τη Γιουροβίζιον φέτος, μετά κι από τις άθλιες συμμετοχές όλων των χωρών πλην της Ιταλίας και Ισλανδίας, αλλά απόψε συνειδητοποίησα πόσο πολύ πεθύμησα το αγαπημένο μου σόου. Μπορεί να φταίει βέβαια και το γεγονός ότι κρατούσα μικρό καλάθι μιας και είχα προετοιμαστεί για τα χειρότερα από όσα διάβαζα από χθες διαδικτυακώς.


Το Αίμα Νερό Δεν Γίνεται

Πριν τρεις μέρες χτύπησε το τηλέφωνο και από την άλλη άκρη της γραμμής μία γυναικεία φωνή μου συστήθηκε ως «μία θεία από το σόι του πατέρα σου, που δεν γνώρισες ποτέ σου, και θα ήθελα να συναντηθούμε και να γνωριστούμε».

Επειδή για το σόι του πατέρα μου ελάχιστα γνωρίζω, και επειδή από τη μέρα που πέθανε άρχισα να αισθάνομαι ότι θέλω να αποκτήσω μία επαφή με τις ρίζες μου απ΄τη μεριά του, δεν δίστασα να πάω στην επίσκεψη που ορίσαμε.

Ήταν πολύ χρήσιμη εμπειρία γιατί έμαθα πολύτιμες πληροφορίες για τον προπάππο μου, για τον οποίο δεν γνώριζα τίποτα. Ο προπάππος μου ήταν διάσημος γλύπτης στη Λευκωσία, συγκεκριμένα στο Καϊμακλί, και λάξευε τις διακοσμήσεις σε διάφορες εκκλησίες. Έφτιαχνε άμβωνες, σκάλιζε τα ιερά, αλλά και τα εξωτερικά μέρη του ναού, κάτι κίονες και κάτι διακοσμητικά που στόλιζαν διάφορα σημεία της εκκλησίας. Εντυπωσιάστηκα γιατί επρόκειτο για πραγματικά πολύ σημαντικά έργα (είδα φωτογραφίες), αλλά και επειδή κανένας στο σόι μας δεν κληρονόμησε αυτό το ταλέντο του. Γενικώς δεν μας λες και άτομα που πιάνουν τα χέρια τους, πόσω μάλλον για άτομα που πιάνουν τη πέτρα και τη στύβουν.


Αυτός ήταν ο προπάππος μου, ο μουστακαλλής. Το μωρό που κρατά στα χέρια της η σύζυγός του, είναι ο παππούς μου. Δίπλα η αδελφή του και ύστερα από λίγα χρόνια γεννήθηκε άλλη μία κόρη που εδώ δεν φαίνεται προφανώς, και η οποία πέθανε πριν δύο χρόνια σε ηλικία 102 ετών! Εγώ χαμπάρι δεν είχα ότι είχα αιωνόβια συγγενή. Εδώ, πρώτη φορά άκουγα ότι ο παππούς μου είχε αδελφές. Αυτήν που κατάφερε να τα εκατοστήσει κάπου την είχε πάρει το αφτί μου γιατί είχε χαρακτηριστικό όνομα, αλλά και πάλι, ουδέποτε με πήρε ο πόνος να μάθω ποια ήταν.

Η συνάντηση ήταν χρήσιμη, γιατί εκτός από τα ενδιαφέροντα για τον προπάππο μου, σημείωσα και όλο μας το γενεαλογικό δέντρο. Έμαθα ότι έχω πολλά δεύτερα ξαδέλφια (δεν γνώρισα ποτέ κανένα, νομίζω μια φορά λίγο πριν καταταγώ στον στρατό είχα τηλεφωνηθεί με έναν που είχε υπηρετήσει στο ίδιο Σώμα με μένα για να μου δώσει τιπς για τα τεθωρακισμένα), και ότι με ένα εξ αυτών έχω την ίδια ημερομηνία γέννησης, ενώ επίσης φοιτήσαμε και οι δύο στο ίδιο πανεπιστήμιο στην Αγγλία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους! Τρελή σύμπτωση!

«Τον πατέρα σου τον αγαπούσαμε» μου είπε η θεία. «Αλλά όταν άνοιγε το στόμα του και αμολούσε τη γλωσσούλα του, μας έκανε μαλλιά κουβάρια!»

«Α, αυτό το έχω κι εγώ!» της είπα. Έμπλεξα άπειρες φορές στη ζωή μου επειδή δεν μπόρεσα να σιωπήσω, αλλά ειλικρινά θεωρώ πιο έντιμον έναν άνθρωπο που μιλά, παρά κάποιον που σιωπά. Τρέμω τους ανθρώπους που σιωπούν και δεν ξέρω τι σκέφτονται. Εγώ τα λέω όλα. Κι ας πληρώνω το όποιο τίμημα. Συνήθισα. Αν σ’ αρέσει έχει καλώς.

«Και ο παππούς σου... ήταν χρυσός άνθρωπος! Τον λατρεύαμε, μας λάτρευε… ε, ύστερα παντρεύτηκε!» Το «παντρεύτηκε» συνοδεύτηκε από αναστεναγμό. Ζήτησα διευκρίνιση. «Ε, η γιαγιά σου τον έκανε ό, τι ήθελε». Αυτή δεν είναι η δουλειά των γυναικών; Τη ρώτησα. «Να μας κάνουν ό, τι θέλουν;»

«Ναι, αλλά αυτή ήθελε πολυτέλειες και λούσα!» συμπλήρωσε ειρωνικά.

Αντιλαμβάνεστε, είχαμε φτάσει στο σημείο που το κουτσομπολιό είχε ξεπεράσει την ενημέρωση. Ήρθα σε αμηχανία γιατί ειπώθηκαν κι άλλα που δεν θα παραθέσω για ευνόητους λόγους. Δεν ξέρω πόσο σωστό ήταν να πρέπει να ακούω κακιούλες για ανθρώπους που πέθαναν πριν πολλά χρόνια, ιδιαίτερα όταν η μεταξύ μας σχέση, εμού και της θείας δηλαδή, δεν σήκωνε τέτοιες αναφορές. Σήμερα γνωριστήκαμε, πότε πρόλαβες να βρεις το θάρρος; Δεν θα σταθώ εκεί όμως, γιατί μια θεία είναι πάντοτε μία «θεία» και συνήθως έχει το ακαταλόγιστο.

Όπως και να ‘χει, είναι πάντοτε ωραίο να μαθαίνεις για τους συγγενείς σου. Έβλεπα κατά καιρούς οικογένειες να συναντιόνται πρώτη φορά στο «Πάμε Πακέτο» και διερωτώμουν πώς είναι δυνατόν να αισθάνονται εγκαρδιότητα άτομα τα οποία δεν έχουν συναντηθεί ποτέ τους μία ζωή. Προφανώς και ισχύει ότι το αίμα νερό δεν γίνεται, και αν δεν το ζήσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις. 

Αν διερωτάστε γιατί έγινα 40 χρονών για να γνωρίσω κόσμο από το σόι του πατέρα μου σε μία τόσο μικρή πόλη όπως τη Λευκωσία, θα σας πω: Βαριόταν! Τους έβλεπε πού και πού, αλλά γενικά, βαριόταν! Και κάπως έτσι, πέθανε και δεν πρόλαβε να μας συστήσει κανέναν!


Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2020

Στο Κουρείο Με Το Τρίχρονο

Σήμερα είναι μία σκατό-μερα από την οποία θα μπορούσα να παράγω δέκα διαφορετικές αναρτήσεις, όμως όχι, δεν πρόκειται να της κάνω τη χάρη. Τελευταίως άρχισα να διαβάζω βιβλία φιλοσοφίας και ψυχολογίας πιο επίμονα και άρχισα να εφαρμόζω ευλαβικά τις συμβουλές τους. Δεν θα μου χαλάσετε εσείς τον δρόμο προς τη νιρβάνα. Στην άκρη, λοιπόν, η τοξικότητα, θα σας γράψω για τον υπέροχο γιο μου τον οποίο χθες πήγα πρώτη φορά για κούρεμα.

Λάθος! Δεν ήταν η πρώτη φορά. Έτυχε να τον ξαναπάμε μικρότερο να κουρευτεί, αλλά ήταν τραυματικές εμπειρίες για όλους μας. Τις απωθήσαμε στο υποσυνείδητο. Υπήρξε ακόμα και κουρέας που αρνήθηκε να τον αναλάβει για να αποφύγει τα χειρότερα. Με τούτα ως δεδομένα, το εγχείρημα «κούρεμα» μετατράπηκε σε μόνιμο άγχος στο σπίτι μας. Καταντήσαμε να τον κουρεύουμε δυο φορές τον χρόνο με όσο ζόρι μπορεί αυτό να ενέχει. Όλους τους υπόλοιπους μήνες το χωνέψαμε ότι θα κυκλοφορεί σε κάτι ανάμεσα στον Μόγλη από το Τζανγκλ Μπουκ και στον Ταμτάκο με το Ντάτσουν.

Χθες λοιπόν μετά από δεκάδες τεμενάδες και τάξιμο παγωτού, αποδέχτηκε να πάμε να κουρευτεί. Μπαίνοντας μέσα, το τρίχρονο, έσπευσε να κάνει παρατήρηση στον κουρέα ότι «το πάτωμα έχει τρίχες» και ότι «εγώ δεν κάθομαι σε καρέκλα με τρίχες». Ο κουρέας αμήχανος έσπευσε να σκουπίσει. Αφού τον έπεισα να καθίσει στην καρέκλα και βρήκε συναρπαστικό το γεγονός ότι του έβαλαν περιλαίμιο και προστατευτικό κάλυμμα για τις τρίχες, αρχίνησε ένας ορυμαγδός από ατάκες που δεν προλάβαινα να καταγράφω. Θα μοιραστώ μερικές εδώ:

Σκηνή 1η:

Ο κουρέας παίρνει το σπρεϊ με νερό και αρχίζει να χτενίζει τα μαλλιά του.

«Τι μου βάζεις πάνω στα μαλλιά μου;»

«Νερό είναι, μην φοβάσαι».

«Το νερό απαγορεύεται!»

(γιατί απαγορεύεται δεν διευκρίνισε).

Σκηνή 2η:

Ο κουρέας για να τον καλοπιάσει άρχισε να του λέει ότι μέσα στην καραντίνα υιοθέτησε μία σκυλίτσα.

«Γιατί έχεις σκυλίτσα; Δεν το ξέρεις ότι είσαι αγόρι;* Τα αγόρια έχουν σκυλάκια, και τα κοριτσάκια έχουν σκυλίτσες!»

«Ε, τι να κάνω; Σκυλίτσα μου χάρισε η κοπέλα μου» απολογήθηκε ο άνθρωπος.

Σκηνή 3η:

Ο κουρέας συγκεντρώθηκε στο κούρεμα, και ο μικρός κοιτάζοντας επίμονα τον εαυτό του στον καθρέφτη αναφώνησε: «πώς είμαι έτσι;!»

Αμήχανη σιωπή.

«Δεν τελειώσαμε ακόμα, θα στα φτιάξω!» του είπε.

Σκηνή 4η:

Στα καλά καθούμενα κατόπιν παρατεταμένης σιωπής:

«Εγώ εδώ, δεν ήρθα για πολύ. Λίγο θα κάτσω και θα πάω σπίτι μου!»

(Έκρινε ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει τη θέση του).

«Κι εγώ θέλω να τελειώνω να σχολάσω» αποκρίθηκε ο κουρέας.

Σκηνή 4η:

Ο γιος μου αποφάσισε να εξηγήσει στον κουρέα πού βρίσκονταν:

«Ξέρεις τι είναι το κουρείο; Είναι ένα μέρος που πάμε και κόβουμε τα μαλλιά μας ΑΠΑΛΑ, για να μην μπαίνουν στα μάτια μας»

(Έδωσε έμφαση στο απαλά, επειδή ο κουρέας έκανε κάποια απότομη κίνηση η οποία τον πόνεσε).

Σκηνή 5η:

Ξαφνικά και ενώ φάνηκε να βρίσκουμε μία ηρεμία, ο μικρός μου άρπαξε το περιλαίμιο, το έβγαλε με δύναμη και φώναξε: «Εγώ θέλω να φύγω!»

Πω! Συναγερμός στο κουρείο, είδαμε και πάθαμε να τον πείσουμε να κάτσει «ακόμα πέντε λεπτά» γιατί ο κουρέας δεν πρόλαβε να τελειώσει το κούρεμα. «Ακόμα δυο ψαλιδιές και τέλος!» μας είπε αυστηρά. «Εντάξει, εντάξει», απαντήσαμε εμείς. Σούζα μας έχει… Σούζα!

Σκηνή 6η:

Βγήκα έξω γιατί έπρεπε να μιλήσω στο κινητό για μισό λεπτό. Επιστρέφοντας άκουσα τον γιο μου να λέει «είπα τέλος!» Ο κουρέας σε απολογητικό τόνο εκλιπαρούσε για να καθαρίσει λίγο παραπάνω το σβέρκο. Του άρχισε την πάρλα για να του αποσπάσει την προσοχή:

«Μη φοβάσαι Αλέξη μου, έχω κουρέψει πολλά και φρόνιμα παιδάκια εγώ»

«Τα φρόνιμα παιδάκια να τα κουρεύεις… όποια είναι άταχτα να τους κόβεις τα αφτιά με το ψαλίδι!»

Φινάλε:

Όταν ο κουρέας τελείωσε, ο γιος μου είπε «τι ωραία!» και τον ευχαρίστησε για το κούρεμα. Εγώ του έδωσα ένα γερό φιλοδώρημα για την υπομονή που υπέδειξε. Πραγματικά εγώ δεν ξέρω αν θα τον άντεχα αν δεν ήταν γιος μου. Απεναντίας, όλα τα πιο πάνω τα έβρισκα τρομερά χαριτωμένα. Έτσι είναι, η κουκουβάγια με το κουκουβαγιαδάκι.

ΥΓ.:

*Δεν ξέρεις ότι είσαι αγόρι;

Ο γιος μας έχει τρομερό θέμα με το τι είναι αγορίστικο και τι είναι κοριτσίστικο. Παρόλο που είμαστε οικογένεια που δεν δίνει έμφαση στα στερεότυπα και παρόλο που εγώ οδηγώ αυτοκίνητο κόκκινου χρώματος και κάθε βράδυ διαβάζουμε ιστορίες της Ντίσνεϊ που είναι τίγκα στην πριγκίπισσα και τον ρομαντισμό, εντούτοις τον πιάνει μεγάλο πάθος σχετικά με το τι κάνει το κάθε φύλο. Θεωρώ ότι είναι κάτι που το έμαθε από άλλα παιδιά του νηπιαγωγείου και ότι είναι εν τέλει αναπόφευκτο και τζάμπα σκάμε στο σπίτι να καταργήσουμε τους ρόλους. Παίζουμε με τους πυτζαμοήρωες, για παράδειγμα, και μου λέει «εγώ θα κρατώ τον Catboy επειδή είμαι αγοράκι, κι εσύ θα κρατάς την Owlette». Εγώ δεν είμαι αγοράκι; τον ερωτώ. «Ωραία, τότε πάρε και τον Γκέκο» μου λέει. «Την Ολέτ γιατί να την κρατώ;» «Ε, δεν ξέρω, εγώ πάντως είμαι αγοράκι και την Ολέτ δεν την κρατώ». Τα ίδια μου κάνει και όταν παίζουμε με τα στρουμφάκια. Αρνείται να αγγίξει τη Στρουμφίτα κάτι που θεωρώ υπερβολικό.

Παρόλο που κατά βάθος χαίρομαι που έχει βρει το φύλο του και το διαχωρίζει και το υπερασπίζεται, ειδικά σε μία εποχή που το unisex έχει καταργηθεί και περάσαμε στη δικτατορία των φεμιναζί, εντούτοις απορώ πώς ανάπτυξε μία τόσο έντονη άποψη για το τι είναι αντρικό και τι όχι. Σκέφτομαι ότι ίσως τα παιδιά να είναι πιο νορμάλ και ισορροπημένα από εμάς που πλέον πασχίζουμε να τα ξευτυλίσουμε όλα χάριν κατάργησης στερεοτύπων και πολιτικής ορθότητας.


Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2020

Η Συμπεθέρα

Η γυναίκα που προσέχει τη γιαγιά μου (αυτή με τις κασέτες) έρχεται πού και πού και μας καθαρίζει. Όταν αυτό συμβαίνει, έρχεται και η γιαγιά μου μαζί της και κάθεται φρόνιμα σε μια γωνιά αφού πλέον μετά βίας επικοινωνεί από το πολύ το αλτσχάιμερ. Το θετικό είναι ότι ακόμα μας αναγνωρίζει, αλλά ξέρετε, δεν έχει ιδέα τι μέρα είναι, τι ώρα είναι και ποια χρονιά.

Παρόλο που την αγαπώ και τη λατρεύω, αναγνωρίζω το κουραστικόν του πράγματος, αφού ενδέχεται μέσα σε ένα λεπτό να σε ρωτήσει πάνω από δέκα φορές «τι μέρα είναι σήμερα» και πολλές φορές δεν πείθεται κιόλας. Επειδή όμως σπανίως τη βλέπω και επειδή κάθε φορά που την αποχαιρετώ σφίγγεται λίγο η καρδούλα μου μήπως είναι η τελευταία, φροντίζω όταν είναι εδώ να της κάνω παρέα και να μην δυσανασχετώ με τις επαναληπτικές της ερωτήσεις. Πολλές φορές απαντώ άλλα ντ’ άλλων να τελειώνουμε, αφού είτε της πω ότι είναι Τετάρτη, είτε τη πως ότι είναι Κυριακή, σε ένα λεπτό θα με ξαναρωτήσει με την ίδια περιέργεια.

Προχθές που ήρθε όμως, έτυχε να έχω ψηφιοποιήσει τη κασέτα από τους γάμους των γονιών μου. Και προκειμένου να περάσει η ώρα μαζί της σκέφτηκα ότι θα ήταν ένα καλό τεστ αν της έδειχνα εκείνη την ταινία από το μακρινό 1975 για να δω αν θα θυμηθεί πρόσωπα και καταστάσεις, αφού λένε ότι πολλοί παθόντες θυμούνται τα παλιότερα γεγονότα και ξεχνούν τα πιο πρόσφατα.

Πλήρης απογοήτευση. Όχι μόνο δεν αναγνώριζε το ζεύγος, την κόρη της δηλαδή, αλλά δεν αναγνώριζε ούτε τον εαυτό της. Λίγο μετά κάτι πήγε να γίνει αφού αναγνώρισε ονομαστικά τον πατέρα μου, αλλά αμέσως μετά με ρώτησε αν έχει πεθάνει και όταν της απάντησα «πριν δέκα χρόνια» δεν το πίστευε.

Δεν αναγνώριζε κανέναν απολύτως εκτός και αν της τον υποδείκνυα. Τότε έλεγε ένα «α, ναι, βεβαίως» αλλά δεν ήξερα αν το έλεγε επειδή κουραζόταν με την άγνοιά της ή επειδή όντως αναγνώριζε τα πρόσωπα. Για τον παππού μου, τον σύζυγό της, ούτε λόγος αφού όταν ρώτησε ποιος ήταν ο κύριος που στεκόταν δίπλα της και της είπα «ο άντρας σου» εκείνη έκπληκτη είπε «ο Ανδρέας;» ενώ ως γνωστόν τον παππού μου τον λέγανε Νίκο. Ανδρέα λέγανε ένα έρωτα που δεν ευοδώθηκε.

Καθώς όμως η κάμερα περιφερόταν ανάμεσα στους καλεσμένους της δεξίωσης και κατέγραφε χαρούμενα πρόσωπα και καταστάσεις, η γιαγιά μου αναπήδησε και αναφώνησε: «Η συμπεθέρα!»

Έμεινα άναυδος. «Ναι, η (άλλη μου) γιαγιά!» της είπα. Λες να της ήρθε έκλαμψη; Μπα, δυο λεπτά αργότερα με ρώτησε ξανά μανά ποιανού ήταν ο γάμος. Της ξαναείπα. Και αμέσως μετά, άλλο ένα πλάνο στη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου! «Κοίτα τη συμπεθέρα!» μου ξαναείπε με ύφος πανελίστριας.

Απίστευτο; Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, τον άντρα της, την κόρη της ως νύφη, για τους γονείς της οι οποίοι τότε βρίσκονταν εν ζωή ούτε λόγος κι όμως! Αναγνώρισε τη «συμπεθέρα!»

Είτε παίχτηκαν τρελά σκηνικά που δεν γνωρίζουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ, είτε το μυαλό μας είναι όντως μία άβυσσος!

«Η συμπεθερά! Μα κοίτα την!»


Τρίτη, Ιουνίου 02, 2020

Δεν Έχω Ιδέα Τι Κάνω Στο 2020

Είναι δύο το πρωί και κάθομαι και ψηφιοποιώ κασέτες και εκστασιάζομαι, θέλω να ξυπνήσω τον κόσμο όλο και να του δείξω τα ευρήματα από τα αρχεία της γιαγιάς μου, εκ του σωτήριου έτους 1981, αλλά ξέρω ότι αυτά δεν αφορούν κανέναν, μόνο εμένα και ακόμα δυο-τρία ρομαντικά πλάσματα απομείναμε στον κόσμο αυτό να ερεθιζόμαστε με το τι έδειχνε η τηλεόραση πριν σαράντα χρόνια. Αφού, λοιπόν, δεν μπορώ να μοιραστώ τη χαρά μου με το ευρύ κοινό, τα γράφω εδώ στον εαυτό μου, μην πάει χαμένη τόση ενέργεια.

Δες τα πιο κάτω βίντεο.

Στο πρώτο, η Φρύνη Παπαδοπούλου, για όσους δεν τη γνωρίζετε διετέλεσε θρυλική παρουσιάστρια ειδήσεων στο ΡΙΚ τη δεκαετία του ’70 και ’80, και την οποία πέτυχα πέρσι σε μια θεατρική παράσταση και μια χαρά στέκεται για την ηλικία της, προλογίζει σε μία εκπομπή που φτιάχτηκε ειδικά για να μεταδοθεί στη μητέρα Ελλάδα, το βίντεο κλιπ της πρώτης μας συμμετοχής στη Γιουροβίζιον. Το εν λόγω βίντεο κλιπ δεν είναι κάτι το πρωτότυπο, μπορείτε να το βρείτε εύκολα στο Youtube, εδώ και χρόνια. Το τι λέει στον πρόλογο είναι ο θησαυρός.

«Oι σκηνές που συντροφεύουν το τραγούδι είναι γυρισμένες στις ελεύθερες περιοχές του νησιού μας. Και ευχόμαστε, η επόμενη συμμετοχή μας στο πρόγραμμά σας να πλουτισθεί με σκηνές από όλη την Κύπρο». Πλέον, στο 2020 και πολύ προηγουμένως, κανένας δεν μιλά για «ελεύθερες περιοχές». Μόνο κάτι «φασίστες» σαν εμένα. Τις προάλλες ένας Αριστερός στο τουίτερ συνομιλούσε με Τουρκοκύπριους και τους ρωτούσε για πότε θα πιουν μαζί καφέ στον «νότο!» Γίναμε ο νότος πια. Που αντί να αναρωτιέται, σαν τη Φρύνη καλή ώρα, πότε θα ξαναγυρίσουμε βίντεο κλιπ στην ελεύθερη πια Κύπρο, αναρωτιέται πότε θα ανοίξουν τα οδοφράγματα, τα οποία έκλεισαν λόγω κορωνοϊού, ώστε να πιουν το καφεδάκι τους οι Εφιάλτες ανενόχλητοι. Μία μέρα να με κάνατε πρόεδρο της Δημοκρατίας θα λύνονταν όλα μας τα προβλήματα! Αλλά να σας πάει!

Εγώ αυτές τις εποχές θέλω. Δεν έχω ιδέα τι κάνω στο 2020.

Δεύτερο βίντεάκι:

Σόου με τον Γιώργο Μαρίνο, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Πάριο και την Ελπίδα. Αυτά ήταν σόου! Μπορεί να ήταν πιο λιτά από όσο αντέχουμε, αλλά κοίτα ήθος. Ούτε ξέκωλα, ούτε πορνίδια. Τραγούδια με μελωδία, με ωραίες φωνές που επικεντρώνονται στο είναι και όχι στο φαίνεσθαι. Τόσο πολύ ήταν το μουσικό περιεχόμενο που καμία παράταιρη φανφάρα δεν χρειαζόταν για να συμπληρώσει το κενό. Σήμερα μπορούσε να σταθεί και στηθεί κάτι αντίστοιχο; Και ποιος να τραγουδούσε; Ο Αργυρός; Καλός είναι, δεν λέω. Αλλά ούτε στο μικρό του το δαχτυλάκι δεν φτάνει τον Πάριο. Μπορούσε να στηθεί σήμερα σόου με τέσσερα μεγάλα ονόματα πλάι, πλάι να τραγουδούν με αυτή τη συγκινητική συστολή; Θα μου πεις, οι εκπομπές «σπίτι με την Άννα», «σπίτι με τον Νταλάρα», «σπίτι με τη Νατάσα» και ούτω καθεξής ήταν ακτίδες φωτός μέσα στον ευρύτερο σκοταδισμό της τηλεόρασης φέτος. Θα συμφωνήσω. Μα, και πάλι, έπρεπε να έρθει ο κορωνοϊός για να αναγκαστούν τα μεγάλα ονόματα να τολμήσουν να βγουν μπροστά. Έπρεπε να μας βρουν σε καραντίνα μια φορά στα χίλια χρόνια για να δεχτούν να μας τραγουδήσουν. Υπό φυσιολογικές συνθήκες τα σόου που μας «συντροφεύουν» είναι αυτά του σιχαμερού Κοκλώνη (μη θυμηθώ και τον Φουρθιώτη τώρα), με τον Τρύφωνα Σαμαρά, τη Βανδή, και το κακό συναπάντημα ως τους πρωταγωνιστές. Μην μιλήσω για τα σόου στα οποία φιγουράρει ο Τανιμανίδης.

Άσε μας χρυσέ μου. Δεν έχω ιδέα τι κάνω εγώ στο 2020!


Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2020

Εσύ Πού Ζεις Ρε Βλάκα;

Κοίτα τώρα αυτό, για να καταλάβεις γιατί η Αριστερά ή καλύτερα, οι Αριστεροί, είναι ό, τι χειρότερο ξέβρασε ποτέ αυτή η κοινωνία.

Σήμερα έγινε μία διαδήλωση, τάχα μου υπέρ των μεταναστών. Όταν διαδηλώνεις υπέρ των μεταναστών, ή οποιουδήποτε άλλου, κρατάς πανό υπέρ των μεταναστών και των δικαιωμάτων τους. Δεν κρατάς πανό εναντίον όσων δεν τους θέλουν. Ούτε τους εξυβρίζεις επειδή τυγχάνει να διαφωνούν με τη γνώμη σου. Ούτε εγώ θέλω μετανάστες στη χώρα μου. Θεωρώ ότι δεν τους ενδιαφέρει να ενταχθούν σ’ αυτήν, να ζήσουν σ' αυτήν, να ριζώσουν και να αναπτυχθούν σ' αυτήν (άλλωστε οι ίδιοι δηλώνουν ότι δεν τους ενδιέφερε να «ναυαγήσουν» στην Κύπρο έτσι κι αλλιώς και πως η ηπειρωτική Ευρώπη ήταν ο προορισμός τους). Θεωρώ ότι το μόνο που προσφέρουν είναι μιζέρια στην ήδη καταθλιπτική και άσχημη πόλη.



Θα μου πεις, εδώ ο κόσμος χάνεται και εσένα σε πείραξε η μιζέρια; Ναι, κύριε μου. Με πείραξε η μιζέρια τους. Δικαιούμαι να ζω στην κοσμάρα μου; Δικαιούμαι να θέλω να φτιάξω μία υποφερτή κανονικότητα για τα υπόλοιπα 10-20 ποιοτικά χρόνια που μου απομένουν και να κυκλοφορώ βλέποντας μόνο χαρούμενα πρόσωπα στη γειτονιά μου; Δεν θέλω να βλέπω μίζερους πρόσφυγες στους δρόμους, ούτε μίζερες γυναίκες με μαντίλες, ούτε γενικότερη φτώχεια. Ειδικά όταν αυτοί οι πρόσφυγες δεν έγιναν πρόσφυγες εξ υπαιτιότητας της χώρας μου για να τους χρωστώ το παραμικρό. Ουδεμία ευθύνη έχουμε ως Κύπρος για το κακό που τους βρήκε. Δεν λέω να τους πετάξουμε στη θάλασσα, βεβαίως. Είμαστε υποχρεωμένοι νομικά να τους υποδεχτούμε, να τους περιποιηθούμε και να τους περιθάλψουμε. Δεν θα έπρεπε όμως να είμαστε υποχρεωμένοι να τους φορτωθούμε εφ’ όρου ζωής.

Με τούτα ως δεδομένα, για τα οποία την παραμικρή τύψη δεν έχω, δεν καταλαβαίνω γιατί οι Αριστεροί αντί να διαδηλώνουν υπέρ των μεταναστών, ή να δρουν θετικά γι’ αυτούς, δημιουργώντας, ας πούμε, ένα ταμείο στο οποίο οι ίδιοι θα καταβάλλουν μέρος του μισθού τους για να ζήσουν οι μετανάστες σε πιο ανθρώπινες συνθήκες, μαγειρεύοντας τους κάθε σαββατοκύριακο ή και συχνότερα για να θρέφονται θρεπτικότερα, αναλαμβάνοντας, όσοι μπορούν, τη δωρεάν μόρφωσή τους, ή την κοινωνική τους ένταξη «παίρνοντάς τους σπίτι τους», το πρόβλημά τους είμαστε εμείς που απλώς διαφωνούμε.

Και μας αποκαλούν και βλάκες. Αντιλαμβάνεστε, αυτή δεν ήταν μία πορεία ειρήνης υπέρ των μεταναστών. Ήταν μία εχθρική πορεία ενάντια σε όσους διαφωνούν μαζί τους. Δηλαδή, μια αντιδημοκρατική πορεία. Να τολμήσω να την αποκαλέσω «φασιστική;» Θεωρώ πως η λέξη φασισμός εν έτει 2020 είναι κενή περιεχομένου. Χρησιμοποιείται πιο συχνά και από τη λέξη cool στις αμερικάνικες σειρές. Έχει ευτελιστεί τόσο πολύ που κανείς δεν ξέρει πλέον τη σημασία της. Σίγουρα όσοι βίωσαν πραγματικό φασισμό σε άλλα καθεστώτα γελάνε, αλλά τη σήμερον οι Αριστεροί αρέσκονται να αποκαλούν έτσι οποιονδήποτε εκφέρει διαφορετική γνώμη. Είναι σαν το "ρε μαλάκα". Δεν σημαίνει τίποτε, μπορεί να σημαίνει και τα πάντα. Ας μην πέσουμε στο ίδιο επίπεδο διαστρέβλωσης εννοιών και λέξεων, όμως. Ας πούμε, πως επρόκειτο τελικά για μία χαμηλού επιπέδου διαδήλωση. 

Οι Αριστεροί κάποτε πρέπει να καταλάβουν ότι δεν κρατούν το μέτρο της ηθικής, και ότι το πονόψυχο προσωπείο τους, που είναι κατά τη γνώμη μου φτιαχτό, υποκριτικό και ψεύτικο, δεν φτουρά πλέον. Και δεν φτουρά γιατί την τελευταία δεκαετία που εγώ τους παρακολουθώ στενότερα, και στη διάρκεια της οποίας μας έχουν κάνει τα αρχίδια-καρπούζια σχετικά με την φιλευσπλαχνία τους, δεν έπραξαν το παραμικρό για να δώσουν πρώτοι το καλό παράδειγμα. Ελάχιστες εξαιρέσεις συμπεριφέρθηκαν πραγματικά "προοδευτικά". Το πρόβλημά όλων των υπολοίπων, ήταν πάντα η ανάλγητη Δεξιά. Δεν ήταν ποτέ η ουσία του πράγματος. Εξ ου και σήμερα, δεν έστησαν ένα παζαράκι να πουλήσουν μπισκότα ή χειροτεχνίες με τα έσοδα να διατίθενται για ένα καλύτερο αύριο των μεταναστών σ’ αυτή την αφιλόξενη χώρα κάτι το οποίο θα ήταν και θεάρεστο και αποστομωτικό. Το πρόβλημά τους ήταν οι «βλάκες» που δεν συμφωνούσαν μαζί τους.

Πόσο χαριτωμένα γελοίοι!


Πέμπτη, Μαΐου 21, 2020

Άβαφη Είναι Μια Κάσια!

Έχω σκάσει στα γέλια και πρέπει κάπου να τα πω.

Ψηφιοποιώντας προ ολίγου μία ταινία από μία σχολική αποστολή στην Ελλάδα το έτος 1998, ανακάλυψα το πιο κάτω στιγμιότυπο κατά τη διάρκεια του οποίου συναντήσαμε τυχαία την Ελένη Μενεγάκη στο αεροδρόμιο του ελληνικού.

Το 1998 το σχολείο μου είχε επιλεγεί να εκπροσωπήσει την Κύπρο στη μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου, στην Αθήνα. Εγώ, όντας από τους πιο ψηλούς του σχολείου, αλλά και άλλοι συμμαθητές μου που πληρούσαν τα κριτήρια, ανήκαμε στην αντιπροσωπεία που εστάλη στην Αθήνα. Σας τα ξανάγραψα παλιότερα, εάν ενθυμάστε. Ήταν τότε που έκανα καβγάδες με τους κουλτουριάρηδες συμμαθητές μου, γιατί τόλμησαν και ψήφισαν να βγούμε να διασκεδάσουμε στον Νταλάρα το βράδυ, αντί στη Βίσση.

Λοιπόν, στο θέμα μας. Στην πτήση της επιστροφής προς την Κύπρο, ανακάλυψα πως ήταν και η Ελένη Μενεγάκη ανάμεσα στους επιβάτες. Δεν ήταν και δύσκολο όπως θα δείτε. Της έκανα κανονικό παπαράτζι μέσα στο αεροδρόμιο να δοκιμάζει φρου-φρου κι αρώματα. Δεν είχα ξαναδεί πιο όμορφη γυναίκα μέχρι τότε στη ζωή μου. Και ακόμα και σήμερα θεωρώ τη Μενεγάκη τον ορισμό του ιερού θηλυκού. Τη γυναίκα όπως έπρεπε να είναι. Τότε όμως, που ήταν ακόμα 25 με 30 χρονών ήταν ακόμα πιο κουκλάρα και λαμπερή από όσο είναι σήμερα. Φορούσε και μία γκρίζα γούνα, ήταν το κάτι άλλο, πράγματι!

Είδα κι έπαθα να πείσω μία φίλη μου να πάει να της μιλήσει για να μπορέσω να την καταγράψω με την κάμερα. Δείτε το στιγμιότυπο ένα λεπτό διαρκεί όλο κι όλο:

Θεέ μου, της είπαμε να πει "ένα γεια για την Κύπρο!" λες και προερχόμασταν από το Τιμπουκτού. Oh, wait!

Γελώ πάρα πολύ. Γελώ μόνος μου, πνιχτά για να μην ξυπνήσω το μωρό που κοιμάται δίπλα. Γελώ γιατί δεν μπορώ να σας δείξω τη συνομιλία που προηγήθηκε στην ταινία με κάποιους εκ των συμμαθητών μου προκειμένου να τους πείσω να πάμε μαζί να μιλήσουμε στη Μενεγάκη. Ξέρετε, εκεί στην εφηβεία για κάποιο λόγο ο κόσμος ο πολύς τη βλέπει πολύ βαθειά κουλτούρα και ανώτερη διανόηση. Δεν καταδέχεται να πάει να μιλήσει στη Μενεγάκη την πρωινατζού, γιατί ως γνωστόν εμείς ήμασταν των θετικών επιστημών, είχαμε επιλεγόμενα μαθήματα φυσική και χημεία, δεν ήμασταν ό, τι κι ό, τι για να συνομιλούμε με τηλεορασούδες του συρμού. Το ότι πετύχαμε την πιο πετυχημένη Ελληνίδα παρουσιάστρια στο αεροδρόμιο δεν σήμαινε τίποτα για τη σνομπέ γενιά μου, ειδικά πάνω στο απόγειο των ορμονών μας. Εδώ λέμε οι άνθρωποι ήθελαν να πάνε να διασκεδάσουν στον Νταλάρα και τη Τσαλιγοπούλου! Τι να λέμε τώρα.

Γελώ ακόμα περισσότερο όταν λίγο αργότερα, ανοίγω τη κάμερα και ρωτώ δύο τυχαίες κοπέλες από το σχολείο μου, από άλλη τάξη, «πώς σας φάνηκε η Μενεγάκη από κοντά;» και μου απαντούν: «από κοντά δεν λέει και πολλά!» και συνεχίζει η άλλη, «άβαφ(τ)η είναι μία κάσια!*»

Πόσο λυπούμαι που για ευνόητους λόγους δεν μπορώ να σας δείξω τις συγκεκριμένες, που είχαν ένα σμιχτό φρύδι, σπυράκια εφηβείας και σιδεράκια στα δόντια να λένε στην κάμερα ότι η Μενεγάκη «άβαφτη, είναι μια κάσια!» Επιφυλάσσομαι όμως, όσοι θέλετε να δείτε το uncut version που έχει όλο το ζουμί, να σας το δείξω κάποια μέρα πριν πεθάνουμε.

Δεν υπήρξε ωραιότερη εποχή από τη δεκαετία του ’90! Το υπογράφω!

*Νομίζω έχω από το 1998 να ακούσω τον χαρακτηρισμό «κάσια» για γυναίκα. Ακόμα και την αργκό του τότε πεθύμησα.


Πέμπτη, Μαΐου 14, 2020

Άλλοι Καιροί

Ανακάλυψα ένα παλιό βίντεο στην αποθήκη του σπιτιού μας προχθές.

Βίντεο, λέγοντας, εννοώ μηχάνημα VHS! Και δουλεύει και μια χαρά! Κατενθουσιάστηκα. Πήγα και δανείστηκα από τον θείο μου ένα adaptor και ξεκίνησα μαραθώνιους προβολών όλων των οικογενειακών ταινιών που είχαμε τραβήξει στη δεκαετία του ’90. Πολλές απ’ αυτές τις είχα ψηφιοποιήσει όταν ήμουν φοιτητής. Αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό έμεινε σκονισμένο στα μπαούλα. Τώρα έχουν όλες οι κασέτες την τιμητική τους. Και τι δεν βρήκα. Σχολικά πάρτι, την ορκωμοσία μου στον στρατό, οικογενειακά τραπέζια, τις πρώτες μας διακοπές με τα αγόρια στην Αγία Νάπα, μεθύσια και άλλα αναρχικά, όλα συνοψισμένα υπό την ομπρέλα «ντροπιαστικό παρελθόν».

Από όσους έστειλα αποσπάσματα να δουν και να θυμηθούν εκείνα τα ανέμελα και υπέροχα χρόνια ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό. Το «πώς ήμασταν έτσι» κυριαρχούσε. Καλά, κι εγώ δεν χάρηκα που με είδα. Ένα απολειφάδι ήμουν. Επειδή, όμως, εγώ ανατρέχω συχνά στο παρελθόν έχω συνηθίσει την εφηβική μου εικόνα και εξοικειώθηκα μαζί της. Δεν αδικώ όσους αναγουλιάστηκαν πάντως.

Δυστυχώς είμαστε η γενιά που δεν μπορεί να δημιουργήσει κανένα μύθο γύρω από την εποχή της. Είναι όλα εκεί καταγραμμένα. Οι γονείς μου, φερ' ειπείν, οι οποίοι μεγάλωσαν σε εποχή που η τεχνολογία δεν επίτρεπε απρόσκοπτη και λεπτομερή καταγραφή της ζωής, μπορούσαν να μας πουλήσουν και λίγο παραμύθι. Να μας διανθίσουν την εποχή τους. Ακόμα περισσότερο οι γιαγιάδες μας. Αλλά εμείς δεν μπορούμε να κοροϊδέψουμε τα παιδιά μας. Αυτοί ήμασταν, δείτε μας. Έτσι ήμασταν ως μωρά, έτσι ήμασταν στο σχολείο, έτσι σαν έφηβοι και έτσι σαν φοιτητές. Αυτό το χάλι όπως ακριβώς το βλέπετε, no filter.

Θα κριθούμε βάναυσα μια μέρα αν αυτά τα βίντεο προβληθούν ενόσω έχουμε παιδιά στην εφηβεία. Δεν θα μπορούμε να επιβληθούμε καθόλου αφού θα έχουν απτές αποδείξεις για το ότι εμείς δεν υπήρξαμε και τίποτα καλύτερο. Εδώ με το ζόρι επιβαλλόμαστε τώρα…

Ήταν άλλη η ζωή μου τότε. Ήμουν κι εγώ άλλος, όλοι ήμασταν άλλοι. Δεν ξέρω αν ήταν πιο ωραία, πάντως εκείνα τα άτομα, όσα ακόμα ζουν, δεν είναι σήμερα τα ίδια. Και φυσικά, δεν εννοώ εμφανισιακά. Ούτε εγώ, ούτε η αδελφή μου, ούτε η μάνα μου, ούτε οι φίλοι μου είμαστε ακόμα εκείνοι οι άνθρωποι στα βίντεα. Για καλό, για κακό, δεν ξέρω. Πάντως μεταξύ μας, τότε, τα βρίσκαμε μια χαρά. Σήμερα είναι που δυσκολεύομαστε. Ακόμα και η Λευκωσία ήταν άλλη τότε. Είδα ένα πλάνο από το 1997 στο οποίο το χιόνι είχε στοιβάξει έξω από το σπίτι μου, στην Έγκωμη, και εμείς δεν ξέραμε αν θα πάμε σχολείο. Ακόμα και ο καιρός ήταν άλλος!

Πώς να είμαστε σε είκοσι χρόνια από τώρα άραγε;


Τρίτη, Μαΐου 12, 2020

Συνασπισμένες Μάζες - Ό, τι Χειρότερο

Πάμε λίγο πάλι την επανάληψή μας, γιατί τα λέμε τα λέμε, αλλά τίποτα δεν μαθαίνετε:

Δεν σου επιτίθενται επειδή είσαι γυναίκα, δεν σε κοροϊδεύουν επειδή είσαι γκέι. Δεν σε υποτιμούν επειδή είσαι μαύρος, ούτε επειδή είσαι στραβός.

Αυτά που βιώνεις δεν πηγάζουν απ’ τη φύση σου. Έγκεινται στη φτωχή σου προσωπικότητα. Υπάρχουν άπειρες γυναίκες εκεί έξω, καθώς επίσης γκέι, μαύροι, φτωχοί και ανάπηροι που διαπρέπουν στην κοινωνία και τυγχάνουν μέγιστου σεβασμού. Κι αυτό γιατί δεν άφησαν χώρο στην επιθετικότητα να απλωθεί και να θεριέψει όταν αυτή ορθώθηκε μπροστά τους. Δεν ανέχτηκαν εξ αρχής μειωτικές συμπεριφορές και είχαν τη γνώση να επιλέγουν τριγύρω τους άντρες (αν δεχτούμε ότι οι άντρες, οι λευκοί, οι στρέητ, ευθύνονται για όλα τα κακά της μοίρας σας), οι οποίοι ήξεραν να σέβονται.

Είναι πολύ εύκολο να θεωρείς ότι δέχεσαι βία εξ αιτίας του φύλου σου. Εύκολο και υποτιμητικό συνάμα. Θα στο χαλάσω, μα δεν δέχεσαι επίθεση εξ αιτίας του φύλου σου. Αν το φύλο ήταν αιτία πρόκλησης μίσους και βίας θα συνέβαινε σε όλους τους ανθρώπους του ιδίου φύλου. Δεν συμβαίνει. Δέχεσαι βία επειδή είσαι αδύναμη προσωπικότητα. Και την προσωπικότητα δεν σου την επέβαλαν, μόνη σου, μόνος σου, τη διαμόρφωσες.

Εγώ όταν δέχτηκα ανελέητο μπούλινγκ στο Γυμνάσιο επί ένα χρόνο, δεν βγήκα να πω ότι φταίει που είμαι ψηλός, φταίει που είμαι λεπτός, φταίει που είμαι ευαίσθητος. Εκ των υστέρων και κοιτάζοντας πίσω, λέω ότι φταίω που ήμουν μαλάκας και τους το επέτρεψα. Όταν πάτησα πόδι και όρθωσα ανάστημα, όταν είδαν ότι κινούσα γη και ουρανό και εξάντλησα όλα τα θεμιτά μέσα για να απαλλαγώ από τη ψυχολογική πίεση που μου ασκούσαν, όχι μόνο σταμάτησαν, αλλά λίγους μήνες μετά γίναμε και φίλοι. «Φίλοι» τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί σήμερα όταν τους θυμάμαι ψιλό-ξερνάω.

Δεν μου φταίνε όμως οι μπούλλις. Μου φταίει ο εαυτός μου που ήταν μπούλης. Θα μου πεις, δεν είχες δικαίωμα να είσαι μπούλης; Ασφαλώς και είχα κάθε δικαίωμα να είμαι μπούλης και όφειλαν να το σεβαστούν. Δεν είναι ιδανικός ο κόσμος μας όμως. Και τότε ήμουν μόλις δεκατεσσάρων, δηλαδή αρκετά άβγαλτος για να αναμένω ότι θα ζήσω μια ζωή σε ροζ συννεφάκι. Καλά να πάθω! Θεωρούσα τους πάντες πως λειτουργούσαν με αγνά κίνητρα. Την έπαθα, έφαγα τα μούτρα μου, αλλά βγήκα δυνατότερος και σοφότερος και εν μέρει χαίρομαι που το έζησα.

Μια φορά, δεν κατέφυγα σε γενικεύσεις. Δεν μου έφταιξε το «αντρικό φύλο». Δεν μου έφταιξε η «βία». Δεν μου έφταιξαν "τα στερεότυπα". Μου έφταιξε η μαλακία που με έδερνε σαν έφηβο. Μου έφταιξαν οι παρέες που έκανα. Μου έφταιξε που είχαμε 1994 και εγώ ζούσα ακόμα στο 1989. Είδα κάθε τι επάνω μου που "άξιζε κοροϊδίας". 

Καλό είναι πού και πού να κάνουμε όλοι μία αυτοκριτική. Δεν γίνεται εν έτει 2020 να θεωρείτε ότι στοχοποιείστε για κάτι που τυχαία είστε ή και γεννηθήκατε. Υπάρχουν άλλοι τόσοι αντίστοιχοι «στόχοι» με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά που περνούν μια χαρά και ουδείς τους έβλαψε. Αυτό δεν σας λέει κάτι; Δεν σας κάνει να διερωτάστε; Δεν σας λέει ότι μπορεί να φταίτε που με την παθητικότητα που εκπέμπετε φωνάζετε στον θύτη να σας εκμεταλλευτεί; Ως πότε θα πιπιλάτε την καραμέλα περί «φυσικής αδυναμίας» για να δικαιολογήσετε την ανικανότητά σας να ενηλικιωθείτε και να επιβιώσετε; Γιατί οκ, και το ποντίκι είναι μικρό και αδύναμο αλλά μπορεί να πνίξει ελέφαντα. Δεν κάθεται μέρα-νύχτα να μοιρολογεί και να αναφέρεται σε «ασθενές φύλο», «σεξισμό», «ρατσισμό» και τα τοιαύτα για να δικαιολογήσει το μυαλό του το κλούβιο.

Σοβαρευτείτε. Μας πολεμάνε γιατί μας βρήκανε ηλίθιους και ευάλωτους ή καλύτερα επειδή τους επιτρέψαμε να μας πάρουν για ηλίθιους και ευάλωτους και όχι για κάποιον άλλο γενικό και αόριστο λόγο. Όταν αποφασίσετε να πάρετε τη ζωή στα χέρια σας, θα με θυμηθείτε. Θα ντρέπεστε που επικαλεστήκατε τη φύση σας για να δικαιολογήσετε όσα σας συμβαίνουν.

Και γιατί κάθομαι και ασχολούμαι και επαναφέρω το θέμα; Επειδή όσοι πολεμούν για ισότητα δεν είναι δυνατόν να θεωρούν τους εαυτούς τους υποδεέστερους, ώστε να αποδέχονται διαχωρισμούς βάσει φύλου, ράτσας και σεξουαλικού προσανατολισμού και να απαιτούν σεβασμό. Ο σεβασμός κερδίζεται. Ε, κερδίστε τον. Ατομικά! Κανένας δεν είναι ίδιος με άλλον για να ανήκουμε σε μπανάλ γκρουπ και ομάδες. Είμαστε όλοι ίσοι μες την ανισότητα μας και όλοι διαφορετικοί μέσα στην ίδια ομάδα. Δύσκολο να το επεξεργαστείτε και να το καταλάβετε;

Too bad!

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

Πάει Και Το Θέατρο

Προχθές μία φίλη από τη θεατρική ομάδα έστειλε μήνυμα στο γκρουπ μας στο whatsapp γράφοντας πως, κανονικά, αν η ζωή και ο κόσμος δεν είχαν γυρίσει ανάποδα τους τελευταίους δύο μήνες, θα είχαμε εκείνη την ημέρα, πρεμιέρα.

Θα πεθυμήσω το θέατρο.

Θα το πεθυμήσω γιατί όπως τα κόβω τα πράγματα, και δύσκολα θα ξαναπαίξουμε, και δύσκολα θα ξανά-παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον στη φόρμα που το συνηθίσαμε.

Κάτσε τώρα πείσε τον κόσμο να συναθροιστεί στα κυπριακά θέατρα, που είναι ούτως ή άλλως τρύπες, για να δει την παράστασή σου. Χάρη μας κάνουν και που έρχονται, σιγά μην έρθουν, όταν όλοι γνωρίζουν ότι ακόμη περιφέρεται στον αέρα ο «αόρατος εχθρός». Στο μεταξύ θα περάσουν μήνες, ίσως κι άλλο έτος, εμείς στο μεταξύ θα μεγαλώνουμε, οι υποχρεώσεις μας θα αυξάνονται και θα είναι ακόμη δυσκολότερο να μαζέψουμε ερασιτέχνες για να συνδράμουν στις τέχνες.

Φέτος ετοιμάζαμε παραστασάρα. Κατεβαίναμε με τα «τεθωρακισμένα» του χώρου, δηλαδή με τη Λέα Μαλένη στη σκηνοθεσία. Που για μένα, το να μας σκηνοθετήσει η Λέα ήταν ανομολόγητος πόθος για πολλά χρόνια. Δεν τολμούσα όμως να της το προτείνω θεωρώντας ότι δεν θα χωρούσαμε στο πρόγραμμά της και ότι ήμασταν εκτός του πεδίου ενδιαφέροντός της. Μια μέρα που την πέτυχα κάπου τυχαία και τόλμησα να της κάνω μία νύξη και είδα ότι ήταν θετική στο ενδεχόμενο, ένιωσα σα να δέχτηκε ο Καρβέλας να μας γράψει τραγούδια από τη χαρά μου.

Τέλος πάντων, πρόβες, πρόβες, πρόβες από το φθινόπωρο του 2019, αλλά τελικά δεν! Μας τα χάλασε ο κορωνοϊός. Και τώρα μεταθέσαμε την παράσταση για τον Απρίλη του 2021. Στο μεταξύ, ομάδα μεγάλωσε, φέτος μαζευτήκαμε 23 άτομα, και αυτά τα άτομα δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι θα είναι διαθέσιμα και του χρόνου. Επομένως, όλα είναι ρευστά και χλωμά.

Το θέατρο ήταν η ψυχοθεραπεία μου, το έχω πει πολλές φορές. Κάναμε πρόβα κάθε Δευτέρα και την Κυριακή λαχταρούσα να ξημερώσει η βδομάδα. Ποτέ άλλοτε δεν προσδοκούσα τη Δευτέρα τόσο πολύ. Τώρα χάθηκε κι αυτό. Δεν έχω άλλο χόμπι που να με κοινωνικοποιεί και να με ισορροπεί τόσο. Έπαιξα σε δεκατρία έργα και ακόμα δεν χόρτασα. Και νιώθω ότι όσο περνούν οι μήνες τόσο περισσότερο δεν θα με παίρνει να ασχολούμαι με αυτό.

Ω, γουέλ!


Κυριακή, Μαΐου 03, 2020

#Σπίτι Με Την Άννα


Οι εκπομπές τύπου «Σπίτι Με Την Άννα», σε μένα δεν λένε τίποτα. Εδώ μέσα είναι σαν να ζούμε με την Άννα από το 1997, τη χρονιά κατά την οποία πωρώθηκα. Δεν μου λέει κάτι παραπάνω να τη δω να τραγουδά στους τρόφιμους της καραντίνας. Χθες το απόγευμα κιόλας είχα βάλει το λάιβ από το Χοτέλ Ερμού στη διαπασών και είχα και τη σύζυγο να με ρωτά «πού τη βρίσκω την όρεξη και τραγουδώ τόσο παθιασμένα, τραγούδια τα οποία έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές». Ούτε εγώ ξέρω πού τη βρίσκω την όρεξη. Η μουσική του Καρβέλα σε συνδυασμό με τη φωνή της Βίσση είναι σαν ναρκωτικό για μένα. Άντε ρώτα τον ναρκομανή, πού βρίσκει την ενέργεια όταν σνιφάρει κόκα. Το ίδιο πράγμα είναι, ακριβώς.

Το μόνο θετικό που προκύπτει από εκπομπές τύπου «Σπίτι Με Την Άννα» είναι ότι τις βλέπουν και κανονικοί άνθρωποι, μη φανς, και θεωρούν ορθό να επικοινωνήσουν μαζί μου κατά τη διάρκεια, θεωρώντας με ταυτόσημο μαζί της. Το τι μήνυμα έπεσε χθες από παλιούς συμφοιτητές από Ελλάδα με τους οποίους είχα να μιλήσω αρκετά χρόνια, δεν λέγεται. Είναι συγκινητικό να σου λέει κάποιος ότι σε θυμάται εξ αιτίας ενός τραγουδιστή.

Χθες, λοιπόν, εξ αιτίας της επικοινωνίας μου με παλιούς συμφοιτητές άνοιξα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ και βρήκα την πιο κάτω φωτογραφία. Είναι τραβηγμένη από «greek night» στο Ρέντινγκ, τον Ιανουάριο του 2002. Πριν 18 χρόνια, Τζίζους Κράιστ! Είναι η στιγμή που έμπαινε το «αγάπη υπερβολική» και γινότανε σεισμός. Όπως βλέπετε, και όπως βλέπω κι εγώ και πλέον ντρέπομαι, κουβαλούσα και μία αφίσα μαζί μου, ήταν από τα βραβεία του Ποπ Κορν 2001, την οποία ξεδίπλωσα και κρέμασα από το μπαλκόνι του κλαμπ την ώρα που έπαιζε η Βίσση. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, ούτε τι σκεφτόμουν, ούτε σε τι αποσκοπούσα, ούτε γιατί το θεωρούσα κουλ. Όπως σας έγραψα πολλές φορές, ως φοιτητής ένιωθα χρέος μου να μάθει και ο τελευταίος ευρωπαίος τι εστί Βίσση. Φυσικά, στις ελληνικές βραδιές, ελάχιστοι ξένοι παρευρίσκονταν, κι αν παρευρίσκονταν ουδόλως κόπτονταν να μάθουν ποια ήταν η Βίσση. Εγώ όμως, θεωρούσα ότι όλοι έπρεπε να ξεραθούν να μάθουν.


Νομίζω εδώ είναι το σημείο που λέει "χάνομαιιιιι". Διακρίνεται συμφοιτήτρια στα κόκκινα που διακατέχοντο από το ίδιο πάθος. 

Δεν το βρίσκω φυσιολογικό εκ των υστέρων. Αν, πάντως, σημαίνει κάτι, χθες, τόσα χρόνια μετά, οπόταν και είχαμε μία σχετική κουβέντα στο φέησμπουκ, μία κοπέλα από τον Παναμά που σπούδαζε μαζί μας, άφησε κάτω από τη συζήτηση το εξής σχόλιο: «Even I remember that woman!» Οπότε ναι, μπορεί διεθνή καριέρα να μην έκανε, αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει τουλάχιστον ένα άτομο στον Παναμά που έμαθε τη Βίσση εξ αιτίας μου!

Τώρα που το σκέφτομαι, έχω και σε βίντεο μία Ουκρανή που τραγουδά φαρσί το Τραύμα, το οποίο της το έμαθα λέξη προς λέξη, κουπλέ-ρεφρέν. Ναι, ας μην το σκαλίσουμε το θέμα, γίνεται όλο και πιο άβολο.

Είναι όμως, θέλουμε δεν θέλουμε, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, παρόλο το awkwardness. Η μάνα μου, για παράδειγμα, μου είπε ότι παλιότερα δεν τη χώνευε τη Βίσση και ότι την αγάπησε εξ αιτίας μου. Απόψε, έμεινε ξύπνια μέχρι τις 22:30 και την παρακολούθησε παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες κοιμάται στις 21:00. Επίσης, έσπευσε να μου στείλει και μήνυμα ότι την απολαμβάνει. Αυτό δεν θα συνέβαινε αν δεν έπαιζα τα cd στο σαλόνι ενόσω μεγάλωνα.

Κάθε τραγούδι της Βίσση είναι και μια εικόνα. Τραγουδούσε απόψε, στον Τσιτσιπά, τα «Κακά Παιδιά». Θυμήθηκα τον πατέρα μου, πόσο του άρεσε αυτό το τραγούδι. Δέκα μέρες πριν πεθάνει (δεν είχαμε πάρει ακόμα χαμπάρι πόσο κοντά στο τέλος βρισκόταν), είχα βάλει το εν λόγω τραγούδι να παίζει δυνατά και ανέβηκα στην κουζίνα να φάω. Ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε να χαμηλώσω τη μουσική. Εκείνη την ημέρα, ακούγοντας τη λατέρνα στην εισαγωγή, μου είπε «πήγαινε κάτω και δυνάμωσέ το κι άλλο, τι ωραίο αυτό το τραγούδι!» Ήταν καταπονημένος, μετά δυσκολία κινούνταν, δεν είχε δύναμη καν να μασήσει τροφή και έτρωγε μόνο σούπες, κι όμως τον κατάλαβα ότι εκείνη την ώρα απολάμβανε αυτό που άκουγε. Κουνούσε και το κεφάλι ρυθμικά σαν να περνούσε ο πόνος. Δέκα μέρες μετά πέθανε. Σκεφτόμουν απόψε, άραγε το διαισθανόταν εκείνη την ώρα; Ήξερε, ότι το τέλος ήταν κοντά και γι αυτό δεν μου θύμωσε που είχα τη Βίσση τέρμα; 

Κανένας δεν ξέρει. Αυτά, σκεφτόμουν απόψε όσο διαρκούσε το τραγούδι. Τέτοιες ιστορίες όμως, με τραγούδια της Βίσση που έγιναν soundtracks στιγμών, έχω να σου διηγηθώ άπειρες. Οι περισσότερες είναι και αντικειμενικά ασήμαντες, αλλά μέσα στο μυαλό μου γιγαντώθηκαν και πήραν διαστάσεις θρύλου. Υπάρχουν συγκεκριμένα τραγούδια της, συγκεκριμένοι στίχοι, συγκεκριμένα μουσικά σημεία και θέματα που σημαίνουν πολλά.

Δεν το καταλαβαίνουν οι πιο πολλοί. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι με νοιάζει αν πούλησε, αν της πάει το μαλλί, αν της πάει το ρούχο και άλλα τέτοια ευτελή και πανηλίθια. Επίσης πολλοί νομίζουν ότι αν έχω τις μαύρες μου και μου παίξουν τραγούδια της θα σηκωθώ πάνω και θα χτυπιέμαι σαν να γύρισε διακόπτης (σε πόσους γάμους, σε πόσα πάρτι έχω πάει και βαριέμαι τη ζωή μου, και για να μην φύγω έρχονται και μου λένε "θα πω στον dj να βάλει Βίσση", λες και αυτό θα σώσει τίποτα). Νομίζουν ότι είναι τόσο φαιδρό αυτό που συμβαίνει μαζί της. Κανένας δεν πάει στο βάθος να στοχαστεί τι είναι αυτό που με δένει ουσιαστικά μαζί της. Εξ ου και όποτε πάω στη συναυλία της, δεν πάω απλά σε μια συναυλία της τραγουδίστριας Άννας Βίσση. Επιστρέφω, εκόντας άκοντας, και ξαναβλέπω μπροστά μου όλη μου τη ζωή από το 1997 και μετά. 

Είναι προνόμιο, κατά μία έννοια. Καληνύχτα σας.