Τρίτη, Ιουνίου 30, 2026

20 Χρόνια Blogger

Τον Ιούλιο του 2006 ανακάλυψα το μπλόγγινγκ (άκου λέξη!)

 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συμπληρώνω φέτος 20 συναπτά έτη γραφής εδώ μέσα.

 

Ξεκίνησα να γράφω εδώ μέσα επειδή ανέκαθεν στη ζωή το παιχνίδι μου ήταν τα ΜΜΕ. Όταν ήμουν μικρός τύπωνα εφημερίδα. Είχα μία οικογενειακή στην οποία έγραφα με τα ξαδέλφια μου τα άπλυτα και τα βγάζαμε στη φόρα (την πουλούσαμε κανονικά στη γειτονιά για 20σεντς, ώσπου το έμαθαν οι γονείς μας και έγιναν έξαλλοι), και άλλη μία σχολική εφημερίδα με τον συμμαθητή μου τον Παντελή, στην οποία καταγράφαμε ειδήσεις και κουτσομπολιά του σχολείου. Κάναμε infotainment πολύ πριν ανακαλυφθεί ο όρος! 

 

Επίσης, τα απογεύματα έπαιζα “ραδιοφωνικό σταθμό” με τους φίλους μου στο Δημοτικό. Τηλεφωνούσαμε σε σπίτια και ζητούσαμε σε συμμαθητές μας να βγουν στον αέρα (ποιον αέρα; τον αέρα τον κοπανιστό) και να λάβουν μέρος σε κουίζ και να κερδίσουν πλούσια δώρα. Στην πολλή την ώρα κάποιος γονέας από τη μία ή την άλλη οικογένεια νευρίαζε, άρπαζε το ακουστικό, μας έριχνε κι ένα “περιμένουμε επείγον τηλεφώνημα” και μας το έκλεινε. Λίγα χρόνια αργότερα, με την εμφάνιση πληθώρας ιδιωτικών, τηλεοπτικών καναλιών έπαιζα “τηλεοπτικό κανάλι”. Έστηνα τη κάμερα του θείου μου, άναβα προβολείς, έφτιαχνα σκηνικά και έβαζα τις ξαδέλφες και την αδελφή μου να παίζουν ελληνικές σειρές, να παρουσιάζουν τηλεοπτικά σόου και άλλα τέτοια. Με αυτή την έφεση δεν θα μου γλίτωναν τα μπλογκς.

 

Έγραφα ούτως ή άλλως για 15 χρόνια ημερολόγιο (από το 1995!) σε ένα word document που είχα φυλαγμένο στον υπολογιστή μου. Η ανάγκη μου να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τον υπερπέραν και η ελπίδα ότι κάπου εκεί έξω μπορεί να υπάρχει άλλος ένας άνθρωπος που να συμμερίζεται τα πιστεύω σου, με εξώθησαν στο να μεταφέρω την ημερολογιακή μου γραφή και στο μπλογκ. Στην αρχή ήταν και λίγο σαν παιχνίδι πάλι, μιας και δεν πίστεύα ότι θα μπορούσε να αφορά κανέναν τι γράφει ένας 26χρονος στο ίντερνετ, ώσπου μετά σοβάρεψε και πέρασε από χίλια μύρια κύματα. Υπήρχε εποχή, το 2009, που είχα 10.000 επισκέψεις την ημέρα! Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια το μπλογκ αυτό αφορά μόνο εμένα και άλλους 10 περίεργους, που απορώ κι εγώ γιατί συνεχίζουν να μπαίνουν εδώ μέσα και να διαβάζουν. Σόρρι για το «περίεργους», δεν το λέω με την κακή έννοια. 

 

Η πρώτη μπλόγγερ που διάβασα ήταν η Δρακούνα. Θυμάμαι ότι είχε γράψει ένα κείμενο για «τις κουρτίνες του Χίλτον» και το βρήκα πολύ ευφάνταστο για Κύπρια. Ήταν πριν μάθουμε τις πολιτικές της πεποιθήσεις και αναγουλιάσουμε. Μάλιστα, τόσο πολύ είχα εντυπωσιαστεί με τη γραφή της Δρακούνας που δεν πίστευα ότι επρόκειτο για Κύπριας. Της είχα στείλει και e-mail τότε, ότι ήθελα να τη γνωρίσω, γιατί για κάποιο διεστραμμένο λόγο έβρισκα το χιούμορ της εξαιρετικό (τόσα ήξερα κι εγώ τότε...) Φυσικά, δεν μου απάντησε ποτέ. Μετά κατάλαβα ότι επρόκειτο για μεγάλης ντίβας.

 

Επίσης, είχα μανία να διαβάζω τον Yoreeka. Εκείνον τον Πόντιο που ανέβαζε συχνά αναρτήσεις με τις αφίσες των μουσικών σχημάτων στην Αθήνα, και έκραζε τις πόζες τους. Ταυτιζόμουν πολύ με τον Yoreeka ώσπου κάτι έπαθε, κάποιος ανακάλυψε την ταυτότητα του και τον ξεμπρόστιασε, και έτσι αναγκάστηκε να κλειδώσει το μπλογκ του και να το διαβάζουν μόνο όσοι είχαν λάβει ειδική πρόσκληση. Δεν ήμουν ανάμεσα στους προσκεκλημένους και θυμάμαι ότι με ψιλοπείραξε. 

 

Την πρώτη φορά που επικοινώνησε μαζί μου άγνωστος αναγνώστης ήμουν φοιτητής στο Κάρντιφ. Στο Κάρντιφ είχα την ησυχία μου και έγραφα ανελλιπώς. Κάθε μέρα. Καμιά φορά και δυο φορές μέσα στην ίδια μέρα. Αν προσέξετε, το 2007 ήταν η χρονιά με τα περισσότερα κείμενα. Λάτρεύα να γράφω τότε. Το μπλογκ ήταν η παρέα μου και ένας έμμεσος τρόπος να μαθαίνουν στην Κύπρο τα νέα μου οι φίλοι μου. Τότε είχα και μία ισχνή ελπίδα ότι θα μείνω αιώνια στα ξένα, και το μπλογκ ήταν ένας τρόπος να κρατώ επαφή με την Κύπρο που θα άφηνα πίσω μου. Ένα βράδυ που καθόμουν στο δωματιάκι μου, έλαβα για πρώτη φορά μέηλ από μία αναγνώστρια η οποία τω καιρώ εκείνω ήταν 15 χρονών. Με ρωτούσε την άποψη μου για τον επαγγελματικό της προσανατολισμό γιατί είχα γράψει ένα κείμενο για τη νομική και ήθελε πληροφορίες. Σκέφτηκα ότι για να με διαβάζουν πιτσιρίκια και να θεωρούν ότι είμαι αυθεντία στο να συμβουλεύσω, πάει να πει ότι έχω πέραση. Με εκείνο το 15χρονο κορίτσι που πλέον είναι μεγάλη κοπέλα είμαστε φίλοι στο ΦΒ ακόμα.

 

Μετά έλαβα κι άλλα σχόλια από Κύπριους αναγνώστες. Η πρώτη ήταν η APOTHNEDRA. Στην αρχή αυτό το πράγμα με συνάρπαζε. Το ότι ένας ξένος αφιέρωνε χρόνο να με διαβάσει και να μου γράψει το έβρισκα τρομερά γοητευτικό. Πολλές φορές έμπαινα και στη διαδικασία να ανακαλύψω με κάθε τρόπο ποιος κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο και τι προθέσεις είχε. Σπάνια κατάφερνα να ψυχολογήσω τις προθέσεις. Πολλές φορές ένιωθα ότι δεχόμουν επίθεση ενώ ο άλλος άφηνε ένα σχόλιο για να το αφήσει. Σπανίως ένιωθα ότι ο κόσμος ερχόταν στο μπλογκ καλοπροαίρετα. Εκτός κι αν επρόκειτο για άλλους μπλόγγερς τους οποίους μπορούσα διαβάζοντάς τους να καταλάβω κι εγώ τι καπνό φουμάρανε. 

 

Ήταν εποχές που τα σόσιαλ μίντια δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί. Το 2007 ήταν η χρονιά που άνοιξε το Facebook στο ευρύ κοινό. Δεν υπήρχε καν τουίτερ και ίνσταγκραμ. Ακόμη και τότε, στοFacebook δεν δινόταν η ευκαιρία στους χρήστες να μοιραστούν τις σκέψεις τους και να σχολιάσουν τις ειδήσεις από κάτω. Εξ ου και τα μπλογκς είχαν την πρωτοκαθεδρία και την απήχηση που είχαν. Άπαξ και πήρε χαμπάρι η Meta ότι αν δώσεις βήμα στους πάντες, έχει να γίνει του αλγόριθμου το κέρατο, περάσαμε σε άλλη πίστα και τα μπλογκς άρχισαν να ξεθωριάζουν. 

 

Δυσκολεύτηκα τρομερά να βρω άλλα μπλογκς να μου αρέσουν. Για να έχει ενδιαφέρον το μπλογκ έπρεπε ο άλλος να εκτίθεται. Και να εκτίθεται οριακά και ίσως ανεπανόρθωτα. Έπρεπε να έχει καημό, να έχει νταλκά. Η Γουρουνέλλα που ήθελε να μείνει έγκυος, ή η Αχάπαρη που είχε εμμονή με την πεθερά της ήταν τέτοια μπλογκς. Η Μπέατριξ που μιλά ανοιχτά για τον πόνο που της προκάλεσε το διαζύγιο της, επίσης. Αυτούς που έγραφαν γενικά και αόριστα συναισθήματα τα οποία έπρεπε να ήσουν η Πυθεία για να τα ερμηνεύσεις, δεν τους πολύ άντεχα. Παρόλα αυτά, γνώρισα αρκετούς μπλόγγερς από κοντά, τη συντριπτική πλειοψηφία των οποίων με χαρά. Με πολύ λίγους κράτησα επαφή. Σήμερα νομίζω μιλώ μόνο με τη Γουρουνέλλα, και μ’ αυτήν μια φορά τον χρόνο, την οποία πια προσφωνώ με το κανονικό της όνομα. 

 

Μια φορά μου ζητήθηκε από κάποιον κύριο που ήθελε να ανοίξει ένα σάιτ να αναδημοσιεύει κείμενα μου εκεί. Επειδή δεν προτίθετο να με πληρώσει, δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα, του είπα «ό,τι θέλεις κάνε», επειδή μια ψωνάρα μέσα μου ήλπιζε ότι με την έκθεση μπορεί μια μέρα να βρεθεί κάποιος να θέλει να με πληρώσει. Η αλήθεια είναι ότι στις διαφημιστικές εταιρείες που δούλεψα όταν ήμουν 28-29 χρονών το μπλογκ συνέβαλε τα μέγιστα στην πρόσληψή μου, άρα γιατί να μην μου αποφέρει χρήμα πλαγίως; 

 

Ενόσω με αναδημοσίευε ο συγκεκριμένος κύριος online, έτρωγα πολύ μίσος στα σχόλια του σάιτ του. Δεν είχα μπει ποτέ στο σάιτ του επειδή σκεφτόμουν ότι η θεματολογία μου δεν αφορά και κανέναν, οπότε δεν περίμενα να υπάρχουν αντιδράσεις. Αλλά μια φορά που πέρασα τη βόλτα μου, έπαθα σοκ από τα εκατοντάδες ιβρυστικά σχόλια χρηστών κάτω από τα κείμενα μου - και δεν εννοώ καν τα πολιτικά κείμενα στα οποία θα μπορούσε να υπάρξει πόλωση και προστριβή, – θυμάμαι ότι με έβριζαν επειδή τόλμησα να γράψω ότι δεν μου αρέσουν τα ταττού! Φυσικά, ο κύριος που κατείχε το σάιτ δεν έκρινε ότι όφειλε να προστατεύσει τον συγγραφέα που του παρείχε δωρεάν περιεχόμενο. Τους άφηνε να χώνουν. Απολάμβανε που υπήρχε νταβαντούρι κάτω από τα κείμενα του σάιτ του. Μια μέρα φαλίρησε και το έκλεισε. Καλά να πάθει. 

 

Αν κάτι μου δίδαξε η γραφή είναι ότι το να έχεις γνώμη και δη ισχυρή γνώμη έχει βαρύ τίμημα. Ο κόσμος δεν είναι σαν το καφέ του πανεπιστημίου όπου ο καθένας μας ξεφούρνιζε ό,τι του καπνίσει και όλοι οι άλλοι σέβονταν τη γνώμη του ή αν διαφωνούσαν το πολύ-πολύ να την προσπερνούσαν. Εδώ έπρεπε όλα να περνούν από κόσκινο πριν δημοσιευτούν γιατί ο καθένας είχε τον πόνο του. Δεν θα ξεχάσω που κάποτε χρησιμοποίησα τον όρο «καθυστερημένος» και έλαβα παρατήρηση με γυναίκα που είχε γιο με αυτισμό ότι δεν χρησιμοποιώ τη γλώσσα με ευαισθησία. Αν έπρεπε να φιλτράρω κάθε μου λέξη δεν θα είχα καμία αυθεντικότητα, δεν θα έκανα άλλη δουλειά. Εδώ, λέω τα δικά μου. Αν τα αντέχεις, καλώς. Αν όχι, πολύ καλώς, στο καλό και να μου γράφετε. 

 

Έλεγα σε ένα φίλο πριν πολύ καιρό πως ό,τι γράφω στο μπλογκ είναι η «στρογγυλεμένη έκδοση» και ότι συνήθως αφήνω ένα κείμενο να κρυώσει πριν το δημοσιεύω και δεν με πίστευε. Κι όμως ισχύει. Όταν αρχίσω να γράφω δεν είμαι ψύχραιμος. Γράφω πάντα εν θερμώ γιατί ο σκοπός της γραφής είναι η εκτόνωση. Είναι σαν το σεξ. Δεν περιμένεις ποτέ να σου φύγει η κάβλα για να πηδήξεις. Έτσι και στο γράψιμο. Γράφω όπως μου έρχονται. Μετά κόβω και ράβω ό,τι προαιρούμαι για να αποφύγω τις μηνύσεις. Τα νερόβραστα κείμενα εμένα δεν με φτιάχνουν. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά ταμπεραμέντα. 

 

Δεν είμαι εδώ για να εξυπηρετήσω ακροατήριο πια. Αν κάποτε, προ εικοσαετίας υπήρχε μια υπόγεια ανάγκη αποδοχής μέσα απ’ εδώ, αυτή έχει περάσει προ πολλού. Γράφω γιατί εξυπηρετούμαι εγώ, εξ ου και πλέον γράφω μια ή δυο φορές το μήνα. Δεν είναι ότι δεν έχω πράγματα να πω. Έχω άπειρα πράγματα να πω. Τα κοινωνικοπολιτικά τα έχω θίξει εκατό φορές και τίποτε δεν αλλάζει. Τα προσωπικά μου δυστυχώς, τα οποία θέλω ακόμη περισσότερο να τα μοιραστώ, να γλιτώσω και το 80ευρω της ψυχολόγου, δεν δύναμαι. Έχω οικογένεια και είμαστε πλέον συγκοινωνούντα δοχεία. Τα επαγγελματικά μου, επίσης δεν μπορώ να τα μοιραστώ. Ξέρω ότι κάποιοι συνάδελφοι με διαβάζουν και με περιμένουν στη γωνία. 

 

Γενικώς, έφτασα στην ηλικία των 46 και το «παιχνίδι» τελειώνει. Όσο και να θέλω να εξομολογηθώ πράγματα, έχω πλέον ένα γιο που ξέρει και διαβάζει και σύντομα θα έχω και μια κόρη. Δεν είμαι υπόλογος μόνο στον εαυτό μου. Είμαι υπόλογος σε αυτούς. Και αυτούς τους δύο τους αγαπώ. Το μπλογκ μπορεί να μπει και σε δεύτερη και σε τρίτη μοίρα. Βέβαια, έχω το μπλογκ της Γιουροβίζιον από το 2021 στο οποίο γράφω πιο συχνά, (πλάκα-πλάκα το έχω εδώ και 5 χρόνια!) Και θα συνεχίσω να γράφω εκεί όσο αντέχω τις μαλακίες-τραγούδια που κερδίζουν κάθε χρόνο. 


Και το παρόν μπλογκ, πάντως, δεν σκοπεύω να το κλείσω. Απλώς δεν μπορώ πια να το αναβιώσω στον βαθμό που θα ήθελα, ούτε να το επαναφέρω στις δόξες του. Πρέπει κάτι να παλιώσει πολύ για να μπορέσω να το μοιραστώ. Πάντως όταν μου έρχεται να γράψω, θα γράφω.  

 

Πού ξέρεις... Ίσως γράφω γι’ άλλα είκοσι χρόνια και μια μέρα μπω στο βιβλίο Γκίνες! 

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2026

I Have The Power!


Είμαι ένας ευτυχισμένος άντρας και πατέρας!

 

Απόψε το βράδυ πήγαμε με τον Αλεξάκο και είδαμε παρέα την ταινία του Χίμαν, βλ. Masters of the Universe στο σινεμά. 

 

Ο Χίμαν ήταν το πρώτο παιχνίδι με το οποίο έπαιξα τη δεκαετία του ’80. Μάζευα κι εγώ φιγούρες με τους ήρωες αλλά ήταν ακριβό σπόρ, νομίζω κόστιζαν δέκα λίρες ο ένας από τον «Μαύρο» στη Λήδρας, και έτσι οι γονείς μου μου τους αγοράζανε με φειδώ. Με τα χρόνια κατάφερα και μάζεψα πολλούς, είχα και το κάστρο, αλλά φυσικά όλα αυτά μια μέρα πετάχτηκαν στα σκουπίδια. 

 

Μεγαλώνοντας, και επειδή πλέον βρίσκω γαλήνη και ηρεμία στα παιδικά μου χρόνια και μόνο, άρχισα να τους ξαναγοράζω. Βασικά τους έβγαλε ξανά η Mattel πριν λίγα χρόνια και τώρα ένεκα οικονομικής ευκολίας τους αγόρασα όλους μανιωδώς. Έχω γεμίσει ένα ολόκληρο μπαούλο, απ' τα μεγάλα του ΙΚΕΑ με φιγούρες. Όχι μόνο φιγούρες, αλλά και με τα οχήματα τους, τα κάστρα τους, τα όπλα τους, τα πάντα όλα. Έχω αγοράσει ακόμη και τα συλλεκτικά βιβλία με την ιστορία τους και τα έχω για μόστρα. 

 

Δεν πήρε πολύ του Αλέξη να τους ανακαλύψει. Ήταν η εποχή του κορωνοϊού όταν άνοιξε τα ντουλάπια μου μια μέρα που βαριότανε, στην καραντίνα, και βρήκε τα βιβλία. Ήρθε ενθουσιασμένος με ένα εξ αυτών ανά χείρας, απαιτώντας εξηγήσεις. «Τι είναι αυτά;» με ρώτησε και η φάτσα του έλαμπε. Μην τα πολυλογώ, η μανία πέρασε και στον γιο μου, ο οποίος αγάπησε το franchise εξ αιτίας μου. Δεν είδε τα επεισόδια κινουμένων σχεδίων, και όσες φορές αποπειράθηκα να του δείξω τα επεισόδια από τα ‘80ς τα βρήκε παλιακά και... weird. Είδε όμως τη μοντέρνα έκδοση του Netflix, αν και όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει σύγκριση με εκείνη του καιρού μας. Όπως και να ‘χει, αγάπησε τους χαρακτήρες και σκαρώναμε συχνά ιστορίες παίζοντας με τις φιγούρες στη σοφίτα. 

 

Πρόσφατα ανακάλυψε ότι στο σχολείο του είναι ο μόνος που γνωρίζει την ύπαρξη των εν λόγω χαρακτήρων και ξενέρωσε. Μου είπε περίλυπα και ολίγον τι απαξιωτικά ότι «ο Χίμαν δεν είναι κουλ, τους ρώτησα όλους στο σχολείο και μόνο εσύ τον ξέρεις». Του εξήγησα ότι τα νέα παιδιά δεν ξέρουν την τύφλα τους και το δέχτηκε χωρίς αντίδραση, αλλά η αλήθεια είναι ότι κράτησε απόσταση από το παιχνίδι από τον καιρό που ανακάλυψε ότι δεν παίζουν και σε άλλα σπίτια με τους Χίμαν. 

 

Τώρα που βγήκε η ταινία, όμως, ήθελε να πάμε. Κατ’ ακρίβεια μετρούσαμε τις μέρες αντίστροφα και απόψε που ήγγικεν η ώρα και η στιγμή φορέσαμε και t’shirts με τον Σκέλετορ επάνω για να είμαστε ασορτί. 

 

Κατ’ αρχάς, να σας πω πόσο ευτυχής είμαι που πέρασα και στον γιο μου την αγάπη για αυτά τα παιχνίδια. Μου είναι σημαντικό να νιώθω ότι περνώ στην επόμενη γενιά την αγάπη μου για κάτι. Καθόμασταν και κουτσομπολεύαμε την ταινία μαζί, γελούσαμε, σχολιάζαμε, μου έσφιγγε το χέρι στα σημεία που φοβόταν, ενώ μου δήλωσε ότι «απόψε θα κοιμηθώ στο κρεβάτι σας γιατί φοβάμαι ότι θα δω όνειρο τον Beastman». Εννοείται δεν του χάλασα χατίρι. Στις σκηνές των μαχών έβγαζε επιφωνήματα ανάλογα με το πόσο δυνατές ήταν οι μπουνιές και γενικά το ζούσε! 

 

Η συγκίνηση που αισθάνθηκα βλέποντας την ταινία ήταν πολύπλευρη. Όχι μόνο έγινα ξανά 8 χρονών και μπορούσα να με δω στο δωμάτιο της γιαγιάς μου να βλέπω αβέρτα βιντεοκασέττες από το βίντεο κλαμπ με τον Χίμαν, αλλά καθόμουν και δίπλα από τον 9χρονο γιο μου που τώρα έβλεπε τους ίδιους χαρακτήρες στο σινεμά. Ο σουρεαλισμός σε άλλο επίπεδο. Inception! Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας το χαιρότανε περισσότερο. 

 

Στη σκηνή της μεταμόρφωσης, την ώρα που ο Άνταμ σηκώνει το σπαθί και μεταμορφώνεται σε Χίμαν έκλαιγα με λυγμούς από τη χαρά μου. Όπως βλέπει η κόρη μου τη Σταχτοπούτα να μεταμορφώνεται σε έλεγκαντ κυρία για να πάει στον χορό, με την ίδια λαχτάρα έβλεπα τον πρίγκιπα Άνταμ να μεταμορφώνεται σε υπεράνθρωπο. Ήθελα να είμαι εκείνος! Δεν θέλω να είμαι 46 χρονών. Θέλω να είμαι εκείνο το αγόρι που πίστευε ότι αν πιάσει το ξίφος του gray scull και το υψώσει ψηλά, μπορεί να γίνει υπερήρωας. 

 

Η ταινία πήρε κακές κριτικές ως επί το πλείστον. Όσοι κριτικοί το έθαψαν έχουν τον οίκτο μου και να φαν' σκατά. Ήταν καταπληκτική ταινία, η καλύτερη που είδα τα τελευταία χρόνια. Εννοείται ότι βλέπεται μόνο αν ήσουν φαν των κινουμένων σχεδίων. Αλλιώς δεν μπορείς να αντιληφθείς ούτε το χιούμορ, ούτε τα inside jokes ούτε να ηδονιστείς με τη νοσταλγία. Το ξέρω γιατί εγώ που δεν έχω γαλουχηθεί με Star Wars δεν αντέχω να δω ούτε πέντε λεπτά από τις σύγχρονες ταινίες. Ούτε απ’ τις παλιές, εννοείται. Αυτά βλέπονται μόνο αν είσαι κάτω των 10 ετών και άνω των 40! 

 

Και τι περίμεναν να δουν ακριβώς οι κριτικοί για να το φχαριστηθούν; Τίποτις βαθυστόχαστα νοήματα βγαλμένα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη; Ένα καρτούν από τα ‘80ς αναβιώσανε οι άνθρωποι και κατά τη γνώμη μου το σεβάστηκαν πλήρως. Χώρια που εγώ βρήκα και βάθος στον χαρακτήρα του Άνταμ, τόσο στην εσωτερική του πάλη με την γήινη ζωή του, όσο και στη σχέση που ήθελε να έχει με τον πατέρα του και δεν είχε. Να το δείτε και να σκάσετε, πρόκειται περί έπους. Πάω άνετα να το ξαναδώ. 

 

Επίσης, έχει εξαιρετικό soundtrack βασισμένο τόσο στη μουσική τίτλων από το ’80, όπως και ένα συγκλονιστικό κομμάτι που σηματοδοτεί την έναρξη και το τέλος στο οποίο παίζει κιθάρα με τον χαρακτηριστικό του τρόπο ο Brian May των Queen. Δεν υπάρχει κουσούρι, λέμε!

 

Και έπεται και suquel! Μετά τους τίτλους τέλους υπάρχει σκηνή με τη She-ra να ατενίζει το κάστρο του Χόρντακ! 

 

Τι να σας λέω, σηκώθηκα όρθιος με το τέλος της προβολής και χειροκροτούσα! Η αίθουσα είχε μέσα άλλα 10 άτομα, εκ των οποίων οι μισοί ήταν συμμαθητές μου! 

 

Είχα μία εξαιρετική νύχτα από κάθε άποψη. 

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2026

Μου Θέλουν Και Βουλή! 😅

 

Οι βουλευτικές εκλογές τελείωσαν και πήρα πολλά μαθήματα γι’ άλλη μια χρονιά.


Κατ΄ αρχάς να σας πω πόσο σιχαίνομαι που οι βουλευτικές γίνονται πάντα τον Μάιο, τον μήνα της Γιουροβίζιον. Δεν είναι δυνατόν να αγωνιώ για το αγαπημένο μου πρόγραμμα και τριγύρω να υπάρχει φασαρία γύρω από την επικείμενη Βουλή των Κυπρίων, αυτόν τον ναό της ηλιθιότητας που όσο πάει ξεπερνά τα ρεκόρ του. Δεν γίνεται να αγωνιούμε κάθε χρόνο ποια χώρα και ποιο τραγούδι θα κερδίσει τον Διαγωνισμό και κάθε πέντε χρόνια να επισκιάζεται το πάθος μας από την εμμονή των Κυπρίων να «νομοθετήσουν» 😅. Ούτε να σκάψουν δεν μπορούν, ξαφνικά όλοι θυμούνται ότι μπορούν να νομοθετήσουν. Τέλος πάντων, κουτσά στραβά τελείωσε και αυτό το μαρτύριο την περασμένη Κυριακή.


Έχω πάει στη Βουλή δυο τρεις φορές με τη δουλειά. Τεράστιος «γουμάς». Επίπεδο σκέψης, επιχειρημάτων και λόγου υπό το μηδέν. Κάθε φορά που πρέπει να παρευρεθώ σε κάποια Συνεδρία αγχώνομαι και κάθομαι και προετοιμάζομαι εις βάθος, και όταν πάω εκεί και δω το χάος που επικρατεί μουτζώνομαι και λέω «πάρτα ηλίθιε που κάθισες και προετοιμάστηκες για να συζητήσεις με αυτά τα ξόανα σαν σε ΚΨΜ Νεοσυλλέκτων». Μη μου πείτε για «υποτίμηση» και «αλαζονεία» εκ μέρους μου. Είναι μία ειλικρινής αποτίμηση της κατάστασης. Εξ ου και εντυπωσιάζομαι που υπάρχει ακόμη κόσμος που θεωρεί σοβαρές αυτές τις εκλογές, εξ ου και έγραφα εδώ μέσα πρόσφατα ότι εγώ θα ψηφίσω εκείνον που θα πει «κατεβαίνω γιατί έχω ανάγκη τον μισθό και τίποτε άλλο».


Είναι όμως και οι Κύπριοι πανηλίθιος λαός. Το λέμε χρόνια και ελπίζουμε ενδόμυχα ότι με τα χρόνια θα αφυπνιστεί και θα πάρει την πέτρα να τη στύψει, αλλά δεν βλέπω να γίνεται κανένα θαύμα. Αντ’ αυτού χαντακώνονται με φόρα, έτι περισσότερον. Βλέπω την υποστήριξη που τυγχάνουν οι βουλευτές και τα συγχαρίκια που πέφτουν σωρηδόν στα κοινωνικά δίκτυα ή και τα λόγια παρηγοριάς σε όσους απέτυχαν να εκλεγούν εν είδει γλυψίματος, και λέω: «από θαύμα δεν μας πήρανε ολόκληρους οι Τούρκοι».


«Φωνές σαν τη δικιά σου θα λείψουν από τη Βουλή». «Η Βουλή είχε ανάγκη την παρουσία σου», «Προσωπικότητες σαν εσένα σπανίζουν». Πραγματικά τα πιστεύετε και τους τα γράφετε; Αν τα πιστεύετε είστε ηλίθιοι, αν δεν τα πιστεύετε είστε και ηλίθιοι και υποκριτές! Ένα μάτσο επιτήδειοι χώρκατοι που μυρίστηκαν εύκολο χρήμα είναι, και εσείς ένα μάτσο πανηλίθιοι που ακόμη πιστεύετε ότι αυτοί μπήκαν εκεί μέσα για να δουλέψουν!


Καλά να πάθετε!


Δυο ιστορίες θα σας πω και θα φύγω:


Πρόσφατα, σε μία ομάδα εργασίας στη Βουλή στην οποία παρέστην, μας είχαν απέξω να περιμένουμε 45’ γιατί μέσα οι Βουλευτές μας επιδίδονταν σε κους-κους και δεν είχαν όρεξη να μας ανοίξουν τις πόρτες να μπούμε να συζητήσουμε (μας τους κάρφωσε η γραμματέας που έπαιρνε παρουσίες). Όταν εδέησαν μετά από 50’ να μας δεξιωθούν, με το που καθίσαμε μας είπαν: «επειδή δεν έχουμε χρόνο, αν δεν έχετε σοβαρές διαφωνίες με το νομοσχέδιο, μπορείτε να πηγαίνετε». Στα παπάρια τους αν μας έστησαν και αν μας είχαν στο περίμενε τόσην ώρα για να χαζολογάνε κατ’ ιδίαν.


Παλαιότερα, σε μίαν ομάδα συζήτησης για τα δικαιώματα των διαζευγμένων γυναικών που τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τους πρώην συζύγους τους, (είχα γράψει ειδικό post για το συγκεκριμένο συμβάν προ δεκαετίας στο μπλογκ αυτό), άνοιξαν σοβαρή συζήτηση κατά πόσο πρέπει να απαγορευτεί η είσοδος Ρουμάνων, Μολδαβών και Ουκρανών γυναικών στη χώρα «γιατί έρχονται και μας παίρνουν τους άντρες μας!» Ήμουν νεαρός τότε, 25 ετών, και έμεινα αποσβολωμένος με το επιχείρημα που ήταν πρόδηλα ρατσιστικό, ακραίο και κωμικό ταυτόχρονα και σφίχτηκα να μη βάλω τα γέλια μέσα στην αίθουσα. Αν άνοιγα το στόμα μου και τους έλεγα ότι «με τόση ηλιθιότητα που κουβαλάτε δεν πρέπει να σας φταίνε οι ανατολικόευρωπαίες, αλλά να κάνετε και τούμπες που βρέθηκε άντρας να σας πάρει», ποιος θα έφταιγε; Εγώ! Οπότε δεν είπα τίποτα και γελούσα από μέσα μου. Η συζήτηση διεκόπη όταν άρχισε να χτυπά δυνατά το κινητό μίας κυρίας εκ των προεδρευόντων με ringtone το «δεν τελειώσαμε» του Αντώνη Ρέμου (ήταν οι εποχές που τα κινητά κουδούνιζαν με ringtones από ελληνικά λαϊκά). Η κυρία δεν έβρισκε το κινητό της, ψαχούλευε στη τσάντα της μια ώρα και δεν το έβρισκε, και ο Ρέμος παιάνιζε στη Βουλή ανενόχλητος. Όταν το βρήκε επιτέλους, αντί να το κλείσει ή να το σιγάσει, σηκώθηκε να βγει από την αίθουσα για να το απαντήσει και το τραγούδι συνέχιζε κανονικά καλύπτοντας τις φωνές όσων συμμετείχαν στη συζήτηση.


Δυο φορές πήγα στη Βουλή και τις δυο φορές είχα ιστορίες για αγρίους να διηγηθώ μετά. Σκεφτείτε τι βιώνουν όσοι δουλεύουν εκεί μόνιμα. Μετά, φταίω εγώ ότι τους υποτιμώ και τους χλευάζω και θεωρώ τις εκλογές παράταιρο συμβάν μπροστά στη Γιουροβίζιον.


Να πα να χαθείτε.

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2026

Γραφικότητες

 

Με αφορμή το κείμενο που έγραψα στο μπλογκ της Γιουροβίζιον για το μέγεθος της πρόκλησης του γάμου και της «γραφικότητας», σήμερα θα το πάω ένα βήμα παραπέρα και θα σας αναπτύξω τι πάει να πει να μεγαλώνεις παιδιά και γιατί αυτό αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση και από το να πας τον γύρο του κόσμου με τα πόδια, ξυπόλυτος. Έγραψα και στο παρελθόν παρόμοιο κείμενο, αλλά αφού δεν μαθαίνετε αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω εαυτόν.  


Τις τελευταίες μέρες ο μικρός είχε μια ερωτική απογοήτευση. Μπορεί να σας ακούγεται αστείο που υπάρχουν ερωτικές απογοητεύσεις στην ηλικία των εννιάμιση, και οι οποίες χρήζουν πλήρους ψυχολογικής υποστήριξης, να όμως που συμβαίνουν και είναι και αβάσταχτες. Τι να κάνουμε, πήρε από τον πατέρα του που είναι ερωτύλος και αισθηματίας και έπεφτα στα πατώματα με την απόρριψη.


Όταν το παιδί σου οδύρεται επειδή «δεν με αγαπά η τάδε», δεν αρκεί ένα μειδίαμα και ένα «δεν είναι τίποτα», ούτε ένα απλό πατ-πατ στην πλάτη. Ο πόνος είναι πόνος ανεξαρτήτως ηλικίας και ασημαντότητας αντικειμένου. Όπως δεν λες στον ενήλικα «μην αγχώνεσαι», «μην λυπάσαι», «μην κλαις» γιατί θα εκνευριστεί, έτσι δεν λες και στο παιδί «μην κλαις, δεν είναι τίποτα». Κλαίει γιατί γκρεμίζεται ο κόσμος του, κλαίει γιατί νιώθει απόρριψη, κλαίει γιατί δεν ξέρει πώς να χειριστεί την κατάσταση. Ο ρόλος σου δεν είναι να πεις «δεν είναι τίποτα», ούτε να του πεις «σιγά τη γκόμενα». Ο ρόλος σου είναι να τον αγκαλιάσεις και να του απαλύνεις τον πόνο ώστε να ηρεμήσει, και αφού επιτευχθεί αυτό, μετά να το συζητήσεις σοβαρά και ήρεμα.


Το «σοβαρά» είναι το πρόβλημα. Για να συζητήσεις σοβαρά με ένα εννιάχρονο απαιτείται χρόνος πολύς και υπομονή απέραντη. Ο χρόνος ο πολύς και η υπομονή είναι σπάνιες αρετές στην ηλικία μας που πλέον δεν μας φτάνουν οι 24 ώρες ούτε για τα βασικά. Εκεί έγκειται, όμως, η πρόκληση και εκεί έγκειται η πνευματική ανάπτυξη που έρχεται διαπαιδαγωγώντας το τέκνο σου.


Κάθε φορά που κάποιος άτεκνος ή άτεκνη φίλη μου λένε «ευτυχώς που δεν έχω παιδιά» και θεωρούν ότι γλίτωσαν μεγάλο μπελά επειδή μπορούν και προγραμματίζουν τη ζωή τους ευκολότερα, και σε κοιτάζουν με οίκτο που ταλαιπωριέσαι «με γραφικότητες», να θυμάστε ότι αν δεν έκανες παιδί και αν δεν αναγκάστηκες να διεισδύσεις στα συναισθήματα και τη λογική του, να αφουγκραστείς πώς νιώθει και τι μπορείς να κάνεις εσύ ως γονέας που έχεις ευθύνη απέναντι του ώστε να το ανακουφίσεις, δεν έζησες τίποτε.


Καλά είναι τα γατιά και τα σκυλιά που θέλουν επίσης φροντίδα, καλά είναι και τα ανίψια που μπορεί να συμβάλλεις στο μεγάλωμα τους, αλλά τα μεν πρώτα δεν μιλούν, άρα δεν μπορείς να αναπτυχθείς πνευματικά μέσω της υγιούς αντιπαράθεσης επιχειρημάτων μαζί τους, τα δε ανίψια δεν είναι δικά σου, οπότε το να τη βγάζεις καθαρή με κάποιο υποτυπώδες baby sitting δεν θεωρείται ότι κάνεις καμιά δουλειά της προκοπής.


Στα τέκνα σου καλείσαι να ιδρώσεις τη φανέλα. Όχι μόνο συζητώντας μαζί τους αλλά αλλάζοντας κι εσύ ο ίδιος συμπεριφορά, αφού η διαπαιδαγώγηση γίνεται διά του παραδείγματος και όχι με νουθεσίες και συμβουλές. Τα παιδιά διαμορφώνονται με το πώς αντιδράς εσύ στην απόρριψη και όχι με ένα «δεν σε θέλει; Μη σώσει και σε θέλει, σιγά το κελεπούρι, μισό μέτρο πάνω απ’ τη γη είναι η στούμπα!» που θα λέγαμε εύκολα στην καθισιά μας.


Στα παιδιά σου δεν καλείσαι να διανύσεις τον εύκολο δρόμο. Πρέπει να κοπιάσεις. Και φυσικά, δεν το παίζω ειδήμων ούτε επαΐοντας. Κάνω δεκάδες λάθη καθημερινά με τα παιδιά μου. Ναι, είμαι κουρασμένος, είμαι μεσόκοπος, δεν έχω πάντα σωματικά ή ψυχικά αποθέματα να αφιερώσω, πόσο μάλλον για μια χυλόπιτα στην Γ’ Δημοτικού, ή γι’ άλλα ανάλογα παιδαριώδη.


Αλλά, όταν ακούω «ευτυχώς που δεν παντρεύτηκα» και «ευτυχώς που δεν έκανα παιδιά», υπάρχει κι ένα όριο ως προς την κατανόηση που μπορώ να επιδείξω. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένα αγκαθάκι μέσα στον άλλον που τον πονεί και προσπαθεί να το απαλύνει με τέτοιες εκφράσεις, αλλά ως εδώ. Αν είστε μάγκες, παντρευτείτε και κάνετε παιδιά να δω κάτι. Εκεί είναι η πρόκληση της ζωής. Εκεί είναι το fear factor, εκεί είναι το survivor!


Το να κάθομαι να παρηγοριέμαι που έχω την ευχέρεια να κάνω διακοπές όποτε μου καπνίσει και να ξενυχτώ ξέγνοιαστα επειδή την άλλη μέρα δεν έχω υποχρεώσεις τέκνων, κούρσες, ιδιαίτερα ή playdates είναι το εύκολο. Και η ευκολία ουδέποτε μας πήγε μπροστά.


Όλα αυτά τα γράφω με αφορμή το σχόλιο περί «γραφικότητας» στην εικόνα του γάμου και της οικογένειας. Γραφικό είναι το μυαλό σας.  


Καλημέρα σας.

Σάββατο, Μαΐου 02, 2026

Επικίνδυνοι Ηλίθιοι

Όποτε γνωρίζω άνθρωπο που κατεβαίνει υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές περνώ από τις εξής νοητικές διεργασίες και συνειρμούς:

 

“Καλά ηλίθιος είναι και κατεβαίνει για βουλευτής;”

 

“Μπορεί να είναι ηλίθιος αλλά να έχει ανάγκη τη δουλειά.”

 

“Και γιατί δεν πάει να δουλέψει, ηλίθιος είναι και δεν μπορεί να βρει μια δουλειά της προκοπής;”

 

“Μα, έχει δουλειά της προκοπής, απλά θέλει να έχει κι αυτήν που ουσιαστικά δεν κάνεις τίποτα και πέφτει ο μισθός και η σύνταξη. Άρα είναι καιροσκόπος, δηλαδή επικίνδυνος ηλίθιος.”

 

“Μπορεί να έχει καλές προθέσεις, ας μην τους τσουβαλιάζουμε όλους. Ναι, αλλά δεν είναι δυνατόν να είναι έξυπνος και να αναμένει ότι θα επιβιώσει μέσα στον βάλτο, μέσα στο κοτέτσι με τις κότες. Ένα χελιδόνι ούτε μπορεί, ούτε φέρνει την άνοιξη. Δεν το βλέπει αυτό; Θα πάει να χάσει την ώρα και την ενέργεια του για το τίποτε; Ηλίθιος είναι;”

 

“Ηλίθιοι, ξε-ηλίθιοι, χρειαζόμαστε μια βουλή, πρέπει να πάμε να ψηφίσουμε. Θα αφήσουμε τους ηλίθιους των σόσιαλ μίντια να μπουν μέσα να τα κάνουν όλα ρημαδιό; Όχι, εδώ συμφωνώ. Εκ των ηλιθίων πρέπει να διαλέξουμε τους λιγότερο ηλίθιους.”

 

“Υπάρχει διαβάθμιση στην ηλιθιότητα; Αν συμφωνούμε ότι πρόκειται εν γένει περί καιροσκόπων ηλιθίων το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο; Κάνουν λιγότερη ζημιά οι καιροσκόποι ηλίθιοι από τους αυθεντικούς ηλιθίους;”

 

Δεν ξέρω. 

 

Πάντως κάθε πέντε χρόνια, κάθε Μάη, γίνεται το σώσε. Φέτος χειρότερα από ποτέ. Μεγαλώνω και απορώ, θα με σώσουν αυτοί οι ηλίθιοι; Δεν θωρούν γυρώ τους, στο παγκόσμιο γίγνεσθαι τι γίνεται και πώς παίζεται το παιχνίδι; 

 

Εγώ θα ψηφίσω εκείνον που θα βγει να πει: “ξέρετε, δεν υπάρχει σωτηρία, όλα είναι τελειωμένα. Έχω όμως ανάγκη τα λεφτά και βαριέμαι τη δουλειά. Θέλω να σας κοροϊδεύω και να με πληρώνετε. Παρακαλώ ψηφίστε με”. 

 

Με όλα τα υπόλοιπα, απλά γελώ. 

 

Βλέπω τριγύρω μου διάφορους που προσεγγίζουν συγγενικά μου πρόσωπα και τους πουλούν παραμύθια περί προσφοράς και έργου και ζητούν τη ψήφο τους. Εμένα δεν τολμούν να μου τηλεφωνήσουν. Αυτό δείχνει ότι δεν είναι εντελώς ηλίθιοι. 

 

Είναι καιροσκόποι. 

 

Δηλαδή επικίνδυνοι. 

Τετάρτη, Απριλίου 29, 2026

Άννα ΟΑΚΑ

 

Το Sold Out του ΟΑΚΑ δεν το σχολιάσαμε.

Ήμουν στη Gardaland την ημέρα που άνοιξαν τα εισιτήρια. Ήμουν σίγουρος ότι τέτοια θα ήταν η τύχη μου που θα άνοιγαν τις πωλήσεις μία μέρα που θα έλειπα, ή δεν θα είχα άπλετο χρόνο στη διάθεσή μου να καθίσω στη διαδικτυακή ουρά για εισιτήριο. Η πείρα από το Καλλιμάρμαρο ήταν πικρή (εκεί έπρεπε να περιμένω 17 ώρες!), αφού δεν αξιωθήκαμε να βρούμε εισιτήριο και όλως τυχαίως εντόπισε δύο εισιτήρια τελευταία στιγμή στις θέσεις VIP η Μπρέντα στις 6:00 το πρωί της επόμενης μέρας, όταν είχε ξυπνήσει και σέρφαρε για πλάκα στο διαδίκτυο για να περάσει την ώρα της. Το ίδιο φοβόμουν ότι θα παθαίναμε και τώρα με το ΟΑΚΑ.

Και φυσικά ό,τι φοβάσαι το παθαίνεις. Έπρεπε να κάτσουμε στην online ουρά ενώ ταυτόχρονα περιφερόμασταν στο θεματικό πάρκο, με ένα κινητό μόνιμα συνδεδεμένο! Να ανεβαίνουμε στα τρενάκια του πάρκου και ταυτόχρονα να ελέγχουμε μήπως ήρθε η σειρά μας για να κλείσουμε. Εγώ τσιτωμένος φουλ, να το έχω πάρει απόφαση ότι τελικά δεν θα τα καταφέρουμε. Η πλάκα είναι ότι είχαμε ήδη κλείσει τα αεροπορικά γιατί είδαμε ότι οι τιμές ανέβαιναν. «Να το δεις που θα πάμε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου και εισιτήριο για να μπούμε στο ΟΑΚΑ δεν θα έχουμε!» Μην σας τα πολυλογώ εισιτήρια βρέθηκαν αλλά χάριν στους κουμπάρους μας στη Λευκωσία, οι οποίοι πρόλαβαν και μπήκαν στο σάιτ πριν από εμάς. Έκλεισαν για όλους μας.

Ήμουν μέσα στο Jumanji με τα παιδιά εκείνη την ώρα. Άπαξ και βγήκα και μου είπαν ότι «κλείσαμε» ήταν τα ωραιότερα νέα! Μου έφυγε και το άγχος και τα νεύρα που κουβαλούσα από το πρωί.

Θεού θέλοντος, θα είμαστε και στο ΟΑΚΑ, λοιπόν!

Πόσο απολαμβάνω την επιτυχία της Βίσση μας! Αυτά τα μεγαλεία με το ΟΑΚΑ και το νέο της τραγούδι το «Αιγαίο», φτάνουν σε ανεξήγητα επίπεδα και συχνότητες. Επίπεδα που μας παραπέμπουν στον χαμό που γινόταν μαζί της στα late ‘90s και early ‘00ς. Όχι ότι δεν το αξίζει, βέβαια, έχω ξαναπεί ότι για μένα η Βίσση είναι η καλύτερη τραγουδίστρια παγκοσμίως. Αλλά αναρωτιέμαι κάποτε γιατί χρειάστηκε να βγει το «Αίμα» και το «Σε Περίπτωση Που» για να τη μάθει η νέα γενιά. Γιατί έπρεπε να βγει το Τικ-Τοκ για να εμπεδώσουν το «Προτιμώ». Δεν πειράζει, κάλλιο αργά παρά ποτέ, η νέα γενιά ξεστραβώθηκε και έμαθε τι πάει να πει Άννα Βίσση.

Για να βάζουμε κάποια πράγματα στη θέση τους, η «κάμψη» την οποία πέρασε, με βάση τα λεγόμενα εκείνου του μίζερου και άθλιου στιχουργού (ο οποίος είναι και φανατικός Συριζαίος άρα εξ ορισμού χαμηλής αντίληψης), δεν έγκειτο στην καλλιτεχνική της υπόσταση ή στην ποιότητα των τραγουδιών της. Η όποια «κάμψη» (εγώ διαφωνώ ότι η χρήση αυτής της λέξης είναι ορθή), συνέβη επειδή η γενιά που την αποθέωσε αποσύρθηκε λίγα χρόνια ώστε να κάνει παιδιά και αφοσιώθηκε στην οικογενειακή ζωή, ενώ η νέα γενιά ήταν πολύ μικρή και δεν είχε και τα μέσα ώστε να την γνωρίσει και να εκπαιδευτεί στα τραγούδια της. Τώρα που οι μεν «ξιπαιθκιώσανε» γιατί τα παιδιά μεγάλωσαν και οι δε «ξεστραβωθήκανε» χάριν της τεχνολογίας, η Άννα κάθεται ξανά στον θρόνο της με όλη την αίγλη που της αξίζει.

Στο ΟΑΚΑ θα μαζευτούν άνθρωποι απ’ άκρη σ’ άκρη (δεν ξέρω πόσοι είδατε τον παγκόσμιο χάρτη με τις πωλήσεις εισιτηρίων – θα έρθουν από την Αυστραλία μέχρι τη Βραζιλία φανς ειδικά για τη συναυλία), αλλά πάνω απ’ όλα θα μαζευτεί και όλη η Κύπρος. Δεν φαντάζεστε πόσοι συμπολίτες μου έκλεισαν εισιτήρια να πάνε, οι οποίοι μάλιστα δεν ακούνε Βίσση στα δικά μου φανατικά επίπεδα. Είναι σκέτοι casual listeners. Γιατί ξαφνικά όλοι αυτοί θα πάρουν αεροπλάνο για να πάνε να τη δουν; Επειδή η Βίσση δεν είναι μία απλή τραγουδίστρια. Είναι και σύμβολο.

Ανέκαθεν πίστευα ότι η Βίσση είναι το alter ego κάθε Κύπριου. Κι αυτό γιατί η Άννα κατάφερε αυτό που ονειρεύεται κάθε δύσμοιρος πολίτης γεννημένος σ’ αυτό εδώ το χαροκαμένο νησί. Να σπάσει τα σύνορα της καταγωγής της. Δεν έφυγε απλά από τη Λάρνακα και πήγε στην Αθήνα. Πήγε και κατάκτησε την Ελλάδα και έγινε κάπως γνωστή και στο εξωτερικό (ναι, οκ, δεν έκανε διεθνή καριέρα όπως τη Μαντόνα, αλλά δεν φαντάζεστε και πόσοι ξένοι τη γνωρίζουν, ειδικά στην Ευρώπη. Τις προάλλες μου έλεγε γνωστός μου ότι πήγε στην Αλγερία (!) και όταν είπε στον ταξιτζή ότι ήρθε από την Κύπρο, ο άραβας άρχισε να του φωνάζει «Άννα Βίσση» και του έπαιξε στο ράδιο τραγούδια της!)

Η Βίσση, επιπλέον, είναι σύμβολο για κάθε καταπιεσμένη Κύπρια που δεινοπαθεί και θέλει να χειραφετηθεί. Η Άννα μέσω της προσωπικής της ζωής απέδειξε ότι μπορείς να έχεις το πάνω χέρι στη σχέση σου, να είσαι η ηγέτιδα αυτής, να έχεις συντρόφους ακόμα και 20 χρόνια νεότερους και αυτό να είναι ΟΚ, γιατί έτσι γουστάρεις, γιατί μπορείς, γιατί η επαγγελματική της υπόσταση διέγραφε οτιδήποτε κοινωνικά κατακριτέο ίσχυε πριν 20 και 30 χρόνια.

Όλα τα παραπάνω συνδυασμένα αλλά και ξεχωριστά την έχουν κατατάξει στο πάνθεον που βρίσκεται σήμερα. Δεν είναι μόνο τα τραγούδια, τα πλείστα των οποίων αποδείχτηκαν διαχρονικά. Είναι το σύνολο της προσωπικότητας το οποίο έχει κάνει όλους μας να την έχουμε ως κοινή συνισταμένη. Είναι άτομο καθολικής αποδοχής και σήμαντρο. Εξ ου και τα ναυλωμένα αεροπλάνα, εξ ου και το ότι και η κουτσή Μαρία θα είναι στο ΟΑΚΑ.

Δεν πειράζει, καιρός ήταν.

Και για να συνοψίσουμε, το πόσο απολαμβάνω την αμηχανία του ελληνικού δήθεν «σοβαρού» και «εντέχνου» πενταγράμμου με τα όσα συμβαίνουν μαζί της, δεν περιγράφεται. Χαιρετίσματα και στον Νταλάρα σας, και στην Αλεξίου σας, και στη Γαλάνη σας, και σε όλο εκείνο το συρφετό που κάποτε έπρεπε να δηλώνεις ότι το ακούς περισπούδαστα για να σε παίρνουν οι άλλοι δήθεν σοβαρά.

Πήρες τον άνεμο, πήρες τα κύματα απ’ το Αιγαίιιιιοοοοο. Τίποτε δεν άφησες όρθιο!


Τετάρτη, Απριλίου 22, 2026

Μετά-ιταλική Κατάθλιψη

 

Πήγαμε μια βδομάδα στο Μιλάνο και ήταν σαν να έλειπα ένα μήνα.

Στο Μιλάνο είχα πάει στην ηλικία των 16 με τους γονείς μου, στα 23 με τους κολλητούς μου και φέτος με την οικογένεια μου. Μόλις φέτος ήμουν σε θέση να εκτιμήσω το μεγαλείο του. Όπως μας είπε και η κουμπάρα μας που σπούδασε εκεί, «το Μιλάνο είναι πόλη ενηλίκων». Ε, ναι. Δεν υπάρχει λόγος να εκθειάσω περαιτέρω τη συγκεκριμένη πόλη. Η Ιταλία γενικότερα είναι άλλο επίπεδο, όπως γράφω και στο μπλογκ της Γιουροβίζιον, δεν υπάρχει τίποτε που να μην λατρεύεται εκεί πέρα: η μόδα, τα αυτοκίνητα, η μουσική, το φαγητό, τα τοπία, η ιστορία. Όλα στην πένα!

Γι’ άλλο λόγο γράφω αυτό το κείμενο.

Μία εκ των εκεί ημερών μας πήγαμε τα παιδιά στο Μουσείο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Εκεί μέσα υπάρχουν όλες οι εφευρέσεις του, από τον πρώτο φούρνο και την πρώτη μηχανή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι και προβολές στους τοίχους από τους πιο διάσημους πίνακές του (Η Μόνα Λίζα παρακάμφθηκε για κάποιο λόγο). Ανάμεσα στους δυο ορόφους του μουσείου υπάρχει και ένα τμήμα αφιερωμένο στη διαστημική δράση των Ιταλών, η οποία είναι ξεχωριστή από τα έργα του Ντα Βίντσι. Παρόλα αυτά, είναι άκρως ενδιαφέρουσα και διαδραστική, οπότε απορρόφησε για πολλή ώρα την ενέργεια εμού και των παιδιών μου.

Σε εκείνη την αίθουσα, μεταξύ άλλων, υπάρχει και ένα μικρό δείγμα ορυκτού από μία αποστολή των Ιταλών αστροναυτών στη σελήνη. Το συγκεκριμένο πέτρωμα φυλάσσεται μέσα σε μία μικρή σφαίρα με συντηρητικό υγρό και θυμίζει αναμνηστική χιονόμπαλα που πουλούν στα καταστήματα σουβενίρ. Χάζεψα μπροστά σ’ αυτή την πετρούλα για πολλή ώρα. Σκεφτόμουν ότι ένα τόσο δα πετραδάκι ήταν ικανό να εξάψει τη φαντασία μου και να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου σε βαθμό που τα αριστουργήματα του Ντα Βίντσι πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.




Και θέτω το ζήτημα. Πόσο δύσκολο ήταν να δημιουργήσουν και στην Κύπρο κάτι αντίστοιχο; Πήγανε και χτίσανε στα περίχωρα της Λευκωσίας Πλανητάριο (τάχα μου), και το διαφημίζουν ως εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά εκεί πέρα δεν υπάρχει τίποτε σχετικό πλην ενός κοίλου σινεμά το οποίο προβάλλει παιδικές ταινίες για τη δημιουργία του κόσμου (υπό την έγκριση της Μονής που το χρηματοδότησε, πάντα). Πέραν μερικών πλαστικών ομοιωμάτων από στολές αστροναυτών δεν υπάρχει το παραμικρό που να εκπαιδεύει ουσιαστικά τα παιδιά για το διάστημα. Φυσικά, δεν εκπλήσσομαι ποσώς. Το «Πλανητάριο» είναι στην πραγματικότητα ένας παιδότοπος (με χάλια φαγητό παραμπιπτόντως), που προσελκύει οικογένειες που βαριούνται να ξοδέψουν άλλο ένα σαββατοκύριακο με τα παιδιά τους στα κλιματιζόμενα Μωλ. Έβλαπτε να φέρνανε μερικά ορυκτά απ’ τη Σελήνη να τα δείχνουν εκεί να διεγείρουν τους εγκεφάλους των παιδιών μας; Και εδώ που τα λέμε ξέρουμε αν το ορυκτό που επιδεικνύουν οι Ιταλοί προέρχεται όντως απ’ το φεγγάρι; Μπορούμε να το αποδείξουμε; Όχι. Θα μπορούσε να ήταν ένα κομμάτι βράχου απ’ οπουδήποτε, όπως τα μισά αγάλματα που εκτίθενται στη Ρώμη είναι ψεύτικα και μπήκανε εκεί ως διακοσμητικά για να μη φαίνεται άδειο το ιστορικό ερείπιο. Ας κάναμε το ίδιο κι εμείς με το σεληνιακό ορυκτό! Το θέμα είναι ότι οι Ιταλοί είχαν όραμα. Οι Κυπραίοι στραβωμάρα.

Δεν φαντάζεστε πόσες φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στην Ιταλία σκέφτηκα «γιατί να μην το κάναμε κι εμείς αυτό στην Κύπρο;» Επειδή είμαστε χώρα ηλιθίων. Η κοσμοσυρροή μπροστά στο Ντουόμο και η ομορφιά εκείνης της πλατείας είναι απερίγραπτη. Τι είναι το Ντουόμο; Ένας επιβλητικός καθεδρικός ναός είναι. Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο; Έχουμε τη Φανερωμένη, αλλά πάλι, δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι θεόρατο και καλαίσθητο ώστε να γίνει πόλος έλξης. Τολμούμε; Σιγά μην τολμήσουμε, να πέσουν οι Αριστεροί να μας φάνε ότι «αντί για νοσοκομεία, η Αρχιεπισκοπή χτίζει θεόρατες εκκλησίες». Ποτέ δεν αντιληφθήκαμε ότι το θέμα δεν είναι η εκκλησία αυτή καθαυτή. Και ο Παρθενώνας ως εκκλησία χτίστηκε. Ας φτιάξουμε κάτι παρόμοιο και ας είναι άδειο από μέσα. Ας μην χρησιμοποιείται καν. Το θέμα είναι το «εφέ». Να υπάρχει σκηνικό, πως το λέμε. Να λέμε «πάμε εκεί να φωτογραφηθούμε». Είπε ποτέ κανείς σας «πάμε στη Φανερωμένη να φωτογραφηθούμε;» Είδατε ποτέ τουρίστα να κόπτεται να φωτογραφηθεί οπουδήποτε στην Κύπρο - πλην των θαλασσών και των λαγκαδιών που κι αυτά χρόνο με το χρόνο ρυπαίνονται και μολύνονται σε βαθμό που σε λίγο δεν θα βλέπονται ούτε αυτά. Στο Ντουόμο βγάλαμε πάνω από 20 φωτογραφίες, σε κάθε πλευρά και από κάθε οπτική γωνία, καθίσαμε στα σκαλιά του και ήπιαμε καφέ, φάγαμε παγωτό, παίξανε τα παιδιά, τσακωθήκαμε, αγαπηθήκαμε. Από τη Φανερωμένη τι έχετε να θυμάστε; Το τάβλι που παίζατε στα Καλά Καθούμενα; Κάτι πάει να γίνει με την πλατεία Ελευθερίας αλλά κι εκεί τσακωθήκαμε ως κοινωνία ώσπου να συμφωνήσουμε αν το σχέδιο της μας αρέσει ή όχι (εμένα μου αρέσει, αλλά το θέμα ήταν να αρέσει στους πολλούς και όχι σε πέντε-έξι).



Αυτό δεν είναι το Ντουόμο. Είναι αναπαράσταση του Ντουόμο με τουβλάκια Lego όπως εκτίθεται σε ένα τμήμα της Gardaland όπου έφτιαξαν όλα τα ιταλικά μνημεία σε μικρογραφίες. Ωραιότατα! Ούτε κάτι τέτοιο δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε στον επισκέπτη. Ας είναι κι από κομμάτια πολυστερίνης.  


Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας επισκεφτήκαμε και τη Λίμνη Γκάρντα για να πάμε στη Γκάρταλαντ, ένα θεματικό πάρκο απομίμηση της Ντίσνεϊλαντ. Θα το ξέρετε μάλλον, άλλωστε εκεί ήταν τίγκα στους Ελλαδίτες και τους Κύπριους (πέσαμε επάνω και σε οικογένειες απ’ το σχολείο του γιου μας). Ακόμη και σ’ αυτή τη δευτεράντζα των Ιταλών, κατάφεραν και έμπηξαν ένα ενυδρείο το οποίο οι Ιταλοί πουλούν ως «full day experience» και μας πούλησαν εισιτήριο για να περάσουμε εκεί τη μέρα. Μαλακίες! Ένα βασικό ενυδρείο ήταν, το θέμα ήταν ότι με το μάρκετινγκ το παρουσίασαν λες και επρόκειτο να επισκεφτούμε τα εργαστήρια του Υβ Κουστώ! Εμείς εδώ στην Κύπρο που είμαστε νησί και οφείλαμε να προφυλάσσουμε και να επιδεικνύουμε τον θαλάσσιο πλούτο μας δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Έχουμε κάτι «μουσεία θαλάσσης» και ένα ενυδρείο της κακιάς ώρας στο Παραλίμνι, αλλά δεν χρειάζεται να περιγράψω σε τι κατάσταση βρίσκονται και πόσο αφορούν τον οποιονδήποτε. Αυτό είναι το πρόβλημα αυτής της χώρας. Ότι όλα είναι «μισοδότζειν» και παρατημένα. Από τις τέχνες και τις επιστήμες, μέχρι τις υπηρεσίες. Όλα μισοδότζειν, μαύρα τζαι γέριμα!




Αυτό το κείμενο μυρίζει 2009. Θα μπορούσα να το είχα γράψει τότε όπου άρτι αφιχθείς απ' τις σπουδές μου δεν μπορούσα να χωνέψω ότι δεν θριάμβευσα στα εξωτερικά και ήρθα στην τρύπα του αλουπού να ζήσω. Με τα χρόνια έχω συνηθίσει και αποδεχτεί την Κύπρο και κάποτε τρομάζω επειδή φοβάμαι ότι άρχισα και την αγαπώ, και αυτό είναι σύμπτωμα κατακαθίσματος στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό. Μερικές φορές πάω περίπατο στη Λευκωσία και κοιτάζοντας γύρω σκέφτομαι ότι τελικά δεν είναι και τόσο χάλια να ζεις εδώ. Ειδικά από τότε που έκανα παιδιά και κατά κάποιον τρόπο ρίζωσα εδώ μια και καλή και έχω συνδέσει τους απογόνους μου με τον τόπο. Ύστερα όμως πάω ταξίδι και αναρωτιέμαι: Τι αμαρτίες κάναμε στην προηγούμενη ζωή και γεννηθήκαμε εδώ πέρα; Πείραζε να μας στείλει ο Θεός στην Ιταλία; Ας ήταν και σ’ ένα από τα χωριά γύρω από τη λίμνη της Γκάρντα που υποψιάζομαι ότι σε μη τουριστική περίοδο κόβουν φλέβες. Δείτε πιο πάνω τη φωτογραφία. Τι πειράζει να ξυπνάς και να κοιτάς αυτό; Κι εκεί, στην Ιταλία, όλα ξεχαρβαλωμένα είναι κατά κάποιο τρόπο, μεσόγειοι γαρ, αλλά πολύ ανώτεροι από εδώ που μυρίζει παντού ψοφίμια.

Δεν μου έκατσε καλά η επιστροφή.

Τρίτη, Μαρτίου 24, 2026

Και Τρέχω, Τρέχω, Τρέχω

Σήμερα θα σας μιλήσω για το νέο μου χόμπι.

Ανακάλυψα τους «εικονικούς μαραθωνίους».

Κατέβασα στο κινητό μία εφαρμογή η οποία λέγεται «The Conqueror» και η οποία σου προσφέρει διάφορες εικονικές διαδρομές τις οποίες πρέπει να καλύψεις σε χρόνο της επιλογής σου. Π.χ. θέλεις να τρέξεις τον ελληνικό μαραθώνιο των 42χλμ από τον Μαραθώνα ως το Καλλιμάρμαρο; Εγγράφεσαι στην εφαρμογή και αρχίζεις να περπατάς ή να τρέχεις. Το κινητό σου καταγράφει την κίνηση και τη μεταφράζει σε χιλιόμετρα. Κάθε βράδυ αυτά τα χιλιόμετρα προστίθενται στη διαδρομή που επέλεξες να καλύψεις. Όταν τερματίσεις σου στέλνουν και μετάλλιο, το οποίο είναι ένα ωραιότατο μπιχλιμπίδι το οποίο το φοράς και καμαρώνεις, να δείτε σε εμένα έστειλαν σήμερα το δικό μου και μου έφτιαξαν τη μέρα!



Να σας πω ότι η εφαρμογή έχει πολλές διαδράσεις. Μπορείς ανά πάσα στιγμή να δεις πού βρίσκεσαι στον χάρτη της Ελλάδος και μάλιστα να πατήσεις επάνω στο σημείο που βρίσκεσαι και να δεις φωτογραφία μέσω των χαρτών της google σε πραγματικό χρόνο. Επίσης μπορείς να δεις που βρίσκεσαι σε σχέση με άλλους χρήστες της εφαρμογής που επέλεξαν να διανύσουν την ίδια διαδρομή με σένα και να δεις λίγο πολύ την κατάταξή σου στον χάρτη.

Είναι εξαιρετική απασχόληση και έχω πάθει εμμονή.

Η εφαρμογή αυτή με σήκωσε από τον καναπέ και μου έδωσε ώθηση να ανεβαίνω στον διάδρομο και να τρέχω ή να παίρνω συχνότερα το ποδήλατο και να τριγυρίζω στη γειτονιά. Ήμουν τρομερά αγύμναστος και τους τελευταίους μήνες είχα προσέξει ότι κάποια πουκάμισα με το ζόρι κούμπωναν και κάποια παντελόνια επίσης. Με τριάντα λεπτά τρέξιμο κάθε μέρα, το γύρισα υπέρ μου. Να σας πω ότι ήμουν τόσο αγύμναστος που δεν μπορούσα καλά καλά να τρέξω. Περπατούσα μόνο και ακόμη και έτσι λαχάνιαζα. Σιγά σιγά και με την επιμονή του παιχνιδιού κατέληξα να τρέχω τριάντα λεπτά συνεχόμενα σχεδόν καθημερινά και να το βρίσκω και εύκολο. Σκεφτείτε ότι κάθε πρωί παίρνω χάπια για την πίεση και την καρδιά μου τα οποία μου ρίχνουν τους παλμούς. Το ότι σηκώνομαι και τρέχω μετά από αυτές τις φαρμακευτικές δόσεις για μένα είναι ένα θαύμα! Θαύμα επίσης ότι κάηκε επιτέλους το λίπος της κοιλιάς, ή τέλος πάντων μειώθηκε σε αξιοθαύμαστο βαθμό!

Φυσικά δεν είναι κάθε μέρα το ίδιο εύχαριστο να τρέχω. Υπάρχουν μέρες που βαριέμαι τη ζωή μου. Αλλά βάζω μουσική, κοιτάζω και τον χάρτη στην εφαρμογή και τρέχω. Άπαξ και τρέξεις δυο λεπτά, μετά έρχεται και η σωστή διάθεση. Τριάντα λεπτά τρέξιμο αναπτερώνουν και τη ψυχολογική μου κατάσταση που ως γνωστόν στην πλειοψηφία του χρόνου μου είναι σαν επιτάφιος, ενώ οι σκέψεις που κάνω καθώς τρέχω με ψυχοθεραπεύουν γενικότερα. Παράλληλα, με βλέπουν τα παιδιά και παίρνουν παράδειγμα. Ο γιος μου θέλει ήδη να τρέχει μαζί μου και όταν κατεβαίνω απ’ τον διάδρομο επιμένει να ανέβει εκείνος. Η κόρη μου επίσης παρακολουθεί και είμαι σίγουρος όταν μεγαλώσει ακόμη λίγο θα ακολουθήσει.

Ξέρω ότι δεν ανακάλυψα την ταχινόπιτα. Αλλά είναι ωραίο να αρχίζεις καινούρια πράγματα και να τους αφοσιώνεσαι κάλλιο αργά παρά ποτέ. Αυτή την εποχή, τρέχω το γύρο του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Μου έμειναν 40,92χλμ και τερματίζω στο άγαλμα του Ιησού, από κάτω! Τον άλλο μήνα θέλω να τρέξω τον γύρο του Τόκυο! Κάθε μήνα θα επιλέγω διαφορετική ήπειρο και θα κάνω συλλογή τα μετάλλια!

Χαίρομαι σαν μωρό παιδί! 


Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2026

Το Παιδί Μου Δεν Κάνει Τέτοια Πράγματα

Θυμάμαι όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου που καθόμουν μέσα στην τάξη δίπλα από ένα παιδί που στα διαλείμματα πήγαινε στις τουαλέτες και κάπνιζε. Τότε ήταν της μόδας τα Lucky Strikes. Βρωμοκοπούσε από πάνω μέχρι κάτω ολόκληρος. Δεν άντεχα να κάθομαι δίπλα του. Όταν δε, μου απευθυνόταν, η μπόχα που έσκαγε μέσα απ’ τα ρουθούνια και το στόμα του ήταν εμετική και ανυπόφορη. Τι να έκανα όμως ο καψερός; Υπέμενα την κατάσταση. Έτσι επιβίωνες στο Γυμνάσιο. Σιωπώντας.

Θυμάμαι ότι μια μέρα τον ανακάλυψε μία βοηθός διευθύντρια να καπνίζει στις τουαλέτες και τον κάλεσε στο γραφείο της. Τηλεφώνησαν και στη μάνα του, για να της πουν τα καθέκαστα. Επειδή η μάνα μου ήταν φίλη με τη μάνα του, έμαθα εκ των υστέρων ότι η κυρία αρνείτο να πιστέψει ότι ο γιος της καπνίζει και μάλιστα επιτέθηκε στη βοηθό διευθύντρια λέγοντας της πως «δεν έχει ιδέα για το τι συμβαίνει στο σχολείο και ότι η ίδια ήξερε πολύ καλύτερα το παιδί της».

Πολλές φορές στη ζωή μου αναρωτήθηκα αν η μάνα του φίλου μου γνώριζε την αλήθεια και απλά υποστήριζε άνευ όρων το παιδί της, ή αν ήταν απλώς μία ηλίθια που δεν ήξερε την τύφλα της και προτιμούσε να ζει στο ψέμα. Συχνά πυκνά ανακαλώ το γεγονός και αναρωτιέμαι αν όλη αυτή η στάση ήταν αποτέλεσμα θέσης και αρχής. Αν ναι, της βγάζω το καπέλο. Εμένα δεν επρόκειτο να με συγκαλύψουν οι γονείς μου αν έκανα κάτι το μεμπτό. Ούτε εγώ συγκαλύπτω σήμερα τα δικά μου παιδιά όταν πράττουν κάτι παράνομο στο σχολείο.

Αναρωτιέμαι κατά πόσον αυτή η στάση, δηλαδή της αμέριστης υποστήριξης, ήταν μια γενικότερη παθογένεια των 90ς που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Και επίσης, κατά πόσον σήμερα είναι όλοι πιο υποψιασμένοι και πιο έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την αλήθεια για τα παιδιά τους.

Έπρεπε να συμβούν διάφορα τελευταίως για να διαψευστώ. Πρόσφατα άκουσα από έναν γονέα το εξής υπέροχο: «το παιδί μου δεν λέει ποτέ ψέματα». Τι μπορείς να συζητήσεις με αυτόν τον άνθρωπο; Τίποτα. «Το παιδί του δεν λέει ποτέ ψέματα». Σου το υποβάλλει ως θέση και αρχή πριν οποιαδήποτε συζήτηση. Άρα, είτε το αποδέχεσαι και αναλαμβάνεις εσύ την ευθύνη για ό,τι συνέβη, είτε σηκώνεσαι και φεύγεις. Πώς να γίνει ενήλικη κουβέντα με κάποιον που προεξοφλεί ότι το παιδί του δεν λέει ποτέ ψέματα. Δεν μπορεί να γίνει.

Εγώ που τα παιδιά μου τα λατρεύω, μόλις έρθει κάποιος να μου καταγγείλει κάτι, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι μάλλον ισχύει. Ακόμη κι αν θεωρώ ότι αποκλείεται να ισχύει 100%, γιατί πάντα η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, και η οπτική του καθενός πάσχει από ένα σωρό άλλες παραμέτρους, η πρώτη μου αντίδραση είναι: «έκανε κάτι τέτοιο το παλιόπαιδο; Ικανό τον έχω, τώρα θα στον φτιάξω εγώ μόλις πάω σπίτι!» Κι ας ξέρω μέσα μου ότι υπάρχει και η πιθανότητα να μην συνέβη τίποτα από όσα μου καταγγέλλουν ή να έχουν διαστρεβλωθεί μέσα από τη θολή ματιά των παιδιών στην εξιστόρηση.

Τέλος πάντων, αντιλαμβάνεστε τι εννοώ. Όταν δεν μπορώ να αποδείξω κάτι, επειδή δεν ήμουν μπροστά ή επειδή αφορά σε παιδιά δέκα ετών τα οποία παραποιούν την πραγματικότητα και την πουλούν όπως τους συμφέρει, κρατώ μικρό καλάθι. Σίγουρα, δεν απαντώ με την κουλαμάρα: «το παιδί μου δεν λέει ψέματα». Και ψέματα λέει, και μισές αλήθειες λέει, και τις αλήθειες ολόκληρες λέει». Αλλά εγώ δεν μπορώ να βάλω το χέρι μου στη φωτιά για οτιδήποτε, εφόσον δεν ήμουν μπροστά.

Αυτή η μετριοπάθεια δυστυχώς δεν εκτιμάται. Πρόσφατα κάηκε η γούνα μου και άρχισα να σκέφτομαι ότι η 90ς τακτική «εμένα το παιδί μου δεν κάνει τέτοια πράγματα», να είναι η πανάκεια. Γιατί να επιδεικνύω εγώ μία διαλλακτική και ήπια στάση απέναντι σε μια καταγγελία και να φορτώνομαι την ευθύνη, ενώ μπορώ να ξεμπερδεύω με ένα «το παιδί μου δεν κάνει τέτοια πράγματα;» κι άντε γεια σας; Έχω χρόνο να χάνω με τον κάθε ένα; Έχω χρόνο να κάνω τον ντετέκτιβ για το τι συνέβη στην αυλή του σχολείου; Μωρέ, έχω. Αλλά, τον αξίζετε;

Σκέφτομαι τη μάνα του φίλου μου που αρνείτο ότι ο γιος της καπνίζει. Με το μυαλό που διαθέτω σήμερα, αντιλαμβάνομαι ότι προφανώς γνώριζε ότι ο γιος της καπνίζει. Βρωμούσαν τόσο πολύ τα ρούχα του από την κάπνα που μόνο κάποιος που έχασε την αίσθηση της όσφρησης δεν θα μπορούσε να τον μυριστεί. Κι όμως, επέλεξε να τον υποστηρίξει. Από εκεί έπρεπε να είχα καταλάβει ότι τα παιδιά θέλουν και χρειάζονται την αδιαπραγμάτευτη μας υποστήριξη. Δεν επρόκειτο περί ηλίθιας μάνας αρνούμενης να δει την αλήθεια. Την αλήθεια την ήξερε. Απλά, και πολύ έξυπνα, αρνήθηκε να μπει στο παιχνίδι της βοηθού διευθύντριας.

Βλέπε να μαθαίνεις. Και την επόμενη φορά που θα σου πουν για τα παιδιά σου «το και το», ξέρεις τι θα τους απαντήσεις.