Τρίτη, Αυγούστου 16, 2022

Εκατό Μέτρα Στα Εμπόδια

 

Ήταν και εξακολουθεί να είναι, ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι.

Εγώ με τα καλοκαίρια δεν τα πάω καλά, αυτό είναι γνωστό, και το βροντοφωνάζω κάθε χρόνο από εδώ. Τα καλοκαίρια απλώς κάνω υπομονή ώσπου να περάσουν και να έλθει αυτό που τσάτρα πάτρα θεωρείται χειμώνας. Το ημερολογιακό μου έτος αρχίζει τον Οκτώβριο (ναι, και ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι λογιέται πλέον), και λήγει τον Απρίλη. Από Μάιο και μετά, μπαίνει το καλοκαίρι, αρχίζει η χρήση του κλιματιστικού - η οποία πλέον είναι και τρομερά ασύμφορη οικονομικά, και με πάει πατημένο ως τον Οκτώβρη, τον μήνα που επιτέλους αναπνέω και είναι όλα πιο αισιόδοξα.

Φέτος δεν είναι μόνο η ζέστη το πρόβλημα μου. Φέτος είναι και το άγχος του γονέα πολλαπλασιασμένο επί εκατό, για διάφορους και ετερόκλιτους λόγους. Μέρα με τη μέρα το άγχος μου για το ευ ζην των παιδιών μου μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο, σε βαθμό που δεν μου είναι διαχειρίσιμο. Αρρωστώ! Όλα έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το μόνο που με κόφτει είναι τα μωρά μου, η υγεία τους, η ψυχολογική τους ισορροπία, η σωματική και πνευματική τους ανάπτυξη. Δεν ενσκήπτω υστερικά στα πιο πάνω, έμαθα να τρώγομαι μόνος μου -με τα ρούχα μου, και προσπαθώ να τα εποπτεύω όλα εκ του μακρόθεν, με τη δέουσα διακριτικότητα. Αλλά πώς ακριβώς θα πετύχει αυτό; Σάμπως είμαι εγώ σε θέση να παίζω τον επόπτη; Ούτε καν! Δεν καταφέρνω να φέρω βόλτα τον εαυτό μου, πώς θα μεταλαμπαδεύσω την αρμονία στα τέκνα μου;

Πολύ φοβάμαι μόνο διά του αρνητικού παραδείγματος! Τύπου, «δείτε τον πώς είναι. Μην γίνετε έτσι!»

Φέτος, από τον Ιούνιο κιόλας, η μια μαλακία διαδέχεται την άλλη και το ένα χτύπημα της μοίρας το άλλο. Η υγεία των γύρω μου επιδεινώνεται, καλούμαι να εξοικειώνομαι καθημερινά με τα ενδεχόμενα να «φύγουν» αγαπημένα πρόσωπα, καλούμαι να διαπραγματευτώ οικονομικά στραπάτσα, να διαχειριστώ διαφυγόντα κέρδη, να αποδεχτώ τετελεσμένα στη δουλειά με στωικότητα. Είμαι ένας σάκος του μποξ που απλά τρώει μπουνιές και προετοιμάζεται για την επόμενη. Τι καλοκαίρια και αηδίες μου λέτε;

Φυσικά και θα επιβιώσω. Δεν έχω κι άλλη επιλογή.

Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2022

Πόσο Δύσκολο Να Γράψεις Ένα Βιβλίο

 

 

Ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Μέχρι σήμερα έχω γράψει 78 σελίδες.

Είναι πάρα πολύ δύσκολο πράγμα να γράψεις ένα βιβλίο.

Έχω την ιστορία μέσα στο μυαλό μου, αλλά το πώς θα τη δομήσεις, πώς θα την πλέξεις ώστε να έχει αναγνωστικό ενδιαφέρον, πώς θα την πας μέχρι τέλους, μου είναι προς το παρόν πρόκληση.

Κατ’ αρχάς έχω τεράστιο πρόβλημα με το γεγονός ότι πλέον ξεχνώ πού θέλω να το πάω. Αρχίζω να γράφω κάτι, στην πορεία βλέπω ότι δεν βγαίνει και ψάχνω από μηχανής Θεούς. Επίσης, οι πληροφορίες για τους χαρακτήρες και τις επί μέρους ιστορίες τους είναι πάμπολλες και αναγκάζομαι να κρατώ ξεχωριστό αρχείο στο οποίο σημειώνω τις μεταξύ τους σχέσεις και άλλα μούλτι-κούλτι που τους αφορούν για να υπάρχει μία συνέπεια.

Αν ήξερα ότι θα ήταν τόσο κουραστικό προφανώς δεν θα το επιχειρούσα.

Το γράφω όμως εν είδει ψυχοθεραπείας. Και η ψυχοθεραπεία θα έπρεπε να είναι μία ευχάριστη διεργασία. Ε, μου χάλασε. Από την άλλη, μπήκα στον χορό και θέλω να χορέψω. Δεν γίνεται να αφήνεις πράγματα μισοτέλειωτα σ’ αυτή τη ζωή. Θυμάστε που σας είχα πει ότι είχα ξεκινήσει να γράφω κι ένα θεατρικό. Εκείνο, δυστυχώς, το παράτησα. Το παράτησα γιατί πλέον δεν μπορώ να το υποστηρίξω ούτε ο ίδιος. Δεν είμαι περήφανος για το περιεχόμενό του. Το διαβάζω και δεν με εκφράζει πια. Όπως και ένα προηγούμενο που είχα γράψει στην ηλικία των 25, το οποίο ολοκλήρωσα, αλλά πλέον αποφεύγω και να το διαβάσω, γιατί ντρέπομαι.

Είναι καλό να ντρέπεσαι για κάτι που έκανες στο παρελθόν. Δείχνει εσωτερική πρόοδο.

Γι’ αυτό που γράφω τώρα δεν ντρέπομαι, προς το παρόν. Αν το τελειώσω σε πέντε χρόνια όμως, μπορεί και να ντρέπομαι, μπορεί και να μην με αφορά πια. Πάντα έτσι γίνεται. Ο χρόνος σκοτώνει το ενδιαφέρον για τα πάντα. Εν πάση περιπτώσει, το επιχειρώ επειδή με κάνει και νιώθω καλά. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια διαβάζω πολλά μυθιστορήματα, και μεταξύ αυτών βρίσκω άπειρη σαβούρα. Αν οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν χώρο σε τόση μετριότητα, σίγουρα θα δώσουν και στη δική μου. Γιατί αυτοί και όχι εγώ;

Δεν γράφω με τον παραδοσιακό λογοτεχνικό τρόπο. Δεν πήζω το κείμενο με άσκοπες περιγραφές σχετικά με τον καιρό και την εξωτερική εμφάνιση των πρωταγωνιστών. Εγώ γράφω γι' αυτά που θα ενδιέφεραν εμένα να διαβάσω. Δεν με κόφτει ούτε να ξέρω αν ο ουρανός ήταν γκρίζος την ώρα που έγινε ο φόνος, ούτε αν τα δέντρα αγκαλιάζονταν μεταξύ τους όταν έκαναν έρωτα οι ήρωες. Εμένα με κόφτει να σας πω τι έγινε. Με τον γνωστό γλαφυρό τρόπο μου, αλλά χωρίς φιοριτούρες, χωρίς φλυαρία. Ελπίζω αυτό να εκτιμηθεί. Δεν έχουμε καιρό να χάνουμε.

Είναι πάρα πολύ δύσκολο να γράψεις ένα βιβλίο. Αλλά θέλω να το πάω μέχρι τέλους!


Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2022

My Body, My Rules

Είναι Δευτέρα, κάνει και ζέστη, υπάρχουν όλες οι κατάλληλες προϋποθέσεις να τσακωθούμε. Σήμερα φίλοι μου, θα σκοτωθούμε με αφορμή το σλόγκαν: «My Body, My Rules». Το σλόγκαν το οποίο προέκυψε ξανά στην επικαιρότητα μετά την απαγόρευση των εκτρώσεων στις ΗΠΑ ξεσηκώνοντας τεράστιο σάλο ανά το παγκόσμιο, ακόμη και στην Κύπρο, η οποία ως γνωστόν επηρεάζεται άμεσα από κάθε τι που ψηφίζεται στην Αμερική και θεωρεί ότι πρέπει να εκφράσει άποψη επί του θέματος ως συγκοινωνούντο δοχείο. 



Πριν βγάλουμε νύχια και αρχίσουμε να γδερνόμαστε, να σας πω δύο πράγματα:

1.       Το θέμα των εκτρώσεων το είχα σπουδάσει στα πλαίσια του Child Law που είχα επιλέξει ως μάθημα στο πτυχίο. Το θεωρώ παλιακό και με πάει 17 χρόνια πίσω. Είναι ωραίο να βλέπεις ότι τόσα χρόνια μετά, η ανθρωπότητα ακόμη ασχολείται με πράγματα που εσύ θεωρείς τελειωμένα.

2.       Δεν είμαι εναντίον των εκτρώσεων, για να μην πέσετε να με φάτε. Θεωρώ ότι υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι για να επιλέξει μία γυναίκα να αποβάλει ένα έμβρυο. Θα τους αναπτύξω πιο κάτω.

Εγώ διαφωνώ με το σλόγκαν! Δεν συμφωνώ με το «My Body My Rules». Όχι χρυσή μου, δεν είσαι το κέντρο του κόσμου, ναι είναι το σώμα σου, αλλά όχι, υπάρχουν και φορές που δεν μας ενδιαφέρουν οι κανόνες σου. Θα σου φέρω παραδείγματα που έχω βιώσει: Στον στρατό είχα γνωρίσει μία εθελόντρια, τη Μηλίτσα, η οποία ήταν εννέα μηνών έγκυος αλλά κάπνιζε δύο πακέτα τσιγάρα την ημέρα. Εγώ ήμουν 19 χρονών τότε, δεν είχα καμία σκασίλα με ποιον είχε πηδηχτεί η Μηλίτσα και γκαστρώθηκε, μα προφανώς και λυπηρώς δεν την ενδιέφερε η υγεία του τέκνου της. Όταν ένα πρωί εκεί που πίναμε καφέ τη ρώτησα γιατί εκθέτει το παιδί της σε κίνδυνο καπνίζοντας αρειμανίως, η απάντηση ήταν «επειδή δεν με κόφτει!» Πιστεύετε ότι αυτή η γυναίκα δικαιούται να επικαλείται την υπεράσπιση του My Body My Rules; Ποιου τα συμφέροντα πρέπει να διασφαλιστούν; Της ηλίθιας Μηλίτσας ή του αθώου τέκνου;

Οι φανατικές φεμινίστριες μπορεί να απαντήσετε ότι ναι, δικαιούται να καπνίζει όσο θέλει, αφού το παιδί δεν έχει γεννηθεί ακόμη, νομικά ομιλώντας δεν υφίσταται -το παιδί αποκτά νομική υπόσταση μόνο όταν γεννηθεί, και εν πάση περιπτώσει, δικό της είναι, ό, τι θέλει το κάνει. Θα διαφωνήσω. Μπορεί στα αρχικά στάδια της κύησης, όταν ένα έμβρυο ακόμα αποτελείται από κύτταρα και δεν έχει ακόμα αποκτήσει καρδιά, όργανα και συνείδηση, αυτό να ισχύει. Όταν όμως το παιδί έχει διαμορφωθεί γύρω εκεί στον έκτο, έβδομο μήνα και επικοινωνεί, αντιδρά στα ερεθίσματα και επί της ουσίας ζει μέσα σου, η γνώμη μου είναι ότι δεν δικαιούσαι να το εκθέτεις σε κίνδυνο. Να βάλεις τα Rules σου εκεί που ξέρεις. Είσαι πλέον υπόλογη σε μία ζωή που μεγαλώνει μέσα σου και έχεις ευθύνη απέναντί της.

Πόσο μάλλον όταν υπάρχει και πατέρας στην εξίσωση ο οποίος δεν φταίει σε τίποτα να φορτωθεί μετά τη γέννηση ένα παιδί προβληματικό επειδή εσύ δεν πρόσεχες όταν το κυοφορούσες. Δεν είναι όλοι οι πατεράδες ανεύθυνοι ή αδιάφοροι όπως αρέσκεστε να διαδίδετε για να διαιωνίζετε στερεότυπα που σας συμφέρουν.

Όταν η Μπρέντα ήταν έγκυος τον Αλέξη είχε αποφασίσει να πάει ένα ταξίδι με τη μητέρα της στην Αίγινα. Θα έπαιρναν το ‘δελφίνι’ από τον Πειραιά και θα επισκέπτονταν το νησί για ένα σαββατοκύριακο. Έσπασε ο διάβολος το ποδάρι του και εκείνο τον καιρό είχαν καταφθάσει από τη Συρία μπουλούκια προσφύγων στον Πειραιά οι οποίοι μη έχοντας πού να μείνουν είχαν κατασκηνώσει κακήν κακώς όπου βρήκαν στο λιμάνι, στήνοντας τσαντίρια κατά μήκος της προβλήτας και είχε γίνει ο Πειραιάς μια πανδαισία μεταδοτικών ασθενειών και εγκλημάτων, κάτι σαν το δικό μας Πουρνάρα. Η Μπρέντα δεν πτοούνταν, ήθελε να πάει, έχοντας στην κοιλιά της τον γιο μου, και ρισκάροντας πολλά για μία ασήμαντη εκδρομή! Εννοείται ότι έφερα ένσταση και έγινε μεγάλο θέμα. Ήμουν ένας εν δυνάμει πατέρας, είχα ευθύνη προς τον αγέννητο γιο μου, δεν με ενδιαφέρει αν εσένα σου κάπνισε στα καλά του καθουμένου να πας ταξίδι το οποίο θα προϋπέθετε να περάσεις μέσα από τη ζούγκλα του Πειραιά. Θα κάτσεις εδώ που είναι ασφαλής ο γιος μου και όταν τον ξεγεννήσεις και μου τον παραδώσεις, να πας όπου θες!

Φυσικά δεν ήταν εύκολη η διαπραγμάτευση, επιστράτευσα όλο το σόι να την μεταπείσει. Ακόμα πιο φυσικά, δεν μπορούσα και να την κλειδώσω στο κλιμακοστάσιο μην τυχόν μου το σκάσει μία νύχτα απ' τον φεγγίτη. Αλλά της έστειλα τελεσίγραφο: «Έτσι και πας μόνη σου έγκυος γυναίκα στον Πειραιά που μετατράπηκε σε Σπιναλόγκα, άντε γεια, και θα μιλήσεις με τον Δικηγόρο μου!» Σοφή ούσα, δεν πήγε.

Αυτά βέβαια, είναι αθώα παραδείγματα. Υπάρχουν πολύ χειρότερα. Τι κάνουμε όταν μία κυοφορούσα γυναίκα είναι τοξικομανής; Όταν τρυπιέται με σύριγγες για λίγη ηρωΐνη; Της το επιτρέπουμε στα πλαίσια του My Body My Rules; Με συγχωρεί η χάρη σας αλλά το δικαίωμα του εμβρύου να γεννηθεί υγιές και να ζήσει φυσιολογικά είναι υπεράνω της τοξικομανούς μητέρας. Δεν μπορεί να φορτώνεται η πολιτεία βρέφη με προβλήματα υγείας εξαιτίας της ανεύθυνης μάνας μόνο και μόνο επειδή θεωρεί ότι εκείνη κάνει κουμάντο στο σαρκίο της.

Κανένας επί της ουσίας δεν κάνει κουμάντο στο σαρκίο του κι αυτό έπρεπε να είχε εμπεδωθεί τώρα που περάσαμε την πανδημία και μπολιαστήκαμε όλοι για το ευρύ καλό.

Όταν εγώ έπαθα το ανεύρυσμα, λίγο πριν με ανοίξουν στο χειρουργικό τραπέζι, εμφανίστηκε ο χειρουργός με μία μάτσα χαρτιά μαζί του και με έβαλε να υπογράψω ότι συναινώ να με ανοίξει και να κάνει ό,τι μπορεί για να με σώσει. Δεν είχα πολυτέλεια χρόνου να διαβάσω τι λέγανε τα χαρτιά. Υπέγραψα στα τυφλά. Φαντάζεστε όμως να του απαντούσα «My Body, My Rules» και θα σας υπογράψω αφού μελετήσω τους όρους σας και αφού κρίνω εγώ ότι είναι δίκαιοι; Εννοείται πως είχα δικαίωμα να αρνηθώ. Δικό μου είναι το σώμα. Αλλά θεωρώ ότι ο άνθρωπος που αρνείται θεραπεία λόγω των πιστεύω του θα έπρεπε να του επιβάλλεται με το ζόρι αυτή, γιατί δεν είναι στα συγκαλά του για να κρίνει με καθαρό μυαλό. Βλέπε κάτι Μάρτυρες του Ιεχωβά που αρνούνται να δεχτούν ξένο αίμα στον οργανισμό τους. Πόσο μάλλον να επηρεάζουν τη ζωή άλλου με το πείσμα τους να αρνούνται θεραπείας!

Ο κόσμος έχει αποτρελαθεί. Δεν είναι καινούριο αυτό. Οι τρελοί φέρνουν τον κόσμο ανάποδα αν πεθάνει ένα γατάκι, αν ψοφήσει μία χελώνα, αν κοπούν δέντρα – ακόμη κι αν αυτό ενέχει το φύτεμα περισσότερων και υγιέστερων στη θέση τους, με τη δικαιολογία ότι είναι κι αυτοί ζώντες οργανισμοί και δεν πρέπει να στερούνται το δώρο της ζωής. Παρόλα αυτά, θεωρούν ότι μία γυναίκα ελαφρά τη καρδία μπορεί να αποβάλει ένα έμβρυο. Its not a human yet! Έγραψε η άλλη η ανεκδιήγητη επάνω στην κοιλιά της. Ναι, αυστηρά ομιλώντας δεν είναι ακόμα άνθρωπος, όμως όταν το έμβρυο είναι σε φάση που μπορεί να γεννηθεί, και αυτό συμβαίνει εύκολα μετά τον έβδομο μήνα, τότε ναι, θα έπρεπε να έχει κατοχυρωμένα δικαιώματα. 



Ας δούμε κι αυτό το παράδειγμα. Η γιαγιά μου είναι 89 ετών. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας μαγικός τρόπος να ξέρουμε επακριβώς την ημερομηνία που θα πεθάνει. Ας υποθέσουμε ότι αυτή η μέρα είναι αύριο (φτου, φτού). Δικαιούμαι να τη σκοτώσω από σήμερα μιας και αύριο θα απουσιάζω και δεν βολεύομαι να τρέχω με τη χαρτούρα της κηδείας κτλ; Όχι βέβαια. Δεν έχω δικαίωμα να αφαιρώ τη ζωή οποιουδήποτε. Κι όμως κάποιος θα μπορούσε να προβάλει το επιχείρημα: τι σήμερα, τι αύριο, τι θα ζήσει η γιαγιά σου μέσα σε λίγες ώρες για να κάτσουμε να σκάσουμε; Τίποτα δεν θα ζήσει. Όλα έγκεινται στον απαράβατο κανόνα: «Δεν έχω δικαίωμα να αφαιρώ τη ζωή οποιουδήποτε». Είτε αυτός είναι γάτος, είτε είναι σκύλος, είτε είναι χελώνα, είτε είναι δέντρο». Στα έμβρυα γιατί δεν δείχνουν την ίδια ευαισθησία; Όλοι ξέρουμε την απάντηση: Επειδή είναι άχρηστες!

Εν πάση περιπτώσει. Εγώ θεωρώ ότι η έκτρωση πρέπει να συνεχίσει να είναι νόμιμη και εξ όσων θυμάμαι υπάρχουν εξαιρέσεις τις οποίες βρίσκω λογικότατες και συμφωνώ: Η έκτρωση πρέπει να επιτρέπεται όταν α) κινδυνεύει η ζωή της μάνας κατά την κύηση και τοκετό, β) όταν το έμβρυο πάσχει από ανίατη ασθένεια η οποία θα επηρεάσει δραστικά την ποιότητα της ζωής του, γ) όταν το έμβρυο είναι προϊόν βιασμού ή αιμομιξίας, δ) όταν η κύηση είναι στις πρώτες εβδομάδες και το έμβρυο δεν έχει αποκτήσει ακόμα ζωτικά όργανα και συνείδηση.

Και τη μαλακία που λένε μερικοί, ότι «αν η έκτρωση θεωρείται φόνος, τότε η μαλακία θεωρείται γενοκτονία», κόψτε την γιατί εκτίθεστε. Το έμβρυο είναι προϊόν γονιμοποίησης. Όχι προϊόν εκσπερμάτωσης. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Ύλη βιολογίας πέμπτης Δημοτικού! Το σπέρμα μόνο του δεν μπορεί να εξελιχθεί σε άνθρωπο. Το έμβρυο όμως είναι εν δυνάμει άνθρωπος. Μετά από κάποιο στάδιο είναι άνθρωπος και μετά από κάποιο άλλο είναι έτοιμος, ολοκληρωμένος άνθρωπος μέσα σε μια κοιλιά.  

Δεν είναι αυτό το θέμα μας, όμως. Το θέμα μας είναι το ηλίθιο σλόγκαν. Καλό θα ήταν κάποτε να αποδεχτείτε ότι, Yes, its your body, but not always your rules.

Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2022

Ούτε Λεξ!

 

«Τι ξέρεις περί Λεξ;»

«Ούτε Λεξ!»

Αυτό απάντησε κάποτε ένας φοιτητής της νομικής σε μία προφορική εξέταση του πανεπιστημίου Αθηνών, και ο καθηγητής έκρινε τόσο ευφυές το λογοπαίγνιο που τον πέρασε με δέκα. [Για να δείτε πώς δίνονταν κάποτε τα πτυχία].

Θυμήθηκα το πιο πάνω περιστατικό επειδή τις προάλλες κάποιος ονόματι Λεξ έδωσε μία συναυλία και μάζεψε 200.000 θεατές στα καλά καθούμενα και για κάποιο λόγο η νεολαία θεωρεί ότι γράφτηκε ιστορία και ότι ζει κόσμο-ιστορικές στιγμές.

Ο Λεξ, από όσα διάβασα από ‘δω κι από ‘κει είναι ράπερ. Αλλά «καλός ράπερ». Ποιοτικός- όχι σαν τους άλλους τους σκερβελέδες που πήγαν στα Mad Awards και πλακώθηκαν άνευ λόγου και αιτίας, χάριν τηλεθέασης. Ο Λεξ έχει βάθος, και όπως πολύ πετυχημένα σχολίασε ο αγαπημένος Curly Sue στα σόσιαλ, φτάνει τα επίπεδα Μποφίλιου σε βάθος – ακόμα γελώ με το συγκεκριμένο αστείο. Εκτός από βάθος, ο Λεξ έχει και φανατικό κοινό το οποίο παίρνει σβάρνα το ίντερνετ και όπου διαβάσει αρνητικό σχόλιο σπεύδει να σε βάλει στη θέση σου, όπως έκανα κι εγώ κάποτε στα νιάτα μου που όποιος έπιανε τη Βίσση στο στόμα του χωρίς να έχει πλύνει πρώτα το στόμα του με ανθόνερο, τον έβριζα απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια.

Τι εποχές διανύουμε Θεέ μου! Ο Λεξ, ο λυτρωτής!

«ΟΚ Boomer!» θα μου πεις.

Άκου να σου πω μαλακισμένο, αν θα αποδεχτώ τον όρο, θα αποδεχτείς κι εσύ αυτόν του ανίδεου. Δεν ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα! Αντιλαμβάνομαι ότι η μουσική αλλάζει, ότι η κάθε γενιά έχει τη δική της, αλλά τι να πει και η γενιά του πατέρα μου που μεγάλωσε με Beatles και Rolling Stones, με Χατζιδάκι και Θεοδωράκη! Να μιλάνε όλοι, να μιλάνε και οι κώλοι, δεν το δέχομαι!

Εδώ εγώ που υπερασπίζομαι σθεναρά τη μουσική της γενιάς μου, η οποία ομολογουμένως είχε και κάποια διάσπαρτα διαμαντάκια, δεν τολμώ να τη συγκρίνω με το τι προηγήθηκε στις δεκαετίες του ’60 και ’70 στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα. Θα έρθει τώρα το 20χρονο να με πει «boomer» επειδή αρνούμαι να ακούσω (τ)ραπ και δη Λεξ; Να πάρετε τ’ αρχίδια μου παρακαλώ μπας και ξεκουφάνουν τ’ αφτιά σας.

Θεωρώ που θεωρώ ξύλα απελέκητα όσους γεννήθηκαν μετά το 1990, αφού η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν γνωρίζει ούτε γραφή, ούτε κριτική σκέψη διαθέτει, και τους έχουν χαζέψει τα κινητά, τα τάμπλετ και τα κομπιούτερ, άμα έρθουν και μου μιλήσουν περί Λεξ ως μουσικό είδος, επιβεβαιώνομαι!

Η μουσική δυστυχώς πεθαίνει εξ ου και πλέον όλα τα τραγούδια των προηγούμενων δεκαετιών επανακυκλοφορούν με πιο σύγχρονη ενορχήστρωση και παραγωγή. Πείτε μου ένα σύγχρονο τραγούδι το οποίο πιστεύετε ότι θα ακούμε και σε είκοσι χρόνια. Σε είκοσι χρόνια δεν ξέρουμε αν θα ζούμε, φυσικά, αλλά κουβέντα να γίνεται. Εδώ βρε, το 2020 μετά την επιτυχία του Blinding Lights το οποίο ήταν βασισμένο σε παραγωγή ‘80ς έφερε πίσω τη μόδα εκείνης της δεκαετίας. Και θα με πείσετε τώρα εσείς εμένα ότι η μουσική προχωρά;

Προχωρά μόνο χρονικά, αλλά δεν προοδεύει ποιοτικά. Μόνο φθίνει.

Φθίνουν τα πάντα θα μου πεις κι αυτός είναι ο κανόνας της ζωής. Το κλίμα, οι ιδέες, οι αξίες, τα μυαλά, οι κοινωνίες στην καλύτερη περίπτωση απλά μεταβάλλονται και στην χειρότερη καταρρέουν. Δεν μπορείτε να με πείσετε ότι ο κάθε Λεξ μπορεί ξαφνικά να αφήσει στίγμα σ’ αυτό που ονομάζεται «ελληνικό τραγούδι». Στίγμα άφησε ο Σαββόπουλος, η Αλεξίου, ο Νταλάρας, η Γαλάνη, η Πρωτοψάλτη, ο Πάριος, η Μαρινέλλα, άντε να βάλω και τη Βίσση αν και ξέρω ότι θα κατηγορηθώ για αμεροληψία. Δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί οτιδήποτε άλλο με αυτά τα ιερά τέρατα, όσο κι αν η εποχή έχει αλλάξει.

Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να ήταν και ένα σκέτο τουίτ.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2022

Η Παλαβή Ξαδέλφη

 

Στο οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής, η υπέροχη γιαγιά μου, αποφασίζει παρόλο το αλτσχάιμερ που της έχει σαπίσει τον εγκέφαλο να κάνει μία αναδρομή στο οικογενειακό της δέντρο. Χωρίς να της το ζητήσει κανένας. Με δική της πρωτοβουλία. Στα καλά καθούμενα, ενόσω προσπαθούσαμε να συνυπάρξουμε όλοι και να συμφάγουμε ήρεμα και πολιτισμένα.

-          «Εγώ, είχα μία ξαδέλφη παλαβωμένη! Την Κορίνα!»

Το λέει με μεγάλο καμάρι. Δεν της δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία.

-          «Θέλετε γιαούρτι; Βάλτε γιαούρτι» λέει η μάνα μου στα εγγόνια της.

Η προγιαγιά τους,  όμως, κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει, σε περίπτωση που δεν έγινε σαφής, για σκοπούς εμπέδωσης.

-          «Η ξαδέλφη μου η Κορίνα ήταν μία παλαβωμένη!» Το λέει και κουνά το κεφάλι με ύφος «τι να κάνουμε, αυτά συμβαίνουν».

Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να συζητούν τα δικά τους:

-          «Θα πάτε στο μωλ μετά από ‘δω; Μην πάτε ανέβηκαν ξανά τα κρούσματα!»

-          «Στο +9 η θετικότητα!»

Η γιαγιά το βιολί της: - «Είχα ξάδελφο τον Ορέστη, τον Πέτρο, που έγινε σπουδαίος οδοντίατρος και την Κορίνα, που καθόταν σε μια γωνιά έτσι, με ζαβό το στόμα σαν την παλαβωμένη!»

Λατρεύω τη λέξη «παλαβωμένη» εν τω μεταξύ. Την τονίζει και τη χρωματίζει με τη φωνή της για να δώσει μεγάλη έμφαση.

Γυρίζει προς τη Μπρέντα, και της λέει με γουρλωμένα τα μάτια, εν είδει μαθήματος και σοβαρότατης πληροφόρησης.

-          «Είδες καμιά φορά κάτι πράγματα; Τέσσερα ξαδέλφια! Ο ένας δούλευε στο δημαρχείο, ο άλλος έγινε γιατρός και ο άλλος οδοντίατρος. Μόνο η Κορίνα βγήκε έτσι προβληματική!»

Είμαι διπλωμένος και γελώ σπαρταριστά, αλλά στα μουγκά.

-          «Η μάμα μου, είχε αδελφή τη Μάρω που είχε τέσσερις γιους. Τον Αχιλλέα, τον Ντίνο και τον Λώρη. Εγώ είχα και μια ξαδέλφη, την Κορίνα που δεν ήταν καλά. Την καημένη. Καθόταν σε μια γωνιά έτσι (κάνει μία γκριμάτσα Κουασιμόδου), σαν τη παλαβή».

-          «Έχετε όλοι νερό; Αναψυκτικά να σας φέρω;»

 

Γυρνά προς τη μάνα μου: - «Εσύ θυμάσαι τη ξαδέλφη μου την Κορίνα που ήταν λίγο προβληματική;»

-          «Τη θυμάμαι, μάμμα!»

-          «Ζει άραγε η Κορίνα;»

-          «Δεν νομίζω μάμμα».

-          «Είχα τέσσερα ξαδέλφια! Ο ένας γιατρός, ο άλλος οδοντίατρος, ο άλλος με υψηλή θέση στο Δημαρχείο και η Κορίνα τίποτε! Δεν ήταν καλά η καημένη. Σαν την παλαβή!»

 

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!

Νομίζω αυτή η συζήτηση επαναλήφθηκε είκοσι φορές σε διάστημα ενός τετάρτου! Λατρεύω τη γιαγιά μου! Ακόμα και τώρα με αλτσχάιμερ είναι απολαυστική! Πέρασα ένα μεσημέρι να γελώ με σπασμούς. «Η Κορίνα η παλαβωμένη!»

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2022

Lightyear

 

Εξαιρετική η νέα ταινία της Pixar Disney με θέμα τη ζωή του Μπαζ Λαϊτγήαρ πριν γίνει παιχνίδι και ενταχθεί στο Toy Story. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα επρόκειτο γι’ άλλη μια εξαιρετική προσπάθεια από τις αγαπημένες εταιρείες, οι οποίες πλέον είναι και οι μόνες που με σηκώνουν από τον καναπέ να με πάνε σινεμά. Τα τελευταία δύο χρόνια, μπορεί και παραπάνω, όσες φορές πήγα στο σινεμά ήταν για να δω ταινίες της Ντίσνεϊ. Έχω να δω κινηματογραφική ταινία με πραγματικούς ανθρώπους από τον καιρό που ήμουν φοιτητής.

Είναι κρίμα που κατά μία έννοια το σινεμά όπως το γνωρίσαμε μικροί έχει πεθάνει και που ο κλασικός κινηματογράφος έχει μεταφερθεί πια στην τηλεόραση και τις συνδρομητικές πλατφόρμες. Είναι κρίμα που οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι σχεδόν πάντα με λιγότερους από δέκα θεατές, όμως ύστερα ανακαλώ στη μνήμη μου πώς είναι να βλέπεις ταινία σε μία αίθουσα γεμάτη Κύπριους και λέω δεν πειράζει, ας πεθάνει το σινεμά, έτσι κι αλλιώς πρέπει να πεθάνουν όλα σ’ αυτή τη χώρα.

Η ταινία ήταν καταπληκτική. Έκανε κοιλιά, φυσικά, αλλά από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ποιος είναι ο Ζοργκ, έβγαλα το καπέλο μου και υποκλίθηκα. Φυσικά, ο Αλεξάκος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως το μήνυμα, ούτε τις σχετικές έννοιες του χωροχρόνου στο διάστημα. Του αρκούσε που έβλεπε διαστημόπλοια να μάχονται και να εκρήγνυνται. Για να καταλάβετε, η μόνη απορία που είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ήταν «εγώ όταν γίνω αστροναύτης, ποιος θα μου λέει πότε να φάω;» Αυτή ήταν η έγνοια του. Το φαΐ! Ψυχολογικά του έχουμε δημιουργήσει με το θέμα της σίτισης και τα «φάε να ψηλώσεις» και τα «φάε να δυναμώσεις!»

Η ταινία του Μπαζ έχει μέσα καταπληκτικούς χαρακτήρες. Ειδικά ο ψηλός χαζοβιόλης με το στυλό και η γριά κατάδικος δεν παίζονται. Μορφές! Το να δημιουργείς συγκίνηση μέσα από ετερόκλιτους χαρακτήρες που καλούνται να συνεργαστούν για να επιβιώσουν, στην πορεία τα κάνουνε μαντάρα, αλλά στο τέλος ως διά μαγείας τα καταφέρνουν και αποθεώνονται είναι παλιά συνταγή, μα πάντα πιάνει. Δεν μπορώ να πω ότι δεν είμαι θύμα της.

Η ταινία έχει απαγορευτεί σε 14 χώρες του μουσουλμανικού κόσμου. Ο λόγος, η ύπαρξη μίας γκέι οικογένειας στην πλοκή. Ακραία αντίδραση κατ’ εμέ. Κατ’ αρχάς, η γκέι αναφορά είναι ανεπαίσθητη καθότι η μία εκ των δύο γυναικών αποδίδεται τόσο αντρικά που δεν καταλαβαίνεις ότι πρόκειται περί γυναίκας που έχει δημιουργήσει οικογένεια με μία άλλη. Κι αυτό, αν με ρωτάτε, με εκνευρίζει. Διότι αν θέλεις να περάσεις ένα μήνυμα, έχε τα κότσια να το περάσεις αισθητά. Αυτό το «θέλουμε να προκαλέσουμε αίσθηση, να γίνουμε ορατοί, να δουν ότι υπάρχουμε», αλλά στην πορεία συνειδητοποιούμε ότι θα μας κράξουνε και πρέπει να το πράξουμε όσο πιο επιδερμικά γίνεται για το καλό της ταινίας, δεν ξέρω αν εξυπηρετεί τον «ακτιβισμό» τους. Από την άλλη θα μου πεις, ακόμη κι αυτό το λίγο είναι καλύτερο από το τίποτα.

Η κοινότητα των ομοφυλοφίλων αποτελεί το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά πλέον εμφανίζεται σε κάθε ταινία που θα γυριστεί σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Δεν είναι δυνατόν σε κάθε επεισόδιο του Νέτφλιξ στο οποίο παίζουν το πολύ δέκα άτομα, να υπάρχει πάντα ένα ζευγάρι γκέι. Αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματική ζωή. Αντιλαμβάνομαι ότι η σόου μπιζ στην ολότητά της αποτελείται από ομοφυλόφιλους και θέλουν να ξεχωρίζουν, και να είναι διακριτοί εφόσον υπηρετούν φανατικά τη συγκεκριμένη τέχνη, αλλά η κανονική ζωή δεν είναι έτσι. Βέβαια, αυτή είναι η δική μου «κανονική ζωή», κι έτσι την ερμηνεύω εγώ, ως Ευρωπαίος, Μεσόγειος, Κύπριος, Λευκωσιάτης και Δημόσιος Υπάλληλος. Μπορεί αλλού να έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν ξέρω.

Κάπου είχα διαβάσει ότι το κλασικό πρότυπο οικογένειας του πατέρα – μητέρα – παιδιά έχει πια μειοψηφήσει και ότι στις ΗΠΑ το «νορμάλ» πρότυπο οικογένειας είναι οι μονογονεϊκές και μετά όλοι οι υπόλοιποι συνδυασμοί. Δεν μου προκαλεί έκπληξη. Η συνύπαρξη και οι ισορροπίες που απαιτεί το παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας είναι τόσο δύσκολο να συντηρηθούν και να καλλιεργηθούν που ο πολύς κόσμος πλέον τα παρατά. Χωρίζει και εν μέρει ησυχάζει. Φυσικά, οι μονογονιοί θα πουν ότι από πρακτικής απόψεως είναι πολύ δυσκολότερο να μεγαλώνεις ένα ή και περισσότερα παιδιά μόνος σου, αλλά τουλάχιστον έχουν την ελευθερία επιλογής σε πολλά πράγματα στα οποία οι παραδοσιακές οικογένειες πρέπει να καταλήξουν κατόπιν έντονης και αιμοσταγούς διαπραγμάτευσης. Εγώ δεν θα σου πω ποιο μοντέλο είναι καλύτερο, άλλωστε σημασία έχει το παιδί να μεγαλώνει αρμονικά και ήρεμα και τίποτε άλλο. Εγώ θα σου πω ότι κατά τη δική μου γνώμη, το να πρέπει να συνυπάρχεις, να συζητάς, να διαπραγματεύεσαι, να συναποφασίζεις και να συμπορεύεσαι στα πλαίσια της οικογενειακής συνύπαρξης και προόδου, απαιτεί τεράστια αποθέματα ψυχικής ρώμης και σθένους, απαιτεί τεράστια προσπάθεια σε χρόνο και ενέργεια που όσοι ακόμα μένουν μαζί θα έπρεπε να βραβεύονται από την πολιτεία. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται και η πνευματική πρόοδος, διάβαζα κάπου αλλού πρόσφατα.

Λοξοδρομήσαμε. Εμείς συζητούσαμε για την εκπροσώπηση της γκέι κοινότητας (απεχθάνομαι τον όρο κοινότητα, αλλά αφού έτσι θέλουν να αποκαλούνται, εγώ πώς να τους βοηθήσω;).

Το ίδιο ισχύει και με τους μαύρους, οι οποίοι θέλουν να αλλάξουν τη ράτσα δεκάδων λευκών χαρακτήρων «στο βωμό της τέχνης» και καλά, αλλά χωρίς να δέχονται εκπτώσεις ως προς τους δικούς τους κλασικούς χαρακτήρες. Θέλω να πω, δεν θα τολμήσει κανένας να διανέμει τον ρόλο του Νέλσον Μαντέλα στον Μπραντ Πιτ «για χάρη της τέχνης», ούτε φαντάζομαι ότι η Ντίσνεϊ διανοείται να γυρίσει την ιστορία της Τιάνας, της «πριγκίπισσας με τον βάτραχο», με κάποια ξανθή ηθοποιό. Η Άριελ όμως έπρεπε να γίνει μαύρη, γιατί έτσι! Ίση αντιπροσώπευση, μη χέσω. Σαμπώς και έχουμε τίποτις εκλογές στον ΟΗΕ.

Εν τω μεταξύ εγώ θα θέσω κι ένα άλλο ερώτημα. Εφόσον θέλουν ίση αντιπροσώπευση της κοινωνίας σε κάθε κάστινγκ, δεν θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και με τους ανάπηρους; Δεν θα έπρεπε σε κάθε επεισόδιο να παίζει τουλάχιστον ένας ηθοποιός που είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι; Ή κάποιος τυφλός; Κάποιος με τεχνητό χέρι ή πόδι; Τα πάρκινγκ γιατί είναι διά νόμου όλα μοιρασμένα με ποσόστωση ώστε να εξυπηρετούν άτομα ΑΜΕΑ, αλλά ο κινηματογράφος και το θέατρο όχι; Να σου πω εγώ γιατί: Επειδή η πολιτική ορθότητα εξαντλείται στα κόμπλεξ των ισχυρών. Όσο κάνουν κουμάντο στη σόου μπιζ, και όχι μόνο στη σόου μπιζ, οι ηλίθιοι, αυτά θα έχουμε.

Τέλος πάντων. Δεν θα λύσουμε εμείς τα ψυχολογικά του κόσμου. Εξαιρετική η ταινία του Μπαζ, να πάτε να τη δείτε. Νομίζω η ελληνική απόδοση δεν είναι τόσο πετυχημένη όσο άλλες φορές, και λυπάμαι που δεν είδα την αυθεντική εκδοχή. Όπως και να ‘χει, να τη δείτε. 

Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2022

Στα Τσακίδια Και Το Προπατορικό

Αν νομίζετε ότι με τον γιο μου έχω έρωτα, πού να δείτε τι άρχισε να με πιάνει τώρα που η κόρη μου μεγάλωσε, αντιδρά και όπως μπορεί εκφράζεται. Νόμιζα ότι επειδή δεν έχω την ίδια χημεία μαζί της όπως έχω με τον Αλέξη, ότι θα ήταν υποδεέστερη η σχέση μας. Όμως τελευταίως άρχισε να μου κάνει κάτι χαμόγελα και κάτι ύφη που με λιώνει, με έχει αλοιφή στα πόδια της, δούλο και πιστό υπήκοό της. Φυσικά, εξακολουθώ να μην την καταλαβαίνω, ούτε μπορώ να τη ψυχολογήσω όπως τον γιο μου που είναι η φυσική συνέχειά μου. Αλλά, γυναίκα είναι, τι περιμένεις. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στο πιάτο σου.

Χθες τη βαφτίσαμε. «Ευαγγελία» και με βούλα. Θυμάστε που σας έγραφα πόσο απεχθάνομαι το όνομα κτλ, κτλ. Περιττό να πω ότι τώρα το λατρεύω, κι ακόμα και το «Βαγγελιώ» και το «Κυρά Βαγγέλα» μου φαίνονται συμπαθέστατα υποκοριστικά και τα χρησιμοποιώ κατά κόρον. Δεν καταλαβαίνω Θεό πια μαζί της.

Που λέτε, ναι, τη βαφτίσαμε. Και συγκινήθηκα πάρα πολύ, δεν ξέρω γιατί. Δεν το περίμενα. Στον Αλέξη ούτε καν σκοτίστηκα. Ίσως επειδή υπήρξε κύριος από την αρχή μέχρι το τέλος και δεν έκλαψε ούτε ένα δευτερόλεπτο. Οπότε δεν ένιωσα ότι το παιδί μου βασανίζεται κι εγώ δεν μπορώ να επέμβω. Η Βαγγελίτσα μου έκλαψε, όχι πολύ, τόσο –όσο προνοεί το σαβουάρ βιρβ. Εντούτοις αναστατώθηκα στο κλάμα της και ήθελα να μουντάρω να τη σώσω, αλλά συγκρατήθηκα. Όταν είπε ο παπάς «λάβε μάνα το παιδί σου» και τέλειωσαν όλα, το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο.

Έγινε και κάτι άλλο συνταραχτικό, απ’ αυτά τα «υπερφυσικά» που αρέσκομαι να πιστεύω. Λίγο πριν την έναρξη της βάφτισης, η οποία έγινε σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο, το πολύ 50 ατόμων, βρέθηκε στην εκκλησία ένας στενότατος φίλος του πατέρα μου με τον οποίο δεν έχουμε πια επαφή. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον γάμο μου το 2015. Έκτοτε καμία επικοινωνία, κανένα νέο εκ μέρους του. Όλως τυχαίως, χθες, την ώρα της βάφτισης βρέθηκε στην εκκλησία τυχαία γιατί περνούσε από εκεί για βόλτα, και σκέφτηκε να κατέβει να προσκυνήσει. Ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα αμφότεροι με τη σύμπτωση. Προσωπικά, το θεώρησα σημαδιακό. Δεν πιστεύω ότι βρέθηκε τυχαία εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή. Κάποιος τον έστειλε!

Επίσης, είχαμε κι άλλου είδους τράβαλα. Ο γιος μου, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η μέρα θα ήταν αφιερωμένη εξολοκλήρου στην αδελφή του και ζήλεψε λιγάκι, αποφάσισε να κάνει ό, τι μπορεί για να την καταστρέψει. Αρχικά, ενόσω ήμασταν ακόμα στο σπίτι και ετοιμαζόμασταν, αποφάσισε να πάρει ένα νεροπίστολο και να ρίξει νερό στα μούτρα της μητέρας του, η οποία είχε ξοδέψει όλο το πρωινό να βάφεται στην παρουσία ειδικής μακιγιέρ για την τελετή. Οι φωνές που άκουσε όταν κατέστρεψε με το νερό το μακιγιάζ ήταν σεισμικές, φανταστείτε τη σκηνή με τον Δεινόσαυρο στο πρώτο Jurassic Park την ώρα που τον τυφλώνουν με τον φακό τα δυο παιδάκια στο τζιπ. Ως αποτέλεσμα, ο γιος μας άνοιξε την πόρτα και έτρεχε με άκρως χειριστικούς λυγμούς να φύγει από το σπίτι και «ν’ αλλάξει οικογένεια».

Ο πανικός δεν καταλάγιασε εύκολα. Τον πήρα από πίσω μην τυχόν και βγει στον δρόμο και τον πατήσει κανένα αυτοκίνητο. Τρέχοντας κι εγώ στις αυλές, στους 40 βαθμούς κελσίου υπό σκιάν, ντυμένος με ρούχα που θα έπρεπε να μείνουν αδιάβροχα από ιδρώτα καθόλη τη διάρκεια της μέρας, καλοπιάνοντας τον γιο μου να συμμορφωθεί, να μπει στο αυτοκίνητο να πάμε στην εκκλησία. Όπερ και εγένετο με χίλια ζόρια και χίλια γαμώσταυρίδια. Κάπου εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι χάσαμε τη λαμπάδα της βάφτισης.

Τη λαμπάδα την κρατούσε η Μπρέντα αλλά πάνω στην αναπουμπούλα του μπουγέλου είχε ξεχάσει που την είχε αφήσει. Βρισκόμασταν ήδη καθοδόν. Είχαμε ήδη αργήσει, και εγώ έπρεπε να σταματήσω στη μέση της λεωφόρου, να κατέβουμε να τσεκάρουμε αν βάλαμε κατά λάθος τη λαμπάδα στο καπό την ώρα του σκοτωμού. Άφαντη η λαμπάδα. Υπήρχαν δύο ενδεχόμενα: Είτε τη ξεχάσαμε στο γκαράζ, είτε την είχε πάρει η πεθερά μου η οποία ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια του Τζουράσικ Παρκ. Την πήραμε τηλέφωνο στο κινητό, αλλά επειδή οδηγούσε, δεν έλεγε να απαντήσει το τηλέφωνο. Ο πανικός και τα νεύρα που προκλήθηκαν από τον χαμό της λαμπάδας δεν περιγράφονται. Νόμιζα ότι παίζω σε ταινία ή σε κάποιο επεισόδιο αόρατου φακού.

Ο γιος μου από το πίσω κάθισμα, παρόλο που βρισκόταν υπό δυσμένεια, βρήκε το θράσος και δήλωσε ότι «θα αρχίσει να μοιράζει βαθμολογίες συμπεριφοράς ενηλίκων» και τόλμησε να πει «παπάς- 100 βαθμοί, μαμά- μηδέν!» Αντιλαμβάνεστε…

Ο Θεός μας λυπήθηκε και φτάσαμε στην εκκλησία αρτιμελείς και με σώας τας φρένας!  

Όπως και να ‘χει, επιβιώσαμε. Ομολογώ ότι πέρασα ωραία και ειδικά στο γεύμα που ακολούθησε απόλαυσα την παρέα των παρευρισκομένων, αφού χαλάρωσα και δεν ασχολήθηκα δευτερόλεπτο με το πρωτόκολλο του οικοδεσπότη. Περιφερόμουν από τραπέζι σε τραπέζι και μάθαινα νέα φίλων και συγγενών και έτσι πέρασε ευχάριστα η ώρα. Ο Αλεξάκος πάντως ήρθε και με ρώτησε: «Μπορούμε να φύγουμε γιατί βαρέθηκα;» Πόσο γιος μου αυτό το παιδί! Κανένα τεστ πατρότητας! Μες τη ψυχολογία μου είναι ανά πάσα στιγμή. Του εξήγησα ότι δεν μπορούμε να φύγουμε από το δικό μας πάρτι, κι έτσι συμβιβάστηκε με το να φύγει με τη γιαγιά του όταν θα έφευγε κι εκείνη.

Πολύ τη χάρηκα τη βάφτιση της Μπουμπούς μου. Πάει και το προπατορικό! Ξεμπερδέψαμε! Τώρα έμεινε να την παντρέψουμε, να πεθάνω με το κούτελο καθάριο! Χα, χα! Πέρα από την πλάκα. Η κόρη μου είναι μία τυπάρα απίστευτη. Θα ξετρελαθείτε όταν τη γνωρίσετε. Το πώς σε κοιτά με επίκριση, ειρωνεία, το πώς μηδειά ελαφρώς όταν της λες κάτι αστείο γειώνοντάς σε, σε στιλ «δεν λες και κάτι ξεκαρδιστικά αστείο», είναι απερίγραπτο. Όταν μεγαλώσει θα είναι προσωπικοτάρα από τις λίγες. Και όποιος τολμήσει να την πλησιάσει ενόσω ζω, θα του κόψω τα πόδια σύριζα. Αυτά!

Καλό απόγευμα!

Υ.Γ.: Τη λαμπάδα την είχε πάρει η πεθερά μου. «Σας το είπα, αλλά δεν ακούγατε, τσακωνόσασταν!»

Παρασκευή, Ιουνίου 17, 2022

Νέα Πρότυπα Ομορφιάς

Δεν είναι ωραίο που ζούμε σε εποχές απόλυτης τρέλας; Δεν είναι ωραίο που κάθε 2-3 μέρες βρίσκεται άλλο ένα θέμα συζήτησης σε επίπεδα εξαλλοσύνης, το οποίο έρχεται να ανατρέψει τον ήσυχο κόσμο στον οποίο ζούμε (ή τέλος πάντων, τον ήσυχο κόσμο στον οποίο ζω);

Πάνε τώρα δυο μέρες που έχουν βαλθεί να μας τρελάνουν με τα κιλά της Δανάης Μπάρκα και τα σμιχτά τα φρύδια της Χατζηπαντελή. Τα «νέα πρότυπα ομορφιάς» καθώς γράφουν τα σάιτ. Λοιπόν, μια φορά θα τα πω και βάλτε τα καλά στο μυαλό σας. 



Πρώτον.

Ο καθένας έχει απόλυτο δικαίωμα να καθορίζει την εμφάνιση του όπως γουστάρει. Αν η Δανάη Μπάρκα αισθάνεται ωραία με τα κιλά της, με γεια της με χαρά της. Αν δεν τη βρίσκετε ωραία, που έχετε κάθε δικαίωμα να μην τη βρίσκετε ωραία, να μην τη παντρευτείτε όταν σας κάνει πρόταση. Ομοίως, αν αηδιάζετε με τα σμιχτά φρύδια της Χατζηπαντελή (προσωπικά αηδιάζω περισσότερο με το άκρως κυπριακό επίθετο), όταν σας ζητήσει να βγείτε ραντεβού, αποφύγετέ την. Είναι δικαίωμα τους όμως να κυκλοφορούν όπως γουστάρουν και αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο.

Δεύτερον.

Το τι είναι ωραίο και τι είναι πρότυπο ομορφιάς, δεν θα το καθορίσουν τα σάιτ και οι ηλίθιοι δημοσιογράφοι. Το τι είναι ωραίο το καθορίζει η αγορά. Εν προκειμένω οι άντρες. Αν αύριο οι άντρες τρελαθούν και στο 90% τους θέλουν να βγουν με μία σμιχτοφρύδα, τότε καλά θα κάνετε όλες να ακολουθήσετε το παράδειγμα της Χατζηπαντελή. Αφ’ η στιγμής μόνο κάτι βιτσιόζοι έλκονται από το συγκεκριμένο δασύτριχο μέτωπο, φροντίστε να έχετε μία τσιμπίδα εύκαιρη και να περιποιείστε τον εαυτό σας με κάθε ευκαιρία. Αν θέλαμε να φιλάμε κούτελο με τρίχα, φιλούσαμε και τον "Γυρίλλα" τον σειρά μας από το Τραχώνι και θα ήμασταν ευχαριστημένοι. Θέλετε δεν θέλετε, οι όροι προσφοράς και ζήτησης ισχύουν κι εδώ.

Ομοίως, οι άντρες δεν πάμε γυμναστήριο μόνο για λόγους ευεξίας και υγείας. Πάμε γιατί ξέρουμε ότι όσο πιο μικρή είναι η κοιλιά, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν οι μετοχές μας στο "χρηματιστήριο του έρωτα". Δεν είδα καμία γυναίκα να γράφει ότι ονειρεύεται να βγει με έναν κοιλαρά. Μπορεί βέβαια να μην ονειρεύεται ούτε έναν άντρα που να είναι φέτες, αλλά δεν ξέρω καμία που να χαλιέται από έναν μυώδη άντρα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στα γυμναστήρια πάμε και λόγω ανταγωνιστικότητας. Δεν πάμε μόνο για να βγουν καλές οι αναλύσεις μας.

Τρίτον.

Έχουν λυσσάξει όλες με το body positivity και δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Εγώ στα 41 μου δεν έχω γνωρίσει ακόμα γυναίκα να πει καλή κουβέντα για κάποιαν άλλην από κοντά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όλες στα κοινωνικά δίκτυα είναι υπέρ του να κυκλοφορείς σαν ανάποδο γαμώτο. Από κοντά όμως, «πώς είναι αυτή έτσι», «πάχυνε», «δεν της πάει το μαλλί», «παραβάφεται!». Γιατί; Ας μην το αναλύσουμε καλύτερα.

Ειδικά στη Μεσόγειο και ειδικότερα στις τάξεις αυτού που αποκαλούμε «μέση Ελληνίδα μάνα» το να πεις μία καλή κουβέντα για την άλλη, θεωρείται αμαρτία και παράπτωμα. Θυμάμαι ότι μια φορά έβγαινα με μία κοπέλα, πριν πολλά χρόνια, την οποία δεν είχα ακόμα συστήσει στους γονείς μου. Μία φορά έτυχε να με δουν να κυκλοφορώ μαζί της. Όταν πήγα σπίτι η πρώτη κουβέντα της μάνας μου ήταν «μη μου πεις ότι βγαίνεις με αυτή τη στραβοπόδα;!»

Εν τω μεταξύ, μια χαρά ήταν τα πόδια της. «Στραβό είναι το μάτι σου» της είπα.

Έχω άπειρες φίλες και γνωστές οι οποίες κακολογούν τη γκόμενα του αδελφού τους ή του κολλητού τους. «Τον βρήκε χαζό και τον κάνει ό, τι θέλει η χοντρή», «μπορεί να είναι εντυπωσιακή εκ πρώτης όψεως, αλλά αν την παρατηρήσεις καλά, φορεί στηθόδεσμο που τονίζει το βυζί της. Δεν έχει στήθος ούτε για δείγμα». «Χωρίς το ψηλοτάκουνο είναι το πολύ 1.50 με τα χέρια στην ανάταση», το μαλλί είναι εξτένσιον, κανονικά είναι φαλακρή, και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Κι αυτά μόνο όσον αφορά την εμφάνιση. Μην πιάσουμε τι λέει η μία για τον χαρακτήρα της άλλης και τελειώσουμε μεθαύριο.

Δεν γεννηθήκαμε χθες. Αυτά τα παρατηρήσαμε σε βάθος χρόνου. Κάτσετε τώρα να μας πείσετε ότι είναι ΟΚ να είσαι η Δανάη Μπάρκα και ότι είναι υπέροχο να αυτοπροσδιορίζεσαι με τα σμιχτά φρύδια σαν τον Γυρίλλα από το Τραχώνι. Ναι, άλλο το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, το οποίο είναι αναφαίρετο, κι άλλο το τι λέει ο κόσμος που είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος της εξίσωσης.

Βρε, εδώ η οικιακή βοηθός μας η οποία στόμα έχει και μιλιά δεν έχει, και της οποίας όταν της λέμε «σε παρακαλώ πότισε λίγο τα δέντρα» πάει και σου φτιάχνει καφέ επειδή δεν κατάλαβε τι της είπες, γύρισε τις προάλλες και μας είπε ότι η οικιακή βοηθός του γείτονα, η οποία κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη, «βάζει πολύ μέηκ απ και φαίνεται σαν βίζιτα!»

Δεν το ‘χετε. Και είναι ΟΚ. Έχει πλάκα και είναι χαριτωμένο. Αλλά μην μας σκάτε τις μπάλες στα 40 μας ότι τάχα μου και καλά είναι οκ να είσαι ο εαυτός σου. Είναι οκ. Αλλά τις γλωσσοτρώτε πίσω από την πλάτη τους. Ορθότητες και καθωσπρεπισμούς, εκεί που ακριβά σας αγοράζουν! 

 

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2022

Αδιάκριτες Ερωτήσεις

 

Έξαλλη η Ντέμη με την ερώτηση της δημοσιογράφου «αν θέλει να κάνει παιδί».

Της απάντησε «αυτή η ερώτηση δεν μ’ αρέσει γιατί μπορεί να υπάρχουν πράγματα που μπορεί να μην τα ξέρεις».

Πότε θα ξεπεράσουμε αυτή την ηλίθια εποχή, κατά την οποία μας φταίνε οι ερωτήσεις αντί η αδυναμία μίας σωστής απάντησης;

Δεν γνωρίζετε ότι είναι αντιδημοκρατικό (για να μην χρησιμοποιήσω τη λέξη φασιστικό, την οποία σιχαίνομαι), να επιβάλλετε εσείς ποιες ερωτήσεις μπορούν να υποβληθούν και ποιες όχι; Η Ντέμη θα μπορούσε κάλλιστα να απαντήσει «δεν σας αφορά πότε θα κάνω παιδιά» αν δεν ήθελε να ανοίξει το θέμα. Ή ακόμα να πει ότι δεν είναι διατεθειμένη να απαντήσει. Εν πάση περιπτώσει, δεν καταλαβαίνω από πότε υποδεικνύουμε στους άλλους τι μας αρέσει να μας ρωτούν και τι όχι. Μάθετε να χειρίζεστε τον συνομιλητή σας, παρά να αποφεύγετε ζητήματα που σας φέρνουν σε δύσκολη θέση.

Έχω μπουχτίσει με τον κόσμο. Είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι συνεννοούνται και καταλαβαίνονται με ερωτήσεις. Δεν είμαστε ζώα να συνεννοούμαστε με τα ένστικτα. Γεννηθήκαμε για να ρωτούμε και να παίρνουμε απαντήσεις. Αν κάποιες ερωτήσεις είναι άβολες ή  αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, αυτό είναι θέμα αυτού που καλείται να απαντήσει και όχι αυτού που ερωτά. Θα μου πεις, θα τολμούσες εσύ ποτέ να ρωτήσεις μία γυναίκα γιατί δεν έκανε παιδιά; Εγώ, όχι. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί να πρέπει να αρπάζουμε από τον λαιμό αυτόν που κάνει μία αδιάκριτη ερώτηση.

Κατ’ αρχάς, εγώ όταν μας ερωτούσαν πότε θα κάνουμε δεύτερο παιδί, απαντούσα «προσπαθούμε αλλά δυσκολεύομαστε». Θεωρούσα και εξακολουθώ να θεωρώ ότι ένα πρόβλημα είναι από μόνο του δυσβάσταχτο και λύνεται ευκολότερα συζητώντας το παρά αποκρύβοντάς το και καταπιέζοντάς το. Αυτός όμως είμαι εγώ. Άλλος στη θέση μου μπορεί να μην είχε την όρεξη να το συζητήσει. Απολύτως σεβαστό. Ας βρει αυτός έναν τρόπο να αποφύγει την απάντηση. Δεν μπορεί να του φταίει η ερώτηση επειδή τον φέρνει σε δύσκολη θέση.

Κάποτε ήταν απαγορευμένο να ερωτάς τις κυρίες την ηλικία τους. Σήμερα αυτή η ερώτηση θεωρείται ξεπερασμένη και οι γυναίκες χαίρονται να λένε πόσων ετών είναι επειδή ακριβώς όλες μοιάζουν νεότερες χάριν στην τεχνολογία και τα καλλυντικά. Θεωρούν όμως παράλογο να τις ρωτήσεις αν έκαναν πλαστική επέμβαση. Το ενδεχόμενο να απαντήσουν «δεν σας αφορά» ή «ουδέν σχόλιο», ή «ναι έκανα αλλά δεν θέλω να επεκταθώ», ή και να μπουν σε αναλυτική αναφορά του τι έχουν αλλάξει επάνω τους, δεν το αναλογίζονται. Εμένα η πεθερά μου την πρώτη φορά που με γνώρισε με ρώτησε αν έκανα πλαστική εγχείριση στη μύτη μου. Της είπα «όχι» κι εκείνη επέμενε ότι βλέπει σημάδια επάνω της που μαρτυρούν πλαστική επέμβαση. Βρήκα την ερώτηση / παρατήρηση τρομερά άκυρη υπό τις περιστάσεις όχι επειδή υπερέβαινε τα εσκαμμένα αλλά επειδή δεν ανέμενα στην πρώτη γνωριμία μία τέτοιου είδους παρατήρηση. Επίσης, η μύτη μου είναι θεόστραβη και γαμψή και φαίνεται από το χιλιόμετρο ότι χρήζει διόρθωσης. Δεν θα ήταν δυνατόν να την είχα διορθώσει. Απάντησα «σου φαίνεται πλαστική αυτή η χάλια μύτη; Ούτε ο χειρότερος πλαστικός δεν θα την έφτιαχνε έτσι». Εν τω μεταξύ αν είχα λεφτά για πέταμα και ψυχικά απωθέματα, θα έκανα και εμφύτευση μαλλιών και πλαστική στη μύτη και θα άλλαζα ένα εκατομμύριο πράγματα επάνω μου. Δεν θα είχα, όμως, θέμα με την ερώτηση ή την απάντηση.

Πολλοί λένε ότι διανύουμε την εποχή της ενσυναίσθησης και ότι πρέπει να μετρούμε τα λόγια μας γιατί μπορεί μία ερώτηση μας να στενοχωρήσει τον άλλον. Η πείρα μου έχει αποδείξει ότι ο άλλος μπορεί να στεναχωρηθεί με το παραμικρό και χωρίς καμία πρόθεση αδιακρισίας από τον ερωτώντα. Μία φορά ρώτησα μία φίλη «τι κάνεις», έγινε έξαλλη και μου απάντησε φωνάζοντας μέσα στη λεωφόρο Μακαρίου «έχω πατέρα με καρκίνο στο ογκολογικό στα τελευταία στάδια, τι θες να κάνω; Ερωτήσεις είναι αυτές;» Εγώ ο καημένος ένα «τι κάνεις» ρώτησα, και δεν είχα ιδέα για τον πατέρα της. Τίποτε το φαινομενικά μεμπτό. Γι αυτό σας λέω, δεν είναι η ερώτηση ποτέ το πρόβλημα. Είναι η αδυναμία του ερωτηθέντα να απαντήσει.

Μία άλλη φορά έπινα καφέ με μία γνωστή, την ήξερα ελάχιστα, και αναπολούσαμε τα φοιτητικά μας χρόνια. Κάποια στιγμή αναφέρθηκα σε μία παλιά χρονολογία και εκείνη ανέφερε χωρίς καμία πρόκληση εκ μέρους μου ότι «ήταν χάλια εκείνη η χρονιά γιατί είχα πέσει θύμα ομαδικού βιασμού». Έπαθα σοκ από την αποκάλυψη και προσποιήθηκα ότι δεν άκουσα τι μου είχε μόλις πει, και άλλαξα αμέσως θέμα. Δεν ήξερα τι να σχολιάσω, ούτε αν με έπαιρνε να ρωτήσω λεπτομέρειες, ούτε αν έπρεπε να πω μια καλή κουβέντα για να την κατευνάσω. Εξάλλου μια χαρά φαινότανε από διάθεση. Ύστερα σκέφτηκα ότι κακώς δεν το σχολίασα γιατί μία κοπέλα η οποία προβαίνει σε μία τέτοια αποκάλυψη προφανώς επιδιώκει την αποδοχή, θέλει να το βγάλει από μέσα της και να το λειάνει μέσω της συζήτησης. Εγώ, μαθημένος στα «δεν ρωτάμε» και στα «δεν μας αφορά» των νέων ηθών, άλλαξα θέμα. Κακώς.

*Η περούκα*. Ένας φίλος μας τον οποίον γνωρίζουμε πολλά χρόνια και ήταν πάντα καραφλός, μία καλήν ημέρα εμφανίστηκε με πολλά μαλλιά. Με περούκα. Κανένας εκ των παριστάμενων δεν τόλμησε να ρωτήσει αυτά που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θέλει να ρωτήσει, σεβόμενος τα νέα ήθη. «Πώς του ήρθε σε αυτή την ηλικία να βάλει περούκα», «από πού την αγόρασε, πόσα κόστισε, και είναι όντως τόσο καλής ποιότητας;», «πώς εφαρμόζει στο κεφάλι;», «την πλένει, τη χτενίζει, τη σαπουνίζει; Πώς τη συντηρεί;», «την κολλάει με κόλλα στην καράφλα ή έχει λάστιχο όπως αυτές που φοράμε στις απόκριες;» Ένα εκατομμύριο ερωτήσεις πλημμύρισαν το κεφάλι μου. Κανένας όμως δεν ρώτησε τίποτα, και μου είπαν να επιδείξω τακτ και να μην ρωτήσω ούτε εγώ το παραμικρό. Καλά, εδώ η άλλη πάει και βάφει τα μαλλιά της ανταύγειες στο κομμωτήριο και αν δεν σχολιάσεις την αλλαγή στα μαλλιά της κακοφαίνεται ότι «δεν την πρόσεξες» και κατεβάζει μούτρα. Σ’ αυτόν που από φαλακρός έγινε εν μία νυχτί πιο τριχωτός κι από τον Τομ Κρουζ δεν θα ρωτήσουμε τι και πως; Πάτε καλά;

«Μπορεί να είναι άρρωστος». Ε, κι άρρωστος να είναι, μπορεί να θέλει να το συζητήσει για να νιώσει καλύτερα. Χώρια που αποκλείεται να είναι άρρωστος. Γνωρίζαμε ότι ήταν φαλακρός από τα 20 του χρόνια. Στα 40 του απέκτησε μαλλιά. Τι είδους αρρώστια είναι αυτή όπου βλαστά ένα δάσος στο κεφάλι σου όσο μεγαλώνεις; Δεν του είπαμε τίποτα εν τέλει. Παραβλέψαμε όλοι τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Και εγώ έμεινα με δεκάδες απορίες. Πάντως, όταν εγώ ξύρισα το κεφάλι μου λόγω κρίσης ηλικίας ήμουν πρόθυμος να εξηγήσω τους λόγους που με ώθησαν στην ενέργειά μου αυτή. Λίγοι με ρώτησαν πώς το πήρα απόφαση. Εκείνους τους λίγους τους εκτίμησα περισσότερο από εκείνους που από δήθεν διακριτικότητα απέφυγαν να ρωτήσουν πώς έγινε και μέσα σε μία νύχτα πήρα μία τόσο δραστική απόφαση.

Δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Σε πολλούς μας αρέσει να μιλάμε και να εξηγούμε. Και για να μιλάμε χωρίς να γινόμαστε κουραστικοί, χρειαζόμαστε ανάλογη πάσα από τον άλλον. Χρειαζόμαστε μία ερώτηση. Υπάρχουμε κι εμείς που δεν φοβόμαστε να απαντήσουμε. Ακόμη και η πιο άβολη ερώτηση μας κάνει καλό γιατί αναγκαζόμαστε να αγγίξουμε την καυτή πατάτα και να τη διαχειριστούμε. Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί η ερώτηση να είναι αγενής συχνά. Αν ο άλλος είναι αγενής ή υπερβαίνει τα όριά σου, είναι δική σου ευθύνη να του τα υποδείξεις. Δεν είναι δυνατόν να λέμε «δεν μ’αρέσει αυτή η ερώτηση» ή «δεν είναι σωστό αυτό που ρωτάς». Να ρωτάτε τα πάντα. Όποιος δεν ρωτά, χάνεται. Ο Αδάμ και η Εύα όταν ο Θεός τους απαγόρευσε να φάνε τον απαγορευμένο καρπό δεν ρώτησαν γιατί. Πάνω στην αμηχανία τους πήγαν και τον έφαγαν και εξαιτίας τους τραβούμε εμείς σήμερα στη Γη τα πάνδεινα. Αν τότε οι πρωτόπλαστοι είχαν το κουράγιο, το θράσος και την υγιή περιέργεια να ρωτήσουν «γιατί ο καρπός είναι απαγορευμένος και τι θα γίνει αν τον φάμε;» σήμερα ο κόσμος θα ήταν καλύτερος.

Κι όλα αυτά κύριοι, επειδή ρώτησαν την Ντέμη πότε θα κάνει παιδιά! Απαγορευμένη η ερώτηση σίγουρα. Εμ, τι περίμενε να τη ρωτήσουν κι αυτή; Πότε θα κάνει καριέρα; Πιο άβολη είναι αυτή η ερώτηση παρά το πότε θα κάνει παιδί!

Καλό σαββατοκύριακο.