Δευτέρα, Οκτωβρίου 25, 2021

Πώς Είναι Να Είσαι 40

Όταν ήμουν μικρότερος αναρωτιόμουν πώς είναι να είσαι 40.

Τι αλλάζει σ’ αυτή την ηλικία. Πώς είναι να είσαι μεσήλικας.

Θυμάμαι, μάλιστα, ότι όταν ήμουν 12 ετών πέθανε ένας φίλος των γονιών μου στην ηλικία των 42 και τους είπα «μην στεναχωριέστε, τα έφαγε τα ψωμιά του», και οι γονείς μου έξαλλοι απάντησαν «για όνομα του Θεού, ήταν πολύ νέος στα 42!»

Τέλος πάντων, δόξα σοι ο Θεός, τα φτάσαμε τα σαράντα, τα σαράντα ένα σχεδόν. Πώς είναι να είσαι σ’ αυτή την ηλικία; Θα σου πω εσένα, εικοσάχρονε νεανία που μπορεί να διερωτάσαι.

Κατ’ αρχάς να σου πω ότι συνειδησιακά δεν αλλάζει τίποτα. Η αίσθηση που έχεις για τον εαυτό σου, η αντίληψη σου για τον κόσμο είναι η ίδια όπως όταν είσαι 17, ή 25. Το «εγώ» παραμένει άφθαρτο και καθοριστικό για το πώς ερμηνεύεις τον κόσμο και όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Αυτό σημαίνει ότι όπως αισθάνεσαι τώρα που είσαι νέος, πιθανόν έτσι θα αισθάνεσαι και στα 40 σου, έτσι θα αισθάνεσαι και στα 80 σου. Αναφέρω χαρακτηριστικά, ότι η γιαγιά μου που είναι 88 ετών, συχνά μου λέει ότι αισθάνεται 60, ή και νεότερη, και ότι το μόνο πράγμα που την αποτρέπει από το να ζει όπως ζούσε στα «νιάτα» της, είναι το κορμί της που αρνείται να συνεργαστεί. Με λίγα λόγια, αν νομίζεις ότι μεγαλώνοντας θα αλλάξεις μυαλά, πλανάσαι πλάνην οικτράν. Είσαι το ίδιο πράγμα από γεννησιμιού σου. Εγκλωβισμένος μέσα σε μία μάζα από μύες και κόκκαλα τα οποία σαπίζουν και σου προκαλούν πρακτικά προβλήματα. Άπαξ και λύσεις τα πρακτικά θέματα, μπορείς να ζήσεις για πάντα νέος.

Στα 40 ξυπνάς και πονάς το σώμα σου. Εγώ τουλάχιστον. Κάθε πρωί ξυπνώ και έχω πόνους στη μέση, στους ώμους, σε ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη. Πρέπει να τεντωθώ για να ισιώσω και να γίνω και πάλιν άνθρωπος. Στα 40 δεν έχεις τις ίδιες ορέξεις για σεξ. Εκείνο το 2-3 φορές τη μέρα που αισθανόσουν μέχρι τα 30 αρχίζει και ξεθωριάζει αργά και σταθερά. Φυσικά, υπάρχουν και λαμπρές εκλάμψεις ανά περιόδους, αλλά υπάρχει σαφής και αισθητή κατάπτωση. Επίσης, δεν χάνεις τα κιλά το ίδιο εύκολα. Μέχρι και τα 39 μου μπορούσα να χάσω ένα κιλό την ημέρα με 20’ περπάτημα. Τώρα πια ό,τι στοιβάζεις το καις με πολύ κόπο και κυρίως άνοστη δίαιτα. Είναι μία κατρακύλα που δεν χωνεύεται με τίποτα, ειδικά όταν έως πριν ένα χρόνο το σώμα σου χώνευε τα πάντα και αντιδρούσε θετικά. Συμπερασματικά, στα 40 σου το σώμα σου αρχίζει να σε βαριέται και να σε προδίδει και όλο αυτό είναι δυστυχώς, ψυχολογικά αβάσταχτο.

Όμως, υπάρχει και η θετική πλευρά.

Στα 40 σου ξέρεις! ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ. You take bullshit no more! Θα μου συγχωρέσετε το αγγλικό, μα αποδίδει καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Στα 40 σου ξέρεις ότι έχεις μάξιμουμ άλλα 20 ποιοτικά χρόνια και δεν έχεις ώρα για μαλακίες. Ούτε για να τα σπαταλάς σε φαύλους, ούτε για να χαλάς τη ζαχαρένια σου. Ξεσκαρτάρεις το σύμπαν και το κυριότερο, δεν αισθάνεσαι την παραμικρή τύψη. Μου κάνεις; Σε αγοράζω. Δεν μου κάνεις; Στο καλό και να μας γράφεις. Παλιότερα μπορεί να έψαχνες μία χρυσή τομή, ένα συμβιβασμό, να κρατήσεις τα προσχήματα. Τώρα πια η προτεραιότητα είναι η ψυχική σου υγεία, η καλοπέραση σου. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχα τα κότσια να αποσείσω από πάνω μου τη σαβούρα την οποία περισυνέλλεξα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά να που ήταν ευκολότερο από όσο νόμιζα.

Επίσης, στα 40 σου ή τέλος πάντων στα 40 τα δικά μου, υπάρχει περισσότερη διαύγεια και περισσότερη ειλικρίνεια. Έχω αποδεχτεί τα ελαττώματα μου, τα έχω αναγνωρίσει (προ πολλού το είχα κάνει αυτό, αλλά τώρα πλέον δεν με πονεί να τα συζητώ. Επουλώθηκαν όλα τα τραύματα και κόμπλεξ μου), και τα έχω αγαπήσει. Ούτε με πειράζει να απολογηθώ γι αυτά αν αποτέλεσαν τον λόγο να έχει πληγωθεί κάποιος στο παρελθόν. Φτάνεις στο ύψιστο σημείο αποδοχής του εαυτού σου, ξέρεις ότι δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο αλλαγής και έχοντας εξοικειωθεί πλήρως με τις αλήθειες σου, αισθάνεσαι πανελεύθερος.

Αυτά είναι τα 40 μου, ή τέλος πάντων, αυτά είναι όλα όσα νιώθω τώρα που έφτασα στην ηλικία την οποία μικρότερος αντιμετώπιζα με φόβο και δέος. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2021

Το Αγόρι Που Μ' Έσωσε

Άκου να δεις γιατί ο γιος μου είναι το μεγαλύτερο και ωραιότερο δώρο που πήρα στη ζωή μου.

Επειδή θεωρώ ότι ήρθε για να με σώσει.

Οι αντιδράσεις αυτού του παιδιού δεν είναι παιδικές. Είναι πιο ώριμες κι από τις δικές μου που πλέον πάτησα τα 40. Θα μου πεις, «αυτό δεν είναι και δύσκολο», αλλά όσο να πεις, ένα μωρό τριών χρονών, που πλέον έγινε πέντε, δεν είναι δυνατόν να συμβάλλει στη ψυχολογική μου υγεία με έναν τόσο επιστημονικό και ενήλικο τρόπο.

Κατ’ αρχάς με θαυμάζει και με κάνει να νιώθω σπουδαίος. Θαυμασμό από άνθρωπο δεν είχα ξαναβιώσει στη ζωή μου προηγουμένως. Με επιδεικνύει παντού και απαιτεί από τον περίγυρο να μου δώσει σημασία, απλά και μόνο επειδή «είμαι ο παπάκης του». Τις προάλλες είχαμε στο σπίτι καλεσμένο ένα φίλο του και έπαιζαν στο σαλόνι. Εγώ απουσίαζα, αλλά όταν γύρισα θέλησε να με συστήσει. Είπε στον φίλο του: «Κωστή, ήρθε ο παπάκης μου». Ο Κωστής χέστηκε να με γνωρίσει, εκείνη τη στιγμή κρατούσε ένα αυτοκινητάκι και το περιεργαζόταν. Ο γιος μου πήγε και του το άρπαξε, του έστριψε με το ζόρι το κεφάλι προς εμένα και του είπε επιτακτικά: «Ήρθε ο παπάκης μου!». Ο τόνος και το ύφος του απαιτούσαν σεβασμό. Και συνέχισε: «Τον λένε Χρίστο, που θα πει ‘ο εκλεκτός’!» Έσκασα στα γέλια, ψήλωσα δυο μέτρα από καμάρι και έλιωσα από την αγάπη!

Το ίδιο έκανε και σήμερα όταν βρεθήκαμε οικογενειακώς σε μία συγκέντρωση. Ήταν και η πεθερά μου εκεί, η οποία όντας απασχολημένη έξω με άλλους, δεν με πρόσεξε την ώρα που μπήκα. Πήγε και της είπε «Γιαγιά, ήρθε ο παπάς μου και δεν τον χαιρέτησες!» με ύφος «πώς τολμάς;!» Όλα εδώ πληρώνονται πεθερούλα!

Αυτό το παιδί με κάνει και αισθάνομαι αυτοκράτορας. Ναι, με αγαπά, το ξέρω, και εγώ τον λατρεύω και τον έχω στα όπα-όπα, αλλά τέτοια αντιμετώπιση δεν φανταζόμουν ούτε στα μεγαλύτερα μου όνειρα. Εγώ δεν συμπεριφερόμουν έτσι στους γονείς μου, ούτε καν στη γιαγιά μου που της είχα ξεκάθαρη αδυναμία. Αυτός το κάνει συνέχεια. Και διερωτώμαι τι τύχη είναι αυτή, τι ανέλπιστο και ουρανοκατέβατο δώρο είναι αυτό, φτου μην το ματιάξω!

Πάω να τον σχολάσω από το νηπιαγωγείο και με το που ξεπροβάλλω μαζεύει όλους τους συμμαθητές του και τους λέει «ήρθε ο παπάκης μου! Σας είπα ότι ξύρισε το κεφάλι του. Ελάτε να τον δείτε!» Σάμπως και ενδιαφέρει κανέναν άλλον.  

Το μαγικό της υπόθεσης είναι ότι αυτή τη στάση κρατούσε ανέκαθεν, όχι μόνο τώρα που μεγάλωσε και είναι πια ένα κανονικό αγόρι. Από τριών χρονών, από τότε που καλά-καλά δεν μιλούσε, είχε την έγνοια μου. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που πήγαμε να φάμε στη μάνα μου και πάνω στην κουβέντα αρχίσαμε να σκοτωνόμαστε μπροστά του για κάποια αιώνια οικογενειακά τραύματα. Ο καβγάς ξέφυγε, παρόλο που πάντα έχω ως αρχή να μην τσακώνομαι μπροστά του, ιδίως με τη γυναίκα μου. Αλλά είχα θολώσει, ξέρετε σε τι όρια μπορεί να μας φτάσει η μάνα μας, και άρχισα να φωνάζω, να βρίζω και να είμαι έτοιμος να κάνω έγκλημα, οπότε τον άρπαξα και φύγαμε κακήν κακώς. Θυμάμαι ότι παρακολουθούσε τα πάντα και δεν μιλούσε. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο να φύγουμε και αφού έκλεισα την πόρτα πίσω μου με δύναμη, πήρα τηλέφωνο τη σύζυγό μου να της μεταφέρω τι έγινε, και περιγράφοντας τον καβγά ξέσπασα ακόμα περισσότερο μέσα στο αυτοκίνητο. Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι είχα και το μωρό στο πίσω κάθισμα δεμένο.

Με το που κλείνω το τηλέφωνο άκουσα τη φωνούλα του να μου λέει «παπά, θέλεις να πούμε αστεία να γελάσουμε;»

Κόκκαλο εγώ. Το ότι αυτό το παιδί στην ηλικία των τριών, αντί να παρασυρθεί από την ένταση και τις φωνές και να αρχίσει να κλαίει για το τέρας που είδε να μεταμορφώνομαι μπροστά του, ένιωσε ότι είχε χρέος να με διασκεδάσει για να καλμάρω, εμένα με αφήνει άναυδο. Είναι τόσο ανώτερος, που με κάνει να νιώθω τόσο μικρός και σκουπίδι μπροστά στο μεγαλείο του. Από ποιον πήρε αυτό το παιδί, είμαι να σκάσω!

Είναι ο δάσκαλός μου, είναι ο προστάτης μου. Το πόσο βελτιώθηκα εξαιτίας του, είναι απερίγραπτο.

Να είσαι πάντα καλά γιε μου! Δεν είσαι τυχαίος. Ήρθες με αποστολή. Κάποιος σε έστειλε.  Σου χρωστώ το σύμπαν!


Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Λευκωσιάτικη Διασκέδαση

Λόγω ανηλειμμένων κοινωνικών υποχρεώσεων χθες βράδυ βγήκα σε μπαρ-ρεστοράν για φαγητό και ποτό. Να είχα και δέκα χρόνια να βιώσω μία τέτοια εμπειρία. Από τους καιρούς του πάλαι-ποτέ Zoo Lounge. Από τη μία η πατρότητα, από την άλλη η πανδημία, η αλήθεια είναι ότι έχω ξεσυνηθίσει τις εξόδους, πόσω μάλλον σε τέτοια μέρη στα οποία μετά τις 11:00 οπότε και δυναμώνει η μουσική πρέπει να ξελαρυγγιάζεσαι για να συνεννοηθείς με τους συνδαιτυμόνες σου. 

 

Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση από χθες βράδυ, από όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου. Πρώτον και κύριον, η μουσική που έπαιζε ήταν αυτή που άκουγα εγώ όταν ήμουν στα νιάτα μου. Πολλή Βίσση, πολλή Βανδή, και Ρέμος. Από τα χρυσά χρόνια εκεί γύρω στο 1998-2003. Σημειώστε ότι το μαγαζί δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε σαραντάρηδες. Ήταν γεμάτο εικοσάχρονους, οπότε το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα αυτοί διασκεδάζουν με τραγούδια που γράφτηκαν προ εικοσαετίας, επιβεβαιώνει αυτό που έγραψα εδώ μέσα πολλές φορές: Η ελληνική μουσική πέθανε με τη γενιά μου. Δεν έχει να κάνει με το «μεγαλώνουμε και ως πιο ώριμοι απορρίπτουμε κάθε τι καινούριο». Έχει να κάνει όντως με το γεγονός ότι τα καλύτερα ποπ τραγούδια γράφτηκαν τότε. Όπως τα καλύτερα λαϊκά γράφτηκαν το ’60 και τα καλύτερα ντίσκο γράφτηκαν το ’70. 

 

Η καλύτερη ποπ ελληνική μουσική γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με αρχές των ‘00ς. Τελεία.

 

Δεύτερη λυπηρή διαπίστωση από χθες βράδυ είναι η κακογουστιά των νεαρών. Τόση καραντίνα με reality τύπου My Style Rocks και GNTM τίποτα δεν μας έμαθαν ως λαό. Το πώς εξακολουθούν να ντύνοναι για να βγουν έξω δείχνει πόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως είμαστε γενικότερα. Καμία συναίσθηση ως προς το τι μπορεί να υποστηρίξει το σώμα και η προσωπικότητα μας. Και αυτά τα κουραφέξαλα του «ντύνομαι όπως γουστάρω» καλά κάνατε και τα υιοθετήσατε, αφού ως εκεί τραβά η κούτρα σας, αλλά πονάνε τα μάτια μας. Χοντρές με κολλητά, να εξέχει έξω η κοιλιά, άντρες με βερμούδες, και φανέλες με διαφημιστικά σλόγκαν. Θεέ μου! Κανένας οίκτος. Δεν διεκδικώ τον τίτλο του γκουρού της μόδας. Έχω κάνει κι εγώ πάμπολλα ατοπήματα. Αλλά τουλάχιστον προσπαθώ να κρατώ ένα μέτρο, προσπαθώ να βελτιώνομαι, θωρώ τι προτείνουν οι ειδήμονες για την ηλικία μου. Χθες σκέφτηκα ότι αν αυτή είναι η νέα γενιά, είναι καταδικασμένη. 


Και όλοι φουγάρα! 2021 και ο κόσμος ακόμα καπνίζει. Ηλεκτρονικά, στριφτά, ένα και το αυτό. Ντουμάνι μας κάνατε. Ήρθα σπίτι και έκανα ντους να ξεβρωμίσω από την κάπνα όπως στα φοιτητικά μου χρόνια. Ουδεμία πρόοδος από το 2002! 

 

Και φτάνω στην Τρίτη και πιο λυπηρή διαπίστωση. Βρείτε ένα ψηλό δέντρο και κρεμμαστείτε όσο είναι καιρός. Κάντε μας τη χάρη. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων χόρευε και τραγουδούσε (χωρίς μάσκα και μη τηρώντας το παραμικρό μέτρο αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο), κρατώντας μόνιμα το κινητό και γράφοντας στόρι για το Ίνσταγκραμ. Είχε ένα τραπέζι δίπλα μας με μία παρέα κοριτσιών, ούτε που έδωσε σημασία η μία της άλλης όλη νύχτα. Ήταν όρθιες και τραγουδούσαν με την ψυχή τους απευθυνόμενες στο κινητό που αποτελούσε ολοβραδίς την προέκταση του χεριού τους. Πολύ πιθανόν να μετέδιδαν τα δρώμενα ζωντανά κιόλας, και να αφιέρωναν τα καψουροτράγουδα στα αγόρια τους. Μια φορά, δεν διασκέδαζαν. Παρουσίαζαν εκπομπή! Σαν αυτές, ήταν γεματο εχθές το κέντρο.

 

Η δική μου γενιά δεν είχε έξυπνα κινητά, με το ζόρι προλάβαμε κάποια στα οποία υπήρχε ενσωματωμένη κάμερα και εκείνη ήταν τόσο κακής ποιότητας που δεν ενδείκνυτο για σοβαρή φωτογραφική μηχανή. Εν πάση περιπτώσει, η κατακλείδα είναι ότι κοίταζα τριγύρω μου και κούναγα όλη νύχτα το κεφάλι μου, όπως τον γέρο που δεν πολύ-καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ή μάλλον, όπως τον γέρο που μια χαρά καταλαβαίνει αλλά βαριέται να βγει να τα πει. 

 

Πόσο κρίμα αυτή να εξακολουθεί να είναι η νυχτερινή διασκέδαση της Λευκωσίας. Πόσο κρίμα που κάποιοι μόνο αυτή την επιλογή έχουν να βγουν για να χαρούν τα νιάτα τους και τα φοιτητικά τους χρόνια. Πόσο κρίμα γενικά. Σκεφτόμουν ότι αν μη κακό ποτέ χωρίσω, δεν πρόκειται να βρω γυναίκα εγώ μέσα σ' αυτό το καζάνι.

 

Μια χαρά ήμουν στη σοφίτα μου τα τελευταία τρία και βάλε χρόνια. Δεν είμαι για να έρχομαι σε πολλή επαφή με τον έξω κόσμο. 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2021

Ο Έβρος Απέναντι

Τη χώρα που σε φιλοξενεί τη σέβεσαι σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει.

 

Κανένας δεν σου επέβαλε να βρίσκεσαι εδώ που βρίσκεσαι εκτός κι αν είσαι θύμα απαγωγής. Δεν έχω γνωρίσει θύματα απαγωγής, οπότε ας επανέλθουμε στην αρχική τοποθέτηση: Δεν δικαιούσαι να προσβάλλεις τη χώρα που σε φιλοξενεί. Κανόνας. Μόνος σου ήρθες, άμα δεν σου αρέσει, στο καλό και να μας γράφεις. 

 

Έζησα σε διάφορες χώρες κατά καιρούς. Και στην Αγγλία μου έφταιγε ο καιρός, η αδιάφορη νυχτερινή ζωή, το κακό φαγητό, οι φλώρικες μπυραρίες. Έζησα και στην Αθήνα και μου έφταιγε το χάος, η αγένεια στους δρόμους, η δυσκολία της μετακίνησης. Έζησα και στην Ισπανία και μου έφταιγε... Τίποτα. Βασικά στην Ισπανία δεν μου έφταιξε ποτέ τίποτα, ήταν όλα τέλεια. Στην Κύπρο, πάλι, μου φταίνε τα πάντα. Η Κύπρος όμως είναι η πατρίδα μου, είναι η μάνα μου, και είτε της αρέσει είτε όχι, ως παιδί της έχω κάθε δικαίωμα να την κατακρίνω και να της μουρμουρώ. Δεν είπα όμως ποτέ σε Εγγλέζο «πώς είναι έτσι η χώρα σου», ούτε σε Αθηναίο «πώς αντέχεις και ζεις σ’ αυτόν τον οχετό» και με τον ίδιο τρόπο δεν ανέχομαι από «ξένους» να μου λένε για την Κύπρο, ακόμη κι αν υπάρχει δόση αλήθειας στα όσα της καταλογίζουν. Στεκόμαστε στα καλά του τόπου ο οποίος μας φιλοξενεί και νιώθουμε ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία και για όσα θετικά μπορούμε να αποκομίσουμε. Κανόνας!

 

Προς τι ο πρόλογος;

 

Σήμερα το μεσημέρι, τρώγαμε οικογενειακώς σε μία ταβέρνα. Ο γιος μας έπιασε φιλίες με ένα άλλο αγόρι ίδιας ηλικίας από το δίπλα τραπέζι. Στα πολλά γνωριστήκαμε με όλη την οικογένεια. Επρόκειτο για Ελλαδίτες που ζουν στην Κύπρο ένεκα επαγγελματικών υποχρεώσεων. Μας ρωτά η μητέρα: «Εσείς είστε Έλληνες;»

 

Εμένα αυτή η ερώτηση πάντα μου προξενεί αμηχανία, επειδή δεν ξέρω υπό ποία έννοια θέτει ο άλλος το ερώτημα και τι ακριβώς περιμένει να ακούσει. Για μένα όλοι οι Κύπριοι είναι Έλληνες, ακόμα και οι αριστεροί που καθαρά από πίκα και εγκεφαλική μαλάκυνση έχουν απεκδυθεί της τιμής του να έχεις λάβει ελληνική παιδεία και να είσαι κατ’ επέκταση Έλλην. Οπότε στο ερώτημα «είστε Έλληνες;» η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι πάντα «Ναι». Ναι, χωρίς κανένα «αλλά». 

 

Φυσικά, η κυρία δεν ερωτούσε κατά πόσον ανήκουμε στο ευρύτερο ελληνικό έθνος. Ρωτούσε αν είμαστε κι εμείς Ελλαδίτες επειδή «δεν μιλάτε σαν τους άλλους Κύπριους». Της εξηγήσαμε ότι κι εμείς μια χαρά σαν τους άλλους Κύπριους μιλάμε αλλά όταν μας απευθύνουν τον λόγο Ελλαδίτες, απαντούμε στην κοινή ελληνική για να είναι πιο εύκολη η συνεννοήση. Δεν υιοθετούμε ελληνική αργκό, ούτε «καλαμαρίζουμε». Απλώς προσαρμοζόμαστε χάριν συνεννόησης. Η κυρία εξεπλάγη με τη φιλοσοφία μας, και μας επεσήμανε ότι στη Λευκωσία δεν συναντά πολλούς που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι στην καθημερινότητά της «βλέπει και παθαίνει» προκειμένου να συνεννοηθεί, ειδικά στα κομμωτήρια και τις υπεραγορές. «Χώρια που φοβάμαι και για το παιδί μου μην αρχίσει να μιλά έτσι!» Μα, από που κατάγεται η κυρία και της έπεσε τόσο βαριά η διάλεκτος; Από τον Έβρο μας είπε!

 

Από τον ΄Εβρο! Ναι, καλά ακούσατε, από τον Έβρο! Έγω η τελευταία φορά που γνώρισα κάποιον από εκεί ήταν στον στρατό, στα τεθωρακισμένα Αυλώνας. Ας μην τον θεωρήσω αντιπροσωπευτικό δείγμα Εβρίτη. Ας πούμε ότι κάτι αντίστοιχους είχα γνωρίσει και στο Τσέρι, όταν υπηρέτησα αργότερα στην Κύπρο και να πάμε πάτσι. 

 

Τέλος πάντων, η κυρία δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «ήρθε μια μέρα από το σχολείο ο μικρός και μου είπε «μάμμα» με κυπριακή προφορά. «Δεν θα τα πάμε καλά!»

 

«Και τι κακό έχει το μάμμα;» τη ρώτησα, «Μια χαρά ιταλικότατο ακούγεται!» Δεν της άρεσε. 

 

Βλέπετε όμως το πρόβλημα. Ήρθαν από τον Έβρο να ζήσουν εδώ καλύτερα και το πρόβλημά τους είναι η διάλεκτος. Καλά, ούτε εγώ την αντέχω, τη βρίσκω βάρβαρη, κακόηχη και θεωρώ ότι ευθύνεται για το χαμηλό επίπεδο χρήσης της νεοελληνικής από την πλειοψηφία των Κυπρίων, ενώ την εκμεταλλεύεται και η Αριστερά που θέλει να την χρησιμοποιήσει ως εργαλείο της προπαγάνδας της. Όμως καλώς ή κακώς αυτήν έχουμε. Κι όπως στη βόρεια Ελλάδα η γλώσσα αποκλίνει εν πολλοίς από την Αττική, αυτό συμβαίνει κι εδώ. Δεν ήρθαν οι Κύπριοι στον Έβρο να σε ρωτήσουν γιατί λες «να με πεις» αντί «να μου πεις». Το θεωρούμε ως ένα γλωσσικό τοπικό ιδίωμα και πάμε παρακάτω. 

 

Αλλά να μου κουβαλιέσαι στην Κύπρο για δουλειά, να σε ταΐζουμε, να σε ποτίζουμε και το πρώτο σου μέλημα να είναι να μην αρχίσει το παιδί σου να μιλά κυπριακά, ε, άντε και στο διάολο, κι από εκεί που ήρθατε. 


Τη χώρα που μας ταΐζει τη σεβόμαστε και πίνουμε νερό στο όνομά της. Τέλος. 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 30, 2021

Μόνο Γιουροβίζιον

Έχει καιρό που σκέφτομαι να ανοίξω ένα καινούριο μπλογκ στο οποίο θα γράφω μόνο για τη Γιουροβίζιον. Το πρόβλημά μου είναι ότι γενικότερα τα μπλογκς έχουν πεθάνει και δεν τα διαβάζει κανένας, και επίσης, η Γιουροβίζιον δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ούτε είναι αυτό που εγώ έχω αγαπήσει, οπότε το όλο εγχείρημα θα καταντήσει ένα ατέλειωτο μνημόσυνο το οποίο δεν ξέρω αν θα αφορά κανέναν άλλον κάτω από την ηλικία των 40 και κανέναν άλλον πέραν δυο-τριών φίλων που απολαμβάνουν εξίσου τον διαγωνισμό και κυρίως για τους σωστούς λόγους.

Παρόλα αυτά, μου λείπει το γράψιμο. Παλιότερα έγραφα ασταμάτητα και με μεγάλο ενθουσιασμό, όμως οι οικογενειακές μου συνθήκες δεν μου επιτρέπουν πλέον να γράφω ό,τι θέλω, ούτε να εκφράζομαι με τη γνωστή μου αθυροστομία, που κατά τη γνώμη μου, ήταν και το ατού μου. Αναγκάζομαι πολύ συχνά να στρογγυλεύω τη γνώμη μου, αναγκάζομαι να διαβάζω δυο και τρεις φορές τα κείμενά μου πριν τα ανεβάσω, και πάντα έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι δεν πρέπει να προσβάλω κανέναν και όλα αυτά με έχουν καταντήσει έναν «νερόβραστο».

Φυσικά, θα μπορούσα να αγνοήσω τα βαρίδια της προσωπικής μου ζωής, και να εξαπολύσω το κτήνος που κρύβω μέσα και όποιον πάρει ο Χάρος. Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως, εμένα θα πάρει ο Χάρος. Έτσι λοιπόν, αφού έχω καταντήσει ένα μπλογκ χωρίς ενδιαφέροντα θέματα, ας επικεντρωθώ στο μεράκι μου, σ’ αυτό που κατέχω και στο μόνο θέμα για το οποίο θεωρώ ότι η γνώμη μου έχει μία βαρύτητα. Δεν ξέρω πόσο συχνά θα ανεβάζω κείμενα, αλλά αφού δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα της ζωής μου χωρίς να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο σόου, πιστεύω ότι θα γράφω αρκετά συχνά ώστε να διατηρείται ένα άλφα ενδιαφέρον και να συντηρείται ζωντανό.

Μην αναμένετε ειδήσεις ούτε πρωτογενές υλικό. Θα παραθέτω μόνο αναμνήσεις και σχολιασμό σε πράγματα που ψαρεύω από το ίντερνετ και θεωρώ ότι αξίζουν σχολιασμού. Κάτι είναι κι αυτό. Το μπλογκ θα σκέφτηκα να το ονομάσω «Μόνο Γιουροβίζιον» και θα μπορείτε να το βρίσκετε στα λινκς, στο περιθώριο του υφιστάμενου μπλογκ. Εννοείται ότι το υφιστάμενο παραμένει και συνεχίζει, μέχρι τελικής πτώσης (που δεν είναι και μακριά).

Έχω γράψει ήδη το πρώτο μου κείμενο στο γιουροβιζιακό.  

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2021

Chart Show: Πολιτική Ορθότητα

Θυμάστε τα χρυσά χρόνια αυτού του μπλογκ στα οποία παίζαμε Chart Show και σας παρέθετα λίστες με διάφορα τραγούδια που μ’αρέσουν, ανά κατηγορία; Ε, πάνε πια αυτά καθώς έχετε κι εσείς προσέξει. Ούτε κέφι διαθέτω, ούτε χρόνο για τέτοια. Σήμερα όμως, ήμουν στο αυτοκίνητο κι άκουγα ένα υπέροχο τραγούδι από τη δεκαετία του ’80 και σκεφτόμουν «Ααχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», και «Δεν γράφονται πλέον τέτοια τραγούδια». Μα την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα ότι το συγκεκριμένο τραγούδι δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει εν έτει 2021. Θα έπεφταν όλοι να φάνε τους δημιουργούς για παραβίαση της πολιτικής ορθότητας.

Γνωρίζετε πόσο απεχθάνομαι την πολιτική ορθότητα και πόσο καταδυναστευτική τη βρίσκω. Τα έχω ξαναγράψει σε αντίστοιχο κείμενο για τις ταινίες του Ντίσνεϊ. Τη θεωρώ μία μορφή σύγχρονου φασισμού, με την ουσία όμως του όρου. Τη θεωρώ μάστιγα, βραχνά, μία μαλακία στο τετράγωνο. Αποφάσισα να κάνω ένα έκτακτο Chart Show και να σας παραθέσω μία πρόχειρη λίστα παλαιοτέρων ελληνικών τραγουδιών τα οποία στις μέρες μας θα κατακρίνονταν και πιθανόν να λογοκρίνονταν από το ελληνικό ραδιόφωνο. Μερικά τα παραθέτω για πλάκα, αλλά υπάρχουν και δύο-τρία που θεωρώ ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τα εσκαμμένα.  

Ας τα εξετάσουμε:

«Θες δεν θες, τώρα θα το κάνουμε. Θες δεν θες, σταμάτα να κλαις!»

Θα μπορούσε να λέγεται και «θα σε βιάσω». Όχι μόνο την απειλεί ότι θα την βιάσει, αλλά της λέει να σταματήσει να κλαίει γιατί δεν αντέχει να την ακούει. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί δεν συζητήθηκε η ύπαρξη αυτού του τραγουδιού. Θα μου πεις, επειδή μόνο εσύ θα μπορούσες να ξέρεις την ύπαρξη του. Ε, όχι και μόνο εγώ. Τότε ο Καρβέλας μεσουρανούσε. Αν έβγαζε αυτό τον στίχο σήμερα, στις εποχές των μεσημεριανών πάνελ, θα γινόταν χαμός. Ας εστιάσουμε αλλού όμως. Στο κατά πόσο ο στίχος του τραγουδιού επηρέασε τους ακροατές. Κατά πόσο ο στίχος αποτελεί παρακίνηση στη διάπραξη εγκλήματος. Πόσοι φανς του Καρβέλα μεγαλώνοντας έγιναν πιο επιρρεπείς σε τέτοιες συμπεριφορές και πράξεις; 


Σοκαριστική λεπτομέρεια: Ανάμεσα στους θεατές στο βίντεο κλιπ είναι και η μικρή Σοφία Καρβέλα!



«Έλα κρυφά, έλα λαθραία, τη νύχτα αυτή που κρυφά ακροβατώ, παράνομα κι ωραία!»

Μα τι λόγια είναι αυτά; «Δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι!»

Έλα τώρα χρυσή μου που δεν υπάρχουν λαθραίοι. Που διπλο-κλειδαμπαρώνεσαι κάθε βράδυ πριν πέσεις για ύπνο. Πού δεν τολμάς να κατέβεις στη Λήδρας μόνη σου για βόλτα το βράδυ. Που βλέπεις αλλοδαπό στο δρόμο και αυτόματα κοιτάζεις αν έχεις κλειδώσει τις πόρτες του αυτοκινήτου σου. Που έβαλες κάμερες στο σπίτι να κοιτάζουν περιμετρικά μέχρι και τα Δημοτικά Όρια της παραπλήσιας πόλης. Τη μέρα που θα ξανακοιμηθείς με την πόρτα ανοιχτή, όπως τον Αντώνη Ρέμο, να το ξανασυζητήσουμε. 




«Ο Κύρης Του Σπιτιού»

Αν είναι δυνατόν να προωθείται η πατριαρχεία κατ’ αυτόν τον τρόπο! Πώς την προωθούμε κυρία μου; Δεν ακούτε τον στίχο; Αφού υπάρχει και αντίστιξη. Λέει «είμαι ο κύρης» και απαντά ο άλλος «είσαι κακομοίρης!» Δεν έχει σημασία, ο τίτλος για άλλα μας προετοιμάζει. Πώς τολμάτε να προσβάλλετε τόσες μάνες που περνούν των παθών τους τον τάραχο για να συνδυάσουν καριέρα και οικογένεια κατ’ αυτόν τον άκομψο τρόπο; Πώς αποδίδετε τα εύσημα μόνο στον πατέρα; Ο σωστός ο τίτλος, ο πολιτικά ορθός, απαιτεί όπως υπάρξει ισότητα. «Ο κύρης και η κυρά του σπιτιού!» Να πούμε και για την κυρά την κακομοίρα ως αντίστιξη, επίσης; Ε, όχι δα! Δεν θα υποθάλπετε τον μισογυνισμό μέσα από τα ευτελή σας σουξεδάκια. Σα δεν ντρέπεστε! Φτου σας!






«Ο Σκύλος Μου Είναι Γκέι»… Και για μένα μόνο κλαίει!

Ομοφοβία πασπαλισμένη με χιούμορ; Όχι ευχαριστούμε. Δεν θα εκτονώνει ο Καρβέλας τα κόμπλεξ και τα σύνδρομά του ασκώντας «μπούλινγκ» σε μία τόσο βασανισμένη μερίδα πληθυσμού, καταλάβατε; Όχι, εσείς δεν καταλάβατε. Το άσμα δεν αφορά στην ομοφυλοφιλία. Ο Καρβέλας έγραψε ένα τραγούδι για ένα μοναχικό άνθρωπο που ζει με τον σκύλο του και ο οποίος μοναχικός άνθρωπος χαριτολογεί όταν βλέπει τον  σκύλο του να εκτονώνεται ενστικτωδώς επάνω στο πόδι του όποτε συναντιόνται. Είναι μεταφορικός ο στίχος. Επί της ουσίας αναφέρεται στη μοναξιά και όχι στην ομοφυλοφιλία. «Τους γκέι δεν θα τους πιάνετε εσείς στο στόμα σας! Ούτε καν χάριν ευφυολογήματος!» Μα το εξήγησε ο ίδιος ο Καρβέλας σε συνέντευξη στην Ρούλα Κορομηλά, δεν έχει να κάνει με την ομοφυλοφιλία το τραγούδι. «Και τι ξέρει ο Καρβέλας για να πιάνει τους ΛΟΑΤΚΙ στο στόμα του, «τον γάρο μας μόνον εμείς τον δέρνουμε!». Μάλιστα, εντάξει, καταλάβαμε.






«Σκελετούλα σ’ αγαπάω σκελετούλα. Με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα»

Η νευρική ανορεξία δεν είναι θέμα για ποπ σαχλοσουξεδάκια, εντάξει; Τι πάει να πει με τα χέρια σου της κλείνεις τη μεσούλα; Body shaming απ’ την ανάποδη; Δεν φτάνει που η καημένη η κοπέλα παρασύρθηκε από τα προβληματικά πρότυπα που προωθούνται από όλα αυτά τα μυσογυνιστικά περιοδικά του Κωστόπουλου, έχουμε και τον Δάντη να γράφει σουξέ στην πλάτη μας; Ε, όχι!

«Μήπως θέλετε να γράψει κάτι άλλο, για plus size models που είναι και της μοδός;»

«Για να βάλει στο στόχαστρο τις ευτραφείς; Ούτε να το διανοείστε!»

« Ε, πού θα πάει η ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη; - Άμα θέλει ελευθερία έκφρασης να εστιάσει στους τσουροπαπάδες, στους εθνικιστές και στους φασίστες. Εμάς δεν θα μας πιάνετε στο στόμα σας!»





«…Κι όταν εσύ θα λες ΟΧΙ, σαν να έχω ακούει το ΝΑΙ θ’ αντιδρώ, γιατί η καρδιά μου πια το ‘χει κι έτσι απλά δεν θα υποταχθώ!»

Άλλο ένα ηθικό δίλημμα συγκατάθεσης εγείρεται στο εν λόγω άσμα. Όχι θα πει όχι, και ναι θα πει ναι, παίδες. Απλά πριν προχωρείτε σε κάθε βήμα θα πρέπει να ρωτάτε διπλά και τριπλά. Όπως όταν σβήνετε ένα αρχείο από τον υπολογιστή. Που σε ρωτά εκατό φορές «are you sure you want to delete this file?» Έτσι και στο κρεβάτι: «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μπω;» Εν ανάγκη να το ζητάτε γραπτώς και μάλιστα ενώπιον μαρτύρων. Scripta manent! Με την υπογραφή της. Δεν θέλετε μπλεξίματα στα γεράματα. Είδατε τι περνά σήμερα η ελληνική θεατρική σκηνή!




«Μελαμψές Βεδουίνες, ξελογιάστρες, τσαχπίνες

χορεύουνε τα βράδια τους χορούς της αγάπης, ενώ το ταμ-ταμ

το χτυπάει ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο μπλάκ, ταμ, ταμ, ταμ

Ταμ, ταμ, ταμ, χτυπάει ο σκυλάραπας.

 

Η μικρή από τ’ Αλγέρι, που ’χει βέρα στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι, της λένε γι’ αγάπη, ενώ η μικρή

γουστάρει τον αράπαρο, τον μαύραρο, τον σκύλαρο, τον μπλάκ

Ταμ τουμου τάμ, Ταμ τουμου τάμ, Ταμ ταμ τάμ

 

Γουστάρει κι αγαπάει, τον μαύρο, τον σκύλο, τον αράπη,

τον σατράπη, τον χασάπη, τον μανάβη, τον μπακάλη,

τον κουρέα, τον Αντρέα, τον Σαλέα, τον μαλέα,

τον Πελέ, τον χαβαλέ, τον λεχρίτη, τον κοπρίτη, τον κοιλιά,

τον φαταούλα, τον Σακουλέα, τον χλαμπαλέα,

τον Λέων, τον Τιμολέων, τον Ναπολέων,

τον Άρη, τον Θεοχάρη, τον σαλιάρη, τον μαλλιάρη, τον κουταλιάρη,

τον Αράπηηη.»

Αυτοί είναι οι στίχοι του τραγουδιού.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.





«Η Σκλάβα σου ήμουν, η σκλάβα σου είμαι και σκλάβα θα μείνω!»

Αυτό έγινε όντως θέμα πρόσφατα, όταν η Ήβη Αδάμου τραγούδησε το συγκεκριμένο τραγούδι κατά τη διάρκεια του Mad Walk. Μία ανώνυμη κοπέλα της άφησε σχόλιο στο ίνσταγκραμ ότι «έπεσε απ’ τα σύννεφα» που η νεαρή τραγουδίστρια «προωθούσε ένα τόσο κακό πρότυπο στα νεαρά κορίτσια». Το ότι επρόκειτο για στίχο της δεκαετίας του 1950 που ζούσαμε σε άλλο κόσμο βέβαια, δεν μπορούν να βάλουν το μυαλό τους να το φιλτράρει. Καμία ηθογραφική προσέγγιση. Όλα κυριολεκτικά. Εγώ αν ήμουν, θα άλλαζα το «σκλάβα» σε «δούλα» να τους σπάσω περαιτέρω τα νεύρα. Ε, συγγνώμη χρυσή μου, έχει κι η υπομονή τα όριά της!




Ξεκινά και λέει η χορωδία:

«Πριν πατήσει τα δεκάξι

Ήταν όλα της εντάξει

Οι καμπύλες και τα φρούτα της τα γνώριμα

μέσα σ’ ένα δύο μήνες γίναν ώριμα»

Μετά μπαίνει και η ίδια η Μπέμπα στο τραγούδι και λέει:

«Ένας θειος μου που κοντά του, μ’ έπαιρνε στα γόνατά του,

Τελευταίως πια μου ρίχνει άλλα βλέμματα, και μου κάνει κομπλιμέντα

και παινέματα…

Όλο έρχεται και πάει,

Τρέμει όταν μ’ ακουμπάει, και προχτές το βράδυ πάλι γύρισε,

Και με τρόμο στην κουζίνα μου ψιθύρισε…

Μπέμπα, έχεις γίνει σαν τη φράπα, Μπέμπα, Μπέμπα,

Έλα πίσω απ’ τη ντουλάπα να μην μας δει και ο μπαμπάς!»

 OK! Ξέφυγε η κατάσταση. 



Για το τέλος άφησα το τραγούδι που ενέπνευσε τη σημερινή ανάρτηση:


Θα σου ξεκουμπώνω το πουκάμισο τα βράδια

θα σε ξεκουράζω στα στηθάκια μου με χάδια,

θα ‘μαι μια σκλάβα σου τρελά ερωτευμένη,

θα ‘σαι ο σουλτάνος μου και θα’ μαι το χαρέμι

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.

 

Το πρωί θα φέρνω τον καφέ σου στο κρεβάτι,

και προτού να σηκωθείς ένα μασάζ στην πλάτη,

θα σου ντύνω, θα σου δένω μέχρι τη γραβάτα,

θα σε περιμένω σαν ερωτευμένη γάτα.

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.



Πόσο μοιραίο timing θα είχε αυτό το τραγούδι αν κυκλοφορούσε σήμερα, εν καιρώ Ταλιμπάν, μπούρκας και Αφγανιστάν. Ευτυχώς που κυκλοφόρησε το 1988 όταν ακόμα ο κόσμος είχε λίγο χιούμορ.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 08, 2021

Don't Shut Them Down

 Tους Abba τους έμαθα από τον πατέρα μου όταν κατά τη διάρκεια διακοπών στην Αγία Νάπα το μακρινό 1992 αγόρασε σε κασέτα το άλμπουμ με τα best of τους, το πασίγνωστο πλέον, "Abba Gold". Σε εκείνες τις διακοπές λοιπόν, η κασέτα έπαιζε σε επανάληψη χωρίς σταματημό σε όλες τις διαδρομές από τη θάλασσα στο εξοχικό, και οι παιδικοί και χαρούμενοι τόνοι του συγκροτήματος εντυπώθηκαν στο μυαλό μου μια για πάντα. Ακόμα και σήμερα, όταν ο κόσμος αναφέρεται στους Abba, πρώτα θυμάμαι τον πατέρα μου, και μετά όλα τα υπόλοιπα που έρχονται συνειρμικά. Έτσι λοιπόν, από εκείνον έμαθα το συγκρότημα- ούτε καν από τη Γιουροβίζιον. Περιττό δε να πω ότι το Waterloo, παρόλη τη σημασία που έχει για τον διαγωνισμό, εγώ δεν αντέχω να το ακούω.

Στις 2 Σεπτεμβρίου φέτος λοιπόν, οι Abba έβγαλαν δύο νέα τραγούδια. Θα βγάλουν ένα ολόκληρο άλμπουμ τον Νοέμβριο το οποίο θα περιέχει 10 τραγούδια αλλά μέχρι στιγμής μας παρουσίασαν μόνο δύο. Πώς τους ήρθε; Πάνε χρόνια που φημολογείται η επανένωση του συγκροτήματος, αλλά οι δημιουργοί το διέψευδαν κατηγορηματικά. Μάλιστα ήταν κάθετοι και δήλωναν πως «τέλος θα πει τέλος και πρέπει να μάθουμε να το εννοούμε και εσείς να το χωνέψετε». Δεν ξέρω τι μεσολάβησε και άλλαξαν τροπάρι. Τους είχαν τάξει άπειρες φορές λαγούς με πετραχήλια για περιστασιακά reunions μα όλες οι προτάσεις έπεφταν στο κενό. Τους ήθελαν στα 50χρονα της Γιουροβίζιον το 2005, δεν πήγαν. Τους ήθελαν ως guests στη Γιουροβίζιον του 2013, αρνήθηκαν. Τους ζήτησαν να κάνουν cameo εμφανίσεις στα γυρίσματα της ταινίας Mamma Mia το 2009, με το ζόρι δέχτηκαν να εμφανιστούν στους τίτλους τέλους ως Θεοί του Ολύμπου, κι εκεί μόνον οι άντρες του συγκροτήματος.

Υπήρχε γενικά μια άρνηση, μια απαξίωση, η οποία εμένα γενικότερα μου προκαλεί απομυθοποίηση όποτε την εντοπίζω σε καλλιτέχνες που δήθεν ξεπέρασαν το παρελθόν τους. Αυτοί που το απαρνούνται και δεν τιμούν τους φανς τους, έστω με επιλεκτικές και συλλεκτικές εμφανίσεις με ξενερώνουν. Βλέπε Αλέξια Βασιλείου. Δεν είπαμε να γίνουν και Πύξ Λάξ και να εμφανίζονται κάθε χρόνο στην «τελευταία τους συναυλία». Αλλά κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις θα μπορούσαν να γίνουν για τη νοσταλγία του πράγματος.

Εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρουμε γιατί και πως, μα άλλαξαν γνώμη. Και είναι ξανά εδώ, αν και είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ. Αν ακούσετε τα τραγούδια τους θα δείτε ότι γράφτηκαν για να θυμίζουν τα παλιά τους, ή μπορεί και να μην μπορούν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Κατά μία έννοια καλώς πράττουν αφού δεν θα μπορούσαν με τίποτα να παρουσιάσουν κάτι σύγχρονο που να ανταποκρίνεται στις επιταγές της εποχής του Weeknd, της Dua Lipa και της Lady Gaga. Κατά μία άλλη έννοια, πολύ κακώς, αφού δεν μπορούν να φανούν αντάξια της ιστορίας τους. Τα νέα τραγούδια μοιάζουν σαν ξεχασμένα demos από τους δίσκους που έβγαζαν τότε, ελαφρώς ραφιναρισμένα και προσαρμοσμένα στην ψηφιακή εποχή.

Χαρήκαμε για την έκπληξη της επανένωσης; Ναι, φυσικά. Χαρήκαμε για τα τραγούδια; Ναι χαρήκαμε. Γενικώς χαρήκαμε. Απλά αυτή η πάντα ευπρόσδεκτη επανεμφάνιση άργησε. Και ήρθε σε φάση που είχαμε χωνέψει ότι «ο πατέρας έφυγε». Δεν χρειαζόταν να μας τον φέρετε πίσω… χωρίς να μας τον φέρνετε. Αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Τα δύο νέα τραγούδα λέγονται I still have faith in you, και Don’t shut me down. Προτιμώ το δεύτερο το οποίο και παραθέτω πιο κάτω. Οι Γιούροφανς δηλώνουν ενθουσιασμένοι. Μάλιστα άρχισαν να διαδίδουν και φήμες, ότι αφού η EBU αποδέχεται στον διαγωνισμό οποιοδήποτε τραγούδι κυκλοφορεί μετά την πρώτη Σεπτεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς του διαγωνισμού, οι Abba κυκλοφορώντας τα τραγούδια στις 2/9 μας κλείνουν το μάτι με νόημα. Το αποκλείω, αλλά μου αρέσει να σπέρνονται τέτοιες χαριτωμένες φήμες.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2021

Καλλιτεχνικές Απώλειες

Σήμερα πέθανε ο Mad Clip, σήμερα πέθανε και ο Μίκης Θεοδωράκης.

Αυτό θα πει ανατρεπτικό ντουέτο!

Οι θανάτοι των διασήμων είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα, ειδικά όταν πρόκειται για καλλιτέχνες χωρίς ευρεία αποδοχή.

Το κατάλαβα όταν είχα γράψει τα χειρότερα για τον Παντελή Παντελίδη και την επόμενη μέρα σκοτώθηκε, κι από τις τύψεις μου αναγκάστηκα να σβήσω την ανάρτησή μου. Ένιωσα ότι τον «γλωσσόφαγα».

Όλα αυτά τα χρόνια έχω κάτσει και σκεφτεί το ζήτημα ενδελεχώς και έχω καταλήξει σε κάτι πολύ σοφό και χιλιοειπωμένο: «Αν δεν έχεις να πεις κάτι καλό, καλύτερα να μην πεις τίποτα». Η σιωπή αρκεί.

Το αν η μουσική του Mad Clip ήταν για τα σκουπίδια, είναι κάτι το υποκειμενικό. Και δεν ευθύνεται αυτός για το πού τον κατεύθυνε η αγορά. Γιατί να ευθύνεται ο Mad Clip για τους στίχους του αν η νεολαία με αυτά ευφραίνεται; Γιατί δεν φταίει η νεολαία και η ανύπαρκτη παιδεία μας που με αυτά μεγαλώνει; Γιατί δεν φταίει η νεολαία που δεν έχει ιδέα για το έργο του Μίκη Θεοδωράκη;

Δεν θα σωθεί το ελληνικό τραγούδι με τον χαμό του Mad Clip. Όπως δεν σώθηκε με τον χαμό του Παντελίδη. Θα βρεθούν άλλοι τύποι παρομοίου μουσικού υποστρώματος να αναπληρώσουν το κενό με στίχους που πιθανόν να ωραιοποιούν τοξικές καταστάσεις. Γιατί το κοινό αυτά θέλει. Και όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούμε να παρακαλούμε να πεθάνουν όλοι οι ράππερ, όλοι οι τράππερ και όλοι σκυλάδες. Είναι πολλοί και νικάνε.

Αυτούς τους ανθρώπους με τα καλά τους και τα κακά τους κάποια μανούλα τους κλαίει. Ας τη σεβαστούμε κι ας αφήσουμε τα «καλά να πάθει». Τα έπαθαν από το ξερό τους το κεφάλι, ναι συμφωνούμε, και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Η μουσική στην Ελλάδα μια φορά, θα παραμείνει η ίδια.

Εμένα το αντίστροφο με εκπλήσσει και ακόμα δεν το έχω ξεδιαλύνει μέσα μου. Το αν αξίζει ο θρήνος όταν πεθαίνουν ιδιοφυίες με παρόμοια και ακόμα χειρότερα κουσούρια. Θέλω να πω, κανένας δεν θα έλεγε «καλά να πάθει» ο Freddy Mercury των Queen, «…που πήγε και κόλλησε AIDS, ας μην σκυλογαμιόταν με όποιον έβρισκε ο πούστης». Εκεί όλοι μιλήσαμε για το «δυσαναπλήρωτο κενό». Κανείς δεν είπε «ψόφο στον παιδεραστή τον Michael Jackson» κανείς δεν είπε «καλά να πάθει η μπεκρού και εξαρτημένη Amy Winehouse». Κανείς δεν είπε «καλά να πάθει που γκρεμοτσακίστηκε στη μπανιέρα το τζάνκι η Whitney Houston». Είμαστε έτοιμοι να συγχωρέσουμε τα μεγάλα ταλέντα ακόμα και για χειρότερα εγκλήματα.

Το σπουδαίο έργο πάντα λειτουργεί ως ελαφρυντικό, μάλλον.

Ας σιωπήσουμε λοιπόν για σήμερα. Στο κάτω κάτω, αν το έργο τους έχει διάρκεια, θα παραμείνουν αθάνατοι. Αυτή ίσως είναι τελικά η απάντηση.  


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2021

Η Βίσση Στα Χρόνια Του Κορωνοϊού

 

Πώς λέμε «ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας;» Ε, κάπως έτσι.

Πρώτη φορά πήγα σε συναυλία από την εμφάνιση του κορωνοϊού και μετά.

Τι να σου πω. Τρεις ώρες σε συναυλία με μάσκα; Δεν άντεξα! Είχε και τόση πολλή υγρασία χθες βράδυ που με το πέρας μίας ώρας την αφαίρεσα. Ε, δεν θα καθόμουν να σκάσω. Όχι ότι κάθισε να σκάσει και κανείς άλλος. Το 90% των θεατών ήταν χωρίς μάσκα. Αν αυξηθούν από σήμερα τα κρούσματα, να ξέρετε, ήμασταν όλοι στη συναυλία της Βίσση. Όταν, δε, μερακλώσαμε με τα λαϊκά και αρχίσαμε να τραγουδούμε, ήμασταν η χαρά της διασποράς! Σήμερα ξύπνησα μπουκωμένος και πονώ τον λαιμό μου. Δεν ξέρω αν είναι ψυχολογικό, ή αν φταίει που τραγούδησα με τη ψυχή μου μετά από πολύ καιρό και πρήστηκαν οι φωνητικές μου χορδές. Θα πάω να κάνω rapid test μεθαύριο να δούμε.

Καθίσαμε πίσω από δύο μαλακισμένες στη συναυλία, τι να σου λέω τώρα! Η μοίρα μου το 'χει, μην βρεθεί στον διάβα μου άνθρωπος φυσιολογικός. Είχε ένα ξανθό κοντοπούτανο μπροστά μου, το οποίο παρόλες τις οδηγίες των ταξιθετών να παραμείνουμε άπαντες καθήμενοι καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας για τήρηση των μέτρων, δεν είχε κάτσιμο ο κώλος της. Σηκωνόταν όρθια και χόρευε συνέχεια. Οι ταξιθέτες τη σημάδευαν με το laser pointer για να συμμορφωθεί, αλλά τίποτα, αγρόν ηγόρασεν. Τους έβλεπε και τους αγνοούσε. Μέχρι και η Βίσση της είπε «κάτσε κάτω βρα» υπό τύπον αστείου, μα τίποτα. Στα παπάρια της! Επίσης, κρατούσε συνέχεια το κινητό της και έκανε ζωντανή μετάδοση στο instagram όλη τη συναυλία, αλλά δεν μετέδιδε την Άννα, αλλά τον εαυτό της να χορεύει. Έστελνε φιλάκια και έκανε νάζια στο κινητό, σαν να έκανε εκπομπή α λα Μαρίνα Κουντουράτου. Επίσης, κρατούσε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο και μας ντουμάνιαζε, κάτι το οποίο επίσης απαγορευόταν. Ο Θεός τη φώτισε και αποχώρησε πέντε λεπτά πριν τη λήξη της συναυλίας γιατί έτοιμο το είχα το μπουκάλι που θα έτρωγε στο κεφάλι. Καθόταν δίπλα από μία άλλη ανεκδιήγητη, είχαν έρθει μαζί, η οποία είχε νύχια μήκους μισό μέτρο το καθένα, και η οποία δεν κατάλαβα αν επρόκειτο για πραγματική γυναίκα ή τραβεστί.

Δεν κάνω για να παρακολουθώ συναυλίες της Άννας με άλλους. Δεν μπορώ να συνυπάρχω χωρίς να ασκώ την πρέπουσα βία. Στο τσακ γλίτωσαν οι χθεσινές.

Η συναυλία δεν ήταν κάτι άλλο από αυτό που έχουμε δει τα τελευταία 10 χρόνια των εμφανίσεων στο Hotel Ερμού. Είναι πλέον ένα… «μνημόσυνο» στα χρυσά χρόνια της νιότης μας. Δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος ξεσαλώνει όποτε ακουστούν τα «τραύματα» και οι «ατμόσφαιρες ηλεκτρισμένες». Ποθούμε όλοι την εποχή που ήμασταν είκοσι χρονών. Την εποχή της «Κραυγής». Την εποχή που ήμουν φοιτητής, τα καλύτερα μας χρόνια. Στα δε λαϊκά της, τα οποία μου θυμίζουν και τον πατέρα μου, δεν μπορώ να τραγουδήσω από τη συγκίνηση γιατί όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο τα ταυτίζω μαζί του και νιώθω περίεργα. Σαν να είναι εκεί και ακούει. Αυτό δεν μου συνέβαινε παλιότερα. Τώρα που μεγάλωσα αισθάνομαι το υπερφυσικόν του πράγματος. Τα χρόνια περνούν, φίλε. Τα «ερωτευμενάκια» μένουν, οι «μεθυσμένες καρδιές» επίσης. Δεν υπάρχει πια καινούριο δισκογραφικό υλικό. Κι αν υπάρχει μια στο τόσο κάνα συμπαθητικό «λουλακί», δεν μας αφορά και τόσο. Στη Βίσση πλέον πάμε για να θυμηθούμε πώς ήταν όταν ήμασταν ζωντανοί.

Στη μία το πρωί πέσαμε να κοιμηθούμε και στις 7:00 το πρωί σήμερα, είχαμε εγερτήριο. Πρώτη μέρα στο σχολείο για τον γιόκα μας, ο οποίος επιστρέφει στο νηπιαγωγείο. Από το άγχος του σηκώθηκε μόνος του να ετοιμαστεί. Ίδιος εγώ!

Επιτέλους ξεκουμπίστηκε το βρώμο-καλόκαιρο. Καλό φθινόπωρο να ευχηθώ, αν και τι φθινόπωρο, που σήμερα το πρωί είχε περισσότερη άπνοια και από Ιούλιο;!

Τα λέμε.