Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2023

Χόκους Πόκους

Μέσω του γιου μου αγάπησα πολλά πράγματα που ούτε καν τα διανοούμουν προηγουμένως.

Για παράδειγμα, αγάπησα τη Ροκ μουσική. Όχι ότι με χαλούσε πριν, αλλά πλέον αγαπώ διάφορα τραγούδια που βρίσκει μόνος του στο Youtube, του τα κατεβάζω και τα ακούμε μαζί στο αυτοκίνητο, και πολλές φορές καταλήγω να τα επιζητώ και ο ίδιος. Αγάπησα πολλές ταινίες του Ντίσνεϊ που προηγουμένως μου φαίνονταν αδιάφορες. Ο «Ντάμπο» φερ’ ειπείν, «Οι Αριστόγατες», «Η Λαίδη κι ο Αλήτης» και ο «Ρόμπιν Χουντ». Α, ναι, και τη «Μουλάν». Αυτά εμένα ήταν από τα χειρότερά μου. Του γιου μου για κάποιο λόγο είναι από τα αγαπημένα του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Εξαιτίας του τα αγάπησα κι εγώ.

Πάνω απ’ όλα όμως αγάπησα το Χάλοουιν. Θυμάστε που έγραφα σχετικές αναρτήσεις στις οποίες έλεγα ότι την ημέρα που θα έρθει να μου πει «φάρσα ή κέρασμα» και τη μέρα που θα έρθει να μου ζητήσει να πάει σε ένα τέτοιο πάρτι θα φάει μια ξανάστροφη; Τα λούζομαι όλα τώρα και το χειρότερο, άρχισε και να μ’ αρέσει. Όχι μόνο αποδέχτηκα ότι το Χάλοουιν είναι μια εποχή του χρόνου που την περιμένει από το Πάσχα, αλλά πλέον την έχουμε ανάγει σε κάτι εφάμιλλο των Χριστουγέννων. Με μισώ που υπέκυψα σ’ αυτό, αλλά τι να κάνω, είμαι ένας χαζομπαμπάς με βούλα.

Χειροτερεύει όσο πάει. Χθες οργάνωσα και παιδικό πάρτι στο σπίτι για χάρη του. Και όχι απλά το διοργάνωσα, το τερμάτισα. Πήγα στο tiger και αγόρασα πέντε-έξι ιστούς αράχνης και κάλυψα τα παράθυρα του δωματίου του. Αγόρασα ένα μεγάλο, πλαστικό, μαύρο καζάνι, το γέμισα νερό με αφρόλουτρο και έριξα μέσα ψεύτικους βολβούς ματιών να αναβλύζουν (το είχα δει σε ταινία Ιντιάνα Τζόουνς μικρός και είχα χάσει τον ύπνο μου). Κρέμασα σκελετούς από τα παράθυρα. Τους έβαλα και κεριά αναμμένα τριγύρω. Κατέβασα από το Youtube σχετική μουσική με τρομαχτικά εφέ (πόρτες που τρίζουν, κλάματα μωρών, κοράκια να κρώζουν, κτλ) και την έβαλα να παίζει σε ένα λάπτοπ κάτω από το κρεβάτι του. Και το καλύτερο, ντύθηκα λυκάνθρωπος με σκοπό να κρυφτώ στο ερμάρι και να τρομάζω τους φίλους του που θα έρχονταν να εξερευνήσουν το στοιχειωμένο δωμάτιο. (Αντιλαμβάνεστε, μόνο η παρθένα που θα θυσιάζαμε έλειπε. Δεν έβρισκα παρθένα).

Τζάμπα τα έκανα όλα αυτά. Γιατί μπορεί να υποστηρίζουμε το Χάλοουιν αλλά είμαστε και χέστες. Από όλα τα πιο πάνω, τον ενόχλησε η μουσική επένδυση. «Με κάνει και φοβάμαι» μου είπε. «Μα αυτό είναι το θέμα. Να φοβάστε. Να φύγουν όλοι οι φίλοι σου με ψυχολογικά», του είπα. Μετά, τον πείραξαν τα κεριά. «Μπορεί κάποιο παιδάκι να αρπάξει φωτιά και να καεί ή να λερώσει το δωμάτιο με υγρά κεριά και να θυμώσει η μάμμα». Από πότε παίρνει το μέρος της μάνας του αυτός; Πάνε και τα κεριά! Τι μας έμεινε χρυσέ μου; Εγώ ντυμένος λυκάνθρωπος.

Με το που είδε τη μάσκα μου είπε «Παπά, ευχαριστώ, αλλά δεν θέλω». 


Μα, γιατί;

Εντέλει, από όλο το σκηνικό κρατήσαμε μόνο το καζάνι με τους βολβούς ματιών και τις αράχνες στα παράθυρα. Όταν ήρθαν οι φίλοι του, οι μισοί τρόμαξαν και μ’ αυτά. Οπότε αναγκαστήκαμε να τα απομακρύνουμε για να αρχίσει το πάρτυ. Χέστηδες! Το Χάλοουίν σας μάρανε, που τρέμετε και τη σκιά σας! Μου θέλετε και Ντίσνεϊλαντ να μπείτε στο στοιχειωμένο σπίτι… Ούτε απέξω δεν θα περάσετε. Κρίμα τα λεφτά που θα πετάξουμε να σας πάμε. Μετά τα 15! Να πήξει πρώτα το σκατό σας, και μετά.

Με τούτα και μ’ εκείνα, αντιλαμβάνεστε, το πάρτι δεν ήταν ο ορισμός της μεγάλης επιτυχίας. Κάποια στιγμή βγήκαν στον κήπο και έπαιζαν μπάλα. Πιο υγιές, κατά μία έννοια.  

Σε άλλα νέα, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους όσοι επιδείξατε ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας της γιαγιάς μου. Ευτυχώς είναι καλύτερα. Όχι μόνο δεν μας κούνησε το μαντίλι, αλλά από προχθές που την έκλαιγα, σηκώθηκε, επανήλθε η ομιλία της, και έπιασε δουλειά!



Θεά! 

 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2023

Γιαγιά Μου

Η ώρα είναι δύο και είκοσι το πρωί.

 

Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Έχω ένα ψυχοπλάκωμα στο στήθος και νιώθω ότι αν δεν θα τα βγάλω από μέσα μου δεν πρόκειται να ησυχάσω, να μερέψω, να με πάρει ο ύπνος. 

 

Χθες με ενημέρωσε η μητέρα μου ότι η γιαγιά μου δεν είναι καλά. Έχει καιρό που δεν είναι καλά, αλλά τώρα έφτασε στο τελικό στάδιο της ανθρώπινης εξαθλίωσης αφού πλέον κοιμάται συνέχεια, έχασε την ικανότητα ομιλίας, δεν τρώει και δεν πίνει, τρέφεται με το ζόρι μέσω μιας σύριγγας από την κυρία που την προσέχει, κι αυτό κατόπιν επίμονης προσπάθειας. Έχει συνέχεια τα μάτια της κλειστά, μουρμουρίζει ακατάληπτα πράγματα και ξεροβήχει μ’ ένα τρόπο που προκαλεί φόβο. Πήγα σήμερα και κάθισα μαζί της. Ήταν δύσκολο και άδικο. Τόσο δύσκολο για εμένα που έπρεπε να τη δω σ’ αυτή την κατάσταση, τόσο άδικο για εκείνη που ήταν πάντοτε η προσωποποίηση της χαράς της ζωής.

 

Η γιαγιά μου είναι 90 ετών και οδεύει στα 91. Δεν έχουμε αυταπάτες, ξέρουμε ότι πλησιάζει το τέλος. Όμως παρόλο που έπαψε να ήταν αυτή που ξέραμε και αποθεώσαμε μια ζωή, παρόλο που γνωρίζουμε ότι οδεύουμε όλοι σιγά-σιγά στο τέλος το οποίο είναι αναπόφευκτο, δεν το χωνεύω, δεν το αποδέχομαι. 

 

Η σύνδεση που είχα από μωρό με τη γιαγιά μου ήταν μαγική και άβολη για όλους. Δεν είχα κανένα ενδοιασμό να δηλώσω ευθαρσώς ότι μόνο εκείνη αγαπώ και δεν είχε καμία αναστολή να δηλώνει με κάθε ευκαιρία ενώπιον όλων ότι για εκείνην μόνο εγώ μετρούσα. Τις προάλλες που ψηφιοποίησα όλο το οικογενειακό αρχείο με τις ταινίες μας, βρήκα ένα απόσπασμα από ένα ταξίδι που είχαμε πάει οικογενειακώς στο οποίο κοιτάζει την κάμερα και λέει «εγώ μόνο τον Χρίστο αγαπώ και δεν με νοιάζει άλλος κανένας σας». Δεν ήταν αστείο, ούτε υπερβολή. Όλοι ήξεραν ότι το εννοούσε. 

 

Αυτή η δήλωση ήταν πολύ συνηθισμένη ενόσω μεγάλωνα, αλλά έπρεπε να φτάσω τα 40 για να καταλάβω πόσο σκανδαλώδης ήταν για τους άλλους και κυρίως για τα άλλα τρία εγγόνια της. Μικρός εννοείται το απολάμβανα, η γυναίκα αυτή μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν βασιλιάς και το θεωρούσα και δεδομένο, μία κατάκτησή μου την οποία κέρδισα χωρίς να κάνω τίποτα, απλά και μόνο επειδή υπήρχα. Θυμάμαι ότι τα Χριστούγεννα του 1986 (μπορεί και του 1985), μαζευτήκαμε όλο το σόι στο σπίτι της για το παραδοσιακό δείπνο και με πήγε κρυφά στην αποθήκη που φύλαγε τα Χριστουγεννιάτικα δώρα. Είχε εκεί αραδιασμένα καμιά δεκαριά, όλα τυλιγμένα με απίθανες φανταχτερές κόλλες από τον «Παναγιωτόπουλο» που ήταν το καλύτερο παιχνιδάδικο της Μακαρίου. «Διάλεξε εσύ όσα θέλεις και ό,τι περισσέψει θα το πάρουν οι υπόλοιποι, φτάνει μόνο να μην τους το πεις και με πρήξουν». Θυμάμαι ότι ήμουν σε ηλικία που μπορούσα να καταλάβω την αδικία, αλλά ήμουν επίσης σε ηλικία που μπορούσα να απολαύσω όλο αυτό το κακομάθημα.

 

Η γιαγιά μου δεν είχε πρόβλημα να μου λέει ότι με αγαπά. Το επαναλάμβανε και το υπογράμμιζε με κάθε ευκαιρία. Εξ ου και πάντα στο πρόσωπό της έβλεπα ένα καταφύγιο, μία Ντίσνεϊλαντ, μία Νέβερλαντ. Το καλύτερό μου ήταν να πάει Σάββατο για να πάω να μείνω σπίτι της. Το καλύτερό μου ήταν να έρθει να με πάρει να πάμε μαζί στο θέατρο. Το καλύτερό μου ήταν να έρθει να μας κάνει baby sitting και να φέρνει μαζί της βιντεοκασέττες για να περάσει την ώρα της. Τις γνωστές κασέττες που πλέον οικειοποιήθηκα. Έφερνε πάντα κασέττες με Γιουροβίζιον ή ελληνικές ταινίες του Στάθη Ψάλτη, της Βουγιουκλάκη, της Βλαχοπούλου κτλ. Όλη αυτή η κουλτούρα που πέρασε και σε μένα, είναι δικό της επίτευγμα. 

 

Την πρώτη φορά που έμαθα πώς χρησιμοποιείται το σταθερό τηλέφωνο, ήταν με το νούμερο του σπιτιού της. Νομίζω δεν ήξερα καν τα νούμερα ακόμα, τόσο μικρός ήμουν. Απλά μου εξήγησαν ποια κουμπιά να πατώ και με ποια σειρά: 4-6-5-9-8-8. Τότε δεν χρειαζόταν καν το πρόθεμα -22 για να πάρουμε τηλέφωνο στη Λευκωσία. Την κάλεσα μέσα σε ένα βράδυ πάνω από 100 φορές. Μου το απάντησε και τις 100 με τον ίδιο ενθουσιασμό και ούτε για μια στιγμή δεν δυσανασχέτησε, ούτε μου έδειξε να κουράζεται.

 

Όλα αυτά τα κεκτημένα που είχα εγώ ως παιδί με τη γιαγιά του έπρεπε να πάω 40 χρονών για να τα εκτιμήσω όπως τους έπρεπε. Όταν κατάλαβα πόσο πολύ ο κόσμος δυσκολεύεται να αγαπήσει και προ πάντων να το πει. Ο πατέρας μου μου είπε «σε αγαπώ γιε μου» δέκα μέρες πριν πεθάνει. Και το θυμάμαι ακόμα γιατί τρόμαξα όταν το άκουσα. Σκέφτηκα ότι αυτός για να τόλμησε να ρίξει τα μούτρα του και να εκφραστεί ξέρει ότι έρχεται το τέλος του. Η μάνα μου, μου έλεγε συχνότερα σε αγαπώ, αλλά όταν την χρειάστηκα «δεν μπορούσε». Η γιαγιά μου, δεν το τσιγκουνευόταν, ούτε δυσκολευόταν να το δείξει. Το έλεγε με το καλημέρα σας και το δήλωνε στα κανάλια άμα λάχει να ούμε, «καλημέρα σας, μόνο τον Χρίστο αγαπώ». 

 

Είναι μεγάλο μάθημα ζωής αυτό και το εφαρμόζω κι εγώ με τα μωρά μου. Τους λέω «σας αγαπώ» σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς κανένα λόγο ή αιτία. Ο Αλέξης μου το επιστρέφει με τόκο, μου πετάει το σ’ αγαπώ στα καλά καθούμενα ακόμη και μπροστά σε κόσμο άσχετο ο οποίος γουρλώνει τα μάτια από το κουφόν του πράγματος. Η κόρη μου τώρα άρχισε δειλά-δειλά να μιλάει, δέκα λέξεις ξέρει όλες κι όλες, αλλά πρόσεξα ότι τελευταίως με το που με βλέπει μου λέει «πα-πα, α-α-πώ». 

 

Ναι, το σ’αγαπώ δεν είναι απλά μια λέξη που την αραδιάζουμε ως παπαγάλοι. Όμως θεωρώ ότι στο παιδί κάνει τρομερό καλό. Θωρακίζεται η ψυχολογία του, χτίζεται η αυτοπεποίθηση του. Όταν μεγαλώσει και ωριμάσει ας το εφαρμόσει και στην πράξη. Στο χέρι του είναι. Εγώ έχω υποχρέωση να του το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία. 

 

Πίσω στη γιαγιά μου όμως. Στα 23 μου, όταν έπαιρνα πτυχίο, χρειάστηκε μόνο ένα «έχω άγχος» να πω για να κλείσει εισιτήρια και να έλθει στην Αγγλία να με δει. Ήταν 65 ετών! Η γιαγιά μου στα 65 της ήρθε στην Αγγλία για να δει τι τρέχει, τι δεν πάει καλά, γιατί πήρα τηλέφωνο και ακούστηκα πεσμένος. Και όχι μόνο ήρθε, αλλά μπαστακώθηκε και 5 μέρες, περπάτησε όλο το Ρέντινγκ σπιθαμή προς σπιθαμή, «θαύμα το ότι περπατώ εδώ και 50’ και δεν κουράστηκα» έλεγε. Έφυγε όταν βεβαιώθηκε ότι μου πέρασε το στρες. Θυμάμαι ότι το θεωρούσα κατάντημα που στα 23 μου ήρθε να με επισκεφτεί η γιαγιά μου στην Αγγλία, πού να γυρίσει γκόμενα να σε δει με τη γιαγιά σου στο Ρέντινγκ αγκαζέ - σήμερα το θεωρώ μάθημα ζωής. 

 

Τα τελευταία χρόνια η γιαγιά μου είχε άνοια. Είχε βέβαια και εκλάμψεις, αλλά γενικώς, τα είχε χαμένα. Μπέρδευε χρονολογίες, τοποθεσίες, πρόσωπα, σχέσεις. Θυμάμαι ότι μια φορά μας τηλεφώνησε για να μας ρωτήσει πώς να βγει από το σπίτι της γιατί δεν έβρισκε την εξώπορτα. Μόνο όταν έβλεπε εμένα την έπιανε η διαύγεια και μου μιλούσε κανονικά. «Χριστούδι μου, τι να σε κεράσω!» μου έλεγε και ήταν σαν να είχαμε ξανά 1990! Μάλιστα, έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι ασχέτως αν είχε πλέον κουτσέψει. Με αντιμετώπιζε, όμως, σαν μωρό, με ρωτούσε διάφορα άσχετα όπως «πώς πάει ο στρατός», αν διάβασα, αν έπαιξα, και πάντα γούρλωνε τα μάτια της όταν της υπενθύμιζα ότι έχω πλέον κι εγώ παιδιά. «Αυτός σου μοιάζει, όποτε τον δω καταλαβαίνω ότι έκανες γιο γιατί είστε ίδιοι!» μου είπε πρόσφατα.

 

Μέσα σε μια βδομάδα πέρασε από αυτό το στάδιο της σύγχυσης, στο στάδιο της παραίτησης. Σήμερα που την είδα να αδυνατεί να μιλήσει, ταράχτηκα. 

 

Κλείνει ένα τεράστιο κεφάλαιο κόσμε. Κλείνει. Και ώρες, ώρες διερωτώμαι, 

ΜΕ ΠΟΙΟΥ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ;

ΕΓΩ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ;

ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΕΙ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ;!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2023

Othello Obiter

Έχει καιρό που θέλω να σας μιλήσω για τις φετινές μου θεατρικές ασχολίες και την παράσταση που θα ανεβάσουμε από τις 10 μέχρι τις 14 Νοεμβρίου με τη θεατρική ομάδα των Δικηγόρων.

Περίμενα την κατάλληλη στιγμή και να που ήγγικεν η ώρα αφού χθες κυκλοφόρησε και επίσημα η αφίσα της παράστασης. 



Θα παίξουμε τον Οθέλλο του Σαίξπηρ. Ή μάλλον, η αρχική ιδέα ήταν να ανεβάσουμε τον Οθέλλο του Σαίξπηρ με μία ανατροπή. Να τον δικάσουμε για τη «γυναικοκτονία» της Δυσδαιμόνας, που είναι και της μόδας. Βασισμένοι στο αρχικό κείμενο και με όσες μαρτυρίες μπορούσαμε να εκμαιεύσουμε μέσω αυτού, θα στήναμε ένα δικαστήριο εναντίον του. Στην πορεία αντιληφθήκαμε ότι αυτό δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθότι δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς τις ευθύνες του ήρωα. Δεν βρίσκαμε το παραμικρό στοιχείο που να μπορούσε να τον αθωώσει ή κάποιο συγκλονιστικό ελαφρυντικό ώστε να καταπλήξει τα πλήθη. Ο Οθέλλος έπνιξε τη Δυσδαιμόνα και θα πληρώσει, είτε του αρέσει είτε όχι.

Οπότε, με τη βοήθεια και με την έμπνευση του σκηνοθέτη το πήγαμε αλλού το πράγμα. Δεν ξέρω πόσοι το γνωρίζετε, αλλά ο Οθέλλος διαδραματίζεται στην Κύπρο. Και μάλιστα στην Αμμόχωστο. Ο Οθέλλος ήταν ένας στρατηγός προερχόμενος από το βασίλειο της Βενετίας, η οποία τότε κατείχε την Κύπρο. Τον έστειλαν στην Αμμόχωστο επικεφαλής του στόλου για να σώσει το νησί από την εισβολή των Οθωμανών που είχαν επιβιβαστεί στις γαλέρες τους και έρχονταν να σφάξουν τους Κυπρίους. Όλα αυτά το 1500. Ο Οθέλλος υποτίθεται θα μας έσωζε, αλλά αντί να ασχολείται με την Κύπρο έκανε σκηνές ζηλοτυπίας στη Δυσδαιμόνα και στο τέλος χάθηκε και η Κύπρος, χάθηκε και η Δυσδαιμόνα.

Επί της ουσίας αυτό είναι το δικό μας έργο. Ένα θεατρικό ντοκιμαντέρ που αφηγείται πώς η ιστορία της Δυσδαιμόνας παραλληλίζεται με την ιστορία της χώρας μας. Ένα αβοήθητο κορίτσι πνίγεται από τον «σωτήρα του». Μία νήσος χάνεται κάθε φορά επειδή αδιαφορεί ο εγγυητής της.

Όμως το έργο πραγματεύεται κι άλλα θέματα που σήμερα απασχολούν την κοινή γνώμη. Ο Οθέλλος, για όσους δεν το ξέρουν, ήταν μαύρος. Δικαιούται σήμερα ένας λευκός ηθοποιός να υποδύεται ένα μαύρο χαρακτήρα; Προφανώς και ένας μαύρος ηθοποιός δικαιούται να παίζει ένα λευκό ήρωα και αυτό ήδη συμβαίνει κατά κόρον, όσοι έχετε Νέφτλιξ το διαπιστώνετε. Τα ξέρετε, καβγαδίσαμε πολλές φορές γι’ αυτά τα θέματα εδώ. Ε, τώρα θα καβγαδίσουμε γι’ αυτά τα θέματα και επί σκηνής. Επιπλέον, ήταν ορθό εκ μέρους του Σαίξπηρ να γράψει ένα έργο για την Κύπρο χωρίς να υπάρχει μέσα στην πλοκή ούτε ένας Κύπριος χαρακτήρας; Σας προκαλεί αμηχανία το γεγονός;

Όλα αυτά συζητιούνται στο έργο εν είδει συνεδριάσεως.

Επειδή πολλοί με ρωτάτε, να ξεκαθαρίσω ότι δεν πρόκειται για κωμωδία. Θα γελάσετε όμως γιατί η ιστορία της Κύπρου ανέκαθεν ήταν κωμικοτραγική. Θα γελάσετε από αμηχανία και φόβο όμως, και όχι επειδή ένας αστείος ρόλος έκανε μία τούμπα ή επειδή είπε μία έξυπνη ατάκα.

Προσωπικά συγκλονίστηκα όταν στο κείμενο του Σαίξπηρ αναφέρεται ότι κατέφτασε το φιρμάνι στον Δόγη της Κύπρου ότι οι Οθωμανοί βρίσκονταν καθοδόν για εισβολή κι αυτός αμφισβητούσε την είδηση, υπήρχε απίστευτη σύγχυση και παραπληροφόρηση ανάμεσα στους κυβερνητικούς αξιωματούχους και κάθονταν όλοι οι συγκλιτικοί γύρω από ένα τραπέζι και δεν ήξεραν πώς να χειριστούν τα κακά μαντάτα. Οι Οθωμανοί έφτασαν στην Κύπρο και θέρισαν στην κυριολεξία όλο τον πληθυσμό της Πάφου και της Λεμεσού χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Έφτασαν στη Λευκωσία εντός μίας μέρας ενώ πίστευαν ότι θα τους έπαιρνε πάνω από μία βδομάδα για να την κατακτήσουν. Κι όλα αυτά πριν 500 χρόνια! Τρομακτικό το πως τίποτα δεν άλλαξε σήμερα.

Τέλος πάντων, αρκετά spoilers σας έκανα. Όσοι ενδιαφέρεστε για την ιστορία της Κύπρου συνδυασμένη με Σαίξπηρ και κουβέντα περί πολιτικής ορθότητας, κοπιάστε. Δεν σας έχουμε συνηθίσει σε τέτοια έργα, αλλά δεν πειράζει να δείτε και μια χρονιά κάτι πιο βαθυστόχαστο.

Και τώρα δυο λόγια για τον σκηνοθέτη μας τον Πάρι. Τον Ερωτοκρίτου. Ο Πάρις είναι γνωστό και τρανό όνομα στον κόσμο του θεάτρου, έχω δει σχεδόν όλες τις παραστάσεις που σκηνοθέτησε και είχα μείνει έκθαμβος. Ακόμα θυμάμαι το συγκλονισμό που αισθάνθηκα στο φινάλε των «πυρκαγιών» με το Bohemian Rhapsody, το δέος που αισθάνθηκα στη «Νέα Τάξη Πραγμάτων», πόσο απήλαυσα το «Συμβόλαιο Εργασίας». Όταν του προτείναμε να μας αναλάβει ως ομάδα δεν περίμενα να δεχτεί. Όταν δέχτηκε δεν ξέραμε πώς να το διαχειριστούμε. Μας είχαν προειδοποιήσει διάφοροι κοινοί γνωστοί ότι θα έρθει και θα φέρει Σαίξπηρ στο τραπέζι των προτάσεων. Εγώ προσωπικά πεθαίνω με τον Σαίξπηρ, με την αρνητική έννοια βέβαια. Τον βαριέμαι όσο δεν πάει.

Όταν όντως ήρθε στον καφέ και μας πρότεινε τον Οθέλλο θεώρησα ότι δεν θα χωρέσω σ' όλο αυτό. Ότι δεν μου πάει, ότι δεν μπορώ να συμπλεύσω. Όμως, μέσα από τις συναντήσεις μας έβλεπα έναν άνθρωπο που όταν μιλά για τον Σαίξπηρ και σου τον εξηγά και στον αναλύει, σε πάει αλλού. Κάποτε βρέθηκα σε μια παρέα και κάποιος μου είπε «όταν μιλάς για τη Γιουροβίζιον μιλάς με τόσο πάθος και αγάπη που με κάνεις να θέλω να τη δω κι εγώ στα σοβαρά». Έτσι είναι και ο Πάρις με τον Σαίξπηρ. Τον έβλεπα να μας αναλύει τα κίνητρα των ηρώων, να μας δίνει backstage πληροφορίες για τον Σαίξπηρ που μόνο οι δυνατοί λύτες γνωρίζουν και η χαρά στο πρόσωπο του ήταν απερίγραπτη. Παιδική, αγνή. Χαιρόμουν να τον βλέπω να συνεπαίρνεται και να αναπτύσσει τις ιστορίες πίσω από τον μύθο και ας μην καταλάβαινα Χριστό από όσα έλεγε. Ειδικά κάποιες Δευτέρες που η κούραση του Σαββατοκύριακου δεν είχε ακόμα φύγει κι εγώ ήμουν στον Σύλλογο και άκουγα αναλύσεις για τα κίνητρα του Ροδερίγου, του Κάσσιου και του Βραβάντιου, ο σουρεαλισμός είχε χτυπήσει κόκκινο.

Όπως και να ‘χει τον ευχαριστώ για αυτό το νέο κόσμο που άνοιξε μπροστά μου, ήταν δίχως άλλο η πιο εποικοδομητική χρονιά σε επίπεδο πληροφοριών και γνώσεων.

Σας περιμένουμε στις παραστάσεις μας. Η παρουσία σας μας χαροποιεί και μας ενισχύει στο φιλανθρωπικό μας έργο. Πέρσι με τα καθαρά έσοδα των παραστάσεων αγοράσαμε οκτώ μηχανήματα αιμοκάθαρσης και τα χαρίσαμε στο τμήμα νεφροπαθών του γενικού νοσοκομείου Λευκωσίας. Δώσαμε και χρηματικά ποσά σε ιδρύματα που βοηθούν παιδιά με σπάνια νοσήματα και καρκίνο. Θα χαρούμε να μας ενισχύσετε και φέτος.

 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2023

Το Ποδήλατό Του


Σήμερα ήταν μια ευτυχισμένη και συγκινητική μέρα.

Κι αυτό γιατί έμαθα επιτέλους τον γιο μου να κάνει ποδήλατο.

Μπορεί να το θεωρείτε απλό και αστείο, αλλά για μένα σήμαινε πολλά να μάθω εγώ τον γιο μου να ποδηλατεί, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Ήταν κάτι που δεν επετεύχθη από τη μια μέρα στην άλλη και κάτι που με σκότισε ως ένα βαθμό.

Έχει πολύ καιρό που προσπαθώ να τον πείσω να πάμε στο πάρκο και να δουλέψουμε το ποδήλατο. Όταν ήταν μικρότερος είχε ένα ποδήλατο χωρίς πετάλια, που τον βοηθούσε να μάθει να ισορροπεί. Μεσολάβησε η καραντίνα όμως και αντί να προοδέψει στο συγκεκριμένο θέμα το αφήσαμε και ξέφτισε. Φταίμε κι εμείς που το αμελήσαμε. Στην ηλικία των πέντε ο παππούς του του αγόρασε κανονικό ποδήλατο αλλά επειδή η μετάβαση από το ένα στο άλλο δεν ήτο ομαλή ανέπτυξε μία φοβία και απαρέσκεια στο μεταξύ και αρνούνταν να το δοκιμάσει.

Με νύχια και με δόντια και με πολύ καλόπιασμα, με πολλή υπομονή και επιμονή εκ μέρους μου τον κατάφερνα πού και πού να πηγαίνουμε στο πάρκο απέναντι και να το παλεύουμε. Ξεροκέφαλος σαν εμένα όντας, τα παρατούσε εύκολα. Άρχιζα κι εγώ τις εμψυχώσεις, τα εμπνευσμένα τσιτάτα μπας και τον πείσω να ενσκήψει σ’ αυτό. Κάποτε τα κατάφερνα, κάποτε όχι, του έδινα τον χρόνο του.

Εκεί που υπερέβην εαυτόν ήταν τους τελευταίους δύο μήνες όπου ναι μεν ξεφοβήθηκε το πετάλι, αλλά ήθελε να με νιώθει να τον κρατώ για να μην φοβάται. Για να το πετύχω αυτό, ενόσω αυτός ποδηλατούσε έτρεχα μαζί του κρατώντας τον από την μέση, με κίνδυνο να μπουρδουκλωθώ στους τροχούς του (μου έτυχε μία φορά και πέσαμε και οι δύο κάτω και για ένα μήνα άκουγα τα εξ αμάξης), με απίστευτο λαχάνιασμα εκ μέρους μου, και με βλέμματα περιέργων να μας καρφώνουν. Δεν το έβαλα κάτω παρόλο που ήμασταν θέαμα. Για μένα σήμαινε πολλά να μάθω εγώ τον γιο μου να ποδηλατεί.

Σήμερα, μου ζήτησε από μόνος του να πάμε στο πάρκο και να προπονηθούμε. Σημειώστε, θεωρούσα εξίσου σημαντικό να μάθει να ποδηλατεί τώρα στο Δημοτικό πριν αρχίσει να αισθάνεται μειονεκτικά έναντι των υπολοίπων συμμαθητών του και του δημιουργηθεί κόμπλεξ. Πήγαμε, που λέτε, στο πάρκο, έτρεχα στο πλάι του, τον άγγιζα στον γιακά για να με νιώθει πάνω του και να αισθάνεται ασφάλεια και σε ανύποπτο χρόνο τον άφησα μόνο του. Δεν το πήρε χαμπάρι. Μάλιστα μου είπε «παπά, γιατί δεν σε νιώθω;» Γύρισε το κεφάλι και είδε ότι είχα μείνει πίσω, ακίνητος.

Ούτε τα έχασε, ούτε έπεσε. Προχώρησε απτόητος. Μάλιστα έκανε όλο το γύρο του πάρκου μόνος του.

«Ήμουν ο φτωχός του ποδηλάτου και τώρα έγινα ο βασιλιάς!» μου είπε.

Του είπα να το ξαναπάμε άλλο ένα γύρο για να βεβαιωθώ ότι το είχε κατακτήσει. Τον έσπρωξα λίγο για να πάρει φόρα και δεν έκανε απλά ένα γύρο. Έκανε δύο συνεχόμενους. Μετά απ’ όλα αυτά μου είπε:

«παπά, δεν σε χρειάζομαι άλλο!»

Με το που το άκουσα αυτό πειράχτηκα αρχικά. Μετά γέμισαν τα μάτια μου. Και τελικώς είπα «τι ευτυχία Θεέ μου!»


Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2023

Η Εθνική Μας Τραγουδίστρια

 

Προβληματίστηκα κατά πόσον έπρεπε να πάω στη συναυλία της Λάρνακας, γιατί είμαι πλέον 43 ετών και δεν ήξερα αν θα είχα τις αντοχές να στέκομαι έξι ώρες μες την Πλατεία Ευρώπης με 70.000 κόσμο για να δω την Άννα, την οποία έχω απολαύσει ζωντανά πέραν των 50 φορών, και ξέρω πλέον απ’ έξω κι ανακατωτά όλα όσα συμβαίνουν στις συναυλίες της. Όμως πενηντάχρονα ήταν αυτά, μια φορά τα κλείνεις, έκανε και την κίνηση ματ και τα μπόλιασε με παρουσίες άλφα ποιότητας από το σύγχρονο ελληνικό πεντάγραμμο, κάτι μου έλεγε ότι έπρεπε να το ρισκάρω και να πάω.

 

Κατ’ αρχάς να σας πω ότι η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο με προϊδέασε για όλα όσα θα έπρεπε να υποστώ. Εφτά η ώρα το βράδυ και υπήρχαν σημεία στα οποία πηγαίναμε σχεδόν σημειωτόν. Για πάρκινγκ στη Λάρνακα δεν το συζητώ. Σε ένα στενό μιας γειτονιάς παραλίγο να συγκρουστώ με έναν από απέναντι. Άνοιξα το παράθυρο και του είπα «ήρτα που τη Λευκωσία για τη συναυλία τάρασσε να έβρω πάρκινγκ γιατί θα χάσω την έναρξη!» Με άκουσε μία κυρία που καθόταν στην αυλή της και μου είπε «έλα μάνα μου, πάρκαρε στην αυλή μου, δεν ενοχλείς!» Υπέροχοι Λαρνακείς, κατεξοχήν οι αγαπημένοι μου Κύπριοι και δεν είναι τυχαίο.

 

Για να βρω πόστο να σταθώ είδα κι έπαθα. Έσπρωξα κόσμο άνευ τύψεων, αψήφησα παρέες. Μία έφηβη έκανε εμετό λίγο πιο πέρα και μια άλλη ζαλίστηκε και την έβγαλαν σηκωτή. Είχα χρόνια να δω τέτοια γεγονότα σε συναυλία. Ο κόσμος ηλικιακά πολύ νεαρός, χρόνια είχα να δω και τί εστί κυπριακή νεολαία. Εγώ κινούμαι ανάμεσα σε μωρά του Δημοτικού και δημοσίους υπαλλήλους. Αντιλαμβάνεστε, το ηλικιακό εύρος 15-25 μου είναι πλέον άγνωστο και αγνώριστο. Έλεγε μία «να πεις του παπά σου να έρτει να μας πιάσει μετά τον Αργυρό», μια άλλη έλεγε «τι γιορτάζουμε πρώτη του Οκτώβρη και είπε η Βίσση ότι είναι σημαντική μέρα» και μια άλλη «λέει τραγούδια που πρώτη φορά ακούω». Δεν ήξεραν το «σαν και μένα καμιά», έλεος κάπου.

 

Επίσης, μέσα στο κοινό είδα πάρα πολλούς ελλαδίτες που ήρθαν ειδικά από την Ελλάδα για τη συναυλία. Αυτό βέβαια, δεν είναι τίποτα, γνωρίζω άτομο που ήρθε από το Παρίσι ειδικά για τη συναυλία! Η φίλη μου η Ιουλία! Στεκόταν στα κάγκελα μπροστά-μπροστά. Λατρεύω που διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον των σκληροπυρηνικών φαν. Θεωρώ ότι η Άννα είναι πλέον όνομα αντάξιο των μεγάλων συγκροτημάτων του εξωτερικού αναφορικά με το πάθος και την αφοσίωση των θαυμαστών της. Δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε άλλο εγχώριο η μάρκα του ονόματός της.

 

Η συναυλία ήταν το κάτι άλλο. Ναι, το tracklist ήταν το κλασικό, αλλά με τα 50χρονα έπαιρνε άλλη διάσταση. Ήμουν συγκινημένος από το πρώτο τραγούδι ως το τελευταίο. Κάθε τραγούδι και μία περίοδος της ζωής μου. Κάθε τραγούδι και μια ανάμνηση. Στο «Ερωτευμενάκι» θυμήθηκα τον πατέρα μου που το τραγουδούσε στο σαλόνι, άρχισα να κλαίω. Στο «Λάμπω» θυμήθηκα την αδελφή μου όταν ήταν 8 χρονών και έβαζε ένα κόκκινο φόρεμα όπως στο βίντεο κλιπ και τη μιμούνταν, νοστάλγησα, έβαλα τα κλάματα. Στο «Ξανά» θυμήθηκα τη γυναίκα μου, έβαλα τα κλάματα. Στα «Κακά παιδιά» θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια, έβαλα τα κλάματα. Στο «Everything» θυμήθηκα τη φρενίτιδα της Γιουροβίζιον, νοστάλγησα το 2005-2006. Γενικά όλη η συναυλία ήταν ένας εορτασμός της ζωής μας, ήταν μία αναδρομή στο μεγάλωμα μας. Αυτή η γυναίκα είναι η ιστορία μας.

 

Και το εννοώ. Δεν ξέρω ποια άλλη εκπροσωπεί καλύτερα αυτό που εγώ ορίζω ως το Cypriot dream. Μια απλή κοπέλα από τη Λάρνακα, έφυγε και κατέκτησε όλη την Ελλάδα και έγινε κάπως γνωστή και παρά-έξω. Το όνειρο κάθε Κύπριου. Ποια άλλη γυναίκα είναι τόσο καθολικής αποδοχής; Και τα τραγούδια της να μην σ’ αρέσουν δεν ξέρω πλέον άνθρωπο που δεν την παραδέχεται (ξέρω 2-3 κομπλεξικούς αλλά δεν τους θεωρώ έτσι κι αλλιώς λογικούς ανθρώπους για να τους καταμετρήσω). Εγώ, που ανακατσιώ τα κυπριακά, άμα ακούω την Άννα να τραγουδά τα «ριάλια», το «κόρη μηλιά» και το «εσσιέβέρεβε» καμαρώνω και κορδώνω για την καταγωγή μου αντί να ντρέπομαι. Εχθές είχε στο βίντεο- γουόλ την κυπριακή σημαία να κυματίζει και με διαπερνούσε ρίγος συγκίνησης και περηφάνια παρά η συνήθης απαξίωση. Μόνο η Βίσση μπορεί να το καταφέρει αυτό. Μόνο η Βίσση μας ενώνει.

 

Βγήκε ένας κύριος στη σκηνή, και κατόπιν ο Δήμαρχος. Της έδωσαν το Χρυσό Κλειδί της πόλης. Αχρείαστο κατ’ εμέ. Κατ’ αρχάς, θεωρώ ότι το Χρυσό Κλειδί πρέπει να χαρίζεται σε κόσμο που δεν είναι ούτως ή άλλως συνυφασμένος και άρρηκτα συνδεδεμένος με την εκάστοτε τοποθεσία. Και η Βίσση είναι ούτως ή άλλως η προσωποποίηση της Λάρνακας. Πείτε μου έναν άνθρωπο που στο άκουσμα της λέξης «Λάρνακα» δεν σκέφτεται τη Βίσση. Η Άννα έβαλε στον χάρτη τη Λάρνακα, εξαιτίας της την αγαπήσαμε. Μην ακούτε μαλακίες περί πόλης Ζήνωνος και τα τοιαύτα. Λάρνακα ίσον Βίσση! Μην πω Κύπρος ίσον Βίσση! Πριν τη Βίσση η Λάρνακα ήταν απλά ο χώρος του αεροδρομίου. Με τη Βίσση η Λάρνακα απέκτησε καθεστώς πόλης. Και παρά να της χαρίζετε χρυσά κλειδιά (σας πουλά και σας αγοράζει όλους μέσα στο Δημαρχείο όποτε θέλει), καλό θα ήταν να προετοιμάζεστε και να σκέφτεστε ποια λεωφόρος θα μετονομαστεί σε λεωφόρος Άννας Βίσση μια μέρα (ελπίζω μακρινή) και πού θα στηθεί το άγαλμα της.

 

Οι καλεσμένοι καθώς προ-είπα, έδωσαν άλλον αέρα στη συναυλία. Πολύ έξυπνα ο Κωνσταντίνος Αργυρός παρουσιάστηκε τελευταίος για να κρατήσει όλη τη νεολαία σε αναμμένα κάρβουνα. Η νεολαία πάθαινε ντελίριο με το που τον έβλεπε αλλά και με τα τραγούδια του, τα οποία σημειώστε θεωρώ άθλια. Το «ελπίδα» που είναι και μεγάλο σουξέ δεν αντέχω να το ακούω (μου θυμίζει κιόλας ένα τραγούδι του Τσαλίκη που έγραψε ο Δάντης πριν λίγα χρόνια), ενώ το «Ελεύθερος» το αντέχω οριακά μόνο και μόνο επειδή το τραγούδησε ο γιος μου στην γιορτή του νηπιαγωγείου του και έκτοτε το συνδύασα μαζί του.

 

Εκεί που άνοιξε η ψυχούλα μου ήταν όταν βγήκε η Παπαρίζου. Τι πλάσμα θεϊκό, τι πλάσμα θετικό, τι χυμώδης γυναίκα, η χαρά της ζωής, αυτή που θέλουμε όλοι να παντρευτούμε. Επίσης, η ψυχούλα μου άνοιξε και στη Γαρμπή. Η Καιτάρα που είναι πλέον αναγνωρισμένη προσωπικοτάρα με τις ατάκες της στο τουίτερ, και τις γενικότερες τοποθετήσεις της - «μόνο εσένα αγαπώ απ’ όλες τις συναδέλφους μου και για καμία άλλη δεν θα ερχόμουν Κύπρο» - με έφυρε. Τα σουξέ της πλέον κλασικά, έδεσαν άψογα με τα σουξέ της Άννας. Και τέλος, η Πάολα που για μένα ήταν η έκπληξη της βραδιάς. Έπιασε το γκάζι και το παραλύω και τα ξέσκισε, τα ερμήνευσε σαν να επρόκειτο για χωρία αρχαίας τραγωδίας στην Επίδαυρο με αισθητική σκυλιού στα μπουζούκια. Θα πάθαινε καρδιακό ο Μουρατίδης αν την έβλεπε από κάποια γωνιά. Κι όμως τη βρήκα την πιο ενδιαφέρουσα στιγμή της βραδιάς. Μην μιλήσω για το πώς αποθέωσε το «Τραίνο».

 

Δεν έχω να πω κάτι άλλο παιδιά. Έκατσα όρθιος έξι ώρες και δεν ένιωσα την παραμικρή κούραση. Φύγαμε στη μία το πρωί, έφτασα Λευκωσία σχεδόν στις δύο τα ξημερώματα και ώσπου να μου περάσει η ένταση πήγε τρεις! Δεν το μετάνιωσα λεπτό  παρόλα τα «μην πας θα γίνεται χαμός» που άκουγα όποτε εκδήλωνα το ενδιαφέρον μου για να πάω. Θεωρώ ότι ήταν μία συναυλία σαν closure και δικού της και δικού μας. Έφυγα με μία χαρμολύπη από εκεί. Δεν ξέρω πότε θα ξαναζήσω τέτοιο πράγμα, είμαι τυχερός που μεγάλωσα στην εποχή της Βίσση και περήφανος που την υποστήριζα, την υπερασπίστηκα μέχρι εσχάτων και εν τέλει δικαιώθηκα και από την ίδια, και από τη ζωή γενικά.

 

Να ζήσει η Κύπρος! Να ζήσει η Άννα Βίσση!

 

Έβγαλα βίντεο από την συναυλία, δύο ώρες και βάλε, προσπαθώ να το ανεβάσω στο γιουτούμπ αλλά σέρνεται το ίντερνετ. Αν θέλετε ψάξτε το αργότερα στο εκεί κανάλι μου.