Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021

Αμνησίες

Χθες το βράδυ είχαμε γάμο. Παντρέψαμε μία παλιά συμμαθήτρια από το Λύκειο, ή πιο ορθά, πάντρεψα μία αδελφική πλέον φίλη με την οποία γνωριστήκαμε στο Λύκειο.

Ήμουν πολύ χαρούμενος, και πάντα είμαι, όποτε πρέπει να πάω σε κάποιο γάμο ή κάποια κοινωνική συνεύρεση που αφορά σε κόσμο από τα μαθητικά μου χρόνια. Η λαχτάρα μου να τους ξαναδώ όλους μαζεμένους είναι τεράστια, γιατί πιστεύω ότι οι φίλοι των παιδικών μας χρόνων είναι πιο άδολοι και οι σχέσεις πιο ειλικρινείς. Προφανώς οι σχέσεις εκείνες μυθοποιούνται μες το μυαλό μας όσο περνούν τα χρόνια και ο παράγων νοσταλγία παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους, αλλά σε μεγάλο βαθμό εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι κατ’ ουσίαν ακραιφνείς και σημεία αναφοράς στη ζωή μας.

Παρόλο, λοιπόν, που πάντα σπεύδω σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις με τεράστιο ενθουσιασμό, πάντα καταλήγω αμήχανος και ελαφρώς απογοητευμένος όταν διαπιστώνω ότι μόνο εγώ ενθυμούμαι τους πάντες και μόνο εγώ νιώθω ότι όλα αυτά που μας ένωσαν εξακολουθούν να έχουν μνημειώδη θέση στη ζωή μας. Οι υπόλοιποι προφανώς δεν αισθάνονται έτσι και απλώς ξανασυστήνονται. Σαν να βλέπονται πρώτη φορά. Ακούω τερατώδη πράγματα γύρω μου. «Είσαι ο τάδε, σωστα;» Ποιος τάδε κύριε μου; Ο «τάδε» ήταν διπλανός σου. Πήγατε εκδρομές μαζί! Αντιγράφατε ο ένας από τον άλλον στα διαγωνίσματα. Φάγατε μαζί αποβολή από το μάθημα. «Ποιος τάδε;»

Πέφτω πάντα από τα σύννεφα. Ναι, ο κόσμος προχωρεί, γυρίζει σελίδα στη ζωή του. Μα το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Όλοι προχωρήσαμε, εγώ όμως δεν ξέχασα τίποτα. Κατ’ ακρίβεια, όχι μόνο δεν ξέχασα, αλλά συγκριτικά με το σήμερα πιο φρέσκα τα έχω όλα στο μυαλό μου από την τότε εποχή, παρά από τα τελευταία δέκα χρόνια. Όχι μόνο θυμάμαι όλους μου τους συμμαθητές με το ονοματεπώνυμό τους, αλλά θυμάμαι και όλη τους την οικογένεια. Θυμάμαι που ήταν το σπίτι τους, ποια ήταν τα αδέλφια τους, οι γονείς τους. Θυμάμαι ξεκάθαρα όλα τα σημαντικά συμβάντα τα οποία διαδραματίστηκαν στις τάξεις μας, όλα τα χαϊλάιτς από τα πάρτι, τους έρωτες, τις ίντριγκες και τα πάθη στη Σάντα Μπάρμπαρα. Πώς όλοι αυτοί καταλήγουν να μην θυμούνται ο ένας τον άλλον ύστερα από κάποια χρόνια, αδυνατώ να το εννοήσω.

Δεν έχω καταλήξει ακόμα αν αυτή η αμνησία είναι ειλικρινής ή απότοκον υποκρισίας ή και φαντασμένης συμπεριφοράς. Κάποια περιστατικά προφανώς και είναι θέατρα. Για παράδειγμα, μία πολύ καλή μου φίλη με την οποία φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι, ή καλύτερα, κρουασάν και χαβιάρι αν με εννοείτε, μετά από πολλά χρόνια απόστασης και ψυχρών σχέσεων, με ρώτησε όταν με πέτυχε τυχαία: «αν θυμάμαι καλά είχατε και ένα εξοχικό στον Πρωταρά, κάποτε;» Τι πάει να πει «είχατε;» Δεν θυμάσαι αν είχαμε; Πρώτα απ’ όλα στο συγκεκριμένο εξοχικό προσκλήθηκες πάνω από 10 φορές για διακοπές. Σε έχω στην κάμερα καταγραμμένη να χορεύεις εκεί μέσα. Να κάνεις εμετό από το πολύ ποτό και να κάνεις ντόλτσε βίτα. Τώρα ξαφνικά έρχεται από το παρελθόν ένα φάντασμα και αναρωτιέσαι «αν είχαμε κάποτε ένα εξοχικό…;» Ναι το είχαμε, το έχουμε ακόμα, και άμα θέλεις να σου στείλω και αποσπάσματα των ταινιών που σ’ έχω μέσα να τα θυμηθείς!

Όλες αυτές οι αμνησίες με ταρακουνούν γιατί κατά κάποιον τρόπο με ακυρώνουν. Για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν σημαντικοί και ό, τι είναι σημαντικό για μένα έχει σημαντική θέση και στο σήμερα. Με φέρνει σε τρομερή αμηχανία και αντιμέτωπο με τη ματαιότητα των πάντων όταν άνθρωποι που κάποτε μεθούσαν μαζί, ερωτοτροπούσαν ή μοιράστηκαν τα αίσχη της νιότης ξαφνικά συναντιόνται ενώπιόν μου και καμώνονται πως δεν θυμούνται ο ένας τον άλλον ή κάνουν ότι θυμούνται τα μισά απ’ όσα έγιναν. Εγώ γιατί θυμάμαι τα πάντα; Γιατί διατηρώ ζωντανή αυτή τη φούσκα;

Κι εγώ προχώρησα, κι εγώ άλλαξα, κι εγώ έφτιαξα τη ζωή μου και κατάφερα και δημιούργησα ένα ευτυχισμένο παρόν. Αλλά ουδέποτε προσποιήθηκα, ούτε επέτρεψα στη μνήμη μου να διαγράψει ό, τι άξιζε.

Μου θέλετε και reunión! Γιατί να σας το διοργανώσω; Για να σας ξανασυστήσω; 


Δευτέρα, Οκτωβρίου 25, 2021

Πώς Είναι Να Είσαι 40

Όταν ήμουν μικρότερος αναρωτιόμουν πώς είναι να είσαι 40.

Τι αλλάζει σ’ αυτή την ηλικία. Πώς είναι να είσαι μεσήλικας.

Θυμάμαι, μάλιστα, ότι όταν ήμουν 12 ετών πέθανε ένας φίλος των γονιών μου στην ηλικία των 42 και τους είπα «μην στεναχωριέστε, τα έφαγε τα ψωμιά του», και οι γονείς μου έξαλλοι απάντησαν «για όνομα του Θεού, ήταν πολύ νέος στα 42!»

Τέλος πάντων, δόξα σοι ο Θεός, τα φτάσαμε τα σαράντα, τα σαράντα ένα σχεδόν. Πώς είναι να είσαι σ’ αυτή την ηλικία; Θα σου πω εσένα, εικοσάχρονε νεανία που μπορεί να διερωτάσαι.

Κατ’ αρχάς να σου πω ότι συνειδησιακά δεν αλλάζει τίποτα. Η αίσθηση που έχεις για τον εαυτό σου, η αντίληψη σου για τον κόσμο είναι η ίδια όπως όταν είσαι 17, ή 25. Το «εγώ» παραμένει άφθαρτο και καθοριστικό για το πώς ερμηνεύεις τον κόσμο και όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Αυτό σημαίνει ότι όπως αισθάνεσαι τώρα που είσαι νέος, πιθανόν έτσι θα αισθάνεσαι και στα 40 σου, έτσι θα αισθάνεσαι και στα 80 σου. Αναφέρω χαρακτηριστικά, ότι η γιαγιά μου που είναι 88 ετών, συχνά μου λέει ότι αισθάνεται 60, ή και νεότερη, και ότι το μόνο πράγμα που την αποτρέπει από το να ζει όπως ζούσε στα «νιάτα» της, είναι το κορμί της που αρνείται να συνεργαστεί. Με λίγα λόγια, αν νομίζεις ότι μεγαλώνοντας θα αλλάξεις μυαλά, πλανάσαι πλάνην οικτράν. Είσαι το ίδιο πράγμα από γεννησιμιού σου. Εγκλωβισμένος μέσα σε μία μάζα από μύες και κόκκαλα τα οποία σαπίζουν και σου προκαλούν πρακτικά προβλήματα. Άπαξ και λύσεις τα πρακτικά θέματα, μπορείς να ζήσεις για πάντα νέος.

Στα 40 ξυπνάς και πονάς το σώμα σου. Εγώ τουλάχιστον. Κάθε πρωί ξυπνώ και έχω πόνους στη μέση, στους ώμους, σε ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη. Πρέπει να τεντωθώ για να ισιώσω και να γίνω και πάλιν άνθρωπος. Στα 40 δεν έχεις τις ίδιες ορέξεις για σεξ. Εκείνο το 2-3 φορές τη μέρα που αισθανόσουν μέχρι τα 30 αρχίζει και ξεθωριάζει αργά και σταθερά. Φυσικά, υπάρχουν και λαμπρές εκλάμψεις ανά περιόδους, αλλά υπάρχει σαφής και αισθητή κατάπτωση. Επίσης, δεν χάνεις τα κιλά το ίδιο εύκολα. Μέχρι και τα 39 μου μπορούσα να χάσω ένα κιλό την ημέρα με 20’ περπάτημα. Τώρα πια ό,τι στοιβάζεις το καις με πολύ κόπο και κυρίως άνοστη δίαιτα. Είναι μία κατρακύλα που δεν χωνεύεται με τίποτα, ειδικά όταν έως πριν ένα χρόνο το σώμα σου χώνευε τα πάντα και αντιδρούσε θετικά. Συμπερασματικά, στα 40 σου το σώμα σου αρχίζει να σε βαριέται και να σε προδίδει και όλο αυτό είναι δυστυχώς, ψυχολογικά αβάσταχτο.

Όμως, υπάρχει και η θετική πλευρά.

Στα 40 σου ξέρεις! ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ. You take bullshit no more! Θα μου συγχωρέσετε το αγγλικό, μα αποδίδει καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Στα 40 σου ξέρεις ότι έχεις μάξιμουμ άλλα 20 ποιοτικά χρόνια και δεν έχεις ώρα για μαλακίες. Ούτε για να τα σπαταλάς σε φαύλους, ούτε για να χαλάς τη ζαχαρένια σου. Ξεσκαρτάρεις το σύμπαν και το κυριότερο, δεν αισθάνεσαι την παραμικρή τύψη. Μου κάνεις; Σε αγοράζω. Δεν μου κάνεις; Στο καλό και να μας γράφεις. Παλιότερα μπορεί να έψαχνες μία χρυσή τομή, ένα συμβιβασμό, να κρατήσεις τα προσχήματα. Τώρα πια η προτεραιότητα είναι η ψυχική σου υγεία, η καλοπέραση σου. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχα τα κότσια να αποσείσω από πάνω μου τη σαβούρα την οποία περισυνέλλεξα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά να που ήταν ευκολότερο από όσο νόμιζα.

Επίσης, στα 40 σου ή τέλος πάντων στα 40 τα δικά μου, υπάρχει περισσότερη διαύγεια και περισσότερη ειλικρίνεια. Έχω αποδεχτεί τα ελαττώματα μου, τα έχω αναγνωρίσει (προ πολλού το είχα κάνει αυτό, αλλά τώρα πλέον δεν με πονεί να τα συζητώ. Επουλώθηκαν όλα τα τραύματα και κόμπλεξ μου), και τα έχω αγαπήσει. Ούτε με πειράζει να απολογηθώ γι αυτά αν αποτέλεσαν τον λόγο να έχει πληγωθεί κάποιος στο παρελθόν. Φτάνεις στο ύψιστο σημείο αποδοχής του εαυτού σου, ξέρεις ότι δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο αλλαγής και έχοντας εξοικειωθεί πλήρως με τις αλήθειες σου, αισθάνεσαι πανελεύθερος.

Αυτά είναι τα 40 μου, ή τέλος πάντων, αυτά είναι όλα όσα νιώθω τώρα που έφτασα στην ηλικία την οποία μικρότερος αντιμετώπιζα με φόβο και δέος. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2021

Το Αγόρι Που Μ' Έσωσε

Άκου να δεις γιατί ο γιος μου είναι το μεγαλύτερο και ωραιότερο δώρο που πήρα στη ζωή μου.

Επειδή θεωρώ ότι ήρθε για να με σώσει.

Οι αντιδράσεις αυτού του παιδιού δεν είναι παιδικές. Είναι πιο ώριμες κι από τις δικές μου που πλέον πάτησα τα 40. Θα μου πεις, «αυτό δεν είναι και δύσκολο», αλλά όσο να πεις, ένα μωρό τριών χρονών, που πλέον έγινε πέντε, δεν είναι δυνατόν να συμβάλλει στη ψυχολογική μου υγεία με έναν τόσο επιστημονικό και ενήλικο τρόπο.

Κατ’ αρχάς με θαυμάζει και με κάνει να νιώθω σπουδαίος. Θαυμασμό από άνθρωπο δεν είχα ξαναβιώσει στη ζωή μου προηγουμένως. Με επιδεικνύει παντού και απαιτεί από τον περίγυρο να μου δώσει σημασία, απλά και μόνο επειδή «είμαι ο παπάκης του». Τις προάλλες είχαμε στο σπίτι καλεσμένο ένα φίλο του και έπαιζαν στο σαλόνι. Εγώ απουσίαζα, αλλά όταν γύρισα θέλησε να με συστήσει. Είπε στον φίλο του: «Κωστή, ήρθε ο παπάκης μου». Ο Κωστής χέστηκε να με γνωρίσει, εκείνη τη στιγμή κρατούσε ένα αυτοκινητάκι και το περιεργαζόταν. Ο γιος μου πήγε και του το άρπαξε, του έστριψε με το ζόρι το κεφάλι προς εμένα και του είπε επιτακτικά: «Ήρθε ο παπάκης μου!». Ο τόνος και το ύφος του απαιτούσαν σεβασμό. Και συνέχισε: «Τον λένε Χρίστο, που θα πει ‘ο εκλεκτός’!» Έσκασα στα γέλια, ψήλωσα δυο μέτρα από καμάρι και έλιωσα από την αγάπη!

Το ίδιο έκανε και σήμερα όταν βρεθήκαμε οικογενειακώς σε μία συγκέντρωση. Ήταν και η πεθερά μου εκεί, η οποία όντας απασχολημένη έξω με άλλους, δεν με πρόσεξε την ώρα που μπήκα. Πήγε και της είπε «Γιαγιά, ήρθε ο παπάς μου και δεν τον χαιρέτησες!» με ύφος «πώς τολμάς;!» Όλα εδώ πληρώνονται πεθερούλα!

Αυτό το παιδί με κάνει και αισθάνομαι αυτοκράτορας. Ναι, με αγαπά, το ξέρω, και εγώ τον λατρεύω και τον έχω στα όπα-όπα, αλλά τέτοια αντιμετώπιση δεν φανταζόμουν ούτε στα μεγαλύτερα μου όνειρα. Εγώ δεν συμπεριφερόμουν έτσι στους γονείς μου, ούτε καν στη γιαγιά μου που της είχα ξεκάθαρη αδυναμία. Αυτός το κάνει συνέχεια. Και διερωτώμαι τι τύχη είναι αυτή, τι ανέλπιστο και ουρανοκατέβατο δώρο είναι αυτό, φτου μην το ματιάξω!

Πάω να τον σχολάσω από το νηπιαγωγείο και με το που ξεπροβάλλω μαζεύει όλους τους συμμαθητές του και τους λέει «ήρθε ο παπάκης μου! Σας είπα ότι ξύρισε το κεφάλι του. Ελάτε να τον δείτε!» Σάμπως και ενδιαφέρει κανέναν άλλον.  

Το μαγικό της υπόθεσης είναι ότι αυτή τη στάση κρατούσε ανέκαθεν, όχι μόνο τώρα που μεγάλωσε και είναι πια ένα κανονικό αγόρι. Από τριών χρονών, από τότε που καλά-καλά δεν μιλούσε, είχε την έγνοια μου. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που πήγαμε να φάμε στη μάνα μου και πάνω στην κουβέντα αρχίσαμε να σκοτωνόμαστε μπροστά του για κάποια αιώνια οικογενειακά τραύματα. Ο καβγάς ξέφυγε, παρόλο που πάντα έχω ως αρχή να μην τσακώνομαι μπροστά του, ιδίως με τη γυναίκα μου. Αλλά είχα θολώσει, ξέρετε σε τι όρια μπορεί να μας φτάσει η μάνα μας, και άρχισα να φωνάζω, να βρίζω και να είμαι έτοιμος να κάνω έγκλημα, οπότε τον άρπαξα και φύγαμε κακήν κακώς. Θυμάμαι ότι παρακολουθούσε τα πάντα και δεν μιλούσε. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο να φύγουμε και αφού έκλεισα την πόρτα πίσω μου με δύναμη, πήρα τηλέφωνο τη σύζυγό μου να της μεταφέρω τι έγινε, και περιγράφοντας τον καβγά ξέσπασα ακόμα περισσότερο μέσα στο αυτοκίνητο. Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι είχα και το μωρό στο πίσω κάθισμα δεμένο.

Με το που κλείνω το τηλέφωνο άκουσα τη φωνούλα του να μου λέει «παπά, θέλεις να πούμε αστεία να γελάσουμε;»

Κόκκαλο εγώ. Το ότι αυτό το παιδί στην ηλικία των τριών, αντί να παρασυρθεί από την ένταση και τις φωνές και να αρχίσει να κλαίει για το τέρας που είδε να μεταμορφώνομαι μπροστά του, ένιωσε ότι είχε χρέος να με διασκεδάσει για να καλμάρω, εμένα με αφήνει άναυδο. Είναι τόσο ανώτερος, που με κάνει να νιώθω τόσο μικρός και σκουπίδι μπροστά στο μεγαλείο του. Από ποιον πήρε αυτό το παιδί, είμαι να σκάσω!

Είναι ο δάσκαλός μου, είναι ο προστάτης μου. Το πόσο βελτιώθηκα εξαιτίας του, είναι απερίγραπτο.

Να είσαι πάντα καλά γιε μου! Δεν είσαι τυχαίος. Ήρθες με αποστολή. Κάποιος σε έστειλε.  Σου χρωστώ το σύμπαν!


Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Λευκωσιάτικη Διασκέδαση

Λόγω ανηλειμμένων κοινωνικών υποχρεώσεων χθες βράδυ βγήκα σε μπαρ-ρεστοράν για φαγητό και ποτό. Να είχα και δέκα χρόνια να βιώσω μία τέτοια εμπειρία. Από τους καιρούς του πάλαι-ποτέ Zoo Lounge. Από τη μία η πατρότητα, από την άλλη η πανδημία, η αλήθεια είναι ότι έχω ξεσυνηθίσει τις εξόδους, πόσω μάλλον σε τέτοια μέρη στα οποία μετά τις 11:00 οπότε και δυναμώνει η μουσική πρέπει να ξελαρυγγιάζεσαι για να συνεννοηθείς με τους συνδαιτυμόνες σου. 

 

Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση από χθες βράδυ, από όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου. Πρώτον και κύριον, η μουσική που έπαιζε ήταν αυτή που άκουγα εγώ όταν ήμουν στα νιάτα μου. Πολλή Βίσση, πολλή Βανδή, και Ρέμος. Από τα χρυσά χρόνια εκεί γύρω στο 1998-2003. Σημειώστε ότι το μαγαζί δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε σαραντάρηδες. Ήταν γεμάτο εικοσάχρονους, οπότε το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα αυτοί διασκεδάζουν με τραγούδια που γράφτηκαν προ εικοσαετίας, επιβεβαιώνει αυτό που έγραψα εδώ μέσα πολλές φορές: Η ελληνική μουσική πέθανε με τη γενιά μου. Δεν έχει να κάνει με το «μεγαλώνουμε και ως πιο ώριμοι απορρίπτουμε κάθε τι καινούριο». Έχει να κάνει όντως με το γεγονός ότι τα καλύτερα ποπ τραγούδια γράφτηκαν τότε. Όπως τα καλύτερα λαϊκά γράφτηκαν το ’60 και τα καλύτερα ντίσκο γράφτηκαν το ’70. 

 

Η καλύτερη ποπ ελληνική μουσική γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με αρχές των ‘00ς. Τελεία.

 

Δεύτερη λυπηρή διαπίστωση από χθες βράδυ είναι η κακογουστιά των νεαρών. Τόση καραντίνα με reality τύπου My Style Rocks και GNTM τίποτα δεν μας έμαθαν ως λαό. Το πώς εξακολουθούν να ντύνοναι για να βγουν έξω δείχνει πόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως είμαστε γενικότερα. Καμία συναίσθηση ως προς το τι μπορεί να υποστηρίξει το σώμα και η προσωπικότητα μας. Και αυτά τα κουραφέξαλα του «ντύνομαι όπως γουστάρω» καλά κάνατε και τα υιοθετήσατε, αφού ως εκεί τραβά η κούτρα σας, αλλά πονάνε τα μάτια μας. Χοντρές με κολλητά, να εξέχει έξω η κοιλιά, άντρες με βερμούδες, και φανέλες με διαφημιστικά σλόγκαν. Θεέ μου! Κανένας οίκτος. Δεν διεκδικώ τον τίτλο του γκουρού της μόδας. Έχω κάνει κι εγώ πάμπολλα ατοπήματα. Αλλά τουλάχιστον προσπαθώ να κρατώ ένα μέτρο, προσπαθώ να βελτιώνομαι, θωρώ τι προτείνουν οι ειδήμονες για την ηλικία μου. Χθες σκέφτηκα ότι αν αυτή είναι η νέα γενιά, είναι καταδικασμένη. 


Και όλοι φουγάρα! 2021 και ο κόσμος ακόμα καπνίζει. Ηλεκτρονικά, στριφτά, ένα και το αυτό. Ντουμάνι μας κάνατε. Ήρθα σπίτι και έκανα ντους να ξεβρωμίσω από την κάπνα όπως στα φοιτητικά μου χρόνια. Ουδεμία πρόοδος από το 2002! 

 

Και φτάνω στην Τρίτη και πιο λυπηρή διαπίστωση. Βρείτε ένα ψηλό δέντρο και κρεμμαστείτε όσο είναι καιρός. Κάντε μας τη χάρη. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων χόρευε και τραγουδούσε (χωρίς μάσκα και μη τηρώντας το παραμικρό μέτρο αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο), κρατώντας μόνιμα το κινητό και γράφοντας στόρι για το Ίνσταγκραμ. Είχε ένα τραπέζι δίπλα μας με μία παρέα κοριτσιών, ούτε που έδωσε σημασία η μία της άλλης όλη νύχτα. Ήταν όρθιες και τραγουδούσαν με την ψυχή τους απευθυνόμενες στο κινητό που αποτελούσε ολοβραδίς την προέκταση του χεριού τους. Πολύ πιθανόν να μετέδιδαν τα δρώμενα ζωντανά κιόλας, και να αφιέρωναν τα καψουροτράγουδα στα αγόρια τους. Μια φορά, δεν διασκέδαζαν. Παρουσίαζαν εκπομπή! Σαν αυτές, ήταν γεματο εχθές το κέντρο.

 

Η δική μου γενιά δεν είχε έξυπνα κινητά, με το ζόρι προλάβαμε κάποια στα οποία υπήρχε ενσωματωμένη κάμερα και εκείνη ήταν τόσο κακής ποιότητας που δεν ενδείκνυτο για σοβαρή φωτογραφική μηχανή. Εν πάση περιπτώσει, η κατακλείδα είναι ότι κοίταζα τριγύρω μου και κούναγα όλη νύχτα το κεφάλι μου, όπως τον γέρο που δεν πολύ-καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ή μάλλον, όπως τον γέρο που μια χαρά καταλαβαίνει αλλά βαριέται να βγει να τα πει. 

 

Πόσο κρίμα αυτή να εξακολουθεί να είναι η νυχτερινή διασκέδαση της Λευκωσίας. Πόσο κρίμα που κάποιοι μόνο αυτή την επιλογή έχουν να βγουν για να χαρούν τα νιάτα τους και τα φοιτητικά τους χρόνια. Πόσο κρίμα γενικά. Σκεφτόμουν ότι αν μη κακό ποτέ χωρίσω, δεν πρόκειται να βρω γυναίκα εγώ μέσα σ' αυτό το καζάνι.

 

Μια χαρά ήμουν στη σοφίτα μου τα τελευταία τρία και βάλε χρόνια. Δεν είμαι για να έρχομαι σε πολλή επαφή με τον έξω κόσμο. 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2021

Ο Έβρος Απέναντι

Τη χώρα που σε φιλοξενεί τη σέβεσαι σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει.

 

Κανένας δεν σου επέβαλε να βρίσκεσαι εδώ που βρίσκεσαι εκτός κι αν είσαι θύμα απαγωγής. Δεν έχω γνωρίσει θύματα απαγωγής, οπότε ας επανέλθουμε στην αρχική τοποθέτηση: Δεν δικαιούσαι να προσβάλλεις τη χώρα που σε φιλοξενεί. Κανόνας. Μόνος σου ήρθες, άμα δεν σου αρέσει, στο καλό και να μας γράφεις. 

 

Έζησα σε διάφορες χώρες κατά καιρούς. Και στην Αγγλία μου έφταιγε ο καιρός, η αδιάφορη νυχτερινή ζωή, το κακό φαγητό, οι φλώρικες μπυραρίες. Έζησα και στην Αθήνα και μου έφταιγε το χάος, η αγένεια στους δρόμους, η δυσκολία της μετακίνησης. Έζησα και στην Ισπανία και μου έφταιγε... Τίποτα. Βασικά στην Ισπανία δεν μου έφταιξε ποτέ τίποτα, ήταν όλα τέλεια. Στην Κύπρο, πάλι, μου φταίνε τα πάντα. Η Κύπρος όμως είναι η πατρίδα μου, είναι η μάνα μου, και είτε της αρέσει είτε όχι, ως παιδί της έχω κάθε δικαίωμα να την κατακρίνω και να της μουρμουρώ. Δεν είπα όμως ποτέ σε Εγγλέζο «πώς είναι έτσι η χώρα σου», ούτε σε Αθηναίο «πώς αντέχεις και ζεις σ’ αυτόν τον οχετό» και με τον ίδιο τρόπο δεν ανέχομαι από «ξένους» να μου λένε για την Κύπρο, ακόμη κι αν υπάρχει δόση αλήθειας στα όσα της καταλογίζουν. Στεκόμαστε στα καλά του τόπου ο οποίος μας φιλοξενεί και νιώθουμε ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία και για όσα θετικά μπορούμε να αποκομίσουμε. Κανόνας!

 

Προς τι ο πρόλογος;

 

Σήμερα το μεσημέρι, τρώγαμε οικογενειακώς σε μία ταβέρνα. Ο γιος μας έπιασε φιλίες με ένα άλλο αγόρι ίδιας ηλικίας από το δίπλα τραπέζι. Στα πολλά γνωριστήκαμε με όλη την οικογένεια. Επρόκειτο για Ελλαδίτες που ζουν στην Κύπρο ένεκα επαγγελματικών υποχρεώσεων. Μας ρωτά η μητέρα: «Εσείς είστε Έλληνες;»

 

Εμένα αυτή η ερώτηση πάντα μου προξενεί αμηχανία, επειδή δεν ξέρω υπό ποία έννοια θέτει ο άλλος το ερώτημα και τι ακριβώς περιμένει να ακούσει. Για μένα όλοι οι Κύπριοι είναι Έλληνες, ακόμα και οι αριστεροί που καθαρά από πίκα και εγκεφαλική μαλάκυνση έχουν απεκδυθεί της τιμής του να έχεις λάβει ελληνική παιδεία και να είσαι κατ’ επέκταση Έλλην. Οπότε στο ερώτημα «είστε Έλληνες;» η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι πάντα «Ναι». Ναι, χωρίς κανένα «αλλά». 

 

Φυσικά, η κυρία δεν ερωτούσε κατά πόσον ανήκουμε στο ευρύτερο ελληνικό έθνος. Ρωτούσε αν είμαστε κι εμείς Ελλαδίτες επειδή «δεν μιλάτε σαν τους άλλους Κύπριους». Της εξηγήσαμε ότι κι εμείς μια χαρά σαν τους άλλους Κύπριους μιλάμε αλλά όταν μας απευθύνουν τον λόγο Ελλαδίτες, απαντούμε στην κοινή ελληνική για να είναι πιο εύκολη η συνεννοήση. Δεν υιοθετούμε ελληνική αργκό, ούτε «καλαμαρίζουμε». Απλώς προσαρμοζόμαστε χάριν συνεννόησης. Η κυρία εξεπλάγη με τη φιλοσοφία μας, και μας επεσήμανε ότι στη Λευκωσία δεν συναντά πολλούς που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο και ότι στην καθημερινότητά της «βλέπει και παθαίνει» προκειμένου να συνεννοηθεί, ειδικά στα κομμωτήρια και τις υπεραγορές. «Χώρια που φοβάμαι και για το παιδί μου μην αρχίσει να μιλά έτσι!» Μα, από που κατάγεται η κυρία και της έπεσε τόσο βαριά η διάλεκτος; Από τον Έβρο μας είπε!

 

Από τον ΄Εβρο! Ναι, καλά ακούσατε, από τον Έβρο! Έγω η τελευταία φορά που γνώρισα κάποιον από εκεί ήταν στον στρατό, στα τεθωρακισμένα Αυλώνας. Ας μην τον θεωρήσω αντιπροσωπευτικό δείγμα Εβρίτη. Ας πούμε ότι κάτι αντίστοιχους είχα γνωρίσει και στο Τσέρι, όταν υπηρέτησα αργότερα στην Κύπρο και να πάμε πάτσι. 

 

Τέλος πάντων, η κυρία δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «ήρθε μια μέρα από το σχολείο ο μικρός και μου είπε «μάμμα» με κυπριακή προφορά. «Δεν θα τα πάμε καλά!»

 

«Και τι κακό έχει το μάμμα;» τη ρώτησα, «Μια χαρά ιταλικότατο ακούγεται!» Δεν της άρεσε. 

 

Βλέπετε όμως το πρόβλημα. Ήρθαν από τον Έβρο να ζήσουν εδώ καλύτερα και το πρόβλημά τους είναι η διάλεκτος. Καλά, ούτε εγώ την αντέχω, τη βρίσκω βάρβαρη, κακόηχη και θεωρώ ότι ευθύνεται για το χαμηλό επίπεδο χρήσης της νεοελληνικής από την πλειοψηφία των Κυπρίων, ενώ την εκμεταλλεύεται και η Αριστερά που θέλει να την χρησιμοποιήσει ως εργαλείο της προπαγάνδας της. Όμως καλώς ή κακώς αυτήν έχουμε. Κι όπως στη βόρεια Ελλάδα η γλώσσα αποκλίνει εν πολλοίς από την Αττική, αυτό συμβαίνει κι εδώ. Δεν ήρθαν οι Κύπριοι στον Έβρο να σε ρωτήσουν γιατί λες «να με πεις» αντί «να μου πεις». Το θεωρούμε ως ένα γλωσσικό τοπικό ιδίωμα και πάμε παρακάτω. 

 

Αλλά να μου κουβαλιέσαι στην Κύπρο για δουλειά, να σε ταΐζουμε, να σε ποτίζουμε και το πρώτο σου μέλημα να είναι να μην αρχίσει το παιδί σου να μιλά κυπριακά, ε, άντε και στο διάολο, κι από εκεί που ήρθατε. 


Τη χώρα που μας ταΐζει τη σεβόμαστε και πίνουμε νερό στο όνομά της. Τέλος.