Δευτέρα, Απριλίου 28, 2014
Στο Πρεζεντέισιον
Είπα να επιδείξω αυτοσυγκράτηση
και να παραβλέψω, αλλά βουίζουν όλα μέσα στο μυαλό μου και δεν αντέχω να μην τα
μοιραστώ μαζί σου. Ήμουν σε μια παρουσίαση για πυρασφάλεια, και καθ’ όλη τη
διάρκεια της παρουσίασης σημείωνα λέξεις και φράσεις που με εντυπωσίασαν. Στις παραθέτω
υπό τύπον τοπ 10, νιώσε ελεύθερος να τις χρησιμοποιήσεις κι εσύ όταν θέλεις να
μπεις στο "αμμάτιν" των φίλων σου:
10. Αναμένω τα σχόλεια σας.
(γραμμένο πάνω σε κάθε διαφάνεια στον προτζέκτορα. Έτσι ακριβώς γραμμένο).
09. «Πριν να φύουμεν που σπίτιν,
βεβαιωννούμαστιν ότι σβέσαμεν το κάζιν». (…Άλλη μια φορά που οι
γείτονες ξανά θα με βρουν με κάζιν ανοιχτόν).
08. «…Εν τους ενδιάφερε αν μέσα στα κουκκιά είσιεν
κάψιμα». (κουκκιά = κουτιά, κάψιμα = καύσιμα).
07. «Τούτον εν commo-se». (common sense,
τρίζουν οι πορσελάνες της Ελισάβετ).
06. «Πεζίνη» (ούτε πεζίνα, ούτε βενζίνη. Πεζίνη!)
05. «Ελέγχομεν τες ηλεκτρικές
συσκευές αν εν σβηστές, τύπου microway τζιαι καλοριφέ».
04. «Για να δούμεν την ευφλεκτικότηταν του υλικού κοιτάζομεν
πάνω στο κουτί τζιαμέ που λαλεί τσέμικαλς»
(έσπασαν οι πορσελάνες, θρύψαλα τα βιτρό, σκόνη οι πολυελαίοι του Μπάκινγχαμ!)
03. Αγαπημένες, τυχαίες λέξεις
διάσπαρτες σε προτάσεις: «Γάγκια» (=
γάντια), «Ο τσιάρος» (= το τσιγάρο),
«Μοτέλλο» (= Το μοντέλο), «Το ζάχαριν» (= το ζάχαρο), «Στραμπούλισμαν» (= Το στραμπούληγμα), «Η αγκώνα» (= Ο αγκώνας), «ένεκα το ότι»
(= λόγω του ότι), «περιμένομεν ώστι να’ ρτει η αντικαθιστάτρια» (= περιμένουμε ώσπου να έρθει η αντικαταστάτρια).
02. Πώς τα λέει ο άτιμος: «Μια φοράν ένας εκράταν
τη ππάλαν τζιαι έκοψεν κατά λάθος το δαχτύλιν του. Είπουν του που το νοσοκομείο
ότι έπρεπε να πάρει το κομμάτι που εκόπην τυλάμενο μες τη γάζαν για να του το
ράψουν γλήορα γιατί μετά πονεκρώνεται! Εγύρευκεν το κομμάτι μα εν το έβρισκε.
Ύστερα που λλίον είδε τον κάττον του να βουρά με το δαχτύλιν μες το στόμα του! Χαρ,
χαρ, χαρ!» (εφύρδην).
Και το my number one, the only
treasure I’ll ever have:
01. «Αν λιποθυμήσει γεναίκα,
πιάννουμεν την που δαμέ. Αν λιποθυμήσει άθρωπος, που δαμέ!»
Παρασκευή, Απριλίου 25, 2014
Μήπως Μοιάζετε;
Φίλοι του μπλογκ που ενθουσιάστηκαν με την χθεσινή ιδέα των πολιτικών –
καρτούν, επιδόθηκαν σε ακραίο searching προκειμένου να διευρύνουν τα ευρήματα της έρευνας. Και ιδού μερικά από τα
αποτελέσματα.
1.
Ιωνάς Νικολάου - Υπουργός Δικαιοσύνης / Γκαστόνε, η τυχερή πάπια.
2.
Ελένη Χρυσοστόμου από Οικολόγους / Emily Quackfaster, η γραμματέας του Σκρουτζ Μακ Ντακ.
3.
Ελένη Θεοχάρους - Ευρωβουλευτής / Πασχάλης, ανιψιός της Γιαγιάς Ντακ.
4.
Νικόλας Παπαδόπουλος, Πρόεδρος ΔΗΚΟ / Πρίγκιπας Σταχτοπούτας.
Για το τέλος, εκτός κατηγορίας καρτούν, οι δύο κορυφαίοι:
5.
Ο Νίκος Κουγιάλης, Υπουγός Γεωργίας / Ο 'Μπαμπάς' από το American Pie.
6.
Πέτρος Κληρίδης, Γεν. Εισαγγελέας επί δικτατορίας Χριστόφια.
Πέμπτη, Απριλίου 24, 2014
Όταν Τους Έπλασε Ο Γουόλτ...
Γιαννάκης Ομήρου, Πρόεδρος της Βουλής / Ιερέας από την ταινία Ρόμπιν Χουντ.
Χάρης Γεωργιάδης, Υπουργός Οικονομικών / Κουζκό από τα 'Ρούχα του Αυτοκράτορα'.
Πραξούλα, πρώην υποψήφια πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρώην συμμετέχουσα στο κυπριακό Ντάνσινγκ και γενικότερα πρώην καραγκιόζης / Ίζμα η Μάγισσα.
Άντρη Αναστασιάδη, σύζυγος του Προέδρου της Δημοκρατίας / Πέγκ, η σύζυγος του Μαύρου Πητ. Πλήρης ταύτιση.
Τετάρτη, Απριλίου 23, 2014
Πόσοι Κυπραίοι Χρειάζονται Για Να Βγει Ένα Τάλεντ Ζώου;
Δεν ξέρω αν παρακολουθείς τάλεντ ζώους φέτος, και δη το Voice. Μα έγινε μεγάλος
ντόρος πρόσφατα με την πρόκριση των Κυπρίων στον ημιτελικό του ζώου, μιας που οι
Κύπριοι τηλεθεατές ξεσκίστηκαν στα τηλέφωνα προκειμένου να προκρίνουν τους συντοπίτες
τους, αφήνοντας έξω ηχηρά και πολλά υποσχόμενα ονόματα.
Δεν διαφωνώ με τη διαδικασία. Από τη στιγμή που έχουμε το
ελεύθερο ψηφίζουμε ό, τι θέλουμε, δεν θα σας δώσουμε και λογαριασμό. Αν δεν τους ήθελαν στο Ελλάντα, ας μην τους είχαν
επιλέξει εξ αρχής.
Εμένα άλλο είναι που με ξενίζει. Πόσο καρά-χωρκάτικο είναι να
στηρίζεις τον συντοπίτη σου σε τέτοια σόου; Πόσο χωρκάτικο να ψηφίζεις τον
Κυπραίο επειδή είναι απλά Κυπραίος; Πόσο 1974 φάση; Δεν θα ξεχάσω που όταν ο Λούκας Γιώρκας
είχε προκριθεί στον τελικό του X-Factor1 όλη η Αραδίππου
είχε μαζευτεί στον κινηματογράφο του χωριού για να παρακολουθήσει τον τελικό
και να ψηφίσει μαζικά. Τριτοκοσμικό όσο δεν πάει. Ομοίως, με πληροφόρησαν ότι
δεν έμεινε πάσσαλος για πάσσαλος στον Πρωταρά και το Παραλίμνι χωρίς τη μούρη
του Γιούρι Μελίκωφ και την επιγραφή: «Στηρίζω Γιούρι – Στηρίζω Κύπρο». Όπως λέει
και ένας φίλος: «Είναι ν’ απορείς πως δεν είμαστε ακόμα όλοι σκλάβοι!».
Από όπου και να το πιάσεις το πράγμα, βρομά!
Πρώτον, θα έπρεπε να είχατε μάθει τόσα χρόνια ότι τους Κυπρίους
τους κρατούν μέσα στα σόου για οικονομικούς λόγους. Ναι μεν είναι καλές φωνές,
αλλά δεν πιστεύω ότι φτάνουν όλοι τελικό γιατί είναι ταλέντα παγκόσμιας δυναμικής.
Προφανώς, έχουν όλοι εύρωστους συγγενείς και φίλους οι οποίοι ξεπαραδιάζονται
για να τους κρατήσουν μέσα. Συμφέρει και της παραγωγής. Όταν ο μέσος Ελλαδίτης δεν έχει να φάει και χέστηκε για "την επόμενη μεγάλη φωνή της Ελλάδος" ολίγον τον ενδιαφέρει να ψηφίσει. Αν δεν επενδύσουν πάνω στους Κύπριους που το παίρνουν ακόμα πατριωτικά και νομίζουν ότι η κόρη τους είναι η νέα Βίσση, πώς θα βγούν τα έξοδα; Ποιός θα πληρώσει το πιγκουινέ κοστούμι του Λιάγκα;
Δεν είναι τυχαίο που όλα τα τάλεντ ζώους τα έχουν
κερδίσει Κύπριοι: Λούκας Γιώργκας, Σταύρος Μιχαλακάκος, Χάρης Αντωνίου, Βαλάντω
Τρύφωνος. Αμφιβάλλω κι αν τους θυμάστε. Ποιοι από όλους αυτούς κάνουν καριέρα;
Αυτοί που πηδιούνται με τα σωστά άτομα. Δηλαδή, ο Γιώρκας που κρατιέται στην
επικαιρότητα λόγω της Ράπτη (τραγούδι έχει να βγάλει από το 2011), η Ήβη Αδάμου
(είχε όλα τα φόντα να εξελιχτεί, μα μόνο λόγω της σχέσης της με τον Σταβέντο
ασχολούμαστε μαζί της πλέον) και η Ελευθερία Ελευθερίου που για να μας είναι
επίκαιρη κλαίγεται για τον χωρισμό της στα περιοδικά και ντύνεται Πάολα στο Your Face Sounds Familiar. Όλοι οι παραπάνω δεν κέρδισαν για να αλλάξουν το ελληνικό πεντάγραμμο. Κέρδισαν γιατί κάλυπταν τα έξοδα της παραγωγής. Με εμάς τους μαλάκες που ψηφίζαμε επειδή "εν Κυπραίοι και εν φωνάρες και οι καλαμαράδες ζηλεύκουν μας!"
Δεύτερον, πάρτε το απόφαση ότι τραγουδιστές πλέον δεν
βγαίνουν. Ό, τι επιβιώνει, είναι παλαιάς κοπής. Δίσκοι δεν κυκλοφορούν, μαγαζιά
δεν υπάρχουν, η όποια ζώου μπίζνες έχει απομυθοποιηθεί πλήρως και οι
τραγουδιστές που κάποτε ήταν απλησίαστοι σήμερα συντηρούνται από αλλού (κοίτα
Σάκη και Βανδή που έβγαλαν ρούχα για να έχουν σίγουρο εισόδημα). Με αυτά και μ’
αυτά, είναι ν’ απορείς γιατί να σπρώχνεις το παιδί σου προς αυτή την
κατεύθυνση. Θα μου πεις, κλαίει και οδύρεται να γίνει τραγουδιστής. Ε, δώστου
μια μπάτσα να σκάσει, κόψε του το κινητό και το ίντερνετ για μια βδομάδα να
στρωθεί στο διάβασμα και ας πάει να σπουδάσει μπας και ξεστραβωθεί. Θα μου πεις, και που σπουδάζουν,
πάλι δουλειές δεν βρίσκουν. Σωστό. Εντάξει, αν συμφωνούμε ότι πρέπει να βγούμε
πλέον στο κλαρί για να επιβιώσουμε, ας βγούμε απενεχοποιημένα. Δεν είναι ανάγκη
να κρατάμε και μικρόφωνο.
Αυτά τα ολίγα. Παρεμπιπτόντως, δεν φαντάζεσαι πόσο δεν μπορώ να
βλέπω τον Γιούρι μπροστά μου, δεκαέξι χρονών αμούστακο, ντυμένο σαν μαφιόζος
νταβατζής να τραγουδά Έλβις! Τερματίσαμε τον σουρεαλισμό σ’ αυτή τη χώρα!
Ο Λούσιφερ ο γάτος από τη 'Σταχτοπούτα' του Ντίσνεϊ και ο Γιούρι από το The Voice. Ποίος είναι ποίος;
Τρίτη, Απριλίου 22, 2014
Με Βία στην Κρακοβία
Ο Θεός με φώτισε και έφυγα από την Κύπρο και το
φετινό μουντό Πάσχα. Πήρα τους φίλους μου παραμάσχαλα και έφυγα για Κρακοβία, όπου
επιδόθηκα σε αθλητικές κυρίως δραστηριότητες οι οποίες κατέδειξαν γι άλλη μια
φορά την άθλια φυσική μου κατάσταση. Δεν μπορώ ούτε να περπατήσω, ούτε να κάτσω,
ούτε να ξαπλώσω από προχθές. Όλοι μου οι μύες στραπατσαρισμένοι, πού να στα λέω…
Εκατό φορές πτώμα όμως, παρά να τρώω στη μάπα φωτογραφίες από επιτάφιους, αρνιά
στη σούβλα, μαγειρίτσες και άλλα δεκάδες κλισέ που είναι ν’ απορείς πώς και δεν
τα βαρεθήκατε τόσα χρόνια και δεν επιζητάτε το κατιτίς παραπάνω. Τέλος πάντων.
Ωραιότατη η Κρακοβία έχω να σου πω, και δεν της το ‘χα.
Εντάξει, δεν είναι Παρίσι, δεν είναι Λονδίνο, αλλά για τα χάλια της ανατολικής
Ευρώπης στέκεται αξιοπρεπέστατα. Ήσυχη, καθαρή, χρωματιστή, με συνοχή, κλάσεις
ανώτερη των δικών μας πατταραμάδων που δεν ντρεπόμαστε να αποκαλούμε πόλεις,
και τολμώ να πω, άξια ανταγωνιστής της Βουδαπέστης, της Μπρατισλάβας και της Πράγας.
Όλα πάμφθηνα εν τω μεταξύ, τρεις μέρες την έβγαλα με πενήντα ευρώ όλα κι όλα. Κόσμος
φιλικός, εξυπηρετικός, αν και ολίγον ταλαιπωρημένος, μα ήταν το λιγότερο που με
απασχόλησε όσο ήμουν εκεί.
Στα καθ’ ημάς τώρα: Τριάντα τεσσάρων χρονών γαϊδάροι.
Πάντα μαζί, πάντα αγαπημένοι. Πόσο συγκινητικό. Από τα δεκαεφτά μας μαζί, σε
ταξίδια, διακοπές, πάρτι και μαλακίες. Αυτό το ταξίδι ήταν μπόνους δώρο. Πολύ
πιθανόν να ήταν και το τελευταίο μας, μιας που όλοι πάμε πλέον για γάμο και
παιδί, μα όσο μπορούμε ακόμα το παλεύουμε. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που κοιτώντας
μας στις φωτογραφίες είπα ότι μεγαλώσαμε, γκριζέψαμε, καραφλιάσαμε, άλλαξε η μούρη
μας, δεν είμαστε μπουμπούκια όπως όταν παραθερίζαμε στα νησιά στην ηλικία των
20, αλλά τι να κάνουμε κι εμείς; Μήπως το θέλουμε, ή το επιδιώκουμε;
Έπαιξα paintball στην Κρακοβία. Είχα
ξαναπαίξει, δεν ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία. Έφαγα κανονικά τις σφαίρες μου, γέμισα
μώλωπες, μια χαρά μάχιμος. Έκανα όμως και ράφτινγκ, τρομάρα να μου ‘ρθει. Και
μπήκα μέσα στο φουσκωτό αφελώς, σαμπώς και πάω για μπανάνα στα watersports του Stefanos στο Sunrise, του Πρωταρά. Τράβα, τράβα το κουπί, μου βγήκε η ωμοπλάτη. Γέλασα όσο ποτέ
όμως. Η προσπάθεια συντονισμού με την ομάδα, συνδυασμένη με τη βάρκα που έμπαζε
από παντού, και τη βροχή που έπεφτε με κάβλωσε τα μάλα, βγήκα από τη βάρκα και
νόμισα ότι ήμουν καταδρομέας, Μπάτμαν και Τζέημς Μποντ στην τιμή του ενός, ασχέτως
αν όπως καταδεικνύεται από τη φωτογραφία, ούτε για τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα
δεν κάνω.
Ω, ναι, πέρασα υπέροχα!
Τετάρτη, Απριλίου 16, 2014
Το Πάσχα Όπως Θα Έπρεπε Να Είναι
Το Πάσχα είναι μακράν η πιο
βαρετή γιορτή του χρόνου και αν δεν σε λένε Πέτρο Γαϊτάνο δεν έχεις κανένα λόγο
να το γιορτάζεις. Παρόλα αυτά, καθότι αυτό το μπλογκ τυγχάνει μεγαλόψυχο, και επιθυμεί να ψυχαγωγεί τους αναγνώστες του, τους χαρίζει πλούσια δώρα. Όχι, που θα σας άφηνε! Πάρτε ένα
επεισόδιο «Χαρούμενης Πασχαλιάς» να σας βρίσκεται. Το εορταστικό, σπάνιο και
συλλεκτικής αξίας αυτό επεισόδιο μεταδόθηκε το Πάσχα του 1991, με παρουσιάστρια
τη νυν βουλευτίνα και σωτήρα της Κύπρου Ειρήνη Χαραλαμπίδου και με καλεσμένους
όλους τους celebrities της εποχής. Από τον Κωστάκη
Δημητρίου και τον Κωστάκη Κωνσταντίνου, μέχρι τη Σοφία Βόσσου και τον Ανδρέα
Μικρούτσικο.
Το μπλογκ αυτό αναγνωρίζει ότι
ουδόλως ενθουσιάζεστε με τέτοια δώρα, κι αυτό αποδεικνύεται κι από την πενιχρή εσοδεία
σχολίων κάθε φορά, μα δεν μπορώ να μην μοιράζομαι μαζί σας τέτοια τηλεοπτικά διαμάντια
μέσω των οποίων είναι διάχυτη η σύγχρονη κυπριακή κουλτούρα και νοημοσύνη. Επίσης, ένα πλάνο από το
κοινό αν δεις, επικεντρώνοντας στο ευρύτερο στάιλινγκ του, μπορείς να αντιληφθείς
επαρκώς τους λόγους για τους οποίους μας εκούρεψαν.
Σε περίπτωση που βαριέσαι να βασανίσεις τον εαυτό σου με 14 λεπτά προγράμματος ή σε περίπτωση που είσαι στο γραφείο και δεν θέλεις να γίνεις το επίκεντρο του σύμπαντος, σου παραθέτω ακροθιγώς τα best of της εκπομπής:
Η Ειρήνη μας ντυμένη κάτι από
νεράιδα της άνοιξης και Μαίρη Πόππινς μας καλωσορίζει στο στούντιο λέγοντάς μας
πως μας περιμένουν πολλές εκπλήξεις. Και έλεγε αλήθεια. Ξεκίνησε το πρόγραμμα
με ένα παιχνίδι στο οποίο παίχτες καλούνταν να τοποθετήσουν μύτες, μάτια, αφτιά
και τα τοιαύτα πάνω σε ένα περίγραμμα προσώπου. Γι αυτή τους την προσπάθεια
βαθμολογούνταν από κριτική επιτροπή, απαρτισμένη από το κοινό. Κατ’ εμέ, όλα τα λεφτά είναι η αντίδραση τους στις
απέλπιδες προσπάθειες των παιχτών, όπου γελούσαν γάργαρα, αβίαστα, με όλη τους τη ψυχή, λες
και δεν είχαν ξαναδεί πιο αστείο θέαμα. Τόσο αθώο, τόσο παιδικό, τόσο «μάνα μου
ρε», τόσο «μάνα γιατί με γέννησες» δεν θα αναφωνήσεις ποτέ ξανά στη ζωή σου.
Και πάμε για τραγούδι. Μία
τραγουδίστρια από το Παβίλιον, που ήταν συνήθης ύποπτη στις πλείστες εκπομπές του
ΡΙΚ εν έτει μεγαλείων, άδει το άσμα της Μαρινέλλας και τρελό σουξέ της εποχής «θέλω
να τ’ ακούω, να τ’ ακούω, να τ’ ακούω, να το λεεεες». God is in the details of course, εξ ου και εστιάζουμε το ενδιαφέρον στο σκουλαρίκι της, που
απαρτίζεται από ένα τεράστιο κρύσταλλο πολυελαίου, όμοιο του οποίου θα βρεις σε
κάθε εκκλησία που σέβεται τον εαυτόν της.
Ώρα όμως για παγκύπριο
διαγωνισμό. Εδώ δεν πίστευα στα μάτια μου. Η Ειρήνη μας ενημερώνει πως θα
βραβεύσουν τη μεγαλύτερη φλαούνα και το μεγαλύτερο κόκκινο αβγό της Κύπρου.
Τρελαίνομαι από ευτυχία την ώρα που παρουσιάζονται τα εδέσματα στο στούντιο και
η παρουσιάστρια αναγγέλλει τις υποψήφιες φλαούνες βάσει μεγέθους, μήκους,
πλάτους, διαμέτρου. Οι νικήτριες, δύο αδελφές, που ως εκ θαύματος έχουν και το
ίδιο επίθετο χωρίς να είναι παντρεμένες προς έκπληξη της παρουσιάστριας,
ενθουσιάζονται με το κατόρθωμά τους και δωρίζουν τη φλαούνα-γίγας σε ένα
φιλανθρωπικό ίδρυμα.
Και έρχεται η σειρά της
Βόσσου. Νέα, αφράτη, ξανθιά, με το που την είδα σκέφτηκα your face sounds familiar. Τραγούδησε το «αν είναι να κολαστώ» και έπειτα αποκάλυψε σε συνέντευξη
ότι νιώθει δέος που εκπροσωπεί την Ελλάδα στη Γιουροβίζιον γιατί θα είναι γι
αυτήν ένα άνοιγμα στην Ευρώπη, εφόσον θα κυκλοφορήσει η ‘Άνοιξη’ και με αγγλικό
στίχο. Αντιλαμβάνεσαι πως τότε η Γιουροβίζιον ήταν The big thing. Με
αυτές τις αέναες και άφθαρτες αντιλήψεις μεγάλωσα κι εγώ, για να καταλήξω να
αντιμετωπίζω σήμερα αυτό το πράμα ως το τηλεοπτικό γεγονός της χρονιάς. Τι να
κάνεις, ο καθείς και τα βιώματά του, ο καθείς και τα ψυχολογικά του.
Θέλετε παιχνίδι με κοτούλες;
Θέλετε! Μια κατασκευή που θα μπορούσε να ήταν και UFO συνδυασμένο με γαϊτανάκι τσίρκουλου προσγειώνεται στο στούντιο, και δύο
ηλικιωμένες κυρίες επιλέγουν κοτούλες, απαντούν ερωτήσεις για να κερδίσουν
πλούσια δώρα. Δεν απαντούν ακριβώς, μάλλον το παίζουν στη τύχη γιατί δεν
σταυρώνουν σωστή απάντηση ούτε για δείγμα, πάντως διασκεδάζουν τα μάλα το
κοινό.
Και ιδού ο νυμφίος έρχεται, η
παρουσιάστρια αναγγέλλει τον Ανδρέα Μικρούτσικο. Νέος, φρέσκος κι αυτός, εκλήθη υπό την ιδιότητα του τραγουδιστή. Τον σκέφτομαι πως έχει καταντήσει σήμερα που
παρουσιάζει το Your Song και πραγματικά λυπάμαι. Τραγουδά το «Έρωτας
Κεραυνοβόλος» και το κοινό αφιονίζεται, βαρά και παλαμάκια. Κάπου εκεί στο
βάρεμα, η Ειρήνη μας αποχαιρετά, όχι όμως πριν πιει το ‘τελευταίο ποτηράκι’.
Good God, απελθέτω
απ’ εμού το ποτήριον τούτο.
Τετάρτη, Απριλίου 09, 2014
Τα Σαλόνια
Θυμάμαι πιο παλιά που όλα τα σπίτια είχαν σαλόνια. Το
διαμέρισμα στο οποίο μεγαλώσαμε, φερ’ ειπείν, είχε σαλόνι και τραπεζαρία. Στο
σαλόνι βλέπαμε τηλεόραση, στην τραπεζαρία φιλοξενούσαμε φίλους σε πιο επίσημες
περιστάσεις. Τα ανοίγαμε όταν οι γονείς μας κάνανε πάρτι, τα ανοίγαμε για
Χριστουγεννιάτικες συναθροίσεις και τέτοια. Αυτά τα σαλόνια παρέμεναν κλειστά τις
καθημερινές, και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα πόσης και βρώσης λάμβανε χώρα
στην κουζίνα, χαλαρά. Για να καταλάβεις, θυμάμαι μια φορά που ήρθε σπίτι μας ένας
οικογενειακός φίλος και η μάνα μου, μου είχε κάνει παρατήρηση γιατί δεν τον οδήγησα
να καθίσει στα σαλόνια, αλλά τον οδήγησα στην κουζίνα. Τα σαλόνια είχαν ένα κύρος,
ένα συμβολισμό.
Ακόμη και οι γιαγιάδες μου είχαν σαλόνια στο σπίτι τους.
Η μία που ήταν πιο εύπορη μάλιστα, είχε δύο ξεχωριστά. Ένα στο οποίο φιλοξενούσε
τις φίλες της που έπαιζαν χαρτιά, και ένα άλλο που άνοιγε σε «δεξιώσεις». Αλλά
και η άλλη μου γιαγιά που ζούσε μόνο με τα βασικά, είχε σαλόνια στο σπίτι της τα
οποία άνοιγε κυρίως τα Χριστούγεννα. Δεν ήταν πολυτέλεια τα σαλόνια, ήταν αυτονόητη
διάταξη του σπιτιού.
Εμείς, εν έτει 2014 γιατί δεν έχουμε σαλόνια; Δεν
μπορώ να καταλάβω γιατί όλα τα μοντέρνα διαμερίσματα δεν αξιώνονται να προνοήσουν
ένα γαμημένο χώρο για σαλόνι. Τόσο ακρίβυνε πια ο χώρος και η γη που δεν μπορούμε
να έχουμε μισό τετραγωνικό για μια πιο επίσημη περίσταση;
Εδώ θα μου πεις, ενώνουν πλέον τα καθιστικά με τις κουζίνες.
Άλλο απαράδεκτο και τούτο! Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η κουζίνα και το
καθιστικό είναι όλα ένα. Να κάθομαι ας πούμε να βλέπω τηλεόραση και να πρέπει
να μυρίζομαι τις μυρωδιές από την κουζίνα ή να ακούω τις κατσαρόλες να ξεφυσάνε,
επειδή οι αρχιτέκτονες τσιγκουνευτήκανε έναν επιπλέον τοίχο. Δεν είμαι για να
ζω στο σήμερα εγώ!
Αλλά η μεγαλύτερη μου ένσταση, ω, ναι, είναι τα σαλόνια.
Η έλλειψη αυτών. Γιατί οκ, γάμα την κουζίνα. Δεν είμαι του φαγητού, ούτε και θα
γίνω. Αλλά με ενδιαφέρει να προσκαλώ κόσμο στο σπίτι και να γίνονται πάρτι. Δυστυχώς,
δεν ενθυμούμαι πότε προσκλήθηκα τελευταία φορά σε πάρτι σε σπίτι. Πρέπει να ήμουν
μωρό και να είχα πάει με τους γονείς μου ή να ήταν στο πάρτι κάποιου φίλου στο
πατρικό του, όπου όπως ήταν και το νορμάλ, διέθετε σαλόνια.
Ξέρεις τι ωραία ήταν τότε; Να βλέπεις τους γονείς
σου να νοιάζονται να ντυθούν καλά, με κοστούμια και φουστάνια επειδή ήταν
καλεσμένοι σε σπίτι; Καλεσμένοι σε πάρτι με 30, 40 καλεσμένους. Μην σου πω και πιο πολλούς. Προσωπικά από την ενηλικίωση μου και μετά, ουδέποτε αναγκάστηκα
να ντυθώ καλά για να πάω σε σπίτι. Τζην, πουκάμισο στην καλύτερη των περιπτώσεων.
Μα πώς να προστάξει η περίσταση κάτι πιο επίσημο, μάνα μου, όταν πλέον στα σπίτια
και τα διαμερίσματα, μετά βίας χωράνε αυτοί που μένουν; Πώς να καλέσουν πάνω από πέντε άτομα οι οικοδεσπότες, να γίνει η κατάσταση πιο επίσημη; Το μέγιστο που μπορεί
να αντέξει ένα μέσο διαμέρισμα στις μέρες μας είναι έξι άτομα. Περισσότερα από έξι
θεωρούνται διαδήλωση. Ασφυξία!
Δεν ζούμε σε ωραίες εποχές. Και δεν το λέω επειδή
νοσταλγώ τα ‘60ς και τα ‘70ς τα οποία μόνο ακουστά τα έχω. Το λέω γιατί πρόλαβα
να ζήσω εποχές καλές και κυρίως πρόσφατες. Όπου είχαμε όλοι σπίτια με τα προβλεπόμενα δωμάτια και
δεν θεωρούνταν πολυτέλεια, ούτε ξιπασιά, και επειδή η κοινωνία συναθροιζόταν
ανθρώπινα στα σπίτια, και όχι στις καφετέριες και τα βρόμο-εστιατόρια της Λήδρας
σαν τους νομάδες.
Ζούμε τόσο ανέπνευστα και τόσο όσο, που δεν έχει
κανένα νόημα ούτε καν να προσπαθήσεις να προσθέσεις πινελιές στιλ σε όλο αυτό
το χάλι.
Απλά παραιτείσαι.
Δευτέρα, Απριλίου 07, 2014
Ghosts
Από το 2010 που πέθανε ο πατέρας
μου, τον είδα τρεις φορές στον ύπνο μου. Ήταν και οι τρεις φορές σημαδιακές,
καθώς επίσης άξιες αναφοράς.
Πριν δύο χρόνια, όταν ήμουν
ακόμα περισσότερο κατά φαντασίαν ασθενής και επισκεπτόμουν τους γιατρούς με
ψύλλου πήδημα, τον είδα στον ύπνο μου να στέκεται πίσω από μια γωνιά του
υπνοδωματίου μου ενόσω εγώ κοιμόμουν, και να κρυφοκοιτάζει. Όταν ξύπνησα και
τον κοίταξα, αυτός ξεπρόβαλε με τη μαύρη ρόμπα που συνήθιζε να φορεί και μου είπε:
«Πέσε κοιμήσου και μην αγχώνεσαι για την υγεία σου, δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα!»
Αυτή του η δήλωση λειτούργησε θεραπευτικά επάνω μου αφού έκτοτε έχω μια
σιγουριά ότι η υγεία μου μπορεί μεν να θυμίζει βάρκα που μπάζει από παντού, μα
δεν είναι ακόμα η ώρα της να βουλιάξει. Έκτοτε, όποτε αμφιβάλλω για την πορεία της,
σκέφτομαι ότι ο ‘μεγάλος’ εκεί πάνω έχει πρόσβαση στα ‘προσεχώς’, στα οποία και
δεν συμπεριλαμβάνομαι. Από τη μέρα που είδα εκείνο το όνειρο έκοψα τους γιατρούς.
Όταν λέω έκοψα, εννοώ ότι δεν τους επισκέπτομαι δυο φορές τον μήνα, αλλά δυο
φορές το εξάμηνο. Κάτι είναι και αυτό.
Τη δεύτερη φορά που τον είδα
όνειρο, την παρακάμπτω καθότι αφορά τρίτο πρόσωπο για το οποίο δεν μπορώ να
αναφερθώ εύκολα δημοσίως.
Και φτάνουμε αισίως στην τρίτη
φορά που μου φανερώθηκε, προχτές, που ήταν και η πιο spooky από όλες. Ονειρεύτηκα πως ήμουν στο σπίτι ενός κολλητού, ο οποίος
για κάποιο λόγο γιόρταζε. Με το που μπήκα στο σπίτι του, μια κοπέλα με την
οποία παίζουμε μαζί θέατρο, με παρέλαβε και με προετοίμασε για μια έκπληξη
λέγοντας «έλα να δεις ποιος είναι εδώ!» Με πήγε στην τραπεζαρία όπου ανάμεσα στους
καλεσμένους ήταν και ο πατέρας μου, ο οποίος έτρωγε δίπλα στη μάνα μου. Όλη η
προσοχή των καλεσμένων στράφηκε επάνω μου, να δουν την αντίδρασή μου. Ένιωσα
αμήχανα και δεν ήξερα αν επρόκειτο για κάποιου είδους φάρσα, οπότε πήγα να το
παίξω κουλ, και τον ρώτησα: «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» και αυτός πολύ εκνευρισμένος,
άφησε κάτω το πιρούνι του και απάντησε, «νόμιζες κι εσύ ότι πέθανα;». Αν δεν
πέθανες πού χάθηκες τρία χρόνια, του αντιμίλησα. Και ανταπάντησε ακόμα πιο
εκνευρισμένα: «Δεν ξέρω που χάθηκα, ξέρω πάντως ότι τώρα είμαι εδώ». Κοίτα
Κύριε, που έχουμε να ιδωθούμε τόσον καιρό και ακόμα και τώρα έχει όρεξη για
καβγά!
Ανάθεμα την ώρα που σε
ξαναβρήκαμε, σκέφτηκα, και αποχώρησα σε άλλους χώρους του σπιτιού να αποφύγω
περεταίρω δούναι και λαβείν μαζί του. Ταράχτηκα που τον είδα. Αμέσως
μεταφέρθηκα στο κρεβάτι μου, στο οποίο όντως κοιμόμουν. Τότε, φορώντας πάλι τη
γνωστή ρόμπα, ήρθε και έκατσε δίπλα μου και με ρώτησε: «Νομίζεις ότι είμαι
φάντασμα;» Ξύπνησα, τον κοίταξα, και του είπα ότι προφανώς και δεν είναι
φάντασμα για να είναι τώρα εδώ και να συζητάμε, αλλά δεν δικαιολογείται η
απουσία του τρία χρόνια τώρα. Οπότε ναι, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να
ισχυριστεί ότι είσαι φάντασμα, του εξήγησα. Και τότε εκείνος απάντησε: «Αν
ήμουν φάντασμα, θα μπορούσα να κάνω ένα ‘πουφ’ και να εξαφανιστώ όποτε θέλω,
αλλά τώρα είμαι εδώ».
Ώσπου να τελειώσει την πρότασή
του, έπαιξε το ξυπνητήρι, ξύπνησα, και μόλις που πρόλαβα να δω το ‘πουφ’ που
έκανε την ώρα που εξαφανίστηκε. Ήταν πολύ γραφικό το ‘πουφ’, σαν application στο iphone, την ώρα που γίνεται minimized.
Δύο πράγματα έχω να
παρατηρήσω. Πρώτον, όσο έβλεπα αυτό το όνειρο και τον ένιωθα να κάθεται δίπλα
μου στο κρεβάτι ένιωθα μια απίστευτη ασφάλεια, όμοια της οποίας έχω να αισθανθώ
από δέκα χρονών. Δεύτερον, όταν ξύπνησα και σηκώθηκα να ντυθώ να πάω δουλειά,
βρήκα τις παντόφλες μου πάνω στο κομοδίνο. Τι δουλειά είχαν οι παντόφλες πάνω
στο κομοδίνο; Άγνωστον. Αφού πριν κοιμηθώ τις κλωτσάω μακριά από το κρεβάτι.
Πώς είναι δυνατόν να βρέθηκαν πάνω στο κομοδίνο;
«Τις έβαλε εκεί ο μπαμπάς σου»
- δήλωσε η μάνα μου, σαν να την ρωτούσα πού έβαλε η γυναίκα που καθαρίζει το
άσπρο το πουκάμισο και δεν το βρίσκω.
«Έγινε θαύμα» - δήλωσε η γιαγιά
μου, 80 χρονών, η οποία προφανώς και θεωρεί δυο παντόφλες πάνω σε ένα κομοδίνο
ένδειξη θαύματος.
«Ήταν η απόδειξη ότι ήταν εκεί»
- δήλωσε εκλεκτή συνάδελφος.
Υπάρχει πιο απλή εξήγηση.
Εκείνο το βράδυ πήρα πολλά χάπια. Πήρα αντιβιοτικό γιατί ήμουν κρυολογημένος,
πήρα δύο παυσίπονα, σιρόπι για τον βήχα και ένα ηρεμιστικό γιατί είχε προηγηθεί
άγριος καβγάς κι από τα νεύρα δεν έκλεινα μάτι. Όλα αυτά τα φάρμακα μαγειρεμένα
στο στομάχι μου αλ ντέντε, προφανώς με έκαναν να ξυπνήσω κάποια στιγμή το
βράδυ, να έκανα ένα γύρο στο δωμάτιο άνευ λόγου και αιτίας και να απόθεσα τις παντόφλες
πάνω στο κομοδίνο.
Πρέπει να σου πω ότι οι παντόφλες
αυτές είναι τρομερά βρόμικες και δεν υπήρχε περίπτωση να τις έχω αποθέσει ο ίδιος,
εκούσια, πάνω στο κομοδίνο υπό φυσιολογικές συνθήκες. Δικαιολογώ την παρουσία τους
σε παρενέργεια των φαρμάκων, γιατί γνωρίζω κι άλλους που επικοινωνούν δήθεν με
τα πεθαμένα τους, και είναι όλοι χαπακωμένοι ως το λαιμό – δεν τους το λέμε
βέβαια για να μην τους προσβάλουμε.
Έτσι που λες. Αυτό που με
εντυπωσιάζει όμως σ’ αυτή την ιστορία, είναι που παρόλες τις παραισθήσεις που
σου προκαλεί η σούπα με τα φάρμακα (εδώ η Πυθία με λίγο χασίς έδινε μέχρι και
χρησμούς!), εντούτοις ο εγκέφαλος είναι σε θέση να δημιουργεί spooky εικόνες οι οποίες σου δημιουργούν έντονα και ζεστά συναισθήματα. Περισσότερο
ενδιαφέρον δε, υπάρχει όταν ξυπνάς και τα διηγείσαι από δω και από ‘κει,
άπαντες ανατριχιάζουν και σταυροκοπιούνται, ενώ ταυτόχρονα γεννιούνται νέοι
αστικοί μύθοι μέσα στο οικογενειακό σου περιβάλλον. Είναι όλοι πεπεισμένοι από
προχθές ότι ο πατέρας μου διενεργεί εφόδους από καιρού εις καιρόν.
Κανένας δεν σκέφτηκε ότι με τα
αίσχη που ζω, και τα χάπια που αναγκάζομαι να καταβροχθίζω, κοντεύω να τρελαθώ
μια κι έξω!
Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2014
Η Τέχνη Του 'Δεν Ασχολούμαι'
Από τον καιρό που εγχειρίστηκα στην καρδιά, οι οδηγίες του γιατρού ήταν ξεκάθαρες: "Να μην ταράζεσαι. Να ζεις ήρεμα και χωρίς έντονες συγκινήσεις." Όπου συγκινήσεις βλέπε νεύρα, βλέπε ανείπωτες χαρές, λύπες και τα συναφή. Καταλαβαίνεις ότι στο άκουσμα αυτής της συμβουλής γέλασαν και τα πόμολα της πόρτας. Εγώ, να μην ταράζομαι. Που μια ματιά στις ειδήσεις ρίχνω και γίνομαι μπουρλότο, να σταματήσω να νοιάζομαι και κατ' επέκταση να ταράζομαι. Αδύνατον.
Έκανα ψυχοθεραπεία μετά την εγχείρηση. Για ενάμιση χρόνο. Μεταξύ άλλων, η ψυχολόγος επέμενε: "Να μην ασχολείσαι. Πρέπει να μάθεις να μην ασχολείσαι με όσα σε ταράζουν." Και πώς το πετυχαίνω αυτό μανδάμ; αναρωτήθηκα. Δεν μου έδωσε σαφή απάντηση. Πού να μου δώσει;! Η τέχνη του ΄δεν ασχολούμαι' δεν διδάσκεται κάπου ούτε χορηγείται με χάπι. Θαρρώ πως επιτυγχάνεται όταν πια περάσεις σε ανώτερα επίπεδα προβλημάτων ώστε το προηγούμενο να φαντάζει μικρό μπροστά στο καινούριο ώστε να χρήζει οποιασδήποτε σημασίας. Ας πούμε, αν δεν έχεις να φας χαβιάρι είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, αλλά όταν ξαφνικά χρεοκοπήσεις και δεν έχεις να φας ψωμί, ξαφνικά γεννιέται ένα πρόβλημα σοβαρότερο, και σταματάς να κλαις για το χαβιάρι. Μόνον έτσι!
Εγώ δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να μην ασχολούμαι. Ασχολούμαι με τη μάνα μου, ασχολούμαι με τη δουλειά μου, ασχολούμαι με την κατάντια της χώρας, ασχολούμαι με τη σχέση μου, με το μέλλον μου, φοβάμαι, αγχώνομαι, νευριάζω, πεισμώνω, βρίζω, κλαίω... Όλα τα κάνω. Δεν ξέρω τι στο διάολο πρέπει να κάνω για να μην ασχολούμαι. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω για να σταματήσω να ενοχλούμαι. Όχι, αρνούμαι κατηγορηματικά να χαπακωθώ πάλι. Τα έκοψα τα λεξοτανίλ, πάνε χρόνια. Τελευταίως παίρνω πάλι μερικά, γιατί δεν θα κάτσω να πεθάνω κιόλας, εννοείται ότι θα πάρω μια μικρή δόση για να κοιμηθώ αν κοντεύω να σκάσω από την αγωνία μου, αλλά όχι, αρνούμαι να τα παίρνω πάλι με τις χούφτες.
Πρέπει να βρω τον τρόπο να μην ασχολούμαι. Πρέπει. Πρέπει. Πρέπει.
Όσους ξέρω που δεν ασχολούνται πάντως, παίρνουν είτε αντικαταθλιπτικά, είτε ναρκωτικά. Ελαφρά μεν, αλλά παίρνουν. Ένας άλλος φίλος-φίλου που ξέρω, προκειμένου να μην ξανασχοληθεί πήγε μία επίσκεψη στο Άγιον Όρος και έκτοτε δεν ξαναγύρισε. Θρησκεία αγάπη μου, το ισχυρότερο ναρκωτικό απ' όλα! Μα, ούτε αυτό είναι λύση. Δεν θα κάτσω να με γαμήσουν οι παπάδες για να γλιτώσω από τα χάλια σας!
Ξέρεις τί φοβάμαι; Ότι μόνο με μία ανίατη ασθένεια αρχίζεις να μην ασχολείσαι. Ο πατέρας μου για παράδειγμα, όταν συνειδητοποίησε ότι είναι στα τελευταία του, σταμάτησε να ασχολείται με τα πάντα. Του έλεγα "συνέβη αυτό", "ο τάδε είπε εκείνο", και αντί να τα σπάσει όλα εδώ μέσα, όπως θα έκανε υπό κανονικές συνθήκες, αυτός έμπαινε στο ίντερνετ και άκουγε Βίκυ Μοσχολιού. Φαίνεται διαισθανόταν το τέλος και δεν ήθελε να σπαταλήσει φαιά ουσία στα αίσχη που του περιέγραφα. Αρκούσε η Μοσχολιού. Εγώ βέβαια, παρακολουθώντας τον, έλεγα σε όλους ότι έχει πάθει κατάθλιψη και ότι έπρεπε να του φέρουμε ψυχολόγο στο σπίτι, αλλά αυτός αρνούνταν να συνεργαστεί. Ο πατέρας μου τους θεωρούσε αχρείαστους τους ψυχολόγους και ολίγον τι "παγαπόντηδες". Αλλά ναι, η ανίατη ασθένεια ιεραρχεί εκ νέου το τι είναι άξιο εκνευρισμού και σημασίας. Και αν δεν την έχεις (την ανίατη), από την πολλή ασχολία, σου 'ρχεται δώρο, μάννα εξ ουρανού!
Δεν θέλω να αρρωστήσω κι εγώ για να πάψω να ασχολούμαι. Ας ελπίσουμε ότι θα βρω τη λύση πριν μου έρθει ο τεπετάκλας. Και για να σε προλάβω, επειδή ξέρω τι θα πεις, ναι, μπορεί η Βίσση να είναι πιο θαυματουργή κι από τη Μοσχολιού και να μου αλλάζει τη διάθεση, αλλά δεν θέλω άλλα κλαπατσίμπαλα. Θέλω να εύρω την ησυχία μου στους ανθρώπους, με τους ανθρώπους. Και αυτό είναι τόσο δυσεύρετο που ώσπου να επιτευχθεί, θα με έχει φάει ο εαυτός μου. Αυτό το "σιγά μην αρρωστήσω, σιγά μην ξενυχτήσω, σιγά να μην πεθάνω εγώ για χάρη σου" μόνο ο Καρβέλας τελικά το πέτυχε και αυτός μάλλον συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω!
Ω Θεέ μου, λυπάμαι και φοβάμαι όσο τίποτα!
Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2014
Τα Ιουλιανά στο Παρίσι
Πριν
κάποια χρόνια, όταν το μπλόγκινγκ ήταν ακόμα στις δόξες του, είχαμε όλοι περισσότερο
κέφι και ιστορίες να διηγηθούμε, και γράφαμε από ένα κείμενο την ημέρα, είχα
πάθει παροξυσμό με τα στατιστικά των επισκέψεων. Περνούσα ώρες μπροστά στην
οθόνη παρακολουθώντας ποιοι κάνουν κλικ στο μπλογκ μου, τι έψαχναν όταν μπήκαν
και από ποια χώρα έρχονταν. Είχα λοιπόν παρατηρήσει ότι κάθε μέρα είχα ένα κλικ από το Παρίσι.
Δεδομένου ότι δεν είχα κάποιο φίλο εκεί και δεδομένου ότι οι επισκέψεις ήταν
μετρημένες, (καμιά 50αρια όλες κι όλες), έγραψα ένα κείμενο και ρώτησα ανοιχτά,
‘ποιος είναι αυτός ο ήρωας που μπαίνει από το Παρίσι για να με διαβάσει;’
Λίγες ώρες αργότερα έλαβα στα σχόλια απάντηση από
μια κοπέλα, η οποία μου είπε πως τη λένε Ιουλία, πως βρήκε το μπλογκ ψάχνοντας
κάτι για την Άννα Βίσση στο google, και από τότε κόλλησε. Την Ιουλία δεν την
γνώριζα, όμως με τα χρόνια δικτυωθήκαμε και στα υπόλοιπα κοινωνικά φόρα, από twitter
μέχρι facebook. Διά ζώσης δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, μέχρι που στην περίφημη
συναυλία της Λάρνακας, που εγώ χόρευα σαν Καρβέλας, πήρε το αεροπλάνο από το
Παρίσι και ήρθε να τη δει. Λόγω στενότητας χρόνου και χώρου δεν προλάβαμε να
πούμε περισσότερα από ένα γεια, αλλά ένιωσα το κλικ της συμπάθειας από το πρώτο
λεπτό.
Όπως ήδη κατάλαβες, στο πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι,
η Ιουλία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Όχι μόνο συναντηθήκαμε και τα είπαμε, αλλά ήρθε
και μαζί μας στη Ντίσνεϊλαντ, παρέχοντάς μας μετακίνηση και έκπτωση εισόδου στο
πάρκο. Στη δε διαδρομή από και προς το πάρκο έγινε το έλα να δεις με τη Βίσση
να χτυπιέται στη διαπασών και εμείς να τραγουδούμε δίχως αύριο. Διασχίζαμε τον
περιφερειακό του Παρισιού, κοιτάζαμε αριστερά – δεξιά τα λαγκάδια και εμείς
βαρούσαμε παλαμάκια τραγουδώντας «βρε κουτό, βρε κουτό, βρε κουτό!» Στην
επιστροφή μάλιστα, παρόλο που ήμασταν πτώματα, δεν θέλαμε να φτάσουμε σπίτι. Είχαμε μερακλώσει τόσο πολύ που παρακαλούσαμε να μην τελειώσει ο δρόμος. Κάναμε κύκλους τα οικοδομικά τετράγωνα ώσπου να τελειώσει το τραγούδι. Και με το που άρχιζε το επόμενο λέγαμε "ακόμα ένα τελευταίο". Πολύ
σουρεάλ πράμα. Οι γέφυρες του Παρισιού φωτισμένες και εγώ να τραγουδώ
μέσα σε ένα αυτοκίνητο τα άπαντα της Άννας.
Αυτά
είναι τα καλά του ίντερνετ, αγαπητέ. Εγώ στη Λευκωσία, αυτή στο Παρίσι, γεννημένοι σε
διαφορετικές χώρες, κοινός παρονομαστής η Βισσάρα και γέφυρα το ίντερνετ. Πες μου
πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι ανάλογο πριν 30 χρόνια, χωρίς διαδικτυακή σύνδεση.
Θα αγνοούσαμε έκαστος την ύπαρξη του άλλου και όλη αυτή η ευτυχία θα πήγαινε
χαμένη. Θα πεθαίναμε και δεν θα μοιραζόμασταν τίποτα. Γι αυτό είμαι τόσο
υπέρμαχος των κοινωνικών δικτύων. Γιατί αν χρησιμοποιηθούν σωστά και καλοπροαίρετα, μας φέρνουν πιο κοντά από το πουθενά. Άλλαξαν οι εποχές, άλλαξαν
τα σήματα. Facebook, skype, whats’up, instagraaaaaam!
Έχω γνωρίσει
πολύ κόσμο από ‘δω ευτυχώς χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις (εκτός από μία, που θα
σου εξιστορήσω μετά από χρόνια), και θεωρώ ότι πραγματικά έκανα καλούς φίλους.
Μα, αυτό στο Παρίσι ήταν απρόσμενο. Δυστυχώς δεν είχαμε ώρα να συναντηθούμε κι άλλη
μέρα, αλλά εννοείται πως την περιμένουμε στην Κύπρο με την πρώτη ευκαιρία, ή
και συναυλία.
Ιουλία μου ξανά σε ευχαριστώ που «είπαμε το σ’ αγαπώ
με λόγια!» J
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















.jpg)








