Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2022

Το Χέρι Που Κουνάει Την Κούνια

 

Η μάχη των φύλων είναι μια μάχη χαμένη.

Χθες πήγαμε στο πάρκο με τον γιο μου. Μπορεί να παραπονιέμαι ότι είμαστε όλοι μέρα κλεισμένοι σπίτι ελέω κορωνοϊού και βρέφους, αλλά κι όταν βγαίνουμε, παραπονιέμαι για το πού ζούμε και το πού ήρθαμε, οπότε μηδέν στο πηλίκον. Πήγαμε που λέτε στο πάρκο, και ο μικρός ήθελε να κάτσει στις κούνιες. Εκεί ήταν ήδη δύο κοριτσάκια, 6-7 ετών τα οποία κρατούσαν τις κούνιες για πολλή ώρα και ενώ ο γιος μου τις πλησίασε καθιστώντας το ενδιαφέρον του για την κούνια εμφανές, καμία δεν συγκινήθηκε να του παραχωρήσει τη θέση της.

Στα πολλά ο γιος μου έρχεται σε μένα και μου λέει «παπά, δεν σηκώνεται καμία να κάνω κι εγώ». «Δεν πειράζει», του απαντώ, «περίμενε λίγο και κάποια από τις δυο θα αδειάσει». Λες και το έκαναν ξεπίτηδες, καμία δεν συγκινούνταν. Πέρασαν δέκα λεπτά, ξανά μανά, καμία ένδειξη φιλότιμου. «Τι θα κάνουμε», μου λέει, «άμα πας και τους ζητήσεις ευγενικά να σου παραχωρήσουν μία όλο και κάποια θα συγκινηθεί», του λέω. Πάει εκεί ο καημένος και τους λέει επί λέξει «θα μπορούσα σας παρακαλώ να κάνω κι εγώ λίγη κούνια;» - ποτέ δεν τον άκουσα πιο ευγενικό. Είχα εντυπωσιαστεί! Και φυσικά απάντησαν και οι δύο, λες και ήταν συνεννοημένες, ένα αυτάρεσκο και βροντερό «ΟΧΙ» συνοδευόμενο με υφάκι «λέμε όχι, κι αν μπορείς, τόλμα να αντιδράσεις».

«Παπά, το ζήτησα ευγενικά και είπαν και οι δύο όχι».

Όχι μόνο σου είπαν όχι, στο είπαν και με υφάκι, ήθελα να του πω. Γιατί; Γιατί είναι μαλακισμένες από κούνια. Έτσι τις μεγαλώνουν. Είναι γυναίκες, κάνουν ό,τι θέλουν και άντε τόλμα εσύ μετά να τις βάλεις στη θέση τους, να το γυρίσουν στη θυματοποίηση και να γίνει δικός τους ο κόσμος όλος. Χαμένος από κάθε άποψη θα βγεις. Τι εικόνα δίνεις προς τα έξω όταν τα βάζεις με δύο κοριτσάκια που κάνουν κούνια; Ότι είσαι αδύναμος. Ποιος επιχειρεί να αποδείξει το δίκιο του με επιχειρήματα; Ο αδύναμος. Ποιος ελπίζει ότι θα συνετίσει τον άλλον με ευγένεια; Ο αδύναμος.

«Πάμε να φύγουμε» του είπα νευριασμένος, πριν απλωθώ και αρχίσω να του εξηγώ τι έχει να περάσει από την εφηβεία και μετά με δαύτες. Εν τω μεταξύ, σημειώστε ότι τα κοριτσάκια στο πάρκο ήταν ασυνόδευτα, ή τέλος πάντων οι γονείς τους ήταν πολύ μακριά για να μπορώ να απευθυνθώ σε εκείνους. Οπότε είχαν το σύμπαν με το μέρος τους. Αν τολμούσα εγώ να τα βάλω στη θέση τους και να τους υποδείξω ότι το πάρκο δεν είναι δικό τους και ότι πρέπει όλα τα παιδάκια να εξυπηρετηθούν με τη σειρά, θα έμπαινα σε πόλεμο, οπότε ας αποχωρούσα πριν να πέθαινε άμαχος πληθυσμός.

«Πάμε να φύγουμε» του είπα, μικρός είσαι, θα συνηθίσεις. Φεύγοντας μας επιτέθηκε ένα σκυλί. Έτρεξε κατά πάνω μας, ο Αλέξης τρόμαξε κι άρχισε να τρέχει, ο σκύλος τον κυνήγησε ακόμα πιο παθιασμένα, άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Είδα κι έπαθα να καλμάρω το σκυλί κι αφού άρχισα να φωνάζω μέσα στο πάρκο «μην τρομάζεις, να σε μυρίσει θέλει» εμφανίστηκε και η ιδιοκτήτρια, μια αναίσθητη μαλακισμένη, η οποία πήγαινε περίπατο αμέριμνη. Όσα νεύρα είχα από τα κοριτσάκια, τα έβγαλα πάνω της. «Δεν βλέπεις την ταμπέλα ηλίθια, οι σκύλοι ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ σ’ αυτό το πάρκο! Υπάρχει άλλο, ειδικά για σκυλιά, δυο τετράγωνα πιο κάτω. Κι αφού τον έφερες που τον έφερες, τουλάχιστον βάλε του λουρί! Βλήμα! (το βλήμα δεν το είπα, το είπα από μέσα μου)».

«Ε, σιγά το πράμα» μου είπε.

Άτε άσσιχτίρ ζώα, ανάθεμα την ώρα που βγήκαμε από το σπίτι και ήρθαμε σ’ επαφή μαζί σας!

Μεγαλώνουμε γιους βούτυρους και κόρες αππωμένες. Αυτό ήταν ανέκαθεν το πρόβλημα της Κύπρου και τίποτε άλλο.

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2022

Αφήστε Με Ήσυχο

 

Έλεγα εχθές σε μία φίλη ότι ο μόνος τρόπος να γλιτώσω την κατάθλιψη, την οποία θεωρώ ότι ήδη έχω ούτως ή άλλως εκ γενετής ως ένα βαθμό, είναι να μην ακούω και να μην μαθαίνω τίποτα.

Μετά τα μουντά δύο χρόνια στα οποία έχουμε φλομωθεί με το θέμα του κορωνοϊού, τώρα ήρθε η Ουκρανία να μας αποτελειώσει. Φυσικά, χέστηκα για την Ουκρανία. Εννοείται ότι την υποστηρίζω και εννοείται ότι δεν είμαι από τους γνωστούς, απολιτίκ ηλίθιους οι οποίοι δηλώνουν ότι είναι «με την ειρήνη» γενικώς και αορίστως σαν να μην υπάρχει εισβολή, σαν να μην υπάρχουν ρωσικοί βομβαρδισμοί. Όμως, ναι, εμένα το πραγματικό μου πρόβλημα και φόβος είναι η ευκολία με την οποία γίνεται πια ο πόλεμος. Έτσι στα καλά καθούμενα, μία ανεξάρτητη και αναγνωρισμένη χώρα μέλος του ΟΗΕ, αποφασίζει να προσδιοριστεί όπως γουστάρει, και επειδή ο γείτονας της δεν το εγκρίνει, τη βομβαρδίζει. ΟΚ, δεν είναι τόσο απλοϊκό. Αλλά επί της ουσίας, ο συγκεκριμένος πόλεμος αυτό καταστρατηγεί. Την ελευθερία του προσδιορίζεσθαι. Μπορείς να είσαι ό, τι θέλεις, φτάνει αυτό να μην ενοχλεί τον ισχυρό γείτονα.

Τα ίδια θα συμβούν και στην Κύπρο – κατ’ ακρίβεια ήδη συμβαίνουν και απλώς τα συνηθίσαμε. Η Κύπρος οφείλει να είναι ανεξάρτητη και ο λαός της δεν έχει δικαίωμα να προσδιορίζεται. Έχουν όλοι οι άλλοι. Τέλος πάντων, μεγάλο θέμα συζήτησης το οποίο βαριέμαι τώρα να αναπτύξω. Στην ηλικία μου έχουν αποκρυσταλλωθεί όλα μέσα μου, δεν θέλω να συζητώ. Όλα λήγουν με ένα «μακάρι να πτωχεύσετε» (το «να πα να γαμηθείτε» το θεωρώ ευχή), και δεν νιώθω και τύψεις.

Τα έχω κλείσει όλα. Έχω αφαιρέσει την εφαρμογή του τουίτερ από το κινητό, έχω αφαιρέσει όλα τα ειδησεογραφικά σάιτς από το τάιμλάιν μου στο φέησμπουκ, δεν ανοίγω την τηλεόραση, κι αν τύχει και παίξει δελτίο ειδήσεων κατά λάθος ενόσω παρακολουθεί ο γιος μου, βάζω κατευθείαν άσχετα βίντεο κλιπ στο γιουτιουμπ. Δεν θέλω καμία επαφή με την πραγματικότητα. Ασχολούμαι με άλλα για να ξεχνιέμαι. Τα ίδια έκανα κάθε φορά που ξεσπούσε ένας πόλεμος στην ανθρωπότητα και φοβόμουν.

Το 2001 με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν έβλεπα ανελλιπώς Big Brother 1. Το 2003 με την εισβολή στο Ιράκ, ήμουν φοιτητής και είχα απομονωθεί μέσα στο δωμάτιο της εστίας στην οποία διέμενα και απλά διάβαζα. Είχα βγάλει 2:1 εκείνη τη χρονιά εξαιτίας της απομόνωσης. Την επόμενη χρονιά, όταν ο πόλεμος έπαψε να αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και ξεθάρρεψα, έπεσε και η επίδοση μου. Ε, τώρα με τον πόλεμο δίπλα μας, ασχολούμαι μόνο με τα παιδιά μου και τη Γιουροβίζιον. Είναι γελοίο το ότν ενέσκηψα εκεί σε τόσο τεράστιο βαθμό, αλλά δεν έχω άλλη διέξοδο.

Διαβάζω κάτι μαλακιάρες ώρες-ώρες. Ότι δεν επιδείξαμε την ίδια ευαισθησία όταν γίνονταν άλλοι πόλεμοι, στο Αφγανιστάν φερ’ ειπείν ή στο Ιράκ. Μα φυσικά και δεν επιδείξαμε. Δεν είναι όλοι οι πόλεμοι το ίδιο. Αξιακά μπορεί να είναι, αλλά είμαστε άνθρωποι και δεν ιεραρχούμε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αλλιώς θα πενθήσουμε όταν πεθάνει ένας γείτονας, αλλιώς όταν πεθάνει ένας φίλος μας, αλλιώς όταν πεθάνει ένας γνωστός μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τη φρίκη του θανάτου. Έτσι πάει και με τον πόλεμο. Αλλιώς θα συμπονέσουμε τους Ουκρανούς, αλλιώς τους Ιρακινούς, αλλιώς τους απανταχού Έλληνες. Δεν μπορούμε να επιδεικνύουμε την ίδια ευαισθησία σε κάθε περίπτωση. Δεν μας ενώνουν τα ίδια βιώματα. Το ίδιο ισχύει και στο προσφυγικό. Οποιοσδήποτε ξεσπιτώνεται είναι κρίμα, δεν χωρεί αμφιβολία περί τούτου, αλλά ευχαρίστως θα σπίτωνα μία οικογένεια η οποία ξεσπιτώθηκε εξαιτίας του πολέμου και ήρθε εδώ με τα παιδιά της με το βρακί που φορά, και εννοείται θα αγνοούσα ένα μαντράχαλο που βρέθηκε εδώ υπό μυστήριες και θολές περιστάσεις, χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτα.

Αυτό δεν είναι υποκρισία. Αυτό είναι τίμια και ισοζυγισμένη σκέψη. Φυσικά, δεν εκπλήσσομαι όταν ακούω τέτοια, καθότι γνωρίζετε τι γνώμη έχω για όσους προβάλλουν τέτοια επιχειρήματα.

Εν πάση περιπτώσει, έχω κουραστεί και έχω βαρεθεί.  

Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2022

Το Γαμωκουκλόσπιτο

 

Σας είχα υποσχεθεί την ιστορία του «κουκλόσπιτου».

Η ιστορία του κουκλόσπιτου δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα ποστ δυο σελίδων. Θα μπορούσα να την αναπτύξω σε διατριβή, αλλά ας προσπαθήσω να τη συμπτύξω στην ουσία της όσο το δυνατόν καλύτερα χάριν συντομίας.

Βασικά όλα άρχισαν όταν ο γιος μου είδε στο Νετφλιξ μία ηλίθια, ονόματι Γκάμπι, η οποία παίζει με ένα μαγικό κουκλόσπιτο στα δωμάτια του οποίου συμβαίνουν διάφορα μαγικά πράγματα. Επειδή τα σημερινά πεντάχρονα είναι έτη φωτός πιο μπροστά από την εποχή τους, ο κύριος Αλεξάκος έκατσε και το έψαξε περαιτέρω, κι ανακάλυψε ότι το συγκεκριμένο κουκλόσπιτο εκτός από σειρά στο Νετφλιξ είναι και παιδικό παιχνίδι το οποίο πωλείται στο Άμαζον.

Έπαθε ένα παροξυσμό με το κουκλόσπιτο εκείνη τη μέρα, μας έπρηξε τα παπάρια τόσο πολύ, που του υποσχεθήκαμε ότι θα του το αγοράζαμε στη γιορτή του. Μπήκα στο Άμαζον και είδα ότι υπήρχε ένα τελευταίο σε στοκ σε μαγαζί στην Αμερική, και πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου σε μεταφορικά για να του το παραγγείλω. Εκατό ευρώ κόστισε αυτή η μαλακία, και άλλα εβδομήντα σε μεταφορικά! Του ανακοίνωσα αυτοστιγμεί ότι του το αγόρασα για να πάψει να με πρήζει. Ο ενθουσιασμός του ήταν απερίγραπτα συγκινητικός.

Από τη στιγμή που του ανακοίνωσα ότι το κουκλόσπιτο παραγγέλθηκε άρχισε να συζητά μόνο γι’ αυτό σε βαθμό που ανησύχησα. «Τι ωραία που θα αποκτήσω κουκλόσπιτο», «αγωνιώ να παραλάβω το κουκλόσπιτο», «τι λες να έχει μέσα το κουκλόσπιτο» και άλλα τέτοια. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να τον προειδοποιήσω ότι αν την επόμενη μέρα πήγαινε στο σχολείο με τον ίδιο ενθουσιασμό και ανακοίνωνε στους φίλους του ότι παρήγγειλε «το κουκλόσπιτο της Γκάμπι», πιθανόν να τον κορόιδευαν γιατί το συγκεκριμένο παιχνίδι θεωρείται κοριτσίστικο.

Εκεί έπεσε το σύμπαν να με φάει περί στερεοτύπων και λοιπών μαλακίων.

Να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα τα οποία έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα μου χρόνια τώρα.

1.       Τα στερεότυπα δεν καθορίζουν τη ζωή μου.

2.      Τα στερεότυπα καλώς ή κακώς υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι.

3.      Η καταπολέμηση τους είναι μάταιη και καταδεικνύει βλακεία από μέρους του πολέμιου.

 

Τα στερεότυπα δεν τα βγάλαμε από τον κώλο μας. Δεν αποτελούν προϊόντα της φαντασίας μας. Είναι εκεί επειδή κάποιοι, συνήθως πολλοί, συμπεριφέρονται με συγκεκριμένο τρόπο. Μπορεί αυτός ο τρόπος να παρασύρει κι άλλους στο βούρκο, και να τους αδικεί, αλλά αυτές είναι οι παράπλευρες απώλειες της στατιστικής.

Αν φερ’ ειπείν κάνουμε μία έρευνα και αποδείξουμε ότι 9 στους 10 οδηγούς που συλλαμβάνονται μεθυσμένοι στην Κύπρο προέρχονται από μία συγκεκριμένη εθνικότητα που κατοικεί στην Κύπρο, τότε είναι ασφαλές να πούμε ότι η συγκεκριμένη εθνικότητα μπεκροπίνει και αδιαφορεί για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Αυτό κάποιοι το εκλαμβάνουν ως ρατσιστικό στερεότυπο, αλλά είναι απλώς ένα στατιστικό συμπέρασμα. Προφανώς και δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι της συγκεκριμένης εθνικότητας οδηγούν απρόσεχτα, αλλά όπως προ-είπα, αυτοί αποτελούν την παράπλευρη απώλεια.

Κι άλλο παράδειγμα. Αν πάμε και καθίσουμε σε μία συγκεκριμένη κερκίδα φιλάθλων κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα και παρατηρήσουμε ότι οι άνδρες φίλαθλοι βρίζουν περισσότερο από τις γυναίκες, αυτό αποτελεί μία στατιστική πραγματικότητα. Αριθμοί που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Προφανώς, το συμπέρασμα ότι οι άντρες βρίζουν συχνότερα από τις γυναίκες είναι γενικευμένο και στερεοτυπικό, αλλά αν αυτό συμβαίνει σε ένα μεγάλο δείγμα του πληθυσμού, it is what it is, τι να κάνουμε τώρα; Αποδεχτείτε το.

Έτσι και με το γαμημένο κουκλόσπιτο. Αν το κουκλόσπιτο αγοράζεται κυρίως από κορίτσια, τότε αποτελεί θέλοντας και μη ένα κοριτσίστικο παιχνίδι. Προφανώς, μπορεί να παίξει μ’ αυτό όποιος γουστάρει, και λογαριασμό δεν θα δώσουμε σε κανέναν αν γουστάρουμε να παίζουμε με κοριτσίστικα παιχνίδια, αλλά με στατιστικούς όρους ομιλώντας, ναι, πρόκειται για κοριτσίστικο παιχνίδι.

Έτερον εκάτερον, και καλό είναι να διαχωρίζουμε τα δύο. Η ύπαρξη στερεοτύπων δεν είναι από μόνη της κακό πράγμα. Τα στερεότυπα βλάπτουν μόνον όταν χρησιμοποιούνται με τρόπο που να αποκλείουν οποιονδήποτε άλλον επιθυμεί να συμπεριληφθεί στη συγκεκριμένη ομάδα. Δηλαδή, κακό θα ήταν αν ένα αγόρι αποκλείεται από το παιχνίδι του κουκλόσπιτου απλά και μόνο επειδή το συγκεκριμένο θεωρείται κοριτσίστικο παιχνίδι.

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί ενοχλούν πολύ κόσμο, ειδικά όσους είναι ανίκανοι να αντιληφθούν ότι τα πάντα στη ζωή έχουν ένα τίμημα.

Εγώ θεώρησα σωστό να εξηγήσω στον γιο μου ότι έχει κάθε δικαίωμα να γουστάρει το κουκλόσπιτο εξ ου και του το αγόρασα αβλεπί. Αλλά θεώρησα ακόμα μεγαλύτερο καθήκον μου να του εξηγήσω ότι το κουκλόσπιτο έρχεται με το πακέτο του. Και δεν εννοώ το χάρτινο περιτύλιγμα. Πιθανόν κάποιοι συμμαθητές του να κοροϊδέψουν αυτή του την επιλογή. Υπάρχουν κι αυτοί ανάμεσά μας και δεν μπορούμε να τους σκοτώσουμε. Μόνο να τους διαχειριστούμε. Οφείλει το παιδί να είναι προετοιμασμένο ψυχολογικά για τη χλεύη και την ειρωνεία που δυνατόν να δεχτεί για την επιλογή του κουκλόσπιτου. Είναι ζούγκλα εκεί έξω και αύριο μπορεί να δεχτεί ακόμα περισσότερο ψυχολογικό πόλεμο για ακόμα πιο ηλίθιους λόγους. Εννοείται πως δεν πρέπει να πτοηθεί ή και να αλλάξει τα θέλω του. Όμως οφείλει να γνωρίζει και τι ισχύει βάσει των κανόνων της κοινωνίας, ώστε να προασπιστεί κατάλληλα τις επιλογές του.

Όταν εγώ έγινα 19 χρονών ανακάλυψα ότι η Γιουροβίζιον θεωρείται γκέι διαγωνισμός. Αυτό με σόκαρε αρχικά, και εν μέρει μου προκάλεσε αμηχανία. Αλλά δεν με πτόησε. Δεν μπορώ να αποποιηθώ κάτι που απολαμβάνω απλά και μόνο επειδή μία κοινωνική μερίδα το οικειοποιήθηκε. Θα μου πείτε, η Γιουροβίζιον είναι πρωτίστως ένα οικογενειακό θέαμα και θα συμφωνήσω. Αν όμως 9 στους 10 ανθρώπους που το υποστηρίζουν παθιασμένα είναι γκέι, τότε το συγκεκριμένο πρόγραμμα στερεοτυπικά θεωρείται γκέι. Και είναι οκ! Θα ήταν ηλίθιο εκ μέρους μου να πολεμήσω κατά του στερεοτύπου. Μ’ αρέσει δεν μ’ αρέσει, αυτό ισχύει. Ήταν άβολο που έπρεπε να επωμιστώ το βάρος, αλλά είναι πιο χρήσιμο να γνωρίζω τι συνεπάγεται η αγάπη προς τη Γιουροβίζιον ώστε να είμαι προετοιμασμένος ως προς το τι θα ακούσω.

Όταν ο πατέρας μου ήταν στο Γυμνάσιο τη δεκαετία του ’60, έπαιζε πιάνο. Είχε τρομερό μουσικό αφτί, μακριά δάχτυλα τα οποία του επέτρεπαν να χειρίζεται πολύ καλά τα πλήκτρα. Μια μέρα προσκάλεσε φίλους στο σπίτι του και όταν είδαν το πιάνο στο σαλόνι του είπαν: «Μα, παίζεις πιάνο; Μήπως είσαι αδελφούλα;» Έκτοτε το πιάνο έμεινε εκεί ως διακοσμητικό στοιχείο. Δεν το ξανά-άγγιξε. Φυσικά, ο πατέρας μου ισχυριζόταν ότι δεν «τραυματίστηκε» ιδιαίτερα από το γεγονός. Μου το διηγιόταν και γελούσε μετά από χρόνια. Όποτε πηγαίναμε επίσκεψη στο σπίτι της γιαγιάς μου καθόταν στο πιάνο και μου έπαιζε χωρίς να έχει γνώσεις, όποιο τραγούδι του ζητούσα. Ο πατέρας μου ήταν άλλης γενιάς άνθρωπος βέβαια, και δεν επρόκειτο να σταθεί στο ύψος της επιλογής του, ούτε θα υπερασπιζόταν με οποιοδήποτε κόστος την επιλογή του. Προτιμούσε να καταργήσει ένα μέρος του εαυτού του και να γίνει δέσμιος του στερεότυπου. Οι άντρες δεν παίζουν πιάνο.  

Εγώ δεν μπορώ να στερούμαι οτιδήποτε μου δίνει χαρά επειδή κάποιες επιλογές θεωρούνται στερεοτυπικές. Είμαι πιο ελεύθερος. Γι’ αυτό και όταν κλήθηκα να αγοράσω το κουκλόσπιτο το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Όφειλα όμως να τον προστατέψω. Και να του εξηγήσω ότι υπάρχουν μαλάκες που θα του πουν «το και το». Και να είναι προετοιμασμένος να τους αντικρούσει, ή απλά να τους γράψει στ’ αρχίδια του.

Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν χρειάστηκε να συμβεί. Ο ίδιος ο γιος μου με το που παρέλαβε το κουκλόσπιτο έπαιξε μία φορά μαζί του και μετά έκανε κάτι, κατά τη γνώμη μου πολύ χειρότερο!

Ανακάλυψε μέσα στο κουτί ένα bar code, πήρε το τάμπλετ και το σκάναρε, κατέβασε μία εφαρμογή από το apple store η οποία σου επιτρέπει να παίζεις με το κουκλόσπιτο ψηφιακά στο τάμπλετ, αντί με το πραγματικό, το πλαστικό, και έτσι μας έμεινε στο σαλόνι να πιάνει απλά χώρο!

Αυτό, δηλαδή το γεγονός ότι προτιμά να παίζει με ένα ψηφιακό κουκλόσπιτο παρά με τη χειροπιαστή μορφή του, είναι για μένα πιο ανησυχητικό από οτιδήποτε άλλο.

Τι να πεις! Τζάμπα τα 200 ευρώ που πέταξα!

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2022

Νηστεία

 

Αποφάσισα, προ ολίγου, ότι φέτος για πρώτη φορά στη ζωή μου, θα δοκιμάσω να νηστέψω. Δεν θα κόψω το φαγητό, άλλωστε είμαι τόσο ιδιότροπος που αν κόψω το φαγητό θα πεθάνω. Θα κάνω κάτι πιο καθαρτικό: Θα νηστέψω τα κοινωνικά δίκτυα. Θα το κάνω δώρο στον εαυτό μου, με την ελπίδα να τα κόψω μια και καλή και μετά το Πάσχα. Αντιλαμβάνομαι το μεγαλόπνοο και φιλόδοξον του πράγματος, αλλά μια δοκιμή δεν βλάπτει. Δεν έχω νηστέψει ποτέ στη ζωή μου το παραμικρό. Ευκαιρία είναι να δω τις αντοχές μου.

Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν καταντήσει τα μάλα τοξικά. Πάντα έτσι ήταν θα μου πεις. Ναι, θυμάμαι ότι και τα μπλογκς όταν ήταν στα φόρτε τους ήταν ανυπόφορα. Έμπαινα στο προφίλ μου εδώ κάθε πρωί και έβρισκα τόνους από hate mail. Είχα φτάσει στο σημείο να μην το αντέχω. Αλλά ήμουν νέος και δεν με επηρέαζαν και τόσο. Το αντιμετώπιζα σαν μέρος του παιχνιδιού. Σήμερα, στην ηλικία μου δεν θα το άντεχα.

Όπως και να ‘χει. Αυτό κόπασε από το 2010 και μετά όταν όλα τα ξόανα ξεκουμπίστηκαν από τα μπλογκς και μεταφέρθηκαν στο τουίτερ. Υπάρχει τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Και δεν βγάζω απέξω την ουρά μου. Παραδέχομαι ότι κι εμένα, ενίοτε, μου βγάζουν τον χειρότερο μου εαυτό και βρίζω και ξεκατινιάζομαι ακόμη και για θέματα που ουδόλως με αφορούν. Ή πολλές φορές με συλλαμβάνω να καβγαδίζω στα καλά καθούμενα με τον κάθε ένα απλά και μόνο επειδή ξύπνησα στραβά και ψάχνω κάπου να εκτονωθώ. Δεν είναι υγιές αυτό το πράγμα. Θέλω να το κόψω ή και να το μειώσω δραστικά.

Μα ναι, μόλις προ ολίγου μπήκα στη διαδικασία να βρίσω κάποιον απλά και μόνο επειδή τόλμησε να γράψει την άποψή του για ένα τραγούδι με την οποία διαφωνούσα και τον βρήκα υπερβολικό. Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Στο τσακ κρατήθηκα και δεν απάντησα. Έσβησα την βρισιά τελευταία στιγμή. Ο γραπτός λόγος, δυστυχώς, παρεξηγείται έτι περισσότερον. Πολλά αρνητικά λόγια όταν λέγονται ενώπιος ενωπίω, καταπίνονται και χωνεύονται ευκολότερα παρά όταν τα διαβάζεις και δεν ξέρεις τις προθέσεις, τον τόνο και το ύφος του αλλουνού. Είναι επόμενο να πυροδοτούνται εντάσεις από το μηδέν.

Διάβασα, συν τοις άλλοις, ότι ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την κατάθλιψη, την οποία άρχισα να πιστεύω ότι μου χτυπά εκ νέου την πόρτα, φέρουν τα σόσιαλ. Ειδικότερα μετά τον κορωνοϊό, ο οποίος είναι ακόμη εδώ, αλλά είναι σαν να μην είναι εξαιτίας του μπάσταρδου του Πούτιν, η διάθεσή μου έχει πέσει στα Τάρταρα. Κοιμάμαι – ξυπνάω, μόνη μου έγνοια «τι ώρα θα φάμε τα πυρηνικά» και «τι ώρα θα πεθάνουμε». Δεν φχαριστιέμαι τίποτα πια. Είχα κόψει τα Δελτία Ειδήσεων τα τελευταία τέσσερα χρόνια εξαιτίας του δικτάτορα υιού μου, ο οποίος δεν μας επιτρέπει να δούμε τίποτε άλλο πλην παιδικών βίντεο στο Νέτφλιξ και είχα βρει την υγειά μου. Τώρα που αρχίσαμε να ξανά-έχουμε επαφή με την πραγματικότητα, επέστρεψε και η σκιά της κατάθλιψης.

Τέλος πάντων. Εγώ θα το δοκιμάσω, κι ό,τι γίνει. Εννοείται ότι θα μπαίνω εδώ και θα γράφω το μακρύ και το κοντό μου για οτιδήποτε με απασχολεί. Αλλά περαιτέρω σχέσεις και διαδράσεις, κομμένα όλα σύρριζα. Ευκαιρία να αφοσιωθώ στο μυθιστόρημα που γράφω και το οποίο όσο πάει μου αρέσει και εμένα πιο πολύ.

Θα ήθελα να σου γράψω και την ιστορία του κουκλόσπιτου που έγινε πρόσφατα πεδίον ανταλλαγής πυρών στην οικία μας, αλλά επιφυλάσσομαι γι’ αργότερα. Τώρα νύσταξα.

Γεια!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2022

"Δεν Φταιν Οι Ρώσοι, Φταίει Ο Πούτιν", Και Άλλες Παπάρες.

 

Μην ξανακούσω αυτή τη μαλακία που λέτε μερικοί «δεν φταίνε οι Ρώσοι, φταίει ο Πούτιν» ή την παλιότερη «δεν φταίνε οι Τούρκοι, φταίει ο Έρντογάν».

Αν ίσχυε αυτό που λέτε, τότε η μοναδική λύση των προβλημάτων θα ήταν να βρω τον Πούτιν και τον Ερντογάν κατ’ ιδίαν, και να τους πω κατάμουτρα, «ξέρετε, είστε μαλάκες, τον κακό τον ψόφο να ‘βρετε». Επειδή αυτό δεν πρόκειται να συμβεί για πρακτικούς λόγους, θα τα ακούν οι ψηφοφόροι τους. Θα μου πεις, αυτοί οι δυο προέρχονται από διεφθαρμένα εκλογικά συστήματα, εξελέγησαν με σκοτεινούς, πιθανόν, τρόπους και άρα δεν αντιπροσωπεύουν τους πολίτες της Τουρκίας και της Ρωσίας.

Έστω! Από τη στιγμή που οι πολίτες τους τους ανέχονται, γίνονται συνένοχοι τους. Από τη στιγμή που απλοί Ρώσοι και Τούρκοι πολίτες δεν βγαίνουν στους δρόμους να τους ανατρέψουν, ή να τους συλλάβουν, να τους δικάσουν και να τους φυλακίσουν, γίνονται ένα και το αυτό.

Εμένα όταν μου λένε «α, είσαι από την Κύπρο, τη χώρα των χρυσών διαβατηρίων και του ξεπλύματος;» ντρέπομαι. Δεν κάθομαι να πω «δεν ψήφισα Αναστασιάδη άρα δεν έχω ευθύνη». Είμαι Κύπριος πολίτης και βουλιάζω κι εγώ μέσα σ’ αυτή τη σάπια βάρκα. Και καλά κάνουν και με προσβάλλουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί αν ίσχυε το «έλα μωρέ, τι φταίει αυτός, ο Αναστασιάδης φταίει», δεν θα  με πείραζε να τον ξαναψηφίσω, εφόσον αυτός θα τ’ ακούσει.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος κύριοι. Όταν σπούδαζα στην Αγγλία δεν είπα ούτε μία φορά καλημέρα στους Τουρκοκύπριους συγκάτοικους. Μου έλεγαν «πώς κάνεις έτσι, και δεν φταιν αυτοί…» και λοιπές παπάρες. Ναι, δεν φταιν αυτοί. Δεν είπα ποτέ ότι πήρε το όπλο ο πατέρας του συγκάτοικου μου και σκότωσε συγγενείς μου. Όμως μια χαρά βολεύτηκε με το καθεστώς το οποίο παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα μου. Και εφόσον αυτό το καθεστώς υφίσταται και κανονικοποιήθηκε με την ανοχή μας, εγώ έχω χρέος να κρατώ τουλάχιστον αποστάσεις και μούτρα. Έτσι κι αλλιώς, τι θα είχα να πω εγώ με τον κάθε γύφτο από τα κατεχόμενα; Τίποτα.

Έτσι και με τους Ρώσους τώρα. Αν δεν είσαι στους δρόμους της Μόσχας να διαδηλώνεις υπέρ της Ουκρανίας και κατά του Πούτιν, είσαι μαζί του. Και επειδή εγώ δεν έχω άλλο τρόπο να επιδείξω αλληλεγγύη στον ουκρανικό λαό, ναι θα την πληρώσουν οι Ρώσοι εν γένει. Αν όλοι πράτταμε το ίδιο και οι λαοί καταλάβαιναν ότι αποτελούν προεκτάσεις ή μάλλον τις ρίζες των κυβερνήσεων τους τότε θα ασκούσαν πραγματικές πιέσεις στους κυβερνώντες ώστε να αλλάξουν την πολιτική τους. Δεν το κάνουμε. Ειδικά οι Αριστεροί έχουν για όλους το συγχωροχάρτι έτοιμο. Μόνο η Ελλάδα εξαιρείται που εννοείται τους φταίει μόνιμα για όλα, ακόμη και στην εποχή της χούντας. Αλλά οι Αριστεροί είναι ειδική κατηγορία ανθρώπων, δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό κομμάτι της επιχειρηματολογίας μας.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, κύριοι. Πρέπει να την πληρώνουν οι απλοί, αχάπαροι πολίτες, για να ταρακουνιούνται και να ασκούν πιέσεις στις κυβερνήσεις τους. Αλλιώς, δεν θα αλλάξει τίποτε ποτέ.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 26, 2022

Τετέλεσται

 

Χθες το βράδυ η φίλη μου η Νίνα από τη Σουηδία έγραψε στο στάτους της ότι ερεύνησε στο ίντερνετ και εντόπισε σε πιο χαράκωμα πρέπει να πάει εκείνη και η οικογένεια της σε περίπτωση που η χώρα της δεχτεί επίθεση από τη Ρωσία!

Η Νίνα, η Σουηδέζα! Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις όλο αυτό! Κατ’ αρχάς η Νίνα υπερβάλλει, οκ, αλλά είναι Εβραία και όπως όλοι οι Εβραίοι που γνώρισα στα φοιτητικά μου χρόνια, πάσχουν, κι όχι άδικα, από το σύνδρομο καταδιώξεως του ολοκαυτώματος. Δεύτερον και σημαντικότερον, το γεγονός ότι η σουηδική κυβέρνηση έχει χαρτογραφήσει την πόλη και μπορείς να βρεις με μια απλή καταχώριση του ταχυδρομικού σου κώδικα σε ποιο χαράκωμα αντιστοιχεί η οικία σου, με αφήνει άναυδο. Μάλιστα, σου εμφανίζεται και ο χάρτης με εξηγήσεις πώς να πας εκεί σε περίπτωση που δεν γνωρίζεις τα κατατόπια!

Εσείς ξέρετε σε ποιο χαράκωμα πρέπει να πάτε σε περίπτωση που κάνουν ντου οι Τούρκοι; Μην σκάτε, ούτε τάφος να μας θάψουν δεν θα βρεθεί, το χαράκωμα σας μάρανε. Κάτσετε σπίτι σας να πεθάνετε στα βραστά σας!

Ποιος να μας το ‘λεγε ότι θα θορυβούνταν οι Σουηδοί από τις απειλές της Ρωσίας. Οι Σουηδοί οι οποίοι είναι γνωστοί στο παγκόσμιο στερέωμα ως η χώρα της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας και της οποίας το μεγαλύτερο πρόβλημα μέχρι πρότινος ήταν ότι δεν βρίσκει αρκετά σκουπίδια για να ανακυκλώσει και τα φέρνει από το εξωτερικό!

Δεν ζούμε σε ωραίους καιρούς. Και καλά εμείς που έχουμε εξοικειωθεί με την παρακμή μας και αν δεν εισβάλουν στη χώρα μας είτε από αέρος είτε μέσω θαλάσσης δεν πάει καλά η χρονιά μας. Οι Σκανδιναβοί; Να κάθονται τώρα να ψάχνουν πού θα παν να κρυφτούν όταν θα τους βομβαρδίσει ο Πούτιν; Αν είναι δυνατόν!

Ξαναμιλήστε μου Ευρωπαίοι για την μη αναγκαιότητα του κοινού ευρωπαϊκού στρατού. Ξαναμιλήστε μου κουλλουφοκυπραίοι για την αποστρατικοποίηση της Κύπρου και του Αιγαίου. Καθίστε σαν μαλάκες να κοιτάζετε έκθαμβοι τον κάθε ψυχοπαθή να αρχίζει πολέμους στην Ευρώπη εν έτει 2022! Να δω τι θα καταλάβετε που θα βγαίνετε σαν σερβιέτες με τα πανό στους δρόμους με σλόγκαν not in my name, ενόσω ο άλλος θα πατά από την ηλεκτρική του την πολυθρόνα κουμπιά και θα ανατινάζει τα σπίτια μας.

Αντίο κύριοι, ζήσαμε 2-3 δεκαετίες κάπως ανθηρές, φανήκαμε τυχεροί, τώρα the shit has hit the fan! Enjoy!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2022

Βλέπω Μαύρα Κοράκια

 

Πάει καιρός να σας γράψω, κι αυτό γιατί δεν έχω να πω και τίποτε που δεν σας έχω ξαναπεί.

Διανύω άλλη μία περίοδο τεράστιου άγχους, στρες και κατάθλιψης. Κάτι παρόμοιο είχα ξαναπεράσει όταν γεννήθηκε ο Αλέξης και το ίδιο περνώ τώρα με την κορούλα μου. Φοβάμαι τον θάνατο. Τον δικό μου. Η ευτυχία που λαμβάνω στη θέα των παιδιών μου είναι τιτάνια και στη σκέψη ότι κάποτε θα φύγω και δεν θα μπορώ να τους χαίρομαι, μαραίνομαι. Είναι ανησυχητικό όλο αυτό που μου συμβαίνει. Αντί να χαρώ τη στιγμή και να την πιω με το μεδούλι, τους κοιτάζω και με πιάνει η κατάθλιψη. Δεν θέλω να πεθάνω ποτέ, και θέλω να τους ζήσω μέχρι τα δικά τους γεράματα.

Μετανιώνω τόσο πολύ που αργήσαμε, σχετικά, να τους γεννήσουμε. Υπό τις περιστάσεις δεν γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσαμε νωρίτερα. Τα βάζω με τη ζωή, με τον τρόπο που είναι πια δομημένη. Δεν είναι δυνατόν να πρέπει να πας 30 για να είσαι πια σε θέση να δημιουργήσεις οικογένεια. Εγώ θυμάμαι πως όταν ήμουν 19 χρονών έγραφα στα ημερολόγια μου ότι ήθελα να γίνω πατέρας. Φυσικά τότε ήταν αδύνατον. Ούτε χρήματα είχα, ούτε είχα σπουδάσει, ούτε ήξερα πού πάει το πουλί μου. Αλλά η επιθυμία υπήρχε. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι έπρεπε να γίνω 35 για να γνωρίσω την απόλυτη ολοκλήρωση και ευτυχία και ότι τώρα στα 41 με και τα χίλια δυο υποκείμενα τραύματα και νοσήματα δεν ξέρω κατά πόσον θα τα καμαρώσω να ενηλικιώνονται.

Μόνο και μόνο που τα γράφω όλα αυτά, τρομάζω περισσότερο.

Τις τελευταίες δέκα μέρες είχα πόνους στο στήθος. Τρόμαξα, πήγα ξανά τη γύρα μου από όλους τους καρδιολόγους του κυπριακού σύμπαντος. «Δεν έχεις κάτι καρδιολογικό» μου είπαν, «μάλλον είναι μυϊκό, επειδή κρατάς πολλές ώρες το βρέφος και πηγαινοέρχεσαι μέχρι να κοιμηθεί». Εν τω μεταξύ κι όταν είχα πάθει τη ρήξη του ανευρύσματος και έτρεξα στις πρώτες βοήθειες εκείνο το φρικτό βράδυ του 2009, τα ίδια μου είχαν πει. «Δεν έχεις κάτι, μυϊκό είναι». Μισή ώρα αργότερα μου άνοιγαν την καρδιά. Έχω χάσει κάθε εμπιστοσύνη πια στο τι μου λένε. Αν δεν το διασταυρώσω από τρεις διαφορετικούς γιατρούς δεν πιστεύω κανέναν. Φοβάμαι ότι κάτι έχω και μου το κρύβουν.  

Και πάνω που ετοιμαζόμουν να χαπακωθώ για να αποδιώξω και ξορκίσω όλες αυτές τις αρνητικές σκέψεις, πεθαίνει η γιαγιά της Μπρέντα στα καλά καθούμενα την περασμένη βδομάδα! Της κάνουν νεκροψία: «Ρήξη ανευρύσματος ανιούσας αορτής» αποφαίνεται ο ιατροδικαστής. Ωωωω! Βάρα κι άλλο! Κόντεψα να πεθάνω από τον πανικό μου. Να, βλέπεις; Με γυροφέρνει ο Χάρος! Από δω το πάει, από ‘κει το φέρνει, στον ευρύτερο οικογενειακό μου κύκλο περιφέρεται! Το πόσο θρήνησα τη γιαγιά της, μόνο εγώ το ξέρω κι ας μην είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις. Όπως μόνο εγώ ξέρω τι αισθάνθηκε τη στιγμή της ρήξης! Αιωνία της η μνήμη.

Δεν έχω εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Μικρότερος μπορούσα να το απωθήσω στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ένιωθα πολύ νεαρός και άτρωτος για να σκοτίζομαι με αυτόν. Τότε το μόνο που με ένοιαζε ήταν το πότε θα βρω γκόμενα. Τίποτε άλλο. Ακόμη κι όταν πέθανε ο πατέρας μου, θεώρησα ότι ήταν απλώς μία ατυχής συγκυρία και ότι ήμασταν όλοι πολύ νέοι για να αρχίσουμε να αγχωνόμαστε ότι παίρνουμε σειρά. Τώρα, με την οικογένεια, με την κορούλα μου, στα σαράντα και κάτι, είμαι ένα άγχος κινητό, ένας τρελός που ψάχνει τον ζουρλομανδύα του.

Θεωρώ ότι φταίει και ο κορωνοϊός. Λόγω του βρέφους, σου έχω ξαναπεί, δεν κάνουμε το παραμικρό βήμα εκτός σπιτιού. Είμαστε συνέχεια μέσα, ελάχιστες επαφές έχουμε με τον έξω κόσμο πλην του πρώτου βαθμού συγγενών. Και καλά να είσαι, από-τρελαίνεσαι. Απολαμβάνω τον χώρο μου, ανέκαθεν υπήρξα μοναχικός, αλλά αυτό πια παραπάει. Δεν διασκεδάζουμε, δεν πάμε θέατρο, χάσαμε όλους μας τους φίλους. Και όλα γίνονται στη ζούλα και καχύποπτα. Πώς να μην με στοιχειώνουν τα φαντάσματα του παρελθόντος;

Όπως ξανά-είπα, ξεκίνησα και γράφω ένα μυθιστόρημα κι αυτό είναι κάτι που με ευχαριστεί. Προοδεύω, δεν έχω παράπονο, και η ιστορία κυλά και μου εξελίσσεται εύκολα. Αλλά αναρωτιέμαι αν θα έχω το θάρρος να το εκδώσω και να το προωθήσω. Επίσης, γράφω μεστά και στραγγισμένα, χωρίς φιοριτούρες και λοιπές αηδίες που διαβάζω σε άλλα μυθιστορήματα και βαριέμαι τη ζωή μου, και αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό. Μου μικραίνει την ιστορία, και οι εκδότες ίσως θέλουν ζουμί, όχι μόνο το ψαχνό. Εν πάση περιπτώσει, αυτά θα τα δούμε όταν το τελειώσω. Αν το τελειώσω. Πάντως, είναι κάτι που το χαίρομαι κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ. Γράφω 1-2 σελίδες (τις οποίες θεωρώ πολλές) και ξεραίνομαι.

Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Αυτά συμβαίνουν, αυτά σας λέω.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2022

Τι Χειμώνας Βαρύς...

 

Η χαρά που κάνω με τα φράγματα που υπερχειλίζουν δεν περιγράφεται. Τις σπάνιες χρονιές που η Κύπρος περνά βαρύ, ή μάλλον, κανονικό χειμώνα, εγώ δηλώνω πανευτυχής. Χθες πήγα μια βόλτα στη γειτονιά και έβλεπα τριγύρω τα χωράφια καταπράσινα και άνοιγε η ψυχούλα μου έχοντας συνηθίσει στην γενικότερη ξεραΐλα της χώρας.

Πρέπει να σας πω ότι ένας από τους μεγαλύτερους μου φόβους είναι η λειψυδρία. Το 1998 είχαμε μία πολύ άνυδρη χρονιά. Το θυμάμαι σαν χθες πόσο ταλαιπωρηθήκαμε. Υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία και το καλοκαίρι είχαμε νερό μόνο δύο φορές τη βδομάδα! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι προκειμένου να κάνουμε μπάνιο τηλεφωνούσαμε σε συγγενικά σπίτια και ρωτούσαμε αν τους περίσσευε το νερό για να κάνουμε ντους. Είχα γυρίσει από στρατιωτική άσκηση, ήμουν τίγκα στο χώμα και τη σκόνη και έπρεπε να πάρω σβάρνα τα σπίτια των θείων μου για να ρωτήσω «ποιος έχει νερό στο ντεπόζιτο;» για να με αφήσει να ξεπλυθώ!

Τέτοιες τριτοκοσμικές καταστάσεις μόνο εδώ θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Την ίδια χρονιά θυμάμαι ότι το στρατόπεδο έμεινε χωρίς νερό και ένας στρατιώτης που δεν άντεχε άλλο άνοιξε την υδροφόρα της πυρόσβεσης, μπήκε όλος μέσα και ξεπλύθηκε! Το νερό της υδροφόρας περιττό να πω ότι το ήπιανε αργότερα.

Τέτοια λυπητερά βίωνα και έλεγα «κάνε Θεέ μου, να έρθει το 2000 να πάω στην Αγγλία να σπουδάσω που βρέχει όλη μέρα και να μην έχω άγχος αν μας έλειψε το νερό». Ευτυχώς από το 1998 και μετά δεν μου έτυχε ξανά να ζητιανεύω νερό στη γειτονιά. Μου έχει τύχει να μην έχω να ποτίσω, αλλά μικρό το κακό. Έκτοτε μου έμεινε ο φόβος και το ψυχολογικό του πράγματος.

Εξ ου και η απερίγραπτη χαρά μου αυτές τις μέρες για τα φράγματα που υπερχειλίζουν.

Αυτοί που παραπονιούνται και χαλιούνται με την κακοκαιρία μέσα στον χειμώνα είναι απλά ανώμαλοι. Σε μία χώρα που βρέχει κάθε τρία χρόνια, που έχει 10 μήνες τον χρόνο καλοκαίρι, να παραπονιέστε επειδή στριμωχτήκατε μία φορά λόγω βροχών, ε, είστε ανώμαλοι.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 05, 2022

Η Γιαγιά Γνώρισε την Ευαγγελίτσα

Η αγαπημένη μου γιαγιά, η οποία πάσχει από αλτσχάιμερ και βρίσκεται έγκλειστη στο παλιό μου διαμέρισμα με μία κοπέλα να την προσέχει δεν έχει καταφέρει να γνωρίσει την κόρη μου. Παρόλο που εξακολουθεί να αναγνωρίζει τους συγγενείς, εντούτοις δεν θυμάται τίποτα από ό,τι συνέβη τα τελευταία δέκα χρόνια, νομίζει ότι ακόμα σπουδάζουμε, ότι ο πατέρας μου ζει και κάθε φορά πρέπει να αρχίσουμε τους προλόγους προκειμένου να την επαναφέρουμε στο 2022.

Γνωρίζω ότι το να συναντήσει από κοντά την νεογέννητη κόρη μου είναι μάταιο, το πιο πιθανό είναι να ξεχάσει την ύπαρξή της πέντε λεπτά μετά που θα φύγουμε, αλλά στο ενδεχόμενο να συμβεί κάτι απρόοπτο και να μην προλάβουν να γνωριστούν έστω μια φορά, στεναχωριέμαι. Σήμερα που είχα λίγο ελεύθερο χρόνο πήρα το βρέφος και πήγαμε επίσκεψη ώστε να γίνει η συνάντηση κορυφής!

Τι το ‘θελα! Ματαιότις ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότις! Μπήκαμε στο σπίτι και ευτυχώς δεν κοιμόταν, καθόταν στο σαλόνι και λιαζόταν. Με ρώτησε «ποιο είναι το μωρό» και της εξήγησα. Μετά με συμβούλευσε να κάνω και ένα γιο για να συμπληρωθώ. Της υπενθύμισα ότι έχω ήδη ένα γιο πέντε ετών. Δεν κόλλησε η πληροφορία. Στο μισάωρο που έκατσα εκεί, με συμβούλευσε τουλάχιστον δέκα φορές να κάνω και ένα δεύτερο μωρό,  «ένα γιο, να συμπληρωθείς».

Δεν έχανα την υπομονή μου, έχω εξασκηθεί, έγνεφα καταφατικά συνέχεια και ξαναρχίζαμε την ίδια συζήτηση από την αρχή. Συνέβησαν και δύο ευτράπελα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν στιγμές διαύγειας στις οποίες κάνει χιούμορ, όμως τα πιο κάτω θα μπορούσαν να είναι σκηνές από ελληνική σειρά:

Πήρε ένα σημειωματάριο και άρχισε να γράφει μπροστά μου «Σήμερα με επισκέφτηκε ο Χρίστος. Ήρθε μαζί με την… Πώς είπαμε ότι λένε την κόρη σου;» «Ευαγγελία» της υπενθύμισα. «Ωραία, ήρθε ο Χρίστος μαζί με την Ευαγγελί… Καλύτερα να γράψω «με το μωρό» γιατί, τώρα που το σκέφτομαι, αν την πω Ευαγγελία μόλις φύγεις θα διερωτώμαι ποια είναι αυτή και θα σε πεθάνω στα τηλέφωνα και τις απορίες».

Βρίσκω συγκλονιστικό το γεγονός ότι αναγνωρίζει την τραγικότητα της κατάστασής της και σαρκάζεται μ’ αυτήν!

Ύστερα είπαμε τα παρακάτω: «Τώρα ποιος κάθεται στο σπίτι να προσέχει το μωρό τα πρωινά;» «Η Μπρέντα! Έχει άδεια μητρότητας». «Α, μάλιστα, και μετά;» «Ε, μετά θα τη στείλουμε στο βρεφοκομικό σταθμό». Σάστισε η γιαγιά! «Και το μωρό ποιος θα το προσέχει;» Νόμισε ότι θα πάει η Μπρέντα στον βρεφοκομικό.

Αχ Θεέ μου! Δεν μπορώ να αποδεχτώ τη φθορά του ανθρώπου.

Λίγο πριν φύγω, την είδα να μετροφυλλά το ημερολόγιο της. Μου είπε: «σήμερα έχει γενέθλια ο γιος μου». Καμία σχέση, ο γιος της έχει γενέθλια τον Μάρτιο. Σημειώστε ότι κρατούσε το ημερολόγιο του 2020, και κοίταζε στον Ιανουάριο. Της εξήγησα ότι κρατά παλιό ημερολόγιο και μου απάντησε «όλα τις ίδιες μέρες έχουν». Τη ρώτησα «γιαγιά, θέλεις να σου δώσω λίγο το μωρό να το αγκαλιάσεις και να σας βγάλω μια φωτογραφία;» και μου απάντησε πάρα πολύ αυστηρά: «όχι, δεν θέλω μωρά, αφήστε με ήσυχη!»

Νομίζω έχει παραιτηθεί από τα πάντα. Η νέα ζωή της προκαλεί θλίψη. «Εντάξει, δεν πειράζει μια άλλη φορά. Άντε φεύγουμε και θα ξανάρθουμε να σε δούμε σύντομα».

«Στο καλό! Εσύ είσαι ο γιος μου, ή ο εγγονός μου;»

Στεναχωρήθηκα αλλά δεν στεναχωριόμουν περισσότερο αν δεν το επιχειρούσα.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2022

Χαμένος Στον Χωροχρόνο

Σήμερα το απόγευμα είχα πολύ ελεύθερο χρόνο. Κι όταν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο μελαγχολώ. Έκατσα στο κομπιούτερ και έπαιξα κάποια playlists από την ηλικία των 20-29. Τα τραγούδια αυτά τα θεωρώ πολύ πρόσφατα, αλλά μόνο όταν τα βλέπω στις χρονολογικές μου λίστες συνειδητοποιώ ότι πέρασαν περισσότερα από 20 χρόνια έκτοτε. 

 

Σκόρπιες σκέψεις.

 

Αν ζούσαμε στη δεκαετία του ’90, θα ήταν πολύ δύσκολο να αναβιώνουν τα τραγούδια της νιότης μας. Δεν θα υπήρχε πιθανότατα μέσο να τα παίξει. Θυμάμαι κάποτε τον πατέρα μου που μου χάρισε τα βινύλια του και μου είπε «αυτά τα τραγούδια δεν θα ξαναπαίξουν» και ήταν γεμάτα τα μάτια του. Δεν ήξερε ότι στον καιρό της ψηφιοποίησης θα παίζουν όλα σαν να κυκλοφόρησαν σήμερα και δεν θα είχε σημασία αν επρόκειτο για τραγούδια των δεκαετιών ’60 και ’70. 

 

Εγώ τώρα κάθομαι και ακούω τραγούδια από τα ξέγνοιαστα καλοκαίρια του 2004 στα οποία επιστρέφαμε από τις σπουδές μας και δεν είχαμε την παραμικρή σκοτούρα στο κεφάλι, και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το τι ώρα θα βγούμε και πού θα πάμε. Κι όμως τα ακούω σήμερα κανονικά, που είμαι 41+ χωρίς να αισθάνομαι τη χρονική απόσταση.

 

Το 1999 μπορούσες να ρωτήσεις κάποιον αν ξέρει το τάδε τραγούδι που είχε κυκλοφορήσει 10 χρόνια πριν, και το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα το θυμόταν. Από την κασέτα στο cd η μετάβαση δεν άφηνε πολλά περιθώρια επιβίωσης των τραγουδιών. Τώρα όμως γίνεται και είναι όλα ζωντανά, και δεν έχει σημασία αν έχουμε 2022, σημασία έχει ότι μπορούμε να ακούμε τραγούδια του 1922 σαν να είναι τώρα. 

 

Αλλά δεν είναι! Και αυτό με μελαγχολεί. Είμαι ένας 25αρης στο σώμα ενός 42αρη. Υπέροχο και τρομακτικό ταυτόχρονα.

 

Έχω καιρό να μπω να σας γράψω. Δεν έχω και τίποτα να πω. Κάποτε νευριάζω και θέλω να εκτονωθώ με την επικαιρότητα αλλά μετά σκέφτομαι ότι δεν αξίζει τον κόπο. Βαριέμαι και να γράψω. Δεν κάνω τίποτα όλη μέρα, πέραν του ότι βρίσκομαι σπίτι και χαίρομαι την οικογένειά μου. Βλέπω σειρές, διαβάζω βιβλία, κάνω (πάλι) δίαιτα και απλά περνά ο χρόνος! Α, ναι, ξεκίνησα να γράφω κι ένα μυθιστόρημα, αλλά αν κρίνω από το θεατρικό που γι’ άλλη μια φορά το παράτησα, δεν πιστεύω να καταφέρω να το τελειώσω ούτε αυτό. 

 

Γεια!

Σάββατο, Ιανουαρίου 08, 2022

Οι "Ναι Μεν, Αλλά". Αυτή Η Μάστιγα.

 

Παρακολουθώ από προχθές τα τεκταινόμενα στο τουίτερ με την επίθεση εκείνου του κακόμοιρου «Ιούδα» προς τον Δίπλαρο και την οικογένεια του και μειδιώ με την ξεφτίλα μερικών.

Διαβάζω τα σχόλια συμπαράστασης προς τον βουλευτή. Όλος ο κόσμος ανεξαρτήτως πολιτικού και κομματικού χρωματισμού του εξέφρασε τη συμπαράστασή του. Δεν υπάρχει χειρότερο άλλωστε από το να σου εύχονται ανοιχτά ψόφο, σε σένα, στην καρκινοπαθή σύζυγό σου και στα παιδιά σου. Βλέπω όμως και ένα διαχωρισμό στα μηνύματα συμπαράστασης. Υπάρχουν μερικοί που δεν μπορούν απλά να γράψουν ότι η επίθεση υπήρξε ανήθικη, απαράδεκτη και τέλος. Υπάρχουν αυτοί που πρέπει να κάνουν πρόλογο πριν παραδεχτούν τυπικά το απαράδεκτο του πράγματος.

Γράφουν:

«Μπορεί να μας χωρίζει πολιτικό χάος, αλλά αυτή η επίθεση που δέχτηκες ήταν απαράδεκτη».

«Μπορεί να διίστανται οι απόψεις μας και να μας χωρίζουν πολλά, αλλά κανένας δεν αξίζει να ακούει τέτοια λόγια».

«Δεν είμαστε στο ίδιο πολιτικό μήκος κύματος, αλλά έχεις την αμέριστη συμπαράσταση μου».

Ναι. Δεν μας χέζετε! Αν είναι να πρέπει να διαχωρίσεις τη θέση σου «μπας και σε παρεξηγήσουν» προκειμένου να αναγνωρίσεις το δίκιο του άλλου, μην πεις τίποτα καλύτερα. Αυτό είναι τυπικό χαρακτηριστικό του μαλάκα. Να προσπαθεί να πει μια καλή κουβέντα, αλλά με ρέγουλα. Μην τυχόν και παρεξηγηθεί στον κύκλο του ότι επειδή γράφει μια καλή κουβέντα στον Δίπλαρο, υπάρχει περίπτωση να τον συμπαθεί ή και να τον ψηφίζει. «Ω, συλληπήθηκε τον Δίπλαρο, λέτε να είναι Δεξιός; Λέτε να είναι και Συναγερμικός και να μην το παραδέχεται;»

Όταν ο άλλος έχει δίκιο του το αναγνωρίζουμε χωρίς προλόγους και φαμφάρες. Τον συλλυπάσαι, αν το εννοείς, και τέλος. Δεν προλογίζεις! Εκτός κι αν είσαι μαλάκας, που στην προκειμένη δεν χωρεί αμφισβήτησης. Φαντάζεστε αύριο να πάτε σε καμιά κηδεία και πριν συλλυπηθείτε την επιβιώσαντα σύντροφο ενός πολιτικού προσώπου να της πείτε «μπορεί να μην τον ψήφιζα αλλά λυπάμαι που πέθανε». Πόσο μαλάκες είστε!

Μου θυμίζει κάτι τύπους εδώ πέρα, που στα παλιά χρόνια όταν δεν είχαν εδραιωθεί άλλα σόσιαλ μίντια για να λέει ο καθείς το μακρύ και το κοντό του, και τα μπλογκς ήταν ακόμα ακμαία, έρχονταν εδώ και μου άφηναν κάτι ακυρωτικά σχόλια του τύπου «δεν συμφωνώ με όσα γράφεις, αλλά τα λες χαριτωμένα». «Μπορεί να μην συμφωνούμε πολιτικά, αλλά έχεις ωραία πένα». «Διαφωνώ συχνά με όσα γράφεις αλλά σήμερα έχεις απόλυτο δίκιο» Αυτά είναι δώρα άδωρα κύριοι. Και προσωπικά χέστηκα για το τι πιστεύετε και για τη γνώμη σας. Γράφω σχεδόν 20 χρόνια, λέτε να γράφω για εσάς; Γράφω για την κάβλα μου και τη δική μου ψυχοθεραπεία. Δεν εξυπηρετώ δικές σας ανάγκες εδώ. Τόσα χρόνια ακόμα να το καταλάβετε; Λέτε να είχα μια σκασίλα για το αν συμφωνείτε; Να κι αν συμφωνείτε, να κι αν διαφωνείτε. Στο ψητό, όμως. Ναι, δεν πάτε στα γενέθλια του άλλου και του λέτε «δεν σε συμπαθώ και πολύ, οι πολιτικές μας θέσεις απέχουν κατά παρασάγγας, αλλά μέρα που είναι, χρόνια πολλά και ό,τι επιθυμείς βρε!» Είτε εύχεσαι στον άλλον με την ψυχή σου, και το εννοείς, είτε δεν του εύχεσαι καθόλου. Είτε λυπάσαι για τον άλλον πραγματικά και το αποδεικνύεις με κάτι λιτό και περιεκτικό, είτε δεν μιλάς καθόλου.

Εγώ που θα μπορούσα να ταυτιστώ με το τι περνά ο Δίπλαρος και δεν ένιωσα καν την ανάγκη να τον παρηγορήσω με κάποιο τουίτ. Έτσι κι αλλιώς, την τελευταία φορά που κοίταξα, οι κατάρες και οι ευχές δεν πιάνουν τόπο στην πραγματική ζωή. Το μόνο που προέκυψε από όλη αυτή την ιστορία είναι ότι κάναμε διάσημο άλλο ένα διαταραγμένο τσόκαρο, και μερικοί ξανά-αποδείξατε ότι είστε μαλάκες.  

Mic drop.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 28, 2021

Το Όνομά Μου Είναι Ιωάννα

 

Για να καταλάβετε τα επίπεδα υστερίας με την πολιτική ορθότητα για άλλη μια φορά, αρκεί να παρακολουθήσετε το εξαιρετικά άβολο πρόγραμμα της Ι. Μαλέσκου που μεταδόθηκε χθες με καλεσμένο τον Τάσο Χαλκιά.

Ο Τάσος Χαλκιάς εμφανίστηκε στην εκπομπή φανερά εκνευρισμένος, εριστικός και άκεφος εξαιτίας της καθυστέρησης της παραγωγής να τον προβάλει. Από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι επρόκειτο να εμφανιστεί νωρίτερα στο πρόγραμμα και τον είχαν στήσει ένα μισάωρο να περιμένει, με αποτέλεσμα αυτός να ξενερώσει και να μην έχει κέφι να συζητήσει περί «μοναξιάς» και άλλων φιλοσοφικών θεμάτων που άνοιγε η Ιωάννα Μαλέσκου, η παρουσιάστρια. Όταν ο ηθοποιός αντιλήφθηκε ότι δεν απέμενε χρόνος για να προβάλει τη δουλειά του, της είπε μεταξύ άλλων κι ένα αγανακτισμένο «βρε κούκλα μου», για να εισπράξει πίσω ένα ψυχρό και αυστηρό «το όνομά μου είναι Ιωάννα». 


Ζούμε σε στείρες εποχές. Οι λέξεις ερμηνεύονται καχύποπτα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ύφος, οι περιστάσεις και οι προθέσεις του ομιλητή ή γράφοντα. Τα νοήματα διαστρεβλώνονται ώστε να εξυπηρετούν αφηγήματα και πολιτικές. Από την ώρα που ξεμύτισε το MeToo, έχουν δαιμονοποιηθεί τα πάντα, και όλα κρίνονται υπό το πρίσμα του σεξισμού. Θεώρησε δηλαδή η Μαλέσκου εκείνη τη στιγμή, ότι ο ταλαίπωρος Τάσος Χαλκιάς άλλο καημό δεν είχε μετά από μισή ώρα στήσιμο, από το να της την πέσει, ή να τη μειώσει ως οντότητα και φύλο με το «βρε κούκλα μου» το οποίο λέχθηκε ξεκάθαρα εν τη ρήμη του λόγου και με διάθεση τύπου «βρε χρυσή μου, άσε με να πω και δυο λόγια για το θέατρο που παίζω, μας έχεις πρήξει με τα φιλοσοφικά σου μια ώρα να πούμε».

Σε πρωινάδικο δουλεύετε μαντάμ, το πήρατε χαμπάρι; Το Big Brother και το Survivor σχολιάζετε, δεν αναλύετε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. «Έβγαλε νέο CD ο Δάντης;» Όχι αυτός, ο άλλος!

Αν η Μαλέσκου βρισκόταν στο Δικαστήριο και ο Δικαστής ή ο Δικηγόρος την αποκαλούσε «βρε κούκλα μου», να το καταλάβω, δικαίως να θιχτεί. Αν βρισκόταν σε κάποιο Αστυνομικό Τμήμα και ο προϊστάμενος της απηύθυνε τον λόγο τοιουτοτρόπως επίσης να το καταλάβω και να υπερθεματίσω. Αλλά σε εκπομπή επιπέδου κομμωτηρίου βρίσκεστε. Το κλίμα σηκώνει ένα πιο χαλαρό λεξιλόγιο. Τι πάει να πει «το όνομά μου είναι Ιωάννα»; Αισθάνθηκες κάποιο κίνδυνο από τον Χαλκιά και ένιωσες ότι έπρεπε να κρατήσεις τα προσχήματα; Τον είδες να σε κοιτάζει γλυκά και ύποπτα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που να σε κάνει να αισθανθείς ότι αν δεν υψώσεις τείχος ανάμεσά σας θα γινόταν κάποια άσεμνη επίθεση; Μα, καμία επαφή με την πραγματικότητα πια;

Εγώ τις προάλλες είχα πάει σε μία ειδική γιατρό να συζητήσουμε τι θα γίνει με τη χοληστερίνη μου και όταν γύρισε και μου είπε «μην ανησυχείς αγάπη μου, όλα θα τα διορθώσουμε» αισθάνθηκα ότι έχω απέναντί μου μία ευπροσήγορη κυρία που νοιάζεται για τον ασθενή της. Δεν είπα «α, κοίτα την, μα ποια νομίζει ότι είναι και με αποκαλεί «αγάπη της», με ήξερε από χθες; Ούτε αισθάνθηκα ότι μου την πέφτει (γελάνε και τα πόμολα!), ούτε σκέφτηκα ότι καταχράζεται την εξουσία που της παρέχει η σχέση γιατρού – ασθενή και με υποτιμά!» Εγώ είπα δόξα σοι ο Θεός, έχουμε μία γιατρό που νοιάζεται.

Απεναντίας, έχω κι έναν καρδιολόγο που μου απευθύνεται με το σεις και με το σας δημιουργώντας έτσι τόση απόσταση μεταξύ μας, που δεν αισθάνομαι άνετα όταν τον επισκέπτομαι και θέλω να τον αλλάξω. Θεωρώ ότι πάνω απ’ όλα ο γιατρός σου πρέπει να ‘ναι και φίλος σου και να δημιουργεί ένα ζεστό κλίμα ενόσω είσαι στο ιατρείο του. Φυσικά υπάρχει κι όριο και ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του, όμως θεωρώ ότι όλα κρίνονται υπό το φως των περιστάσεων, των προθέσεων, του ύφους, του τόνου της γλώσσας και πάνω απ’ όλα από τα γεγονότα. Αλλιώς απαιτώ από τον Διοικητή του στρατοπέδου μου να μου απευθύνει τον λόγο, αλλιώς από το όργανο της τάξεως, αλλιώς από έναν συνάδελφο, αλλιώς από ένα φίλο και αλλιώς από μία παρουσιάστρια στο πλατό της εκπομπής της.  

Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί η Μαλέσκου εκείνη τη στιγμή να ήθελε να στείλει ένα μήνυμα προς κάθε καημένη γυναίκα που ανέχεται τον κάθε χωριάτη να απλώνει τα κουλά του, και με τη στάση της να ήθελε να υπενθυμίσει ότι οι γυναίκες δικαιούνται και πρέπει να αποκαλούνται με τα ονόματά τους και όχι με υποκοριστικά που αφήνουν χώρο για κακοποιητικές πράξεις. Όμως, λάθος μέρος, λάθος χρόνος και κυρίως με λάθος άνθρωπο απέναντι. Ο άνθρωπος απέναντι θα μπορούσε να σε λέει βρε κούκλα μου συνέχεια και να μην σε πλησιάσει ποτέ πέραν των δύο μέτρων, και μπορεί ένας άλλος να σου μιλά μόνιμα στον πληθυντικό και να σε χουφτώνει με κάθε ευκαιρία. Δεν είναι οι λέξεις το πρόβλημα, είναι οι πράξεις. Θα μου πεις, και οι λέξεις είναι σημαντικές και θα συμφωνήσω. Αλλά όλες κατά περίπτωση! Προσπαθήστε κι εσείς μια φορά να μην είστε τόσο μυγιάγγιχτοι και να βλέπετε το δάσος αντί το δέντρο. 

Αν η Μαλέσκου ήθελε όντως να εμπνεύσει και να αφυπνίσει τις γυναίκες θα μπορούσε να το κάνει σε διαφορετικό χρόνο και να βγει να πει «αξιολογήστε τα πάντα κατά περίπτωση, ψυχολογήστε την κατάσταση πριν την κατηγοριοποιήσετε ως κακοποιητική, μην σταθείτε στη λέξη, δείτε τη μεγαλύτερη εικόνα, κρίνετε με βάση την ένταση, τη συχνότητα, την περίσταση, και κυρίως τις πράξεις». Αυτό βέβαια είναι και το πιο δύσκολο, γιατί προϋποθέτει κριτική και ελαφρώς μαθηματική σκέψη η οποία είναι είδος προς εξαφάνιση. Έτσι ίσως, η Μαλέσκου, να θεώρησε ότι περνά το μάθημα με ένα «το όνομά μου είναι Ιωάννα».

Λάθος εκπομπή παρουσιάζεις Ιωάννα Μαλέσκου μου. Έπρεπε να σου δώσουν να λες τις Ειδήσεις, ή τέλος πάντων ένα πρόγραμμα πιο ξινό.

Βέβαια, τι ξέρω κι εγώ; Εγώ οι μόνες παρουσιάστριες που εγκρίνω και παραδέχομαι, είναι η Ελένη Μενεγάκη και η Αννίτα Πάνια. Όλες οι υπόλοιπες έπρεπε να κάνουν άλλη δουλειά.