Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2019

Υιός Ετών Τριών

Ο υπέροχος γιος μου, αυτό το θαύμα της φύσης, γίνεται σήμερα τριών χρονών.

Το πόσο ξετρελαμένος είμαι μαζί του δεν χρειάζεται να το πω. Σήμερα όμως θα το βροντοφωνάξω, ένεκα ημέρας.

Σκόρπιες ιστορίες.

Κατ’ αρχάς να σου πω ότι του έμαθα όλους τους ήρωες του Ντίσνεϊ απ’ έξω. Είναι φαν και με βούλα. Κάθε απόγευμα βλέπουμε μαζί από μια ταινία. Τις έχει δει όλες εκτός απ’ τη Χιονάτη επειδή «εκεί έχει μια κακιά». Του εξηγώ ότι σε όλες τις ταινίες υπάρχει ένας κακός αλλά για κάποιο λόγο θεωρεί πως μόνο η μάγισσα της Χιονάτης είναι πραγματικά κακιά. Οι υπόλοιποι μάλλον έχουν άλλοθι. Κρατά στα χέρια του όλα τα εξώφυλλα από τα dvd και σου κατονομάζει όλους τους ήρωες. Ξέρει επίσης όλα τα τραγούδια. Τα αναγνωρίζει και σου λέει από ποια ταινία είναι το καθένα. Στο αυτοκίνητο παίζουμε το playlist του Disney και από την πρώτη νότα ξέρει ποιο τραγούδι ακολουθεί (το κάνω κι εγώ αυτό, από μένα το κληρονόμησε. Ο επόμενός μου στόχος είναι να του μάθω τις σημαίες και τις πρωτεύουσες).

Είναι κοινωνικότατος.

Χθες πήγαμε στον γιατρό και ενόσω συμπληρώναμε μια φόρμα στη ρεσεψιόν γύρισε και είπε στη γραμματέα, «χμ, μοιάζεις με τη μαμά της φίλης μου της Βασιλικής!» Καθόλου κακή ατάκα για πέσιμο, όσο να πεις. Όταν μπήκαμε στο γραφείο του γιατρού, ο Αλέξης πήρε φόρα και πριν καλά-καλά προλάβουμε να πούμε καλημέρα, τού είπε αυστηρά: «γιατρέ, δεν θέλω να μου βάλεις τσιμπίδα!» (Εννοεί να του βάλει εμβόλιο. Τη σύριγγα τη λέει «τσιμπίδα»). Ο γιατρός γούρλωσε τα μάτια με έκφραση WTF. Ο γιος μου αμέσως άλλαξε ύφος, πήγε κοντά του, τον άγγιξε στοργικά και του είπε «πώς σε λένε εσένα, είπαμε;»

Κάθε βράδυ του διαβάζω παραμύθια. Κατά περιόδους κολλάμε σε ένα και το επαναλαμβάνουμε συνέχεια, ύστερα από καμιά βδομάδα βαριέται και περνάμε σε άλλο. Τα εμπεδώνει τόσο καλά που αν του ζητήσεις να στα διηγηθεί θα στα πει ακριβώς όπως τα έχω διηγηθεί εγώ, στον ίδιο τόνο φωνής και με τις ίδιες λέξεις. Έχει απομνημονεύσει κάθε μου λέξη, τόνο και ύφος. Προχθές το βράδυ μου είπε: «δεν είπες «και»!» Τι πράμα, του λέω; «Εδώ κανονικά λες και ένα «και»!» Αντιλαμβάνεστε… «Οκ, δεν πειράζει» του λέω. «Ξαναπές το, και πες «και»!» μου απαντά κοφτά.

Καθόμαστε δίπλα δίπλα στον καναπέ και τρώει μπισκότα. Εγώ παίζω με το κινητό. Γυρνά και μου λέει «θέλεις ένα, να σε κεράσω;» Πεθαίνω όταν μου λέει «να σε κεράσω». Του λέω «όχι, αγάπη μου!». Επιμένει, βγάζει ένα μπισκότο από το κουτί και μου λέει, γλυκά: «έλα, έλα». Τύπου, «πάρε ένα μην ντρέπεσαι». Ερμηνεύεται και ως «άσε το κινητό κάτω και ασχολήσου μαζί μου».

Ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια φέτος ήταν να αναπαριστούμε τον Αλαντίν την ώρα που μπαίνει στην Άκραμπα ως Πρίγκιπας Αλί καβάλα στον ελέφαντα. Σκαρφαλώνει στους ώμους μου και εγώ παριστάνω τον ελέφαντα. Εκείνος τον Αλαντίν. Βάζουμε το τραγούδι δυνατά και εγώ χοροπηδώ μέσα στο σαλόνι. Πάμε βόλτες πέρα δώθε και ο Αλέξης χαιρετά τα πλήθη σαν το Μεσσία. Έμαθε και λέει και τα λόγια, κάπως. Βασικά λέει "Πριν Αλί, Άλι Αμπάμπουααα". Παρακάτω δεν ξέρει. 

Στους παιδότοπους θέλει να παίξει με τα άλλα παιδάκια. Του λέω πήγαινε και συστήσου τους και ρώτα τους αν γίνεται να παίξεις μαζί τους. Αυτός πάει κορδωτός, κορδωτός συστήνεται λέγοντας φουλ ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ, «γεια σας, είμαι ο Αλέξης Αντίχριστου, μπορώ να παίξω μαζί σας;» αλλά συνήθως δεν λαμβάνει απάντηση. Αν μάλιστα πρόκειται για μεγαλύτερα παιδάκια μπορεί να εισπράξει και ειρωνική απάντηση αλλά ευτυχώς είναι ακόμα πολύ μικρός για να αντιληφθεί το μέγεθος της απόρριψης. Ζω για τη μέρα που θα μου πει «τι με φέρνεις να παίζω με τούτα ούλλα τα χωρκατόπαιδα!» να του απαντήσω «Δόξα σοι ο Θεός, πάμε να φύγουμε γιε μου, αργά τους κατάλαβες» και να ησυχάσουμε αμφότεροι. Εννοείται από τώρα κάνω σχέδια να πάω μαζί του όπου πάει να σπουδάσει και να μένω κάπου απόμερα, να μην ενοχλώ. Απλά να αισθάνομαι ότι αποδράσαμε μαζί.

Είναι σκληρός διαπραγματευτής.

Χθες βράδυ έπρεπε να κάνουμε μια μάσκα για τα βρογχικά του. Δεν ήθελε. Ενώ πέρσι την έκανε με ευχαρίστηση και υπό τύπον παιχνιδιού, τώρα ξεσυνήθισε και δεν θέλει. «Δεν είναι τίποτα βρε, ώσπου να μετρήσω μέχρι το πέντε θα έχει τελειώσει», του λέω. Απάντηση άλλης πλευράς: «Μέχρι το τέσσερα θα μετρήσεις!»

Κάποια μεσημέρια πάω και τον παίρνω εγώ από το σχολείο. Μόλις με δει να μπαίνω στο νηπιαγωγείο τρέχει ενθουσιασμένος κατά πάνω μου. Τον αρπάζω και τον σηκώνω ψηλά στην αγκαλιά μου. Αμέσως γυρίζει, κοιτάζει την τάξη του και λέει όλος περηφάνια και καμάρι: «παιδάκια, αυτός είναι ο μπαμπάς μου!»

Πόσην ευτυχία να αντέξεις; Είναι ο άνθρωπος που έκανε την ευτυχία να είναι δυσβάσταχτη. Να σου υποδεικνύει την ουσία. Την τραγικότητα της υπόλοιπης ζωής σου. Ένας δάσκαλος!




Χρόνια πολλά γιε μου υπέροχε!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2019

Οι Καλύτεροι Της Δεκαετίας

Στα πλαίσια της ενότητας “τα τελευταία δέκα χρόνια” πρέπει κάπου εδώ να σου μιλήσω και για τα “πρόσωπα της δεκαετίας”, όπως ακριβώς έπραξα και όταν έκλεινε η προηγούμενη, το μακρινό πια 2009. Οι παλιοί και τακτικοί αναγνώστες θα θυμάστε ότι τότε είχα κάνει ολόκληρο βίντεο για να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα άτομα που σημάδεψαν τη δεκαετία μου 2000-09 (η παρουσίαση, μάλιστα έγινε υπό τύπον Chart Show, που μεταδιδόταν τότε στην τηλεόραση του Alpha και του οποίου προγράμματος ήμουν φανατικός τηλεθεατής), αν το ψάξετε στα αρχεία μου θα το βρείτε. 

Τώρα, λοιπόν, καλούμαι να σας παρουσιάσω τα καινούρια δέκα πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία, αλλά φοβάμαι ότι θα σας απογοητεύσω. Πρώτον γιατί την τελευταία δεκαετία δεν περιτριγυρίζομαι από χιλιάδες φοιτητές, όπως την προηγούμενη. Δεν κάνω 500 γνωριμίες κάθε χρόνο όπως όταν ζούσα στην Αγγλία και κάθε χρονιά ήταν μια καινούρια έκπληξη με τις προσωπικοτάρες που έβρισκα στον διάβα μου. Περασμένα μεγαλεία! Εγώ τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι πια δημόσιος υπάλληλος. Κάνω αμάν να εντυπωσιαστώ από οτιδήποτε ευχάριστο και ευφάνταστο. Πόσες ευχάριστες εκπλήξεις μπορεί να κρύβει μία δημόσια υπηρεσία άλλωστε, της οποίας μάλιστα, οι υπάλληλοι δεν ανανεώνονται ποτέ, αλλά οδεύουν ακάθεκτοι και ομαδικώς προς στον ίδιο τάφο; Ρητορικόν το ερώτημα.

Επομένως καλά το προβλέψατε. Αυτή τη δεκαετία δεν μπορώ να βρω δέκα ολόκληρα άτομα να σας παρουσιάσω ότι και καλά “με σημάδεψαν”. Θα σου πω τα προφανή, που είναι εύκολο να τα μαντέψετε και μόνοι σας, δηλαδή τον γιο μου, τη γυναίκα μου, τη θεατρική ομάδα (ως σύνολο όμως) και τη Μαρίνα. Η Μαρίνα μπαίνει επάξια στη λίστα, είναι μια καινούρια φίλη που έκανα τα τελευταία δέκα χρόνια και είναι κρίμα που δεν μπορώ να τη συγκρίνω με άλλα 7 άτομα για να φανεί η υψηλή της θέση στη λίστα των πιο σημαντικών ανθρώπων. Είναι σαν μία μεγαλύτερη αδελφή που δεν έχω, ένα υπέροχο πλάσμα με το οποίο η μαυρίλα και ο κυνισμός μου ήρθαν κι έδεσαν, ε, αυτά. Δεν θέλει να τη λιβανίζω δημοσίως, εκείνη ξέρει κι αυτό αρκεί.

Το ερώτημα δεν θα έπρεπε να ήταν “ποια είναι τα πρόσωπα της δεκαετίας”. Το ενδιαφέρον ερώτημα θα έπρεπε να είναι τι απέγιναν τα προηγούμενα δέκα πρόσωπα και γιατί εξαφανίστηκαν και τα κατάπιε το μαύρο χώμα; 

Δεν αναφέρομαι σε όσους φίλους ζουν εκτός Κύπρου. Με τη πλειοψηφία εξ αυτών έχω επαφές, έστω και διαδικτυακές, και όσες φορές οι συνθήκες το ευνοούσαν καταφέραμε και βρεθήκαμε. Ήρθαν στον γάμο μου, πήγα εγώ στους δικούς τους. Κατ’ ακρίβειαν αν εξαιρέσω δυο μαλακισμένες με τις οποίες τσακώθηκα και με τις οποίες δεν θέλω πλέον επαφές, οι υπόλοιποι οκτώ βρίσκονται ακόμα στα πέριξ. Κι  εδώ έγκειται το δράμα μου, εδώ υπάρχει το ζουμί. Αφού βρίσκονται στα πέριξ γιατί σπανίως βρισκόμαστε, γιατί σπανίως τα λέμε, γιατί μια φορά τον χρόνο στην καλύτερη περίπτωση, κανονίζουμε καφέ και τα συναφή; 

Εγώ αυτό το πράμα δεν το καταλαβαίνω. Πώς γίνεται άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύεσαι, τα βρίσκεις, τους πας και σε παν, να φτάνεις μια καλήν ημέρα μαζί τους στο τέλμα. Δεν πιστεύω ότι δεν αγαπιόμαστε πια. Αγαπιόμαστε. Απλώς αναλωθήκαμε. Ξεζουμιστήκαμε. Τελειώσαμε το μπουκάλι. Και αυτό είναι ως ένα βαθμό φυσιολογικό, αλλά ταυτόχρονα, βέρι σαντ! Γιατί εγώ πιστεύω ότι όταν το μπουκάλι αδειάζει, αν περνάς καλά με την παρέα, παραγγέλνεις κι άλλο ή τέλος πάντων πας μόνος σου στη βρύση και το ξαναγεμίζεις. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι απλά αποδεχτήκαμε ότι οι ζωές μας γι’ αλλού τραβήξανε και γίναμε απλά ωραίες αναμνήσεις. Ειδικά σε μια χώρα σαν τη Κύπρο στην οποία και να κλάσεις πέφτεις πάνω σε γνωστό σου. 

Έχω μερίδιο ευθύνης, δεν λέω. Αλλά δεν είδα και καμία άλλη να παίρνει πρωτοβουλία. Όλοι φταίμε. Τώρα θα μου πεις εδώ άλλες κι άλλες σχέσεις πρώτου βαθμού ξεθωριάζουν και σβήνουν. Σωστά! Θα διαιωνιστούν σχέσεις που άνθισαν λόγω των περιστάσεων; Απ’ την άλλη, γιατί όχι; Οι σχέσεις είναι σαν τα φυτά. Ώσπου τις ποτίζεις ανθίζουν. Φτάνει το πότισμα να είναι συστηματικό. Και ποιος δεν θα ήθελε ένα ωραίο κήπο με ωραία, υγειή φυτά, να λέει τον πόνο του και να τον συμπονούν; Καταντήσαμε να τον λέμε μόνο του ψυχολόγου και μάλιστα με το αζημείωτο. 

Με αγχώνει και με λυπεί το γεγονός ότι και οι καινούριες  προσωπικοτάρες θα περάσουν μια μέρα στη λήθη του βολέματος και της καθημερινότητας. Με στεναχωρεί και με αποθαρρύνει να επενδύω σε ανθρώπους όταν τελικά όλοι καταλήγουμε να επικοινωνούμε μόνο όταν πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία σε κάποιο χώρο στάθμευσης. 


Τι τα θέλεις, μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε, δεν παίρνουμε μαζί μας κανέναν για παρέα. 

Έτσι λοιπόν. Δεν υπάρχουν δέκα πρόσωπα για τα οποία να μπορώ να σου μιλήσω αυτή τη δεκαετία. Για αυτά τα τέσσερα που ανέφερα έχω αναφερθεί πολλάκις. Θα ήταν πλεονασμός και πρήξιμο να στα ξαναπώ. Ας πιούμε στα επόμενα δέκα, τότε! 


Αμήν.