Σάββατο, Μαΐου 05, 2018

Bubble Bubble

Ήρθε επίσκεψη η ξαδελφούλα του γιου μου από την Αθήνα και ζούμε σε αλλοπρόσαλλους ρυθμούς. Το σπίτι έχει τώρα δύο παιδάκια που όσο πιο κοντά προσπαθούμε να τα φέρουμε τόσο περισσότερο τσακώνονται, κι έτσι έχω αναλάβει διαρκή ρόλο διαμεσολαβητή. Σήμερα που είναι Σάββατο και προβλέπεται μακρά η μέρα αποφάσισα να πάω να αγοράσω κάτι παιχνίδια που παράγουν σαπουνόφουσκες για να τους απασχολήσω όλο το απόγευμα.

Πάω στο γνωστό και μη εξαιρετέο κατάστημα παιχνιδιών της περιοχής και λέω στην υπάλληλο:

«Ψάχνω κάτι πλαστικά πλαίσια τα οποία βουτάς σε σαπουνόνερο και παράγουν φούσκες άμα τα φυσάς!»

«Μάλιστα. Όλα τα bubble toys βρίσκονται εκεί».

Παύση ενός δευτερολέπτου. Με το που ακούω τη φράση ‘bubble toys’ από τη μυστακοφόρα κυπριοπούλα υπάλληλο ένιωσα μίαν ανεπαίσθητη νευρική ώση να διαπερνά το νευρικό μου σύστημα, αλλά δεν έδωσα σημασία.

«Ναι, αλλά αυτά που έχετε εκεί είναι πολύ μικρά σε μέγεθος και εγώ ψάχνω κάποια μεγαλύτερα».

«Χμ, δυστυχώς για bubble toys, ό,τι βλέπετε εδώ!»

Δεύτερη φορά που ακούω την ηλίθια φράση bubble toys μέσα σε ένα λεπτό. Δεν άντεξα!

«Τι bubbles και bubble toys μωρή αχλάδω;»

«Πώς είπατε;»

«Λέω! Τι bubbles και bubbles μου τσαμπουνάς; Είχες και στο τραγοχώρι σου ‘bubbles’, να σου φέξω έναν φούσκο ξεγυριστό να μάθεις να λαλείς τα bubbles, φούσκες!»

«Σας παρακαλώ, κύριε, τι τρόπος είναι αυτός;»

Πανικός στο παιχνιδάδικο - κόλαση στο Fame Story! Ένας άλλος, ελαφρώς τσιτσιφιόγκος υπάλληλος από το βάθος του καταστήματος θορυβήθηκε και έσπευσε στη σκηνή. Αμ, δεν πρόλαβε! Η συνάδελφός του ήταν ήδη δεμένη χειροπόδαρα, με το βρακί κατεβασμένο. Τσίριζε εις μάτην για βοήθεια, μα είχα προβλέψει να τη φιμώσω με κάτι παιδικά υφάσματα που χρησιμοποιούνταν στη βιτρίνα ως κουρτινούλες του σπιτιού της Μπάρμπι.

«Έλα εδώ κι εσύ να βλέπεις!» του είπα. Γύρισα προς το θύμα μου. «Κλάσε!» της είπα! «Κλάσε με ούλλη σου την δύναμη!»

Η υπάλληλος αναψοκοκκινισμένη και στα πρόθυρα της λιποθυμίας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να υπακούσει. Σφίχτηκε λίγο και φρρρρουπ, αμόλησε μία κλανιά στον αέρα. Η κλανιά διαπέρασε το πλαστικό πλαίσιο που κρατούσα κοντά στα κωλομέρια της και σχημάτισε μία ωραιότατη σαπουνόφουσκα η οποία τώρα ίπτατο αγέρωχα εντός τους καταστήματος! «Ξανά-κλάσε!» την πρόσταξα σαν άλλος μίστερ γκρέι. Απανωτά τα ππούρτου ξεπηδούσαν από το κωλαράκι της, σαν σφαίρες από πενηντάρι πολυβόλο.

Την αρπάζω από τον κότσο των μαλλιών και της στρίβω το κεφάλι. «Κοίτα, αγγλολάγνα των δύο ευρώ, κοίτα! Bubbles! Πολλά bubbles! Ππππεεεεε! Πόσα bubbles!» Η υπάλληλος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Έκλαιγε με αναφιλητά.  

Έτσι όπως την κρατούσα από τον κότσο την έριξα με δύναμη στο πάτωμα. "Φούσκες τις λαλούμεν, μαλακισμένη!" Σπαρταρούσε σαν ναρκομανής σε κρίση. Πέταξα ένα δεκάευρω πάνω στο ταμείο και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Λίγο πριν κλείσουν πίσω μου οι αυτόματες πόρτες γύρισα και την κοίταξα, ξευτιλισμένη και αποκαμωμένη στο πάτωμα με τον «Τζώρτζη» συνάδελφο από πάνω της που προσπαθούσε να την λύσει.

Τους προειδοποίησα: «Την επόμενη φορά που θα έρθω και θα ζητήσω μηχάνημα για φούσκες τζιαι θα μου τα πείτε bubble toys, τα ίδια θα έχουμε!»


Έφυγα και από εκείνη την ώρα είμαι με ένα χαμόγελο θριάμβου, απερίγραπτο!

Τετάρτη, Μαΐου 02, 2018

Στη Γαλλική Εξοχή

Μα πόσο ωραία πέρασα τις τελευταίες τρεις μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων φόρτωσα τις δουλειές μου στον κόκορα, και τη σύζυγο στο αεροπλάνο προς ολοταχώς για τη χώρα του… κόκορα! Ω, ναι, χρειάζεται συχνά πυκνά να θυμόμαστε τους λόγους για τους οποίους ερωτευτήκαμε, παντρευτήκαμε και να διασφαλίζουμε τη ψυχική μας υγεία με αποδράσεις σαν κι αυτή.

Ταξιδέψαμε στο Κολμάρ. Δεν το έχεις ακουστά; Μοντιέ! Ούτε κι εγώ το είχα. Τώρα το έμαθα. Είναι η πρωτεύουσα της Αλσατίας στα γαλλογερμανικά σύνορα. Ένα γραφικό χωριουδάκι το οποίο μαζί με δυο-τρία που το περιβάλλουν, παρομοίου μεγέθους και αισθητικής, αποτέλεσαν την έμπνευση για τον σχεδιασμό της γνωστής ταινίας του Ντίσνεϊ, «Η Πεντάμορφη και το Τέρας». Περιττό να πω, δηλαδή, ότι είχα τη Μπρέντα με το πρώτο λάλημα του κόκορα να τριγυρίζει στα χρωματιστά σοκάκια και να παριστάνει τη Μπελ, αναφωνώντας στον γνωστό ρυθμό αναρίθμητα «μπονζούρ». Είχα κι εμένα, βεβαίως, βεβαίως, να σκαρφαλώνω στις κρήνες παριστάνοντας τον Γκαστόν. Γυρίσματα κανονικά. Τώρα τι θα βγει, θα σου πω όταν κάτσω στο μοντάζ.

Πανέμορφη η γαλλική επαρχία, κι αυτό δεν είναι νέο. Ήταν ό, τι χρειαζόμασταν από κάθε άποψη. Είδαμε και εκτιμήσαμε τι πάει να πει «γραφική ύπαιθρος», αναπνεύσαμε καθαρό αέρα χωρίς αφρικανική σκόνη, τσίτωσε το δερματάκι μας από την δροσιά των άλπεων, φάγαμε τα κρουασανάκια μας, τα σοκολατένια ψωμιά μας, μαλακά σαν σύννεφο, τσακωθήκαμε και με τους Γάλλους, και μετά φύγαμε. Α, ναι! Πρέπει να το ομολογήσω. Είναι που είναι μουντρούχοι οι Γάλλοι σαν λαός γενικότερα, στην επαρχία είναι εκατόν φορές πιο χωριάτες. Μας συναγωνίζονται επάξια. Μας διώχνανε από τα εστιατόρια ενώ είχαν ελεύθερα τραπέζια, αρνούνταν να μιλήσουν αγγλικά παρόλο που καταλάβαιναν τι τους λέγαμε και γενικότερα μία συμπεριφορά τύπου «εδώ έτσι το κάνουμε κι αν σας αρέσει!» Στο τσακ γλιτώσαμε το πιάτο στο κεφάλι αφού μας σέρβιραν πολλάκις με ύφος «στον λαιμό να σας κάτσει».

Φυσικά, ξεκουράστηκα τα μάλα, έγινα άλλος άνθρωπος για τρεις μέρες, που ουδόλως χαλιέμαι από την άξεστη συμπεριφορά των Γάλλων. Χώρια που εν μέρει τους καταλαβαίνω, αφού πρόκειται για μέρος που πήζει στον τουρίστα, και έχω παρατηρήσει ότι όσα μέρη σφύζουν από τουριστική κίνηση, αργά ή γρήγορα εκδηλώνουν μία άλφα αλαζονεία. Δεν τη δικαιολογώ, αλλά την καταλαβαίνω.


Γι αυτά είμαι, όμως, αγαπητέ αναγνώστη. Αυτά ποθεί η ψυχή μου. Χρωματιστά χωριά, χαμένα στο πράσινο της Ευρώπης, ένα πράσινο που δεν επιτρέπει καν στο φως να το διεισδύσει και να το διαβάλει. Με ένα τζάκι, μία σύνδεση στο ίντερνετ και ένα γραφειάκι σε ένα ξύλινο σπιτάκι να απολαμβάνω τα βιβλία μου. Αυτά που θέλω να διαβάσω κι αυτά που θέλω να γράψω. Έτσι έπρεπε να ήταν η ζωή. Κοίτα φωτογραφίες! Κοίτα χαρά Θεού! 


Το κέντρο του χωριού. Εδώ ξετυλίξαμε το ταλέντο μας μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περίοικων.


Το ξενοδοχείο μας. Πιο κέντρο δεν γινόταν. Ολίγον μπάτε σκύλοι αλέστε, φυσικά. Μπήκαμε μέσα, τους είπαμε "ήρθαμε", ούτε που ρώτησαν ποιοι είμαστε, ούτε πόθεν ήρθαμε, ούτε στοιχεία εξακρίβωσαν, μας δώσανε το κλειδί στον τρίτο, και μας έγνεψαν να ξεκουμπιστούμε. Σας είπα, πιο "χαθείτε από μπροστά μας" αντιμετώπιση είχα χρόνια να ζήσω.


Τα περισσότερα κτήρια είναι διακοσμημένα με τέτοιες συμπαθητικές παπάρες, ήτοι λουλουδάκια, πεταλούδες, μαϊμουδίτσες, μαϊμουδίτσους, καρδούλες κτλ, που κάποιες φορές είναι απλά... τρομακτικά.


Παρόλα αυτά, τα πάντα σε συνεπαίρνουν. Είχα τσακωθεί με έναν άγνωστο στο τουίτερ, κάποτε, που τόλμησε να μου πει να αφήσω κατά μέρος τις προκαταλήψεις και να δώσω μία ευκαιρία στον αγροτουρισμό της Κύπρου. Γέλασε και ο τελευταίος πελαργός της Αλσατίας.


Μια που τους έφερε η κουβέντα. Η Αλσατία είναι γεμάτη πελαργούς (και τα σουβενίρ σιοπς επίσης). Σε πολλές στέγες θα διακρίνεις τις φωλιές τους και εκείνους σε ζευγάρια μέσα να ερωτοτροπούν. Μπόγους με βρέφη πάντως, δεν είδα να κουβαλούν.


Όπως ήδη κατάλαβες, αγαπητέ αναγνώστη, πρόκειται για μία πραγματική Ντίσνεϊλαντ. Ένα παραμύθι υπαρκτό. 


Αυτό εδώ είναι ένα γειτονικό χωριουδάκι που επισκεφτήκαμε, ονόματι Ρίκβιρ. Δέκα λεπτά μακριά με το αυτοκίνητο. Πνιγμένο στο πράσινο. Απ' τη μια μεριά τα γερμανικά σύνορα, από την άλλη τα γαλλικά, λίγο παραπέρα οι ελβετικές άλπεις, έχεις λίγο απ' όλα. Τον μεσαίωνα, κατά τη διάρκεια των πολέμων των Νορμανδών, το συγκεκριμένο χωριό κατακτούνταν εναλλάξ από τους δύο λαούς (Γάλλους και Γερμανούς) σε βαθμό που οι κάτοικοι άλλαζαν εθνικότητα έως και τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Παρόλα αυτά δήλωναν πάντοτε Γάλλοι στην ψυχή. Αφότου κατέκτησαν την ελευθερία τους, ο σοφός λαός καθιέρωσε κάθε φορά που κατανάλωνε ένα μπουκάλι κρασί να λέει "...άλλο ένα μπουκάλι που σώθηκε και δεν θα το πιει Γερμανός".


Αυτό είναι ένα άλλο χωριό που επισκεφτήκαμε, το "Καϊζερμπεργκ" το οποίο εγώ αποκαλούσα επιμελώς "Χάιζενμπεργκ" για να του αποδώσω περισσότερο ενδιαφέρον, και το οποίο πριν δύο χρόνια βραβεύτηκε ως το πιο όμορφο γαλλικό χωριό. Περνά κι ένα ποταμάκι δια μέσου του, είναι πραγματικά out of this world που λένε και οι συμπατριώτες μου. Έβγαλα και μία φωτογραφία, στην οποία μπορείς να διακρίνεις την ευτυχία στο χαμόγελό μου εν είδει φύλλου κρουασάν που κόλλησε ανάμεσα στα δόντια μου. 


Στο Κολμάρ γενικότερα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνεις. Έχει ένα εντυπωσιακό μουσείο τέχνης, απ' αυτά που με σούρνει η Μπρέντα με το ζόρι και το οποίο διεγράφη από τον εγκέφαλό μου πέντε λεπτά αφότου φύγαμε, έχει όμως κι ένα μουσείο παιχνιδιών, από το 1700 μέχρι σήμερα, το οποίο είναι συμπαθητικό, τετραόροφο και αξίζει τα λεφτά του. 


Το πήρατε χαμπάρι ότι τα παιδικά μας χρόνια μπήκαν σε μουσείο κανονικά; Τα παιχνίδια σε μουσείο, εμείς σε μαυσωλείο!


Αυτό το βίντατζ κουκλοθέατρο, πάντως, το έκλεβα με συνοπτικές αν είχα τη δυνατότητα! Έχει ολόκληρο τμήμα με κουκλοθέατρα το μουσείο τα περισσότερα με τέτοιες κακάσχημες, σατανισμένες κούκλες. Υπέροχα.


Α, ναι, το είδαμε κι αυτό. Το Κολμάρ είναι η γενέτειρα του καλλιτέχνη που λάξευσε το Άγαλμα της Ελευθερίας. Τον έχουν σε μεγάλη υπόληψη, υπάρχει και μουσείο αφιερωμένο σ' αυτόν, που ευτυχώς το γλίτωσα. Όπως βλέπετε, σε μία κίνηση που θα ζήλευε ακόμα και η Λεμεσός μας, οι Γάλλοι διακόσμησαν έναν κυκλικό κόμβο με μία απομίμηση του αγάλματος, εις ένδειξη αναγνώρισης του έργου. Λεπτομέρεια που με έκανε και γέλασα: Αρχικά το άγαλμα προοριζόταν για τους Άραβες, για να μπει στην διώρυγα του Σουέζ. Όταν το είδαν οι Άραβες, είπαν "τι ειν' τούτο" και το απέρριψαν ευγενικά. Περίλυποι οι Γάλλοι που δεν ήξεραν τι να το κάνουν σκέφτηκαν να το δώσουν στους Αμερικάνους μην πάει χαμένο. Χουζ λάφινγκ νάου; 



Αυτά από την υπέροχη Αλσατία.

Πώς πάμε εκεί; Παίρνουμε την απευθείας πτήση της Easyjet από Λάρνακα προς Βασιλεία, Ελβετίας. Το αεροδρόμιο της Βασιλείας έχει τρεις εξόδους καθότι εξυπηρετεί τρεις χώρες, βλ. Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία. Βγαίνουμε από την έξοδο που βλέπει στη Γαλλία. Από εκεί παίρνουμε λεωφορείο για Κολμάρ, το οποίο απέχει μία ώρα, πάνω κάτω. Φροντίστε να έχετε και διαβατήριο μαζί σας, γιατί αν πέσετε σε μαλάκα, Ελβετό αστυνομικό θα σας κάνει πρόβλημα με την κυπριακή ταυτότητα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν την αποδέχονται ως ταξιδιωτικό έγγραφο. Ειδικά αν είναι παλιάς έκδοσης. Εμένα με σταμάτησαν και μου είπαν ότι δεν αναγνωρίζουν αυτό το «πράμα», εγώ τους απάντησα «ούτε εγώ, αλλά τι να κάνουμε, εκεί γεννήθηκα», μου ξαναείπε «we have problems with you and those who come from Greece», και ξαφνικά χάρηκα που μας ταυτίζουν ακόμα και σε τέτοια μαλακισμένα θέματα, και μετά από πολλή διαπραγμάτευση που έφτασε τα όρια της έντασης και της παρολίγον σύλληψης, με άφησαν να περάσω.

Γυρίσαμε σπίτι και ήταν σαν να μην φύγαμε ποτέ. Μας περίμενε ο υπέροχος γιόκας μας, ο οποίος ήταν μηχανή παραγωγής τύψεων για όσο λείπαμε, αλλά μετά το ψεσινό κάζο και το σύστημα που ξεσήκωσε τελευταία να μην πέφτει να κοιμηθεί αν δεν προηγηθεί βόλτα με το αυτοκίνητο, τα ξεχάσαμε όλα, και προσγειωθήκαμε μάλλον ανώμαλα στην πραγματικότητα. 

Από τις σοκολατερί και τα πατισερί, πίσω στο μπουρδελερί!

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2018

Κύπριοι Και Παιδότοποι

Από τον καιρό που πάω με τον μικρό στους διάφορους παιδότοπους γίνομαι μάρτυς διαφόρων καταστάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν το sequel της διατριβής μου «Κύπριοι Και Αεροδρόμια» σε «Κύπριοι Και Παιδότοποι». Γιατί όπου συναθροίζονται συμπατριώτες μου αξίζει να γίνεται και μία νέα κοινωνιολογική μελέτη, αξίζει να συζητιούνται τα συμπεράσματα. Ιδού, λοιπόν, κάποια χονδρικά, προσωπικά μου ευρήματα σχετικά με το πώς κυλά η απογευματινή μου ζωή ανάμεσα σε κούνιες, τραμπάλες και τσουλήθρες.

Ο κόσμος νομίζει ότι ο παιδότοπος είναι ένα ασφαλές μέρος να εξαπολύσει το τέκνον του ενόσω ο ίδιος απολαμβάνει τον καφέ του. Δεν είναι! Ο παιδότοπος επιβάλλει την επίβλεψή σου καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής σας. Αν τα παιδιά σου είναι αρκετά μεγάλα ώστε να μην χρειάζονται την επίβλεψή σου, τότε είναι αρκετά μεγάλα για να μην παίζουν στον παιδότοπο. Ενοχλούν τα μικρότερα παιδάκια και πιθανόν να τα χτυπήσουν. Δεν το καταλαβαίνει κανείς βέβαια. Άσ’ τα μωρά να παίξουν, κι όποιον πάρει ο Χάρος. Όταν έρθει ο Χάρος, όμως, θα σου ζητούν και τα ρέστα, οπότε να επαγρυπνάς.

Προσωπικά, είμαι συνέχεια με τον γιο μου μέσα στον παιδότοπο και καταντώ να κάνω τον τροχονόμο στα μπασταρδάκια του καθενός. «Μην ανεβαίνετε στη στέγη του πλαστικού σπιτιού», «μην σπρώχνεστε», «προσέχετε τα πιο μικρά παιδάκια», «μην ανεβαίνετε τη τσουλήθρα από την ανάποδη», «μην δέρνεστε». Γιατί εγώ να μην αράζω μέσα χαλαρός με τον καφέ μου ανά χείρας σαν τους άλλους, και κάθομαι εδώ να επιβλέπω να μην σκοτωθείτε; Σας χρωστάω; Όχι βέβαια. Δεν πα να βγάλετε τα μάτια σας να ησυχάσουμε. Το χρωστάω στον γιο μου, όμως, που η άδικη μοίρα τον θέλει να πρέπει να συνυπάρξει μαζί σας. Δυστυχώς, δεν το λέει η καρδιά μου να βλέπω παιδάκια, (έστω παιδιά άλλων) να κινδυνεύουν κι εγώ να «παίζω πελλόν», οπότε αναπόφευκτα επεμβαίνω, αναπόφευκτα νευριάζω, αναπόφευκτα βλαστημώ.

Οι Κύπριες μάνες όταν με βλέπουν μπάστακα μέσα στον παιδότοπο, αισθάνονται αμηχανία. Εννοείται ότι όσες φορές έτυχε να μιλήσω σε κάποιαν, αυτή με απέφυγε θεωρώντας ότι της την πέφτω. Ότι της κολλώ, κατά το κυπριακότερον. Μπορεί, φερ’ ειπείν να πεις σε μία μητέρα «το κοριτσάκι σας κλαίει και ζητά νερό», όπως τις προάλλες, και εκείνη αντί να σε ευχαριστήσει που την ενημέρωσες, να σε αγνοήσει πλήρως, είτε από αγένεια, είτε από έλλειψη βασικής κοινωνικής μόρφωσης. Εισπράττω και μία ενέργεια του τύπου «ένας μπαμπάς μόνος του, προφανώς ψάχνεται, δεν του δίνω θάρρος, εγώ το τιμώ το στεφάνι μου», αλλά επειδή δεν μπορώ να το τεκμηριώσω, το αφήνω να περάσει. Ναι, γενικότερα, το να πρέπει να συνδιαλεχθείς με άλλη μάνα σε παιδότοπο είναι απογοητευτικό. Κι αν είσαι ελεύθερος φίλε αναγνώστη, αυτοκτόνα. Δεν έχουν απομείνει γυναίκες σ’ αυτή τη χώρα.

Τα παιδιά βρίσκουν διασκεδαστικό το ότι ένας μαντράχαλος του ύψους μου συνυπάρχει με τον γιο του στον παιδότοπο και χαριεντίζεται ποικιλοτρόπως. Μία φορά ένα κοριτσάκι που διασκέδαζε με το όλο θέαμα, ήρθε και μου είπε ότι θέλει μία αγκαλιά. Αντιλαμβάνεσαι ότι κρύος ιδρώτας με περιέλουσε και δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένας άντρας που αγκαλιάζει ξένα παιδάκια σε ένα παιδότοπο δεν θέλει και πολύ χαρακτηριστεί παιδεραστής. Σε παιδί μαλάκα να πέσεις, και να σε καταγγείλει, τύπου: «μπαμπά, αυτός ο κύριος με αγκάλιασε και με χούφτωσε» πας άκλαφτος. Ευτυχώς στρόφαρα εγκαίρως και είπα ότι «όλα τα παιδάκια πρέπει να κάνουν μία ομαδική αγκαλιά μεταξύ τους», έτσι απέφυγα την οποιαδήποτε επαφή. Βέβαια, αν ήμουν γυναίκα δεν θα υπήρχε ίχνος παρεξήγησης στο να αγκαλιάζω ξένα παιδάκια μέσα σε έναν παιδότοπο, αλλά δυστυχώς άμα είσαι άντρας κάτσε να πείσεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Μία άλλη φορά, σε έναν άλλο παιδότοπο, άκουσα δυο κυρίες να κουτσομπολεύουν μία γνωστή μου. Έλεγαν ότι «δεν είναι καλή μάνα». Τη χαρακτήρισαν έτσι επειδή θεωρούσαν ότι βάσει των δικών τους πιστεύω και βάσει των δικών τους παιδαγωγικών μεθόδων δεν ανταποκρινόταν επαρκώς. Το κακό είναι ότι εν μέρει συμφώνησα, από μέσα μου. Το καλό είναι ότι το παιδάκι της είναι μια χαρά ευτυχισμένο και καρφί δεν του καίγεται αν η μαμά του διαφοροποιείται από τον μέσο τρόπο διαπαιδαγώγησης που έχουμε συνηθίσει στην Κύπρο. Έχω πλέον αναθεωρήσει και χωνέψει ότι το μοναδικό άτομο που μπορεί να κρίνει αν είσαι καλός γονέας είναι το παιδί σου, και αυτό, αφότου ενηλικιωθεί. Κανένας άλλος δεν μπορεί να σε κρίνει. Ούτε η σύζυγός σου, ούτε η μάνα σου. Προσωπικά αφότου πέθανε ο πατέρας μου του αναγνώρισα κάποια θετικά χαρακτηριστικά που είχε στον τρόπο που μας μεγάλωνε. Ενόσω ζούσε δεν του αναγνώριζα κανένα. Και ό, τι κι αν λέτε, σημασία έχει τι πιστεύει ο άμεσα ενδιαφερόμενος. Εγώ. 

Και ναι, ποια είσαι εσύ που θα κρίνεις αν η άλλη είναι καλή μάνα ή όχι; Ο γιος του Πάμπλο Εσκομπάρ, του Κολομβιανού μαφιόζου, έγραψε ολόκληρο βιβλίο στο οποίο χαρακτήριζε τον πατέρα του τον καλύτερο που θα μπορούσε να φανταστεί. Αναγνώριζε την εγκληματική του πλευρά και δεν τον αθώωνε για όσα διέπραξε, αλλά στην παιδική του ψυχούλα αλλιώς τον είχε χαράξει και καταγράψει. Και εν τέλει αυτό είναι που μετράει. Να το εμπεδώσουμε και οι υπόλοιποι. Δεν είμαστε καλοί γονιοί επειδή ακολουθούμε ντιρεκτίβες, επειδή διαβάσαμε σχετικά βιβλία ή επειδή τον ταΐζαμε κέηκ χωρίς ζάχαρη. Καλοί γονιοί θα θεωρηθούμε αν λίγο πριν πεθάνουμε το ακούσουμε από τα χείλη τους και αν το λένε με όλη τους την καρδιά. Αν δεν το πουν, δεν πειράζει, μικρό το κακό, ούτως ή άλλως μετά από λίγο θα πεθάνουμε.

Κατά τα άλλα, μισώ τους παιδότοπους της Κύπρου και θεωρώ ότι είναι όλοι πολύ basic, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και απορώ με τον εαυτό μου πώς τόσα χρόνια δεν είχα κάνει ένα δάνειο να ανοίξω ένα θεματικό πάρκο στα πρότυπα της Ντίσνεϊλαντ, να ξεστραβωθούν τα τέκνα μας, που εν έτει 2018 ακόμα μεγαλώνουν με τραμπάλες, κούνιες και λοιπά ξεπερασμένα παιχνίδια μπυθουλέικα. Όχι ότι μας αξίζει κάτι καλύτερο. Κουβέντα να γίνεται. 

Τρίτη, Απριλίου 24, 2018

Και Το Όνομα Αυτού

Καλημέρα σας και τον κακό σας τον καιρό.

Προχθές βράδυ σηκώθηκα να πάω θέατρο, στο έργο «Και Το Όνομα Αυτού» που παίζεται στο Flea Theater, το οποίο αν δεν το έχεις ακουστά, βρίσκεται στο τέλος του κόσμου, γνωστόν και ως Καϊμακλί. Πρώτη φορά πήγαινα στο συγκεκριμένο μέρος, το θέατρο (αν μπορείς να το πεις θέατρο και όχι γκαράζ) στεγάζεται μέσα στην αγορά, στην οποία, παρεμπιπτόντως, βρήκα τεράστιους θησαυρούς από τη δεκαετία του ’80. Αν είχα λεφτά για πέταμα θα τους αγόραζα όλους. Δίσκοι βινυλίου, Cd’s, παλιά περιοδικά, αντίκες, τα πάντα! Βρήκα ακόμα και ένα παιχνίδι που επιθυμούσα να αγοράσω διακαώς από τον Πισσαρίδη τω καιρώ εκείνο, το οποίο ήταν ακριβό για την εποχή του και αρνούνταν να μου το πάρουν, και στο τσακ συγκρατήθηκα να μην αποδώσω δικαιοσύνη έστω και τριάντα χρόνια μετά.

Μπαίνουμε στο θέατρο, που λες, βλέπουμε μια σειρά από άδειες θέσεις στην πρώτη γραμμή, πάμε να καθίσουμε, αλλά δεν μας επιτρέπει η ταξιθέτις, «είναι κρατημένες». Μα, καλά, ποιος επίσημος θα σας κάνει την τιμή μες την αγορά του Καϊμακλιού και θέλει να κρατήσει και θέσεις; Εδώ είμαστε σαν να καθόμαστε στην κερκίδα της ΕΘΑ Έγκωμης! Προς τι τόση επισημότις; Τέλος πάντων, καθίσαμε πιο πίσω και περιμέναμε το έργο να αρχίσει. Λίγο πριν το τρίτο κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει το… αίσχος!

Pics or it didn't happen.


Κι εδώ με κυνηγάς, βρε γρουσούζη; Φτου! Φτου! Φτού! Έφτυνα στον κόρφο μου σαν την Βλαχοπούλου στη Χαρτοπαίχτρα. Ανάθεμα την ώρα που ήρθα να δω παράσταση στην οποία συμμετέχει και η κόρη σου! Που είναι να απορείς μετά από αυτή την καταστροφική διακυβέρνηση ποιος άνθρωπος μαλακώνει την καρδιά του και της δίνει ρόλους! Αντί να τους αποκλείσουμε οικογενειακώς από παντός είδους κοινωνικές συνευρέσεις, ακόμα χαριεντιζόμαστε μαζί τους. Τους κρατάμε και θέσεις!  Χαλάστηκα τα μάλα με το που έπεσα πάνω στους δικτάτορες του 2008-2013. Και τώρα που στα περιγράφω, κάγκελο η τρίχα από την αναγούλα. Άρχισε η παράσταση και αντί να συγκεντρωθώ στο έργο παρακολουθούσα με τι είδους αστεία γελούσε η διάνοια Χριστόφια και η αυτού εξοχότις Ελιζαμπέτα. Περιττό να μπω σε λεπτομέρειες. Αν είχε ένα παλιάτσο να κάνει τούμπες και να πέφτει κάτω θα είχαν ξεκαρδιστεί. Οποιοδήποτε χιούμορ απαιτούσε την ελάχιστη ύπαρξη φαιάς ουσίας, περνούσε και δεν ακουμπούσε.

Στο διά ταύτα όμως. Το έργο ήταν πολύ καλό. Από αυτά τα ψυχολογικά που μου αρέσουν. Πάει να συμφάγει μία παρέα και μέχρι το τέλος του δείπνου γίνονται όλοι κώλος. Το «να πάτε να γαμηθείτε όλοι» που αναφωνεί η πρωταγωνίστρια στο τέλος ήταν η αγαπημένη μου ατάκα από όλο το έργο. Τα συνοψίζει όλα. Θυμίζει λίγο τον «Θεό της Σφαγής». Επίσης, πραγματεύεται ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, που ταλανίζει ευρέως το κυπριακό κοινό, και δη την ονοματοδοσία τέκνου. Ο πατέρας επιθυμεί να βαφτίσει τον γιο του «Αδόλφο» και ξεκινά μία αντιπαράθεση κατά πόσον ενδείκνυται να δίνουμε στα παιδιά μας ονόματα δικτατόρων, δολοφόνων ή τέλος πάντων ονόματα ανθρώπων που στιγμάτισαν αρνητικά την ανθρωπότητα. Εδώ το είχα να φωνάξω «να καταργηθεί και το Δημήτρης!», αλλά λυπήθηκα τους ηθοποιούς. Οι ηθοποιοί, πλην της κόρης του Χριστόφια που δεν μπορώ να της αποδώσω άλλη ιδιότητα πλην αυτής της «κόρης του Χριστόφια» και την οποία αδυνατώ να κρίνω ως ηθοποιό, ήταν καλοί. Ο Νεκτάριος Θεοδώρου και ο Βαλεντίνος Κόκκινος, εξαιρετικοί. Επίσης, να πω ότι μου άρεσε το σκηνικό, ήταν πολύ «cosey» που λένε και οι πλούσιοι, αλλά ο ήχος ήταν πολύ μπουκωμένος και οι θέσεις στις οποίες καθόμασταν, άθλιες. Γενικότερα αυτού του έργου και αυτής της παράστασης της άξιζε καλύτερος χώρος, περισσότερο κοινό και καλύτερη προώθηση. Όταν όμως το θέατρο της Κύπρου απευθύνεται σε ένα κοινό της τάξης του 2%, το ότι βλέπουμε παραστάσεις έστω και υπό τοιαύτας συνθήκας με παρηγορεί.

Για να καταλάβεις, εγώ πλέον στις παραστάσεις συναντώ πάντα τα ίδια πρόσωπα. Με τα χρόνια έχουμε γνωριστεί οι θεατές μεταξύ μας. Το 50% των θεατών είναι ηθοποιοί που ήρθαν να δουν συναδέλφους τους και το άλλο 50% ερασιτέχνες σαν εμάς που ψάχνουν έργο για να παίξουν του χρόνου. Βάλε και 2-3 θείες, συνταξιούχες που ήρθαν με δωροκουπόνι και είσαι κομπλέ. Σύνολο, πενήντα άτομα. Με πενήντα άτομα, μάλλον, ανοίγεις σαμπάνιες. Ξεπούλησες. 

Με το που τελείωσε η παράσταση ο Χριστόφιας αποχώρισε στα μουλωχτά, σαν τον κλέφτη. Η λιμουζίνα τον περίμενε απ’ έξω, ένας κακομοίρης σωφέρ που τον πληρώνουμε εσύ κι εγώ του άνοιξε την πόρτα και χώθηκε στο πίσω κάθισμα σαν τον ασβό μετά της πανωραίας συζύγου του.


Θεέ μου, μία νύχτα λέμε να βγούμε και δεν προλαβαίνουμε να γαμωσταυρίζουμε.  

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2018

Not Your Toy, You Stupid Boy

Τα Γιουροβιζιακά τύμπανα θα τα βαρέσω νωρίς φέτος, ειδικά για 2-3 φανατικούς αναγνώστες του είδους που με διαβάζουν και με απολαμβάνουν όταν παίρνω τόσο σοβαρά, κατά τα άλλα ελαφρά ζητήματα. Θα επανέλθω και με πιο εντατικά κείμενα την εβδομάδα του διαγωνισμού, αλλά σήμερα θα ήθελα να αναφερθώ στο φαινόμενο της συμμετοχής του Ισραήλ που φαίνεται να κερδίζει έδαφος και να θεωρείται το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Φαντάζομαι θα το μάθατε ήδη. Η νικήτρια του Ισραηλινού Rising Star θα εκπροσωπήσει τη χώρα με ένα τρομώδες σουξέ, ένα τραγούδι που έγραψε ο ίδιος συνθέτης που συνέθεσε το 2015 το Golden Boy και είχε γίνει καλοκαιρινή επιτυχία και διασκευή απ’ τη Φουρέιρα. Φέτος του έκατσε κάπως καλύτερα η συνταγή, και το άσμα συνδυασμένο με κάποια άλλα μαγικά στοιχεία, μετρά ήδη περισσότερα από 1,5 εκατομμύρια κλικς στο Youtube, ενώ τα γραφεία στοιχημάτων το φέρνουν εύκολα πρώτο. Επίσης, έχει γίνει viral (σιχαίνομαι τον όρο), ακόμα και σε φυλή της Αφρικής που φαίνεται να διασκεδάζει χορεύοντάς το. «Toy» ο τίτλος του τραγουδιού, και ερμηνεύεται από την πληθωρική Νέτα Μπαρζιλάι.


Προφανώς και το βίντεο κλιπ προσθέτει στο τραγούδι. Υπό άλλη οπτική, παίζει και να μην αφορούσε τόσο. Ωραία χρώματα. 

Το τραγούδι το θεωρώ αριστούργημα, παρόλα αυτά δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να κερδίσει. Θα σου εξηγήσω πιο κάτω. Πρώτα από όλα, θεωρώ τρομερά εθιστικό το ρεφρέν και τον αμανέ που το συνοδεύει. Ο στίχος “I am not your toy, you stupid boy”, είναι κατά τη γνώμη μου αυτό που οι Εγγλέζοι αποκαλούν μπρίλιαντ, ευφυέστατος δηλαδή, και ο σαρκασμός που προκύπτει από την ερμηνεία μίας άσχημης κοπέλας μόνο έξτρα πόντους του προσδίδει. Chapeaux, που λένε και οι Γάλλοι, τόσο για την σύλληψη της ιδέας, όσο και για το attitude με το οποίο σερβίρει το τραγούδι η συγκεκριμένη τραγουδίστρια. Η συγκεκριμένη τραγουδίστρια η οποία σε κάποια… κουφή φάση μιμείται την… κότα. Επιπλέον η  προσωπικά αγαπημένη στιγμή είναι εκείνη στο δεύτερο κουπλέ που αναφωνεί «κουλουλού-κουλουλού» εις διπλούν με τα ταμπούρλα να ξεσαλώνουν. Δεν ξέρω αν σημαίνει κάτι η συγκεκριμένη φράση, αλλά ακόμη κι ως αλαμπουρνέζικα το βρίσκω τρομερά εμπνευσμένο. Κουλουλού-Κουλουλού! Υπέροχο.

Έχω όμως και ενστάσεις.

Πρώτα απ’ όλα, από τη μέρα που οι Ισραηλινοί συνειδητοποίησαν την απήχηση του τραγουδιού και είδαν πως ο δρόμος για την πρωτιά είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα, προσπάθησαν να διασυνδέσουν το τραγούδι τους με μία random εκστρατεία περί φεμινισμού, σεξουαλικής κακοποίησης, και ό, τι άλλη κοινωνιολογική παπάρα κυκλοφορεί προκειμένου να κερδίσουν περαιτέρω ψήφους. Πόσο θυμώνω που δεν μπορούν να αφήσουν τ0 μεγαλείο της ποπ μουσικής να μιλήσει μόνο του. Το τραγούδι είναι μία παπάρα. Τίποτα περισσότερο. Έτυχε και πέτυχε και είναι υπέροχο. Δεν είναι ανάγκη σώνει και καλά να του κοτσάρουν κοινωνικό μήνυμα. Μας αρέσει κι έτσι. Αλλά, σου λένε, κέρδισε το ’15 ο Σουηδός με μήνυμα κατά του σχολικού εκφοβισμού (we are the heroes of our time – bullshit), κέρδισε το ’16 η Τουρκο-Τζαμάλα με μήνυμα προσφυγικό (bollocks), βγήκε και ο Πορτογάλος πέρσι και μίλησε για την απάθεια της Ευρώπης ως προς το προσφυγικό, ε, ας πούμε κι εμείς κάτι φέτος να δικαιολογήσουμε το αίσχος. «Γυναικεία κακοποίηση», «Τα Πάχη Μου - Τα Κάλλη Μου», «Σοφία Βογιατζάκη Fans United!» και άντε στο καλό.

Επιπλέον, το Ισραήλ δεν μου είναι συμπαθής χώρα. Μια χαρά τη συμπαθώ όταν συμμαχεί στα πολιτικά με την Κύπρο και στα περί ΑΟΖ. Αλλά όσον αφορά τη Γιουροβίζιον, ως χώρα, στον λαιμό μου κάθεται. Δεν θέλω να κερδίσει. Όσες φορές ανέλαβε να διοργανώσει στο παρελθόν τον διαγωνισμό μόνο μπελάδες μας προκάλεσε λόγω της πολιτικής αστάθειας στην περιοχή. Δεδομένου του πρόσφατου παρελθόντος σε εξίσου ασταθείς περιοχές, βλέπε Ουκρανία πέρσι αλλά και Αζερμπαϊτζάν παλιότερα, δεν ξέρω κατά πόσον η EBU θα ευνοήσει μία νίκη τους. Βέβαια οι Ισραηλινοί τα πάνε καλά με τις χρονιές που λήγουν σε -8. Κέρδισαν για πρώτη φορά το 1978, μετά ξανά το 1998, ενώ τα ταρώ τους ήθελαν να κερδίζουν και το 1988.

Ναι, τα ταρώ! Άκου, εν τάχει, μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Η Δάφνη Μπόκοτα είχε αναφέρει στο βιβλίο της, 18 Χρόνια Γιουροβίζιον, ένα ενδιαφέρον περιστατικό. Το 1988 στο Δουβλίνο, η δημοσιογράφος του Ισραήλ που ήταν υπεύθυνη για την τηλεοπτική αναμετάδοση του διαγωνισμού, ασχολούνταν με τα ταρώ. Είχε πει, τότε, ότι τα χαρτιά έβγαζαν νικητή στον διαγωνισμό τη χώρα που θα εμφανιζόταν στον αριθμό 8, δηλαδή το Ισραήλ που είχε κληρωθεί σ’ εκείνη τη θέση. Έλα, όμως, που η Κύπρος που θα εμφανιζόταν στη γρουσούζικη δεύτερη θέση αποσύρθηκε κακήν κακώς ένα μήνα πριν από τον διαγωνισμό κι έτσι το Ισραήλ αναπόφευκτα έπεσε στην έβδομη σειρά εμφάνισης. Στην όγδοη θέση τελικά εμφανίστηκε η Ελβετία, η οποία και εν τέλει κέρδισε με τη Σελίν Ντιόν και μόνο κατά ένα βαθμό διαφορά από τον δεύτερο. Απίστευτο;

Έτσι που λες με το Ισραήλ και τα 8αρια. Πολλοί θεωρούν ότι μετά το 1978 (a-ba-ni-bi), και το 1998 (Dana International), το 2018 θα 'ναι ξανά δικό τους.

Πάντως, η ιστορία θέλει τα φαβορί να καταποντίζονται το βράδυ του διαγωνισμού και δεδομένου πως τα τελευταία τρία χρόνια, η Ιταλία με τους Il Volo και τον Gabbani έχασε, και ο Γάλλος μία απ’ τα ίδια το 2016, δεν αποκλείεται να καταποντιστεί και η Νέττα αν εκείνο το βράδυ η σκηνή… «δεν την χωράει».

Κι ας περάσουμε στο δεύτερο αγαπημένο μου για φέτος, τη γαλλική συμμετοχή. Η Γαλλία στέλνει ένα πανέξυπνο τραγούδι, ένα ποίημα, που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα. Λέγεται Mercy και είναι το όνομα ενός κοριτσιού που γεννήθηκε μέσα σε μία βάρκα προσφύγων που κατέφυγε από τη Λιβύη στη Γαλλία. Το τραγούδι είναι ένα μνημόσυνο «για όλα τα παιδιά που τα κατάπιε η θάλασσα», και διαθέτει συγκλονιστικό στίχο «Je m’ appelle Mercy, je vais bien merci» (Με λένε Μέρσι, είμαι μια χαρά ευχαριστώ). Το mercy άνετα μεταφράζεται και ως οίκτος, αντιλαμβάνεσαι το «προχώ» του πράματος.



Από τον καιρό που έγινα πατέρας ανέπτυξα μία αναπάντεχη ευαισθησία σε ότι αφορά τα παιδικά δράματα, οπότε δεν μπορώ παρά να παρακαλώ να κερδίσει αυτό το τραγούδι. Το θεωρώ ό, τι χρειάζεται ο διαγωνισμός σήμερα, παρόλο που είμαι δηλωμένος πολέμιος του μουσικού ακτιβισμού. Θέλω πάρα πολύ να κερδίσει η Γαλλία που έχει να δει βραβείο από το 1977, θέλω πάρα πολύ να διοργανώσει μία από τις big5 τον διαγωνισμό στο άμεσο μέλλον και να του προσδώσει την αίγλη που του αξίζει (φέτος οι Πορτογάλοι λόγω οικονομικής δυσχέρειας θα το παίξουν μινιμάλ κουλτούρα, εν ολίγοις σαν talent show στο TVOne), αλλά και γενικά επειδή συμπαθώ τους Γάλλους σαν λαό. Από την άλλη, οι ίδιοι προχθές βομβάρδισαν τη Συρία ελαφρά τη καρδία. Τα Mercy-Mercy σας μάραναν, μαλάκες!

Με τούτα και με εκείνα έχω κάθε λόγο να θέλω νίκη του Ισραήλ και της Γαλλίας και κάθε λόγο να μην επιθυμώ νίκη του Ισραήλ και της Γαλλίας.

Ας το πάρουμε εμείς μια φορά που το πήραμε λίγο πιο στα σοβαρά. Τζαι μιαν φοράν η Κύπρος, σιόρ!

Το itunes όπως κάθε χρόνο μίλησε, ιδού το chart όπως διαμορφώθηκε από το play-count του αυτοκινήτου μέχρι στιγμής. Θα τα ξαναπούμε, βέβαια, εν ευθέτω χρόνω, αλλά πάνω κάτω είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό. Κάνε κλικ για μεγέθυνση:





Δευτέρα, Απριλίου 16, 2018

#Faceblock

«Έλα να βγάλουμε μία φώτο, καλό μου, να απαθανατίσουμε τη στιγμή».

Πάντα αγαπούσα τις οικογενειακές μαζώξεις του Σαββάτου. Από μικρός, στο σπίτι της γιαγιάς, που έκαναν αμάν να μας χωρίσουν, που έκαναν αμάν να μας πείσουν να συγυρίσουμε. Ευχής έργον ότι μπορώ και τα απολαμβάνω ακόμα από καιρού εις καιρόν. Αυτά σκέφτηκα και πήρα πόζα δίπλα τους.

«Ναι, αλλά μην τυχόν και την ανεβάσεις Facebook. Είδες τι κάθαρμα αποδείχτηκε ο Ζούγκερμπεργκ!»

«Αυτά τα Ζούκερμπεργκ» που τρώτε, βλάπτουν», είπε η γιαγιά σε μία από τις διαυγείς εκλάμψεις της. Δεν δώσαμε σημασία.

«Έλεος με τον Ζούγκερμπεργκ ή Ζάκερπεργκ ή πως στον διάολο τον λένε. Ότι δηλαδή εσείς όταν ανοίγατε λογαριασμό στο Facebook αναμένατε φουλ εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα. Εξωσυζυγικό ραντεβουδάκι κανονίζατε;»

«Λογαριασμό στο Facebook; Εγώ έχω ανοίξει λογαριασμό στη Συνεργατική! Καλά έκαμα;» συνέχισε η γιαγιά μιλώντας μόνη της.

«Εντάξει δεν περίμενα και να παραμείνουν επτασφράγιστα μυστικά, αλλά δικαιούμαι να έχω τα προσωπικά μου δεδομένα ασφαλή. Είδες τι πρόστιμο έφαγε η Νατάσα Παπαδοπούλου τις προάλλες από την Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων;»

«Να πας στην Επίτροπο να καταγγείλεις τον Ζούκερμπεργκ τότε. Και να της πεις ότι μπήκες στο Που Πήγαμε Και Δεν Μας Άρεσε, έβρισες τον σουβλιτζή που σου υπερχρέωσε τη σεφταλιά και ότι τώρα νιώθεις εκτεθειμένη που βρέθηκε κάποιος να διαρρεύσει την πληροφορία. Αυτό κι αν είναι σκάνδαλο που απασχολεί την παγκόσμια ειδησεογραφία!»

Η γιαγιά άρχισε να υποψιάζεται πως συζητάμε κάτι πολύ σοβαρό.

«Πείτε μου κι εμένα, μάνα μου. Θα βάλετε τη φωτογραφία στο ίντερνετ; Να προσέχετε υπάρχουν παιδερασταί!»

Το ότι στα 38 μου θεωρούμαι ακόμα αντικείμενο εκμετάλλευσης παιδεραστή στα μάτια της γιαγιάς μου το λες και γλυκό. «Μην ανησυχείς γιαγιά, προσέχουμε!» «Να προσέχετε. Η αστυνομία όλη μέρα βγάζει ανακοινώσεις για να μην βάζουμε φωτογραφίες των μωρών σ’ αυτά που μπαίνετε!»

«Θα φωτογραφηθούμε ή όχι, ρε παιδιά, να ξέρουμε. Προσπελάσαμε όλες τις συμπληγάδες ή αδίκως στήθηκα;»

«Να φωτογραφηθούμε, μόνο μην με κάνετε tagged. Υποτίθεται ότι τώρα είμαι στο σπίτι, κρεβατωμένη από τη σκόνη και με λοιπά αναπνευστικά. Μην δει η «τάδε» πως είμαι εδώ μαζί σας και παρεξηγηθεί». 

-Μα μπορεί να σε δει από τον δικό μου λογαριασμό, παιδί μου. Δεν τη γλιτώνεις».

«Ε, δεν ξέρω, μην την ανεβάσεις καν. Βάλτην μόνο στο Ίνσταγκραμ!»

«Να σου πω Χρίστο μου, το χάπι που μου έδωσε ο γιατρός για την καρδιά μου, των πόσων ίνσταγκραμ είναι;»

«Των χιλίων likes γιαγιά μου!»

«A, ωραία!»

«Το ξανασκέφτηκα. Να τη βάλεις τη φωτογραφία, χέστηκα. Κι αν τη δει η τάδε και παρεξηγηθεί, να πάει να γαμηθεί».

«Όχι, όχι, άκυρο! Αν μας δει έτσι που είμαστε εδώ μια ωραία ατμόσφαιρα μπορεί να μας ματιάξει! Και αυτής πιάνει πολύ το μάτι της».

«Ε, δεν πειράζει, έχουμε εδώ τη γιαγιά να μας ξεματιάξει!»

«Στο χωριό μου έχει πεθάνει άνθρωπος από μάτι! Βασκανία, βα-σκα-νία!» συμπλήρωσε η γιαγιά περισπούδαστα, σε ύφος γιατρού που γνωματεύει ενώπιον μου-μου-ε.

«Πάτα το κουμπί, το γαμημένο, να βγούμε. Είναι κρίμα να μην θυμόμαστε αυτή την ωραία μέρα, μιας που μαζευτήκαμε. Και ξέρω τρόπο να την ανεβάσω και να μείνουμε όλοι ευχαριστημένοι».

«Για να δω, Χρίστο μου, βγήκα καλή;» ρώτησε η γιαγιά.



«Κούκλα!»