Σάββατο, Απριλίου 14, 2018

Συνεδριακό

Όπως σας έχω ξαναγράψει, στα επαγγελματικά συνέδρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση περνώ φανταστικά. Από την ώρα που πατώ το πόδι μου στο εκάστοτε κέντρο συνεδρίων αισθάνομαι τρομερά «μικρός» και συναρπάζομαι από το πόσα πράγματα μαθαίνω, κι από όσα ακούω και βλέπω. Υπάρχουν και οι στιγμές που βαριέμαι και κοιτάζω το ρολόι, βεβαίως, αλλά ως επί το πλείστον ο νους μου παραμένει συγκεντρωμένος και ενεργός, πράγμα σπάνιο στην κυπριακή μου καθημερινότητα όπου ο εγκέφαλος, όσος έμεινε, δεν αντέχει να αναλώνεται πουθενά και απλά λειτουργεί στο ρελαντί.

Θα σου γράψω αύριο για ένα θέμα που συζητήθηκε στο συνέδριο και το οποίο χρήζει ξεχωριστής συζήτησης. Σήμερα θα σου πω ότι στο Συνέδριο πήγα και κάθισα τυχαία δίπλα από μία κοπέλα, η οποία με τα πολλά μου προέκυψε Ιταλίδα, και η οποία εργάζεται στην Ντίσνεϊ. Στο συνέδριο ήρθε για να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και λοιπά ευρωπαϊκά νομοσχέδια προκειμένου να συμβουλεύσει νομικά τους πελάτες της – την Ντίσνεϊ δηλαδή, για το πώς πρέπει να κινηθεί τώρα που σχεδιάζει τη δική της πλατφόρμα περιεχομένου (στα πρότυπα του Νετφλιξ), αλλά και γενικότερα το πώς πρέπει να αποδίδονται οι χαρακτήρες στις ταινίες της (τώρα που όλα πρέπει να προσαρμόζονται στις ευρωπαϊκές κορεκτίλες που δεν θίγουν φύλα, φυλές και μειονότητες – αυτά τα οποία θεωρώ υπερβολικά).

Περιττό να πω πόσο ζήλεψα γενικά την εργασία της και πώς ευχόμουν να γίνει ένα επιτόπιο θαύμα και να με αρπάξει ένα αόρατο, θεϊκό χέρι και να με πάει στη Ντίσνεϊ να κάνω το ίδιο. Συζητήσαμε αρκετή ώρα και όταν είδε ότι είμαι ένα γνήσιο Ντίσνεϊ φρικ, με πτυχίο νομικής μου είπε ότι διαθέτω το σωστό προφίλ για να εργαστώ εκεί. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου, κύριοι. Θα μπαίνω και στα πάρκα δωρεάν, θα πετάγομαι στη Ντίσνεϊλαντ όποτε θέλω, μούχτιν! Αλλά θα πρέπει να ζω στις Βρυξέλλες. Και αν είναι να φύγω από το χωριό που κάνει πάντα ζέστη, για να ζήσω στο χωριό που κάνει πάντα κρύο, να λείπει το βύσσινο. Τη ζήλεψα πάντως την κυρία, καθίσαμε και φάγαμε μαζί στο διάλειμμα και μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι και θυμήθηκα πως είναι να κάνεις ακόμα παρέα με τους ζωντανούς.

Ήπια και μπύρες ένα βράδυ στο  μπαρ του ξενοδοχείου με έναν Σκανδιναβό συνάδελφο, ετών 28, με γνώσεις, όμως, 40αρη, που ήταν κατατοπισμένος πλήρως περί Κυπριακού προβλήματος και παντός προ-βλήματος. Συζητήσαμε από τα ενεργειακά της Μεσογείου μέχρι τα περί Μπρέξιτ και συμφωνήσαμε ότι όλοι κατά βάθος ευχόμαστε οι Εγγλέζοι να φάνε μεγάλη φάπα μετά την έξοδο του Μεσολογγίου που ετοιμάζουν. Πόσο χαίρομαι όταν ταυτίζονται οι απόψεις μου και με άλλους. Όση ώρα τα πίναμε ούτε για το «πώς τα πάμε με το μωρό» με ρώτησε, ούτε αν περπάτησε, ούτε αν «κοιμόμαστε τα βράδια», ούτε «σε ποιο νηπιαγωγείο τον γράψαμε και αν αυτό βασίζεται στο σύστημα Μοντεσόρι, ή στο να σε φαν΄οι ψώροι!» Μα δεν είναι αυτά τα θέματα ενδιαφέροντα; Γιατί στην Κύπρο μόνο γι’ αυτά συζητάμε τα τελευταία δύο χρόνια.

Γνωρίστηκα και με τους Τούρκους συναδέλφους. Βασικά, την παθαίνω κάθε φορά, αφού όποτε δω φάτσα κυπριακής αισθητικής πάω και συστήνομαι και στο τέλος αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για Τούρκους. Πονάει, αλλά το έχω πάρει απόφαση ότι είμαστε τουρκόσποροι που μιλούν Ελληνικά. Τι ν στην Αγγλία 輓℠ꒅ℠᱀飈ෛ耀ොᗔ쮠ᦊ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽α κάνω ο καψερός, ξεχνώ ότι οι Τούρκοι αλωνίζουν στην ΕΕ ασχέτως αν δεν είναι ακόμα μέλη. Μην ανησυχείτε, στάθηκα στο ύψος μου, που είναι ούτως ή άλλως μπόλικο, χαμογέλασα και ξεδίπλωσα όλη μου τη διπλωματία, μην τυχόν και διαταραχθεί το καλό, πλην δουλοπρεπές κλίμα και ξεσηκωθεί η προοδευτική περιρρέουσα. Ρώτησα χαμογελαστά πώς πάνε τα πράγματα εκεί, μου είπαν ότι ο Ερντογάν έκανε τη χώρα ξανά θαυμάσια, ότι η επανεκλογή του το 2019 είναι σίγουρη, και ότι περνούν την καλύτερη τους φάση. Λες και δεν τα ξέραμε.. Τους είπα good for you. Ακολούθησε αμήχανη σιωπή τριών δευτερολέπτων και κάνοντας μία σφιχτή χειραψία επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Δεν την ξαναπαθαίνω!

Και τώρα δυο λογάκια για τους Γερμανούς. Τους Γερμανούς δεν τους έχω ζήσει ιδιαίτερα. Ελάχιστους γνώρισα όσο σπούδαζα στην Αγγλία για να διαμορφώσω άποψη, αλλά στα ευρωπαϊκά συνέδρια που πάω τελευταίως πραγματικά εντυπωσιάζομαι από τον επαγγελματισμό τους. Τι ατσαλάκωτοι άνθρωποι! Τους έβλεπα καθόσον παρουσίαζαν τα θέματά τους. Πέραν του χειρισμού της αγγλικής γλώσσας, που ήταν πιο άρτιος και από τη μητρική τους (δεν κόμπιασαν ούτε λεπτό, η προφορά άψογη, το λεξιλόγιο και η έκφραση σχεδόν λογοτεχνικά), πέραν του ότι έχουν την απάντηση έτοιμη σε ό,τι κι αν τους ρωτήσεις, είναι και ρομπότ. Πέντε ώρες μιλούσαν, δεν φάνηκε να κουράζονται δευτερόλεπτο, ούτε μία τρίχα απ’ τα μαλλιά τους δεν έφυγε απ’ τη θέση της, ο γιακάς του πουκαμίσου τους ίσιος σαν να ήταν οξυγονοκολλημένος στη θέση του, η γραβάτα ολόισια με τέλειο κόμπο, το παπούτσι γυαλιστό σαν να ήταν μαρμάρινο, η διάθεση σταθερή, ο λόγος κοφτός και ουσιαστικός. Θεέ μου, δεν κουράζονται; Αυτούς δεν τους ζηλεύω, αλλά πραγματικά τους θαυμάζω. Και επιπλέον, είχαν και χιούμορ. Ποιος το περίμενε;

Ναι, βασικά σε όλο το συνέδριο μιλούσαν οι Γερμανοί. Οι υπόλοιποι, οι καημένοι, ακούαμε. Και καλά κάναμε. Και που ακούαμε δηλαδή, δεν νομίζω να κόλλησε και τίποτε. Χα,χα,χα,χα! Το πόσο με ωφέλησε επαγγελματικά, ψυχολογικά και υπαρξιακά όλο αυτό το συνέδριο, δεν περιγράφεται.

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2018

Κύπριοι Και Αεροδρόμια



Θυμάστε πριν κάποια χρόνια, τέλη της δεκαετίας του ’90, που ήταν πολύ της μόδας να εμφανίζονται στις κυπριακές εφημερίδες κάποια σατιρικά άρθρα σχετικά με τη συμπεριφορά των Κυπρίων στα αεροδρόμια; Θυμάστε που και όταν πρωτοβγήκαν τα μπλογκς, πριν δέκα χρόνια και βάλε, ήτο επίσης πολύ ευχάριστο να διαβάζεις κείμενα σχετικά με ευτράπελα στα αεροδρόμια που είχαν να κάνουν με το συνάφι μας; Διασκεδάζαμε πολύ τότε, n'est-ce pas? Ε, μ’ αυτά και μ’ αυτά, πέρασαν τα χρόνια, διανύσαμε χρονικά άλλη μία εικοσαετία, και μαντέψτε τι:

Τίποτα δεν άλλαξε ουσιαστικά.

Τα ίδια ισχύουν ακόμη. Η διαφορά με το τι συνέβαινε πριν 10-20 χρόνια είναι πως ο επαρχιωτισμός στο αεροδρόμιο δεν είναι πλέον χαριτωμένος. Ούτε και τότε ήταν, αν θέλετε τη γνώμη μου, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι κάθε λαός θέλει τον χρόνο του προκειμένου να εφαρμόσει το σαβουάρ βιρβ σε κάθε περίσταση. Ναι, πάρτε το χαμπάρι, δεν έχει πλέον καθόλου χάζι, είναι εκνευριστικό τα μάλα να έχουμε πιάσει το 2018 και ακόμα να τρέμουμε κατά πόσον θα χειροκροτήσετε στην προσγείωση, κατά πόσον θα ορμήξετε στα καταστήματα μόλις περάσετε τον έλεγχο επιβατών, και κατά πόσον θα χαθείτε στον ενδιάμεσο σας προορισμό ψάχνοντας σε ποιο gate πρέπει να πάτε, για να μεταβείτε στον τελικό σας προορισμό.

Τα αεροδρόμια είναι χώροι μέσα στους οποίους κινούνται μάζες, οι μάζες εκ προοιμίου θεωρούνται ολίγον τι ελαφρόμυαλες, οπότε οι πιο εξυπνότεροι αρχιτέκτονες και κατασκευαστές, διαρρύθμισαν τα αεροδρόμια έτσι, ώστε να μην απαιτούνται ένα εκατομμύριο ερωτήσεις πριν πετάξεις στον προορισμό σου. Κοιτάζεις τις οθόνες, τις σημάνσεις, ρωτάς και στις πληροφορίες αν είναι θέμα ζωής και θανάτου και πορεύεσαι. Προ ολίγου, στην πτήση Λάρνακα – Βρυξέλλες με ενδιάμεσο σταθμό τη Βιέννη το τι βίωσα δεν περιγράφεται. Κατεβήκαμε στη Βιέννη και με το που εξαπολύθηκαν οι επιβάτες στο αεροδρόμιο επικράτησε ένας πανικός επειδή οι μισοί αδυνατούσαν να βρουν «πόθεν πάσειν». Νομίζω θα ρώτησαν 150 φορές τον Αυστριακό αστυνόμο για κατευθύνσεις δίνοντας την εντύπωση τριτοκοσμικού λαού, ενώ με μία ματιά στις οθόνες θα λύνονταν όλες τους οι απορίες. Μία κυρία, μάλιστα, σε απαράδεκτα αγγλικά μπορεί να μην αγχώθηκε που χάθηκε, αλλά βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει αν στη νέα πύλη που θα μεταβεί υπάρχει καφετέρια και καταστήματα! Ορίστε οι έγνοιες μας! ΟΚ, ας πούμε μανδάμ, από ποια σπηλιά σε φέρανε και δεν έμαθες ακόμα ότι παντού υπάρχει καφές, παντού έχει μαγαζιά, και απ’ το τελευταίο αεροδρόμιο του κώλου να πετάς,  αυτά είναι στάνταρ!

Για να μην σχολιάσω ότι πέρασαν τόσα χρόνια μετά το πρώτο τρομοκρατικό χτύπημα, την 11η Σεπτεμβρίου 2001, και ακόμη δεν εμπεδώσατε ότι κατά τον ατομικό έλεγχο πρέπει να τα βγάλετε όλα. Βγάζετε από τη βαλίτσα το λάπτοπ, αφαιρείτε ζώνη, ρολόι και τα ξεχωρίζετε στην κάσα, το κινητό και λοιπά ηλεκτρονικά επίσης. Μάθετε το μάθημα, σιόρ! Τα βγάζουμε όλα! Και το βρακί μας άμα λάχει. Μην ρωτάτε πολλά-πολλά, και διευκολύνετε τη ροή των επιβατών, for fuck’s sake. Δεν είναι κάτι που μπορείτε να διαπραγματευτείτε. Εσιετε τα ππουρτού σας έτοιμα, να τελειώνουμε, έχουμε και αεροπλάνο κάτω και γράφει το ταξίμετρο! Και μετά, στα μαγαζιά, μην συμπεριφέρεστε σαν να μην ξανάδατε στη ζωή σας δώρα και φαγητά. Ζούμε στην εποχή που ό,τι θέλεις το βρίσκεις κι απ’ το ίντερνετ. Το αεροδρόμιο περίμενες τώρα, να αγοράσεις πουκάμισο απ’ τον Χιούγκο Μπος και πορτοφολάκι απ΄τον Αρμάνι. Γελάνε και οι ιμάντες πια μαζί μας!

Οι εμπειρίες μου στα αεροδρόμια θυμίζουν έντονα αυτές της θητείας μου στην Εθνική Φρουρά. Με το που κατατάχτηκα και κοίταξα γύρω μου είπα «αποκλείεται». Ένα αποκλείεται που επαναλάμβανα κάθε μέρα και τους 26 μήνες της θητείας μου. Ε, το ίδιο σκέφτομαι κάθε φορά που πετάω.  «Αποκλείεται». Τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν εννοείται, φυσικά. Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, τα σχολεία φταίνε που δεν καλλιεργούν στα παιδιά από νεαρή ηλικία την παιδεία του αεροδρομίου. Σου φέρνουν, ας πούμε, τροχονόμο να μάθει στα πρωτάκια να διασταυρώνουν, σου φέρνουν οδοντίατρους να σου διδάξουν στοματική υγιεινή και γυναικολόγους να μιλήσουν στα κορίτσια για την περίοδο, σου φέρνουν καθεστωτικούς να σου μιλήσουν για συμφιλίωση με τους τουρκοκυπρίους, σε πάνε και μια εκδρομή μέχρι τα ελαιοτριβεία να μάθεις πώς γίνεται το λάδι, αλλά δεν φέρνουν έναν πιλότο, έναν αεροσυνοδό έστω, να σου μάθει, να σου μιλήσει για το πώς συμπεριφερόμαστε εν πτήσει, εν αναμονεί αυτής κλπ, κλπ, κλπ.

«Κύπριοι και Αεροδρόμια», «Κύπριοι και γενικώς-ό,τι-θέλεις-βάλε-δίπλα» μία τραγωδία και μισή, ως συνήθως.

Παρασκευή, Απριλίου 06, 2018

Πάντα Αληθώς Ο Κύριος

Ο κόσμος δεν αντέχει την αλήθεια.

Δεν αναφέρομαι στην αντικειμενική αλήθεια, ήτοι η γη είναι σφαιρική και 1+1 = 2, πράγματα επιστημονικώς αποδεδειγμένα. Ο κόσμος δεν αντέχει την υποκειμενική αλήθεια. Και είναι κρίμα. Είναι κρίμα γιατί η υποκειμενική αλήθεια, μπορεί να σε βελτιώσει αν αντέχεις να την ακούσεις και αν είσαι αρκετά έξυπνος ώστε να μπορείς να απομονώσεις την όποια εμπάθεια από το σχόλιο του άλλου και δεις το κρυμμένο, πραγματικό όφελος.

Να σου δώσω ένα παράδειγμα. Όταν ήμουν στη Β’ Δημοτικού καθόμουν δίπλα από ένα πανέμορφο κορίτσι στο σχολείο, τόσο όμορφο που ντρεπόμουν να το κοιτάξω. Ήθελα να το παντρευτώ. Παρόλα τα κάλλη της, αποδείχτηκε ότι είχε και κάλλο στον εγκέφαλο. Δεν διάβαζε, δεν άνοιγε βιβλίο, κάθε μέρα στην τάξη ερχόταν χωρίς να έχει κάνει τις εργασίες της, ενώ τα μισά της τετράδια τα ξεχνούσε στο σπίτι. Τόση αμέλεια και τόση απάθεια ήταν απαράδεκτη για τα δικά μου δεδομένα. Όταν μία μέρα, στο άσχετο, έτυχε να βρεθώ με τους γονείς της σε κάποια παιδικά γενέθλια έκρινα σκόπιμο να τους ενημερώσω όταν ρωτήθηκα σχετικώς. «Μάθαμε ότι είσαι ο διπλανός της κόρης μας. Πώς πάει;» Κι εγώ τους είπα την αλήθεια μου. Ότι η κόρη τους είναι σκέτη απογοήτευση, δεν ανοίγει βιβλίο, και ότι όλη μέρα η δασκάλα της κάνει παρατήρηση (*όλα αυτά πριβέ. Δεν ήταν παρούσα η συμμαθήτριά μου).

Εννοείται ότι έφαγα κατσάδα από τους γονείς μου όταν γυρίσαμε σπίτι. Πώς τόλμησα να μιλήσω τόσο άσχημα για την συμμαθήτριά μου στους γονείς της; Πώς τόλμησα να τους φέρω σε τόσο δύσκολη θέση; Η αλήθεια είναι ότι ακόμη θυμάμαι το αμήχανο βλέμμα με το οποίο με κοιτούσαν τότε. Μα, καλά. Δεν είχαν ιδέα ότι η κόρη τους οδεύει ακάθεκτη προς το να γίνει μία socialite με τα όλα της όταν μεγαλώσει; Εμένα περίμεναν να ξεστραβωθούν; Κι αντί να ντραπούν για την κόρη τους, ντράπηκαν με εμένα που τους άνοιξε τα μάτια; (Εν τω μεταξύ, μάντεψε τι, τόσα χρόνια μετά η κόρη τους έγινε όντως socialite – αθκειασερή, όλη μέρα μέσα στα περιοδικά της νήσου την καμαρώνω).

Αναγνωρίζω ότι θα μπορούσα να είχα στρογγυλέψει τον λόγο μου. Να πω τα ίδια πράγματα με διαφορετικές λέξεις. Αλλά ήμουν εφτά χρονών και θεωρούσα ότι η αλήθεια βοηθά. Είδαν και έπαθαν να με πείσουν ότι η αλήθεια απλά πονά.

Κι εμένα με πονά η αλήθεια. Αλλά θεωρώ ότι μετά από τόσα χρόνια συγγραφής προσωπικού ημερολογίου, ενδοσκόπησης, και κάτι ψιλά από ψυχανάλυση ξέρω μέσα μου την αλήθεια. Και όταν μου τη σερβίρουν ωμή μπροστά μου, την αναγνωρίζω, την καθαρίζω από τις εμπαθείς γαρνιτούρες που εξυπηρετούν στο να με πληγώσουν και τρέφομαι από όση αλήθεια αντέχει το στομάχι μου. Για να βελτιωθώ. Για να μπορέσω να αλλάξω την αντικειμενική αλήθεια, όσο αλλάζει. Αν δεν αλλάζει, τότε να καταφέρω να μην με πειράζει. Σε ένα μεγάλο βαθμό νομίζω το κατάφερα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, κάποτε που μου είχε πει ένας φίλος στο πανεπιστήμιο ότι «εσένα ή σε συμπαθούν πολύ, ή σε μισούν πολύ». Δεν μου είχε αρέσει ο τρόπος του. Αλλά όταν το ξανασκέφτηκα αργότερα στο σπίτι, αποδέχτηκα την αλήθεια του. Σκέφτηκα ότι σ’ αρέσει, δεν σ’ αρέσει κάποιοι αυτά σκέφτονται για σένα. Αν δεν το αντέχεις λείανε τον λόγο και τα σχόλιά σου, αν δεν σε κόφτει τι θα πει ο κόσμος, δέξου ότι για κάποιους είσαι μισητός. Το αποδέχτηκα σε ένα μεγάλο ποσοστό και τέλος. Το ίδιο συνέβη και πιο πρόσφατα όταν ένας συνάδελφος μου είπε ότι γνώρισε κάποια αναγνώστριά μου στη Λεμεσό η οποία με μισεί. Ένιωσα άβολα με την άνεση με την οποία μου το ξεφούρνισε, αλλά είναι αλήθεια. Κι εγώ μισώ με πάθος, αγαπώ με πάθος, λογικό είναι όσοι μυγιάζονται και αναγνωρίζουν εαυτόν σε όσα μισώ, να με μισούν. Δις ις λάιφ και πλέον το έχω αποδεχτεί.

Αλλά ναι, το ομολογώ, προς στιγμή η αλήθεια σου προκαλεί αμηχανία.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι καλύτερα η αλήθεια να λέγεται. Κι ας πληγώσει, κι ας τραυματίσει. Αν είσαι έξυπνος θα βάλεις οινόπνευμα στην πληγή, να σε τσούξει αλλά να γιάνει. Αν είσαι βλάκας θα τη γλείφεις να μην πονάει και απλά αυτή θα μολύνεται περισσότερο μέχρι να γίνει ένα κουβάρι που θα αφαιρείται μόνο με εγχείριση.

Γι’ αυτό και εγώ όταν ρωτήθηκα προσφάτως αν μου αρέσει ένα καινούριο διαμέρισμα που μου έδειξαν, απάντησα «όχι» και οι οικοδεσπότες δεν με ξανακάλεσαν και ησύχασα. Γι’ αυτό κι όταν ρωτήθηκα αν αξίζει κανείς να δουλέψει στο ίδιο μέρος με μένα, είπα «όχι» και με κοίταζαν γουρλωμένοι. Λίγο δράμι νου να είχαν θα έμπαιναν και στη διαδικασία να διερωτηθούν γιατί μιλώ και λέω αυτά που λέω. Δεν είμαι τρελός. Σε γεγονότα βασίζω πάντα τη γνώμη μου. Τεκμηριώνω. Αλλά και η τεκμηρίωση ενοχλεί. Τέλος πάντων, θέλεις να ζεις μες το ψέμα, ζήσε. Κακό του κεφαλιού σου.


Για να λέμε και την αλήθεια, καμιά φορά λέω και ψέματα. Όταν βαριέμαι να συζητώ, και όταν είμαι σίγουρος ότι απέναντί μου έχω έναν βλάκα που ό, τι και να του πω, μηδέν στο πηλίκον. 

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2018

Μούλτι Κούλτι Πασχαλινά

Τι νέα, τι κάνετε πώς είστε;

Το Πάσχα είναι ομολογουμένως η πιο βαρετή γιορτή του χρόνου, σηματοδοτεί και την έναρξη του αποπνικτικού κυπριακού καλοκαιριού, οπότε φαντάζεστε πώς είμαι. Μετρώ αντίστροφα για τα Χριστούγεννα από τώρα.

Πήγα να κουρευτώ σε ένα καινούριο κουρείο προχθές, απ’ αυτά τα τρέντι που δεν είναι ακριβώς τρέντι, αλλά αναπαραστούν τα αμερικάνικα κουρεία της δεκαετίας του ’20 και νομίζουν όλοι ότι πρωτοτυπούν (κλασσικά στην Κύπρο ανοίγει κάποιος κάτι με ένα συγκεκριμένο κόνσεπτ, και ακολουθούν άλλοι 200 με την ίδια ιδέα) και έπεσα πάνω σε κουρείς ετών εικοσιπέντε. Άξαφνα αισθάνθηκα κυριούλης ετών σαράντα (που δεν απέχω και πολύ δηλαδή). Μιλούσαν μεταξύ τους και τα μισά καταλάβαινα, χώρια που έβλεπα πόσο αστραφτεροί και γεμάτοι ζωή αντικατοπτρίζονταν στους καθρέφτες, σε πλήρη αντίθεση με το χλωμό, γκρίζο σαρκίο μου που πλέον προσομοιάζει στον καρκινοπαθή πατέρα μου λίγο πριν πεθάνει. Θλίψη.

Δεν συναναστρέφομαι πλέον με αυτές τις ηλικίες των ατίθασων νιάτων. Όπως το πάλαι ποτέ, που είχα ξεσυνηθίσει να βλέπω μπροστά μου μωρά και βρέφη. Μέχρι πρόσφατα έβλεπα γύρω μου μόνο φοιτητές. Πλέον είμαι στην ηλικία που θωρώ μπροστά μου μόνο βρέφη, γονείς τζιαι χώρκατους, όχι κατ’ ανάγκη διαχωριστικά, ούτε κατ’ ανάγκη ξεχωριστά. Τουρλού – τουρλού. Όλους μαζί.

Διαβάζω αυτό το βιβλίο. 



Η κυρία Διβάνη είναι ιστορικός, καθηγήτρια στη Νομική Αθηνών, συγγραφέας, ορειβάτις και προ πάντων, «πολλοπάϊτη καβλαμαρού» από εκείνες που άμα αρχίζει την πάρλα σταματάς ό, τι κάνεις, χάσκεις και παραδίνεσαι στη γοητεία του λόγου της. Έχει ταξιδέψει με την ορειβατική ομάδα στη Νέα Ζηλανδία, στην Αιθιοπία, στην Κούβα, στην Ελβετία, στις Άνδεις, στο Βιετνάμ, τη Βενεζουέλα και την Παταγονία. Στο βιβλίο της περιγράφει τα ταξίδια της και μου έδωσε ξανά λόγο να προγραμματίζω διακοπές, να σκέφτομαι πώς θα απεγκλωβιστώ από το κόμφορτ ζόουν της Ευρώπης και να τολμήσω να πάω λίγο παραπέρα. Καθόμαστε και τρώμε τα λεφτουδάκια μας στις ανακαινίσεις σπιτιών και λοιπών ντουβαριών, αντί να προγραμματίζουμε ταξίδια. Σπιτιών που, παρεμπιπτόντως, σε λίγα χρόνια θα κατοικεί μέσα ο Μουσταφά και η Εμινέ και εμείς στο τσαντίρι απέξω. Μην το πάμε εκεί όμως. Απολαυστικό το βιβλίο. Διάβασα το μισό σε δύο νύχτες και όπως πάω μέχρι αύριο θα το έχω ξεκοκαλίσει.

Καθώς προείπα και στο προηγούμενο κείμενο, αυτή την εποχή μετακομίσαμε σύσσωμοι στο πατρικό μου σπίτι, ελέω ανακαίνισης. Η συμβίωση με τη μάνα μου, η οποία πλέον είναι και γιαγιά αλλά και πεθερά, μου θυμίζει τη ζωή μου στον στρατό. Όπου ως Δόκιμος Αξιωματικός αισθανόμουν σαν να είμαι ένα σάντουιτς ανάμεσα στους αξιωματικούς και στους απλούς φαντάρους. Έπρεπε να είμαι αρκετά αξιωματικός ώστε να κερδίζω τον σεβασμό από τους μόνιμους, αλλά και αρκετά «κληρωτός» ώστε να κερδίζω τον σεβασμό των «σειράδων» μου. Εννοείται, στο τέλος της ημέρας, δεν σε υπολογίζουν αρκετά ούτε οι μεν ούτε οι δε. Οι αξιωματικοί σε θεωρούν φαντάρο με πρίβιλετζες και οι φαντάροι σε θεωρούν γλείφτη με μέσον. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα. Πολτοποιημένος ανάμεσα σε μάνα και σύζυγο, προσπαθώ να αποκρούω συνέχεια διπλωματικά επεισόδια στα οποία – όρος απαράβατος – έχουν πάντα και οι δύο πλευρές δίκαιο. Πιο Γκουτέρες πεθαίνεις. Από την άλλη, άμα δεν βαστάς να πληρώνεις ξενοδοχείο, σκάζεις, υπομένεις, υποφέρεις και λες κι ευχαριστώ. Μια φορά, είμαστε έτοιμοι για αφιέρωμα στην εκπομπή της Θέκλας Πετρίδου.

Το αγαπημένο μου τραγούδι για φέτος, μέχρι στιγμής είναι το πιο κάτω.


Μου θυμίζει καλό ελαφρό-λαϊκό τραγούδι από τα ‘90ς. Φοίβος με Ρέμο στο πιο φρέσκο. Το ακούω συνέχεια.

Σου είπα ότι το γιούδιν μου περπάτησε; Όχι μόνο περπάτησε, αλλά πλέον νιώθει και αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να τρέχει. Όποτε μπω στο σπίτι το μεσημέρι απ’ τη δουλειά τρέχει κατά πάνω μου ενθουσιασμένος, με ανοιχτές τις αγκάλες, μου κάνει μια αγκαλιά και στρίβει προς τα παιχνίδια του. Μηχανικά γίνεται όλο αυτό, το ξέρω, μα και πάλι. Λιώνω, τα κάνω επάνω μου από ευτυχία!


Καλό Πάσχα να έχετε!

Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

Η Πρωταπριλιά Του '98

Κάθε Πρωταπριλιά ακολουθώ ένα στάνταρ τελετουργικό. Επαναλαμβάνω στον εαυτό μου συνέχεια ότι σήμερα ο κόσμος σκαρώνει φάρσες και ψέματα, γι’ αυτό να μην πιστέψω τίποτα από όσα μου πουν (δεν τα καταφέρνω πάντα), μετά βάζω και ακούω ένα playlist που έχω, ωδή στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, και μετά ακούω από την αρχή μέχρι το τέλος τον δίσκο της Βίσση, το «Αντίδοτο». Έναν δίσκο που κυκλοφόρησε σαν σήμερα πριν είκοσι χρόνια ακριβώς (Θεέ μου, πώς περνούν τα χρόνια) και ο οποίος μαζί με το «Τραύμα», με καθόρισαν μουσικά στον αιώνα τον άπαντα.

Έκατσα και έψαξα στα φωτογραφικά μου άλμπουμ και βρήκα ντοκουμέντα. Στα παραθέτω πιο κάτω. Τον Μάρτη του 1998 εγώ είχα δηλώσει συμμετοχή σε ένα σχήμα που θα παρέλαυνε στην Ελλάδα στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου, εκπροσωπώντας την Κύπρο. Ο σκοπός μου ήταν να χάνω μαθήματα και να ξαναζήσω μία αντίστοιχη εμπειρία με την καθιερωμένη εκδρομή στην Ελλάδα, που κάναμε στη Β’ Λυκείου. Και κυρίως, να πάω να δω τη Βίσση λάιβ, που μέχρι τότε δεν τα είχα καταφέρει ποτέ. Ήμουν σίγουρος ότι ο διευθυντής θα μας έπαιρνε σε κάποιο κέντρο ένα από τα βράδια της εκεί παραμονής μας, και είχα αρχίσει από νωρίς μία εκστρατεία πλύσης εγκεφάλου άπαντων, προκειμένου να μας βγάλουν έξω στο «Γκάζι» που τραγουδούσε τότε.



Βίσση μου αγαπημένη, για να 'ρθω να σε δω, μέχρι και τη βράκα που κάμνει τρίκκι-τράκκα δέχτηκα να φορέσω!

Δυστυχώς όχι μόνο δεν τα κατάφερα, (αφού διανύαμε 90ς εποχές όπου οι έφηβοι έπρεπε διά ροπάλου να ακούν Πύξ-Λαξ, Βαρδή, Πορτοκάλογλου, Καζούλη και λοιπά καταθλιπτικά, οπότε το να προτείνω τη Βίσση ήταν τουλάχιστον αστείο), αλλά πέσαμε σε κακοκαιρία, τα περισσότερα μπουζούκια έμειναν κλειστά, με αποτέλεσμα η μόνη επιλογή για έξοδο να αποτελεί η Ιερά Οδός. Εκεί τραγουδούσε ο Νταλάρας με την Τσαλιγοπούλου. Και η οποία Ιερά Οδός, σημείωσε, ήταν δέκα μέτρα πιο κάτω από το «Γκάζι», το οποίο έμεινε κλειστό γιατί ο ντράμμερ, ο Κουβατσέας, είχε πάει να κάνει σκι στα χιόνια και αποκλείστηκε! Αν είναι δυνατόν! Γκαντεμιά φουλ!

Οπότε όχι μόνο δεν πήγα στη Βίσση, αλλά τιμωρήθηκα και με Νταλάρα του οποίου τα μόνα τραγούδια που γνώριζα τότε ήταν το «Μην μιλάς κινδυνεύει η Ελλάς», τα «λάτιν», και το «Με λένε Πόπη» που ήταν και της μόδας. Χάλια πέρασα, θυμάμαι κιόλας ότι έκλειναν τα μάτια μου εκείνο το βράδι από την πλήξη και τη νύστα, και δεν το χώνευα ότι είχα φτάσει τόσο κοντά στη Βίσση και πάλι τίποτα. Έκτοτε μου έμεινε μια φοβία και όποτε πάω στην Αθήνα για να την ακούσω έχω έναν υποβόσκοντα φόβο κατά πόσον θα βγει να τραγουδήσει ή αν θα προκύψει κάποιο απρόοπτο.

Τέλος πάντων. Άλλο είναι το θέμα μας. Είκοσι χρόνια από τότε. Έχω έναν δίσκο που τον ακούσω σχεδόν κάθε 2-3 μέρες και νιώθω σαν να έχει βγει χθες. Το «Αντίδοτο» σαν τίτλος με ενέπνευσε για να δημιουργήσω αυτό το μπλογκ, το μέηλ που ακόμα χρησιμοποιώ ενώ λίγο έλειψε να χτυπήσω και εκείνο το «ανάποδο σταυρουδάκι» που εμφανίζεται στο εσωτερικό του δίσκου σαν ταττού πάνω στο χέρι μου. Δεν το τόλμησα. Ο δίσκος είχε κάνει θραύση τότε, πολυπλατινένιος βεβαίως, βεβαίως, και ακουγόταν παντού. Ακόμα και στο στρατόπεδο Αυλώνα που πήγα για εκπαίδευση την επόμενη χρονιά, είχα εντυπωσιαστεί από το πόσο airplay απολάμβανε από τους ραδιοσταθμούς. Περιπολούσα πάνω κάτω στους όρχους και από όλα τα μαγειρεία των παραδίπλα ιλών ακούγονταν τα τραγούδια του.

Από το «Ερωτευμενάκι» μέχρι το «Κινητό Τηλεφωνάκι», κάθε τραγούδι εκπέμπει μία καρβελική, μαστούρα που με πωρώνει ακόμα και σήμερα. Το δε ομώνυμο τραγούδι θεωρώ ότι είναι σατανιστικό, αφού όποτε το ακούω φαντάζομαι μάγους με πυρσούς να σφάζουν παρθένες στο όνομα του τράγου του Μεντές και να τις τρώνε. Το «αντίδοτο» σαν τραγούδι δεν είχε εκτιμηθεί καθώς του άξιζε όταν πρωτοβγήκε. Θεωρώ ότι σήμερα του κάνουν πολύ καλύτερες ενορχηστρώσεις που το αναβαθμίζουν εκατό σκαλιά πιο πάνω. Τη βλέπω και την ίδια τη Βίσση την ώρα που το τραγουδά να το γουστάρει περισσότερο σήμερα παρά τότε.



Άκου το κλαρίνο πώς βάζει φωτιά στον αμανέ. Απίστευτο. Το δε κοινό, το αποθεώνει. Τα ταμπούρλα σαν να ανακοινώνουν τη Δευτέρα Παρουσία. Όνειρο. Από τις καλύτερες, μεταγενέστερες εκτελέσεις. Επίσης, ίντα ζάμπα η Βίσση! Λαβ ιτ!


Τι σε νοιάζει και στα λέω τώρα, όλα αυτά; Δεν ξέρω. Τώρα που μετακόμισα στο πατρικό μου λόγω ανακαίνισης βλέπω συχνά τα παλιά, σχολικά, φωτογραφικά μου άλμπουμ και τα νοσταλγώ. Νομίζω θα το καθιερώσω, μια φορά τον μήνα να ανεβάζω μία φωτογραφία από εκείνες τις εποχές, και να σου λέω την ιστορία της. 



Εδώ έξω από τα Metropolis - Ο Θεός να τα μακαρίσει. Γιγαντοαφίσα κρεμμασμένη που προμήνυε την κόλαση που θα ακολουθούσε με τον νέο δίσκο - δέος! Καθόμουν και φωτογραφιζόμουν με τις αφίσες τότε. Βέβαια, τι λέω; Ακόμα το κάνω, πιο διακριτικά όμως. Απίστευτο και ελαφρώς εμπάρασσινγκ το ότι από τα 18 στα 38 ο νους μου έμεινεν ο ίδιος σε κάποια θέματα. Επίσης, απίστευτο το ότι εδώ φορώ το μπουφάν του πατέρα μου, από μέσα την πυτζάμα μου (βαριόμουν να ντυθώ; Ούτε που θυμάμαι) και κάτι μποτάκια που μου είχε επιβάλει η μάνα μου. Γκοντ!


Μέρα που 'ναι σας καλώ να αναφωνίσουμε: "Ποιος θα μου χαρίσει αγάπη εδώ και τώρα; Ποιος θα μου το δώσει το Αντίδοτοο0ο0ο0ο0ο;!"


Τρίτη, Μαρτίου 27, 2018

Παπάδες

Σε συνέχεια του σάλου που ξέσπασε στα κοινωνικά δίκτυα σχετικά με την ιστορία του πάτερ ο οποίος κακοποιούσε σεξουαλικά τη θετή του κόρη με αποτέλεσμα αυτή να καταλήξει αυτόχειρας, έχω να πω τα εξής:

Γιατί εκπλήσσεστε;

Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, που ενόσω ζούσε ένιωθα ότι εκφράζει γραφικές απόψεις, αλλά μετά θάνατον δικαιώνεται κάθε μέρα, πάντα μου έλεγε: «μακριά από τους παπάδες!» Ήμουν δέκα χρονών και το είχα ήδη εμπεδώσει σαν… «προσευχή». Όρος απαράβατος, πιο απαράβατος κι από το άβατο στο Άγιον Όρος: Δεν πλησιάζουμε τους παπάδες! Εξ ου και με είχε αποθαρρύνει από το να γραφτώ στο κατηχητικό, όπως άλλοι συμμαθητές μου, εξ ου και ενθάρρυνε σιωπηρά την αποχή μου από τον σχολικό εκκλησιασμό και παντός είδους δούναι και λαβείν με το βρωμισμένο ιερατείο. «Η εκκλησία είναι μόνο για να παίζεις μπάλα στην αυλήν της», μου έλεγε. Εγώ μπάλα δεν έπαιζα, οπότε αντιλαμβάνεστε, στην εκκλησία κατέληξα να πηγαίνω μόνο για γάμους, βαφτίσεις και κηδείες, πράγματα τα οποία κι από μόνα τους μου προκαλούν αφόρητη πλήξη και δυσφορία.

Δεν ρώτησα ποτέ τον πατέρα μου να μου εξηγήσει από πού πήγαζε η αποστροφή που έτρεφε για τους παπάδες, μα δεν ήτο και τόσο δύσκολο να καταλάβω το σκεπτικό του. Θεωρώ πως ένας άνθρωπος ο οποίος γεννιέται στον ίδιο κόσμο που γεννιέμαι κι εγώ, πάσχει από κάποιου είδους εγκεφαλική αναπηρία για να δεχτεί να ζήσει ως παπάς. Πέραν της όψης που αποπνέει απλυσιά, πέραν της φορεσιάς που είναι τουλάχιστον «άβολη» για να μην πω παρεξηγήσιμη, είναι και βαρετή δουλειά. Θα μου πεις, γούστα είναι αυτά, και θα συμφωνήσω. Εγώ μια φορά, θεωρώ ότι ένας άνθρωπος που πάει και γίνεται παπάς, δεν είναι καλά. Δεν είναι κατ’ ανάγκη επικίνδυνος, αλλά σίγουρα δεν είναι καλά. Και επειδή ήδη συναναστρεφόμαστε με αρκετούς ανθρώπους που δεν είναι καλά, δεν είναι ανάγκη να έχουμε και τους παπάδες στο κεφάλι μας που κουβαλούν και τη ρετσινιά του καταπιεσμένου ομοφυλόφιλου, του παιδεραστή, του εκμεταλλευτή ηλικιωμένων και άλλων τόσων ποινικών αδικημάτων.

«Δεν είναι όλοι οι παπάδες το ίδιο».

Μην ξανακούσω αυτό το βλακώδες επιχείρημα. Προφανώς και δεν είναι όλοι οι παπάδες το ίδιο. Αλλά όταν η πλειοψηφία ενός συνόλου έχει λερωμένη τη φωλιά του είναι λογικό να φτάνεις σε τέτοια συμπεράσματα. Κατ’ αντιστοιχία, ούτε είναι όλοι οι τραγουδιστές ομοφυλόφιλοι, αλλά ένα 90% τον παίρνει. Ας το αποδεχτούμε. Ούτε είναι όλοι οι Κύπριοι αγράμματοι, αλλά αν κρίνω από όσα διαβάζω στο διαδίκτυο, ένα 90% δεν ξέρει τη διαφορά του «χαίρεται» από το «χαίρετε». Ας το αποδεχτούμε. Ούτε είναι όλοι οι πολιτικοί κλέφτες, αλλά δεδομένου του αριθμού σκανδάλων που ξεσπούσαν ανέκαθεν, είναι εύλογο το συμπέρασμα. Ας το αποδεχτούμε. Δεν είναι σωστές οι γενικεύσεις, αλλά αυτή η πολιτική ορθότητα σας μάρανε και ιδού τα αποτελέσματα. Δεν προλαβαίνετε να πέφτετε απ’ τα σύννεφα. Τα στερεότυπα, μωρά μου, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Για κάποιο λόγο δημιουργήθηκαν. Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είπαμε. Εδώ συζητάμε για την πλειοψηφία. Ναι, ο Κλήρος είναι διεφθαρμένος. Πάντα ήταν. Πάντα θα είναι. Ας το αποδεχτούμε και ας αποτραβηχτούμε. Για να μην διερωτόμαστε μετά «πώς έγινε;» και από πού μας ήρθε. 

Όλα αυτά στα γράφω και κοντεύω να παρεξηγηθώ για αριστερός. Όχι. Δεν είμαι. Κατ' ακρίβειαν, δεν υπάρχει πιο αντί-αριστερό πλάσμα από μένα.

Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, εγώ θεωρώ τον Κλήρο χρήσιμο. Και τον θεωρώ χρήσιμο γιατί ζούμε σε μία χώρα που λόγω της γεωγραφικής της θέσης είναι μόνιμα καταδικασμένη να βάλλεται από το Ισλάμ και τους Τούρκους. Και ο μόνος τρόπος να πολεμήσεις εναντίον φανατισμένων θρησκευτικά λαών και λοιπών κουλλούφων, είναι να καλλιεργείς κι εσύ μία χρήσιμη, πληθυσμιακή μερίδα ηλιθίων με αντίστοιχες μπαρούφες. Ω, ναι! Επειδή γνωρίζουμε άπαντες ότι άπαξ και γίνει πόλεμος δεν θα μείνει κανένας να υπερασπιστεί αυτόν τον τόπο, και επειδή αποτελεί κοινό μυστικό ότι μόλις υψωθεί η πρώτη τουρκο-χαντζάρα εμείς θα είμαστε ήδη μες τες βάρκες να τρέχουμε στους συγγενείς μας στην Αθήνα, οι παπάδες είναι χρήσιμοι. Χρήσιμοι να φανατίσουν όλους αυτούς που θεωρούν πως είμαστε οι επίλεκτοι του Θεού και ότι πρέπει να πεθάνουμε για την πατρίδα, τον Ιησού και την Παναγία. Μόνον έτσι θα μείνει να υπερασπιστεί κάποιος «τρελλός» αυτό το κράτος.

Δεν είναι το πιο ηθικό πράγμα του κόσμου, αλλά είναι η μόνη λύση. Αν οι πόλεμοι γίνονται από ηλίθιους, το να παράγουμε έξυπνους πολίτες δεν είναι το αντίδοτο. Η λύση είναι να παράγουμε ακόμα πιο ηλίθιους πολίτες ώστε να υπερτερούμε αριθμητικά απ’ αυτούς του εχθρού και να θεωρούμαστε μάχιμοι. Αυτή την «εκπαίδευση» αυτή τη «φανατίλα» μόνον οι παπάδες μπορούν να την πετύχουν κατά τη γνώμη μου. Οπότε ναι, είναι χρήσιμοι. Αν ζούσαμε στην Ελβετία, αν ήμασταν μία εκ των σκανδιναβικών χωρών, και είχαμε άλλου είδους προβλήματα, τότε θα εισηγούμουν κατάργηση της εκκλησίας. Αλλά επειδή είμαστε αυτοί που δυστυχώς είμαστε, τότε ναι, η εκκλησία χρειάζεται.

Τώρα θα μου πείτε, τους ηλίθιους τους πολεμάς με βιβλία και γνώση και όχι με έναν τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Λάθος, φίλε μου. Ένας λαός του οποίου η συντριπτική πλειοψηφία δεν ξεχωρίζει τη διαφορά του «χαίρεται» από το «χαίρετε», το να προσφεύγει στη γνώση και τα βιβλία, είναι σχήμα οξύμωρον. Απλώς ματαιοπονεί. Δεν θα κολλήσει τίποτα στην ξερή του, πρώτον, επομένως πώς θα πολεμήσει; Ένας λαός που γεμίζει καφετέριες που μεταδίδουν ποδόσφαιρο αντί βιβλιοθήκες και θέατρα (τα οποία ούτως ή άλλως διαθέτει με το σταγονόμετρο), δεν θέλει και πολύ κυρελέησον για να καταλάβεις ότι το πεπρωμένον του είναι να φανατίζεται από την εκκλησία, για να πολεμήσει αύριο μεθαύριο αντίστοιχους ηλίθιους εντεταλμένους του Ισλάμ. Δεν ξέρω αν είναι σαφές το σκεπτικό μου και αν καταλαβαίνεις τι εννοώ, (εδώ που τα λέμε βαριέμαι και να το διατυπώσω καλύτερα), αλλά ναι. Η εκκλησία είναι χρήσιμη όσο χρειαζόμαστε τους ηλίθιους. Και οι ηλίθιοι είναι χρήσιμοι και γίνονται ανάρπαστοι σε χώρες σαν την Κύπρο. Οι υπόλοιποι, όσοι δηλαδή αισθάνεστε ότι ξεχωρίζετε ολίγον τι εγκεφαλικά, απλά κρατηθείτε μακριά και μην τους πολεμάτε. Αφήστε τους να κάνουν την δουλειά μας.

Ας το συνοψίσουμε έτσι. 

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2018

Να Απαγορευτεί Η Ντίσνεϊ Στην Κύπρο

Το ότι σας βαρέθηκα, κουραστήκατε να το ακούτε.

Το ότι σας σιχαίνομαι, επίσης.

Αλλά δεν λέτε να αλλάξετε. Δεν λέτε να απεκδυθείτε της βδελυρής σας οντότητας και να εξευρωπαϊστείτε, Μπυθουλαίοι της Κύπρου.

Ώθεν στην καταπακτή!

Είχα γράψει πριν λίγο καιρό ένα κείμενο στο ποίο κατακεραύνωνα την παιδική παράσταση που ανέβηκε πρόσφατα στο θέατρο Στροβόλου, με τίτλο «Ο Βασιλιάς Των Λιονταριών». Είχα παραφράσει και τον τίτλο με το εμπνευσμένο και πολύ πετυχημένο «Ο Βασιλιάς Των Χωρκαθκιών». Είχα γράψει ότι είναι απαράδεκτο να ανεβαίνει η συγκεκριμένη παράσταση προωθώντας την στο ευρύ κοινό λες και πρόκειται για το αντίστοιχο μιούζικαλ της Ντίσνεϊ, που παίζεται από το 1999 στο Μπρόντγεϊ και στο Λονδίνο. Είχα γράψει πως είναι παράνομο να έχουν αντιγραφεί με φτηνό και χυδαίο τρόπο η αφίσα, οι χορογραφίες, τα κοστούμια και τα άπαντα της παράστασης, απλώς και μόνο για να ξεγελαστεί το κοινό πως θα παρακολουθήσει μία παράσταση υψηλών προδιαγραφών, ενώ επί της ουσίας θα δει πέντε -έξι ατάλαντους ηθοποιούς που έχουμε φάει στη μάπα από τα κυπριακά σκετσάκια της τηλεόρασης, με στολές μασκέ, να αποπειρώνται να ανεβάσουν ένα έπος της σύγχρονης μουσικοχορευτικής τέχνης.

Το συγκεκριμένο κείμενο το είχα ανεβάσει για μία ώρα. Ελάχιστοι πρόλαβαν να το διαβάσουν. Μετά το κατέβασα γιατί σκέφτηκα ότι είναι κρίμα να υπονομεύω μία προσπάθεια (έστω και παράνομη) από την οποία καλώς ή κακώς θα θραφούν δυο τρία στόματα και από την οποία μπορεί να ωφεληθεί κάποια άπορη οικογένεια. Με πόνο ψυχής βέβαια, καθώς σκέφτηκα ότι «ο χωρκάτης πάντα θαν’ χωρκάτης» και δεν θα τον αλλάξεις. Φτάνει. Μην τους κράζεις άλλο. Η παράσταση θα ανέβαινε κανονικά και εγώ θα ήμουν ο μυγιάγγιχτος της υπόθεσης. Δεν θα σώσω εγώ την αισθητική του Κυπραίου. Δεν θα την αναβαθμίσω εγώ. Δεν θα την αλλάξω εγώ. Αυτά τα μέτρια θέλετε, φάτε τα.

Προ ολίγου, όμως, είδα στο Facebook κι άλλη ιεροσυλία. Ανέβασα πίεση 500. «Η Παναγία Των Παρισίων» με αφίσα την αντίστοιχη ταινία του Ντίσνεϊ. Ανεβαίνει, λέει, στο θέατρο Λατσιών από μια σχολή χορού και μπαλλλλλέτου. Δεν έχει σημασία. Δεν πα να είστε νηπιαγωγείο, δεν πα να είστε γηροκομείο. Δεν χρησιμοποιούμε αφίσα άλλου έργου για να προωθήσουμε το δικό μας που τυγχάνει να βασίζεται στον ίδιο μύθο! Απλές-αρχές-πνευματικών- δικαιωμάτων! 



«Η Παναγία των Παρισίων» με αισθητική «Παναγίας της Φανερωμένης», άλλος ένας βιασμός ψυχής που κάνει τον πάγο στον οποίο φυλάγεται μέσα ο μακαρίτης, ο Ουόλτ, να ραγίζει.

Δεν μαθαίνετε. Ούτε και πρόκειται! 

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2018

Σκόνη Και Θρύψαλα

Όποτε γκρινιάξω για την Κύπρο και την κατάντια της, πετάγεται πάντα ένας καλοθελητής να με αποστομώσει με το «σοφό» πλην τετριμμένο επιχείρημα «ναι, αλλά η Κύπρος είναι ό, τι πρέπει για να μεγαλώσεις παιδιά!» Φυσικά, όσο δεν είχα παιδί δεν είχα και απάντηση. Γιατί μπορεί να έχω μια απάντηση για όλα, αλλά οφείλω να την στοιχειοθετώ. Τώρα που απόκτησα παιδί και έχω δει πόσα απίδια πιάνει ο σάκος, όπου σάκος βλέπε Κύπρος, μπορώ μετά βεβαιότητας να σου πω ότι η Κύπρος ούτε για να μεγαλώσεις παιδί δεν κάνει.

Εκτός του ότι κάθε βράδυ πέφτω για ύπνο και ψυχοπλακώνομαι για το τι θα πράξω ως γονέας σε περίπτωση που μουντάρουν οι Τούρκοι, κίνδυνος πλέον υπαρκτός και ρεαλιστικός, τώρα έχω και το πρόβλημα της σκόνης στην ατμόσφαιρα. Κάθε δυο τρεις μέρες, όποτε αποφασίσει δηλαδή να μας επισκεφτεί η αφρικανική ήπειρος προσωποποιημένη σε κόκκους σκόνης, αναρωτιέμαι πού θα κλειδαμπαρώσω τον γιο μου για να μην εισπνεύσει αυτή τη βρώμα και τον τρέχω στα νοσοκομεία με αναπνευστικά. Αντιλαμβάνεστε ότι το να τον έχω κλειδωμένο στο σπίτι τόσες ώρες ώσπου να καθαρίσει η ατμόσφαιρα λειτουργεί αρνητικά ως προς τη διάθεσή του. Βαριέται, αφηνιάζει, σπάζει ό, τι βρει μπροστά του, τρέχει προς την εξώπορτα και μου δείχνει συνέχεια τα κλειδιά, ήτοι «πάμε έξω!» Πού να σε πάω, αγάπη μου, που έξω είναι σαν τον τάφο του Ινδού;

Ένα καλό είχε η Κύπρος: Το κλίμα. Τώρα πάει κι αυτό. Καλοκαίρι από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο, με χειμώνα ενάμιση μήνα το πολύ. Φθινόπωρο και άνοιξη – καπούτ. Κι όταν λέμε χειμώνα εννοούμε δυο τρεις μπόρες το πολύ, οι οποίες μας υπενθυμίζουν τις μηδενικές μας υποδομές και το ότι δεν μπορούμε να επιβιώσουμε ως λαός σε οτιδήποτε παρεκκλίνει των τριάντα βαθμών κελσίου. Επιπλέον, το καλοκαίρι κινδυνεύεις από καρκινικά εγκαύματα απ’ τον καύσωνα, η κυκλοφορία ενδείκνυται μόνο μετά τις έξι το απόγευμα, και το μωρό στις οκτώ κοιμάται. Πού να τον πας να χαρεί «το υπέροχο κυπριακό καλοκαίρι;» Πουθενά. Κλειδωμένο μέσα στο air-condition όλη μέρα, ώσπου να τεζάρει. Είναι αυτά παιδικά χρόνια;

Έπειτα, είναι και τα ερεθίσματα. Για κάποιο λόγο σ’ αυτή τη χώρα θεωρούμε ότι η χαμηλή εγκληματικότητα είναι θετικός και βασικός παράγοντας για να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Δεν αντιλέγω. Αλλά πέραν τούτου, τι ερεθίσματα παίρνει ένα παιδί μεγαλώνοντας σε μία χώρα που ναι μεν δεν δολοφονούν τον γείτονα για πλάκα, αλλά και που δεν συμβαίνει τίποτα το συναρπαστικό; Είχα διαβάσει κάποτε στο βιβλίο της Γιάννας Αγγελοπούλου Δασκαλάκη ότι η ίδια είχε ασκήσει βέτο στον Αγγελόπουλο να μεγαλώσουν τα παιδιά της στη Γενεύη, γιατί επρόκειτο για μία πολύ ήρεμη πόλη και τα παιδιά της δεν θα έπαιρναν σωστά ερεθίσματα. Επέβαλε μετακόμιση στο Λονδίνο που ήταν πιο γουάο.

Τώρα θα μου πεις, και που τα μεγάλωσε στο Λονδίνο, τι κατάλαβε; Πήγαν και ασπάστηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ τα σαΐνια της. Μακριά από εμάς τέτοια μιάσματα, εκατό φορές καλύτερα να πέσει στα βαριά. Αλλά ναι, σε μία Λευκωσία που το μοναδικό «ποσκόλιο» για ένα μωρό είναι να το πας να δει τις πάπιες στο πάρκο της Αθαλάσσας ή να το εξαπολύσεις μέσα στα φουσκωτά του Extreme Park για να ησυχάσει το κεφάλι σου, δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ότι η Κύπρος «είναι ό, τι πρέπει για να μεγαλώσεις κοπελλούθκια». Εντάξει, κύριος, δεν είπαμε να τα μεγαλώσουμε και στις ΗΠΑ που οπλοφορεί ο κάθε μπάρμπας και ανοίγει πυρ στα Δημοτικά. Αλλά, να έχουν μία άλφα ποιότητα ζωής. Πώς την έχουν στο Ελσίνκι, στη Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη; Ακόμα και στην Ιαπωνία, που οι ρυθμοί ζωής είναι αποπνικτικοί, έβλεπα τις προάλλες ένα βίντεο από ένα πολυβραβευμένο, υπαίθριο νηπιαγωγείο κι έμεινα άναυδος. Δεν έχει τοίχους, είναι κτισμένο σαν υπαίθριο κιόσκι, οι τάξεις δεν διαχωρίζονται από ντουβάρια «για να μάθουν τα παιδιά να συζητούν σε τόνους που δεν ενοχλούν τους συμμαθητές τους στις δίπλα τάξεις», ενώ μέσα απ’ τα πατώματα ξεφυτρώνουν δέντρα στα οποία τα παιδιά σκαρφαλώνουν για «να διατηρούν την επαφή τους με τη φύση».

Μην σου πω σε ποιο νηπιαγωγείο θα στείλω εγώ τον γιο μου του χρόνου, και γελάσει και ο τελευταίος πικραμένος, γιατί εν μέρει ντρέπομαι.


Πάρτε την Κύπρο χάρισμά σας με τα δήθεν καλά της και τα άπειρα κακά της! Πάρτε και το φυσικό αέριο, πάρτε και τις ελεύθερες περιοχές, χαλάλι σας. Δώστε μου μόνο δυο μέρες προειδοποίηση να προλάβω να φύγω. Γιατί κι εγώ περιμένω τους βαρβάρους για να αρχίσω επιτέλους να ζω. 

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2018

Tο Χρυσό Πιστολάκι

Μα γιατί να κάθομαι να περιμένω να ζήσω από το Δημόσιο, ενώ ξέρω ότι έχω έτοιμο το concept για την τηλεόραση; Έγινε πλούσιο το κάθε τσουτσέκι που αντιγράφει ιδέες του εξωτερικού και εγώ που μπορώ να αντιγράψω έτη φωτός καλύτερα ιδέες του εσωτερικού κάθομαι και χάσκω. Λοιπόν, δώστε βάση, έτοιμο το ‘χω το ριάλιτι! Φέτος είδαμε ειδήμονες να μας μαθαίνουν να συνδυάζουμε ρούχα, είδαμε ειδήμονες να μας διδάσκουν μαγειρική, είδαμε ειδήμονες να μας διδάσκουν μουσική. Τι δεν είδαμε; Ειδήμονες να μας διδάσκουν κομμωτική.

Έρχεται το «Χρυσό Πιστολάκι» διά χειρός Αντίχριστου.



Δέκα παίχτες, κομμωτές και κομμώτριες διαγωνίζονται για το χρυσό συμβόλαιο με γνωστό οίκο τριχωτής περιποίησης του εξωτερικού. Για να το κερδίσουν, περνούν από εβδομαδιαίες δοκιμασίες στις οποίες κρίνονται από τρεις υψίστου σεβασμού εγχώριους κομμωτές οι οποίοι δοκιμάζουν τα νεύρα τους σε ευφυέστατες αποστολές.

Για αρχή και ξεσκαρτάρισμα από πενηντάδα σε τριαντάδα. Οι υποψήφιοι παίκτες καλούνται να κουρέψουν νεοσύλλεκτους. Σε μία φαινομενικά εύκολη δοκιμασία οι κριτές ξεχωρίζουν αυτούς που ξέρουν να κρατούν ορθά την ηλεκτρική μηχανή και να παίζουν στα δάχτυλα τις κλίμακες των νούμερων. «Πρώτο νούμερο» για τους πουστόνεους, δεύτερο-τρίτο νούμερο για τους πιο παλιούς, ψαλίδι για τους απολελέ και τρελελέ. Οι καθηγητές με ένα ελαφρό χτύπημα στην πλάτη χωρίζουν τους αμνούς από τα ερίφια.

Σε δεύτερη φάση οι 30 προκριθέντες διαγωνίζονται σε κούρεμα φαλακρών ηλικιωμένων. Οι παίχτες επισκέπτονται έναν οίκο ευγηρίας όπου καλούνται να κουρέψουν φαλακρούς κυρίους. Η σκληρή τους τρίχα συνδυασμένη με τη δύστροπη συμπεριφορά, φέρνουν τους παίχτες στα όριά τους, αλλά επιδεικνύουν ιώβεια υπομονή προκειμένου να εξασφαλίσουν την πρόκριση. «Μου κληρώθηκε να κουρέψω τον κύριο Τάκη. Στην αρχή σκέφτηκα πέντε τρίχες όλες κι όλες και καρδιά μικρού παιδιού, ώσπου άρχισε να τον παίζει κάτω απ’ το κάλυμμα και να λέει προστυχιές. "Κούρεψέ με ρε μουνάκι" και τέτοια. Δεν κατάφερα να βγάλω κούρεμα απ' την ταραχή, πρόλαβα μόνο τη μισή φαλάκρα, εν τέλει ήρθαν δυο νοσοκόμες και του έκαναν ένεση να ηρεμήσει, και τον απέσυραν στο δωμάτιό του».



Οι είκοσι επίλεκτοι καλούνται να συγκατοικήσουν στο σπίτι. Καθημερινά λαμβάνουν μαθήματα master class από τους καθηγητές τους. Λούσιμο, κόψιμο, στέγνωμα. Κάθε βδομάδα καλούνται να ανταπεξέλθουν στη διαδικασία αποχώρησης. Όσο προχωρεί το πρόγραμμα αυτή δυσκολεύει περαιτέρω. Οι προγραμματισμένες δοκιμασίες ανά εβδομάδα θα είναι οι εξής:

-         Ανταύγειες σε παρουσιάστρια πρωινής ζώνης.

-         Κούρεμα σε μωρό δύο ετών.

-         Δημιουργία βίντατζ κότσου νύφης, ή κουμπάρας για γάμο στην κυπριακή επαρχία. Φερ' ειπείν:



«Δεν μου βγήκε η μπούκλα όσο κατσαρή την ήθελα, παρόλο που την άφησα πάνω στο ρολέι για πάνω από δέκα λεπτά. Παρά να την κάψω και να καταφύγω σε τρέσα, προτίμησα να την αφήσω πιο φρέσκια κι ας βγω προτεινόμενη, δεν πειράζει» δηλώνει σε προσωπική συνέντευξη μία επίδοξη παίκτρια στο "χρυσό πιστολάκι".

Οι κριτές στο στούντιο αφηνιάζουν λίγο πριν τη λήξη του χρόνου: Καθαρίστε τα πατώματα από τις τρίχες. Μην δούμε λερωμένες καρέκλες και ψαλίδια. Ούτε μία πουτσότριχα στο έδαφος!

Οι παίχτες με την πιο χαμηλή βαθμολογία περνούν από το τελικό τεστ: Μπροστά τους εμφανίζεται μία κάσκα. «Τι θέλετε να έχει από κάτω;» ρωτάει ο κριτής τους δύο μονομάχους. «Εγώ εύχομαι να είναι μια απλή μιζανπλί» λέει ο Γκρεγκ Παπαστεφανόπουλος. «Εγώ, πάλι, που δεν σκαμπάζ, προτιμώ να έχει ντεκαπάζ. Με τα μπικουτί μπερδεύομαι η κουτή!», λέει με εμφανή την αγωνία στη φωνή η Περσεφόνη Δημητρίου.



Ο κριτής, κύριος  Άγγελος Πατσόλης σηκώνει μαεστρικά την κάσκα και κάτω απ’ αυτήν οι διαγωνιζόμενοι αντικρύζουν έκπληκτοι μια Αφρικανή. «Έχετε σαρανταπέντε λεπτά για να φτιάξετε 150 κοτσιδάκια στο κεφάλι της Αμπούτζι!»



«Όταν άκουσα τον κριτή να μας λέει ότι πρέπει να φτιάξουμε εκατόν πενήντα κοτσιδάκια ζαλίστηκα, λέω ντάξει ρε παιδί μου, δεν είμαι και η Λάουρα Νάργες στο Σαρβάιβορ, ούτε η Ηλέκτρα στο Μάστερ Σεφ! Αλλά ξεκίνησα να πλέκω, είχα θυμηθεί μία μέθοδο που μου είχε δείξει η γιαγιά μου, που έφτιαχνε πλεξούδες τύπου Λωξάντρας πριν πέσει για ύπνο και νομίζω ότι κάτι έκανα, έφτιαξα ένα καλό κεφάλι που θα μου εγγυηθεί την παραμονή μου στο Χρυσό Πιστολάκι!»

- Πώς το έφτιαξες το κοτσιδάκι, Περσεφόνη;
- Με τριπλό προσκοπικό κόμπο, σερ!
- Για να δω (πασπατεύει το κεφάλι της Αμπούτζι). Η τρίχα δεν αναπνέει!
- Είναι σοβαρό, σερ;
- Να, δες και μόνη σου. Πνίγεται. Έχει τσιτώσει και κοντεύει να κλατάρει. Την τζέλωσες πριν την πλέξεις;
- Μάλιστα σερ.
- Με τι;
- Με υγρή παρκετίνη, ξυλοκαΐνη και παστουρμά.
- Οδοντόπαστα έβαλες;
- Ήθελα να βάλω, αλλά δεν πέτυχα την υφή της. 
- Μου σηκώνεται η τρίχα μ' αυτά που ακούω.
- Εμένα να δείτε.
- Από μένα είναι ένα 6/10.

(Κορυφώνεται η αγωνία) 

Αμπούτζι: Εγκώ τώρα μπορεί να φύγκει; Τέλει πάει σπίτι μου.

Δείτε στο επόμενο επεισόδιο ποιος επιβίωσε της διαδικασίας αποχώρησης. Δείτε ποιος είναι ένα βήμα πιο κοντά στο Χρυσό Πιστο-λάκι, and up all night to get lucky!

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2018

Οξύ-μωρο


Σ’ αυτή τη ζωή ο καθένας λαχταρά αυτά που του λείπουν.

Το οξύμωρον του πράγματος: Ο γιος μου με κάθε ευκαιρία αρπάζει το iphone μου και εγώ με κάθε ευκαιρία τον χρησιμοποιώ για να χαρώ παιχνίδια που δεν υπήρχαν στην εποχή μου.

Το πόσο χάρηκα που βούτηξα μέσα στις μπαλίτσες χθες δεν περιγράφεται. Ένιωσα σαν τον Σκρουτζ Μακ Ντακ την ώρα που βουτά μέσα στο θησαυροφυλάκιο. Τόσο πολύ χάρηκα που είπα στη Μπρέντα ότι δεν χρειάζεται να επιπλώσουμε το σαλόνι, αλλά να το γεμίσουμε με τέτοια παιχνίδια και να μετατρέψουμε το σπίτι σε μίνι-ντίσνεϊλαντ.

Αν αποφάσιζα εγώ όλο το σπίτι θα ήταν παιχνιδότοπος. Με σκοινιά, με μυστικές σήραγγες, σκοτεινές καταπακτές, καταρράκτες, λίμνες και φουσκωτά. Ένα μίγμα παιχνιδιών χωρίς σύνορα και ντίσνεϊ γουόρλντ. Δεν αποφασίζω εγώ. Δυστυχώς.

Στην ηλικία μου δεν έχω πια την πολυτέλεια να αποφασίζω μόνος μου. Όχι μόνο εξ αιτίας του γάμου, αλλά εξ αιτίας πολλών άλλων παραγόντων που δεν περνούν από το χέρι μου. Στην καλύτερη περίπτωση έχω ένα 50% που ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτε, που δεν μου αρκεί για να μεγαλουργήσω. Και όσο περνά ο καιρός συνειδητοποιώ ότι είμαστε καταδικασμένοι, κι εγώ να καταπιέζω τη δημιουργικότητά μου και οι υπόλοιποι να παραμένετε δέσμιοι στο γκρίζο.

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2018

Fuego Θα Πέσει Να Μας Κάψει

Μαθήματα που παίρνεις από ένα τραγούδι κι από ένα βίντεο κλιπ.



Δεν είναι δυνατόν να διαρρέεις πως πολιορκείς την Παπαρίζου, η οποία παίζει τη δύσκολη, και μετά να πρέπει να μας πείσεις ότι ήταν τελικά γραμμένο για την Φουρέιρα. Λίγο να παρακολουθείς την πορεία της Παπαρίζου αναγνωρίζεις ότι το τραγούδι ήταν εξ αρχής γραμμένο για εκείνη. Όλα αυτά τα «yeay, yeay, yeay» στο ρεφρέν που παραπέμπουν σε λάτιν τραγουδάκι της Σακίρα, μόνο στην Παπαρίζου τα βρίσκουμε τελευταίως. Και για να λέμε και την αλήθεια «είναι σαν να την ακούμε» καθ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού, βλέποντας όμως μια που κλήθηκε να την ντουμπλάρει - τη Φουρέιρα.

Μία Φουρέιρα που στο βίντεο φαίνεται αμήχανη, σαν να μην το απολαμβάνει, σαν να ξέρει ότι «εγώ την Παπαρίζου ήρθα να αναπληρώσω που κωλύεται». Δεν έχει ούτε ένα χαμογελαστό πλάνο, ούτε ένα κάδρο που να δείχνει ότι περνά ωραία. Ακόμα και την ώρα που καίει το αυτοκίνητο δείχνει να φοβάται που το κάνει αντί να το παίξει καβλωτική φαμ φατάλ. Εκτός ρόλου. Σαν να μετάνιωσε που δέχτηκε να μας εκπροσωπήσει.

Εντάξει, οι σκηνές στις οποίες διαφημίζονται οι χορηγοί, ήτοι οι μπανάνες, οι ανανάδες και οι κρέμες απλά αποδεικνύουν τη γυφτιά μας. Ξεκάθαρη ελληνική/κυπριακή νοοτροπία. Είμαστε πάμφτωχοι και το ξέρει ο κόσμος όλος, αλλά θα γυρίσουμε βίντεο στα πρότυπα της J.Lo, θέλετε δεν θέλετε. Αρχοντοχωριατισμός στα καλύτερά του. Είδατε σε κανένα άλλο βίντεο κλιπ εθνικής τηλεόρασης χορηγό; Ούτε στην πιο φτωχή χώρα του διαγωνισμού. Oh, wait… Εμείς είμαστε οι πιο φτωχοί.

Τέλος πάντων. Στο δεύτερο άκουσμα το τραγούδι είναι πιο συμπαθητικό, από ό, τι στο πρώτο. Και όλα τα παραπάνω που ανέφερα μπορούν να ξεπεραστούν τη νύχτα της παρουσίασης. Απλώς εμάς μας φούντωσαν τα μυαλά όλες οι εκπομπές τόσο καιρό με τα  «θα πάει η Φουρέιρα», «θα πάει η Φουρέιρα» και κάναμε σαν να θα πάει ο Μπετόβεν. Περιμέναμε να ακούσουμε κάτι εκτός του κόσμου τούτου. Ένα δεύτερο “My Number One”. Κακώς. Αν μας έλεγαν απλά «ξέρετε, βρήκαμε ένα τραγούδι αλλά θα το μάθετε την τελευταία στιγμή από μία καλλιτέχνη έκπληξη», σήμερα θα ανοίγαμε σαμπάνιες. Απλή ψυχολογία του μάρκετινγκ για την οποία το ΡΙΚ δεν ξέρει την τύφλα του.

Η Φουρέιρα θα προκριθεί. Συμμετέχει στον πρώτο ημιτελικό με την Ελλάδα και την Αλβανία. Από δυο δωδεκάρια να πάρει δηλαδή, και λίγο παρασκηνιακό σπρώξιμο από το σουηδικό λόμπι που θα ευνοήσει τον συνθέτη δεν είναι δύσκολο να μπει στη δεκάδα. Στον τελικό όμως δεν ξέρω τι θα κάνει. Χλωμά τα πράγματα. Θα σας πω περισσότερα όταν επιλεχθούν όλα τα τραγούδια. Δύσκολα θα ξεπεράσει την κατάρα της εικοσάδας στην οποία η Κύπρος βρίσκεται δέσμια τα τελευταία χρόνια. Από όσα άκουσα μέχρι σήμερα πάντως, τα αγαπημένα μου είναι το γαλλικό, το δανέζικο, το ολλανδικό και το ιταλικό. Το ελληνικό έχει τεράστιο ρεύμα, εμένα προσωπικά δεν με εντυπωσίασε, αλλά respect που τιμούν τη μητρική μας, respect που ξεφεύγουν από το comfort zone τους, γενικώς respect που στέλνουν κάτι που μυρίζει Ελλάδα. 

Σαν χρονιά, μέχρι στιγμής, το επίπεδο είναι καλύτερο από το περσινό, αλλά αυτό είναι το μόνο εύκολο, αφού πέρσι ήταν όλα άθλια.

Θα τα ξανασυζητήσουμε εν ευθέτω χρόνω.

Λαϊκό τραγούδι της προκοπής πότε θα στείλουμε, οεο;