Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2017

Το Βάπτισμα Του Πυρός

Εχθές το πρωί, κάπου στον Πρωταρά, βάφτισα το γιούδιν μου σε στενό οικογενειακό κύκλο*.

Ευκαιρίας δοθείσης, σήμερα θα ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου σχετικά με δύο πολύ καυτά ερωτήματα που μου τίθενται από καιρού εις καιρόν σχετικά με το θέμα της βάπτισης. Πρώτον, «γιατί δεν αφήνεις τον γιο σου να επιλέξει ο ίδιος τη θρησκεία του;» και δεύτερον, «γιατί να πρέπει το παιδί να περάσει αυτό το μαρτύριο της κολυμπήθρας, τσίτσιδο, μπροστά σε τόσο κόσμο για να γίνει, τάχα μου, Χριστιανός;».

Εύλογα τα ερωτήματά σας, τα έχω συζητήσει πολλάκις τελευταίως με διάφορους καλοθελητές. Ήρθε η ώρα να πάρετε την απάντησή σας.

Το παιδί μου βαφτίζεται Χριστιανός γιατί Χριστιανοί είναι και οι γονείς του. Φυσικά, εγώ είμαι ο τύπος του Χριστιανού που δεν του καίγεται καρφί, δεν πάει ποτέ εκκλησία και τα θεωρεί όλα αυτά αναγκαία κακά δεδομένης της ισλαμικής απειλής ως μέτρα αντίστασης και πολιτικού αντίβαρου. Η μητέρα του άξιου τέκνου μου, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι είναι ουσιαστική Χριστιανή και δεν έχω κανέναν λόγο να την αμφισβητήσω, ασχέτως αν έχω συγκεκριμένη άποψη ως προς το τι ορίζεται ως ουσιαστική άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων. Τούτων λεχθέντων, το μωρό μας δεν θα μπορούσε παρά να ασπαστεί τη Χριστιανοσύνη.

«Και που είναι η ελεύθερη βούληση;» «Γιατί καταδικάζεις το παιδί σου στη Χριστιανοσύνη ενώ θα μπορούσε να επιλέξει μια άλλη θρησκεία;» Θα σου απαντήσω αμέσως: Το παιδί μου θα είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος κι όταν μεγαλώσει μπορεί να αποποιηθεί τη Χριστιανοσύνη και να επιλέξει μια άλλη θρησκεία. Αυτό όμως είναι απίθανο πρακτικά να συμβεί. Όχι μόνο για το παιδί μου, αλλά και για τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Είναι απίθανο γιατί υπάρχουν 4.200 αναγνωρισμένες θρησκείες στον κόσμο μας, και είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τις μελετήσεις όλες ενδελεχώς και να καταλήξεις ώριμα στο ποια σου κάθεται καλύτερα. Και θέλω να πιστεύω ότι ο γιος μου στα 20 του χρόνια, όταν θα είναι σε θέση να εντρυφήσει στις θρησκείες όλου του κόσμου θα έχει καλύτερα πράγματα να κάνει (παρτούζες, όργια, γκόμενες) από το να μελετά εναλλακτικές προτάσεις έναντι της Χριστιανοσύνης.

Έστω όμως ότι αποφασίζει να γίνει Βουδιστής, γιατί έτσι. Πώς και πού ακριβώς θα προσεύχεται, που το μόνο κοντινό σε παγόδα στη Λευκωσία είναι το ομώνυμο εστιατόριο; Πού θα βρει Βούδα να προσκυνήσει; Θα του φέρει η γιαγιά του έναν πορσελάνινο από την Ταϊλάνδη να τον βάλει στο σαλόνι να αρχίσει τις μετάνοιες; Πείτε μου πού θα βρει εκκλησία της σαϊεντολογίας αν μια μέρα του αναδόξει πως θέλει να γίνει ο νέος Τομ Κρουζ;

Αντιλαμβάνεστε ότι όλες αυτές οι νουθεσίες που ακούμε συνήθως από τους προοδευτικούς άθεους σχετικά, είναι σκέτη αντίδραση σε έναν κόσμο που τους γύρισε την πλάτη όταν είδε ότι από κάπου μπάζουν.

Δεν είναι δυνατόν να πιστεύει ακόμα κόσμος ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τη θρησκεία του. Η θρησκεία είναι σαν την ποδοσφαιρική ομάδα. Η ομάδα σού δίνεται με το που γεννιέσαι. Είναι κομμάτι του DNA σου. Αυτήν αρχίζεις να αγαπάς, να υποστηρίζεις, να συμπονάς. Δεν γίνεται να ξυπνήσεις μιαν ημέραν και να πεις εγώ έχω δικαίωμα να αλλάξω ομάδα. Ναι, μπορείς να το κάνεις, αλλά δεν μπορείς. Πώς να στο εξηγήσω. Είναι σαν να αποφασίζεις στα 40 σου να αλλάξεις επίθετο. Too late. Αν σε λένε Πελοπίδα Τσιμπούκη το κακό έγινε, η ρετσινιά έμεινε, deal with it.

Μπορεί να σε πονά που σου επέβαλαν την Ομόνοια και που τώρα είσαι αναγκασμένος να ζεις μέσα στις ντουλάπες, αλλά ερωτώ, σου πάει η καρδιά να αλλάξεις ομάδα; Με την ίδια ακριβώς λογική δεν μπορείς να αλλάξεις θρησκεία. Μπορείς να την αφήσεις να ατονήσει, μπορείς να την αφήσεις να πέσει στη λήθη σιγά, σιγά, μπορείς να αδιαφορήσεις, μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα με τη θρησκεία σου, αλλά να την αλλάξεις; Και ότι τι; Θα γίνεις απ΄ τη μια μέρα στην άλλη βουδιστής, μουσουλμάνος, καθολικός και θα λατρεύεις ξαφνικά τα θρησκευτικά βιβλία; Θα διαβάζεις προφητείες και θα αφιερώνεις πίτες στον Άγιο Φανούριο του Βούδα να σου βρει νύφη / γαμπρό / ενοικιαστή; Θα προσεύχεσαι παρέα με τον Χότζια τ' απογεύματα στην παλιά Λευκωσία και θα λες «πού κρυβόσουν ρε Χότζια τόσα χρόνια με τα ωραία σου; Δράμα περνούσαμε με το υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ρίξε τώρα έναν αμανέ να ανέβουμε λίγο! » Άσε μας κυρά μου με τα προβλήματά μας.

Τώρα, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ήτοι γιατί να πρέπει να υποβληθεί το παιδί στο μαρτύριο της βάπτισης, σου έχω κι εδώ νέα! Εξ όσων γνωρίζω εκ πείρας (και απορώ γιατί δεν γνωρίζεις κι εσύ αφού κι εσύ που με διαβάζεις τώρα εικάζω ότι έχει βαφτιστεί), η μνήμη του τέκνου στην ηλικία των έξι μηνών είναι τόσο υπανάπτυχτη που δεν μπορεί να συγκρατήσει την ταλαιπωρία της ιεροτελεστίας σε βαθμό που να το στιγματίσει εφ’ όρου ζωής. Εκτός κι αν είσαι ο γιος της Βανδή και είσαι μέχρι τα 8 σου έτη αβάπτιστος. Τότε ναι, να το δεχτώ, θα σου μείνει τραύμα να πρέπει να σε δουν γυμνό οι συγγενείς μες την πισίνα να σε λούζει ο παπάς. Αλλά για μωρά κάτω του ενός, σιγά το πατατράκ και την καρράμπα.

Δεύτερον, αν το μωρό είναι καθώς πρέπει, comme il faut, της αριστοκρατίας και του καλού κόσμου που λέμε, θα γνωρίζει ότι είναι τρε-μπανάλ να κλάψει και να προβεί σε υστερίες ενώπιων τόσων καλεσμένων με κάμερα κινητού στο χέρι, έτοιμοι να τον εκθέσουν σε όλα τα σόσιαλ μύδια.

Ο δικός μας, που είναι άξιος εκπρόσωπος της ιπποτικής συμπεριφοράς, δεν έβγαλε άχνα. Ούτε κιχ. Κύριος με το κου κεφαλαίο! Ήρθε, γδύθηκε, βαφτίστηκε και έφυγε σαν να μην συνέβη τίποτα. Ούτε σταγόνα δεν έχυσε έξω απ' τη κολυμπήθρα, που λέει ο λόγος. Σνομπαρία πρώτης τάξεως σαν τον πατέρα του που από χθες ψήλωσε άλλους δύο πόντους από την υποδειγματική συμπεριφορά του υιού του. 

Θα κάνω τρελό κόμμα με τον γιο μου μιαν ημέρα όχι και πολύ μακρινή. Μας βλέπω ήδη μπροστά μου να μεταναστεύουμε παρέα σε μια χώρα περιωπής και είμαι τόσο χαρούμενος!



*Τονίζω τον στενό οικογενειακό κύκλο, σε περίπτωση που δεν προσκλήθηκες, να ξέρεις το γιατί και να μην παρεξηγηθείς. Προσωπικά εκπλήσσομαι όταν κάποιος θίγεται από τη μη πρόσκληση σε βαφτίσια. Εγώ πανηγυρίζω όταν μας ξεχνούν.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2017

Αρνούμαι

Προσωπικά και γενικά τελώ υπό άρνηση όσον αφορά κάποια πράγματα.

Δηλαδή, τι κάποια πράγματα; Τελώ υπό άρνηση όσον αφορά τα πάντα.

Για παράδειγμα, αρνούμαι να δεχτώ ότι κάποια πράγματα τελείωσαν και πέρασαν στη σφαίρα της ιστορίας. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε η Βίσση με τον Καρβέλα. Για μένα θα είναι πάντα ένα και ζω για την ημέρα που θα δικαιωθώ μαθαίνοντας ότι ξανασμίξανε. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε ο Αλ Μπάνο απ’ τη Ρομίνα Πάουερ. Δεν αποδέχομαι ότι τελείωσαν αμφότερα τα 80ς και τα 90ς και ότι πήραν μαζί τους στον τάφο όλη την ποπ κουλτούρα της εποχής.

Δεν μπορώ να βάλω τελεία. Αν κάτι το αγάπησα και επένδυσα συναισθηματικά επάνω του, θέλω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έχω εξοικειωθεί με την έννοια του τέλους. Στο Δημοτικό, ας πούμε, είχα μια πολύ δεμένη παρέα την οποία υπεραγαπούσα. Στο Γυμνάσιο έπαψε να υφίσταται. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτόν μου πως επρόκειτο για «μια φάση» που θα περνούσε, κι ότι ύστερα θα ήταν όλα όπως παλιά, κι ότι η συμμορία θα έκανε τρανό καμ μπακ, πλανόμουν πλάνην οικτράν.

Ομοίως, στο Λύκειο. Η παρέα του Λυκείου που μου προσέφερε άπειρες στιγμές ευτυχίας, και είχε κάνει τη ζωή μου να συγκρίνεται με το Beverly Hills 90210, κι αυτή μας άφησε χρόνους. Και δεν προβλήθηκε καν στις επαναλήψεις. Οι όρκοι φιλίας μπορεί να κράτησαν, μπορεί ακόμη και σήμερα να ευφραίνεται η καρδούλα μου όταν από καιρού εις καιρόν συναντιόμαστε, αλλά η μαγεία της παρέας (που ως γνωστόν είναι και αυτή που γράφει την ιστορία), ξεθώριασε, πέρασε, τέζαρε. Και όλοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Που τι τους κόστιζε να τη διατηρήσουν εν ζωή; Τόσο ωραία περνούσαμε. Τίποτα. Κι όμως, στ’ αρχίδια τους όλα.

Μην θυμηθώ τώρα το πανεπιστήμιο και ειδικά την πρώτη μου χρονιά στην Αγγλία. Εκεί κι αν είχα απογειωθεί ως αυτοκρατορική προσωπικότητα. Εκεί κι αν νόμιζα ότι η Νιρβάνα που βίωνα από δωμάτιο σε δωμάτιο, από μαζοχο-έρωτα σε μαζοχο-έρωτα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο θα διαρκούσε αιώνια. Δεν παραπονιέμαι, μια χαρά απόλαυσα τα πάντα στη στιγμή τους. Αλλά δεν διήρκησαν όσο ήθελα. Στο 2ο έτος όλα ήταν ήδη παρελθόν. Και αυτό που μου τη σπάει είναι πως κανένας δεν είχε διάθεση να δώσει συνέχεια. Αυτό με προσβάλλει. Επειδή μειώνει, ξευτιλίζει κι ατιμώνει την ιστορία μας. Γιατί αν κάτι ήταν ωραίο το παλεύεις να το διατηρήσεις. Δεν το αφήνεις να ψυχομαχεί ώσπου να το πάρει ο Χάρος.

Σαν αυτό που αναρωτιέμαι καμιά φορά… Γιατί οι Ρέππας – Παπαθανασίου δεν συνεχίζουν τις Τρεις Χάριτες αφού τις θέλουμε τόσο πολύ; Γιατί ο Καπουτζίδης δεν αποπειράθηκε να συνεχίσει το Παρά Πέντε αφού έβλεπε πόσο το ζητούσε ο κόσμος; Για να μην κορεστούν και ξεχειλώσουν; Σιγά! Καλύτερα είμαστε τώρα που δεν έχουμε τι να δούμε; Εκατό φορές καλύτερα ένα ξεχειλωμένο σήριαλ, παρά ένα μέτριο καινούριο.

Ω, Θεοί. Όλα αναλώσιμα είναι. Και προπάντων οι άνθρωποι. Όλοι κάποτε τελειώνουν. Κανέναν δεν αξίζει να πιέζεις να συνεχίσει αν δεν του βγαίνει πηγαία από μόνου του.

Και ξέρεις ποιος είναι ο μεγαλύτερός μου φόβος σήμερα. Ότι θα ξεψυχήσει και η παρέα του θεάτρου. Που ήδη άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Πάνω που παίρνεις τα πάνω σου, βρε παιδί μου, πάνω που βρίσκεις τη θέση σου σε ένα σύνολο και λες «μα, τι ωραία που περνούμε εδώ στην εξοχή, επιτέλους βρήκα το crowd μου», κάποιος λακίζει, κάποιος εκτρέπεται, κάποιος αφαιρεί το κρίσιμο τουβλάκι από το Τζένγκα και timbeeerrrr… δεν υπάρχει ουδεμία διάθεση από τους υπόλοιπους να το ξαναχτίσουν. Παίρνουν τα κουβαδάκια τους και σ’ άλλη παραλία. Νατάσα, μην τυχόν και φέρεις εις γνώσιν τους το παρόν κείμενο, σ’ έφαγα!

Μου προκαλεί κατάθλιψη πλέον η πραγματικότητα. Όλα όσα φέρνει η ζωή ξέρω πως μια μέρα θα τα πάρει. Και ναι, έχω μάθει να το διαχειρίζομαι ως ένα βαθμό, απολαμβάνω τη στιγμή και ικανοποιώ όλους τους μαλάκες φιλόσοφους που έγραψαν διαχρονικές παπάρες επί του θέματος, ξέρεις περί ματαιότητας των πάντων κτλ, κτλ. Αλλά μία μόνιμη θλίψη κρέμεται από πάνω μου σαν δαμόκλειος σπάθη σε κάθε έκφραση ευτυχίας. Αγκαλιάζω τον γιο μου, ας πούμε, σκέφτομαι ότι τόση αγάπη και τόση χαρά δεν έχω ξαναζήσει, αλλά σκέφτομαι ότι σε 10 χρόνια θα είναι ένας μαντράχαλος που θα με κλωτσά και θα με αποφεύγει, που θα με βρίζει όποτε του πω να κάτσει να διαβάσει και σκέφτομαι ότι θα μου τελειώσει. Γιατί να πρέπει να περάσεις τότε αυτό το απόλυτο στάδιο ευτυχίας αφού θα καταλήξεις στον θάνατό του;

Είναι ψυχοφθόρο. Είναι κουραστικό. Είναι σισύφειο. Και μετά από μια ηλικία απλά αποκτηνώνεσαι και δεν νιώθεις τίποτα. Δεν σου καίγεται καρφί. Σαν τη γιαγιά μου, που στα 84 της μου ανακοινώνει ωμά ότι πέταξε όλα τα ζευγάρια παπούτσια που διαθέτει και έμεινε μόνο με τις παντόφλες γιατί ξέρει ότι μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει, και απλά περιμένει να πεθάνει.


Τα πάντα ρει και ουδέν μένει, τα πάντα ρέει και singin’ in the rain. 

Τρίτη, Μαΐου 23, 2017

Τερρορίστας

«Μα, έχεις και εσύ τώρα κέφια να τρολάρεις τον κόσμο που ταράχτηκε με τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Μάντσεστερ κι αλλού;»

Ναι, έχω.

Εκνευρίζομαι απίστευτα να πρέπει να τρώω στη μάπα αναλύσεις και διδακτικά μηνύματα από κόσμο που το 90% του χρόνου του, του το τρώει το Survivor (ουδέν πρόβλημα και εμένα μου τον τρώει), αλλά κάπου εκεί ανάμεσα σε Μισθοφόρο και Σπαλιάρα κρίνουν ότι πρέπει να διακόψουν το παιχνίδι, να πατήσουν για πέντε λεπτά το pause, για ένα σύντομο πολιτικό μήνυμα παγκόσμιας ειρήνης προς όλους τους followers and friends. Δελτίο Τύπου, κανονικά. "Η τρομοκρατία δεν θα νίκήσει", "Δεν μας τρομάζετε!", "Χτύπα κι άλλο θα τ' αντέξω".

Άσε μας κυρά μου! Το κατανοώ να φοβάσαι, το κατανοώ να απελπίζεσαι, το κατανοώ να τρέμεις στη σκέψη ότι έφερες το παιδί σου στον μάταιο τούτον κόσμο, αλλά είναι ένα το να εκδηλώσεις τους φόβους και τους προβληματισμούς σου για το τι μέλλει γενέσθαι, κι άλλο να μας κάνεις μαθήματα περί οφθαλμού αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντα, αναλύσεις επί φανατισμού, εξτρεμισμού και πολωνικού εξπρεσιονισμού κουνώντας μας το δάκτυλο. Γιατί εσύ ξέρεις πώς να σώσεις τον κόσμο, αλλά «δεν σ’ αφήνει το σύστημα!» Άντε τράβα να δεις Survivor που θες να μου αφήσεις και πολιτικό στίγμα. 

Δεν έμεινε κοκότα για κοκότα που δεν έγραψε τουίτ, δεν έγραψε status update σχετικό με το Μάντσεστερ. Το «Δεν θα περάσει η τρομοκρατία!» είναι αυτό στο οποίο συμφωνούν όλες χοντρά – χοντρά. Η τρομοκρατία μια χαρά περνά βλακούλες μου. Το είπατε μια φορά το σύνθημα, το είπατε δυο, το είπατε τρεις αλλά δεν είδα κάποια τρομοκρατία να μην περνά. Περνά και καλοπερνά. Καλύτερα από όλες! Οπότε μην το ξαναπείτε, παίζετε με τα νεύρα μας και θα την ακούσετε εσείς στο τέλος. Θέλετε να προσφέρετε στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας; Αρματωθείτε μία βόμβα και σπεύσατε να καθαρίσετε το κακό στη ρίζα του. Βρείτε έναν τζιχαντιστή και σφάξτε τον, ανατινάξτε τον. Όσο δεν το κάμνετε, τα διαδικτυακά μαθήματα προς εμάς που δεν έχουμε και διασυνδέσεις με το ισλαμικό κράτος σας μάραναν.

Εγώ έχω εξοικειωθεί με την νέα τάξη πραγμάτων. Και τα αεροπλάνα άρχισα να φοβάμαι ξανά, και τα ταξίδια τα αραίωσα (όχι μόνο λόγω οικονομικού), και κάτι συναυλίες που είχα κλείσει να πάω να δω στη Ρώμη τις ακύρωσα. Ύστερα μου πέρασε, ξεθάρρεψα λίγο, ως το επόμενο χτύπημα που πάλι με μούδιασε και ξανά-έκατσα στα αβγά μου. Δεν θα νικήσω εγώ την τρομοκρατία. Ούτε ξέρω πως μπορώ να την νικήσω με το να μην φοβάμαι. Εννοείται ότι θα φοβάμαι. Το φυσιολογικό είναι να φοβάσαι. Και όσο δεν λαμβάνουμε ομαδικώς δραστικά μέτρα, εννοείται θα φοβόμαστε για πολλές δεκαετίες ακόμη. Απλά θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεις «εσσιέξιξι» ή κατά το κυπριακότερον: "to hell with terrorism", θα μπω στο μετρό και αν πεθάνω, πέθανα.

Μέχρι τότε δείτε Survivor, ασχοληθείτε με τον Ντάνο και τη Βλαχαβάνη και αφήστε τα βαθιά νοήματα. Είναι πολύ βαθιά για να τα αναλύετε με 140 χαρακτήρες.


Άντε εντάξει, έβαλα και στο προφίλ την αγγλική σημαία για συμπαράσταση. Λέω να κατεβάσω και λίγη Αριάνα Γκράντε στον υπολογιστή. 

Everybody happy now?

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Πριν 10 Χρόνια

Έπαιζα με τις λίστες των τραγουδιών μου στο itunes και έπεσα πάνω σ’ αυτήν του 2007. Και συνειδητοποίησα ότι πέρασαν 10 χρόνια από τότε, όταν διένυα την τελευταία μου χρονιά ως φοιτητής, όταν τελείωνα το 2ο μου μάστερ, όταν ήμουν ακόμα στη Βρετανία και ήμουν σε εντελώς διαφορετική φάση από όπου βρίσκομαι σήμερα. Πόσα άλλαξαν μέσα σε δέκα χρόνια!

Το 2007 αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία. Γιατί πάντα ήθελα να γίνω δημοσιογράφος και να γίνω σαν τον Κωστόπουλο, ένας πλούσιος πορνόγερος που θα είχε όποια θέλει και θα εκδίδει τα πιο έξυπνα και μοδάτα περιοδικά της χώρας. Ο πατέρας μου έλεγε ότι απλά ήμουν ανώριμος και ότι ο πραγματικός λόγος που ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία ήταν α) για να μπορώ να πάρω συνέντευξη από τη Βίσση μια μέρα, β) για να αποφύγω την επιστροφή στην Κύπρο, γ) για να τους φάω λεφτά, δ) επειδή έχω γινάτι και κάνω πάντα το ανάποδο απ’ αυτό που μου λένε. Να πω την αλήθεια, ισχύουν λίγο πολύ όλα. Αλλά πάντα μου άρεσε να γράφω, οπότε δεν ήταν καπρίτσιο, ούτε κάτι άκυρο εκ μέρους μου. Και ξέρω ότι γράφω καλύτερα από τον μέσο όρο. Θέλω να πω, δικαιούμαι τον χώρο μου. Πιστεύω ότι θα μου πήγαινε να έχω δικό μου περιοδικό, ή δικό μου κανάλι, ή δική μου εκπομπή, με την προϋπόθεση βέβαια να μην απευθύνεται στο κοινό που τρέπεται και τέρπεται με Λούη Πατσαλίδη, Πρίγκιπα, Μπρούσκο, Δίδυμα Φεγγάρια, Παραδοσιακές Βραδιές, Όλγα Ποταμίτου, Βασιλική Χατζηαδάμου και λοιπές τσοκαρίες. Στο 90% των Κυπρίων, δηλαδή, που θα με εξωθούσε σε πιο φτηνές λύσεις για να καταφέρω να επιβιώσω.

Όλοι μου έλεγαν να μην πετάξω λεφτά για να σπουδάσω δημοσιογραφία. Ότι στην Κύπρο δεν ανθίζει η ερευνητική δημοσιογραφία, ότι όλα γίνονται copy paste από τα διεθνή ειδησεογραφικά πόρταλ, ότι κανείς δεν θα σε λαμβάνει σοβαρά υπόψιν δηλώνοντας δημοσιογράφος, ότι θα πρέπει να εργαστείς σαν σκυλί για την κάθε Ελίτα Μιχαηλίδου και τον κάθε Τσουρούλλη για να βγάλεις πενταροδεκάρες, ενώ με τα λεφτά που θα έβγαζα ως δικηγόρος θα απέφευγα όλον αυτόν τον διασυρμό. Δεν είχαν άδικο. Ειδικά στο θέμα της κάθε Ελίτας είμαι κάθετος. Να κάθομαι εγώ να δουλεύω βάρδιες για να βγαίνει η Ελίτα να παρουσιάζει εκπομπές και να παίζει την καμπόση, no sir, not me.

Τέλος πάντων, είναι τεράστιο θέμα και δεν έχω τώρα διάθεση να το αναλύσω. Όπως και να ‘χει, το μάστερ δημοσιογραφίας μπορώ να σε διαβεβαιώσω δέκα χρόνια μετά ότι ήταν αχρείαστο, μην σου πω δεν ξέρω καν που έχω καταχωνιάσει και το πτυχίο. Νομίζω το έχω χάσει σε μετακόμιση. Βαριέμαι και να το ψάξω. Δεν μετανιώνω όμως που το έκανα. Κατ’ αρχάς στο Κάρντιφ, το 2007 πέρασα μία από τις ωραιότερες χρονιές της ζωής μου. Είχα χαλαρώσει τόσο πολύ σε επίπεδο διαβάσματος μετά τη λαίλαπα της νομικής, που η δημοσιογραφία ήταν περίπατος. Διακοπές.

Το 2007:

Αυτό το μπλογκ γνώριζε αναπάντεχη απήχηση. Ήμουν ακόμα ανυποψίαστος ως προς την έκθεση στο διαδίκτυο, εκφραζόμουν πολύ πιο αθυρόστομα, ελεύθερα και δεν είχα να δώσω λογαριασμό σε κανένα για όσα έγραφα. Σήμερα έχω οικογένεια, δουλειά, εργοδότη, είμαι κατά κάποιον τρόπο υπόλογος. Και κυρίως, υποψιασμένος ως προς ποιος με διαβάζει.

Το 2007 ζούσε ακόμα ο πατέρας μου.

Μέναμε στο παλιό το διαμέρισμα δίπλα στη γιαγιά μου. Σήμερα η γιαγιά μου είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Νομίζει ότι έχουμε ακόμα 1990 (υπέροχη χρονιά, αλλά δεν!), είχα μακριά μαλλιά, κοιμόμουν ακόμα στο εφηβικό μου κρεβάτι. Η Μπρέντα μου λέει ότι αν με είχε γνωρίσει με μακριά μαλλιά δεν θα με ήθελε. Τα σιχαίνεται και χαίρεται που τα έκοψα. Κατ’ ακρίβεια δεν τα έκοψα επειδή τα βαρέθηκα. Τα έκοψα γιατί έκανα φαλάκρα. Ας είχα πλούσια μαλλιά και σήμερα θα ήταν ακόμα μακριά και βαμμένα ασημένια σαν του Καρβέλα.




Το 2007 αγόραζα ακόμα cd’s. Ήμουν εναντίον των mp3’s. Και ακόμα είμαι δηλαδή. Θέλω να αγοράζω τη μουσική υπό τύπον αντικειμένου. Αλλά τι να κάνω. Δεν μπορώ να σταματήσω την πρόοδο.

Το 2007 γνώρισα την Αγγελική, στο Κάρντιφ. Μπορώ να πω ότι δέκα χρόνια μετά, ότι την αγαπώ πιο πολύ από ό, τι τότε. Απώλεσε την ιδιότητα της «παλιάς συμφοιτήτριας», πλέον τη θεωρώ σαν οικογένεια μου στην Ελλάδα. Επίσης, είχα και μιαν άλλη καλή φίλη τη Μαρία, με την οποία ακόμα αγαπιόμαστε, αλλά εκ του μακρόθεν. Με καφέδες μια φορά τον χρόνο.

Το 2007 πήγα διακοπές στην Πορτογαλία και στη Γαλλία.


To 2007 δεν είχα γκόμενα. Όπως και πολλά άλλα χρόνια, φυσικά. Αλλά τότε ήταν που νομίζω ότι έφτασα στα άκρα της σεξουαλικής στέρησης. Σκεφτόμουν το σεξ εκατόν φορές τη μέρα. Το είχα διογκώσει στο κεφάλι μου τόσο πολύ που μόνο για εκείνο μιλούσα, μόνο εκείνο σκεφτόμουν, όλο μου το χιούμορ εστιαζόταν και περιστρεφόταν γύρω από αυτό. Πόσο λυπηρό και απελπισμένο. Ευτυχώς που πέρασε.

Παρόλα αυτά, το 2007 ήταν η τελευταία μου ξέγνοιαστη χρονιά. Αρκούσε μία βόλτα στο Bute Park ή γύρω από το Millenium Stadium για να ξεδώσω. Η αίσθηση ελευθερίας, η αίσθηση ότι βρίσκομαι χαμένος μέσα στις χιλιάδες των Ουαλών και ουδείς με γνωρίζει, κόπτεται για την παρουσία μου, όλη αυτή η ανωνυμία που στην Κύπρο δεν υφίσταται αφού όποια πέτρα κι αν σηκώσεις βρίσκεις γνωστόν σου, ήταν λυτρωτική.   


Σήμερα έχω την οικογένειά μου βέβαια, το γιούδιν μου το υπέροχο, το οποίο καλύπτει όλα τα κενά της ύπαρξής μου, αλλά ναι, τώρα που το playlist με πήγε 10 χρόνια πίσω, ένα σφίξιμο στο στήθος το ξανάνιωσα.

Κυριακή, Μαΐου 14, 2017

Με Λύσσα Στη Λισαβόνα

Παρόλο που είναι δύο παρά το πρωί και μετά βίας κρατώ τα ματόκλαδά μου ανοιχτά, δεν πρόκειται να πέσω για ύπνο αν δεν σου πω δυο πράγματα:

I LOVE THIS SHOW!

Η συγκίνηση και η ταύτιση που ένιωσα απόψε με τον Πορτογάλο δεν περιγράφεται. Μπορεί να τάχθηκα ανοικτά υπέρ του Ιταλού και να στεναχωρήθηκα που δεν κέρδισε, αλλά θα ήταν κρίμα κι άδικο η αλήθεια (που λέει και η Άννα Βίσση) αυτού του ανθρώπου να πάει χαμένη ή να περάσει ξώφαλτσα απ' τη νίκη. Την σωστότερη κουβέντα είπε ο Σωτηράκης στα επινίκεια: «Η μουσική δεν είναι βεγγαλικά, σκηνικά και μαζική παραγωγή σουξέ. Η μουσική είναι συναίσθημα!» Ν’ αγιάσει το στόμα σου γιόκα μου και εύχομαι να εισακουστείς στα ώτα όλων των επίδοξων συνθετών για του χρόνου.

Όχι πες μου! Πόσα χρόνια γράφω εδώ ότι πρέπει να επενδύσουμε στη λαϊκή μας παράδοση, στη γλώσσα μας και στο ξακουστό λαϊκό τραγούδι που μιλούν πρωτίστως στην καρδιά; Scripta manent, κύριοι. Ανατρέξτε στις προηγούμενες μου αναρτήσεις διά του λόγου το αληθές. Κάθε χρόνο μοιράζομαι τον διακαή μου πόθο να στείλουμε ένα τραγούδι με λυρισμό και εθνική ταυτότητα. Τι κάνουμε αντ’ αυτού; Στέλνουμε σουηδικά σουξέ που δεν πείθουν ούτε καν αυτούς που τα γράφουν, πόσο μάλλον εμάς που τα αγοράζουμε.

Κι άντε τώρα να ανοίξουμε το θέμα ‘εθνική ταυτότητα’ της Κύπρου και να γίνουμε ξανά ομαδικώς από δυο χωριά χωριάτες. Γιατί προφανώς δεν εννοώ να στείλουμε ούτε την Κυριακού Πελαγία, ούτε τον άλλον τον γέρο που τραγουδά τη Γαουρίτσα (το όνομα του οποίου μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή).

Ξέρουμε από τώρα τι έχει να γίνει του χρόνου, βέβαια. Θα στείλουν όλοι παραδοσιακά τραγούδια, βαρετές μπαλάντες, και από το ένα άκρο θα περάσουμε στο άλλο. Ε, μα αργήσαμε, μάνα μου! Το θέμα είναι να πηγαίνεις κόντρα στις τάσεις των υπολοίπων την κατάλληλη στιγμή. Όπως έγινε φέτος, που είτε τη Σερβία άκουγες, είτε τη Νορβηγία ένα και το αυτό. Τώρα που δόθηκε το σύνθημα από τον Πορτογάλο είναι αργά, κάτσε εκεί που κάθεσαι, μείνε στο eurodance.

Όπως και να ‘χει: Χάρηκα γιατί η αποψινή Γιουροβίζιον μου θύμισε Γιουροβίζιον των παιδικών μου χρόνων. Τότε που είχε συμφωνική ορχήστρα και ένα σκηνικό για όλους. Που άκουγες 22 διαφορετικές γλώσσες και έμπαινες στη διαδικασία να τις απομνημονεύσεις και να εξοικειωθείς με άλλες κουλτούρες. Δόξα συ ο Θεός, αργά ή γρήγορα επιστρέφουμε στην ουσία του πράγματος.

Η Πορτογαλία είναι μια πανέμορφη χώρα, ίσως η τρίτη αγαπημένη μου που έχω επισκεφτεί. Οι Πορτογάλοι συμπαθέστατοι σαν άνθρωποι, και αν και πιο φτωχοί και ελαφρώς πιο βλάχοι από τους συγγενείς τους, Ισπανούς, εν τούτοις διαπνέονται από μία περηφάνεια για την καταγωγή τους που τους καθιστά πολύ αριστοκρατικούς. Είχα πάει ταξίδι στη Λισαβόνα το 2007 και έφυγα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Αν δεν κόστιζε μια περιουσία να πας στην άλλη άκρη της Ευρώπης θα την επισκεπτόμουν κάθε 2-3 χρόνια για κούρα. Επίσης, οι Πορτογάλοι μου είναι συμπαθείς γιατί μπορεί μεν να πατώνουν τόσα χρόνια στη Γιουροβίζιον αλλά κατά καιρούς έστειλαν και τραγούδια - ύμνους, όπως το 1984, το 1988, το 1996, αλλά και το υπέρτατο Conquistador του 1989, που μπορεί να ήταν η επιτομή του κιτς, αλλά το έχω μέσα στην καρδιά μου.



Λίγα γενικά σχόλια πριν πέσω ξερός:

Η Ντέμυ πήγε άσχημα, ας προβληματιστούν και στην Ελλάδα γιατί μία ζεμπεκιά του Γιώρκα, μία λύρα των Παπαρίζου και Αλκαίου χτυπούν πρωτιά και δεκάδα, ενώ αυτή η κατά τα άλλα υπερπαραγωγή πέρασε και δεν ακούμπησε. Η φάτσα του Κοντόπουλου την ώρα της ψηφοφορίας που το φυσούσε και δεν κρύωνε, όλα τα λεφτά!

Ο Χοβίγκ πήγε καλύτερα από ό, τι περίμενα, θα μπορούσε να ήταν στα τρία τελευταία.

Πιάστηκε η καρδιά μου κάποια στιγμή, όταν έβλεπα τη σταθερότητα με την οποία ψηφιζόταν ο Βούλγαρος. Λέω, Παναγία μου, θα πάθουμε όπως με την Ουκρανία πέρσι. Που ήταν σταθερά στη δεύτερη θέση και στο τέλος συμψηφίστηκε με την τηλεψηφοφορία και έφαγε τον πρώτο. Εννοείται ότι δεν αντέχω να βλέπω τη φάτσα εκείνου του μαλακιστηρίου. Δεκαεφτά χρονών νιάνιαρο και τραγουδά λες και έχει ζήσει τα απίστευτα με εκείνη τη φλώρικη φάτσα. ΝΟ! Just NO! Αν κέρδιζε η Βουλγαρία θα έσπαγα την τηλεόραση.

Επίσης, κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με τη Ρουμανία και τη Μολδαβία που ό, τι μαλακία στείλουν πάνε καλά γιατί τους ψηφίζουν οι συμπολίτες τους που μετανάστευσαν ανά την Ευρώπη. Δεν γίνεται στον ίδιο διαγωνισμό να κερδίζει το ποίημα της Πορτογαλίας αλλά να πλασάρονται στη δεκάδα τραγούδια με νύφες και γαμπρούς και κανόνια που εκτοξεύουν κομφετί και τραγουδούν yodel it, yodel it, ole ole ole ah ah. Είναι αντιφατικό, ακυρώνει το αποτέλεσμα. Αν ήμουν εγώ ο υπεύθυνος του Διαγωνισμού θα πυροβολούνταν στο πόδι πριν μπουν στο στάδιο.   

Ο αποψινός τελικός ήταν μια συνέχεια των χάλια ημιτελικών από άποψη ροής προγράμματος και  συγγραφικής ευφυίας. Ούτε στο δαχτυλάκι δεν πλησίασε τη διοργάνωση του 2016. Το ότι ο Αυστραλός μας έδειξε τον κώλο του δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Προγράμματα του κώλου τα οποία κατάντησαν να ταυτίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των θεατών τους και τα οποία κάθε χρόνο αντί να εστιάζουν στη μουσική, εστιάζουν στο πώς θα πατρονάρουν όλους τους υπόλοιπους με διδακτισμό περί διαφορετικότητας, ρατσισμού και διεθνισμού, αυτή την αντιμετώπιση αξίζουν. Και εις κατώτερα.

Για να μην κλείσω όμως αρνητικά, θα εστιάσω στα θετικά. Κέρδισε επιτέλους ένα καλό τραγούδι μετά από πάρα πολλά χρόνια (και όχι το Euphoria δεν το κατατάσσω μέσα σ’ αυτά) και μας έμεινε κληρονομιά και το ιταλικό που αν μη τι άλλο, είναι τόσο ραδιοφωνικό και φιλικό στ’ αφτιά που θα το ακούμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Έχει ξαναγίνει. Και το 1995 μπορεί να κέρδισε το Nocturne και δικαίως, αλλά όλοι το Vuelve Conmigo παίζουμε και ξαναπαίζουμε.
  

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2017

Μακεδονικός Χαλβάς

Από τη χθεσινοβραδινή μου εμπειρία από τον δεύτερο ημιτελικό, ένα πράγμα θα μου μείνει.
Το γεγονός ότι ο Τάσος Τρύφωνος προσφώνησε τη συμμετοχή της ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μα, καιρός ήτανε κάποιος να το τολμήσει. Ως πότε θα συνεχίζουμε αυτή τη γελοιότητα της ονομασίας; Κάποτε πρέπει να αποφασίσουμε. Είτε θα τους αποκαλούμε Σκοπιανούς, είτε Μακεδόνες, είτε να βρεθεί ένα τρίτο, ουδέτερο όνομα που να μπορώ να το πω με μία λέξη. Αυτό το ενδιάμεσο, το σιδηροδρομικό, το «ΠΓΔΜ», που δεν εξυπηρετεί κανέναν πλην των ξένων δυνάμεων που ξεμπερδεύουν με το να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους, είναι μια μαλακία και μισή. Είναι πολιτικά ορθό, αλλά πρακτικά δύσκολο. Τι θα λέω δηλαδή; Πάω να πιω καφέ με μία φίλη μου Φυρομίτισσα; Καλώς τον Φυρομίτη; «Από πού μας τηλεφωνείτε; Από τη ΦΥΡΟΜ; Η αγαπημένη μου πόλη!» Μήπως έχει οποιοσδήποτε τη ψευδαίσθηση ότι θα βρεθεί άνθρωπος φυσιολογικός να πει «πόσο πολύ θα ήθελα να πάω ένα τριήμερο στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας;!» Ώσπου να το πεις, πέθανες.

Τόλμησα που λέτε κι εγώ ο άμοιρος να γράψω ένα τουίτ στο οποίο εκθείαζα την τόλμη του Τάσου Τρύφωνος να αποκαλέσει την ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έλαβα γνώση ότι κάποιος με έκανε retweet παραθέτοντας το εξής σχόλιο: «Ιδού η απόδειξη ότι οι Τούρκοι το 1974 έκαναν μισές δουλειές!»

Δεν είναι η πρώτη φορά που έκπληκτος διαπιστώνω ότι μία μεγάλη μερίδα Ελλαδιτών συμπλέουν με τα ξένα συμφέροντα αντί με τα δικά τους. Μου έχει ξανατύχει να συγκρουστώ στο παρελθόν με μια συμφοιτήτριά μου εξ Ελλάδος για το θέμα των Σκοπίων, η οποία έσπευσε να με ενημερώσει στο Facebook ότι τα Σκόπια έχουν όνομα, λέγονται ΠΓΔΜ, και να μην τολμήσω να τους ξανά-αποκαλέσω έτσι, γιατί «σκέψου πως μπορεί να νιώθουν κι αυτοί οι καημένοι που τους κοτσάραμε ένα όνομα που δεν τους αρέσει, που δεν τους εκφράζει». Το γεγονός ότι στην ΠΓΔΜ έχουν οικειοποιηθεί και διαστρεβλώσει την ιστορία, μετέτρεψαν όλο το αστικό κέντρο σε σουβενίρ shop του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τυπώνουν χάρτες στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η Καβάλα και η Θεσσαλονίκη υπό την κυριαρχία τους, περνά στα ψιλά. Γιατί πάνω από όλα «σκέψου πως μπορεί να αισθάνονται οι καημένοι». Όσκαρ εξωτερικής πολιτικής!

Εννοείται ότι τη μαντάμ τη διέγραψα με συνοπτικές. Έχω ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία που έκανα υπομονή με τους βλάκες χάριν αποδοχής της διαφορετικής άποψης. Άλλο η διαφορετική άποψη πάνω σε εδραιωμένα, κοινά αποδεκτά γεγονότα που αποδεικνύονται ιστορικά και επιστημονικά, άλλο η διαφορετική άποψη που βασίζεται σε συναισθηματική ανισορροπία. Ουστ, στο καλό και να μας γράφετε.

Έχω απογοητευτεί, όχι επειδή τώρα βρέθηκε ένα ηλίθιο συριζόπουλο να μου πει ότι έπρεπε να μας σφάξουν οι Τούρκοι το ’74, αλλά επειδή συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει πλέον ελληνισμός. Δεν γίνεται να κόπτομαι εγώ για την Ελλάδα πιο πολύ από τον Ελλαδίτη. Δεν γίνεται να εκτουρκεύεται η Θράκη, να παραβιάζεται καθημερινά το Αιγαίο, να έχουν φτάσει τα πλοία μέχρι το Σούνιο, να έχει χαθεί το όνομα Μακεδονία και παρόλη την εθνική ξευτίλα να εξακολουθεί να υπάρχει κόσμος που να μου απαντά κατ’ αυτόν τον εχθρικό τρόπο. Λες και δεν είναι τα δικά του (μας) συμφέροντα που υπερασπίζομαι. Να με έβριζε ένας Σκοπιανός, να το καταλάβω. Μα, Έλληνας;!

Τι υπόκοσμος! Έχω κι άλλη παρόμοια ιστορία να σου πω. Κάποτε, προ Μπρέντας, είχα ένα νταλαβέρι με μία Συριζαία. Τότε εγώ δεν ήξερα τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, ούτε καν τι πάει να πει αριστερά. Εγώ μετά την προεδρία του Χριστόφια το 2008 κατάλαβα ότι υπάρχουν αριστεροί κι άρχισα να προσπαθώ να τους καταλάβω. Στο σόι μου, στον κύκλο μου, στο σχολείο μου, δεν είχαμε αριστερούς. Κι αν είχαμε, δεν τολμούσαν να εκφραστούν. Γενικότερα δεν ερχόμουν σε επαφή με κόσμο που δεν ενστερνίζεται την ελληνικότητα. Όταν άκουγα για αριστερούς νόμιζα πως συζητούμε για τους αριστερόχειρες. Τέλος πάντων. Αυτή η Συριζαία γκόμενα, λοιπόν, μου είχε πει κάποτε ότι με συμπαθούσε επειδή όταν σπουδάζαμε στην Αγγλία έκανα παρέα με ξένους αντί με Έλληνες. Το είχα βρει λίγο παράξενο εκ μέρους της, πρώτον γιατί έκανα παρέα με πολλούς Έλληνες (δεν είχα θέμα), αλλά και επειδή δεν επέλεγα τους φίλους μου βάσει εθνικότητας. Ναι μεν μ’ άρεσε να συναναστρέφομαι με ξένους, αυτή ήταν και η γοητεία του να ζεις στο εξωτερικό άλλωστε, αλλά δεν το έκανα επί τούτου. Όλοι οι καλοί χωρούσαν.

Εκεί που άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά με δαύτην, ήταν όταν μου είχε πει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε παρέα με τους Έλληνες που ήταν στην ολότητά τους κουτσομπόληδες και κακεντρεχείς, και να συναναστρεφόμαστε εξ ολοκλήρου με ξένους. Μου είχε πει ότι θα με σύστηνε στους ξένους φίλους της, όπερ και εγένετο μια νύχτα με φεγγάρι. Επρόκειτο για έναν Κοσσοβάρο, έναν Αλβανό κι έναν Πακιστανό. Με τον τελευταίον είχαν υπάρξει και ζευγάρι. Καλά ρε χρυσή μου, (είπα από μέσα μου), μέσα σε ολόκληρο campus με Γάλλους, Ιταλούς, Ισπανούς, Πορτογάλους εσύ έδεσες με τον Αλβανό και τον Πακιστανό; Μ΄αυτούς βρήκες κοινό έδαφος να συνυπάρξεις; Εντάξει, περίεργο μου ακούστηκε, όχι όμως και αδύνατον. Μπορεί όντως να επρόκειτο για προσωπικοτάρες. Περί ορέξεως άλλωστε...  

Στο κακό ο νους μου πήγε όταν μια μέρα, ένα χρόνο μετά, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να με επισκεφτεί στην Κύπρο. Προσφέρθηκα να τη φιλοξενήσω, αλλά μου δήλωσε ότι δεν ένιωθε άνετα να μείνει σπίτι μου, και προτιμούσε να μείνει στο σπίτι μιας φίλης της στην Κερύνεια. Σε μία Τουρκοκύπρια φίλη της δηλαδή. Όταν της είπα ότι αν τολμούσε να περάσει στα Κατεχόμενα δεν θα υπήρχε λόγος να βρεθούμε και να κάνουμε παρέα, μου απάντησε ότι «καλός είμαι και του λόγου μου, όπως και η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων που καταδυναστεύουμε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, που τους έχουμε απομονωμένους και τους αρνιόμαστε τα ευρωπαϊκά τους δικαιώματα» και κάτι τέτοιες ανυπόστατες αρλούμπες. Περιττό να σου πω τι ακολούθησε. Οχετός! Μέχρι και φίλους της κομματόσκυλα έβαλε να μου στέλνουν ειρωνικά μηνύματα στο Facebook για να την υποστηρίξουν (επειδή η συζήτηση έγινε δημόσια στο wall της – πολύ κακώς – αλλά ήταν οι εποχές που ο κόσμος έγραφε ακόμα άφοβα στα wall του άλλου και δεν κατέφευγαν στα private messages ακόμα και για ένα απλό «χρόνια πολλά»).

Εν πάση περιπτώσει, αυτά στα λέω γιατί κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τι πάει να πει αριστερά και τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί κυβερνούν σήμερα και φυσικά δεν έπιασαν την εξουσία με το ζόρι. Κάποιοι ανοιχτομάτηδες τους ψήφισαν. Θα μου πεις, και τι να ψήφιζαν; Το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που τους κατέστρεψαν; Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω ότι τώρα τρώνε στη μάπα ένα 3ο μνημόνιο και δεν προβλέπεται να έχουν ξεμπερδέψει από αυτό, ούτε τα δισέγγονά τους, ενώ ο φιλεύσπλαχνος ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν απάλυνε τον πόνο τους, αλλά τον χειροτέρεψε με τη βλακώδη αντίληψη που έχει για την πολιτική πραγματικότητα. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία ξεμπέρδεψαν με το μνημόνιο. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να οδεύει ακάθεκτη και προς ένα 4ο.

Άμα μου λένε ότι οι Τούρκοι έπρεπε να μας είχαν σφάξει το ’74 (που εν μέρει συμφωνώ αν αυτό θα σήμαινε ότι σήμερα δεν θα ζούσαμε αυτά τα χάλια), τους θυμίζω το μνημόνιο. Μπορεί να μην τους κόφτει που τους μειώνουν καθημερινά την αξιοπρέπεια, αλλά μην τυχόν και τους υπενθυμίσεις την τρύπια τσέπη! Εξακριβωμένο! Τους πονά περισσότερο το οικονομικό παρά η εθνική τους αξιοπρέπεια. Και δεν ξέρουν και τι να σου απαντήσουν. Ούτε οι Ελλαδίτες, ούτε οι Κύπριοι. Γι αυτό άλλωστε φτάσαμε αμφότεροι στον πάτο και ιδού η περίτρανη απόδειξη ότι επί της ουσίας είμαστε ο ίδιος, χαμηλού επιπέδου, παραδόπιστος λαός.


Μα, τι λέγαμε; Για τη Γιουροβίζιον; Α, ναι μωρέ! Δεν το χωνεύω το ότι δεν πέρασε η Εσθονία! Αυτά. 

Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017

Ουκρανίου Τόπος

Μα, τι θέλεις να σου γράψω κι εγώ ο καημένος για τον πρώτον ημιτελικό;

Ένα βλαχοπρόγραμμα με τα όλα του, χειρότερο σε παραγωγή και κάλυψη και από την πρώτη φορά που διοργανώθηκε στην Ουκρανία το 2005. Καλά να πάθουμε όμως που καθόμαστε και ψηφίζουμε τριτοκοσμικές χώρες και προσδοκούμε ύστερα σουηδικά, τηλεοπτικά μεγαλεία. Τι να σου κάνουν και οι Ουκρανοί; Ακόμα δεν συνήλθαν απ’ τον πόλεμο, η πρωτοτυπία στη Γιουροβίζιον τους μάρανε. Έναν αχταρμά είδαμε χθες βράδυ. Ένα τουρλού-τουρλού από όλα τα editions των προηγούμενων χρόνων στη συσκευασία του ενός.

Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις. Ο εκθεσιακός χώρος όσο κι αν σουλουπώθηκε για να θυμίζει στούντιο, πάλι παρέπεμπε σε αποθήκη του ΙΚΕΑ καλυμμένη με σεντόνια. Και οι Δανοί σε εγκαταλελειμμένο ναυπηγείο το διοργάνωσαν το 2014 βεβαίως, αλλά οπτικά κατάφεραν και μας ξεγέλασαν. Οι Ουκρανοί ολωσδιόλου. Οι παρουσιαστές ήταν οι χειρότεροι όλων των εποχών, σαν οικοδόμοι με παπιγιόν, μην σχολιάσω την αγγλική προφορά που μου θύμισε τη Βουγιουκλάκη στο «πιο λαμπρό αστέρι» που προσπαθούσε να προφέρει το μπονσουάρ με γαλλική προφορά. Κανένα κύρος, καμία επιβλητικότητα, καμία πνευματικότητα εκ μέρους τους.

Οι καρτ ποστάλ, επίσης απογοητευτικές, αλλά τι να λέμε… Εδώ δεν είχαν λεφτά να στείλουν συνεργεία στις συμμετέχουσες χώρες να τα γυρίσουν οι ίδιοι και παρακαλούσαν τους εθνικούς σταθμούς να τσοντάρουν με πλάνα. Ένα αρχοντοχωριάτικο σόου με τη βούλα. Δείτε το, όμως, γιατί και στην Κύπρο υπό αυτές τις προδιαγραφές θα διοργανωθεί αν μια μέρα κερδίσουμε. Να είστε προετοιμασμένοι.

Υπάρχουν βέβαια και τα ευχάριστα. Η πρόκριση της Ελλάδος (αναμενόμενη) και της Κύπρου (που παιζόταν). Τολμώ να πω ότι η εμφάνιση της Ντέμυ ήταν κατώτερη των προσδοκιών μου, ενώ αντίθετα του Χοβίγκ πολύ ανώτερη αυτών. Το ότι το «ολόγραμμα» της Ντέμυ εμφανίστηκε στον «αντίστροφο καταρράκτη» και «ανυψώθηκε» μόνο ο Φωκάς που το σκέφτηκε το κατάλαβε. Εκείνο το πράμα έμοιαζε με φωτογραφία ultrasound από έμβρυο που κολυμπά στη μήτρα. Η δε ανύψωση με το ασανσέρ, περιττή. Αν είναι να αναστηθείς σαν τον Ιησού, ανυψώσου στα 5-6 μέτρα να το ευχαριστηθούμε. Να ανυψωθείς στο ένα μέτρο σαν να ανέβηκες στην καρέκλα του γραφείου να αλλάξεις τη λάμπα που τρεμοπαίζει δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε «φαντασμαγορία».

Ο Χοβίγκ όμως, κύριος. Μπορεί να ξεπατίκωσε ιδέες από το Βέλγιο του 2015 και της Ρωσίας πέρσι, αλλά αυτά μόνο οι σκληροπυρηνικοί φανς τα θυμούνται. Ο μέσος τηλεθεατής εκείνη την ώρα ολίγον κόπτεται για την παρθενογένεση στην τέχνη. Η ερμηνεία του ήταν δυνατή, η χορογραφία του στιβαρή, δικαίως προκριθήκαμε. Μας σκάσανε ώσπου να μας ανακοινώσουν πάλι, αλλά μπορώ να πω ότι από όλο το σόου, εκείνο το πένταλεπτο όλο κι όλο άξιζε να βιώσεις. Τώρα στον τελικό δεν ξέρω τι θα κάνει η Κύπρος. Πιστεύω ότι είτε θα καταλήξουμε μέσα στα τρία τελευταία ή στα τρία πρώτα. Μάλλον στα τελευταία. Μέση πάντως δεν υπάρχει.



Μετά τη θέαση όλων των τραγουδιών και του αποσπάσματος της πρόβας της Ιταλίας έχω να σου πω ότι η νίκη της δεν είναι δεδομένη. Βλέπω τον Πορτογάλο να βγαίνει από αριστερά και να κάνει την έκπληξη. Έχει κι αυτό το «στ’ αρχίδια μου η Γιουροβίζιον σας» ύφος που τον ανεβάζει πολύ. Όταν όλοι επενδύουν στα γραφικά, τα σκηνικά και τα ατσαλάκωτα θεάματα, αυτός βγαίνει να τραγουδήσει έτσι αχτένιστος κι άπλυτος λες και μόλις ήπιε το καφεδάκι του στο Σπίτι Συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους ή σαν να ήρθε από σύναξη του ΣΥΡΙΖΑ στον Βόλο και μας υπενθυμίζει την ουσία του πράγματος: το τραγούδι. Αυτή η «πρόταση» μπορεί και να αποδειχτεί σωτήρια σε μια έξαρση αυτοκαταστροφής του μέσου γιούροφαν. Τώρα, αν οι Πορτογάλοι είναι διατεθειμένοι να διοργανώσουν τον Διαγωνισμό του χρόνου, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Πριν κλείσω να δώσω και τα εύσημα στον Τάσο Τρύφωνος και την Χριστιάνα Αρτεμίου. Η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα με την αντικατάσταση της Μελίνας Καραγεωργίου που την αγάπησα με τα χρόνια στον ρόλο του σχολιαστή με τον μετρημένο, δημοσιογραφικό λόγο της. Όταν άκουσα ότι το ΡΙΚ προσέλαβε το πιο πάνω ραδιοφωνικό δίδυμο για φέτος, η πρώτη μου αντίδραση ήταν «Α, Παναΐα μου!» Αλλά ομολογώ ότι προέκυψαν κι αυτοί ανώτεροι των προσδοκιών μου. Προσέγγισαν εγκυκλοπαιδικά τον Διαγωνισμό, δεν ενέδωσαν στην ευκολία του σαχλού χιούμορ, διάβαζαν προσεγμένα και καλά προβαρισμένα κείμενα (δυο-τρία σαρδάμ που ακούστηκαν τα δικαιολογώ, πρώτη φορά ήταν…) και δεν αυτοσχεδίαζαν (αυτό κι αν το φοβόμουν).  Ειδικά η Αρτεμίου, που όταν την ανακαλώ στο μυαλό μου εμφανίζεται είτε με την κυπριακή στολή να μου μιλά για «πατατούδες» είτε με φτηνή περούκα του Jumbo να προσποιείται την ηθοποιό στην αθλιότητα του Fakate Tous, στάθηκε «στον πούντον της» και ήταν αναπάντεχα ευχάριστη. Στην αρχή μάλιστα αδυνατούσα να αναγνωρίσω πως αυτή η ωραία φωνή με τα στρωτά Ελληνικά ήταν δική της. Η Γιουροβίζιον κουβαλά αρκετό trash από μόνη της, ευτυχώς οι δυο τους δεν του προσέδωσαν περισσότερο. Μια χαρά!


Εννοείται στα διαλείμματα έβλεπα Survivor. Μα τι θα γίνει με αυτόν τον Ντάνο; Πότε θα τον αποκαθηλώσετε από λαϊκό ίνδαλμα και να καταλάβετε πόσο κόμπλεξ κουβαλά πάνω του; Χθες κέρδισε στο τελικό αγώνισμα σε ένα παιχνίδι που θύμιζε μπόουλινγκ και έκανε λες και σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, το λιοντάρι της Νεμέας και όλες τις Στυμφαλίδες Όρνιθες μαζί. Ήμαρτον κάπου γιε μου. Στο Survivor Gr είσαι, δεν κέρδισες και το χρυσό στους Ολυμπιακούς του Τόκυο!

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2017

Η Γιουροβίζιον Στις Εποχές Της Βαρετής Τελειότητας


Επειδή είμαι πολλές ώρες έγκλειστος στο σπίτι εξ αιτίας του μωρού, αλλά και επειδή είμαι αναγνωρισμένο Eurovision freak, αλλά και επειδή λατρεύω να φτιάχνω βιντεάκια στον υπολογιστή μου, έκατσα ξανά και δημιούργησα ένα χρονικό από το 1981 μέχρι σήμερα (το οποίο μου πήρε 15 μέρες για να τελειοποιήσω, αφού περιέχει εκτός από τις εμφανίσεις της τελικής βραδιάς και αποσπάσματα από βίντεο κλιπς και παρασκήνια), και το οποίο στο παρουσιάζω περήφανα σήμερα ως δώρο, προκειμένου να εγκαινιάσουμε την πιο ενδιαφέρουσα τηλεοπτική εβδομάδα που ξεκινά επίσημα αύριο Τρίτη.

Το βίντεο αυτό δεν είναι ένα απλό βίντεο όπως θα διαπιστώσετε όσοι αντέξετε να το δείτε. Είναι η καταγραφή της σύγχρονης τηλεοπτικής ιστορίας της Κύπρου από τη μέρα που γεννήθηκα ως σήμερα. Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, αφού μέσω αυτού συνειδητοποιώ πόσο μου λείπει η δεκαετία του ’80 και ’90, τα παιδικά μου χρόνια και η αθωότητα εκείνων των εποχών. Μπορεί να το έχω παρακολουθήσει ήδη 100 φορές αλλά πάντα συγκινούμαι σε σημεία, ειδικά στο Απόψε Ας Βρεθούμε που ήταν το soundtrack του γάμου μου και στο Μιλάς Πολύ που παίζει και η Μπρέντα μου ως προσκοπάκι. Για το Μόνο η Αγάπη, δεν υπάρχουν λόγια, είναι μέσα στα 5 καλύτερα μου, όλου του διαγωνισμού, όλων των χωρών.  

Σκέψου ότι, τη δεκαετία του ’80 δεν είχαμε πρόσβαση στα μουσικά ακούσματα των ξένων χωρών. Η Γιουροβίζιον ήταν η μόνη διέξοδος. Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε πως ακούγονται τα γιουγκοσλάβικα, τα φινλανδέζικα, τα πορτογαλικά. Και εκείνη η εποχή του χρόνου, από το Πάσχα και μετά, όταν το ΡΙΚ μετέδιδε τα «φιλμάκια» ήταν για εμάς άνοιγμα στον κόσμο. Μην κοιτάς τώρα που με το ίντερνετ ο κόσμος μίκρυνε. Τότε ήταν «σπουδαίο» το ότι ακούγονταν τα Ελληνικά και κυμάτιζε η κυπριακή σημαία στη διοργάνωση του Όσλο, των Βρυξελλών κτλ. Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες καταμετρούσαν ποιες χώρες μας ψήφισαν και πολλές φορές συνέδεαν τις ψήφους ανάλογα με την πολιτική κατάσταση των ημερών. Εντάξει, και σήμερα γίνεται αυτό αλλά σε μικρότερο βαθμό και δεν του δίνεται καν μιντιακή κάλυψη. Τότε, λέμε, είχαμε ολόκληρες αναλύσεις σε στήλες εφημερίδων για το «3» της Γαλλίας στην Κύπρο που ήταν λίγο, και για το «7» των Σκανδιναβών που μας αγαπάνε επειδή μας επισκέπτονται τα καλοκαίρια.

Για μένα που τότε διένυα την πρώτη μου νιότη, αυτά φάνταζαν εντυπωσιακά σε διπλωματικό επίπεδο. Εκεί μεγεθύνθηκε στο μυαλό μου η γιουρο-φάση και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε λίγο να ξεφουσκώνει. Ξεφουσκώνει κυρίως για τον εξής λόγο: Πλέον, η Γιουροβίζιον μπορεί να παραμένει ένα εντυπωσιακό σόου αλλά δεν είναι το μοναδικό. Βλέπουμε σε κάθε τηλεοπτική σεζόν από τρία τουλάχιστον μουσικά φορμάτ, από Voice, Star Academy, Greek Idol, X factor κι ό,τι θες, που ένας ακόμα διαγωνισμός τραγουδιού, έστω και διεθνής, δεν είναι κάτι που ψοφάμε να δούμε. Τη δεκαετία του ’80 - ’90, εκτός της Γιουροβίζιον ζήτημα να βλέπαμε αποσπάσματα από MTV Awards σε κάποιο ένθετο καμιάς μουσικής εκπομπής. Ήταν, δικαίως, το highlight της χρονιάς.

Επιστρέφω στα σχετικά. Βλέποντας το χρονικό, στέκομαι ιδιαίτερα στην ανάγκη μας τότε, ως λαού και ως ΡΙΚ να προβάλουμε το κυπριακό πρόβλημα μέσω του διαγωνισμού. Μπορεί σήμερα να θεωρείται πασέ, ξοφλημένο και «χωρκάτικον», αλλά τότε είχε τεράστια σημασία να δείξουμε λίγο συρματόπλεγμα στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού μας, να βάλουμε την Ευρυδίκη να απελευθερώσει ένα περιστέρι, να τραγουδήσει ο Χατζηγιάννης για την προδοσία «στη δύση του αιώνα», να δακρύσει η Χαρά Κωνσταντίνου βλέποντας τα χαλάσματα στην πράσινη γραμμή, να δείξουμε τη γιαγιά που πλέκει κέντημα. Πλέον αυτά τα γραφικά, έχουν σχεδόν δαιμονοποιηθεί. Εκτός του ότι οι εντολές που έρχονται από «πιο πάνω» είναι το Κυπριακό να θεωρείται λήξαν, (αφού οι Τούρκοι είναι πιο αδελφοί και από τους αδελφούς μας), τα τραγούδια δεν έχουν ίχνος εθνικής ταυτότητας. Τα τελευταία χρόνια, ως γνωστόν, τα γράφουν οι Σουηδοί σε αγγλικό στίχο, πάμε συμπαθητικά και ευχαριστιούνται όλοι.

Δες όμως με τι τραγούδι κέρδισε πέρσι η Ουκρανία, και πάρε επιπλέον παράδειγμα φέτος από τον Πορτογάλο που θα τραγουδήσει ένα υπέροχο φάντο στη μητρική του γλώσσα και φλερτάρει με την πρωτιά για πρώτη φορά στην ιστορία της Πορτογαλίας. Πόσες φορές να τα πω, λες και ιδρώνει το αφτί κανενός; Αφού αν δεν ήμασταν ομαδικώς βλήματα δεν θα κάναμε αυτή τη συζήτηση τώρα. Η αλλοτρίωση του Έλληνα της Κύπρου τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι τόσο εξόφθαλμη, απογοητευτική και τρομαχτική που ακόμα και στη Γιουροβίζιον κραυγάζει. Προσωπικά, σαν φανατικό του Διαγωνισμού κατάφεραν να με απομακρύνουν τόσο πολύ από τις κυπριακές συμμετοχές, τόσο άοσμες, άχρωμες και άγευστες που τις κατάντησαν, που ναι μεν στεναχωριέμαι άμα καταποντιζόμαστε, αλλά ταυτόχρονα σκέφτομαι «καλά να πάθουμε, να μάθουμε».

Τέλος πάντων. Αναγνωρίζω ότι σήμερα το πρόγραμμα είναι πολύ μπροστά τεχνολογικά, αλλά σαν το πιο...παρακμιακό "τότε" δεν έχει. Ακόμα και η αγωνία για το αν η ορχήστρα θα παίξει σωστά το τραγούδι χάθηκε. Ζούμε σε εποχές βαρετής τελειότητας. Αυτό.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε, το ipod του αυτοκινήτου έβγαλε και για φέτος τη 10αδα. Ιδού για το 2017  αυτά που άκουσα περισσότερες φορές ως τώρα, αν και δεν είναι κατ’ ανάγκη τα καλύτερα, εντούτοις αυτά έπαιξαν, αυτά σου δείχνω, και το κομπιούτερ δεν μπορεί να κάνει λάθος.



Θα επανέλθω με σχολιασμούς ημιτελικών εν ευθέτω χρόνω.