Δευτέρα, Ιουλίου 08, 2013

My Heart Will Go On and On

Γεννήθηκα για να ταλαιπωρούμαι, να εκνευρίζομαι και να γράφω. Είμαι πλέον σίγουρος. Δεν εξηγείται αλλιώς το άκρως σουρεαλιστικό απόγευμα που είχα σε ιδιωτική κλινική στην οποία έλαβε χώρα η ετήσια εξέταση της καρδούλας μου με MRI.

Αν ενθυμάσαι, πριν δύο χρόνια σου είχα ξαναγράψει για το τραγικό του πράγματος. Πραγματικά πιστεύω πως πρόκειται για μία εξευτελιστική εμπειρία. Είσαι μέσα στο κουβούκλιο ακίνητος και δεν μπορείς να πάρεις ανάσα, σε πυροβολούν πατόκορφα με ακτινοβολία και εσύ προσπαθείς να μείνεις ψύχραιμος γιατί αλλιώς σε κυριεύει η κλειστοφοβία και τρελαίνεσαι.

Σήμερα όμως, ήταν ελαφρώς καλύτερα τα πράγματα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, καθότι με ενημέρωσε η νοσοκόμα ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θα μπορούσα να ακούω μουσική μέσω ακουστικών! Στην αρχή νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα.

- Καμία πλάκα. Η τεχνολογία και το ίντερνετ κάνουν θαύματα στις μέρες μας.
 …!
- Πείτε μου λοιπόν, τι μουσικούλα να βάλουμε;
- Τσιφτετέλια! Να παν οι πίκρες κάτω. Ει δυνατόν, της Άννας Βίσση.
- Όπως θέλετε.

Σιγά μην μου βάλει Βίσση τώρα, να με σκανάρει εμένα το μηχάνημα υπό τους ήχους Καρβέλα. Μάλλον αστειεύεται, σκέφτηκα, ώσπου διαψεύστηκα. Με το που κύλησε το φορείο μέσα στο μηχάνημα και έκλεισε το κουβούκλιο άκουσα ένα βόμβο και αμέσως άρχισαν τα μπουζούκια. Ταυτοχρόνως, μια ρομποτική φωνή ηχογραφημένη μου έδινε οδηγίες αναπνοής-εκπνοής για να γίνει η σάρωση.

-Παρακαλώ, αναπνεύστε βαθιά, εκπνεύστε όλον τον αέρα και μην αναπνέετε.
    
Γκρουμ, γκρουμ, γκρουμ, μπιπ, μπιμπ, μπιπ (το μηχάνημα).

Μπαίνει σφήνα η Βίσση:

-Τώρα καίωωω την καρδιά μου, καίω και τα δάκρυα μου, και ξορκίζω δέκα χρόνια στα καινούρια μου σεντόνιααα...

Δεν έζησα πιο σουρεάλ στιγμή τα τελευταία χρόνια, κυρίες και κύριοι! «Καίω την καρδιά μου;» Πλάκα μας κάνει η νοσοκόμα. Παίζει με τον πόνο μας.

-Παρακαλώ, αναπνεύστε βαθιά, εκπνεύστε όλον τον αέρα και μην αναπνέετε.

Γκρου, γκρουμ, γκρουμ, μπιμπ, μπιμπ, μπιμπ (το μηχάνημα με σάρωνε από πάνω μέχρι κάτω σαν πορτιέρης σε κλαμπ την πάλαι ποτέ εποχή του face control).

- Στάχτη κάνω την καρδιά μου, στάχτη και τα όνειρά μουυυ, και ξορκίζω δέκα χρόνια στα καινούρια μου σεντόνιααα!

Μα, ‘στάχτη κάνω την καρδιά μου;’ Χαχαχαχα, ξεσπώ σε κάτι νευρικά χάχανα μέσα στην κάσα, άνευ προηγουμένου. Ανάπνεα βαθιά και σε συνδυασμό με τον εξοπλισμό που φορούσα, που θύμιζε πανοπλία, με δυσκολία απέβαλλα τον πανικό. Ένιωσα ξαφνικά τεράστια δυσφορία. Οι παλμοί μου χτύπησαν τα ρέστα τους, διέκοψε η νοσοκόμα τη διαδικασία: 

-Είστε καλά;

Τι να της απαντούσα τώρα εγώ μέσα από το φέρετρο; Ότι από όλη τη 40χρονη δισκογραφία της Βίσση διάλεξε ένα τραγούδι που έλεγε για καμένες καρδιές και στάχτες; Δεν απάντησα τίποτα, έμεινα ακίνητος.

Ακολούθησε παύση 30 δευτερολέπτων. Άξαφνα ακούω πάλι το ρομπότ να μου μιλά:

-Παρακαλώ, αναπνεύστε βαθιά, εκπνεύστε όλον τον αέρα και μην αναπνέετε.

Γκρουμ, γκρουμ, γκρουμ, τα βραχιόλια της βροντούν, το μηχάνημα ξεσάλωνε σαρώνοντας το ατροφικό κορμάκι μου σαν τον εξολοθρευτή νούμερο ΙΙ.

-Έεεεελα μην μου κλαις, τέτοια λόγια μην μου λες, δεν έχω μέσα μου σταλιά κακία. Πάμε να δούμε, το θάνατο απόγευμα αγκαλιά, από μια γόνδολα όπως παλιά, εγώ κι εσύ, στη Βενετία!

Φτου, πανάθεμά σας, που θα μου πείτε για θάνατο ενόσω παλεύω με νύχια και με δόντια να κρατηθώ μέσα στο διαστημικό σας φέρετρο. Όχι, μάνα μου, θα τα ακούσει όταν με το καλό βγούμε από δω μέσα.

- Παρακαλώ, αναπνεύστε βαθιά, εκπνεύστε όλον τον αέρα και μην αναπνέετε.

«Μας γάμησες, τελείωνε», σκέφτηκα.

Ήρθε η κοπέλα και μου έβγαλε τα κτερίσματα του νεκρού. «Τελειώσαμε». Σηκώνομαι πάνω με δύναμη, λες και μου είχαν πιεσμένο το κεφάλι κάτω από το νερό μέχρι να πνιγώ. «Είστε με τα καλά σας εδώ μέσα;»

-Τι πάθατε;
- Τι να πάθω; Είπαμε να το διασκεδάσουμε, αλλά κι εσείς το ξευτιλίσατε. Μου παίζετε τραγούδι που λέει ‘στάχτη κάνω την καρδιά μου;’
 - Ζητήσατε Άννα Βίσση.
- Ε, ναι, αλλά είπαμε! Απ’ τα χίλια τραγούδια διαλέξατε τα πιο σχετικά;
- Τυχαία πέσανε.
- Ατυχώς πέσανε! Αν δεν βγουν καλές οι φωτογραφίες, δεν θα φταίω εγώ! Μετά βίας συγκρατήθηκα να μην πλαντάξω στα γέλια και να ζητήσω να με βγάλετε έξω κακήν κακώς. Ούτε να διανοηθείτε να μου ζητήσετε να επαναλάβω τη διαδικασία.
 - Μην ανησυχείτε, δεν θα χρειαστεί, άψογες βγήκαν οι φωτογραφίες.
- Ωραία! Να με κάνετε tagged. Και αν θα τις ανεβάσετε στο ίνσταγκραμ τις θέλω με φίλτρο sepia.


Γύρισα σπίτι τώρα και συνέρχομαι. Έφαγα τόση πολλή ακτινοβολία στη μάπα που ένιωθα πως κατάπια προβολέα. Έπρεπε να της ζητήσω, φεύγοντας, να παίξει και ένα "Λάμπω", έτσι για το γκραν φινάλε. 'Αμα πια, δεν είναι ζωή αυτή, πόση πρόβα για τον κάτω κόσμο να αντέξω στα 32 μου; 

Μπήκα που μπήκα στο κατάλληλο mood και γι αυτό σας αφήνω με κάτι επίκαιρο:





Τρία Χρόνια Μετά

Σήμερα δεν είναι μία οποιαδήποτε Δευτέρα εξαθλιωμένοι πολίτες του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Σήμερα είναι η Δευτέρα που γιορτάζουμε τρία ολόκληρα χρόνια από τη συνάντηση κορυφής εμού και της Άννας Βίσση στη συναυλία της Λάρνακας εν έτει 2010, όπου ως γνωστόν, τέλεσα καθήκοντα καραγκιόζη μετά της καρβελικής περούκας και γνωρίστηκα μια για πάντα με τη γυναίκα-θρύλο, που σημάδεψε όλους μου τους έρωτες και όλες μου τις καψούρες από γεννησιμιού μου.

Γι αυτό και μόνο το λόγο, καλλιτέχνες από όλη την υφήλιο, και ιδιαιτέρως από τη Φλορεντία, κλήθηκαν να φιλοτεχνήσουν και να δημιουργήσουν το πιο κάτω αγαλματίδιο το οποίο τοποθετεί στην αιωνιότητα τη μυσταγωγική εκείνη στιγμή, που όπως βλέπετε από σήμερα και στο εξής θα κοσμεί την είσοδο της Πλατείας των Φοινικούδων. Όσοι περάσετε για παγωτό και κρέπα, να καταθέσετε στεφάνι.



Τρία χρόνια! Σαν να ήταν χτες!

Ήταν η πρώτη συναυλία που παρέστην μετά την εγχείρηση καρδιάς. Εξ ου και η απόφαση να μασκαρευτώ. Νόμιζα δεν θα την ξανάβλεπα. Το ότι ήμουν ακόμα ζωντανός και θα την έβλεπα άλλη μια φορά, ήταν για μένα δώρο τεραστίων διαστάσεων. Λίγο ακόμα να το σκεφτόμουν, δεν θα το τολμούσα. Ευτυχώς πρυτάνευσε η λαχτάρα για ζωή και έχω πλέον τόσα να θυμάμαι από σένα, χρόνια που τα ζήσαμε μαζί, ένα, ένα.

Κάτι που δεν σου έγραψα ποτέ:

Ενόσω χόρευα με την Άννα, περνούσαν από το μυαλό μου ένα εκατομμύριο σκέψεις. Φοβόμουν μήπως γίνομαι πιο ρεζίλι από όσο μπορούσα να αντέξω, φοβόμουν μήπως το δρώμενο λάβει περισσότερες διαστάσεις από όσες θα ανέμενε κανείς (αυτό δεν το γλιτώσαμε, μα δεν μας χάλασε κιόλας), φοβόμουν μήπως είχε επιπτώσεις στη δουλειά μου (παραλίγο να είχε, θα στα γράψω όλα χαρτί και καλαμάρι όταν θα με απολύσουν μια και καλή), φοβόμουν μήπως παρουσιαστεί στα μάτια των δικών μου παραποιημένο από διάφορους καλοθελητές (είχα πατέρα άρρωστο τότε, δεν θα το άντεχα να ήμουν εγώ η αιτία που θα αποδημούσε εις Κύριον), ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να μην κάνω καμιά χορευτική κίνηση που θα έθιγε την Άννα (στο τσακ κρατήθηκα να μην την αγγίξω σε επίμαχα σημεία), καθώς επίσης να χαλαρώσω και να το απολαύσω μιας και θαύματα δεν συμβαίνουν κάθε μέρα. Όλα αυτά διαπερνούσαν το μυαλό μου στα έξι λεπτά που κράτησε η φάση.

Όλο αυτό το ενστανταντέ είχε και έχει τη σημειολογία του. Για μένα είναι το επισφράγισμα του πάθους με το οποίο την υποστήριζα απέναντι στις έντεχνες φαρμακόγλωσσες. Είναι η αναγνώριση των υπηρεσιών μου, για τα αναρίθμητα CD που μοίραζα πέντε χρόνια ως δώρα στους ξένους συμφοιτητές μου στην Αγγλία προκειμένου να προωθήσω τη διεθνή καριέρα -ήμουν 21 τότε, τι με κοιτάς; Είναι η αποζημίωση για τις νύχτες που μαγάρισα τιμώντας τη μεθυσμένη μου καρδιά. Είναι ένα φιλοδώρημα για τα βράδια που έκλεινα τα φώτα στο παλιό το σπίτι και τραγουδούσα δυνατά τους δίσκους της σκίζοντας τα πνευμόνια μου.

Σήμερα νιώθω σαν ήρωας της ΕΟΚΑ που τιμάται για την προσφορά του στην αντίσταση. Αυτό είναι για μένα η Βίσση. Ένας μουσικός ανεμοστρόβιλος που με πήρε και με σήκωσε, με σκότωσε και με ανάστησε.

Και τώρα σας αφήνω, καθότι αγχωμένος. Σήμερα θα πάω να κάνω προληπτικό MRI διά το γνωστό θέμα της καρδιάς μου. Ω, ρεβουάρ και ω, φερμουάρ! Πριν όμως, σας καλώ να αναφωνήσουμε με περίσσεια περηφάνια το εξής:



Ζήτω η Άννα! Ζήτω το Έθνος! 

Τετάρτη, Ιουλίου 03, 2013

Business with Friends

Φίλοι μου, αλήτες, πουλιά!

Κοινό μου!

Σήμερα θα αναλύσουμε ένα πολύ λεπτό θέμα, λεπτό στα όρια του λιπόσαρκου και του ανορεξικού. Θα συζητήσουμε το γιατί κάθε επαγγελματική συνεργασία με φίλους είναι καταδικασμένη στην αποτυχία.

Προσωπικά δεν μου έτυχε ακόμα να χρειαστώ την επαγγελματική βοήθεια κάποιου φίλου για σοβαρό ζήτημα και ευτυχώς, γιατί εξαπανέκαθεν είχα σαν αρχή μου το ‘never mix business with pleasure’. Και οι φίλοι είναι, όπως και να το κάνουμε, μια μορφή απόλαυσης. Είναι 99,9% σίγουρο ότι οποιαδήποτε επαγγελματική δοσοληψία με φίλους θα καταλήξει σε τσακωμό ή τουλάχιστον σε παρεξήγηση. Γι αυτό και πρέπει να την αποφεύγουμε, όπως ο διάολος το λιβάνι.

Όμως! Ζούμε στην Κύπρο. Κι αυτό είναι τεράστια ατυχία από μόνο του, γιατί όσο και να θέλουμε όλοι είμαστε ‘φίλοι’ μεταξύ μας. Θέλοντας και μη, όταν θέλουμε μια εξυπηρέτηση, η πρώτη μας σκέψη είναι ‘ποιος φίλος μας μπορεί να μας την κάνει’, όχι μόνο γιατί αισθανόμαστε πιο ασφαλείς ως προς την επιτυχή περάτωση της εργασίας, αλλά και επειδή ελπίζουμε πως ο φίλος δεν θα συμπεριφερθεί φτηνιάρικα ώστε να μας πάρει χρήματα, ή τέλος πάντων, θα μας κάνει μια έκπτωση στην τιμή στα πλαίσια της στενής μας σχέσης. Αστεία πράγματα. Αυτά γίνονται μόνο στο Χόλλυγουντ. Στην πραγματικότητα τα επικρατέστερα σενάρια είναι ότι είτε ο φίλος θα κάνει τη δουλειά ολωσδιόλου, ή θα την κάνει και θα μας χρεώσει σαν να είμαστε τίποτις τυχαίοι, πράγμα που μας ξενίζει. Παίζει και να μην την κάνει καν. Όλα κώλος!

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι αν προσπαθήσεις να αποφύγεις τον φίλο σου για κάποιον άλλο, ώστε να μην διακυβευτεί η σχέση, ενδέχεται και πάλι παρεξήγηση με τη λογική «γιατί να υποστηρίζεις κάποιον άλλον και όχι το φίλο σου.» Όπως θα φαντάζεσαι, ό, τι και να απαντήσεις, δεν πείθεις, ούτε γλιτώνεις την κατσάδα. «Γιατί πήγες σε άλλον αρχιτέκτονα αφού μπορούσα να σου σχεδιάσω εγώ το σπίτι;», «γιατί πήγες σε άλλον γιατρό αφού μπορούσα να σε εξετάσω κι εγώ;», «γιατί προτίμησες το κατάστημα του τάδε, ενώ πουλάω κι εγώ τα ίδια προϊόντα;» και πάει λέγοντας. Όσο ειλικρινά κι αν εξηγηθείς, η επαγγελματική απόρριψη παραμένει πάντα ένα αγκάθι στις μεταξύ σας σχέσεις.

Το θέμα, δυστυχώς, ουδέποτε λύνεται αναίμακτα. Πολύ περισσότερο δε, όταν έχεις τιμήσει τον φίλο προηγουμένως και δεν έμεινες ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες του. Πώς του το λες; Πώς του υποδεικνύεις τη δυσαρέσκειά σου; Πώς του λες εμμέσως πλην σαφώς ότι μπορεί να φάγατε μαζί ψωμί κι αλάτι, μα είναι άχρηστος στη δουλειά του; Προσωπικά, δύο φορές μου έτυχε να πω σε κάποιο γνωστό μου ότι αναγκάστηκα να πάω αλλού επειδή όταν τον χρειάστηκα δεν επέδειξε τον ανάλογο ζήλο, ούτε τελειοποίησε τη δουλειά στον βαθμό που ήθελα, και έκτοτε δεν μιλιόμαστε. Θέλει τεράστια κότσια για να παραδεχτεί κάποιος την επαγγελματική του ανεπάρκεια, πόσω μάλλον όταν είναι και φίλος σου και υπεισέρχεται και ο παράγων εγωισμός. Όλα κώλος!

Χέστηκα, βεβαίως, βεβαίως, μα είναι κρίμα να τελειώνει έτσι άδοξα μια σχέση. Τώρα θα μου πεις, αν κόπτονταν για τη σχέση σας θα φρόντιζαν ώστε να είναι άψογοι απέναντί σου, μα στην Κύπρο ζούμε, ποιος νοιάζεται να εξυπηρετήσει κάποιον στο ακέραιο, ειδικά όταν δεν θα πληρωθεί αδρά, ή αν δεν θα πληρωθεί καθόλου.

Το πρόβλημα έχει περαιτέρω προεκτάσεις. Ακόμη κι αν επιλέξεις κάποιον εντελώς άγνωστο ελεύθερο επαγγελματία να σου κάνει τη δουλειά, μάντεψε τι! Στο τέλος γίνεστε φίλοι και τσακώνεστε. Στην Κύπρου ζούμε. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι το πρόβλημα για τα πάντα! Πας σε κάποιον Δικηγόρο να σου βγάλει το διαζύγιο, ας πούμε. Δεν τον ξέρεις. Γνωρίζεστε όμως στην πορεία. Ακολουθεί σωρεία επαγγελματικών συναντήσεων, επαγγελματικά γεύματα, εξομολογήσεις και συγκινήσεις. Χτίζεται αυτόματα μια άλφα σχέση. Επιπλέον, κοίτα πως τα φέρνει η μοίρα, ο δικηγόρος είναι τελικά γνωστός του πατέρα σου, γιατί είχε κάποτε ένα ξάδελφο που υπηρέτησε στον Άη Γιάννη της Μαλούντας που είχε περίπτερο και σύχναζαν εκεί μαζί. Απίστευτη σύμπτωση, ε; Χαρές και πανηγύρια! Η μοίρα η σακατεμένη σας φέρνει πιο κοντά, γίνεστε φίλοι. Χαίρεσαι. Ώσπου η δουλειά δεν γίνεται όπως τη θέλεις και η μοίρα φτιάχνει κοιλιακούς καθώς σε κοιτάζει από τα πέρα, ανήμπορο να απαιτήσεις από τον άλλον να πάρει στα σοβαρά το θέμα σου.

Εν κατακλείδι, όλες οι επαγγελματικές σχέσεις στην Κύπρο είναι καταδικασμένες να τελειώσουν καβγαδίζοντας. Κι αυτό γιατί είτε ήταν φιλικές εξ αρχής, άρα και πρόχειρες, είτε κατέληξαν φιλικές στην πορεία, άρα και πρόχειρες. Πράγμα που μας δείχνει τι; Ότι κακώς ζούμε στην Κύπρο, τον ορισμό του κώλου!

Αν ζούσαμε στην Αγγλία, ή σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα της Ευρώπης, εξαιρουμένης της Ελλάδος και λοιπών Βαλκανίων, θα είχαμε ένα εκατομμύριο επιλογές και δεν θα μας ένοιαζε να βρίσουμε τον δικηγόρο που δεν έκανε σωστά τη δουλειά του. Δεν θα μας ένοιαζε να βρίσουμε τον εργολάβο που έχτισε στραβό τον τοίχο, ή να πάμε στα δικαστήρια με τον άλφα ή βήτα επαγγελματία που δεν ήταν αντάξιος του λειτουργήματός του. Δεν θα υπήρχε περίπτωση να γνωριζόμασταν εκ των προτέρων, δεν θα είχαμε ουδεμία τύψη περί τούτου.

Δεν θα διακυβευόταν καμία φιλία.


Θα ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι.

Δευτέρα, Ιουλίου 01, 2013

Έργα και Ημέραι Εν Αθήναις Vol.2

Επιστρέψαμε στα κάτεργα της Κύπρου.

Καταλαβαίνεις πως αισθάνομαι. Καταλαβαίνεις ότι ουδεμία διάθεση έχω να μιλήσω. Καταλαβαίνεις ότι δεν αντέχω ως τον Αύγουστο που θα ξαναπάω διακοπές. Σήμερα είμαι χρώμα μωβ. Έχω το βλέμμα του νεκρού. Είμαι ένας τάφος. Για να μην λες, όμως, ότι δεν σου δίνω αναφορά και δεν δίνω νόημα στην ευτελή ζωή σου, έλα να σου δείξω λίγες φωτογραφίες να πιάσει τόπο ο αέρας που αναπνέεις. Πού μείναμε; Α, ναι μωρέ, στα Mad Awards.

Ε, μετά τα Mad, το πρόγραμμα ήταν πιο χαλαρό. Πήγα για ποτάκι στην ταράτσα του A for Athens, φαντάζομαι θα την ξέρεις κι εσύ, κι αν δεν την ξέρεις θα την είδες σίγουρα από το ίνσταγκραμ. Ωραιότατη ομολογουμένως, με θέα την Ακρόπολη και το Μοναστηράκι στο πιάτο. Δεν είναι κάτι το εξτράβαγκαντ σαν μπαρ, αλλά σε αποζημιώνει η θέα. Άλλωστε, «όλοι οι καιροί σκύβουν πάνω από τον Παρθενώνα» όπως είπε και η Κωνσταντίνα το έτος 1992 μετά Χριστόν και Αντί-Χριστόν. 

Πήγα δύο βράδια στο εν λόγω μπαρ, δεν χορταίνεται η όλη μπαροκατάσταση. Περιττό να σου πω για το πόσο ωραίο αεράκι φυσάει εκεί στα αφ’ υψηλού. Oύτε κολλάς, ούτε βαριανασαίνεις, ούτε καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που βγήκες από το δωμάτιο με το air condition όπως στην πάμφτωχη πατρίδα.


Μεταξύ άλλων, σημείωνε να τα θυμάσαι, συναντήθηκα με παλιούς συμφοιτητές με τους οποίους ήπια καφεδάκι αλλά και δείπνησα του σκασμού στο πιο κάτω εστιατόριο που λέγεται “school”. Βρίσκεται στην Πλατεία Αγ. Ειρήνης και μέσα είναι σαν Δημοτικό Σχολείο. Κάθεσαι και τρως πάνω στα θρανία, σε καρέκλες σχολικές (Από εκείνες με το σιδερένιο πόδι και το τετράγωνο κόντρα πλακέ για κάθισμα), ενώ περιβάλλεσαι από μαυροπίνακες και άλλα σχολικά αξεσουάρ. Κοίτα εδώ ένα τραπέζι σε σχήμα τετραδίου: 


Λάτρεψα τις τουαλέτες του εστιατορίου με τις χαρακτηριστικές βρύσες που είχαμε στο Δημοτικό. God is in the details λαέ μου. Το τι ανταλλαγή μυστικών λάμβανε χώρα κάποτε στις «βρύσες» του Δημοτικού, δεν περιγράφεται. Καλά το σκέφτεσαι, αυτό το εστιατόριο θα μπορούσε να ήταν δικό μου.   


Την Παρασκευή πήγα στη συναυλία του Κωστή Μαραβέγια στους κήπους του Μουσικού Μεγάρου. Η φάση ήταν πικ-νικ, και ήμασταν όλοι καθιστοί στα γρασίδια, ολίγον τι σαν γύφτοι, μα δεν έδωσα συνέχεια για να μην πάθουν καταπληξίαν τυχόν κυρίαι. Ο Μαραβέγιας αποδείχτηκε εξαιρετικός διασκεδαστής εκτός από μουσικός. Ήταν τρομερά επικοινωνιακός, λαλίστατος και με εντυπωσιακό λέγειν. Πρώτη φορά τον είδα ζωντανά επί σκηνής και ομολογώ ότι περισσότερο δίνει την εντύπωση ενός διανοούμενου που ασχολείται με τη μουσική, παρά ενός μουσικού που, ειρήσθω εν παρόδω ρίχνει κάνα δυο φωνήεντα στους από κάτω. 

Πανθομολογουμένως, επρόκειτο περί σκέτου μαρτυρίου να τραγουδάς το «Φίλα Με Ακόμα» μόνος σου, στο αναπάντητο και στο αναγκάλιαστο. 

Το Σάββατο είχαμε τον γάμο. Για τον οποίο γάμο δεν μπορώ να σου γράψω πολλά πράγματα πέραν του ότι έφυγα στις πέντε το πρωί, και ότι από μια φάση κι έπειτα παίζαμε 50 άτομα μουσικές καρέκλες! Του ζεύγους συμπεριλαμβανομένου. Το γεγονός ότι η μουσική υπόκρουση αφορούσε σε ελληνικά dance hits από την αρχή των 00ς, βλέπε Αγάπες Υπερβολικές και Κραυγές, είναι ενδεικτικό του ιδρώτα που εξέκρινα, καθώς επίσης και των παραληρημάτων στα οποία υπέπεσα. Στη φωτογραφία διακρίνεται άλλος ένας θαμώνας ο οποίος, πολύ φυσικά, μέσα στο κλίμα που επικρατούσε, ήταν και αναλόγως ενδεδυμένος. 


Με αυτά και με αυτά, μπήκα μέσα στο αεροπλάνο των ψυχορραγουσών κυπριακών αερογραμμών και επέστρεψα στα πάτρια μετά της συνοδείας της μάνας μου, η οποία ασυνήθιστη πλέον στα αεροπλάνα μου έκανε αυστηρή παρατήρηση διά τον τρόπο που οδηγούσε ο πιλότος, «δεν ξέρει να πετά αεροπλάνο αυτός, κουνάει πολύ, πώς πάει έτσι…!»

Καλό Ιούλη να ‘χουμε.

Τετάρτη, Ιουνίου 26, 2013

Τα Mad Awards Άργησαν μια Μέρα

Τι μια μέρα δηλαδή; Είκοσι ολόκληρα χρόνια άργησαν! Πες μου τι γυρεύω εγώ και η Αγγελική τριάντα χρονών και βάλε άνθρωποι με δύο πτυχία ο καθένας να συνωστιζόμαστε μες τα στάδια σαν τους Γιαπωνέζους στο μετρό για να αποθεώσουμε έναν Παντελή Παντελίδη (χωρίς να πρόκειται καν για τον συνωνόματο συμμαθητή μου από το Δημοτικό), μια Φουρέιρα (που ακόμα δεν καταλάβαμε από ποιό αλβανοχώρι μας ήρθε), και μια Συνατσάκη που ζήτημα να έβγαλε το Λύκειο. Ή αν το έβγαλε, φανταζόμαστε πως το 'βγαλε. Ακούγομαι σαν τον μακαρίτη τον πατέρα μου, το ξέρω, που κάποτε του ζήτησα να με πάει να ακούσω τον Δάντη και την Ευρυδίκη και μου απάντησε: "τι γυρεύω εγώ σ' αυτούς τους καραγκιόζηδες." Ε, ήρθε η σειρά μου να το πω και να διερωτηθώ. 

Δεν υποστηρίζω ότι "στην εποχή μου" οι τραγουδιστές ήταν καλλιτέχνες και έχριζαν απονομής βραβείου νόμπελ. Και αυτοί με βραβεία Ποπ Κορν την έβγαζαν, αλλά τότε ήμουν μικρός και αθώος. Ήμουν αδαής και ανυποψίαστος. Το να βλέπω τον Κορκολή και τη Βίσση να παίρνουν βραβεία στα 90ς, μου φαινόταν φοβερό κατόρθωμα. Το ότι έβλεπα τη Γαρμπή να ανεβαίνει τα σκαλιά του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς εν έτει 1994 για να πει το "χαμένα" μου φαινόταν θεάρεστο. Είκοσι χρόνια μετά, απορώ με μένα, απορώ γιατί απόψε έσπευσα να αναζητήσω αυτές τις αναμνήσεις υπό το μαρτύριο του Παντελίδη και της Φουρέιρα. Μην απορείς πτωχέ Αντίχριστε. Οι ψυχολόγοι λένε ότι αναζητούμε πάντα τις χρονιές που ήμασταν για τελευταία φορά ευτυχισμένοι. Ουδέν σχόλιο, όμως, μην πικραθούμε βραδιάτικο. 

Πίσω στο θέμα μας, όμως! Δεν πάει καλά ο κόσμος: Δεν φαντάζεσαι τι γινόταν όποτε ο Γεωργαντάς έλεγε το όνομα 'Παντελίδης'. Οι κραυγές του κόσμου επισκίαζαν τα ντεσιμπέλ των μεγαφώνων. Το στάδιο ήταν όρθιο στο φινάλε και χόρευε σύσσωμο "δεν ταιριάζετε σου λέω" καλυμμένος με κονφετί. Ήταν άθλιο. Ούτε καν συμπαθητικό. Και στον Ρουβά έγινε πανικός, βεβαίως, αλλά εκεί μπορώ να καταλάβω το γιατί. Όχι μόνο έγινε πανικός, αλλά άδειασε και το μισό στάδιο όταν τελείωσε το νούμερό του, πράγμα που φανέρωσε το για ποιόν μαζεύτηκε εκεί ο κόσμος. Και πάλι καταλαβαίνω το γιατί. Αλλά για τον Παντελίδη;! Για τον Σταν και τη Φουρέιρα; Είναι αυτά που δεν μπορείς να εξηγήσεις αν δεν είναι πλέον 18αρης.

Για να καταλάβεις το χάσμα γενεών που με ταλανίζει, η μόνη στιγμή κατά την οποία ευχαριστήθηκα τα λεφτά που ξόδεψα για να παραστώ στα βραβεία, ήταν η ώρα που η Γαρμπή τραγούδησε μία διασκευή του πάλαι ποτέ σουξέ της, Ίεροσυλία.' Κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο με παραπέμπει στο Γυμνάσιό μου, και ξέρεις πόσο αγαπώ και νοσταλγώ τα σχολικά μου χρόνια. Ντυμένη σαν Ιλλουμινάτι, με φόντο βιτρό εκκλησιάς και για ντεκόρ ένα τεράστιο εκκρεμές που κάπνιζε θυμιατό τον χώρο, η Γαρμπή πήρε το αίμα της πίσω για όλες εκείνες τις χρονιές που την είχαν ξεγραμμένη. Πάντως, το υπόλοιπο κοινό δεν ενθουσιάστηκε. 

Όπως επίσης δεν ενθουσιάστηκε όταν εμφανίστηκαν τα Ημισκούμπρια με την Χριστίνα Σάλτη (ναι, υπάρχουν ακόμα τα ημισκούμπρια), και αναστύλωσαν τη "Ντισκοτέκ, την παλιά ντισκοτέκ", υπενθυμίζοντάς μου τη Β' Λυκείου. Μόνο εγώ το απόλαυσα θαρρώ, αν κρίνω και από το χλιαρό χειροκρότημα. 

Ομοίως, για τη Βίσση, ουδεμία συγκίνηση. Γίνεται γιαγιά όπου να' ναι, το κλείνουμε κι επίσημα το μαγαζί. Για να καταλάβεις, στη μοναδική κατηγορία που ήταν υποψήφια, μόνο εγώ σε ολόκληρο το στάδιο επευφήμησα όταν ανακοινώθηκε το όνομά της. Τραγουδίστρια της χρονιάς τελικά είναι η Παπαρίζου και δεν ενίσταμαι καθότι τα πράγματα μπορούσαν να είναι και χειρότερα. Στην ίδια κατηγορία έπαιζε και Βανδή. 

Είμαστε ξεπερασμένοι. Ούτε καν ρετρό. Ξεπερασμένοι είναι η σωστή λέξη. Πάρτο απόφαση!

Τα 2/3 των τραγουδιών που ακούστηκαν απόψε δεν τα ήξερα. Μην σου πω ότι με ζάλησαν τα πολλά τα ντάπα-ντούπα. Ούτε και τους αοιδούς που εμφανίστηκαν τους ήξερα, που για ανεξιχνίαστο λόγο έχουν όλοι αγγλικά ονόματα, βλέπε Σταν, Ντέμι, Βέγκας, Κλεϊντί και δεν συμμαζεύεται. "Την εποχή μας" οι τραγουδιστές είχαν όνομα και επίθετο. Το αντιλαμβάνεσαι; Άντε το πολύ καμιά Μαντώ, καμιά Ευρυδίκη να παρέλειπαν το επίθετο λόγω ιδιοτυπίας. Αλλά ήξερες ότι ακούς τον κύριο Κώστα Μπίγαλη. Ήξερες ότι ακούς τον κύριο Κώστα Χαριτοδιπλωμένο, τον κύριο Νίκο Καρβέλα, τον κύριο Θάνο Καλλίρη. Κύριοι με ονοματεπώνυμο. Τι σκατά σου κάνει το μάρκετινγκ στις μέρες μας και τους πετσόκοψαν την ταυτότητα, ένας Θεός ξέρει.

Η Ήβη Αδάμου πάντως, που την πέτυχα στο κόκκινο χαλί καθώς έμπαινε στο στάδιο, εξακολουθεί όχι μόνο να έχει όνομα και επίθετο, αλλά να έχει και πλούσια τα ελέη της. Μια κουκλάρα από κοντά, εύγε στην πατρίδα!

Μην στα πολυλογώ. Με το ζόρι βγάλαμε τη νύχτα, χώρια που ξημερωθήκαμε ώσπου να επιστρέψουμε σπίτι και ήμασταν και νηστικοί.
 
Δεν ταιριάζουμε σου λέω, τόσο αντικειμενικά στο λέω. 

Πάρε κι άλλη μια φώτο από το κόκκινο χαλί, με τον Στρατή Μυριβήλη αυτή τη φορά, ή πως στον διάολο τον λένε... 




Τρίτη, Ιουνίου 25, 2013

Έργα και Ημέραι εν Αθήναις - Vol.1

Η Αθήνα είναι πόλη μαγική, ευλογημένη και δεν σε αφήνει ποτέ να πλήξεις. Τρεις μέρες μετρώ εδώ και είναι σαν να έχω ζήσει εδώ για μήνες. Βασικά, ήρθα για να παντρέψω τη ξαδέλφη μου, κι ένα φίλο. Όχι μαζί. Με άλλους. Και στο ενδιάμεσο κάνω αυτό για το οποίο με προορίζει ο Κύριος. Διακοπές. Κάθομαι κάτω από ομπρέλες στις παραλίες της Βάρκιζας και θέτω εαυτόν σε do-nothing mode, βρίσκομαι διαρκώς σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και απολαμβάνω τη ζωή. Όπως μου πρέπει. Ως ώφειλα! Λόγω βαθμού κοινωνικού, λόγω αίματος αυτοκρατορικού.

Η γνωστή και μη εξαιρετέα Αγγελική, γνωστή ιέρεια αυτού του μπλόγκ, έχει αναλάβει χρέη ξενοδόχου. Πασά με έχει, άρχοντα σωστό, (μιλ μερσί αν μας βλέπει τώρα απ' τον δέκτη της), θα της το χρωστάμε χρόνια. Κοίτα πού με πήγε το Σάββατο:

Moorings λέγεται αυτό το ρεστοράν, βρίσκεται κάπου στη Βουλιαγμένη και αποτελεί περίτρανη απόδειξη γιατί αυτή η χώρα δεν θα πτωχεύσει ποτέ. Τέτοια θέα πού αλλού να τη βρεις; Ναι, η Πανσέληνος σε μαγεύει ακόμη κι αν την απολαμβάνεις μέσα από τσιγγάνικο τσαντήρι, μα δεν είναι μόνο αυτή καθαυτή η πανσέληνος ως πορτοκαλιά σφαίρα που σε καθηλώνει. Είναι ο αέρας που δεν κολλάει - όπως στην Κύπρο-, είναι που μπορείς να ντυθείς καλά και να απολάυσεις ένα κρασί περικυκλωμένος από εύγλωττες καλαμαρούδες, είναι που ξαφνικά περιστοιχίζεσαι από κόσμο που δεν τον τρως στη μάπα κάθε μέρα. Αυτά απεικονίζει η πιο πάνω φωτογραφία και μην εθελοτυφλείς.

Την Κυριακή πάντρεψα τη ξαδέλφη μου:

Η τελετή έλαβε χώρα στο Island, και ήτο τα μάλα συγκινητική. Όπως βλέπεις και στην φωτογραφία, ο χώρος και η ατμόσφαιρα θύμιζαν κάτι παραπάνω από Mamma Mia! και δεν αργήσαμε να μπούμε όλοι σε ανάλογο party mood. Ήταν ο πρώτος σημαντικός γάμος στον οποίο παρέστην σόλο καριέρα, δίχως τη Μπρέντα δηλαδή, και ομολογώ ότι υπήρξαν στιγμές αμηχανίας στις οποίες ένιωθα τουλάχιστον ξεκάρφωτος. Κατά τα άλλα, γάμος απ' τους λίγους από όλες τις απόψεις. 


Ανήμερα του Αγ. Πνεύματος δεν κάναμε τίποτα το συγκλονιστικό. Το πρωί πήγαμε παραλία, εδώ στη Βάρκιζα. Στο χαλαρό και στο φλου. Μεγάλη πολυτέλεια το φλου. Είχα και βιβλίο μαζί μου, διάβαζα μια σελίδα την ώρα και στα ενδιάμεσα κοιμόμουν. Εκείνο τον ύπνο που δεν διακόπτεται ούτε όταν σε βρίσκει αδέσποτο μπαλάκι του τέννις εκ των λουομένων ορμώμενο κατευθείαν στο δόξα πατρί.


Το βράδυ πήγαμε να δούμε τον Σούπερμαν σε θερινό σινεμά. Πρώτη φορά στη ζωή μου πήγα σε ένα τέτοιο. Η ταινία τεράστια μαλακία, από ένα σημείο και έπειτα παραδίνεσαι και απλώς χαζεύεις τα χρώματα που δημιουργούν τα πίξελς από τις πολλές εκρήξεις. Αλλά, να λέμε και του στραβού το δίκιο, κάβλα η στολή του Σούπερμαν. Λες να "δώσω μέσα" τον Μπάτμαν, να μοστράρω ως Σούπερμαν με τη νέα σαιζόν; Τι λένε άραγε οι τάσεις της μόδας; Είχα πει να κόψω τις οικονομικές ακρότητες, μα θέλω να με καμαρώσω και μια φορά σαν Σούπερμαν πριν πεθάνω. Θα δούμε.

Αυτά μέχρι στιγμής. Σήμερα ξημερώνει μεγάλη μέρα... Έκλεισα να πάω στα Mad Music Awards! Να αναμένεις αύριο αναλυτική αναφορά. Ή αν βαριέσαι ως αύριο, τσέκαρέ με στο τουίτερ διά τυχόν λάιβ αναμεταδόσεις. 

Έγραψα αυτό το ποστ στο iPad -μεγάλη η χάρη σου, σκοτώθηκα. Θα αναμένω τα θερμά σου συγχαρητήρια ταχαίως.




Τρίτη, Ιουνίου 18, 2013

Το Πιο Λαμπρό Αστέρι!

Το κορίτσι μου σήμερα γίνεται τριάντα.

Και δεν μου κάθεται καλά το νούμερο. Τι πα να πει τριάντα. Δεν θέλω να μου μεγαλώσει άλλο. Με δύο γυναίκες το έχω ζήσει αυτό: με την Άννα Βίσση που δεν θέλω να πιστέψω ότι ξεθωριάζει με τα χρόνια, και με τη Μπρέντα Ντίξον. Η Μπρέντα Ντίξον θέλω να είναι για πάντα το δροσερό κορίτσι με το φωτεινό χαμόγελο που μου έδωσε ζωή. Δεν υπονοώ ότι την πήρανε δα και τα χρόνια, αντιθέτως εξακολουθεί να παραμένει φρέσκια σαν μπαρμπουνάκι. Αλλά όσο και να μη θέλουμε, τα χρόνια περνούν. Εις βάρος μας. Και με αγχώνουν.

Η ζωή μου χωρίζεται σε δύο περιόδους. Στην Προ Μπρέντα, που δεν θέλω να τη θυμάμαι, και στη Μετά Μπρέντα, που διανύουμε τώρα. Η επιρροή της εμφανής: Διαβάζω παλιά ημερολόγια στα οποία περιέγραφα τις σχέσεις αγάπης και μίσους με το γυναικείο φύλο και επισημαίνω τάσεις μισογυνισμού. Εντοπίζω ενδείξεις απογοήτευσης και αποστροφής τους. Είχα, δυστυχώς, ένα πολύ φιξαρισμένο και τυποποιημένο πρότυπο θηλυκού εντυπωμένο στον εγκέφαλο – σ’ αυτό έπαιξε ρόλο ο Walt Disney και ο Κωστόπουλος με τα περιοδικά του, άκυρος συνδυασμός, άστο μην το ψάχνεις… – το οποίο σε συνάρτηση με τις απανωτές χυλόπιτες που έτρωγα με το καλημέρα σας στα φοιτητικά μου χρόνια με έκαναν να σκέφτομαι σοβαρά το ενδεχόμενο να κλειστώ σε μοναστήρι.

Η Μπρέντα κατάφερε να καταρρίψει τους μύθους, τους θρύλους, να ξορκίσει τα κακά πνεύματα και δαιμόνια. Ήρθε και μου ανακαίνισε την καρδιά. Ήταν σαν να πήρε μια ηλεκτρική σκούπα και την καθάρισε από τις στάχτες και τα αποκαΐδια του παρελθόντος. Και αφού τα έκανε λαμπίκο, εδραιώθηκε και μέσα της, βασίλισσα.

Όλα αυτά δεν έγιναν μέσα σε μία μέρα. Ήταν μια νοητική διεργασία που κράτησε μήνες ολόκληρους και της οποίας τα αποτελέσματα φάνηκαν τα τελευταία δύο χρόνια, όπου και έχω συνειδητοποιήσει ότι δεν αντέχω πάνω από μία μέρα μακριά της. Δεν νοούμαι να πάω ταξίδι χώρια της – κι αν το κάνω κάποτε είναι λόγω ανωτέρας βίας -, δεν διανοούμαι να σκεφτώ ότι υπάρχει μία πιθανότητα στις χίλιες να μην ζήσω μαζί της το υπόλοιπο της ζωής μου. Το «αν κάποτε χωρίσουμε» μου προκαλεί σκοτοδίνη, τάσεις λιποθυμίας.

Όπως αντιλαμβάνεσαι, εκεί που είχα πει ότι θα έχω το πάνω χέρι σ’ αυτή τη σχέση για να μην πάθω τα ίδια, και προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να κρατήσω τα ηνία αδιαφορώντας εκεί που πρέπει, όσο πρέπει, προτάσσοντας ένα πιο σιδηρούν προσωπείο, ένα πιο μάτσο προφίλ, κατέφτασε η μαντάμ και μας έκανε αλοιφή. Τι αλοιφή, δηλαδή; Καυστικό υγρό. Απλώνεται και τα λιώνει όλα.

Η κατάσταση είναι μη διαχειρίσιμη. Από εκείνες τις μη διαχειρίσιμες που φτάνουν τα όρια του σαδομαζοχιστικού. Του «τράβα με κι ας κλαίω» λαϊκιστί. Αλλά εύχομαι να είναι και μη αναστρέψιμη.

Σε αγαπώ ήλιε της καρδιάς μου! J


Χρόνια πολλά! 

Πέμπτη, Ιουνίου 13, 2013

Στο Fast Forward

Πώς τα πάτε, τι κάνετε, πώς είστε;

Θα πεταχτώ μέχρι το φαρμακείο. Θέλετε τίποτα;

Χάπια, σιρόπια, κάψουλες, υπόθετα και ανυπόθετα… Έχετε απ’ όλα;

Ωραία, χαίρομαι.

Πληβείοι και δουλοπάροικοι της Κύπρου! Σας έχω νέα! Πέρασε ήδη το μισό 2013! Πώς σας φαίνεται; Πώς σας κάθεται έως τώρα; Εκπληρώσατε κανέναν πρωτοχρονιάτικο στόχο ή ακόμα χάσκετε; Εξαγνίσατε καθόλου το κάρμα σας ή μπα; Μιλήστε μου για τα προσωπικά σας επιτεύγματα αυτού του πρώτου εξαμήνου να γελάσωμεν και να βελάσωμεν παρέα. Πείτε μου. Βελτιώσατε τον εαυτόν σας; Εξασκήσατε καθόλου το σαρκίον σας; Αποταμιεύσατε; Κάνατε καμία φαντασίωση σας πραγματικότητα;

Πού να προλάβετε;!

Το πήρατε χαμπάρι, γαιοκτήμονες και ακτήμονες, ότι οι εαυτοί μας έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα; Συνειδητοποιήσατε ότι δεν προλαβαίνουμε πλέον τα τεκταινόμενα; Είναι γεγονός. Οι εξελίξεις στην προσωπική μας ζωή δεν προλαβαίνουν να απορροφηθούν από τον εγκέφαλό μας, μήτε από τον φαλλό μας. Περνούν και δεν τον ακουμπούν. Περνάνε στο ντούκου. Ζούμε πλέον στο fast forward. Από την αποφράδα εκείνη μέρα του κυπριακού κουρέματος τρώμε τα χαστούκια το ένα μετά το άλλο και είμαστε σαν τον ετοιμοθάνατο που παθαίνει διαδοχικούς σπασμούς και εκλιπαρεί για ευθανασία.

Κάθε μέρα κάτι ακούμε, κάτι γίνεται, μας σοκάρει και το συζητούμε μέχρι τελικής πτώσεως. Ευχαριστούμε τον Θεό που μας έδωσε το τουίτερ και το αναλύουμε. Ευχαριστούμε τον Θεό που ανακάλυψε τα μπλογκς και το επιλύουμε. Μια φορά, δεν προλαβαίνουμε να βαρεθούμε. Πού να βαρεθούμε δηλαδή, που καταντήσαμε να ξυπνούμε το πρωί και αν είναι όλα στη θέση τους να το βρίσκουμε παράξενο! Σκέψου να ζούσες σε καμιά χώρα που όλα δουλεύουν ρολόι, στην Ελβετία, ας πούμε. Πώς θα την πάλευες; Τι θα συζητούσες όλη μέρα; Εδώ, δεν προλαβαίνεις να βαρεθείς. Κλείνει η μία τρύπα, ανοίγει η άλλη. Ή μάλλον δεν κλείνει καμία. Μόνο ανοίγει! Και εμείς κάνουμε τουίτς και αναρτήσεις και περνούμε ευχάριστα τα χρόνια.

Κουρέματα καταθέσεων, κλείσιμο καίριων οργανισμών, μειώσεις μισθών, συντάξεων, καταργήσεις επιδομάτων. Άλλα θεμιτά, άλλα αθέμιτα. Διασφάλιση της λιμουζίνας του προέδρου και των ανώτερων αξιωματούχων. Πες μου σε ποια άλλη χώρα έχουν τόσα να συζητήσουν. Εμείς εδώ τα τιμάμε τα χάλια μας και τα συζητάμε. Και έχουμε ζωή. Ενθυμείσαι πτωχέ και αχρείε Έλλην που το μόνο σου πρόβλημα προ δεκαετίας ήταν το δίλημμα Τσάκας ή Πρόδρομος; Ενθυμείσαι τρισάθλιε συνάνθρωπε που κάποτε τα καίρια ερωτήματα αυτής της κοινωνίας ήταν τι έγραψε η Μαίρη Γεώρτση σε ένα χαρτάκι στο Bar; Ενθυμού! Ενθυμού και κλάψε!

Πέρασε το μισό 2013 χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Θα περάσει έτσι και η υπόλοιπη πενταετία.


Οι επιζώντες, μου είπαν, θα κερδίσουν πλούσια δώρα.   

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013

Το Στοιχειωμένο Διαμέρισμα

Ξέμεινα στη Λευκωσία αυτό το weekend. 

Είναι κακό να ξεμένεις γενικώς και οπουδήποτε, καθότι πρέπει να βρίσκεις τρόπους να απασχολείς τον εαυτό σου και δεν πρόκειται για το πιο έυκολο πράγμα, ιδίως όταν ο εαυτός σου είναι... Εγώ. Δεν είχα τι να κάνω όλη μέρα (η Μπρέντα παραθερίζει με τα σόγια εκτός, και η πόλη τον παίρνει γενικώς), γι αυτό και πήγα μια βόλτα στο παλιό μου διαμέρισμα, στην πολυκατοικία όπου μεγάλωσα. Ναι, στο διαμέρισμα που έμενα μέχρι και τα 29 μου χρόνια, μέχρι την αποφράδα νύχτα της καρδιακής εγχείρησης. (Μετά την εγχείρηση μετακόμισα στο νεόκτιστο σπίτι της μάνας μου όπου και διαμένω μέχρι σήμερα).

Αν εξαιρέσεις τις κατσαρίδες, τις αράχνες, τη βρόμα και τη δυσωδία, τίποτα δεν άλλαξε μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα. Είναι όλα στη θέση τους από εκείνο το βράδυ. Ακόμα και το κρεββάτι μου είναι στρωμένο με το ίδιο πάπλωμα και τα ίδια σεντόνια. Τα αρχεία μου, οι κασέττες μου, τα dvd's μου, τα περιοδικά του Κωστόπουλου που με άνδρωσαν (τραγικό, το παραδέχομαι), τα βιβλία του πανεπιστημίου, τα τετράδια εκθέσεων του Λυκείου, όλα απείρως σκονισμένα στη βιβλιοθήκη, αμετακίνητα. Ξεθωριασμένα και σχεδόν ταρριχευμένα, μα απείραχτα.

Άνοιξα και τα ερμάρια. Βρήκα ρούχα που είχα ξεχάσει ότι διέθετα, κάτι μποξεράκια με τον τουίτι επάνω που τα ψάχνω χρόνια τώρα, αθλητικά παπούτσια ντεμοντέ, στολές του στρατού, γραβάτες του πατέρα μου, άθλια σακάκια που πλέον δεν μου μπαίνουν. Ήταν σαν να μπήκα μέσα σε χρονοκάψουλα. Συγκλονιστικό συναίσθημα.

Μεγάλωσα μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα. Κάποτε μου φαινόταν ευρύχωρο και άνετο, σήμερα απόρησα πως μπορούσε μια τετραμελής οικογένεια να χωρέσει εκεί μέσα και να είναι και αγαπημένη. Τέλος πάντων, μάζεψα κάτι βιβλία που ξέθαψα από τα πατάρια και έφυγα τρεχτός σαν να βγήκε ένα δέος μέσα από το μνήμα και με κυνηγούσε.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες έβαλα κάτι κλάματα... 

Δεν ξαναμένω μόνος μου σαββατοκύριακο...

Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2013

Ολίγον Αλληλέγγυος

Χθες το βράδυ είχα μια έντονη συζήτηση στο Facebook (καβγά δηλαδή) με μια παλιά συμμαθήτρια, η οποία προφανώς δεν έχει πιο σοβαρά προβλήματα αυτή την εποχή, από το να δείχνει με κάθε ευκαιρία την αλληλεγγύη της προς τον Τουρκικό λαό για τα «δεινά» που περνά. Άστραψα και βρόντηξα, καθότι η λογική μου δεν αποδέχεται το γεγονός ότι δεύτερο βρακί δεν μας έμεινε, μα παρόλα αυτά καταφέρνουμε να διαχωρίζουμε τόσο αψήφιστα το εθνικό, το πολιτικό και το οικονομικό μας πρόβλημα για να συμπαρασταθούμε στην Τουρκία, λες και πρόκειται για καμία φίλια χώρα η οποία χρήζει αλληλεγγύης.

«Οι αγώνες των λαών πρέπει να ενθαρρύνονται και να επικροτούνται» μου είπε.

Άκου τώρα επιχείρημα! Σιγά μωρή Σοφία Βέμπο! Εσένα περίμεναν οι Τούρκοι για να εμπνευστούν να βγουν στους δρόμους. Έμεινες άνεργη, δεν έχεις να φας, ζεις σε μια χώρα που κάθε βδομάδα διοργανώνει και από μία καινούρια συναυλία για να ταΐσει τα παιδιά της, αλλά εσύ, εκεί, αγέρωχη, την αλληλεγγύη σου στους Τούρκους! Λες και κάηκε καρφάκι στον οποιονδήποτε στην Τουρκία για την οικονομική μας κατάσταση, λες και μπήκε στον κόπο έστω κι ένας να εκφράσει την αλληλεγγύη του με ένα status update στο Facebook και τους αξίζει η δική μας συμπαράσταση! Πόσο μαλάκες πια;

Πρόσεξε! Ζούμε σε μια Κύπρο κατεχόμενη και καταφέρνουμε να το παραβλέψουμε γιατί τα δικαιώματα των Τούρκων αυτή τη στιγμή καταπατώνται και πρέπει να γίνουμε όλοι μια γροθιά! Μια μούντζα πρέπει να γίνουμε, να σας φασκελώσουμε όλους έναν, έναν μπας και γλιτώσουμε από τόση ηλιθιότητα μαζεμένη. Δεν πειράζει που είναι Τούρκοι και μας ρημάζουν τα τελευταία 2000 χρόνια, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Αξίζουν τη συμπαράστασή μας. Και δεν πειράζει που δεν την ανταποδίδουν, εμείς είμαστε έξω καρδιά και συγχωρούμε. Ω, ρε μάνα μου! Ποια μοίρα συνωμότησε και σας γέννησε;

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι όλοι αυτοί οι προχώ συμπολίτες μας, όταν έρχεται η ώρα και η στιγμή να συνταχτούν υπέρ των δικαιωμάτων των συμπατριωτών τους, έχουν άλλες δουλειές. Πονάει η μέση τους, έχουν πονοκέφαλο, πρέπει να βγάλουν τον σκύλο βόλτα. Πολύ αμφιβάλλω ας πούμε αν όλοι αυτοί έχουν πάει πρόσφατα σε αντικατοχική εκδήλωση. Εκεί ξυπνά μέσα τους η συμφιλίωση των λαών, αντιδρούν στον εθνικισμό, ξυπνά η κομματική ταυτότητα και δεν μπορούν να παραστούν, κωλύονται. Ομοίως, όταν καίγεται το Σύνταγμα και σκοτώνονται στην Αθήνα για τα μέτρα λιτότητας ουδεμία συμπαράσταση δεν βλέπω, άλλωστε «οι καλαμαράδες ευθύνονται και για τα δικά μας χάλια, οπότε όπως έστρωσαν ας κοιμηθούν!» Αλλά άμα είναι για τους κατακτητές μας, χαλάλι και το μουνί της μάνας μας! 

Πριν λίγο καιρό γνώρισα σε ένα μπαρ μια τέτοια. Δεν φαντάζεσαι τι άκουσαν τα αυτάκια μου. Μου είχε πει λοιπόν, ότι αν ποτέ γίνει πόλεμος και εισβάλουν εκ νέου οι Τούρκοι στην Κύπρο δεν προτίθεται να πολεμήσει (ουδεμία έκπληξη σ’ αυτό βεβαίως), διότι τάσσεται εναντίον των όπλων και του πολέμου. «Και τι θα κάνεις μάνα μου; Θα κάτσεις να τις φας;» Ρητορική η ερώτηση, αλλά αναπάντεχη εν τέλει και η απάντηση:

«Θα σταθώ μπροστά από τα άρματα με μια λευκή σημαία και θα τα αφήσω να περάσουν από πάνω μου!» (ούτε καν με κυπριακή σημαία. Με μια λευκή. Σκέτη!)

Αληθινή δήλωση τώρα αυτή και καθόλου διαστρεβλωμένη. Μου είχε πέσει το ποτήρι στο πάτωμα και έγινε θρύψαλα, πνίγηκα, άρχισα να βήχω, γύρισε όλο το μπαρ και μας κοίταγε.

Εύγε μάνα μου! Συγχαρητήρια που θα γίνεις πολτός για την πατρίδα και θα σε κάνουμε ηρωίδα, εθνική γιορτή, αργία και τραγούδι με τη Χάρις Αλεξίου. Τρομάρα να σου ‘ρθει, ένας Θεός ξέρει πως κρατήθηκα και δεν σου έριξα μια μπάτσα μες το πλήθος.


Σήμερα διάβαζα στις εφημερίδες για τα τουρκικά πλοία που αρμενίζουν ανενόχλητα στο Αιγαίο και στην κυπριακή ΑΟΖ και νευρίασα. Ύστερα θυμήθηκα ότι τουλάχιστον έχω φίλες που προθυμοποιούνται να γίνουν πολτός για την παγκόσμια ειρήνη και για τα πανανθρώπινα ιδεώδη και ηρέμησα.

Κυριακή, Ιουνίου 02, 2013

Το Χαλί Βάφτηκε Κόκκινο

Τα ένθετα περιοδικά του Σαββατοκύριακου, που ήταν μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες, έπεσαν θύμα της κρίσης. Εδώ και καιρό έχω αποφασίσει να τα συμπεριλάβω στις περικοπές. Άλλωστε τα διαβάζω όλα ονλάιν. Σήμερα, όμως, βαριόμουν πάρα πολύ, πήγα σε ένα καφέ να κάτσω να περάσει η ώρα μου και είπα να αγοράσω τον Φιλελεύθερο να τον ξεφυλλίσω. Πήρα και το DownTown. Με το που το άνοιξα στα κοσμικά έτυχα μετωπικής σύγκρουσης με νταλίκα 15 μεγατόνων.

Δες εδώ:



Η Αντρούλλα Βασιλείου στα κινηματογραφικά βραβεία των Καννών. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις και δεκαπέντε δισεκατομμύρια λάκες για την κουπ της. Μα, τι να πρωτοσχολιάσω;!

Κατ’ αρχάς αντιλαμβάνεσαι ότι με την εκεί παρουσία της κυρίας Αντρούλλας, αναβαθμίστηκε τα μάλα ο θεσμός. Πρόκειται για την πρώτη Αντρούλλα σε ολόκληρη την υφήλιο που πάτησε το πόδι της σε τόσο σημαντικά βραβεία. Επίσης, πρόκειται και επίσημα για την πρώτη Κύπρια πολιτικό με κατάληξη ονόματος σε '–ούλλα' που γίνεται ένα με το παγκόσμιο γκλάμουρ. Καμία Πραξούλλα, καμία Σωτηρούλλα, και καμία σωτηρία γενικότερα γι αυτόν τον τόπο.

Φήμες που θέλουν την Ατζελίνα Τζολί να μπαίνει στο θέατρο από την πίσω πόρτα για να αποφευχθεί η σύγκριση παραμένουν ανεπιβεβαίωτες. Παρόλα αυτά, όπως βλέπεις, η χαρά της κυρίας Αντρούλλας μας που πάτησε σε κόκκινο χαλί είναι τόσο μεγάλη που έκοψε λίγο από την άκρη του, και το τυλίχτηκε για φόρεμα, όπως η Φροϊλάιν Μαρία στη Μελωδία της Ευτυχίας με τις κουρτίνες.

Επίσης, λέγεται ότι ειδικά για φέτος δεν απενεμήθη Χρυσός Φοίνικας. Αντ’ αυτού δόθηκε στον νικητή το «Χρυσό Φοινικοτό» διά προφανείς λόγους.

Χριστέ μου! Δεν έχουμε ούτε μια γυναίκα πολιτικό που να μην προκαλεί ανατριχίλα! Κι αν κάποια εξαιρείται και βλέπεται, δυστυχώς δεν υποφέρεται. Είδα τη φωτογραφία στο περιοδικό και ούτε ένα «άσε μας κουκλίτσα μου» δεν μπόρεσα να αρθρώσω.


Δικαίως νομίζω.