Παρασκευή, Μαΐου 17, 2013

Εβίβα Δεύτερη - Γεια μας!



Είναι κάτι χώρες στη Γιουροβίζιον που έχουν κατσικωθεί στους τελικούς και δεν αφήνουν χώρο σε άλλες - της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης αλλά γι αυτήν δεν θα γκρινιάξω, πατρίδα μου είναι, και εξάλλου στέλνει κάθε χρόνο τραγούδια πολύ πάνω του μετρίου. Αλλά βλέπω κάτι Ρουμανίες, κάτι Αρμενίες, κάτι Γεωργίες, κάτι γενικότερες αηδίες, που στέλνουν τραγούδια κλανιές, προκρίνονται στα τυφλά, και κλαίω το δίωρο που έχασα για να τις παρακολουθήσω.

Πώς γίνεται να μην περάσει το Σαν Μαρίνο, ρε; Όχι, πες! Πώς γίνεται; Να σου πω εγώ πώς γίνεται. Ήθελα να το ψηφίσω. Ήταν από τα αγαπημένα μου. Και ως γνωστόν… ό, τι αγαπάαααω εγώ πεθαίιιιινει. Μα, με τέτοια συστήματα ψηφοφορίας δεν ενθαρρύνεις τα μικρά κράτη να πάρουν στα σοβαρά τη συμμετοχή τους κύριε! Στέλνουν μαλακίες, τα κόβεις με τη δικαιολογία ότι είναι εύπεπτα. Στέλνουν κάτι πιο κλασσικίζον, τα κόβεις με τη δικαιολογία ότι ο ψηφοφόρος πιο πολύ ξέρει κατά που πέφτει η Αγία Μαρίνα του Ξυλιάτου παρά ο Άγιος Μαρίνος της Ιταλίας. Αποχαιρέτα το από χρόνου το Σαν Μαρίνο που χάνεις, δεν θα κάτσουν να μας παρακαλάνε οι Ιταλοί.

Μην μιλήσω για Αζερμπαϊτζάν και σκίσουμε τα ιμάτιά μας βραδιάτικο. Με τραγούδι που παραπέμπει σε μπαλάντα του Ρέμου από τον δικό μας Κοντόπουλο, σε τηλεσκηνοθεσία από τον επίσης δικό μας Ευαγγελινό, και από τον δικό μας Άλεξ Παναγή στη διδασκαλία. Πριμοδοτώντας τους τουρκόσπορους και με λάβαρο την ημισέληνο, αυτοί οι κύριοι θα κοιμηθούν τον ύπνο του δικαίου απόψε, περήφανοι που εξευρωπαΐζουν χώρα που αναγνωρίζει το ψευδοκράτος! Συγχαρητήρια! Εντάξει, το ξέρουμε, έπεσε πείνα και όποιος μας πετάξει μισό καρβέλι σπεύδουμε να τον προσκυνήσουμε. Περί εθνικής αξιοπρέπειας όμως, ουδείς λόγος! Που να πάθει ασφυξία ο τύπος μέσα στο γυαλί, να καταπιεί τα ροδοπέταλα και να πνιγεί, να μείνουν και οι τρείς Έλληνες συντελεστές του σύξυλοι!

Τέλος πάντων. Ας μην ρίξουμε κι άλλο δηλητήριο. Σημασία έχει ότι εμείς περάσαμε. Δεν μου αρέσαμε και πολύ, αλλά λίγη Μπόκοτα να διαβάσεις ξέρεις ότι πλέον ο «ευρωπαϊκός χάρτης άλλαξε και η Ελλάδα κινεί πλέον τα νήματα των Βαλκανίων» (σελίς 54, παράγραφος 3), οπότε ανησυχίαν ουκ έχω. Περίπατο θα κάνουμε στον τελικό, μα δεν το πολύ αναλύω, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι είδους ανατροπή μπορεί να γίνει στο παρά πέντε. Θα έχει ενδιαφέρον το Σάββατο.  

Τελικός, λοιπόν. Αν υπάρχει Θεός, και όλοι ξέρουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα κερδίσει ο Ιταλός. Με το πιο κάτω τραγούδι:



Νικητής του Σαν Ρέμο και με ένα attitude σνομπέ και τα μάλα αλάνικο ιταλιάνικο, ο Μάρκο πως-τον-λένε, δίνει μαθήματα κλάσης για τρίτη συνεχόμενη χρονιά εκ μέρους της πατρίδας του. Δεν μπορώ να μην μεροληπτήσω υπέρ των Ιταλών, έχω αδυναμία στα πάντα και τα άπαντά τους, οπότε σταυρώνω τα δάχτυλά μου για το Σάββατο. Ως ένοχη απόλαυση καταθέτω και τη Γερμανία, αν και δεν μου πάει η καρδιά να τη ψηφίσω επ’ ουδενί, ενώ η Special-Recognition-Ψήφος μου θα πάει στη Bonnie Tyler, για το θάρρος να εμφανίζεται ακόμα δημοσίως στα 62 της, προκαλώντας τα νέα ήθη και τη δημόσια αιδώ. Αστειεύομαι, εννοείται πως ό, τι μου θυμίζει τα νιάτα μου είναι καλό και το τιμούμε.

Αυτά σε μέσες άκρες. Κατά τα άλλα να σου εξομολογηθώ το δράμα μου, έχει τώρα δύο βράδια που παρακολουθώ τον διαγωνισμό με τη Μπρέντα στην αγκαλιά μου, προσπαθώντας να την ξυπνήσω και να της κινήσω εις μάτην το ενδιαφέρον ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ζω απανωτά ντέζα βους από την εποχή που ήμουν μικρός, ερχόταν η γιαγιά μου να με προσέχει στο σπίτι (οι γονείς έβγαιναν έξω κάθε βράδυ του Σαββάτου, μα δεν ήμουν του θανάτου), και εγώ πάσχιζα να τη ξυπνήσω γιατί «δεν είναι δυνατόν να κοιμάσαι και να τραγουδά η Κύπρος!»

Αυτή ξυπνούσε απ’ τα σκουντήματά μου, με ρωτούσε αν κερδίσαμε, και άλλαζε πλευρό! Όσο σκέφτομαι ότι στην Έλενα Πατρόκλου αφορούσε η ερώτηση και η εκ μέρους μου ενόχληση, απολογούμαι αναδρομικώς και διαρκώς…

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2013

Εβίβα Πρώτη!



Έλα τώρα που στεναχωρήθηκες που δεν προκρίθηκε η Ολυμπίου. Ολόχρονα την κράζαμε, μόλις είδαμε το «είμαστε ακόμα ζωντανοί» μας έπιασε το πατριωτικό μας! Ε, προφανώς δεν ήμασταν και τόσο ζωντανοί ώστε να αρχίσουν να μας υπολογίζουν. Προσωπικά τσαντίστηκα που πέρασαν μαλακίες όπως του Βελγίου και της Ιρλανδίας. Αυτό, ναι, ήταν αδικία. Θα μπορούσαμε άνετα να είχαμε πάρει τη θέση τους. Αλλά, αν από αύριο αρχίσουμε τα «δεν μας θέλουν στην Ευρώπη» και οι «Εταίροι μας δεν ξέρουν τι πα να πει αλληλεγγύη» θα καταντήσουμε τα μάλα γραφικοί.

Η Ολυμπίου είχε ένα τραγούδι σήκουελ του «Μόνο για μας». Και το είπε και μέτρια γιατί, παρόλο που δεν είμαι μουσικός, μία αστάθεια τη διέκρινα στις ψηλές της. Δεν πειράζει, αυτές οι επιλογές ας μας γίνουν μάθημα, γιατί θα έπρεπε να είχαμε ήδη μάθει από τα περσινά κατορθώματα της -κατά τα άλλα υπέροχης- Ήβης ότι κράτη σαν την Κύπρο πρέπει να υπερβούν εαυτόν σε τέτοιους διαγωνισμούς για να κάνουν την έκπληξη. Τι να σου κάνουν τώρα και οι ξεχασμένες μπαλάντες από το χρονοντούλαπο των ‘90ς… Worry not, όμως, γιατί από χρόνου που θα έχουμε όλοι μεταναστεύσει κάπου εκτός, η Κύπρος δεν θα χάσει τελικό για τελικό τα επόμενα 50 χρόνια!

Ένα πράγμα θα κρατήσω από το απόψινό σόου και αυτό είναι η έναρξη. Ανατριχιαστική. Μπορεί το γιουφόρια στη νοηματική να αποτελεί ξαναζεσταμένο φαγητό από τον εθνικό τελικό της Σουηδίας, αλλά η ώρα που ξεπρόβαλε η παρουσιάστρια και είπε “Welcome to the Eurovision Song Contest” ήταν τόσο συγκινητική που σε αποζημίωνε για όλο το ντουρντουλούκι που επακολούθησε. Ήταν τόσο μεγαλοπρεπής, που συναγωνίζεται επάξια το “Welcome Europe” που είπε το κοριτσάκι με τη παραδοσιακή στολή της Σουηδίας στη διοργάνωση του 2000. Σουηδοί, μάνα μου... Διδάσκουν τηλεόραση!

Και μιας που την έφερε η κουβέντα, η διοργάνωση του 2000 είχε το τρικ των Όλσεν Μπράδερς με τα φωτάκια, που υιοθέτησε η Ρωσίδα φέτος το ίδιο το απαράλλαχτο, αφού προηγουμένως αντέγραψε αυτούσιο το τραγούδι της από ένα παλιό σουξέ των Hear’Say, του αγγλικού συγκροτήματος δηλαδή που εκκολάφτηκε από το ριάλιτι των Ποπ Σταρς. Επρόκειτο δηλαδή για την επιτομή της πρωτοτυπίας. Τι να πει κανείς...

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στατιστικά: Προκρίθηκαν και οι δύο Κάτω Χώρες για πρώτη φορά στα χρονικά (χάρηκα ιδιαίτερα για την Ολλανδία που έχει να δει τελικό εδώ και 9 χρόνια), προκρίθηκαν επίσης όλες οι πρώην Σοβιετικές, ενώ για πρώτη φορά αποκλείστηκαν όλες μα όλες οι πρώην Γιουγκοσλαβικές! Ύποπτο το αίσθημά σου, ύποπτο. Ειδικά για τη Σερβία που είναι και ο πυρήνας τους. Αν όλες αυτές αλληλοψηφίστηκαν πώς είναι δυνατόν να μην πέρασε ούτε μία για δείγμα;

Εν πάση περιπτώσει, ουδέν κακόν αμιγές καλού, εφόσον η πλειοψηφία των Βαλκανίων αδρανοποιήθηκε, αυτό συμφέρει εμάς, αφού η μόνη σύμμαχος που τους απομένει στην περιοχή είναι η Ελλάδα. Αν περάσει στον τελικό μεθαύριο, έχει σίγουρη μία παχυλή πριμοδότηση από αυτό το μπλοκ, συν την παραδοσιακή Κύπρο (που ούσα στην απέξω δεν θα αναχαιτίσει την πορεία της, όπως έγινε πέρσι που διχάστηκε σύσσωμος ο  απόδημος ελληνισμός μεταξύ Αδάμου και Ελευθερίου, και καταλήξαμε να χάσκουμε αμφότεροι την πρώτη δεκάδα από το υπερπέραν).  

Ψήφισα την Αυστρία. Κλασικά ό, τι ψηφίσω κόβεται. Και ό, τι δεν θέλω να κερδίσει, κερδίζει. Φέτος φοβάμαι τη Δανία, κατάλαβες… στήνουν από τώρα τη διοργάνωση του ’14 στην Κοπεγχάγη!

Θα επανέλθουμε με τα του 2ου ημιτελικού την Παρασκευή καθότι στη μαλακία δηλώνουμε επιστήμονες και στη διακόσμηση ειδήμονες. Μην μου πεις ότι δεν είναι ευφάνταστος ο πολυέλαιος του σαλονιού μας που έβαλε τα της περιστάσεως… Λε πολυελέ ντουζ πουάν!


Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

To Υπέροχο 1987


Μεγαλώνω και συμπεριφέρομαι σαν γέρος και το κακό είναι ότι δεν ξέρω αν μπορώ να το καταπολεμήσω.

Έκατσα να δω μια παλιά Γιουροβίζιον στον υπολογιστή. Αυτήν του 1987 που είναι και η αγαπημένη μου από τη συγκεκριμένη δεκαετία. Δεν σταμάτησα λεπτό να νοσταλγώ και να μνημονεύω εκείνα τα χρόνια όπου όλα ήταν πιο φαντασμαγορικά και πιο μαγικά.

Πώς είναι δυνατόν θα μου πεις; Όταν σήμερα τα θεάματα χαρακτηρίζονται από τεχνολογική αρτιότητα, εκπληκτική ευκρίνεια εικόνας και ήχου εσύ να επιθυμάς εποχές που δεν ήταν σίγουρο ότι θα δεις το τέλος του διαγωνισμού γιατί υπήρχε περίπτωση να πέσει ο δορυφόρος; Γιατί έζησα και τέτοια μεγαλεία στα χρόνια μου.

Κι όμως φίλε μου, τις εποχές που δεν υπήρχε ίντερνετ και η νύχτα του διαγωνισμού μεταδιδόταν με χίλια ζόρια με το μικρόφωνο της Φρύνης Παπαδοπούλου (της Κύπριας Μπόκοτα), να δουλεύει όποτε του καπνίσει, ένιωθες ότι παρακολουθείς κάτι από πολύ μακριά και αισθανόσουν προνομιούχος τηλεθεατής. Το να βλέπεις ένα διαγωνισμό από τις Βρυξέλλες ακουγόταν πολύ… διαστημικό. Τότε, ζήτημα να ήξερες ότι οι Βρυξέλλες είναι στην Ευρώπη. Σήμερα οι Βρυξέλλες θεωρούνται γειτονιά μας και οι μισοί από εμάς έχουμε σπουδάσει εκεί ή και έχουμε δουλέψει για κάποιο χρονικό διάστημα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.


Αυτή ήταν η παρουσιάστρια, η Βίκτωρ Λάζλω. Με τέτοια εμφάνιση πως να μην νομίζω ότι πρόκειται όντως για διαστημικό σόου;

Το ίντερνετ έχει καταστρέψει αυτή τη μαγεία. Σήμερα μπορείς να δεις τις πρόβες αναρτημένες από παριστάμενους χρήστες στο διαδίκτυο, ξέρεις εκ των προτέρων τι θα φορέσει ο καθένας, πως θα στηθεί, πως θα χορέψει, πως θα ερμηνεύσει. Εξαφανίστηκε το στοιχείο της έκπληξης. Τότε όλα αποκαλύπτονταν εκείνο το βράδυ. Σήμερα ξέρουμε τρεις μέρες νωρίτερα τι χρώμα θα είναι το βρακί της Παπαρίζου στο Κίεβο και πως μυρίζει η κλανιά του Αγάθωνα στο Μάλμε.

Ο κόσμος συρρικνώθηκε και μαζί του και η γοητεία του. Και αυτό έχει επιπτώσεις από τον τουρισμό μέχρι τα τηλεοπτικά προγράμματα. Θέλω να πω, κάποτε θεωρούνταν ταξίδι το να πας στην Αθήνα. Σήμερα η Αθήνα δεν θεωρείται ταξίδι, πάμε αυθημερόν και είναι μετακίνηση ρουτίνας. Μην σου πω ότι οποιοδήποτε ταξίδι στη Μεσόγειο δεν θεωρείται 'ταξίδι'. Έχουν μικράνει οι αποστάσεις, έχει πάρει άλλη διάσταση ο όρος 'ταξίδι'. Έτσι και τα τηλεοπτικά προγράμματα. Δεν υπάρχει πια η μαγεία της ζωντανής σύνδεσης ούτε καν για Ολυμπιάδα που μεταδίδεται από το Σύδνεϊ. Φυσικά υπάρχουν και τα πλεονεκτήματα σε όλα αυτά, τα οποία είναι αυτονόητα και δεν χρήζουν ανάλυσης, αλλά δυστυχώς έχουμε φτάσει στον κορεσμό. Δεν μας χωρεί ο πλανήτης πια. Τον βαρεθήκαμε πριν καν σαρανταρήσουμε.

Λυπάμαι που ακούγομαι σαν τη γιαγιά μου, που απορρίπτει και απαξιώνει το καινούριο και το καινοτόμο, απλά είδα αυτόν τον διαγωνισμό απόψε και η απόλαυση ουδεμία σύγκριση ενείχε με αυτό που εισπράττω όταν βλέπω πιο πρόσφατα σόους, σαφώς πιο αναβαθμισμένα από κάθε άποψη.

Είναι που νοσταλγούμε τα νιάτα μας, είναι που δεν γυρίζει τίποτε πίσω, είναι που ήμασταν μικροί και δεν καταλαβαίναμε, που μέχρι και το Βέλγιο μας φάνταζε όμορφο…; Όλα αυτά μαζί νομίζω.

Κι άλλα screenshots:


Η 50αρα πλέον Αλέξια πριν από την τότε εμφάνισή της. Το "γεια σου Κύπρος" που μας έστειλε στην καρτ ποστάλ, ήταν σαν μήνυμα αστροναυτών από τον Άρη. Τόσο συγκινητικό ακουγόταν κάποτε. 


Το κοινό. Κλασάτο και καλοντυμένο, προσέδιδε περισσή αίγλη στο θέαμα. Όχι σαν σήμερα που βλέπεις και την κουτσή Μαρία να χαριεντίζεται στο στάδιο. Αυτό ήταν dress code!


Η τουρκική συμμετοχή. Θυμάμαι ότι έβλεπα για πρώτη φορά Τούρκους στη ζωή μου και είχα εκπλαγεί που είχαν ανθρώπινη μορφή. Από τις περιγραφές που άκουγα στο σπίτι νόμιζα πως επρόκειτο για τέρατα, ότι είχαν κεραίες, πέντε χέρια, έβγαζαν σπίθες από τα μάτια κτλ. Και τώρα αυτά πιστεύω, βέβαια. 

Υπέροχα χρόνια.

Gente di mareeee che se ne vaaaaa….
…for the last time, hold me nowwww!

Τετάρτη, Μαΐου 08, 2013

Μάργκαρετ


Αν για κάτι νιώθω τυχερός στη ζωή μου είναι που έχω γνωρίσει κατά τη διάρκεια των σπουδών μου άνθρωπους «μορφές». Άτομα για τα οποία θα μπορούσα να έχω γράψει βιβλίο για τη ζωή τους και άτομα που είχαν να μου διηγηθούν απίστευτες ιστορίες που προσέδιδαν, τότε, νόημα στη μονόχνοτη δική μου. Ένα από αυτά τα άτομα ήταν και η Αγγλίδα γειτόνισσά μου, που για τους σκοπούς αυτής της ανάρτησης θα τη λέμε Μάργκαρετ.

Η Μάργκαρετ ήταν κωφή. Και τώρα κωφή είναι δηλαδή. Δεν άκουγε Χριστό! Μπορούσε να μιλήσει (ολίγον άτσαλα αλλά μπορούσε), όμως δεν σε άκουγε. Διάβαζε τα χείλη σου. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να της μιλάω κατά μέτωπο για να μπορεί να βλέπει τις λέξεις να σχηματίζονται στα χείλη μου. Δεν ήταν δυνατόν να συνεννοηθούμε αλλιώς. Έπρεπε να βρισκόμαστε πάντα ενώπιος ενωπίω, και κατ’ ουδένα λόγο δεν ήτο δυνατόν να συζητήσουμε καθώς περπατούσαμε πλάι, πλάι ή ενόσω ο ένας εκ των δύο έκανε καθαριότητες στην κουζίνα με την πλάτη γυρισμένη. Ήταν τεράστια εμπειρία για μένα, αν και ομολογώ ότι κατά διαστήματα το έβρισκα κουραστικό.

 Μπορείς να φανταστείς, βεβαίως, βεβαίως, τη χαρά μου όταν την πρωτογνώρισα και της απολογήθηκα εκ των προτέρων διά την ένταση στην οποία θα παιάνιζε η Άννα Βίσση, όπου και μου έδωσε το ελεύθερο των ντεσιμπέλ, καθότι δεν την επηρέαζε καθόλου. «Παίζε μουσική όσο δυνατά θέλεις, δεν ακούω τίποτα!» Το είχα εκμεταλλευτεί δεόντως.

Η Μάργκαρετ ήταν  πολύ περιθωριοποιημένη. Έκανε παρέα με εμάς επειδή οι Εγγλέζοι την απέφευγαν λόγω της αναπηρίας της. Επιπλέον, η εμφάνισή της δεν τη βοηθούσε ιδιαίτερα. Ήταν υπέρβαρη, ντυνόταν συντηρητικά σαν γεροντοκόρη, και το μόνο που έκανε ήταν να διαβάζει όλη μέρα λογοτεχνικά βιβλία. Να φανταστείς ότι ακόμα και τα παιδιά της γειτονιάς (όπου «παιδιά» βλ. κάτι μπάσταρδους της κακιάς ώρας), την είχαν πάρει χαμπάρι και ένα απόγευμα πήδηξαν μέσα στο δωμάτιό της, από το παράθυρο στα κρυφά για να την τρομάξουν. Αυτή διάβαζε σκυφτή στην πολυθρόνα και δεν τους διαισθάνθηκε, γύρισε απότομα και τους είδε, έμπηξε μια τσιρίδα ΝΑ, νόμισα πως τη σφάξανε. Ήμουν με δύο φίλους στην κουζίνα εκείνη την ώρα και τσακωνόμασταν για το ποιος θα πάει να αναγνωρίσει το πτώμα.

Κατά τη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου που είχε διαρκέσει πάνω από δύο μήνες ξεμείναμε τα δυο μας σε ολόκληρο το σπίτι (μέναμε σε ένα σπίτι με 15 άλλους φοιτητές, η καλύτερη μου φάση). Εκείνη την περίοδο περνούσε κατάθλιψη και κατέβαζε τα μπουκάλια κρασί το ένα μετά το άλλο. Για να αποφύγει να καταντήσει ο νέος Ορέστης Μακρής με παρακάλεσε να της κάνω λίγες ώρες παρέα τα βράδια για ν'αποφεύγει την παρέα του ποτού. Ως αντάλλαγμα δεχόταν να με βοηθά στην επανάληψη μου. Πήγαινα κι εγώ, έπαιρνα μαζί μου τις σημειώσεις μου και της παρέδιδα το μάθημα για να το μάθω. Αυτή, με το κρασί ανά χείρας, αμφιβάλλω αν συγκεντρωνόταν στα κινούμενα χείλη μου, πάντως έδειχνε να με ακούει. Για το τι βουλές των Λόρδων της είχα πει, για το τι equity and trusts, για το τι οικογενειακά δίκαια, δεν περιγράφεται! Μια φορά, αυτές οι επαναλήψεις με βοήθησαν να πιάσω το 65αρι στις τελικές.

Ένα από εκείνα τα βράδια, που ήταν μισομεθυσμένη και αν το ένστικτό μου δεν με απατά, ήταν και ελαφρώς ερεθισμένη, με παρακάλεσε να της χορέψω χασάπικο και ζεϊμπέκικο. «Μου αρέσει πάρα πολύ να βλέπω άντρες να χορεύουν αυτούς τους ελληνικούς χορούς» μου είπε. Ήταν τρομερά σουρεαλιστικό το ότι ήθελε να της χορέψω ενώ αυτή δεν θα μπορούσε να ακούσει τη μουσική. Δεν μπορούσα να της χαλάσω χατίρι δεδομένης και της βοήθειας που μου έδινε με την επανάληψη. Πετάχτηκα στο δωμάτιό μου, μετέφερα το CD player και εντός ολίγου βρέθηκα να χορεύω τα «εκατομμύρια».

Ήταν κινηματογραφικότατο! Σαν τη σκηνή στο Scent of a Woman, όπου ο τυφλός Αλ Πατσίνο χορεύει ταγκό. Εδώ, το ανάποδο. Η κωφή Αγγλίδα βαρούσε παλαμάκια κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι και εντυπωσιαζόταν από Έλληνα που έριχνε γυροβολιές, στα μουγκά, μέσα στο δωμάτιό της. Στην Αγγλία. Στις τρεις το πρωί. Ήταν σαν σκηνή από θρίλερ. Δεν το χάνουμε το όσκαρ αν μια μέρα το κάνουμε ταινία: «Εκατομμύριααααααα».

Λίγο πριν φύγω από την Αγγλία η μάνα της Μάργκαρετ της έστειλε ένα σετ εξελιγμένων ακουστικών για τα αφτιά της. «Μ’ αυτά ίσως μπορέσεις να ακούσεις κάποιες υψηλές συχνότητες από βουή αεροπλάνου ή κόρνα αυτοκινήτου και να είσαι πιο ασφαλής» της έγραψε. Η Μάργκαρετ που είχε συνηθίσει την κατάστασή της δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αλλάξει τρόπο ζωής. Δεν την ενδιέφερε να ακούσει, ήταν ευχαριστημένη με την επιβίωσή της. Παρόλα αυτά, φόρεσε για λίγες μέρες τα ακουστικά, χάριν πειράματος. Μια μέρα εκεί που έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα, εγώ και άλλοι τρεις συγκάτοικοι συζητούσαμε πίσω από την πλάτη της για ένα άλλο φίλο μας που είχε πάει να παίξει μπάσκετ.

Άξαφνα διέκοψε το πλύσιμο των πιάτων, στέγνωσε με την πετσέτα τα χέρια της και με το πρόσωπο γεμάτο θυμό και απορία μας είπε: «Για κάποιο ακατανόητο λόγο σφήνωσε στο μυαλό μου η λέξη «μπάσκετ». Δεν ξέρω γιατί ξαφνικά σκέφτηκα αυτή τη λέξη αλλά δεν μπορώ να πάψω να την επαναλαμβάνω». Μείναμε άναυδοι. Της εξήγησα πως μόλις πριν ένα λεπτό συζητούσαμε για μπάσκετ και επαναλάβαμε τη λέξη πολλές φορές. Προφανώς τη λέξη την άκουσε χάριν των νέων ακουστικών. Όταν συνειδητοποίησε ότι τα αφτιά της άρχισαν να συλλαμβάνουν σκόρπιους ήχους και λέξεις, πήγε φορτσάτη στο δωμάτιο της, ξερίζωσε τα ακουστικά από τα τύμπανά της και τα πέταξε περιφρονητικά μέσα σε ένα συρτάρι του γραφείου της. «Δεν θα με αποτρελάνουν αυτά τα μαραφέτια μετά από 28 χρόνια κουφαμάρας» μας είπε.

Φεύγοντας από την Αγγλία μάθαινα νέα της από δω κι από κει. Έμαθα ότι αδυνάτισε και σύναψε δεσμό με έναν Ισραηλίτη, για χάρη του οποίου μετακόμισε στο Τελ Αβίβ. Εξ αιτίας του έγινε Εβραία, αν και οι φήμες θέλουν να έχουν χωρίσει λίγο μετά την αλλαξοπιστία. Πού και πού ανταλλάζουμε κανένα μήνυμα στο κινητό. Χθες βράδυ τη θυμήθηκα στον ύπνο μου και της έστειλα μήνυμα στη μία τα ξημερώματα: «Ζεις; Και αν ζεις, πως είσαι;».

«Κι εγώ σε σκεφτόμουν σήμερα. Περάσαμε ωραία, αν και πάνε 10 χρόνια από τότε!»

Αναρωτιέμαι αν θα τη ξαναδώ ποτέ μου.

Κυριακή, Μαΐου 05, 2013

Φάση: Γαλάζιος Δούναβης


Χρόνια πολλά, Καλό Πάσχα, Καλά Ξεμπερδέματα και Καλά Καθούμενα.

Ήμουν στη Βουδαπέστη καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ. Εβδομάδος και έχω να συνοψίσω τα εξής:

Θεωρώ τεράστια πολυτέλεια ότι ακόμα μπορώ, στα 33 μου, να πηγαίνω ταξίδια με τους κολλητούς μου και να συμπεριφερόμαστε ομαδικώς όπως όταν ήμασταν 17, στην εκδρομή του σχολείου στην Ελλάδα. Είναι απίστευτο το πώς μεταμορφωνόμαστε από «επαγγελματίες» και «οικογενειάρχες soon to be» σε ανώριμα αγόρια που γελούν με άκομψα αστεία, καταπατούν όλο το political correctness τους και εκφράζονται πιο άγαρμπα και από έφηβους της πρώτης Γυμνασίου. Σκέτη ευλογία.

Ομολογώ ότι είναι δύσκολη η συνύπαρξη μετά από τόσα χρόνια και δεν αποφεύγονται πάντα οι εκνευρισμοί και οι εντάσεις, μα έχουμε φτάσει σε τέτοια επίπεδα οικειότητας και αγάπης που όλα ξεπερνιόνται στο δεκάλεπτο. Προσωπικά σε αυτό το ταξίδι πέρασα από όλα τα ψυχολογικά στάδια: από το «ανάθεμα την ώρα, κατάρα τη στιγμή που τους γνώρισα» μέχρι το «πόσο τους λατρεύω». Ευτυχώς υπερνικά πάντα το δεύτερο.

Μην με ρωτήσεις για τη Βουδαπέστη, ελάχιστα ασχοληθήκαμε μαζί της. Σε όσα μουσεία καταδεχτήκαμε να πάμε βγήκαμε από μέσα κακήν κακώς, αλαλάζοντας διάφορα επιφωνήματα απαρέσκειας που παραπέμπουν σε άδοξο τέλος ποδοσφαιρικού αγώνα. Αναλωθήκαμε σε άπειρες βόλτες, καφέδες παρά τω Δούναβη, σε ποτά και ξενύχτια στα οποία πυροβολούσαμε ο ένας τον άλλον με δηλητηριώδεις ατάκες τις οποίες επαναλαμβάνουμε και γελούμε τρεις μέρες τώρα.

Όλες αυτές τις μέρες, μεταξύ άλλων:

Τις πέρασα με ένα ζευγάρι κάλτσες μόνο! Ξέχασα να πάρω μαζί μου περισσότερα και δεν θέλεις να ξέρεις πώς μύριζε το δωμάτιο όταν έβγαζα το παπούτσι.

Τις πρώτες δυο νύχτες δεν έκλεισα μάτι καθότι οι συγκάτοικοι ροχάλιζαν. Ένα βράδυ κατέβηκα στη ρεσεψιόν στις 5:30 το πρωί και κατέστησα σαφές στη ρεσέψιονιστ πως: «Είτε θα μου δώσεις επιπλέον δωμάτιο να πάω να ξεραθώ σαν άνθρωπος, είτε θα επιστρέψω με τα πόδια στην Κύπρο!» Δεν είχε κάτι διαθέσιμο δυστυχώς και αναγκάστηκα να υπομένω το μαρτύριο. Κι εγώ ροχαλίζω βεβαίως, αλλά επειδή αποκοιμάμαι πάντα τελευταίος τρώω το αγγούρι και μένω ξάγρυπνος.

Τώρα που είπα αγγούρι. Γνωρίσαμε μία Νορβηγίδα σε ένα κλαμπ, φοιτήτρια ιατρικής στη Βουδαπέστη και μπλα, μπλα, μπλα, ώσπου σε κάποια φάση άπλωσε τα κουλά της επάνω στις φέτες αγγουριών που είχαμε για το Τζιν μας. Καταβροχθίζοντάς τες μου είπε: “I love cucumbers! I just love eating cucumbers! I cannot get enough of them!” Πολύ άβολη στιγμή.

Στο ίδιο κλαμπ ήταν που είχαμε κάνει κράτηση, φορέσαμε και τα καλά μας, εισήλθαμε με αέρα και τουπέ χιλίων Κυπρίων μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε ότι στο διπλανό τραπέζι, αντί για κοριτσοπαρέα πολλά υποσχόμενων Ουγγαρέζων δέσποζαν καμιά δεκαριά Ινδοί φακίρηδες (στο πιο πλυμένο ευτυχώς) των οποίων η παρουσία μας έβγαλε ξινό το κόρδωμα. Όχι πως πτοηθήκαμε ιδιαίτερα βεβαίως, βεβαίως, αλλά ένα ψιλό σοκ το περάσαμε, η αλήθεια να λέγεται.

Πήγαμε σε πολλά μπαρ και κλαμπ αυτές τις μέρες. Ένα απ’ αυτά ήταν σε κλειστή εσωτερική αυλή παλιού σπιτιού από την οποία κρεμόταν μια ντίσκο μπάλα γίγαντας. Γνωρίζεις την αδυναμία μου προς οτιδήποτε λάμπει (κι άστον Φοίβο και τον Σαίξπηρ που λένε πως δεν είναι χρυσός και πως μπορεί ναν’ αλλιώς). Όποτε βαριόμουν κοίταζα τις αντανακλάσεις στους τοίχους και περνούσε η ώρα μου. Περιττό να σου πω ότι τα τραγούδια ήταν τύπου nostalgia, δηλαδή γνωστά σουξέ των φοιτητικών μου ετών, οπότε περάσαμε όμορφα.

Θα σου πω και για τις Ουγγαρέζες, μην βιάζεσαι, λύσσαξες! Οι Ουγγαρέζες αγαπητέ,  είναι ένα σκέτο θαύμα ιδέσθαι, μία περίτρανη απόδειξη πως το «νησί της Αφροδίτης» μόνο ως αυτοσαρκασμός μπορεί να εκληφθεί για τα δικά μας σαθρά δεδομένα. Δεν υπάρχουν άσχημες Ουγγαρέζες. Κι αν υπάρχουν μερικές, σε αποζημιώνει η πλειοψηφία που κυμαίνεται άνω του 7 στα 10. Απορώ ποιοι θεοί τις έφεραν εδώ στη Γη, που τις βρήκαν τέτοιες ζάμπες, ποιος τους έπλασε βυζί! Πάνω απ’ όλα έχω να σχολιάσω την απουσία έπαρσης που προσθέτει πόντους τόσο στο πουλί μας, όσο και στην φήμη τους.

Από φαγητό, σκατά. Όλο κρέατα, κρέατα, κρέατα και κάτι ανάλογες παραδοσιακές σούπες ονόματι «Γκούλας», που μπορείς να υποθέσεις τη γεύση τους μόνο και μόνο από την προφορά του ονόματός τους. Είδα κι έπαθα να τραφώ, άστα να πάνε. Η αγορά τους επίσης τριτοκοσμική, με κομμουνιστικά κατάλοιπα διάχυτα παντού, να πεθάνει ο Χριστόφιας (δις). Τόσα μαγαζιά στο κέντρο κι όμως δεν βρήκα μισό πράμα ν’ αγοράσω. Καλύτερα θα μου πεις, έτσι κι αλλιώς ως του χρόνου θα είσαι άνεργος κι απένταρος… Πάντως, τρεις μέρες εκεί δεν ξόδεψα πάνω από €250 και δεν ήμουν καθόλου σφιχτοχέρης σημείωσε...

Θα μπορούσα άνετα να σπουδάσω εκεί, δεν θα ζούσα όμως για μόνιμα. Τα ουγγρικά είναι δύσκολη γλώσσα και ξενέρωτη. Δεν θα την άντεχα. Θα ξαναπήγαινα στη Βουδαπέστη πάντως, μου άφησε γενικότερα θετικές εντυπώσεις παρόλο που η κεντρική Ευρώπη δεν είναι και το φόρτε μου.

Δόξα τω Θεώ, πάει κι αυτό, προσδοκούμε τώρα τα επόμενα.


Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Easterίες


Ποιο Πάσχα, μάνα μου;

Κανένα Πάσχα. Πάσχα μόνο για τα νησιά του Πάσχα. Εδώ ούτε αβγά, ούτε καν πασχάλια! Δεν έχω διάθεση για τίποτα. Για να φανταστείς αύριο φεύγω για ταξίδι και δεν λέω να χαλαρώσω να το απολαύσω.

Πάνε τώρα τρεις βδομάδες που τρώγομαι με τα ρούχα μου. Μου φταίει η οικονομία, μου φταίει η δουλειά μου (μην τολμήσεις να μου πεις ότι πρέπει να είμαι ευγνώμων απλά και μόνο επειδή έχω δουλειά, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε!), μου φταίει το μέλλον που προδιαγράφεται κατάμαυρο, ο ένας το μακρύ του, ο άλλος το κοντό του. Μου φταίει και ο καιρός που μια παγώνει μια ζεσταίνεται. Δεν είναι κατάσταση αυτή, να έχουμε στα τέλη Απριλίου 33 βαθμούς κελσίου... Βασιλεύει ο κυπριακός «λάλλαρος» και είναι ν’ απορείς πότε επιτέλους θα ξαναμπεί ο πλανήτης σε φάση παγετώνων να ξαναβρούμε την υγειά μας. Μην μου μιλάς για καλοκαίρια!

Έχω να γράψω κείμενο τρεις βδομάδες. Δεν έχω κέφια. Γράφω, σβήνω, διορθώνω, ξαναγράφω και λίγο πριν πατήσω το κομβίο της «ανάρτησης» σκέφτομαι: δεν γαμιέται που θα δώσω αναφορά στον καθένα για το πώς νιώθω και πως σκέφτομαι.

Συνεχίζω να κάνω πολλά πράγματα και να τα βαριέμαι ταυτόχρονα. Άρχισα πρόβες για νέα παράσταση, προετοιμάζομαι για νέες εξετάσεις Ισπανικών, διαβάζω το ένα βιβλίο μετά το άλλο, πάω κολύμπι, πάω σινεμά, βλέπω φίλους. Τίποτε δεν απολαμβάνω. Τα κάνω για να τα κάνω. Και τίποτα όμως να μην κάνω, δεν αντέχω άλλο ταβάνι, δεν αντέχω να μην κάνω τίποτα. Ακούω συνέχεια τα ίδια σιχαμένα τραγούδια. Βλέπω συνέχεια τα ίδια εμετικά προγράμματα. Καμία έκπληξη, καμία πρωτοτυπία. Ίδιες φάτσες, ίδια προβλήματα, όλα ίδια και απαράλλαχτα. Πφφφ, τι θα κάνουμε!;

Αν σε αγχώνω να μην με διαβάζεις μαντάμ, κατάλαβες; Μην με βλέπεις εμένα με αυτό το ύφος! Ναι, μουρμουρώ και θα μουρμουρώ!

Μόνο το κορίτσι μου με σώζει από τον ψυχολογικό Χάροντα. Αχ, το κορίτσι μου! Μακάρι να με άφηνε να σου γράψω όλα όσα πρέπει και νιώθω για εκείνη. Έλα όμως που με περιμένει με τον βούρδουλα. Σε κάποια άλλη ζωή θα στα πω, και θα στα τραγουδήσω γιατί η Μπρέντα ώρες, ώρες είναι για άγριο διθύραμβο και λαβύρινθο.

Σκέφτομαι ότι θέλω να γεννήσω μωρό. Οι άντρες γεννούν, οι γυναίκες τίκτουσιν, μου είπαν! Σκέφτομαι ότι έπρεπε να είχα ήδη μωρά! Πρέπει να πάρουμε τη σχέση ένα βήμα παρακάτω. Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα που εκκρεμούν φυσικά, αλλά μόνο στη σκέψη της επίλυσής τους λέω «δεν βαριέσαι, κι έτσι καλά είμαστε». Περνούν τα χρόνια, θα φτάσουμε τα 40 και θα μείνουμε σαν χάνοι. Αλλά πρέπει να κάνουμε μωρό. Μπορεί να μην έχουμε που θα το στεγάσουμε, μπορεί να μην έχουμε τι θα το ταΐσουμε, αλλά το θέλω για να παίζω. Τόσα στρουμφάκια είναι κρίμα να μην κληρονομηθούν από κανέναν. Ο ανιψιός μου που μέχρι τώρα λειτουργούσε ως μέσο εκτόνωσης του παλιμπαιδισμού μου κλείνει πλέον τα έξι. Μεγαλώνει και θα αρχίσει να με βαριέται. Ούτε τα στρουμφάκια δεν θα θέλει όπου να’ ναι. Γι αυτό σου λέω, πρέπει να βρεθεί νέο μωρό άμεσα!

Πφφφ. Φέρτε μου έναν ανεμιστήρα πριν σας πάρει!

Ή μάλλον άκυρο, θα ανάψω το κλιματιστικό. Δεν με κόφτει να κάμω οικονομία. Ας μην ψηφίζατε Χριστόφια!

Φέρτε πίσω τα κλεμμένα, τα διεστραμμένα και τα κατεστραμμένα!

Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013

Σκυλάδικο


Κράτα με, να χαρείς, γιατί δεν αντέχω άλλη μαλακία σε αυτή τη χώρα!

Διάβασε την είδηση σε παρακαλώ, όπως δημοσιεύτηκε αυτούσια στο www.showbiz.com.cy, δηλ. στο αντίστοιχο πόρταλ του economist στην πατρίδα μας (στις παρενθέσεις τα δικά μου σχόλια):

"Νέο ένοικο απέκτησε πρόσφατα το Προεδρικό. Πρόκειται για ένα πανέμορφο τετράποδο που το πήραν δώρο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οι θυγατέρες του, διότι το σκυλάκι που είχε στη Λεμεσό πέθανε λίγες μέρες πριν τις εκλογές (τα έπαιξε και το τετράποδο με τις μαλακίες που άκουγε), για να του προσφέρει στιγμές χαλάρωσης (μασσάζ θα του κάνει ή θα στήνεται στα τέσσερα;), μέσα στα ασφυκτικά εικοσιτετράωρα που διέρχεται από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Πρόκειται για ένα μαύρο τεριέρ (τεριέρ είναι; Κι εγώ που το πέρασα για κομματό-σκυλο) που κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλους τους χώρους του Προεδρικού και ακούει στο όνομα «Λίο» (προφανώς από το παρα-λύω)."

Το ότι ήταν μπάτε σκύλοι αλέστε το προεδρικό μέγαρο το ξέραμε από χρόνια, τώρα επιβεβαιώνεται και με βούλα! Μα, είναι να απορείς! Πώς γίνεται εδώ ο κόσμος να χάνεται και το μουνί να χτενίζεται τόσο αδιάφορα σε αυτόν τον τόπο... Είχαμε τους χωρκάτες τα προηγούμενα πέντε χρόνια που δεν άφησαν τίποτε όρθιο, τώρα έχουμε τη Βάνα Δάγκα με την Τερέζ παραμάσχαλα να διαχειρίζεται τάχα μου  την κρίση! Διάβολε, ό,τι και να πούμε είναι «Λίο».


Θα αρχίσω να γαβγίζω μου φαίνεται, όπως ο πρωταγωνιστής στο Ξύπνα Βασίλη που στο τέλος τρελάθηκε και άρχισε να κακαρίζει!  

Πνιγμένος στο Κάτουρο


Έχεις ξανακούσει εσύ άνθρωπο που έκλεισε η ουρήθρα του από το άγχος;

Ούτε κι εγώ. Είμαι ο πρώτος που γνωρίζω. Μα, αυτό μας έλειπε να πάθουμε σε αυτή τη ζωή αγαπητέ μου. Να μην μπορούμε να ουρήσουμε από το στρες! «Δεν έχω ξαναδεί πιο σφιχτή ουρήθρα!» μου είπε τις προάλλες ο ουρολόγος. Άρπαξε μεμιάς ένα όργανο και το σφήνωσε με δύναμη στην ουρήθρα μου σαν να επρόκειτο να ξεβουλώσει νεροχύτη. Τα είδα όλα! Τέτοιο πόνο δεν βίωσα ούτε κατά τη διάρκεια της εγχείρησης καρδίας. Έμπαινε το σίδερο μέσα στην ουρήθρα και εγώ κρατούσα τους βολβούς των ματιών μου για να μην πεταχτούν προς τα έξω!

Γιατί χρειάζεται να τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; Ε, αφού εδώ όλα τα μοιραζόμαστε, θα μοιραστούμε και τον πόνο. Σφάδαζα σαν τον Αθανάσιο Διάκο στη σούβλα! Και πρόσεξε, όλο αυτό, χωρίς αναισθητικό. Μόνο με λίγη ξυλοκαΐνη γύρω από το κεφάλι του πέους. Αχ, αυτό το πέος. Τι έχει τραβήξει σ’ αυτή τη ζωή. Είναι το μόνο για το οποίο υπερηφανεύομαι και είναι το πιο ταλαιπωρημένο πράγμα επάνω μου. Τόση ομορφιά, τόση περηφάνια και να ταπεινώνεται έτσι άγαρμπα με την πρώτη ευκαιρία. Τέλος πάντων, τον ξεβουλώσαμε τον σωλήνα. «Δεν βλέπω τίποτα το παθολογικό» ήταν η διάγνωση. Μάλιστα! «Να χαλαρώσεις και να απολαύσεις τη ζωή σου. Όλα αυτά είναι σημάδια στρες!»

Σημείωσε ότι δεν είμαι παντρεμένος, παιδιά, σκυλιά, γατιά δεν διαθέτω, ούτε δάνεια έχω πάνω στο κεφάλι μου, ζω με τη μάνα μου οπότε δεν πληρώνω νοίκι, δεν επηρεάζομαι ιδιαίτερα από τα οικονομικά μέτρα, ούτε χάνω τη δουλειά μου. Οπότε, για ποιο άγχος μιλάμε; Αν εγώ έχω στρες, τότε οι υπόλοιποι που βιοπαλεύουν θα έπρεπε να είναι σε κόμα!

Μα, το στρες μάνα μου, δεν είναι αλεργία να βγάλεις σημάδι στο κούτελο. Είναι υποβόσκων σύμπτωμα. Όταν ζεις σε μια χώρα που εδώ και ένα μήνα χαροπαλεύει και δεν ξέρεις αν θα έρθει ο Χάρος να την πάρει μαζί του, είναι να μην αγχώνεσαι; Κοιμόμαστε και ξυπνάμε με την αβεβαιότητα στο τσεπάκι. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει, δεν ξέρουμε αν θα υπάρχουμε αύριο. Πώς να μην κλείσει η ουρήθρα μας; Εκείνο το γαμημένο sigmalive δεν το προλαβαίνουμε. Κάθε δευτερόλεπτο ανενεώνεται και διαψεύδει την προηγούμενη του είδηση, δεν τις φτάνουμε τις εξελίξεις. Ε, όσο και να θέλουμε, δεν μπορούμε να μην αγχωνόμαστε. Μας κάνουν σκοτσέζικο ντους όλη μέρα, στο τέλος πολύ λογικά θα παπαριάσουμε!

Ο γιατρός μου έδωσε μυοχαλαρωτικά χάπια. «Θα χαλαρώσουν τους σφικτήρες της ουρήθρας και θα κατουρήσεις ξανά σαν άνθρωπος» μου είπε. Κατάλαβες κύριε; Με μυοχαλαρωτικά χάπια θα τη βγάζουμε. Το επόμενο βήμα θα είναι να βουλώσει και ο κώλος μας! Άμα φτάσω σ’ αυτό το σημείο, κάντε μου ευθανασία να τελειώνουμε! Πάντως, οφείλω να ομολογήσω ότι από τη μέρα που άρχισα να τα παίρνω, η ούρησή μου έχει αναζωπυρωθεί. Σαν μουσικό σιντριβάνι σε πλατεία της Βαρκελώνης έγινε! Κατεβάζω παντελόνι, κατεβάζω εσώρουχο και τσουυυπ, πετάγονται δροσερά, δροσερά και τσαχπίνικα, μόνο η ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν που δεν ακούγεται. Να το θυμηθείς ότι στην επόμενη fantasia του Disney θα μου αφιερώσουν μια σονάτα να την έχω προίκα.  


  
Τέλος καλό, όλα καλά τώρα. Το σημαντικό είναι ότι ακόμα μου σηκώνεται. Το τσεκάρω με κάθε ευκαιρία. Εις υγείαν λοιπόν, τη δροσιά τους να ‘χουμε και περαστικά μας! 

Τρίτη, Απριλίου 09, 2013

Άλλος με τη Γόνδολά μας;



Τις προάλλες η Μπρέντα κι εγώ καθόμασταν και σκεφτόμασταν σε ποια χώρα θα μεταναστεύσουμε τώρα που θα πούμε το ψωμί, ψωμάκι. Δεν τα πολύ βρίσκουμε, έχουμε διαφορετικά γούστα. Το κύριο μας πρόβλημα είναι πως θέλουμε μια χώρα που να είναι μεσογειακή και όχι χρεοκοπημένη, πράγμα ολίγον τι αδύνατο. Δεν θέλουμε να ταλαιπωρηθούμε, εδώ στη γειτονιά θέλουμε να παραμείνουμε, αποφεύγοντας τους άραβες εννοείται, και επενδύοντας σε κάτι ευρωπαϊκό μα συνάμα κερδοφόρο, ξέρω, ξέρω, τρομερά αισιόδοξο το στοίχημα.

Το φέραμε από ‘δω, το πήγαμε από ‘κει, τελικά μας ήρθε η έκλαμψη και καταλήξαμε τόσο στη χώρα, όσο και στην επιχείρηση. Θα πάμε να ανοίξουμε ένα γονδολάδικο στη Βενετία! Αδιαμφισβήτητη η ομορφιά της πόλης και της χώρας, όσο για την οικονομική βιωσιμότητα (είδες τι ωραίους οικονομικούς όρους χρησιμοποιώ ένεκα το μνημόνιον!)  του εγχειρήματος; Αστεία ερώτηση! Με τη σέσουλα τα βγάζουν τα ευρώπουλα οι γονδολιέρηδες. Τα ζήσαμε πέρσι ιδίοις όμμασι. Για μια μισάωρη βόλτα στα βρομοκάναλα της Βενετίας, σκάσαμε €100! Υπολόγισε: €100  ανά μισή ώρα, πάει να πει €1600 σε ένα οκτάωρο. Τόσος δεν είναι πια ούτε ο βασικός μισθός! Ε, εμείς θα τα βγάζουμε σε μια μέρα. Πανεπιστήμια, μεταπτυχιακά και λοιπές αστειότητες! Γόνδολα και πάλι γόνδολα!

Φανταστικό - συνταραχτικό, εξαιρετικό - καταπληκτικό. Και τις μισές διαδρομές να κάνω σε περίπτωση που υπερνικήσει η τεμπελιά τη σάρκα μου, πάλι σαν βασιλιάδες θα ζούμε. Θα κάνω εγώ κουπί, η Μπρέντα θα τραγουδά στους τουρίστες ιταλικά τραγούδια τύπου Σαν Ρέμο, βγήκε το μεροκάματο. Άμα την πιάσουν οι νοσταλγίες για την πατρίδα της ας χτυπά κι έναν Αντώνη Ρέμο μεταφρασμένο, εδώ θα τα χαλάσουμε;

Τι εννοείς θα μου βγει η ωμοπλάτη από το πολύ κουπί; Άμα δεν μου βγήκε απ’ τη πολλή τη μαλακία στα νιάτα μου, δεν θα μου βγει ποτέ! Άσε που άμα το συνηθίσεις στο τέλος σου δυναμώνει και το χέρι. Από μια φάση κι ύστερα δεν καταλαβαίνεις Χριστό, χτίζεις και κορμί. Κι άντε πες κουράστηκα από το πολύ το τάκα-τούκα. Τι νομίζεις; Κινέζοι είναι οι περισσότεροι τουρίστες. Μια βόλτα να τους πας όσο για να βγάλουν φωτογραφίες, ξεμπέρδεψες. Δεν καταλαβαίνουν αυτοί πολλά, πολλά!

Τι εννοείς δεν ξέρω καλά τη Βενετία; Έχεις πάει; Τα κανάλια της είναι πολύ στενά, αποκλείεται να χαθείς. Και στην απίστευτη περίπτωση που χαθείς, αν σπάσει ο διάολος το κουπί του που λέμε, ακολουθείς τον μπροστινό σου και βγαίνεις στο Γκραν Κανάλ σε δύο λεπτά. Μην μου το χαλάς τώρα που ψηθήκαμε... Έχουμε τρομερές ιδέες! Αν πιαστεί η γόνδολα στην πιάτσα θα λανσάρουμε πρωτοποριακές ιδέες, εμπνευσμένες από την πλούσια κυπριακή παράδοση, να τις βλέπει ο Πεπίτο και να ρουφά τα δέματα των παπουτσιών του σαν μακαρόνια από τη ζήλεια του!

Εν πρώτοις, θα δημιουργήσουμε προσφορές: Μεταφορά νύφης ή νεόνυμφου ζεύγους με τη γόνδολα ως την εκκλησία με λαούτα και γιωργαλλέτους. Κατά δεύτεροις, Θα έχουμε επιλογή κρουαζιέρας με τουριστικό σχολιασμό από τη Μπρέντα με έξτρα χρέωση. Κατά τρίτοις, στα καρναβάλια της Βενετίας θα στολίζουμε τη βάρκα μας τη γόνδολα ανάλογα και θα παρελαύνουμε σαν άρμα στο λεμεσιανό καρναβάλι, μην σου πω και το άλλο, που τώρα μου ήρθε…

Μεταφορά νεκρού στην κηδεία μέσω γόνδολας: «Το τελευταίο ταξίδι του σχωρεμένου!»

Πωω, όσο το σκέφτομαι τόσα περισσότερα συγχαρητήρια δίνω στον εαυτό μου!

Μπρέντα φτιάξε βαλίτσες! Πάμε να σε κάνω κυρία των τιμών, δόγησσα, γόησσα, κόμησσα της Κέρκυρας, και ό, τι άλλο θέλεις!

Τι βόλιο μπένασαααααι και πλάτσα-πλούτσα το κουπί…Μα τάντο μπεεεέεενε σαααααι… 

Πέμπτη, Απριλίου 04, 2013

Η Άβολη Στιγμή Που Εσύ Έχεις Να Φας...


Κατά τη διάρκεια της μικρής παραμονής μου στην Αθήνα έγινα για πρώτη φορά μάρτυς των τρανών επιπτώσεων του μνημονίου. Ανεβαίνω συχνά στην Αθήνα, μα πρώτη φορά ένιωσα τόσο χάλια με την κατάσταση, πρώτη φορά ήταν οι συνέπειες τόσο εμφανείς και έντονες στους δρόμους. Θα σου περιγράψω πιο κάτω το περιστατικό που με συγκλόνισε, αλλά πρώτα θα σου πω ότι οι ζητιάνοι στο κέντρο έχουν πολλαπλασιαστεί, ενώ οι πλανόδιοι που θέλουν να σου πουλήσουν μικροπράγματα είναι περισσότεροι από τους απλούς περαστικούς.

Κάθεσαι να φας σαν άνθρωπος, ας πούμε, και αρχίζεις πόλεμο με το τσιγγανάκι που παίζει στο ακορντεόν τα παιδιά του Πειραιά πάνω από το κεφάλι σου, με τον έγχρωμο που πουλά κλεμμένα γυαλιά, τσάντες, αθλητικά παπούτσια, με τον άνεργο οικογενειάρχη που πουλά μολύβια στο μετρό στην τιμή των 50σεντ για να ζήσει την οικογένειά του, με τα αδέσποτα που ξεφυτρώνουν στα καλά καθούμενα σαν επιπλέον εμπόδια σε πίστα video game, και τέλος, με την μαθήτρια της τρίτης λυκείου που πουλά ημερολόγια για να πάει η τάξη της πενταήμερη. Εξαιρουμένης της τελευταίας που ο ακριβής της στόχος είναι το πήδημα στη Μύκονο, όλους τους άλλους τους λυπάσαι, μα δεν μπορείς να τους σώσεις όλους. Κανέναν δεν μπορείς να σώσεις εδώ που τα λέμε. Αλλά καταφέρνουν και σε ρίχνουν ψυχολογικά και αναρωτιέσαι με ποιο θράσος διακοπάρεις στην Αθήνα όταν από πολύ κόσμο λείπουν τα στοιχειώδη.

Το αποκορύφωμα ήταν όταν πήγαμε να φάμε σε ένα εστιατόριο στο Θησείο. Παραγγείλαμε να φάμε και καθώς γέμιζε το τραπέζι μας με πιάτα, ένιωθα να με κατακεραυνώνει ένα απύθμενο μίσος μέσα από τα βλέμματα των περαστικών που κοίταζαν έντονα. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν η ιδέα μου, μα ύστερα από λίγο καθώς συζητούσα με την παρέα μου γύρισα απότομα στα δεξιά μου για να δω ένα αγοράκι 6 χρονών, κολλημένο στο τραπέζι μας να μου ζητά πολύ ευγενικά «ένα κομμάτι πίτσα». Έκοψα και του έδωσα ένα και αυτό έτρεξε προς τη μάνα του που τον περίμενε παραπέρα, ρακένδυτη και βρόμικη. Μα, σου κόβεται η όρεξη! Με τι μούτρα να φας όταν οι περισσότεροι γύρω σου πεινούν; 

Η πίτσα ήταν τεράστια και δεν άντεξα να τη φάω όλη. Περίσσεψαν τρία κομμάτια. Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε και ο σερβιτόρος μάζευε τα πιάτα, ήρθε από απέναντι ένας άστεγος (ο οποίος σημείωσε μας παρακολουθούσε από ώρα) και ζήτησε τα αποφάγια. Παναγία μου, πόσο άβολα ένιωσα. Ο σερβιτόρος τον έδιωξε λέγοντάς του «δεν σου είπα να μην ξαναέρθεις εδώ;». Ο άστεγος είπε ότι δεν ήθελε να ενοχλήσει γι αυτό περίμενε μέχρι να τελειώσουμε το φαΐ μας και να ζητήσει ό, τι είχε περισσέψει. Ο σερβιτόρος παρέμεινε ανένδοτος ώσπου ο άστεγος έκανε μια απότομη κίνηση, άρπαξε τα τρία κομμάτια από το πιάτο με κίνδυνο να τα ρίξει όλα κάτω και άρχισε να τρέχει.

Αχ, Θεέ μου, πού φτάσαμε! Πού φτάσαμε!

Φτάσαμε στο σημείο να νιώθουμε τύψεις που έχουμε να φάμε, και να μου το θυμηθείς κάποια μέρα όχι πολύ μακρινή θα μας λένε «μην βγάζετε το φαγητό σας σε κοινή θέα, προκαλείτε». Όπως κάποτε θεωρούνταν πρόκληση να δείχνεις ότι έχεις δικό σου κινητό τηλέφωνο. Τώρα θα γίνεται το ίδιο με το σάντουιτς! Πολύ λυπηρή κατάσταση, πραγματικά.

Αχ Αθήνα μου όμορφη…

Τρίτη, Απριλίου 02, 2013

Ο Ευδαιμονισμένος


Ήμουν στην Αθήνα το σαββατοκύριακο, πήγα για τους Δαίμονες. Το ξέρω, κι εγώ τύψεις ένιωθα που μέσα στον κακό χαμό ανηφόρησα για τριήμερο διακοπών, αλλά ξέρεις, οι Δαίμονες για μένα ήταν ένα όνειρο ζωής και δεν επρόκειτο να το χάσω που να ερχόταν ο κόσμος ανάποδα. Που εδώ που τα λέμε, ήρθε. Φοβόμουν ότι κάποιος κατσικοπόδαρος θα γρουσουζέψει το ταξίδι και στο τέλος θα έμενα επί ξύλου κρεμάμενος. Φοβόμουν μήπως κλείσουν οι κυπριακές αερογραμμές, φοβόμουν μήπως αρρωστήσει κανείς και ακυρωθεί η παράσταση, με σοκ και δέος προσέγγιζα το Παλλάς την περασμένη Παρασκευή και Σάββατο (ναι, πήγα δυο φορές για να το ευχαριστηθώ). Μέχρι να αρχίσει η παράσταση είχα ακόμα έναν υποβόσκοντα φόβο ότι κάτι θα γίνει, θα μας βγάλουν άρον, άρον έξω από το θέατρο και θα πεθάνω με τον καημό.

Δεν έχω πολλά να σου πω, γιατί είμαι σίγουρος ότι θα πας να δεις την παράσταση, αν δεν πήγες ήδη. Το μόνο που έχω να τονίσω είναι ότι η Βίσση με το ανέβασμα των Δαιμόνων μου έκανε τεράστιο δώρο. Ξετύλιξε μπροστά μου πάλι τα παιδικά μου χρόνια και μου ζωντάνεψε το σπίτι της γιαγιάς μου όπου μαζευόμασταν όλα τα ξαδέλφια και αναπαριστούσαμε τους Δαίμονες. Αυτοί είναι για μένα οι Δαίμονες: Η μυρωδιά της σάλας της γιαγιάς, η δανεική κάμερα του θείου μου με την οποία μαγνητοσκοπούσα το «έπος», οι τσακωμοί ανάμεσά μας για τη διανομή, η πλάκα στη μικρότερη ξαδέλφη που επίτηδες έκανε τον ρόλο της μάγισσας για να μπορούμε να τη δέρνουμε με την ησυχία μας και να βγάλουμε το άχτι μας. Δες εδώ μερικά screenshots από τότε:


Ο ξάδελφός μου σε ρόλο γελωτοποιού, ενώ πίσω η ξαδέλφη και αδελφή μου σε ρόλους βασίλισσας Ροζάννας και γκουβερνάντας αντίστοιχα. Ντυμένες με νυχτικά της γιαγιάς και πετσέτες του μπάνιου για μανδύες.


"Θάνατος στη Μαύρη μάγισσα". Αδελφή και ξαδέλφη εκτελούν χρέη όχλου (έπαιζαν και διπλό ρόλο τρομάρα τους), ενόσω ο ξάδελφος ως ιερός εξεταστής έδερνε με το σκουπόξυλο την μικρότερη ξαδέλφη, που υποδυόταν τη μάγισσα. Ήταν δεμένη πάνω στη σκάλα που είχε η γιαγιά μου στην αυλή της και ήταν βαμμένη με φούμο γιατί φυσικά εμείς ερμηνεύαμε το "μαύρη μάγισσα" κυριολεκτικά, δεν είχαμε ιδέα περί  βουντού και μαύρης μαγείας ως παιδάκια.


Κι εδώ, η σκηνή λίγο πριν η βασίλισσα δώσει το ΟΚ για να καεί η μάγισσα στην πυρά. Εννοείται ότι τελείωσε εδώ το έργο, εφόσον δεν μπορούσαμε να κάψουμε στ' αλήθεια την ξαδέλφη μου. Αντιλαμβάνεσαι ότι όλοι αυτοί που βλέπεις εδώ είναι τώρα 30αρηδες γι αυτό και έσβησα τα πρόσωπά τους, για να γλιτώσω από τα νύχια και τα δόντια τους. 

Αυτά μου ζωντάνεψε ο Βίσσαρος, εξ ου και το ότι από τραγούδι σε τραγούδι μετά δυσκολίας συγκρατιόμουν να μην δείξω ότι συγκινούμαι.

Κατά τα άλλα, τα λόγια μικρά για να πούνε τι νιώθω. Η παράσταση είναι κατά παρασάγγας αναβαθμισμένη από αυτήν του 1991 και παρόλο που στην αρχή με ξένισε το γεγονός ότι μπορεί να δω μια μεταμοντέρνα έκδοση του έργου και να χαλαστώ, εν τέλει συμφωνώ ότι σήμερα οι Δαίμονες αποδίδονται με την αίγλη και το κάλλος που τους αξίζει. Η Παπούλια κλέβει εύκολα την παράσταση, ο Πετράκης αποδεικνύεται ανώτερος των προσδοκιών μου (δεν τον χώνευα καθόλου πριν), ενώ η Βίσση είναι η Βίσση ό, τι κι αν κάνει, ό, τι κι αν τραγουδήσει. Για μένα έχει περάσει πλέον στο απυρόβλητο, είναι μύθος. Τι κι αν κάποιες κορώνες δεν βγαίνουν πλέον, αντισταθμίζει και με το παραπάνω που υπάρχουν κάποιες συγκλονιστικές ερμηνείες στο «Κλείνω τα μάτια», το «Φοβάμαι» και τους «Δαίμονες» που δεν σε παίρνει να γκρινιάξεις για ο,τιδήποτε, παρά μόνο να την παραδεχτείς. Θεωρώ ότι υπερβαίνει και πάλι εαυτόν.

Πιο ειδικά:

Ολόκληρη η σκηνή του Μεσαίωνα χτυπά τα ρέστα της, είναι μακράν η αγαπημένη μου, ανέκαθεν ήταν. Ο θίασος στα «στάχτη» και «κάφτε την» δίνει ρεσιτάλ.

Ο διάβολος, δυστυχώς, έχασε το τρομαχτικό παρουσιαστικό που είχε το 1991 και τον έκαναν πιο… καλλιτεχνικό, αλλά ίσως να έγινε για να αποφευχθεί η γραφικότητα του ρόλου. Είναι πιο έκφυλος και πρόστυχος, αλλά έχασε εκείνο το δέος που μου προκαλούσε όταν ήμουν 11 χρονών. Ίσως εγώ απλά να μεγάλωσα και να μην μπορώ να εντυπωσιαστώ τόσο εύκολα, τι να πω...

Μετά δυσκολίας συγκρατιέσαι να μην σταθείς όρθιος και να χειροκροτείς μετά μανίας στα «Ουράνια Τόξα» και στο «Τραγούδι της Φιλίας». Η μουσική του Καρβέλα στα εν λόγω κομμάτια είναι σκέτος οργασμός. Μια κοπέλα με σγουρό ξανθό μαλλί που κάνει σόλο σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Από την άλλη, ο Λούης Γεωργίου στο «Θα Κάνουμε Μπαμ» παραπέμπει σε παιδική διαφήμιση της Fanta, για να μην πω στο Disney Channel, και θέλεις απλά να βγεις στη σκηνή να τον χαστουκίσεις λέγοντας του ένα σκέτο «ξέρεις εσύ». Επίσης, η χορογραφία στο συγκεκριμένο τραγούδι μου θύμισε εμφάνιση στο Fever με Γαρμπή και One την ώρα του «Λάμπω», αλλά ίσως είμαι λίγο πιο αυστηρός απ’ ό, τι πρέπει.

Τα εφέ είναι μπόλικα και δόξα τω θεώ, γεμίζει το μάτι σου. Βροχές θες; Φωτιές θες; Εκρήξεις θες; Πτήσεις θες; Απ’ όλα έχει το πανέρι, δεν θα κλάψεις τα λεφτά σου. Είναι μια παράσταση τόσο άρτια που χαραμίζεται που ανεβαίνει μόνο στην Αθήνα. Είδα σχεδόν όλες τις μουσικές παραστάσεις στο Λονδίνο όταν σπούδαζα εκεί πριν 7 χρόνια και ομολογώ ότι οι Δαίμονες ξεπερνούν άνετα πολλές.

Το πρώτο βράδυ που είδα την παράσταση ήταν και ο Καρβέλας μου εκεί. Καθόταν στη πρώτη θέση και μπαινοέβγαινε στα παρασκήνια κατά τη διάρκεια της παράστασης διορθώνοντας πράγματα. Στο τέλος της παράστασης αντί για υπόκλιση έτρεξε σαν μωρό παιδί που ντρέπεται να κρυφτεί κάνοντας εμφανές πως δεν ήθελε πάρε δώσε με κανέναν.

Περιττό να σου πω ότι το θέατρο ήταν γεμάτο Κύπριους και τις δύο μέρες.

Δεν συνάντησα την Άννα γιατί μου είπαν ότι φεύγει αμέσως μετά την παράσταση και δεν δέχεται κόσμο, αλλά την πέτυχα τυχαία στο αεροδρόμιο κατά την επιστροφή μου και τα είπαμε λίγο. Με θυμάται ακόμα, εντυπωσιάζομαι που με αναγνωρίζει κάθε φορά. Ήρθε αμάν, αμάν για το Cyprus Aid, πρέπει να την είδες. Σωστή λεβέντισσα! Την καμάρωσα όσο τίποτε αυτό το σαββατοκύριακο και χάρηκα γιατί μου αναζωπυρώνει συνεχώς το πάθος μου για εκείνη και μου επιβεβαιώνει πόσο αξίζει κάθε λεπτό αφοσίωσής μου προς το πρόσωπό της. Όπως της είπα και από κοντά στο αεροδρόμιο:

«Μεγαλειοτάτη μου σε χαιρετώ, τον όρκο που ‘δωσα στο στέμμα σου κρατώ!»