Αυτό είναι το ολοκαίνουριο διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μα, δεν είναι μία γλύκα;
Σκέψεις και συναισθήματα:
-Όπως βλέπετε, το πλάι αυτού του κομψοτεχνήματος κοσμείται από ένα σμήνος περιστεριών. Το «πουλλίν επέτασεν», που λέμε… Ε, αυτό!
-Υποψιάζομαι, όμως, τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό το τόσο χάλια εικαστικό: Σου λέει, πότε χρησιμοποιούμε το διαβατήριο; Όταν πετάμε! (Είμαστε νησί, η βασική μας έξοδος από εδώ πραγματοποιείται με αεροπλάνο), άρα ο όρος «το πουλλίν επέτασεν» έχει και κυριολεκτική σημασία! Κάποια πουλιά, όπως βλέπετε, είναι αναποδογυρισμένα. Προειδοποίηση ότι το ταξίδι που θα κάνεις με τις κυπριακές αερογραμμές μπορεί να σου βγει ανάποδο, ξινό.
-Δεν γνωρίζω επίσης, κατά πόσων τα πτηνά αυτά είναι όντως περιστέρια, ή αφηνιασμένα αμπελοπούλια που τρέπονται εις άτακτον φυγή κατόπιν πυροβολισμού. Άβυσσος η ψυχή του καλλιτέχνη, γιατί περί καλλιτέχνη πρόκειται.
-Εγώ πάντως, είμαι σίγουρος, κόβω το κεφάλι μου, ότι κάποιος μυστικός κώδικας κρύβεται πίσω από τη διάταξη των πουλιών. Ένας καινούριος κώδικας Ντα Βίντσι, ένα πράμα. Γιατί το πρώτο πουλί είναι γυρισμένο προς τα δεξιά, το δεύτερο προς τα αριστερά, το τρίτο προς τα κάτω και ούτω καθεξής; Τι θέλει να μας πει το μοτίβο; Γιατί σχηματίζεται μία πυραμίδα; Ποιοι μασόνοι κρύβονται πίσω από τον σχεδιασμό του; Μην είναι η λέσχη των Lions; Μην είναι οι Rotaract; Μην είναι ακροδεξιά στοιχεία ή κάποιοι νέο-ρατσιστές; Να ένα νέο μυστήριο για τον Ρόμπερτ Λάγκτον!
-Αν ανοίξεις το διαβατήριο θα δεις ότι κάθε ξεχωριστή σελίδα κοσμείται από ανάλογου απείρου κάλλους κυπριακά σύμβολα. Στην πρώτη σελίδα το αγαλματάκι της Αφροδίτης, στη δεύτερη μία κεφαλή αγρινού, στην τρίτη ένα πουλάκι, στην τέταρτη το Κερύνεια ΙΙ.
-Θαύμα ιδέσθαι! Ένα χάρμα οφθαλμών, ένας ύμνος στην αισθητική!
Γιατί μπορεί πριν 30 χρόνια να γεννήθηκα, αλλά τέτοια μέρα πριν ένα χρόνο πέθανα από ανεύρυσμα. Ξαναγεννήθηκα λίγες ώρες μετά, βέβαια, κατόπιν εγχείρησης ανοιχτής καρδιάς. Αλλά αυτό δεν παύει να καθιστά την 21η Δεκεμβρίου διπλή επέτειο. Δεν ξέρω ποια από τις δυο ημερομηνίες είναι η πιο σημαντική.
Δεν πρόκειται να ξεχάσω τον πόνο που ένιωσα πέρσι τέτοια μέρα. Θυμάσαι τον μαύρο καπνό από το Lost που τύλιγε τους ήρωες και τους χτυπούσε με δύναμη πάνω στα δέντρα; Ε, μια τέτοια δύναμη με έριξε στο πάτωμα και μένα. Νόμισα ότι επρόκειτο για μαύρη μαγεία στην αρχή. Νόμιζα ότι θα μου φανερωθεί ο διάολος ανά πάσα στιγμή. Ήταν υπερφυσικός ο πόνος στο στήθος.
Μέσα σε μία ώρα από την ώρα του πόνου βρέθηκα πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Δεν θα ξεχάσω που είχα από πάνω μου όλο το σόι και όλους τους οικογενειακούς φίλους να με κοιτάζουν με ένα απερίγραπτο ύφος που μου υποδήλωνε ότι είναι μετρημένες οι ώρες μου. Δεν θα ξεχάσω που τους ρώτησα: «θα πεθάνω έτσι; Γι αυτό ήρθατε όλοι άρον, άρον εδώ στη μία το πρωί.» Δεν μου απάντησε κανένας! Ούτε καν οι γονείς μου. Και έμεινα άναυδος που κανένας δεν σκέφτηκε να πει έστω ένα ψεύτικο «δεν θα πεθάνεις!» Ως παρηγοριά στον μελλοθάνατο. Αν μπορούσα τώρα να ξαναζήσω αυτή τη στιγμή, δεν θέλεις να ξέρεις τι θα έλεγε το στόμα μου! Ψυχολογία απέναντι στον υποψήφιο πεθαμένο, μηδέν!
Χαίρομαι που επιβίωσα, τι να πω κι εγώ. Αν και, μέσα στο 2010 οι φορές που είπα «καλύτερα να πέθαινα να μην σας βλέπω» ήταν περισσότερες από εκείνες που είπα «τι ωραία η ζωή!»
Τις πρώτες μέρες που βγήκα από την κλινική είχα πει ότι θα αλλάξω φιλοσοφία ζωής, ότι θα είμαι πιο θετικός, πιο ήρεμος, πιο συγκαταβατικός, αλλά τίποτα. Μαλακίες. Είμαι ακόμα πιο ερειστικός και πιο νευρικός από πριν. Και αυτό γιατί όλοι έχουν απαίτηση από τον ασθενή να είναι ήρεμος και πράος, αλλά ουδείς προσπαθεί να χαλιναγωγήσει τη δική του μαλακία προκειμένου να μην με τσαντίσει. Δυο μέτρα και δυο σταθμά! Εγώ να υποχωρώ για το καλό μου, εσύ όμως, το ίδιο μαλάκας, για το κακό μου.
Και επειδή ενός κακού μύρια έπονται, είδες τι ακολούθησε φέτος... Τους τελευταίους 12 μήνες έθαψα τον πατέρα ενός από τους καλύτερους μου φίλους, ύστερα έθαψα τη γιαγιά μου, και δυο μήνες μετά, τον πατέρα μου. Η χρονιά του Χάρου! Και τώρα, λίγο πριν την εκπνοή του χρόνου οι πραγματικοί μύριοι είναι εδώ, και κακό ψόφο δεν έχουν! Δίνω μάχες κάθε μέρα!
Μέσα από όλα αυτά τα κακά, πάντως, βγήκε ένα καλό. Επιβεβαίωσα ότι έχει κόσμο που με αγαπά και είναι πολύς. Με απεχθάνονται πολλοί, και το ξέρω, αλλά ευτυχώς με αγαπούν και πολλοί. Τόσο κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής μου, όσο και κατά τη διάρκεια του πένθους, η παρουσία φίλων τριγύρω ήταν συγκινητική. Γι αυτό και τους αφιερώνω το πιο κάτω βίντεο που φτιάξαμε όλοι μαζί, με την ευχή την επόμενη φορά που θα με δουν να με αγκαλιάσουν σφιχτά γιατί, πρώτον, το έχω ανάγκη και επειδή δεύτερον, σ’ αυτή τη ζωή μόνο αυτοί (μου) έμειναν…
Φίλε, δεν θα ξεχάσω την ώρα που συνήλθα και έριξα το κλάμα της αρκούδας όταν μου είπαν ότι η Κική και η Μαριλένα ήταν έξω και έκλαιγαν για μένα. Όταν είδα τον Χάρη να με κοιτάζει μες την εντατική με ένα θλιμμένο ύφος που για μένα ήταν η απόλυτη επισφράγιση της φιλίας μας. Δεν θα ξεχάσω τον Άνθο που ερχόταν «σκαστός» σε ώρες εκτός επισκεπτηρίου, να με δει γιατί «δεν το πίστευε ότι υπήρχε περίπτωση να μην με ξανακούσει να γελώ σαν καρακάξα!» και άλλα πολλά. Τα γράφω τώρα και σκουπίζω τα ζουμιά σαν μαλάκας, που τα θυμάμαι.
Δεν λέω άλλα, γιατί θα γίνω κι άλλο μελό και θα μας κράξει και το τελευταίο τσόκαρο του μπλόγγερ.
Κάπου εκεί στα τριάντα και βάλε, λοιπόν, και ο Θεός να βάλει το χέρι του. Όχι εκεί που το βάζει συνήθως. Ας το βάλει κάπου πιο πρακτικά, μπας και δούμε άσπρη μέρα!
Αχ, φίλε!
Η ζωή δυσκολεύει τρομερά, μέρα με τη μέρα!
ΥΓ: Δεν χωρέσατε όλοι μέσα στο βίντεο. Όσοι δεν είδατε τον εαυτό σας, ελπίζω να με συγχωρέσετε. Είστε καμιά δεκαριά. Σας αγαπώ όλους εξίσου.
Ξέρω ότι σου πρήζω τα χαμηλά όταν γράφω για τη Βίσση, αλλά δεν είδες τίποτα ακόμη!
Σε τρία περίπτερα έπρεπε να πάω σήμερα το πρωί για να βρω τη RealNewsπου είχε προσφορά τον νέο δίσκο της Άννας μου. Πού καταντήσαμε, να αγοράζουμε τους δίσκους με τις εφημερίδες. Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Τσακώθηκα με τους περιπτεράδες που ξεπούλησαν από το χάραμα – «απ’ τις εννιά το πρωί μου τελείωσαν!» - και με ταλαιπώρησαν, αλλά στο τέλος βρήκα κάποιον που του είχαν ξεμείνει τρία φύλλα και τα αγόρασα και τα τρία! Ένα για μένα, ένα για να το κάνω δώρο κι ένα για στοκ! Είχαμε λοιπόν, αίσιο τέλος!
Άκουσα τον δίσκο τρεις φορές. Και αποφαίνομαι τα εξής:
Η αίσθηση που μου άφησε, είναι αυτή της απέραντης αγάπης. Μόνο δυο άνθρωποι που αγαπιούνται τόσο πολύ μπορούν να βγάλουν αυτό τον δίσκο. Η ακρόαση των τραγουδιών ήταν σαν ένα φθινοπωρινό απόγευμα στο σπίτι τους, με τον Καρβέλα να παίζει στο πιάνο απλές μελωδίες και η Άννα να του τις τραγουδά άβαφη, κάζουαλ, λίγο πριν αποκοιμηθούν στον καναπέ αγκαλιά. Γενικότερα όλος ο δίσκος μου άφησε ένα απόσταγμα αγάπης στα χείλη, αχνιστό και μυρωδάτο σαν ιταλικός καπουτσίνο.
Με λίγα λόγια, είναι ό, τι καλύτερο έβγαλε τα τελευταία 10 χρόνια, μετά την ‘κραυγή.’ Πολύ καλύτερος δίσκος από το ‘nylon’ και πιο ειλικρινής από το pretentious‘απαγορευμένο.’ Τις ‘Εικόνες’ δεν τις υπολογίζω γιατί τις βρήκα σαν μια απελπισμένη απόπειρα να επαναληφθεί ο τυφώνας της ‘Κραυγής’ και δεν πέτυχαν απόλυτα τον στόχο τους, παρόλο που περιείχαν τα επικά: ‘Τρένο’, ‘Είσαι’, ‘Ψυχεδέλεια’ και ‘Μην ψάχνεις την αγάπη’.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε:
Αγάπη είναι εσύ – Το χλεύασες, το ειρωνεύτηκες, τώρα το χώνεψες, το τραγουδάς και το αποθεώνεις. Όπως προβλέπεται. Μετρά ήδη 83 airplaysστο itunesμου και ανεβαίνει. Και να φανταστείς ότι δεν είναι το αγαπημένο μου από τα danceτης. Το βίντεο κλιπ παρόλο που μου θύμισε στην αρχή το ‘αγάπη υπερβολική’ είναι πολύ προσεγμένο, στάζει Μαντόνα από το χιλιόμετρο και είναι μια όαση ανάμεσα στα μονοκάμερα του Καπετανίδη που παίζει καθημερινά το Mad.
Για όλα φταίει ο Θεός – Μ’ αρέσει όταν ο Καρβέλας τα βάζει με τον Θεό. Δεν είναι το αγαπημένο μου από τον δίσκο, αλλά το ακούω πολύ ευχάριστα.
Δεν θα υπάρξει άλλο – Ένα πολύ sonowτραγούδι, με τέλειο ρεφραίν. Ανήκει στα πεντάστερά της.
Βαμπίρ – Το γνωστό από το άλμπουμ του Καρβέλα σε remake. Εγώ ήθελα να πει το ‘άρρωστα,’ αλλά οκ. Δεν θεωρώ ότι χρειαζόταν η επανάληψη. Μας έδωσαν που μας έδωσαν μόνο 10 τραγούδια, ας ήταν και τα 10 καινούρια.
Όαση – Τι ωραίο! Τι ωραίο! Στην αρχή δεν μ’ άρεσε, στο δεύτερο άκουσμα έφτιαξα υπέροχες εικόνες στο μυαλό μου με τον στίχο και την ατμόσφαιρα που σου δημιουργεί. Πιο έντεχνο και πιο ψαγμένο τσιφτετέλι δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Κάτι τέτοια λέει και την αθωώνω που κάποτε είπε το ‘τάσεις αυτοκτονίας.’ Θέλω βίντεο κλιπ για το ‘Όαση’ και γρήγορα!
Ομπρέλα – Από τα αγαπημένα μου. Τραγούδι στο στιλ των Onirama. Λατρεύω το ρεφραίν και τον στίχο: «Εσύ κρατάς ομπρέλα κι εγώ σου βρέχω έρωτες!» Βρεττανική ποπ στα καλύτερά της.
Σαν το ντο και το σι – Η τραγουδάρα του δίσκου. Και από πλευράς στίχων και από πλευράς συμβολισμού. Αν το έλεγε και ντουέτο με τον Καρβέλα θα επρόκειτο περί ιστορικής στιγμής στην πορεία τους. Το αγαπώ και το αφιερώνω ήδη εκεί που πρέπει!
Στα κρυφά – Όλοι λένε τα καλύτερα, εγώ δεν ξετρελάθηκα, για να πω την αλήθεια δεν το πρόσεξα ιδιαίτερα. Επιφυλάσσομαι όμως, καθώς εγώ την πρώτη φορά που άκουσα το ‘αγάπη υπερβολική’ είπα: «Τι μέτριο τραγούδι είναι αυτό;» Ναι, τόσα ήξερα, τόσα έλεγα…
Έτσι μόνο αξίζει – Πολύ ωραίο τραγούδι έτσι κι αλλιώς, ενώ όταν το δεις χορογραφημένο και στο Αρένα, ανεβαίνει ακόμη περισσότερο στο τσαρτ σου. Η θρησκευτική ενορχήστρωση πολύ ψαγμένη, καμία σχέση με την ερασιτεχνική που είχε βάλει τότε ο Καρβέλας στην ‘κινούμενη άμμο’.
Προτεραιότητα – Το 50ς χασάπικο, μία πιο σοφιστικέ εκδοχή του ‘κανένας’, κλείνει το άλμπουμ. Και αμέσως πατάμε το repeat. Ου ου, ουυυ ουυυυ... Ου ου ουυυυυ ουυυυυ... Μόνο ο Καρβέλας θα έσμιγε τόσο αρμονικά το χασάπικο με τα μπλουζ.
Η Βίσση και ο Καρβέλας δεν έβγαλαν δίσκο, μου χάρισαν μία προσωπική τους στιγμή. Και για άλλη μια φορά, τους είμαι τα μάλα υποχρεωμένος.
Προ ολίγου έλαβα ένα σχόλιο από κάποιον κύριο Ανδρέα Κοιλανιώτη. Το δημοσίευσα στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά το παραθέτω αυτούσιο και πιο κάτω, καθότι χρήζει κοινωνιολογικής μελέτης και ευρύτερου ιστολογιακού σχολιασμού. Ας αρχίσουν οι χοροί (ο σχολιασμός στις παρενθέσεις είναι δικός μου):
«Καλά ρε, τωρά ποιον προσπαθήσεις να πείσεις ότι η συμπεριφορά σου εν οκ;(Από πότε σας αφορά η συμπεριφορά μου; Τι μου είστε; Κηδεμόνας ή τηλεκριτικός;)Εμάς για τον εαυτό σου;
Οι ανθρώποι που έχουν τον κόσμο τζιαι την γνώμη του γραμμένο στα αρχίδια τους, έχουν τον πραγματικά. Κάμνουν το. Εν ασχολούνται(Αυτό είναι δική σας άποψη, δεν είδα πουθενά κώδικες συμπεριφοράς για ανθρώπους που γράφουν άλλους στα ούμπαλά τους).Εν το παουρίζουν κάθε τρεις φράσεις ότι "έχουν γραμμένο τον κόσμο τζιαι την γνώμη του"(Είστε ανακριβής και αθκειασερός. Δεν το βροντοφώναξα. Το έγραψα. Και μόνο δυο φορές. Όχι τρεις όπως λέτε.).
Αν γυρεύκεις συμπαίκτες για την ανώριμη συμπεριφορά σου, εκατάφερες τα. Ήβρες καμπόσους "προοδευτικούς" να σου πισκαλιούν δαμέσα για να μεν νιώθετε "χωρκάτες"(δεν ψάχνω συμπαίκτες και ο όρος «προοδευτικός» να λέιπει παρακαλώ γιατί παραπέμπει. Και που σας απαντώ καμιά φορά στα commentsπολύ σας πέφτει. Μεγάλη ιδέα έχετε για τον εαυτό σας κύριέ μου).
Αν πιστεύκεις ότι εν λογική συμπεριφορά να παέννεις (‘πηγαίνεις’ όχι ‘παέννεις’ δεν είμαστε στην ‘Αίγια Φούξια’ σενιόρ)στα μπουζούκία τζιαι στα σκυλλάδικα(Μουρατίδη μου εσύ!),ούτε ένα μήνα μετά που έχασες τον πατέρα σου, τον άνθρωπο που πρέπει να εβασανίστην για να σε αναγιώσει, αν νομίζεις ότι έτσι τιμάς την μνήμη του, τότε πάω πάσο(Γούστο μου, καπέλο μου και καουμποϊλίκι μου να τιμώ την μνήμη του όπως γουστάρω, «έννεν που το τσιουλλάππιν σου» για να μιλήσω τη γλώσσα σας!).Εν είσαι καλά ρε, πήενναι να σε δεί ένας γιατρό(σας ξέφυγε ένα σίγμα τελικό).Αν εκατάλαβες ότι μιλώ για εκκλησίες, παπάδες τζιαι Θεούς, μεν το αρκίσεις το ραντεβού(‘αργήσεις’ με ήττα).
Ξέρω ότι τάχα θα μου γράψεις μιαν πέλλη, cool, προχωρημένη απάντηση.(βουλωμένο γράμμα διαβάζετε!)Τάχα τζιαι καλά δικηγόρος, ανώτερο πνεύμα τζιαι θα με αποστομώσεις(Τελικά, έχετε όλοι σε μεγάλη εκτίμηση τους δικηγόρους. Πού θα πάει δεν θα χρειαστείτε κάποτε έναν; Μπουάχαχα).Όμως όσα πανεπιστήμια τζιαι πτυχία τζιαι αν ετέλειωσες το μόνο που εκατάφερες να μάθεις εν ότι την μνήμη του πατέρα σου τιμάς την με το να παίζεις τραούθκια στο ipod....(Ενώ εσείς μαστιγώνεστε άμα χάσετε κάποιον δικό σας, να εξιλεωθείτε. Και πάλι, αναρωτιέμαι. Από πού κι ως που εκφέρετε άποψη; Υπό ποίαν ιδιότητα εκφέρετε γνώμη για τα προσωπικά μου;)»
Δεν παλεύεται αυτός ο λαός! Δεν παλεύεται!
Λυπάμαι που έπρεπε να κάνουμε όλο αυτό το θέατρο κύριε Κοιλανιώτη μου, αλλά τα ‘θελε και σας ο Καλατράβας σας. Θα μπορούσα απλώς να σας γράψω ένα ωραιότατο «ασσιχτίρ» και να τελειώνουμε, αλλά μου δώσατε πάσα για μία ωραιότατη ανάρτηση η οποία ακολουθεί αυτή τη στιγμή. Με το θέμα σας τελειώσαμε, καλές γιορτές και παρακαλώ φεύγοντας να κλείνετε και την πόρτα. Α, και που ‘στε. Το μνημόσυνο την Κυριακή ισχύει, περάστε να κεραστείτε.
Που λέτε,
Κάποτε πήγα να δω ένα θέατρο στα πλαίσια ενός πανηγυριού. Το φιλοθεάμον κοινό αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από τους κατοίκους ενός χωριού. Καθόμουν πίσω από μίαν οικογένεια, η οποία έκρινε σκόπιμο να ανοίξει διαλογική συζήτηση με τους ηθοποιούς καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Έλεγε, παραδείγματος χάρη, ο πρωταγωνιστής στη σύζυγό του: «Εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα» και από κάτω, οι θεατές απαντούσαν δυνατά: «Αργά το θυμήθηκες!» Ύστερα, έλεγε ο πρωταγωνιστής: «Δεν το πιστεύω ότι με απατάς με τον καλύτερό μου φίλο» και το συμπάσχον κοινό απαντούσε: «Ας πρόσεχες καημένε μου!»
Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν φωναχτές, αληθινές και έμεινα έκθαμβος με την ταύτιση που έπαθαν με τους ρόλους, φαινόμενο που συναντάς κυρίως σε παιδικές παραστάσεις τύπου «Ο Νικολάκης PowerRanger». Παρόλο που μου έσπασαν τα νεύρα και δεν με άφησαν να απολαύσω το έργο, εντούτοις το βρήκα πολύ γλυκό το καλοκάγαθο και λαϊκό προφίλ τους, που δεν τους επέτρεπε να ξεχωρίσουν το θεατρικό από το πραγματικό.
Αυτή τη στιγμή, αυτό βιώνω κι εγώ – σε μέσες άκρες. Όχι επειδή παίζω θέατρο εδώ. Αλλά επειδή καλούμαι να απολογούμαι στον κάθε άγνωστο για το πώς ζω! Επειδή άνοιξα ένα ρημάδι μπλογκ και γράφω τα προσωπικά μου, υπάρχει κόσμος που θεωρεί ότι μπορεί ή/και νομιμοποιείται να εκφέρει άποψη γι αυτά. ΟΚ, αυτό είναι το τίμημα της δημόσιας έκθεσης. Δεκτόν. Άμα θέλεις να διαφωνήσεις κάντο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι υπόχρεος να σε ακούσω. Δεν σε κάλεσα! Μόνος σου ήρθες! Και από τακτ και μόνο τακτ δεν σε έδιωξα!
Θα με παρηγορούσε πολύ αν μερικοί αναγνώστες είχαν τον ανάλογο δείκτη νοημοσύνης να αντιλαμβάνονται πού τους πέφτει λόγος και πού όχι. Τα θέματα που θίγω εδώ δεν αφορούν πάντα προβλήματα δημοσίου συμφέροντος ή την επικαιρότητα για να «υποχρεούμαι» κατά κάποιο τρόπο να τους δώσω βήμα να εκφράσουν τη γνώμη τους. Δεν σας αφορά το πώς χειρίζομαι τα ερωτικά μου, τα οικογενειακά μου, τα επαγγελματικά μου, αλλά και ούτε είμαι υπόχρεος να σας ακούω να διαφωνείτε με τις πολιτικές, θρησκευτικές ή δεν ξέρω και γω τι άλλο, πεποιθήσεις μου! Το ότι σας επιτρέπω να γίνεστε θεατές της ζωής μου, δεν σημαίνει ότι γίναμε και φίλοι!
Δεν είμαι δημόσιο πρόσωπο για να σας απολογούμαι. Δεν ασκώ πολιτική, ούτε κατέχω καμία εξουσία. Τη γνώμη μου εκφράζω και αυτό τελικά, είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον καιρό των τσιγγάνων που ζω! Αν πάλι θεωρείτε ότι θίγεστε τόσο πολύ απ’ όσα γράφω, στα όρια του λιβέλου, υπάρχει και η δικαστική οδός. Χριστόφιας ανοιχτός και σκυλιά δεμένα!
Τώρα θα μου πεις: «Όταν σου γράφουν κομπλιμέντα, μια χαρά τα δέχεσαι. Να δέχεσαι και τις βρισιές!» Όχι φίλε μου. Δεν πάει έτσι. Είναι σαν να περπατώ στον δρόμο, περνά ένας άγνωστος μου λέει «Καλημέρα!» Τι περιμένεις; Να τον διαολοστείλω; Θα χαμογελάσω και θα ανταπαντήσω ευγενικά. Αλλά αν εκεί που περπατώ αμέριμνος περάσει ένας ανώνυμος και μου πει: «Γαμώ το σπίτι σου» τότε ναι, θα τα πάρω. Κι εσύ το ίδιο θα έκανες. Απλώς δεν έχεις μπλογκ και ξεσπάς με ανώνυμα σχόλια. Tough.
Είναι τόσο απλό, τόσο αυτονόητο, αλλά υπάρχει και κόσμος που δεν μπορεί να το αντιληφθεί. Όπως την οικογένεια στο θέατρο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα και μιλούσε στους ηθοποιούς.
Φιλική συμβουλή: Αφήστε τα μπλογκς, και δείτε καμιά τσόντα. Πάντα βοηθά. Και όχι άλλες αντιπαραθέσεις. Ακόμα Πέμπτη είναι!
Και για να μην κλείσουμε αυτό το όμορφο βράδυ με καβγάδες, σας παραθέτω το νέο βίντεο κλιπ της υπέρτατης Θεάς Βισσάρας (που να πλένετε το στόμα σας με ανθόνερο πριν την συναφέρετε) για να πωρωθούμε όλοι μαζί. Αγάπη είναι, εσύ! Λατρεύω την κορύφωση στο τέλος, όταν θρυμματίζονται τα τζάμια στο αυτοκίνητο!
Προβλέπεται μεγάλος καβγάς με τη μάνα μου αυτή την εβδομάδα. Την Κυριακή είναι το μνημόσυνο του πατέρα μου και δεν θέλω να πάω. Ο πραγματικός λόγος είναι επειδή βαριέμαι να ξυπνήσω Κυριακή ημέρα από τις 8:00 για να ακούσω έναν παπά να ανακαλείται πάνω από έναν τάφο και να χάσω τον κυριακάτικο ύπνο μου. Ο ουσιώδης λόγος είναι επειδή θεωρώ ότι εδώ κι ένα μήνα ο πατέρας μου βρίσκεται συνέχεια μέσα στο μυαλό μου, είτε βλέποντάς τον όνειρο βράδυ παρά βράδυ, είτε μέσω της μουσικής. Οπότε, ποιος ο λόγος να ταλαιπωρούμαστε κυριακάτικα;
Έφτιαξα ένα playlistστον υπολογιστή με τραγούδια που του άρεσαν και τα παίζω πιο συχνά από ποτέ. Του τα τραγουδώ και για κάποιο μαγικό λόγο είμαι σίγουρος ότι με ακούει και χαίρεται. Το «τι θέλεις να κάνω» του Πάριου, τα «Γαλάζια σου Γράμματα» της Γαλάνη, το «Αγάπη που ΄γινες δίκοπο μαχαίρι» του Χατζιδάκι και άλλα τέτοια. Ε, αυτά αρκούν για να τον τιμήσω. Τώρα, να ξυπνήσω απ’ τα χαράματα, μες την κρυάδα για να πάω στο μνημόσυνο δεν εξυπηρετεί κανέναν εκτός από το άκρως χωρκάτικο και κυπριακό επιχείρημα που δεν είναι άλλο από το «τι θα πει ο κόσμος;»
Ξέρεις που έχω γραμμένο τον κόσμο εδώ και χρόνια, ιδιαίτερα τον δικό σας κόσμο που κατά τη γνώμη μου είναι κυρίως υπόκοσμος. Και επιπλέον, από πότε ο κόσμος δικαιούται να έχει άποψη για το πώς εγώ θα τιμήσω τη μνήμη του πατέρα μου; Ασχολούμαι εγώ για το πώς τιμάτε εσείς τα πεθαμένα σας ή τα ζωντανά σας; Στ’ αρχίδια μου κι αν τα τιμάτε, στα παπάρια μου κι αν δεν! Εγώ γιατί να αφορώ τον κόσμο; Ουδέποτε κατάλαβα...
Εδώ μέσα συμβαίνουν άλλα κι άλλα κατά καιρούς και ουδέποτε άκουσα καμία να επικαλείται το «τι θα πει ο κόσμος». Μόνο τώρα σας πήρε ο πόνος, τρομάρα σας! Ναι, ναι, μην λέμε μόνο ό, τι μας συμφέρει. Αν θα ζούμε βάσει του ηθικού κώδικα του μέσου χωρκατοκυπραίου να ζούμε μονίμως έτσι και όχι όποτε μας βολεύει!
Το μνημόσυνο, μάνα μου, δεν είναι ένα ευχέλαιο μία φορά κάθε αγίου λούτσου και καθαρίσαμε. Το μνημόσυνο των ανθρώπων που χάθηκαν γίνεται κάθε μέρα. Κάθε μέρα! Είτε μέσω της Μοσχολιού, του Πάριου και του Χατζιδάκι είτε μέσω του Ολυμπιακού κάθε φορά που σκοράρει και δεν τον έχεις τον άλλον δίπλα σου να του το πεις. Δεν βλέπεις αυτό το μπλογκ; Περί ενός μονίμου μνημοσύνου πρόκειται. Ενός αιώνιου μνημοσύνου που όμως ουδέποτε έμπλεξε με τους παπάδες.
Οι έρωτές μου, ας πούμε. Βρικολάκιασαν. Όχι γιατί δεν πέθαναν. Πέθαναν πριν καν ζήσουν. Αλλά, επί της ουσίας, ουδέποτε τους άφησα να πεθάνουν. Επειδή τους μνημονώ! Δέκα χρόνια τώρα ακούω τις Σακίρες να κάνουν wakawakaκαι η καρδιά μου χορεύει σάμπα. Δεν είναι αυτό μνημόσυνο; Δεκατέσσερα χρόνια τώρα ακούω τις Βίσσες να σπαράζουν με το μπουκάλι ουίσκι ανά χείρας και λιώνω, και τολμάς να μου πεις εμένα ότι αποφεύγω τα μνημόσυνα; Αποφοίτησα από το Λύκειο πριν 12 χρόνια και ανάρτηση παρά ανάρτηση γράφω για το πόσο νοσταλγώ τους συμμαθητές μου. Δεν ξέρω εγώ, από μνημόσυνα; Κάθε νότα είναι και ένα μνημόσυνο! Ο παπάς με το καπνιστήρι του, ή πως στο διάλο λένε εκείνο το εκκρεμές που ξεκαπνίζει όσο το κουνάει, μας μάρανε.
Ο εγκέφαλος και το μνημονικό μας μερίμνησε ώστε να μην ξεχνάμε. Και όχι μόνο μερίμνησε να μην ξεχνάμε, αλλά μερίμνησε ώστε οι καλές στιγμές να αποτυπώνονται πιο βαθιά στον νου μας, ώστε να βασανιζόμαστε περισσότερο απ’ ότι αν θυμόμασταν τις κακές στιγμές και λέγαμε: «Ψόφησε κι ησυχάσαμε!»
Ο εγκέφαλος θυμάται μόνο τα καλά για να πονάμε. Τώρα πάρτε τα όλα από μπροστά μου, δεν θέλω τίποτα να έχω πια δικό μου. Δεν ξέρω τι θα κάνω, πάντως το πιο πιθανόν είναι ότι δεν θα πάω στο μνημόσυνο.
Και χέστηκα για το τι θα πει ο κόσμος!
ΥΓ. Τώρα, όλοι εσείς οι καλοθελητές που μεταφέρετε συχνά στο σόι μου τι γράφω στο μπλογκ και με «αδειάζετε» με κάθε ευκαιρία κανονικότατα, μεταφέρετε της αυτά που έγραψα με τρόπο, γιατί εγώ είμαι «ασθενής ομάδα» και δεν μπορώ τα πολλά, πολλά. Έχω πολλά μέτωπα ανοιχτά αυτό τον καιρό!
Το Σαββατοκύριακο ήμουν στην Ρόδο με τους Δικηγόρους για να παίξουμε εκεί το θέατρό μας. Έζησα στη Ρόδο 48 ώρες, και απ’ αυτές, ζήτημα να κοιμήθηκα τις οχτώ. Επιστρέψαμε απόψε όλοι μας τόσο γεμάτοι και πλήρεις που νιώθουμε πως ήμασταν στο νησί για μια βδομάδα! Τόσο καλά!
Ήταν σαν 5ημερη. Έχω από το Λύκειο να το ζήσω αυτό. Το ότι δηλαδή, ανήκω σε μία ομάδα, μία αποστολή εκτός συνόρων. Αυτό το κέφι που έφτανε συχνά τα όρια του σαχλού και του κλισέ, αυτή η ανεμελιά, με πήγανε 250 χρόνια πίσω. Δεν είχα καλύτερο! Κάναμε τα άπειρα! Μόνο τους νιπτήρες και τους μπιντέδες δεν ξηλώσαμε, όπως κάνουν οι μαθητές…
Και τώρα ό, τι θυμάμαι χαίρομαι:
Δεν είδα και πολλά από τη Ρόδο. Περπάτησα μόνο στην παλιά πόλη εκεί που είναι το κάστρο. Παρόλο που είναι νέκρα στα μέσα του Δεκέμβρη εντούτοις είναι τα πάντα καθαρά και άρτια από αισθητικής πλευράς. Δεν θυμίζουν σε τίποτα την κακογουστιά της Αγίας Νάπας ή της παλιάς Λευκωσίας, την οποία πλέον χρειάζεσαι εμβόλιο για να διαβείς ξένοιαστος. Η Ρόδος που είναι ένα απλό νησί και δεν θα περίμενες να έχει την υποδομή της Λευκωσίας, εκπέμπει ένα μυστικισμό, μία ερωτική ατμόσφαιρα και ένα σεβασμό που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Αν ήταν και ο καιρός με το μέρος μας (τσάκιζε κόκαλα το κρύο), θα μιλούσαμε για τον παράδεισο.
Το θέατρό μας πήγε μια χαρά. Εγώ το απόλαυσα. Ο κόσμος γελούσε, δεν ήθελα να κατέβω απ’ τη σκηνή! Την επόμενη μέρα εκεί που περπατούσα στον δρόμο, μου κόρναρε ένα αυτοκίνητο, ένας τύπος με όλη την οικογένεια στο πίσω κάθισμα κατέβασε το παράθυρο και μου είπε: «Γεια σου ρε Νόρμαν! (ο ρόλος μου). Τα γάμησες όλα ψες!» Έκανα ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. Είμαι ένας σταρ!
Οι Ροδίτες ήταν υπέρ του δέοντος φιλόξενοι, στα όρια της παρεξήγησης. Μας έβγαλαν έξω και τα δυο βράδια και δεν αναφέρομαι μόνο σε δείπνα σε εστιατόρια, τύπου τσακ μπαμ και έξω απ’ την πόρτα, αλλά και σε μπαρότσαρκες που τελείωναν με το πρώτο φως. Μας σκλάβωσαν. Επίσης, επιβεβαίωσα ότι μιλούν σαν εμάς, έχουν προφορά, τονίζουν τα σύμφωνα πολύ. Το πρώτο βράδυ μπήκα σε ένα περίπτερο και νόμιζα ότι ήταν όλοι Κυπραίοι εκεί μέσα. Και σαν τον βλάκα, ρώτησα τον περιπτερά: «Κύπριος είστε;»
Και ερχόμαστε στα πραγματικά highlights!
Την Παρασκευή το βράδυ, αφού δειπνήσαμε όλοι στην ταβέρνα του ‘Αλέξη’ στην παλιά πόλη, πήγαμε σε κάτι ελληνάδικα που θύμιζαν επικίνδυνα τα 90ς. Ελληνάδικα που έπαιζαν στη διαπασών Στέλιο Ρόκκο, Σφακιανάκη, Βαλάντη και στο τσακίρ κέφι Άννα Βίσση, αλλά στο πολύ λαϊκό, ξέρεις, από «Καλύτερα οι δυο μας» και βγάλε! Ξέρεις τι σήμανε αυτό… Σήμανε την έναρξη ενός αναίσχυντου τσιφτετελισμού, που τον κατά απόλαυσα, με την παρέα μου να κατεβάζει τα σφηνάκια αβέρτα, σε σημείο που βγήκαμε επάνω στα τραπέζια και δεν αναγνωρίζαμε εαυτόν! Κι όλα αυτά, από το πρώτο βράδυ, μετά από τρεις ώρες πτήση (πετάξαμε στη Ρόδο μέσω Ηρακλείου – Μην ρωτάς γιατί, μόνο οι Κυπριακές Αερογραμμές σκέφτονται τέτοιες μαλακίες!).
Του έδωσα και κατάλαβε όμως! Ήταν όλα τόσο «παλιακά» με την καλή έννοια, ήταν όλα τόσο fixed, σαν νύχτα πρωτοχρονιάς! Ένα θα σου πω! Χόρεψα το «Χάντρα-χάντρα νύχτες μετράω» Ολοκλήρωση.
Το δεύτερο highlightέχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Παρακαλώ να έρθει το άγημα και να ηχήσουν οι τρομπέτες, έχω να κάνω μια σπουδαία ανακοίνωση. Έτοιμοι;
ΠΗΓΑ ΜΕ ΠΑΡΕΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ!
Ναι, τον Τριαντάφυλλο. Τον γνωστό. Που το 1996 τραγουδούσε «Βλέπω κάτι όνειρα που με τρομάζουν και ξυπνάω,» και που το 1997 τραγουδούσε με τη Θεοδωρίδου: «Μην γυρίζεις ξανά, η πόρτα αυτή θα είναι κλειστή» και που είχε σγουρά μαλλάκια, σαν αδελφή, και τον κοροϊδεύαμε. Και που ήταν γενικώς για κλάματα και τώρα δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του, οπότε εγκατέλειψε την Αθήνα και τις μεγάλες πίστες και «ήρτεν πο’ σσω του» που λέμε και στα χωριά.
ΤΑ ΕΙΔΑ ΟΛΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ!
Τραγουδιστές με λαμέ κοστούμια. Γυναίκες με κομπινεζόν που λίγο μετά αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν πουτάνες, αλλά τραγουδίστριες. Τραγουδίστριες που «πρέπει να πετάξουν τη νύχτα από πάνω τους» που λέει και ο Μουρατίδης. Είδα Λαϊκούς τύπους που χτυπούσαν το μπεγλέρι δυνατά. Είδα τρεις νύφες που ήρθαν να γλεντήσουν το πρώτο βράδυ τους εκεί. Η μία μάλιστα χόρευε στην πίστα κρατώντας την ουρά του νυφικού της παραμάσχαλα (δες βίντεο πιο κάτω). Είδα γενικώς τον Χριστό φαντάρο, αλλά ήταν τέλεια! Τόσο τέλεια που κατέβαζα τις βότκες σαν το νερό, ήμουν και νηστικός, ε, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος!
Ο Τριαντάφυλλος πάντως, ήταν ένα αίσχος και μισό. Αίσχος ήταν ανέκαθεν. Το Σάββατο, όμως, ήταν αίσχος με την κακή έννοια. Βγήκε στις 2:00, είπε πέντε τραγούδια αλλονών, που δεν τα ήξερα, δεν είπε κανένα δικό του σουξεδάκι να κάνουμε χάζι με το καλτ προφίλ του και εξαφανίστηκε. Μείναμε μέχρι τις 4:00 προσευχόμενοι να ακούσουμε έστω ένα ρεφραινάκι από το «Έλα όμως που δεν περνάει, αυτή η αγάπη με νικάει» ή τέλος πάντων ένα ρεφραίν από το «Σε δυο λεπτά και μόνο, χάνω τον κόσμο όλοοοοο, σου παραδοθηκαααα» αλλά τζίφος!
Ποιος νομίζεις ότι είσαι μαλάκα Τριαντάφυλλε, που μου βγήκες τραγούδησες πέντε σουξέ και νομίζεις πως καθάρισες; Η Βίσση στο Αρένα τραγουδά 3 ώρες non-stopκαι έχει και μία άλφα ηλικία και ήρθες εσύ τώρα να μου το παίξεις ακριβοθώρητος; Δεν μας χέζεις! Τα €25 που δώσαμε και πολλά σου είναι!
Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό, εγώ έχω να πω ότι εκεί μέσα πήρα «μαθήματα ζωής» και την καταβρήκα. Δες και φρίξε ευχάριστα (Ο Τριαντάφυλλος είναι αυτός που τραγουδά στο τέλος το «καλοκαίρι μου» του Χατζηγιάννη):
Τέλος, να σου πω ότι από το Καζίνο μόνο απ’ έξω πέρασα και ευτυχώς.
Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω δημοσίως τον Γαβριήλ, τον γνωστό μπλόγγερ που ήταν εξαιρετικά βοηθητικός στα διαδικαστικά της παράστασης, αλλά και τρομερά φιλόξενος και φιλικός. Για χάρη μας υπέμενε κοτζάμ Τριαντάφυλλο και γι αυτό χρήζει μεγάλου ανδριάντα. Ευχαριστούμε εκ βαθέων, φίλε!
Τι να σας πω. Πέρασα τέλεια!
Ο Δικηγορικός Σύλλογος, τώρα μας έταξε τουρνέ στην Θεσσαλονίκη. Κρατώ μικρό καλάθι. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις…
Δεν ξέρω γιατί δεν έγινε ακόμα talkofthetownη hilarious σκηνή από την «Ελένη την Πόρνη» στην οποία η Ελένη κόβει τα αρχίδια του πατέρα της, που την επισκέπτεται ως πελάτης! Όλες τις μαλακίες τις συζητάμε σ’ αυτή τη χώρα, αυτό απορώ πως μας ξέφυγε. Γιατί δεν βγήκαν ακόμα όλες αυτές οι κυράτσες που τρέπονται και τέρπονται –σα δεν ντρέπονται- με τέτοιου είδους σειρές να ξεσαλώσουν για το πρώτο κυπριακό splatterστην ιστορία της εγχώριας δραματουργίας; Γιατί;!
Βρες το επεισόδιο και δες το. Είναι ξεκαρδιστικό! Δεν είναι αηδία, ούτε σόκιν. Είναι αστείο! Τόσο ερασιτεχνικό σενάριο και γέριμη ερμηνεία είχα να δω από κάτι χριστουγεννιάτικα σκετσάκια που ανεβάζαμε στη γιορτή της Στ’ Δημοτικού!
Το στόρι:
Ο πατέρας της Ελένης πάει να γαμήσει γιατί μαζεύτηκαν πολλά «χοντρά». Ψάχνει την Ελένη στην πλατεία Ηρώων και μετά από 2-3 αποτυχημένες προσπάθειες την εντοπίζει. Αυτή τον αναγνωρίζει και ετοιμάζει την εκδίκησή της. Τον οδηγεί στο δωμάτιό της και του ρίχνει κάτι ψαρωτικές ατάκες περί Χριστού και Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες είναι ν’ απορείς σε ποιο μπουρδέλο τις διδάχτηκε. Η τραγωδία προχωρά ακάθεκτη προς την αναγνώριση. Η Ελένη ρωτά τον Παφίτη πατέρα της τι «χόμπι» έχει και αυτός δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει χόμπι. Η Ελένη που έγλειψε πούτσες και πούτσες του εξηγεί. Αυτός βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που ήρθε να ρίξει έναν πήδουλο και αντ’ αυτού νιώθει πως είναι στο «Ποιος θέλει να γίνει Εκατομμυριούχος». Όταν επιτέλους φτάνει η ευλαβική στιγμή του πεοθηλασμού, η Ελένη, σαν εκπαιδευμένη αμαζόνα από τα ΟΥΚ, βγάζει ένα Swissknifeαπό ανοξείδωτο ατσάλι και του κόβει τ’ αρχίδια!
Splash! Πάρτα αίματα στην κάμερα!
Η Ελένη για πρώτη φορά στη ζωή της νιώθει εξαγνισμένη. Ο πατέρας της σκούζει από τον πόνο και αυτή εις άπταιστη αθηναϊκή διάλεκτο του φωνάζει ως άλλη Καρυοφιλιά Καραμπέτη: «Σε μισώ! Σε μισώ! Φύγε απ’ εδώ!» Βουρκώσαμε. Ο πατέρας της τυλίγεται τα σεντόνια που είναι πια λερωμένα από τα αίματα και τρέχει στα σοκάκια της πλατείας Ηρώων, λίγο πριν τον μπουζουριάσει ένα αυτοκίνητο με πράκτορες του CID. Η Ελένη η Πόρνη μένει με την πούτσα στο χέρι. Κυριολεκτικά.
Είναι υπέροχο το ότι σειρές τέτοιου είδους σημειώνουν υψηλά νούμερα τηλεθέασης! Υπέροχο γιατί επιβεβαιώνει τα όσα σούρνω κατά καιρούς στο σινάφι μας! Αν ας πούμε, ο Αντέννα μετέδιδε την ιστορία της «Ελένης της Χημικού», που ξημεροβραδιάζεται στο εργαστήριο του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής για να ανακαλύψει το φάρμακο κατά του καρκίνου, η σειρά θα κοβόταν στο 2ο επεισόδιο. Δεν θα την έβλεπε κανείς. Για τις τσούλες όμως, πετάμε και την σκούφια μας! Αν επίσης, ο Αντέννα μετέδιδε την ιστορία της Μαντούς Μαυρογένους, ή της Μαντάμ Κιουρί, ή της Μητέρας Τερέζας, το ίδιο θα συνέβαινε. Αδιαφορία. Φέρτε μας πουτάνες!
Και δεν φτάνει που ο πτωχός λαουτζίκος ηδονίζεται με τόσο χαμηλού επιπέδου σειρές, όταν αυτές γίνονται λίγο πιο παραστατικές, ξυπνά μέσα τους η μυξοπαρθένα. Θα ξεχάσω εγώ την περιβόητη σκηνή της αιμομιξίας, που εδώ που τα λέμε ήταν και πολύ διακριτική οπτικά, η οποία προκάλεσε εθνικό σάλο; Ο βλάκας δεν μπορεί να αντιληφθεί τη διαφορά της μυθοπλασίας από την πραγματικότητα. Το κάνει θέμα, το συζητά για μέρες! Εγώ θυμάμαι ότι όταν είδα σε ηλικία 9 ετών μία ταινία του Ιντιάνα Τζόουνς στην οποία έβραζαν βολβούς ματιών μέσα σε μια κατσαρόλα, τρόμαξα. Μου εξήγησαν όμως ότι αυτό που βλέπω είναι ψεύτικο και έκτοτε απολαμβάνω τα θρίλερ. Εδώ γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν οι ενήλικες Κύπριοι τηλεθεατές ότι πρόκειται περί μυθοπλασίας και ότι αυτό που γίνεται δεν είναι αληθινό;!
Επειδή κατά βάθος φτιάχνονται με το θέαμα και τους δημιουργούνται ενοχές.
Τέλος πάντων. Δεν ξέρω τι ακριβώς μου φταίει. Μου φταίνε πολλά πράγματα. Με ενοχλεί το γεγονός ότι μία πουτάνα προβάλλεται μέσω μίας σειράς και δημιουργείται σούσουρο γύρω από το όνομά της. Με ενοχλεί που η ζωή μίας επιστήμων δεν θα προκαλούσε τόσο ενδιαφέρον, ενώ η ζωή μίας επιστημούνας σαρώνει. Με ενοχλεί και το επίπεδο της παραγωγής. Δεν γίνεται το «Νησί» και η «Ελένη η Πόρνη» να σημειώνουν την ίδια επιτυχία, ρε φίλε. Δεν γίνεται! Θα μου πεις, και τα Ζάρα πουλάνε, και τα Chanelπουλάνε. ΟΚ πάσο. Αλλά εγώ γιατί να πρέπει να περιστοιχίζομαι από κόσμο που ντύνεται μόνο με Ζάρα; Με ενοχλεί.
Δεν είναι δυνατόν αυτή η σειρά να λανσάρεται ως η «πιο ακριβή κυπριακή παραγωγή», αλλά παρόλα αυτά να είναι τίγκα στα σκηνοθετικά λάθη, τίγκα στις πομπώδεις ερμηνείες που πρωτίστως προκαλούν γέλιο αντί κλάμα και να παραπέμπουν σε ερμηνείες Βίρνας Δράκου. Τρε-πασέ! Και τέλος, με ενοχλεί που όταν αυτή η πρόστυχη ζωή απεικονίζεται κάπως πιο παραστατικά, προσομοιάζοντας τουλάχιστον σε σοφτ πορν των '70ς μπας και καβλώσουμε λίγο, ξαφνικά θυμόμαστε τους ηθικούς φραγμούς μας και σοκαριζόμαστε από την προβολή της κοπής των όρχεων με μαχαίρι!
Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει! Ουστ!
Ο κυριότερος λόγος που ταξιδεύω μόνος μου στην Αθήνα κάθε χρόνο, είναι επειδή ουδέποτε βρίσκω άνθρωπο που να επιδιώκει ή να αντέχει το πρόγραμμά μου. Εγώ πάω στην Αθήνα μόνο αν τραγουδά η Βίσση και αν δεν τραγουδά συμβιβάζομαι μόνο με άγρια θεατρότσαρκα. Για κάθε μέρα που είμαι στην Αθήνα αντιστοιχεί μία θεατρική παράσταση. Αν σ’ αρέσει! Ε, όπως θα κατάλαβες, δεν αρέσει σε πολλούς.
Λοιπόν, είδα τέσσερεις παραστάσεις όσο ήμουν εκεί. Άκου τη γνώμη μου, να ξέρεις τι παίζει αν τύχει να βρεθείς σε κάποια απ’ αυτές, τώρα τις γιορτές!
Ράους! Στο θέατρο Πειραιώς 131, γραμμένο από τα είδωλά μου, Ρέππα - Παπαθανασίου.
Μία βλακεία και μισή! Πρώτη φορά στη ζωή μου βαρέθηκα τόσο πολύ σε έργο τους. Ειδικά στο δεύτερο μέρος μετρούσα λεπτά να φύγω! Πρώτη φορά στη ζωή μου είπα κι εγώ νυσάφι πια με τις επαναλήψεις των εαυτών σας και ουδέν μετριασμό της ποινής επιδέχεται το εγχείρημά τους. Στην πυρά να καεί! Βάλε όλες τις «Τρεις Χάριτες» και το «Αυστηρώς Κατάλληλο» σε ένα μπλέντερ με ολίγη από σάτιρα επικαιρότητας και γιου γκαντ ιτ. Πεταμένα λεφτά! Η μόνη στιγμή που χαμογέλασα λίγο ήταν όταν η Ελένη Γερασιμίδου είπε ότι θέλει να γίνει σαν την Ζέτα Μακρυπούλια. Που κι αυτό είναι αστείο μόνο όταν βλέπεις τη Γερασιμίδου να το λέει, γιατί το φυζίκ της από μόνο του, βοηθά. Κατά τα άλλα, μαλακία. Πιστεύω ότι και οι ίδιοι οι ηθοποιοί το ξέρουν ότι παίζουν μαλακία γιατί βιάζονταν να πουν τα λόγια για να τελειώνουν να πάνε σπίτια τους, ενώ κάποιες στιγμές όταν βρίσκονταν επί σκηνής αλλά δεν έπαιζαν, έπιαναν και ψιλή κουβέντα μεταξύ τους!
Τα Κορίτσια με τα Μαύρα – Θέατρο Αλίκη, των Ρήγα – Αποστόλου.
Είδες το «Μπαμπά μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή;» Αν το είδες και σου άρεσε, μπορείς να το ξαναδείς σε επανάληψη σε καινούριο context, στο «Κορίτσια με τα μαύρα». Η υπόθεση είναι η ίδια, οι σχέσεις των ηρώων περιστρέφονται γύρω από τους ίδιους άξονες, το σκηνικό το ίδιο αλλά αντί για παραδοσιακό σπίτι, εδώ έχουμε μοναστήρι. Ακόμα και η Μουτίδου που στον «Μπαμπά» σάρωνε ως μοιρολογίστρα, εδώ σαρώνει ως κωφάλαλη. Πρόκειται για το ίδιο έργο, σου λέω. Το ίδιο έργο σε βαθμό θράσους! Σε βαθμό που θέλεις τα λεφτά σου πίσω. Το μόνο που μ’ άρεσε ήταν το σκηνικό που άλλαζε με κινηματογραφική ταχύτητα και έδινε την εντύπωση πως βλέπεις τηλεόραση και όχι θέατρο. Όπως δηλαδή συνέβαινε και στο «Μπαμπά μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή!» Έλεος.
Συμπέθεροι απ’ τα Τίρανα – Θέατρο Λαμπέτη, των Ρέππα – Παπαθανασίου.
Αυτό μάλιστα. Ναι, είναι κι αυτό ένας αχταρμάς από τις «Τρείς Χάριτες» στο πολύ πιο προσεγμένο όμως, τόσο που δεν μπορείς να τους κακίσεις που επαναλαμβάνουν κάποια αστεία και κάποιες κλασικές τεχνοτροπίες τους στο κείμενο. Θα το παίξουμε και εμείς, στην Κύπρο, με τον ερασιτεχνικό θίασο του Αγ. Αμβροσίου, και προσυπογράφω πως πρόκειται για πολύ καλό έργο. Εξ ου και η τρίτη χρονιά που ανεβαίνει εν Αθήναις. Όμως! Έχω να πω ότι με τα χρόνια το castingξέφτισε. Εκτός από την Σταυροπούλου και τον Χατζηπαναγιώτη που παίζουν κυρίως ενστικτωδώς και προκαλούν τον γέλωτα ούτως ή άλλως με τον τύπο τους, όλοι οι άλλοι ηθοποιοί είναι πολύ μέτριοι. Μην μιλήσω για την Τζόυς Ευείδη που είναι η προσωποποίηση του «έλιωσα» πάνω στη σκηνή, με μια βραχνάδα που δεν της επιτρέπει να αρθρώσει ατάκα σωστή. Τέλος πάντων, γέλασα και πέρασα ωραία, αλλά δεν πέταξα και τη σκούφια μου.
Και πάμε στην πραγματική αποκάλυψη:
Η Γυνή να Φοβείται τον Άντρα, στο θέατρο Κιβωτός – Μπέζος κ Τσαλίκη.
Μα πόσο ωραίο! Πόσο ωραίο!
Δεν είναι μόνο η νοσταλγία για την εποχή που εκπροσωπεί. Είναι και η προσέγγιση του Μπέζου στο ορίτζιναλ που είναι τόσο σχολαστική και ευσεβής που συγκρίνεται άνετα με το κινηματογραφικό έργο. Σκηνικά, κοστούμια, μουσική, τα πάντα! Τόσο ο Μπέζος, όσο και η Τσαλίκη κοντράρονται άνετα με τον Κωνσταντίνου και την Κοντού και αυτό το δηλώνω απερίφραστα χωρίς καμία διάθεση για ιεροσυλία. Η προπόνηση του Μπέζου σε παρόμοιους ρόλους τόσα χρόνια, βλέπε Δόγγανος και οικογενειάρχης στις σειρές του αντένα, συνέβαλε θετικά στο χτίσιμο του ρόλου του. Κάθε μορφασμός του προκαλεί πολύ γέλιο.
Στέκομαι λίγο στη μουσική επένδυση, γιατί την επιμελήθηκε και συνέθεσε η Δήμητρα Γαλάνη. Ναι, το κάνανε μιούζικαλ το έργο. Και τους στίχους τους έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου! Μιλάμε, υπερπαραγωγή! Ρώτησα στο διάλειμμα μια ταξιθέτρια για το που μπορώ να βρω τα τραγούδια της παράστασης – δεν είναι και πολλά η αλήθεια – και δεν είχε ιδέα. Κρίμα.
Αν διερωτάσαι, σου λέω πως ναι, στο τέλος γκρεμίζεται το ταβάνι όπως και στην ταινία και είναι πολύ μαγικό. Και τρομερά συγκινητικό. Θα δυσκολευτείς να κρύψεις το δάκρυ αν είσαι με παρέα. Αν είσαι μόνος σου, θα σου φύγει αβίαστα. Να πας να το δεις. Από τα τέσσερα που είδα, μακράν το καλύτερο!
Και μιας και μιλάμε για θέατρο, να σου πω ότι το Σάββατο, αυτό που έρχεται, θα πάμε με τον Δικηγορικό Σύλλογο Λευκωσίας να παίξουμε τη δική μας θεατρική παράσταση εκεί. Το «Λεφτά με τη Σέσουλα» στο Δημοτικό Θέατρο Ρόδου. Ορίστε το τρέηλερ.
Θα στα γράψω περιληπτικά, γιατί σου γράφω από τον υπολογιστή του ξενοδοχείου που σέρνεται και δεν αντέχω να δουλέυω ακόμα με Windows 95!
Ψες είχα το ωραιότερο βράδυ της ζωής μου. Τόσο ξεφάντωμα είχα να κάνω από την ημέρα που απολύθηκα από τον στρατό. Έγινε 7:00 για να επιστρέψω σπίτι, το κλείσαμε το Αρένα! Έγινα ντίρλα από το πρώτο μισάωρο, να φανταστείς μέχρι και head banging στον Ρουβά έκανα! Είχα και την Αγγελική και τον Μάρκο που "έστησαν" την τέλεια παρέα, δεν είχα καλύτερο!
Άκου να μαθαίνεις:
- Ο Ρουβάς βγαίνει στη μίαμιση με το "Σπάσε τον χρόνο." Αποθεώνεται. Τα χορευτικά του μοιάζουν πολύ με το "They don't really care about us" του μακαρίτη του MJ. Παρόλο που είναι 38 χρονών, από κοντά φαίνεται πολύ νεότερος, μην σου πω γύρω στα 25. Γίνεται πραγματικό παραλήρημα στο "Όλα γύρω σου γυρίζουν". Δική μου αγαπημένη στιγμή το "Ξανά" που το τραγουδήσαμε με την Αγγελική με κίνδυνο να σκίσουμε πνεύμονα και το "Εμένα Θες" που είναι ό,τι καλύτερο έβγαλε ο τύπος τα τελευταία 10 χρόνια!
- Η Βισσάρα βγαίνει στις 2:30. Με καινούρια ρούχα. Ευτυχώς πέταξε εκείνα τα κόκκινα κουρέλια που της έδωσε η άχρηστη η κόρη της να φορέσει στην πρεμιέρα και τώρα μοίαζει όντως με σταρ, απαστράπτουσα στα ασημένια! Όπως είπα και χθες, η ενέργειά της και το κέφι της είναι πλέον beyond science για την ηλικία της.
- Η Βίσση άλλαξε ελαφρώς το πρόγραμμα. Δεν λέει πια τον "Σαδισμό", ούτε το "Είμαι" δυστυχώς. Λέει όμως το "Πέστο ξανά" (αγαπημένο), την "Έμπνευση" και το "Ακόμα μία" που είναι ότι πρέπει για nostalgia mood. Επίσης, χάρηκα που όλοι ήξεραν απ' έξω την "προτεραιότητα" και την τραγουδούσαν δυνατά. Ωστόσο, επιμένω ότι η καλύτερη στιγμή του προγράμματος είναι το "Ρε!" Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι και πολλά. Ήμουν τόσο μεθυσμένος που ελάχιστα θυμάμαι από ψες. Για να καταλάβεις, σήμερα όχι μόνο δεν έχω φωνή, αλλά όταν κάνω προσπάθεια να μιλήσω, πονάω τον λαιμό μου!
- Τη σύμπραξη με τον Ρουβά, την περίμενα πιο avant garde. Δεν είπαν κάτι πρωτότυπο. Αν θυμάσαι το πρόγραμμα τους στο Χάος το 1996, θα προσέξεις ότι λένε τα ίδια τραγούδια. Ευτυχώς αφαίρεσαν τα "έρωτα ή πόλεμο", "άντεξα" που κατά τη γνώμη μου δεν ταίριαζαν και επιτέλους είπαν την "αντίστροφη μέτρηση" σε ορίτζιναλ εκτέλεση. Η αποθέωση των 90ς είναι εδώ. Πολύ συγκινητική στιγμή! Κλείνουν, με την Βίσση να τραγουδά το "Ξανά" και τον Σάκη να προσπαθεί να πει το "Δώδεκα."
- Μετά βγαίνει ένας ντίτζεϊ και πρήζει τον κόσμο με ξένες επιτυχίες μέχρι που ξαναβγαίνει ο Σάκης στις 5:00 για να υποβάλει τα σέβη του στα σουξέ του Ρέμου. Τον ακολουθεί η Βίσση στις 5:30 με το λαϊκό πρόγραμμα στο οποίο ακούμε τα πάντα, από το "Σε χρειάζομαι" μέχρι το "Αφήστε την να πάει όπου θέλει". "Μαύρα γυαλιά", "Παραλύω", "Ερωτευμενάκι", "Το πολύ, πολύ", "Σε θέλω-Με θέλεις" και φινάλε με τον "Τελευταίο χορό".
- Στο μεταξύ, εγώ ανταλάζω γαρύφαλλα με μια ξανθιά από το μπροστινό τραπέζι και αφιερώνουμε ρεφραινάκια ο ένας του άλλου! Στο "Σ' έχω επιθυμήσει" είμαι ήδη στο τραπέζι της και χορεύω μαζί της. Είναι κι αυτή τύφλα. "Πώς σε λένε;" τη ρωτάω, "Είμαι πολιτικός μηχανικός" μου απάντησε. Κατάλαβες. Μου χόρεψε σε πλήρη κάβλα το "Ντρέπομαι να ζητήσω συγγνώμη" μου βάρεσε παλαμάκια όταν της χόρεψα το "όλα τα λεφτά" και στο "Δεν θέλω να ξέρεις" χορέψαμε slow, όπως στο Δημοτικό. Φιληθήκαμε. Οι φίλες της από το τραπέζι της με κοίταζαν με το μισό τους, ή αδιαφορούσαν πλήρως. Σε κάποια φάση, μια σκύλα την τράβηξε προς το μέρος της και της έμπηξε τις φωνές, τύπου "τι κάνεις μ' αυτόν στο τραπέζι μας!" απτόητη όμως η δικιά μου! Μου είπε ότι είναι 24 ετών, μα νομίζω έκοβε χρόνια. Καβλαμαρούδες, φίλε μου! Ένα γαρύφαλλο και ένα ρεφραίν αρκούν!
- Σόρρι που θα ακουστεί κάπως, γιε μου, αλλά μόνο η Βίσση με κάνει ευτυχισμένο. Όσο μεγαλώνω σκέφτομαι ότι πρέπει να αποφεύγω τόσο βαρύγδουπες και αμφιβόλου ποιότητος δηλώσεις, αλλά ψες το επιβεβαίωσα. Μόνο η Βίσση αξίζει, μόνο αυτή καταφέρνει να αναδύσει αγγέλους από τα σωθηκά μου! Ένα χρόνο μετά το ανεύρυσμα και με νέα φιλοσοφία ζωής, μπορώ να σου πω με σιγουριά πως αν πέρσι πέθαινα, θα ήταν κρίμα που θα έχανα τη Βίσση. Αυτό μόνο!
Αγγελική και Μάρκο, respect! Χρωστάω εξίσου σοκαριστικό ξεφάντωμα με την πρώτη ευκαιρία!
Ένα μόνο θα σου πω: Ψες το βράδυ ακυρώθηκε μια έξοδος που κανόνισα με μία φίλη, έτσι δεν ήξερα τι να κάνω. Για να μην πέσω να κοιμηθώ απ' τις δώδεκα, πήρα ένα ταξί όπως ήμουν ντυμένος σαν γύφτος και πήγα στο Αρένα να δω τη Βίσση μου. Απορούσα αν θα μου επέτρεπαν την είσοδο όπως ήμουν ντυμένος, αλλά δεν είχα τίποτα να χάσω. Βρήκα μια καρέκλα στον 4ο όροφο, σε ένα θεωρείο, και παλλουκώθηκα εκεί. Παρακολούθησα όλο το σόου σαν το Φάντασμα της Όπερας, αγναντεύοντας από τη μία τον έξαλλο ελληνισμό να επιδίδεται εις άκρατον τσιφτετελισμό, και από την άλλη, τη Βισσάρα να επιδίδεται σ' αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλες: να σαρώνει!
Η Ελλάδα, φίλε, δεν θα πτωχεύσει ποτέ! Όταν βγήκε ο Βίσσαρος (με εξαιρετική ενέργεια και φωνητική επίδοση που παρέπεμπε σε παλιές καλές εποχές των Αστεριών), και τραγούδησε: "Ρε! Ξέρεις ποια είμαι εγώ, πως με λένε κι η σκούφια μου από πού κρατάει..." και έγινε από κάτω εθνοκάθαρση στο λέλουδο και το λίκνισμα γοφού, συνειδητοποίησα γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, γιατί δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά!" Όταν έχεις ένα ΔΝΤ να κρέμεται από πάνω σου σαν Δαμόκλειος Σπάθη και εσύ χορεύεις με τσαμπουκά Αθανάσιου Διάκου και τσαγανό Μπουμπουλίνας το "Ρε!", έχεις κερδίσει το παιχνίδι της ζωής προ πολλού!
Είναι μακράν η καλύτερη στιγμή του προγράμματος. Συμβολική, συγκινητική, με εμφανές το πολιτικό στίγμα της εποχής και αρκετά ρετρό ώστε εμένα να με πάρουν τα ζουμιά ως φόρο τιμής στην εφηβική μου ζωή.
Δες εδώ εθνικό ρίγος:
Θα πάω ξανά κι απόψε με παρέα, σε τραπέζι.
"Μα, οι Θεοί, ζηλέψανεεεεε... την τόση ομορφάδααααα και τα παιδιά φυλαάαααακησαν, για πάντα στην Ελλάδαααααα!"