Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2015

Έγκλημα Στον Σύνδεσμο Γονέων

Ο κύριος Λάκης αποφάσισε να γίνει μέλος στον Σύνδεσμο Γονέων του Δημοτικού της κόρης του, επειδή τον έπρηξε η μέγαιρα η γυναίκα του: «Δεν ασχολείσαι αρκετά με το μωρό και τις υποχρεώσεις του. Να πας να γραφτείς στο Σύνδεσμο, μπας και την περάσουν καμιά τάξη» του είπε επιτακτικά. Για να μη γίνουν μαλλιά κουβάρια και για να μην του τα φέρει όλα τούμπα, ο κύριος Λάκης αποφάσισε να εγγραφεί και να περνά τα μίζερα απογεύματά του μαζί με άλλους ψυχωτικούς γονείς που ήταν έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια για τα δικαιώματα των τέκνων τους, είτε αυτά αφορούσαν θέματα καντίνας, είτε θέματα εκπαίδευσης.

Ομολογουμένως η πράξη αυτή του βγήκε σε καλό. Ο κύριος Λάκης γνώρισε στο Σύνδεσμο Γονέων την Παναγιώτα Χρίστου, τη μητέρα ενός μαθητή, που ήταν υπεύθυνη των σχολικών εκδηλώσεων, και μέσα σε λίγους μήνες έγιναν παράνομο ζευγάρι. Τα γκρίζα απογεύματα στο Σύνδεσμο Γονέων έγιναν και για τους δύο το highlight της ζωής τους. Δεν έβλεπαν την ώρα να ψήσουν σουβλάκια σε κάποιο food bazaar, ή να τυλίξουν δωράκια, μολύβια και ξύστρες για τους άπορους, προκειμένου να βρεθούν μαζί, να βγάλουνε τα μάτια τους.  

Η σχέση μπήκε σε γερές, πλην παράνομες βάσεις και σύντομα το μυστικό ειδύλλιο θέριεψε για τα καλά. Ο κύριος Λάκης έφτασε σε ακραίες καταστάσεις πάθους, μέχρι που προθυμοποιήθηκε να ντυθεί Άγιος Βασίλης σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου, και πριν μοιράσει δώρα στα μωρά, μοίρασε το σπέρμα του στην Παναγιώτα Χρίστου μέσα στην αποθήκη με το φωτοτυπικό. Στο τσακ δεν τους έκοψε η Χρύσω η γραμματέας την ώρα που ετοιμαζόταν να φωτοτυπήσει τους λαχνούς της κλήρωσης. Μιαν άλλη φορά, στη γιορτή για την 25η Μαρτίου, λίγο μετά που τέλειωσε η απαγγελία των μαθητών για την ελληνική επανάσταση, ο κύριος Λάκης ξεμονάχιασε την Παναγιώτα Χρίστου, άρπαξε τον σπάγκο με τα γαλανόλευκα σημαιάκια, την έδεσε πισθάγκωνα πάνω στην έδρα του Στ’2, και τη σούβλισε σαν τον Αθανάσιο Διάκο. Την επόμενη μέρα μπήκε η δασκάλα να κάτσει να κάνει μάθημα και έψαχνε έξαλλη να βρει «ποιο μωρό ήπιε χυμό μες την τάξη και τα λέρωσε όλα;»

Σωτήριος αποδείχτηκε ο Σύνδεσμος Γονέων και για τους δύο. Τέτοια ανανέωση και αναζωογόνηση δεν τη φανταζόταν κανείς. Πιο συν-δεσμός δεν μπορούσε να ήταν. Οι δε απατημένοι σύζυγοι, το χαβά τους. Ο άντρας της Παναγιώτας Χρίστου κοιμόταν όρθιος, η δε σύζυγος του κύριου Λάκη δήλωνε από δω κι από ‘κει «ευτυχώς που τρέχει ο άντρας μου τα του σχολείου, εγώ ανάλαβα τα ιδιαίτερα του απογεύματος!»

Η σχέση κράτησε μερικούς μήνες, μέχρι που τους πήρανε χαμπάρι. Άλλοι γονείς που ήταν επίσης μέλη στο Σύνδεσμο Γονέων ψυλλιάστηκαν το δεσμό τους και όπως καταλάβατε το κους-κους χτύπησε κόκκινο. Οι φήμες μεταφέρθηκαν και σε κάποια παιδάκια, τα οποία θεώρησαν σωστό να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες όπως αυτά θεωρούσαν πρέπον. Και ξέρετε πόσο χτικιάρικα μπορούν να γίνουν τα παιδάκια όταν το θέλουν. Κατά τη διάρκεια του τρίτου διαλείμματος, αυτού των δέκα λεπτών, πήγε ένα μπασταρδάκι και έριξε το φαρμάκι του: «Γιάννη, η μάμμα σου χαμογελά του παπά της Χριστίνας κάθε μεσημέρι την ώρα που σχολάνεις». Ο Γιάννης απάντησε με ένα αδιάφορο «έννεν!» Μα δεν ήταν αρκετό. Εντός πέντε λεπτών μια συμμορία από μυξιάρικα γώνιασε τον μικρό Γιαννάκη πίσω από τις βρύσες και προτάσσοντάς του το δάχτυλό τους, του φώναζαν ρυθμικά: «ναι, χαμογελά του, ναι χαμογελά του!»

Δεν άργησαν να φτάσουν τα κουτσομπολιά στα αφτιά της μέγαιρας συζύγου του κυρίου Λάκη. Προκειμένου να κρίνει ιδίοις όμμασι τη σοβαρότητα της κατάστασης, η κυρία Μέγαιρα αποφάσισε να δράσει ήπια στην αρχή, και να παρευρεθεί σε κάποιες δραστηριότητες του Συνδέσμου Γονέων, για να κρίνει κατά πόσον αυτή η ξετσίπωτη η Παναγιώτα άπλωσε όντως τα πλοκάμια της στο πλοκάμι του άντρα της.

Το παράνομο ζεύγος θορυβήθηκε προς στιγμή απ’ αυτή τη κίνηση, αλλά αποφάσισε να σφυρίξει αδιάφορα και να μην προβεί σε διακοπή σχέσεων, τόσο των κοινωνικών όσο και των ερωτικών. Κάτι τέτοιο θα κινούσε περαιτέρω υποψίες. Αντιθέτως, ο κύριος Λάκης έκρινε σκόπιμο όπως φέρει σε επαφή τη σύζυγο και την ερωμένη του, σε επίπεδο συνεργασίας των δραστηριοτήτων του Συνδέσμου, προκειμένου να της ρίξει στάχτη στα μάτια. Αμ, δε. Η κυρία μέγαιρα ήταν πλέον σίγουρη για το κέρατο που έτρωγε. Γιατί ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. Κάτι λοξές ματιές, κάτι υπονοούμενα, κάτι ξέμπαρκα και μακρόσυρτα «Λάκη μουυυυ!» που πήρε το αφτί της, ήταν αρκετά για να αποδείξουν τη διάπραξη του εγκλήματος.

Δεν το έκανε θέμα. Τα ρεζιλίκια δεν ήταν άλλωστε της τάξης της. Πάντως ορκίστηκε εκδίκηση. Μια μέρα, εκεί που ως μέλος του Συνδέσμου Γονέων στις τελικές γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου μοίραζε στα παιδάκια hot dogs, αποφάσισε ότι έπρεπε να εκδικηθεί για τα σαλιαρίσματα του συζύγου της μ’ αυτή την τιποτένια την Παναγιώτα Χρίστου. Έτσι όπως τον έβλεπε από μακριά να παίζει τον παράγοντα, σκέφτηκε να πάει να του κόψει το πουλί με το μαχαίρι και να το σερβίρει για hot dog. Αλλά ήξερε πως κάτι τέτοιο ήταν διόλου ρεαλιστικό και συνάμα ολέθριο.

Από την πολλή τη σκέψη της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Αποφάσισε να δράσει εν βρασμώ κι όποιον πάρει ο Χάρος. Σκέφτηκε πως πέραν του λουκάνικου, καλό θα ήταν τα αφράτα φραντζολάκια να εμποτιστούν με κάτι που θα ξέκανε όλο το σχολείο. Το σχολείο που της προξένησε τόσο πόνο. Χωρίς να χάνει καιρό, η μέγαιρα άφησε κάτω τα ψωμιά, μπήκε στην τάξη του Α1, σούφρωσε 5-6 κιμωλίες, και την ώρα που ετοίμαζε τα σάντουιτς τις μαδούσε μέσα.

Σαράντα τρία παιδάκια του Α’ και Β’ Κύκλου δηλητηριάστηκαν από τα hot dogs, μεταξύ των οποίων και ο γιος της Παναγιώτας Χρίστου. Άξιζε το ρίσκο τελικά. Το ζήτημα πήρε τεράστια έκταση, το κάλυψαν το ίδιο βράδυ όλα τα κανάλια. Ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας επισκέφτηκε το σχολείο, καθώς και όσα παιδάκια νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου. Ο κύριος Λάκης και η Παναγιώτα Χρίστου αποφάσισαν να διακόψουν τα σούρτα-φέρτα δεδομένων των συνθηκών. Μέχρι να βγουν τα επίσημα αποτελέσματα αναλύσεων του νοσοκομείου, ο Σύνδεσμος Γονέων έφταιξε την κυρία Γεωργία, την καντινιέρισσα. Της έληξαν τη σύμβαση διαχείρισης του κυλικείου και τη «φωτογράφισαν» ως υπεύθυνη της τραγωδίας, εξ αιτίας της κακής υγειονομικής κατάστασης της καντίνας. Επιπλέον, η Χρύσω, η υπεύθυνη του φωτοτυπικού, η οποία σιχαινόταν τα πάντα εκτός από τον εαυτό της, κατέθεσε πως είχε δει κοτσιροπόντικα πολλές φορές γύρω από την καντίνα. Ο διευθυντής του σχολείου κάλεσε συγκέντρωση στην οποία διαβεβαίωσε ότι το Δημοτικό Σχολείο λειτουργεί ρολόι και ότι δεν θα επηρεαστεί η εκπαίδευση από μεμονωμένα περιστατικά. Οι μαθητές κήρυξαν δίωρη αποχή από τα μαθήματά τους. Η μέγαιρα δεν χώρισε τον κύριο Λάκη, αλλά με το πέρας της σχολικής χρονιάς άλλαξε σχολείο στην κόρη της. Απαγόρευσε ρητά στον σύζυγό της να ξαναγίνει μέλος του οποιουδήποτε Συνδέσμου Γονέων. Τα αποτελέσματα αναλύσεων του Γενικού Νοσοκομείου εντέλει μπερδεύτηκαν με κάποια άλλα και ως εκ τούτου χάθηκαν. Δεν έγιναν άλλες έρευνες επί του προκειμένου. Το περιστατικό με τον καιρό ξεχάστηκε. 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 07, 2015

Σκυροδέτηση

Τις τελευταίες 48 ώρες παίζει να άκουσα τη λέξη ‘σκυροδέτηση’ πάνω από 450 φορές. Μπορεί στα 35 μου χρόνια να μην την είχα ακούσει ποτέ, αλλά τώρα, δεν μπορείς να πεις... την εμπεδώσαμε! Όλοι. Άντε με το καλό να εμπεδωθεί και να καθιερωθεί και η νέα πλατεία ως σημείο συνάντησης των Λευκωσιατών και κυρίως των τουριστών.

Τόσους και τόσους πρώην συμφοιτητές μου φιλοξενώ κάθε χρόνο, μα να μην βρίσκω μισό πράγμα να τους δείξω για το οποίο να είμαι περήφανος; Κακά τα ψέματα, στα 50 χρόνια που διαχειριζόμαστε και κυρίως κακομεταχειριζόμαστε αυτή τη Δημοκρατία, δεν χτίσαμε μισό πράγμα το οποίο να μπορεί να φωτογραφηθεί και να αποτελεί σημείο αναφοράς της χώρας. Ούτε ένα! 

Δεν αναφέρομαι στα ιστορικά μνημεία, που αυστηρά ομιλώντας δεν είναι δικά μας αλλά αλλοφύλων κατακτητών. Αναφέρομαι σε κάτι που να αποτελεί αμιγώς προϊόν τέχνης, σκέψης και αισθητικής των Ελλήνων της Κύπρου. Κάπου εδώ είναι που γελάνε με γάργαρα χάχανα και οι τελευταίες μπετονιέρες της γηραιάς ηπείρου. 

Σκέψη, τέχνη, αισθητική – αστεία πράγματα για τον τόπο μας. 

Γκρινιάζει ο κόσμος, που λέτε, ότι η πλατεία θα είναι τίγκα στο μπετόν. Ότι δεν θα έχει πράσινο. Μα, τί να το κάνεις το πράσινο αγαπητέ μου σε μια χώρα που αδυνατεί να βλαστήσει το οτιδήποτε; Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πώς να διατηρηθεί το πράσινο σε μια χώρα με τόσο υψηλές θερμοκρασίες, όπου δεν μπορεί να ανθίσει ούτε σπόρος, ούτε ανθός, ούτε εγκεφαλικό κύτταρο; Και πόσο μάλλον να επενδύσεις σ’ αυτό το πράσινο, όταν οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα προειδοποιώντας πως σε 10 χρόνια θα έχουμε γίνει ένα με το Ντουμπάι στις κλιματολογικές συνθήκες;

Μπετόν και να λέτε και ευχαριστώ. Ή καλύτερα, «κουγκρίν», για να μιλάμε την ίδια γλώσσα. Στον στρατό είχαμε κάποτε έναν φαντάρο, της άλφα σειράς, ο οποίος ήταν τόσο στόκος, που τον φωνάζαμε «κούγκρενο». Ε, από τι άλλο θα μπορούσε να φτιαχτεί η πλατεία ελευθερίας αυτής της χώρας, με τη συγκεκριμένη ηθική, με τη συγκεκριμένη νοοτροπία εκτός από κουγκρίν; Αφού «τσιμεντώνουμε» το ‘ΝΑΙ!' τι θες και τρώγεσαι; Θέτουμε βάσεις και γερά θεμέλια για βιώσιμη και λειτουργική λύση... Τί τις θέτε τις κηπουρικές όταν μπορούν να καθαρίσουν οι μπετατζήδες;

Θα είμαι ειλικρινής. Στην αρχή και μένα με χάλασε που δεν θα ήταν εφάμιλλη του Central Park, φτιαγμένη από λιμνούλες, γρασίδια και ροζ ιτιές η πλατεία. Ύστερα είδα λίγο γύρω μου τον (υπό)κόσμο και είπα ότι κανονικά θα έπρεπε να σκυροδετηθούν όλοι αυτοί μαζί να ησυχάσουμε, και είπα χαλάλι στο γκρίζο.


Κι εδώ που τα λέμε, αν πετύχει εν τέλει η πλατεία και φαίνεται όπως τα σχέδια στον υπολογιστή, που παραπέμπει σε κάτι από Tomorrowland του Disney, καθόλου δεν θα μας χαλάσει. Το πρόβλημα είναι ότι ξέρουμε όλοι από τώρα ότι σε δυο-τρία χρόνια, όταν θα σκάσουν και επίσημα τα οικονομικά σκάνδαλα στην επιφάνεια και θα φανούν οι κακοτεχνίες (βλέπε νέο κτήριο ΘΟΚ – που αναγκάστηκαν να κλείσουν τη πρώτη σειρά στον εξώστη επειδή τάχα μου δεν υπολόγισαν σωστά το ύψος και υπάρχει κίνδυνος να πέσει ο θεατής φαρδύς-πλατύς στην πλατεία, άκουσον-άκουσον!), δε θα θέλουμε να πατήσουμε το ξερό μας, ούτε για αστείο. 

Κι επειδή στην Κύπρο ζούμε και είναι τόσο συναρπαστική η ζωή μας, που όλοι ξέρουμε εκ των προτέρων τι θα συμβεί, αντιλαμβάνεσαι πόσο ανυπομονώ να την εγκαινιάσουμε!




Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2015

Σέξι Προεδρικά Πορτραίτα

Το βιβλίο του Κ. Χατζηκωστή, στο οποίο σκιαγραφούνται οι έξι πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως εκείνος τους έζησε διά μέσου των χρόνων, το διάβασα μέσα σε τρεις μέρες. Πολύ σπάνια διαβάζω βιβλίο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Συνήθως είμαι πιο αργός. Αλλά το συγκεκριμένο με συνεπήρε και το ξεκοκάλισα. Εννοείται πως όταν το άφησα κάτω ήμουν στα πρόθυρα της κατάθλιψης για το τι μέλλει γενέσθαι στη χώρα μας.



Μια περασιά από όλους αυτούς τους κύριους που μας κυβέρνησαν είναι αρκετή για να αντιληφθείς ότι το μέλλον δεν προδιαγράφεται λαμπρό, αλλά κατάμαυρο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει και ο συγγραφέας, «είναι απίστευτό το πως μια χώρα που παρέμεινε ελληνική μέσα από 300 χρόνια τουρκοκρατίας, οδεύει ακάθεκτη προς την τουρκοποίηση μέσα σε μόλις 50 χρόνια ιστορίας με Έλληνες ταγούς».

Το βιβλίο δεν περιέχει ιστορικές αναλύσεις, παραθέτει μόνο γεγονότα όπως καταγράφηκαν στον Τύπο, και δη στην εφημερίδα του συγγραφέα, τη Σημερινή. Περιέχει όμως πολλές παρασκηνιακές ιστορίες από συναντήσεις του συγγραφέα με τον εκάστοτε πρόεδρο, οι περισσότερες από τις οποίες είναι πολύ ενδιαφέρουσες γιατί δείχνουν άλλες πτυχές των προσωπικοτήτων τους που ίσως ήταν άγνωστες σε εμάς, και δεν έβγαιναν προς τα έξω.

Για κόσμο της ηλικίας μου, που μεγάλωσε μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία και δεν βίωσε κάποια γεγονότα επί Μακαρίου και Κυπριανού, το βιβλίο είναι ό, τι πρέπει. Προσωπικά, έχω μνήμες των πολιτικών γεγονότων από τον Κληρίδη του 1993 και μετά. Πιο πριν απλά ήξερα ότι είχαμε για πρόεδρο τον Κυπριανού και τον Βασιλείου, αλλά δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα. Από τον Κληρίδη και μετά άρχισα να παρακολουθώ την επικαιρότητα και να ενημερώνομαι όσο γινόταν, αν και εκεί που άρχισα να παρακολουθώ εξονυχιστικά το πράμα ήταν επί Χριστόφια, γιατί δεν μπορούσα να χωνέψω ότι εκείνο το πράμα θα μας κυβερνούσε και θα είχε τις τύχες μας στα χέρια του για πέντε χρόνια. Εκεί ήταν που αποκτηνώθηκα. Όπως όλοι μας - και φυσικά δεν διαψεύστηκα.

Για τον Μακάριο, ας πούμε, ελάχιστα πράγματα γνωρίζω. Σαν μωρό έβρισκα συναρπαστικό το ότι είχε εξοριστεί στις Σεϋχέλλες (τότε τις είχε κάνει μόδα και η Πωλίνα) και θυμάμαι ότι τον κοροϊδεύαμε με τους φίλους μου στο Δημοτικό. Εκ των υστέρων, ακόμα ελάχιστα πράγματα γνωρίζω για την ιστορία του. Πάντα ο Μακάριος είχε μια όψη σιχαμένη που με απωθούσε στο να τον γνωρίσω μέσα από την ιστορία. Δεν μπορώ τους παπάδες γενικά. Αλλά, ναι, θεωρώ ότι λαός που είχε εθνάρχη και ξεκίνησε την ανεξάρτητη πορεία του με έναν παπά δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ αίσιο τέλος. Βρομά το πράμα από παντού.

Από τη διακυβέρνηση Κυπριανού επίσης δεν έχω να θυμάμαι τίποτα, ήμουν μωρό. Είδαμε όμως τα χαΐρια του γιού του στη Κυβέρνηση Χριστόφια και αν όπως λένε το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά πέφτει, τότε… ευτυχώς που ήμουν μωρό.

Από τη διακυβέρνηση Βασιλείου θυμάμαι δύο πράγματα: Το ότι επί των ημερών του εφαρμόστηκε η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και φοίτησης, και ήμουν πολύ χαρούμενος που δεν θα πηγαίναμε τα Σάββατα στο σχολείο. Είμαι τόσο παλιός. Επίσης θυμάμαι το ανεκδιήγητο «Η Ανδρούλα κι εγώ» σε κάποια από τις ομιλίες του. Το είχα δει και ζωντανά στην τηλεόραση. Θυμάμαι όλο μου το σόι να γελά με την έκφραση αυτή, ζήτησα να μου εξηγήσουν τι το κακό είπε, και ο πατέρας μου εξήγησε πως «δεν γίνεται ένας άντρας, και μάλιστα πρόεδρος, να βάζει τη γυναίκα του πρώτη, λες και αυτή του υπαγορεύει τι να κάνει!» Τι εποχές! Λες και δεν είναι οι γυναίκες που υπαγορεύουν τις αποφάσεις όλων μας. Το κακό βέβαια είναι να στις υπαγορεύει η συγκεκριμένη, που όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο αντιλαμβάνομαι πόσο αχώνευτη και αντιπαθητική είναι.

Δεν μπορεί η κυρία Ανδρούλα μας να κάνει δημόσια δήλωση χωρίς να υποστηρίξει τους Τουρκοκύπριους. Τις μισές φορές που εμφανίζεται στον Τύπο είναι για να μας κουνήσει το δάχτυλο. Άσε μας κυρά μου. Τουρκοκύπριους δεν βλέπουμε, μα για τους Τουρκοκύπριους ζούμε. Ένα εκατομμύριο προβλήματα η χώρα μας, τους Τουρκοκύπριους μην τους αγγίζετε, θυμώνει η Ανδρούλα με το κούρεμα-κράνος. Αϊσιχτίρ από ‘κει χάμω.

Η διακυβέρνηση Κληρίδη ήταν ήρεμη. Ο περισσότερος κόσμος τον θεωρεί τον καλύτερο πρόεδρο που είχαμε ποτέ, αλλά εγώ τον θεωρώ υπερεκτιμημένο. Βέβαια, στους τυφλούς ο μονόφθαλμος πάντα βασιλεύει, αλλά ουδέποτε μπορούσα να λάβω σοβαρά έναν άνθρωπο που στις μισές δημόσιές του εμφανίσεις στα ΜΜΕ έλεγε ανέκδοτα για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αποφύγει να απαντήσει επί της ουσίας. Και γινόταν και ντόρος από εμάς τους ηλίθιους: «Ου, ου, μαζευτείτε, μαζευτείτε, θα μας πει ο Πρόεδρος ανέκδοτο!» Δεν μπορεί ο κόσμος να χάνεται και ο Κληρίδης να λέει ανέκδοτα. Μια φορά, δυο φορές, την τρίτη πήγαινε σε comedy show και άσε μας. Επίσης, το γεγονός ότι ετάχθη υπέρ του Σχεδίου Αννάν δεν είναι κάτι που προσμετράται υπέρ του, κατά τη γνώμη μου.

Όταν εξελέγη ο Παπαδόπουλος, εγώ ήμουν φοιτητής στην Αγγλία και δεν τον έζησα από κοντά. Ήταν τότε που μουρλάθηκε η χώρα όλη και χωρίστηκε στα στρατόπεδα του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Ήταν τότε που ο Ντενκτάς άνοιξε τα οδοφράγματα και οι άθλιοι, αδαείς συμπατριώτες μου πίστεψαν ότι λύθηκε το Κυπριακό και έσπευσαν να τρέξουν να αιμοδοτήσουν το ψευδοκράτος με εκατομμύρια (όπως κάνουν μέχρι σήμερα). Ήταν τότε που νόμισαν ότι οι Τούρκοι είναι φίλοι μας και τους ψηφίσαμε με 8αρι στη Γιουροβίζιον και βγήκε πρώτη η Σερντάμπ με εκείνο το φρικτό τσιφτετέλι (χωρίς το 8αρι μας θα έχανε). Αλλά, εγώ ήμουν στην Αγγλία. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να κάνω σεξ και αντιλαμβάνεσαι ολίγον με επηρέαζε το τι συνέβαινε.

Για να λέμε και του στραβού το δίκαιο, εμένα το διάγγελμα του Παπαδόπουλου στο δημοψήφισμα με συγκλόνισε. Το βρήκα εξαιρετικό από κάθε άποψη, κι ας ήταν άκρως θεατρινίστικο το δάκρυ στο τέλος. Ένιωσα τρομερά περήφανος εκείνη την ημέρα και ακόμα πιο περήφανος όταν λίγες μέρες μετά μπήκαμε στην Ευρώπη (και όχι μόνο επειδή η Βίσση έδωσε ρεσιτάλ από την πλατεία Ελευθερίας ευκαιρίας δοθείσης). Αλλά, ως εκεί. Ο Παπαδόπουλος είχε κάθε ευκαιρία να γίνει ο σπουδαιότερος πρόεδρος της Κύπρου αλλά έμπλεξε με το ΑΚΕΛ και όποιος μπλέκει με τα πίτουρα τον τρων οι κότες.

Μετά ήρθε το πένθος. Τα του ακατονόμαστου τα ζήσαμε μαζί εδώ μέσα απ’ αυτό το μπλογκ τις εποχές που και η κουτσή Μαρία έγραφε το μακρύ της και το κοντό της. Πέρασαν όλα ευτυχώς, αν και τα αποτελέσματα ακόμα τα πληρώνουμε. Ας μην τα θυμηθούμε και πάει στράφι το σαββατοκύριακο, έρχονται και Χριστούγεννα.

Και φυσικά, ενός κακού, μύρια έπονται.

«Το βιβλίο πωλείται σε δύο εκδόσεις, με σκληρό εξώφυλλο στην τιμή των €22 και με μαλακό εξώφυλλο στην τιμή των €18» μου είπε ο βιβλιοπώλης. «Ποιο θέλετε;»


«Αν κρίνω από τα καλά που μας κάνανε, ούτε ένα ευρώ δεν έπρεπε να δίνουμε για να τους διαβάσουμε… Φέρτε το φτηνό» του απάντησα. 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2015

Ζήτω Ο Κυρ Υμπύ - Ζήτω Η Πολωνία!

Κερδίσαμε βραβείο και θα το πει και ο κώλος μας!



Η παράσταση μας, «Υμπύ Τύραννος» που ανέβηκε στα πλαίσια του φετινού φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου του ΘΟΚ απέσπασε το πρώτο βραβείο παγκύπρια – ανακοινώθηκε προ ολίγου.

Είμαι άρρωστος, έγκλειστος στο σπίτι, και ξαφνικά μου πέρασαν όλα, ξεμπλόκαρε η μύτη, σταμάτησαν να τρέχουν τα μάτια μου και ο λαιμός μου έκλεισε από χαρά και ουχί από φλέγματα. Βαράτε βιολιτζήδες, έχουμε γιορτή.

Κουραστήκαμε πολύ για να ανεβεί αυτό το έργο. Δεν ήταν εύκολο. Είχε επί σκηνής 14 άτομα τα οποία χτυπιούνταν μεταξύ τους, πάλευαν, έπεφταν χάμω, ξανασηκώνονταν, σκοτώνονταν, έπαιρναν-έφερναν έπιπλα, άλλαζαν ρούχα, άλλαζαν ρόλους. Για να πετύχει το εγχείρημα απαιτούνταν τρομερή πειθαρχία από πλευράς «χορού» και τεράστια αφοσίωση από τα μέλη της ομάδα μας. Μέλη τα οποία μεγάλωσαν πια, οι περισσότεροι έχουν οικογένεια και το να ανταπεξέλθουν σε τέτοιες απαιτήσεις ήταν κάπως φιλόδοξο.

Αντιλαμβάνεσαι, περάσαμε από 40 κύματα και πάλι. Ένα μήνα πριν την παράσταση το μισό έργο ήταν δεν ήταν καν στημένο, είχαμε αποχωρήσεις της τελευταίας στιγμής για λόγους υγείας, έπρεπε να βρεθούν αντικαταστάτες, έπρεπε να επικρατήσει η ψυχραιμία. Τα εσωτερικά και άηχα σιχτίρια έδιναν και έπαιρναν. Μα, επικράτησε η λογική. Σφιχτήκαμε, το στήσαμε, το παίξαμε, κερδίσαμε.



Δεν φαντάζεσαι πόσο αγαπώ αυτή την ομάδα. Τα έχω γράψει εκατό φορές, αλλά τα ξαναγράφω γιατί πραγματικά αυτή η ομάδα μου άλλαξε τη ζωή. Πέραν του ότι μέσω αυτής γνώρισα τη γυναίκα μου, και γίναμε κουμπάροι με τους μισούς, αυτή η ομάδα μου έμαθε να δείχνω ανοχή. Ως γνωστόν δυσκολεύομαι να ενταχθώ σε ομάδες, εξ απαλών ονύχων αρνούμουν να συνεργαστώ με τον έναν ή τον άλλον καθότι θεωρούσα ότι κανείς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα στάνταρτς μου (και αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζω γενικότερα στην κυπριακή κοινωνία που καλούμαι να ενταχθώ και όχι αδίκως), αλλά εδώ έμαθα να σιωπώ και να ανέχομαι. Γιατί μόνο έτσι προοδεύεις.

Βέβαια, εδώ έχω να κάνω με άτομα που πλέουν στο ίδιο μήκος κύματος και μοιράζονται την ίδια τρέλα οπότε δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Έλα όμως εσύ να κάνεις πρόβα με 14 δικηγόρους που μόλις είχαν μια νευρική μέρα στα δικαστήρια και στα γραφεία τους και έρχονται στην πρόβα «φορτωμένοι» και να σου πω εγώ αν θα τους αντέξεις. 

Η επιτροπή του ΘΟΚ μου απένειμε προσωπικά και το βραβείο Α’ αντρικού ρόλου. Τους ευχαριστώ, αν και εν μέρει το «έκλεψα» μιας και ο Υμπύ Τύραννος είμαι εγώ. Δεν χρειάστηκε να υποκριθώ δραματουργικά κάτι άλλο. Ήμουν απλά ο εαυτός μου.

Αφιερώνω αυτό το βραβείο στη Μπρέντα μου που είναι όλος μου ο κόσμος. Και σε όλα μου τα φιλαράκια στην ομάδα. Συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη μας, Ευρυπίδη Δίκαιο που τον αντέξαμε και μας άντεξε. Θερμές ευχαριστίες και σε όσους μπλόγγερς στήριξαν την προσπάθεια: Στη Γουρουνέλλα μας, στη Μπέατριξ και Αμαδρυάδα μας, στην Τζόι Τήαρς και στη Νεράιδα μας, στη Μάνα και τη Κολόνα μας.


Άντε και του χρόνου με μιούζικαλ – που καημό το έχω!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2015

Η Επιστροφή Του Βίσσαρου

Κάθομαι και ακούω το νέο δίσκο της Άννας Βίσση.

Δεν είχα σκοπό να το κάνω θέμα, άλλωστε είμαι πλέον 35 χρονών και ψιλοντρέπομαι να σου παραδεχτώ ότι κάθομαι και ακούω 14 τραγούδια σε επανάληψη εδώ και δυόμιση ώρες και τραγουδώ σαν χάχας. 

Αλλά αυτό συμβαίνει, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Ανέκαθεν. Θυμήθηκα που το 1998, στη Γ’ Λυκείου κατά τη διάρκεια μίας κενής περιόδου – είχε αρρωστήσει ένας καθηγητής – εγώ έφυγα από το σχολείο, πήγα στο σπίτι μου, άκουσα το «Αντίδοτο» που μόλις είχε κυκλοφορήσει μία φορά και επέστρεψα πίσω για το υπόλοιπο της ημέρας.

Ε, τόσα χρόνια μετά, με την ίδια λαχτάρα ακούω τα ίδια τραγούδια και δηλώνω πανευτυχής. 

Πόση επίδραση έχει πάνω μου αυτή η γυναίκα. Αυτό το πάθος, αυτό το παρατεταμένο ρό και ταφ... Σαν να μου κάνει ένεση ευτυχίας η κάθε νότα που τραγουδά. Την αγαπώ! Να ‘ναι καλά, να μου μεγαλώσει και τα παιδιά μου. 

Συνέντευξη λέγεται ο δίσκος, ψάξτε τον και αγοράστε τον. Και μην ακούσω μουρμούρα περί της καριέρας της, της ηλικίας της, των στίχων του Καρβέλα, και ό, τι άλλο κατεβάσει η αγάμητη η κούτρα σας, γιατί θα απελευθερώσω τις υποχθόνιες δυνάμεις του σκότους που κρύβει η ψυχή μου και θα καείτε σε υγρό καζάνι με πυρακτομένα περιττώματα πριν προλάβετε να πείτε «ξανά μανά!»

My Top 5:
5. Συνέντευξη.
4. Αχώριστοι.
3. Άσε Τους Έρωτες
2. Προτιμώ.

1. Χωριστά.*

Πέμπτη, Νοεμβρίου 26, 2015

Πες Μας Τη Γνώμη Σου

Τα δύο αγαπημένα μου προγράμματα αυτή την εποχή στην τηλεόραση είναι τα καλλιστεία. Τόσο τα γυναικεία, όσο και τα αντρικά, αποτελούν εξαιρετική ευκαιρία να επιβεβαιώσεις ότι αυτή η χώρα και αυτός ο κόσμος δεν πλάστηκε για μας.

Και μην βιαστείς να με κατακρίνεις, γιατί σαφώς δεν πνέω τα μένεα εναντίον 20 αμόρφωτων κοριτσιών και είκοσι αμόρφωτων αγοριών που δεν μπορούν να συντάξουν μισή σωστή πρόταση στην μητρική τους γλώσσα για να εκφράσουν την άποψή τους ούτε καν για την πιο απλή ερώτηση. Εμένα η ένστασή μου, αλλά και το ενδιαφέρον μου, εστιάζονται στον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται να απαντήσουν στις ερωτήσεις από την εκάστοτε παραγωγή και από την εκάστοτε κομπλεξική επιτροπή.

Τα καλλιστεία είναι σαφώς η κορυφή του παγόβουνου, γιατί το πρόβλημα έκφρασης άποψης και γνώμης είναι βαθύτερο, και εντονότερο, και σε άλλες επιτροπές που όμως δεν χαίρουν τηλεοπτικής κάλυψης, όπως αυτές που διορίζουν κόσμο στο Δημόσιο π.χ., αλλά και σ’ αυτές που προσλαμβάνουν προσωπικό σε ιδιωτικές εταιρείες.

Πας, ας πούμε, κάπου και σε ρωτάνε «πώς θα ένιωθες αν ο αδελφός σου ήταν ομοφυλόφιλος» και όλοι ξέρουμε ότι ο μέσος άνθρωπος θα βρεθεί προ διλήμματος καθότι θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο απαντήσεων. Της πραγματικής και της καθώς πρέπει. Αν είσαι αφελής θα πεις ό, τι σκέφτεσαι, αν θέλεις τον διορισμό θα πεις ό, τι θέλουν να ακούσουν. Αυτό κι αν είναι συγκαλυμμένος φασισμός.

«Αν ο αδελφός μου ήταν ομοφυλόφιλος θα τον στήριζα, θα τον συμπονούσα, θα τον αντιμετώπιζα όπως πριν». Και όσο το πιστεύω εγώ αυτό που λέω, άλλο τόσο να το πιστέψετε κι εσείς, φαίνεται να λέει η αμήχανη και τρεμάμενη φωνή του υποψηφίου... αλλά αυτά θέλετε να ακούσετε, αυτά σας λέμε, βάλτε τώρα τον καλό τον βαθμό.

Εφόσον αντιλαμβανόμαστε όλοι από την αμηχανία στην ατμόσφαιρα ότι κανένας δεν εννοεί αυτά που λέει και ότι στην Κύπρο αυτές οι νοοτροπίες δεν υφίστανται, τι θέλουμε και το παλεύουμε περαιτέρω;

Ζω για την ημέρα που θα γνωρίσω αυθεντικό άνθρωπο. Που θα εκφραστεί κάποιος με παρρησία και δεν θα κωλώσει να υποστηρίξει τη θέση του. Παραδείγματος χάρη: 

«Αν ήταν ο αδελφός μου ομοφυλόφιλος θα ένιωθα άβολα, γιατί μεγάλωσα με άλλα στερεότυπα και μου έπεσε βαρύ. Αναγνωρίζω βέβαια ότι τώρα αλλάζουν τα πράγματα και υποτίθεται τους έχουμε αποδεχτεί, κάνουν και παρέλαση μια φορά τον χρόνο, η ΕΕ μας είπε ότι πρέπει να ψηφίσουμε και το σύμφωνο συμβίωσης αν δεν θέλουμε να φάμε καμπάνα, και κάποιοι θέλουν και να υιοθετούν παιδιά, οπότε πρέπει να συμπεριφέρομαι σαν να μην συμβαίνει τίποτε, και να βγαίνουμε έξω όλοι μαζί σαν μια ωραία παρέα, αλλά πολλά μαζεμένα μας πέσανε και δεν τα έχουμε ακόμα χωνέψει σαν κοινωνία ώστε να βγάλουμε ένα σφαιρικό, ήρεμο, ορθολογιστικό και λογικό συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω καταλήξει 100% στο τι πιστεύω καθότι το θέμα είναι λεπτό, όμως αδελφός μου είναι και, ως γνωστόν το αίμα νερό δεν γίνεται.»

Αυτή θα ήταν μια πιο σωστή απάντηση. Γιατί θα φανέρωνε μια διεργασία σκέψης, και θα φανέρωνε άνθρωπο που προσπαθεί να ισορροπήσει τη λογική με το θυμικό, πράγμα σπάνιο και γοητευτικό, θα φανέρωνε μια συστολή και μία ειλικρίνεια που θα έπειθε και τον πιο δύσκολο κριτή.

Τα πάνελ όμως, δεν εκτιμούν αυτό! Θέλουν το καθώς πρέπει ψέμα κι ας είναι αδικαιολόγητο. Και θέλουν το ψέμα γιατί μέσα από το ψέμα θα περάσει η προπαγάνδα.

Έτσι λειτουργεί όλη η Κύπρος. Δεν μπορείς να εκφράσεις τις σκέψεις σου, τις φοβίες σου, τις ανασφάλειές σου, τους δισταγμούς σου. Αμέσως είσαι λάθος. Αλλά αν απαντήσεις το «σωστό» με αμηχανία και χωρίς πολλά-πολλά, πείθοντας ουσιαστικά κανέναν, είσαι αυτόματα σωστός. Τότε και προσωπικότητα διαθέτεις, και μπορείς να μας εκπροσωπήσεις επάξια στους διεθνείς διαγωνισμούς, και μπορείς να διοριστείς στο Δημόσιο, γιατί το παν είναι να λες αυτό που θέλουν να ακούσουν και όχι αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι δικαιολογώντας το.

Και είμαι κομμάτι αυτού του προβλήματος, γιατί κι εγώ έχω πέσει θύμα αυτής της νοοτροπίας. Όταν είχα πάει σε συνέντευξη για δουλειά, με ρώτησε μία κυρία από την επιτροπή: «Πώς θα καταφέρεις να αντεπεξέλθεις στα καθήκοντά σου ως νέος υπάλληλος και να επιβληθείς σε ένα περιβάλλον με τόσους πιο έμπειρους από σένα συναδέλφους;» Κι εγώ απάντησα ότι σκοπεύω να επιβληθώ με τις γνώσεις μου και την αφοσίωσή μου στην εργασία μου. Όλοι όμως ξέρουμε ότι η πραγματική απάντηση ήταν «δεν έχω ιδέα πως θα επιβληθώ, μάλλον θα κάνω υπομονή με τα ξεκατινιάσματα και τα κουτσομπολιά, θα βάζω από το ένα, θα βγάζω από το άλλο, θα κάνω τη δουλειά μου όσο πιο καλά μπορώ και όταν σχολάω και πάω σπίτι μου θα τα γράφω όλα στ’ αρχίδια μου.» Μάντεψε ποια απάντηση θα εκτιμούνταν περισσότερο. Ζω για την ημέρα που θα μπορώ να απαντήσω το δεύτερο και θα μου πουν «μπράβο που λες τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη!»

-          Σου αρέσει που υπάρχει ισότητα μεταξύ των δύο φύλων;

Ρώτησαν χθες βράδυ έναν άλλον υποψήφιο.  

Ο υποψήφιος απάντησε «σε κάποια θέματα δεν μου αρέσει» και βρήκα την απάντησή του πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το να μου έλεγε το προφανές, ότι δηλαδή «τα δύο φύλα είναι ίσα και έτσι πρέπει να ‘ναι». Βέβαια, η απάντηση θα είχε ενδιαφέρον αν την τεκμηρίωνε, και αν μας εξηγούσε τη σκέψη του, μα όλοι γνωρίζουμε ότι στα τηλεοπτικά πάνελ μία αόριστη πρόταση αρκεί για να καλύψει το κενό του τηλεοπτικού χρόνου ώστε να βγει το πρόγραμμα, οπότε μικρό το πρόβλημα. Αλλά, αν ο υποψήφιος το συνέχιζε και έλεγε ότι, παραδείγματος χάρη, τον ενοχλεί που χάθηκαν οι ρόλοι ανάμεσα στα φύλα και βρίσκει ξενέρωτο να τον κυνηγά μια γυναίκα και να του την πέφτει πρώτη, ή τέλος πάντων, αν έλεγε ότι θέλει να έχει ο ίδιος το πάνω χέρι γιατί αισθάνεται προστάτης και όλο αυτό είναι κατά βάθος γοητευτικό, θα είχε εννοείται τη ψήφο εμπιστοσύνης μου. Γιατί θα φανέρωνε έναν εαυτό που προσπαθεί να ισορροπήσει τα στερεότυπα με τις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές.

Το «πιστεύω στην ισότητα» εννοείται δεν λέει τίποτα, αλλά είναι καταφανώς πιο θεμιτό από το «δεν πιστεύω στην ισότητα» που επίσης δεν λέει ουσιαστικά τίποτα. Και εννοείται ότι ζούμε σε εποχές που όσο κι αν επιχειρηματολογήσεις, ο σκοπός είναι να καταλήξεις υπέρ της μειονότητας και του αδυνάτου ή του κοινωνικά περιθωριοποιημένου. Είτε αυτή η μειονότητα λέγεται ομοφυλόφιλοι, είτε μετανάστες, είτε τουρκοκύπριοι, είτε δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Τελευταίο και κλείνω: Είχε ρωτήσει ο Ιωαννίδης τις προάλλες στα καλλιστεία μια υποψήφια, να του πει ποια παγκόσμια προσωπικότητα θαυμάζει, κι εκείνη απάντησε τον Πούτιν. Δεν το δικαιολόγησε επαρκώς, φαίνεται έτσι της είχαν πει να απαντήσει από το σπίτι της κι αυτό έπραξε, και τότε ο Ιωαννίδης και η Ευρυπίδου απογοητεύτηκαν και της είπαν ότι υπάρχουν και πιο σοβαρές προσωπικότητες για να θαυμάσει κανείς (δεν μας τις κατονόμασαν, αλλά κατά τη γνώμη τους υπάρχουν και οι ίδιοι τις ξέρουν – κι εμείς πρέπει να τους πιστέψουμε), και ως εκ τούτου τη βαθμολόγησαν χαμηλά.

Αντιλαμβάνεσαι τη γελοιότητα του πράγματος και από τις δυο πλευρές. Των μεν επειδή θεωρούν οτι οι προσωπικότητες που γνωρίζουν οι ίδιοι είναι σοβαρότερες από την προσωπικότητα που θαυμάζει η υποψήφια, της δε υποψήφιας επειδή θαυμάζει τον Πούτιν, αλλά δεν ξέρει να μας πει γιατί. Παρεμπιπτόντως, αν η απάντηση δινόταν σήμερα που μιλάμε, η αιτιολόγηση θα ήταν περιττή καθότι όλοι πλέον αγαπάμε Πούτιν. Τέλος πάντων.

Εγώ θέλω να ζω σε έναν κόσμο που ακόμα και τον Χίτλερ να θαυμάζεις, αυτό να θεωρείται σωστό εφόσον το τεκμηριώνεις. Εφόσον μπορείς να δικαιολογήσεις γιατί τον θαυμάζεις, αυτό να μην σε καθιστά αυτόματα λάθος. Αν εγώ θαυμάζω τον Χίτλερ για τον Χ, Ψ, λόγο, ή αν θαυμάζω τον Μέγα Αλέξανδρο που έφτασε η χάρη του μέχρι τα βάθη της Ασίας επειδή είχε στρατηγικό μυαλό και ηγετικές ικανότητες, δεν σου πέφτει λόγος. Και την Κοκό Σανέλ και τον Άινσταϊν, και την Άννα Βίσση, δικαιούμαι να τους θαυμάζω εφόσον σου εξηγώ γιατί. Και η απάντηση μου είναι 100% σωστή.


Απλώς, ζούμε ακόμα σε χώρες που η διαφορετική άποψη είναι αποδεκτή, μόνο αν συμβαδίζει κατά βάθος με τη δική μας και την περιρρέουσα – εμετός. 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2015

Περί Ελεφάντων Κι Άλλων Προβοσκιδοειδών

Τον πήρατε κι εσείς χαμπάρι; Τι όχι; Δεν τον είδατε να βόσκει απτόητος στα ξεροχώραφα της πατρίδας μας; Όχι, δεν αναφέρομαι στο γνωστό, εγχώριο και άκρως συμπαθητικό γαϊδουράκι βρε χαζούλια. Αναφέρομαι στο νέο είδος τετράποδου που ευδοκιμεί στη χώρα μας και δεν είναι άλλο από τον Ελέφαντα. Τον ελέφαντα-horkatescu.

Μέχρι σήμερα ήξερες ότι ο ελέφαντας είναι είτε ασιατικός είτε αφρικανικός. Αμ δε στα 'ξηγήσανε καλά. Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε και ο κυπριακός ελέφαντας, ο οποίος βόσκει παντού, κυκλοφορεί παντού, περπατά και ρημάζει τα πάντα, παντού, αλλά ω, της φρίκης! Κανείς δεν ξεστραβώνεται να τον ειδεί. Επειδή δεν μας συμφέρει. 

Κι αυτό έχει σημασία στη χώρα μας. Να επιλέγουμε τί θέλουμε να δούμε, ασχέτως αν έχει περάσει κοπάδι ελεφάντων και δυο τσουνάμια από πάνω μας. Το σημαντικό είναι να παραμένουμε πιστοί στην άρνηση και να την περάσουμε και στους υπόλοιπους. Ακελική συμπεριφορά. 

Κι ας τολμήσει κανείς να υποδείξει στους υπόλοιπους την παρουσία του ελέφαντα. Με συνοπτικές διαδικασίες καθίσταται: εχθρός της πατρίδας, προδότης, εχθρός, και πολεμάται με κάθε μέσον καθότι «πολλύν αέρα πήρε εδώ μέσα». 

Υπάρχει ένας μόνο τρόπος να διασωθείς απ’ όλη αυτή την τρέλα. Να σκοτώσεις τον ελέφαντα. Δεν τον βλέπουν που δεν τον βλέπουν, ας μην περιφέρεται άσκοπα μες τα πόδια μας και να μας δημιουργεί προβλήματα. Τον σκοτώνεις και απαλλάσσεσαι από την παρουσία του, αυτή τη φορά στ’ αλήθεια. Μα, δεν θα τελειώσει εκεί το έγκλημα. Δεν καθάρισες με το να σκοτώσεις το ζωντανό. 

Οι ελέφαντες, ως γνωστόν, φημίζονται για το ελεφαντόδοντό τους. Σκοτώνεις, λοιπόν, το τέρας, αφαιρείς το ελεφαντόδοντο και το χρησιμοποιείς καταλλήλως. Τους το χώνεις στον κώλο. Τους το σφηνώνεις μέσα, βαθιά, να το νιώσουν... ώσπου "το αίμα των νεκρών να πάρει εκδίκηση." Αφού τόσον καιρό δεν ήξεραν, δεν ρώτησαν, δεν τον είδαν, δεν τον πολέμησαν, τουλάχιστον ας τον νιώσουν. 

Fair enough. 

Πέμπτη, Νοεμβρίου 19, 2015

Το Πουλί Του Θείου Νίκου

Ο θείος Νίκος είχε αγοράσει της θείας Ελίζας έναν παπαγάλο. 

Ο παπαγάλος ήταν κακάσχημος, αφρικάνικος, σαν εκείνον που βλέπεις στην παγωταρία του Ηρακλή στην οδό Λήδρας. Γκρίζος, με μαύρο ράμφος, μαύρα και κόκκινα φτερά σαν κοράκι σε νεκροταφείο. Τον είχαν μέσα σε ένα ασφυχτικά μικρό, σιδερένιο κλουβί στο χωλ, το οποίο έσφυζε στη βρόμα και τη δυσωδία. Ήταν μονίμως λερωμένο από φύλλα φυστικιών και περιττώματα, σκέτη φρικωδία. 

Ποτέ μου δεν κατάφερα να τον αντιμετωπίσω σαν κατοικίδιο και να τον αγαπήσω. Για μένα ήταν πάντα ένα τέρας μέσα σε ένα κλουβί το οποίο προσπαθούσε με το ράμφος του να ανοίξει τη σιδερένια πορτούλα, να πετάξει και να με κατασπαράξει. Ο θείος Νίκος βέβαια είχε άλλη άποψη, τον έβρισκε τρισχαριτωμένο κι αυτό γιατί ο παπαγάλος μιμούμενος την θεία Ελίζα στην ομιλία, φώναζε συχνά – πυκνά το όνομά του: «Νί-κο! Νί-κο!» 

Ο θείος Νίκος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι κάθε που ο παπαγάλος τον προσφωνούσε, λες και ανακοίνωναν το όνομά του ενώπιον του πρέσβη των Παρισίων, και πίστευε ότι επρόκειτο για σπουδαίο κατόρθωμα. Ώσπου ο θείος Νίκος τα κακάρωσε. Κι απέμεινε ο παπαγάλος μόνος του στο χωλ να τον αναζητεί και να τον μοιρολογεί: «Νί-κο! Νί-κο!»

Η θεία Ελίζα μαράζωσε στο πένθος.  Μια φορά, στις σαράντα μέρες, μου είπε ότι δεν έκλεισε μάτι όλο το βράδυ γιατί άκουσον-άκουσον, αισθανόταν τη ψυχή του θείου να περιφέρεται στο σπίτι και ο παπαγάλος που την έβλεπε της μιλούσε: «Νί-κο! Νί-κο!» Εκείνο το βράδυ κρύφτηκε ολόκληρη κάτω από την κουβέρτα και δεν τολμούσε να ξεπροβάλει το κεφάλι της μην τυχόν βρεθεί ενώπιος ενωπίω με το φάντασμά του. Ήταν τόσο σίγουρη ότι η ψυχή του θείου σουλατσάριζε στο σπίτι, που εκτός των άλλων αισθάνθηκε ακόμα και το πάπλωμα δίπλα της να βουλιάζει, σαν να ήρθε ο μακαρίτης να ξαπλώσει δίπλα της. 

«Νί-κο! Νί-κο!» έσκουξε ο παπαγάλος, εκεί τα είδε όλα η θεία. 

Ο παπαγάλος, με τον καιρό, εξελίχθηκε σε τεράστιο βασανιστήριο. Όσο περνούσε ο καιρός και το όνομα του θείου Νίκου αντηχούσε στο σαλόνι, τόσο περισσότερο θλιβόταν η θεία Ελίζα. Ώσπου πήρε την απόφαση να τον αφήσει ελεύθερο για να ησυχάσει από τις κραυγές του, αλλά και τον βραχνά της φροντίδας του. Μετέφερε το κλουβί στην αυλή, άνοιξε το πορτάκι και περίμενε τον παπαγάλο να ανοίξει τα φτερά του για το εξωτικό Καϊμακλί. Ο παπαγάλος με επιφύλαξη πλησίασε στο ανοιχτό πορτάκι, γαντζώθηκε με το ράμφος του και με αργά βήματα ξεμύτισε από το κλουβί. Έκανε μια απότομη τούμπα και τσουπ, βρέθηκε θρονιασμένος στην οροφή του κλουβιού να ρεμβάζει. 

«Πέτα Χριστιανέ μου!» του είπε η θεία Ελίζα, «τί κάθεσαι και χάσκεις, παπαγάλος είσαι εσύ ή κότα;» Τίποτα αυτός, καμία προσβολή δεν ήταν ικανή να τον φέρει στο φιλότιμο. Έσπρωξε ελαφρά το κλουβί για να τον τρομάξει και να αναγκαστεί να πετάξει, εις μάτην. Μέχρι που επιστράτευσε τη σκούπα. Έδωσε μια σκουντιά στο κλουβί, πάρτο κάτω στο μάρμαρο με το ζωντανό να πεταρίζει τρομαγμένο από την έκπληξη. Όχι, ούτε αυτή τη φορά πέταξε. Και όπως απεδείχθη, δεν πέταξε γιατί τα εσωτερικά του πτερύγια είχαν κοπεί εντέχνως από κτηνίατρο διά αυτόν ακριβώς τον λόγο. Μην τυχόν και δραπετεύσει μια μέρα πετώντας. Συνηθίζεται αυτό στους παπαγάλους, ιδίως όταν οι κάτοχοί τους τους αγαπούν πολύ και δεν ρισκάρουν να τους χάσουν. 

«Νί-κο! Νί-κο!» αναφώνησε ο παπαγάλος ελαφρώς ξεψυχισμένα και καταφανώς ξιφτερισμένος. Η θεία Ελίζα τον άρπαξε θυμωμένη από το μάρμαρο, θαρρείς και άρπαζε ψοφίμι γάτας απ’ την κυπριακή άσφαλτο, και τον έμπηξε με δύναμη πίσω στο κλουβί του. Έκλεισε το πορτάκι και τον επέστρεψε στο σαλόνι. Προκειμένου να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα ζούσε με το φάντασμα του θείου στο σπίτι και με τον παπαγάλο του να πιάνει ψιλή κουβέντα μαζί του, τον άφησε χωρίς νερό και χωρίς φυστίκια δυο μέρες,  έτσι για το γαμώτο.

Παρόλα αυτά, ο παπαγάλος δεν απέφυγε το μοιραίο τέλος. Βρήκε φρικτό θάνατο λίγους μήνες μετά. Τον έφαγε η Μαρούλα η Μιχαήλ. Κυριολεκτικά. Ψημένο στη σχάρα. 

Βασικά, η θεία Ελίζα μια μέρα εκεί που χτενιζόταν, την έπιασε φαγούρα στο κεφάλι. Σκαλίζοντας το, ξεπρόλαβαν δύο ωραιότατα κερατάκια ανάμεσα στις αραιές της τούφες. Μετά το πρώτο σοκ, άρχισε να ανακατεύει κάποια προσωπικά αντικείμενα του θείου και έντρομη ανακάλυψε ότι ο θείος είχε όντως αρχίσει να φέρνει τις βόλτες του, και είχε κάνει τις βρομιές του και με το παραπάνω. Έξαλλη άρχισε να πετά μέσα στο δωμάτιο επιστολές, ραβασάκια, φωτογραφίες και δώρα, ενώ όταν συνειδητοποίησε ότι η πέτρα του σκανδάλου ήτο η Μαρούλα Μιχαήλ που έπαιζαν μαζί κουγκάν εξ απαλών ονύχων, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. «Γι αυτό δεν αξιώθηκε να κερδίσει μισή παρτίδα τόσα χρόνια, η μαλακισμένη;» αναρωτήθηκε.
 

«Νί-κο! Νί-κο!» Ο παπαγάλος διέκοψε ξανά τις σκέψεις της. Το βλέμμα της καρφώθηκε στον καθρέφτη που είχε απέναντί της. Σκέφτηκε ότι από τα πουλιά του άντρα της δεν έμελλε να δει χαΐρι. Καθώς τα κρωξίματα του παπαγάλου ξεθώριαζαν στο βάθος των λαβυρίνθων των δύο της ώτων, η θεία Ελίζα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Φόρεσε τα πλαστικά γάντια της κηπουρικής της, άνοιξε το πορτάκι του κλουβιού και με μια απότομη κίνηση έπνιξε τον παπαγάλο καθώς αυτός άφηνε το τελευταίο του φτερό στον βρομισμένο πάτο του κλουβιού. 

Τα υπόλοιπα φτερά του έγιναν μια ωραιότατη βεντάλια, και διακόσμηση για τις ροζ παντόφλες της. 

Ο παπαγάλος ψήθηκε στη σχάρα και σερβιρίστηκε ως... "κοτόπουλο" στην κυρία Μαρούλα, την επόμενη κιόλας μέρα. «Πολύ μαλακό το κοτόπουλο σου, Ελίζα μου, εν που τη ψησταριά του Παναγιώτη που τ' αγόρασες;» ρώτησε απλά και καθημερινά. Αυτά ήταν και τα τελευταία της λόγια. Η θεία Ελίζα παρέμεινε ακίνητη, με σταυρωμένα τα χέρια, καθώς την παρακολουθούσε να πνίγεται από το κρέας παπαγάλου. 

Λίγο πριν ξεψυχήσει και ενώ ο Χάρος εμφανίστηκε με το δρεπάνι του να τη θερίσει, η θεία Ελίζα πλησίασε στο αφτί της κυρίας Μαρούλας και της ψιθύρισε: 
  
«Θα ‘ναι πραγματικά περήφανος αν σε βλέπει τώρα να ξανά-πνίγεσαι απ’ το πουλί του!»

Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2015

Στα Καθ' Ημάς

Τα γεγονότα στο Παρίσι μου προκάλεσαν σοκ και κατάθλιψη. 

Από τότε που μίκρυνε ο κόσμος εξ αιτίας της τεχνολογίας και όλα συμβαίνουν τόσο κοντά μας, αισθάνομαι ότι δεν δικαιούμαστε να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε τέτοιες συμφορές. Παλιότερα, που το ίντερνετ δεν υπήρχε και το Παρίσι ήταν πολύ μακριά μπορούσες και να αδιαφορήσεις. Ή το μάθαινες την επόμενη μέρα και ήταν ήδη πολύ αργά. Τώρα πια δεν σε παίρνει. Οι κάμερες των κινητών σε τοποθετούν στον τόπο του εγκλήματος σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Είσαι κι εσύ θεατής στο στάδιο, στο θέατρο, στο μπαρ. Τους σφάζουν μπροστά σου. Και δεν ξεμπερδεύεις με ένα «αυτά συμβαίνουν μακριά». Δεν ξεμπερδεύεις βέβαια, ούτε με το να βάψεις το προφίλ σου τρικολόρε, ούτε όταν φωτίσεις την πινακοθήκη της Λάρνακας αντιστοίχως. Πλέον όλα συμβαίνουν μέσα στο σαλόνι σου, και οφείλεις να συμμετάσχεις πιο ενεργά. 

Τώρα θα μου πεις, τι να κάνω εγώ από τη Λευκωσία; Να πολεμήσω την τρομοκρατία; Να περισυλλέξω τον πρόσφυγα, πώς; Δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Δεν κάνω ούτε και για άλλα, ευκολότερα βέβαια... Αλλά ναι, είναι αποτροπιαστικά όλα αυτά, και δεν ξέρουμε πώς να τα διαχειριστούμε. Γιατί ακριβώς ποτέ προηγουμένως δεν υπήρξαμε «κοινωνοί» των γεγονότων. Μόνο θεατές. 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δεν έχω διάθεση για τίποτα. Τελείωσαν οι παραστάσεις του «μπαμπά» την Παρασκευή. Πήγαμε πολύ καλά εν τέλει. Ενώ έλεγα «να τελειώνουμε παιδιά γιατί κουράστηκα», τώρα που τελείωσε θέλω κι άλλο και ήδη ο νους μου πετά στα επόμενα έργα που θα μπορούσαμε να ανεβάσουμε. Τράβα με κι ας κλαίω είμαι, κλασικά. Πεθύμησα και την ομάδα ήδη. Είναι απίστευτο το δέσιμο που δημιουργείται με ανθρώπους που μοιράζεσαι μια σκηνή. 

Πήγα και είδα τη Λωξάνδρα χθες. Μια χαρά παράσταση είναι. Κατέληξα στο ότι εγώ βαριέμαι φρικτά αυτά τα έργα εποχής. Γιατί μπορεί μικρός να έβλεπα κι εγώ τη Λωξάνδρα στην ΕΡΤ και να την απολάμβανα, αλλά στα 35 μου η ιστορία της ουδόλως με ενδιαφέρει. Πόση ώρα να την ακούω να περιγράφει τα φαγητά της; Στον πέμπτο ντολμά που καταβρόχθισε την έκοψα τη φλέβα. Η μόνη σκηνή που χαμογέλασα λίγο ήταν όταν επέστρεψε στην Πόλη από την Αθήνα σχολιάζοντας «εκεί δεν ξέρουν να ζουν, μόνο εκλογές ξέρουν να κάνουν...» 

Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου θυμίζει Ζουμπουλία ναι, αλλά αυτό δεν με χάλασε. Άλλωστε θεωρώ ότι οι σταρ θα κουβαλούν για πάντα αυτή την ευχή και κατάρα. Πιο πολύ με χάλασε που είδα τη φάτσα της Έλενας Παπαδοπούλου στον θίασο. Γενικότερα, δεν έχω υπομονή με τους ηθοποιούς ή τους καλλιτέχνες που συνδέουν το όνομά τους με κάποιον κομματικό χώρο. Ειδικά τον κυπριακό κομματικό χώρο που είναι συνώνυμος των σκατών. Με το που την είδα να υποδύεται την Κοντύλω πάνω στη σκηνή, έχασε όλη η παράσταση την όποια αξία της. 

Κατά τα άλλα, έπληξα, αλλά αυτό έχει να κάνει καθαρά με τα δικά μου γούστα. 

Και τώρα που τελειώσαμε με τα θέατρα, ας επανέλθουμε στον πρότερό μας βίο. Ισπανικά, κολύμβηση, διάβασμα και συγγραφή στα άμεσα σχέδια. Όχι κατ’ ανάγκη με αυτή τη σειρά. 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 11, 2015

Πέρα Από Κάθε Γκαντεμιά

Άκου τώρα να δεις μέσα σε τι κλίμα «ευφορίας» και «καλούς ανέμους» διεξήχθη η χθεσινή πρόβα τζενεράλε.

Κατ’ αρχάς, όπως ίσως γνωρίζεις, η παράσταση συνδιοργανώνεται με τον Δήμο Αγλαντζιάς (για τον οποίο ξέρεις πόση εκτίμηση τρέφω, αφού στάθηκε η αιτία για να  εγκαταλείψω την αγαπημένη μου Έγκωμη), ο οποίος ανέλαβε να μας βοηθήσει στη μεταφορά σκηνικών παρέχοντάς μας ένα φορτηγάκι. Το φορτηγάκι δεν εμφανίστηκε ποτέ. Γιατί όταν τηλεφώνησα να ρωτήσω τι ώρα θα δίναμε ραντεβού, ο καθ’ ύλην αρμόδιος με ενημέρωσε ότι «οι υπάλληλοι του Δήμου δυσκολεύονται να μας μετακομίσουν τα σκηνικά στις 12:00 το μεσημέρι, γιατί η ώρα 13:00 σχολάνε και δεν θα προλάβουν».

Και γιατί σχολάνε στη μία το μεσημέρι, θα αναρωτιέσαι, αφού το ωράριο του Δημ. Υπαλλήλου λέει ότι σχολάμε στις 14:30; Και μου λέει επί λέξει: «Ε, ώσπου να φορτώσουν τα σκηνικά, να ποκνιαστούν τζιαι να ξεκουραστούν λίον, εννάρτει η ώρα να σχολάσουν!» Ανεβάζω πίεση 300 αλλά συγκρατιέμαι, δεν θα λύσω εγώ το δημοσιοϋπαλληλικό πρόβλημα της χώρας: «Κύριε μου, πείτε τους να έρθουν. Σε μία ώρα θα έχουμε τελειώσει και θα σχολάσουν με την ησυχία τους» του είπα. «Ε, αν προλάβετε σε μια ώρα, καλώς. Ραντεβού αύριο στις 12:00, τότε!» μου απάντησε.

«Ποιο αύριο στις 12:00, κύριέ μου; Εγώ το θέλω σήμερα στις 12:00, λέμε! Σε μισή ώρα πρέπει να ξεφορτώσω σκηνικά στο θέατρο!», φώναξα κι ακούστηκα μέχρι το εξωτικό Καϊμακλί. «Σήμερα το θέλεις και σήμερα το ζητάς; Το φορτηγό τώρα είναι εκτός Λευκωσίας. Μεταφέρει ξερόκλαδα από ένα χωριό» (μα τι χωρκάτικο, Θεέ μου!).

Να καεί ο Δήμος Αγλαντζιάς ολόκληρος και να μη σώσει και γλιτώσει κανένας! Που σχολάνε στη μία για να προλάβουν να «ποκνιαστούν»! Να σας φάει ομαδικώς η Τρόικα να ησυχάσουμε, που πληρώνουν οι φορολογούμενοι φορτηγά για να ποκνιάζουντε οι υπαλλήλοι και να σχολάνε στη μία! 

Με χίλια ζόρια, με χίλια παρακάλια, και μέσω γνωστού του γνωστού, βρέθηκε τελικά φορτηγάκι να μας μετακομίσει τα σκηνικά στο θέατρο.

Φτάνοντας εκεί, περιμένω τον εργολάβο να έρθει από τη Λάρνακα και να φέρει τα μεγαλύτερα σκηνικά, τα οποία θα έστηνε με το συνεργείο του, ούτως ώστε να αρχίσει η πρόβα τζενεράλε νωρίς το απόγευμα. Ο κύριος έφτασε κανονικά και βάσει προγράμματος, αλλά έδειχνε αναστατωμένος. «Τι έχεις μάστρε και είσαι αναψοκοκκινισμένος;» ρώτησα. Τι ήθελα και ρώτησα; «Μόλις με ειδοποίησαν ότι ο παπάς μου είναι ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο. Έχει δεν έχει μπροστά του μια ώρα ζωής! Και θέλω να φύγω να τον προλάβω» μου απάντησε. «Και τι θα κάνετε; Θα πάτε να του πείτε το στερνό αντίο και να γυρίσετε αργότερα να στήσετε τα σκηνικά;» Αστεία ερώτηση, αλλά αυτό μου βγήκε εκείνη τη στιγμή. «Θα χάσω τον πατέρα μου κι εγώ θα επιστρέψω να στήσω σκηνικά;» απάντησε κι αυτός αυθόρμητα. Σωστά. Και τι να πεις εκείνη την ώρα; Ότι εσύ έχεις πρόβα και πρέπει να γίνει η δουλειά σου; Δείχνεις κατανόηση. «Θα σου στήσω τα σκηνικά μέσα σε ένα 20λεπτο και θα φύγω» μου είπε. Και έτσι έγινε. Με τη ψυχή στο στόμα και όπως, όπως, στήσαμε τα σκηνικά και ο κύριος έφυγε να προλάβει τον πατέρα του. Δεν έμαθα αν όντως πέθανε ο πατέρας του όμως, γιατί αργότερα κόντεψα να πεθάνω εγώ.

«Τρίτωσε το κακό!» μου είπε μία φίλη μου εκ των μελών του θιάσου κάνα δίωρο μετά. "Τι έγινε πάλι, Παναγία μου;" «Η κοπέλα που προσλάβαμε για να μας βάψει στην παράσταση, αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στην Ελλάδα. Έκοψε εισιτήριο εν μία νυχτί κι έφυγε…»

«Καλά και γι αυτό στεναχωριέστε; Βαφτείτε μόνες σας! Εδώ από το πρωί τσακώνομαι με το Δημόσιο και μάχομαι να στήσω την παράσταση, τώρα θα αγχωθούμε για το μακιγιάζ;» Μικρό το κακό, πράγματι. Κι όντως, δεν ήταν αυτός λόγος για να τριτώσει το κακό, παρόλο που εκ των υστέρων, πραγματικά απορώ πώς μπορεί κάποιος με ανειλημμένες υποχρεώσεις να αποφασίσει να εγκαταλείψει τη χώρα άνευ προειδοποίησης!

Αλλά ας περάσουμε στα ωραία:

Μισή ώρα πριν αρχίσει η πρόβα τζενεράλε, κι αφού στήθηκαν φώτα, ήχοι, σκηνικά, έπιπλα, και όλα τα σχετικά, μία εκ των ηθοποιών μου ανακοίνωσε ότι ο πυρετός που την κατατρύχει τις τελευταίες μέρες δεν έλεγε να πέσει, ότι επικοινώνησε με τον γιατρό της και ότι αυτός υποψιάζεται ότι πάσχει από κάτι πολύ σοβαρό και «της απαγορεύει να παίξει στην παράσταση». Αντιλαμβάνεσαι ότι στο άκουσμα ενός τέτοιου νέου είχα δύο επιλογές. Είτε να ανεβώ στη σκηνή και να τα σπάσω όλα, είτε να μείνω και να κοιτώ τον τοίχο». Έπραξα το δεύτερο. Τόσο εκτός χαρακτήρα ήμουν.

Η κοπέλα απολογήθηκε εκατό φορές, τι να κάνει η καημένη. Όταν ο γιατρός σου απαγορεύει να παίξεις, δεν θα παίξεις. Και δεν προτίθεμαι να διακυβεύσω την υγεία κανενός για ένα παλιοθέατρο. Αλλά, πώς το σώζεις; Πώς μπαλώνεις κόπους ενός έτους;

Αχ… πώς να το σώσεις… Εκείνη την ώρα ήθελα να μπω κι εγώ μέσα σε ένα αεροπλάνο και να φύγω. Αλλά, όχι! Δεν θα γίνω εγώ Χριστόφιας! Έπιασα τη Μπρέντα και της είπα: «αγάπη μου, σώσε με». Κάτι που άλλωστε αναφωνώ συχνά όποτε βρεθώ μέσα στα δυο στενά. Και η Μπρέντα μου, που είχε έρθει στο θέατρο για βόλτα, να μου φέρει λίγο νερό και να δει την πρόβα, βρέθηκε στα καλά του καθουμένου με ένα κείμενο στο χέρι να μαθαίνει λόγια στα παρασκήνια.

Περιττό να σου πω τι είδους πρόβα κάναμε. Περνούσαμε το έργο, και στις σκηνές της Μπρέντας σταματούσαμε για να τις στήσω από την αρχή. Εντάξει, δεν είναι και πολύ απαιτητικές, αλλά όσο να πεις, εκεί που είσαι θεατής να βρεθείς ηθοποιός, είναι ένα άλφα σοκ.

Τελειώσαμε στις 12:00 τα μεσάνυχτα. Και τους έδωσα σαφείς οδηγίες σήμερα, μέχρι την ώρα της παράστασης να κλεδωθούν όλοι σπίτια τους και να μην ξεμυτίσουν. Απαγορεύονται οι ασθένειες, οι τραυματισμοί, τα αππώματα, οι ανησυχίες και τα πάντα. "Και να πεθάνετε, θα παίξετε!" τους προειδοποίησα. Είναι κρίμα μία τόσο σούπερ ομάδα με ένα τόσο καλοστημένο έργο, προσεγμένο από κάθε άποψη να «πέσει» εξ αιτίας όλων αυτών των ατυχιών.

Μα το πράσινο καβλί μου, να πάνε όλα καλά σήμερα. Κι ορκίζομαι κι εγώ στον καλό Θεούλη, μετά απ’ αυτό θα κλειστώ κι εγώ σπιτάκι μου και θα βλέπω τηλεόραση και δεν θα κάνω τίποτα όλη μέρα. Όπως πραγματικά αξίζει να είναι η ζωή μου.

Δεν τολμώ να πω “break a leg” γι’ απόψε. Γιατί καμιά φορά παθαίνεις ό, τι εύχεσαι. 

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2015

Στα Πόσα Θέατρα Καίγεσαι;

Στα πόσα θέατρα τον χρόνο ξεκάνεσαι;

Στο ενάμιση.

Έρχεται νέα παράσταση αυτή την εβδομάδα, κυρίες και κύριοι. Όχι επανάληψη του «Υμπύ», αλλά καινούρια, ολοκαίνουρια. Το «Μπαμπά μην Ξαναπεθάνεις Παρασκευή», με την ομάδα του Προμηθέα. Στην οποία όχι μόνο παίζω, αλλά σκηνοθετώ κιόλας. Και είστε, εννοείται, και πάλι ευπρόσδεκτοι. Αν και το έργο είναι γνωστό, αν αναζητείτε κάτι χαλαρό, ευχάριστο, ατακαριστό και με all star cast, αυτή είναι η παράσταση που πρέπει να δεις αυτή την εβδομάδα. Την Τετάρτη, την Πέμπτη και την Παρασκευή, στις 8:00 το βράδυ στο Σατιρικό θέατρο, και όσοι θέλετε να κάνετε κράτηση, απευθυνθείτε στο 99-763602.

Διανύω γενικότερα θεατρικές μέρες. Αν δεν παίζω θέατρο, σκηνοθετώ θέατρο, αν δεν σκηνοθετώ θέατρο βλέπω θέατρο, κι αν δεν βλέπω θέατρο βγαίνω για ποτό με τις ομάδες του θεάτρου.

Χθες βράδυ πήγαμε και είδαμε τη Μαντάμ Σουσού. Η Μαντάμ Σουσού είναι το πρώτο σήριαλ που παρακολούθησα το 1986 και πρόκειται για τον χαρακτήρα που μου σύστησε την Παναγιωτοπούλου, η οποία συγκαταλέγεται στις 3 αγαπημένες μου ηθοποιούς. Χρειάζονταν μεγάλα αρχίδια για να προσεγγίσεις εκ νέου αυτό το έργο, καθότι η σύγκριση με τη σειρά είναι αναπόφευκτη. Είναι σαν να ανεβάζεις το «Χτυποκάρδια στα Θρανία» ας πούμε, χωρίς τη Βουγιουκλάκη.

Η παράσταση ως παράσταση βλέπεται ευχάριστα, παρόλο που χωλαίνει σε πολλά σημεία και σώζεται μόνο από το υπέροχο κείμενο και την ίδια τη Γιαγκιώζη. Η οποία Γιαγκιώζη κατάφερε να αποστασιοποιηθεί από την Παναγιωτοπούλου επαρκώς και αποδοτικώς, χωρίς όμως να βγαίνει εκτός χαρακτήρα. Η αλήθεια είναι ότι πεθυμάς ολίγον τι τη μπάσα φωνή της Παναγιωτοπούλου, πεθυμάς ολίγον τι το ειρωνικό της υφάκι, αλλά η Γιαγκιώζη στο σερβίρει εξίσου απολαυστικά χωρίς να καταφεύγει στη μίμηση. Εκεί που με κέρδισε πλήρως όμως, ήταν στο τέλος, όταν καταπλακώθηκε συναισθηματικά από την παράγκα της στον Βούθουλα και ήρθε αντιμέτωπη με την τραγικότητα της ύπαρξής της.

Από αρνητικά, όσα θέλεις. Κατ’ αρχάς το σκηνικό ήταν πολύ λιτό, σχεδόν παράλυτο και εξέπεμπε φτήνια. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο έργο να στηρίζεται σε μια αρμαρόλλα που μετά γυρίζει και γίνεται καθρέφτης, και σε τρία ξύλινα, φθαρμένα παντζούρια που μετά εξαφανίζονται για να κατέβουν δυο πολυέλαιοι της κακιάς ώρας. Έχω παίξει σε ερασιτεχνική παράσταση με πιο πλούσια σκηνικά. Αντιλαμβάνομαι ότι ο σκοπός των σκηνικών ήταν άλλος, αλλά στις μέρες μας το «δεν είχαμε λεφτά για κάτι καλύτερο» μεταφράζεται σε «λιτό και λειτουργικό σκηνικό». Δικαιολογίες. Είδα τη Μαντάμ Σουσού στο θέατρο, στην Αθήνα, το 1998 με την Παναγιωτοπούλου και η χλίδα του σκηνικού ακόμα λαμπιρίζει στο μάτι μου. Και δεν με χάλασε. 

Επίσης, πολύ κακή η επιλογή του Δρακόπουλου για Κατακουζηνός, όπως επίσης πολύ κακή η επιλογή της Βρόντη για… οτιδήποτε. Η τελευταία είναι ό,τι πρέπει για κυπριακή σειρά που κόπτεται στα πρώτα τρία επεισόδια, αλλά κατά τη γνώμη μου, θεατρικά δεν πείθει ούτε ως Βουθουλαία, ούτε ως αριστοκράτισσα του Κολωνακίου. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί δεν ήταν κακοί, δεν ήταν όμως και για να πετάξεις τη σκούφια σου.

Το να ανεβάζεις τη Σουσού εν έτει 2015 είναι κίνηση ματ. Κι αυτό διαφάνηκε από ένα Παλλάς που ήταν κατάμεστο, πράγμα σπάνιο για τα πτωχά θεατρικά μας δρώμενα, το οποίο αποδεικνύει περαιτέρω ότι όταν το έργο είναι καλό, δεν πα να είναι και Ψαθάς, θα σου φέρει κόσμο. Αλλά αφού ξέρεις ότι παίζεις σιγουράκι, φρόντισε τουλάχιστον να έχεις ηθοποιούς έναν κι έναν, και σκηνικά της προκοπής. Είναι κρίμα να μην είναι όλα στην εντέλεια.

Εν πάση περιπτώσει βλέπεται ευχάριστα. Δεν μετανιώνεις τα λεφτά σου, το μόνο σίγουρο. Μετανιώνεις βέβαια που το παρακολουθείς με άλλους συμπολίτες σου που ακόμα δεν έμαθαν να κλείνουν το κινητό την ώρα της παράστασης και οι οποίοι σερφάρουν αμέριμνοι ενόσω η οθόνη τους φεγγοβολά μέσα στο θέατρο, αλλά τι να κάνουμε, δεν επιτρέπεται ακόμα η ευθανασία. Πραγματικά, θα έπρεπε να υπήρχε ένας ελεύθερος σκοπευτής στα θεωρεία και να τους πυροβολεί όλους αυτούς.


Tην ερχόμενη βδομάδα θα πάω στη Λωξάντρα, θα σου πω και τα χαΐρια της Ζουμπουλίας. Μέχρι τότε βέβαια, προέχει το δικό μας.