Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2022

*42*

 

Γίνομαι 42 σήμερα.

Όταν ήμουν μικρός πάντα είχα απορία για το πώς νιώθει και το πώς αισθάνεται ένας σαραντάρης. Πώς μεταβάλλεται ο κόσμος του, πώς διαχειρίζεται τη μετάβαση από το πρώτο μισό της ζωής του στο δεύτερο (νοουμένου ότι θα φτάσει τα ογδόντα, δηλαδή) και άλλα τέτοια. Ε, να που μπορώ να σου απαντήσω σήμερα, αγαπητέ εικοσάρη σε περίπτωση που μοιράζεσαι κι εσύ τις ίδιες ανησυχίες και αυτή τη στιγμή τυχαίνει να διαβάζεις αυτό το κείμενο.

Σου έχω ευχάριστα και δυσάρεστα νέα.

Ποτέ δεν θα νιώσεις σαραντάρης. Εγώ σταμάτησα στα 17. Δεν έχει αλλάξει τίποτα μέσα μου έκτοτε. Αλλά δυστυχώς υπάρχω και υφίσταμαι σε πολλές διαστάσεις. Αν με αφήσεις μόνο μου σε ένα δωμάτιο για τέσσερις ώρες και ξεχαστώ, θα κάνω ό,τι έκανα όταν ήμουν 17. Θα βάλω την αγαπημένη μου μουσική, θα τραγουδήσω, μπορεί και να χορέψω, θα ψάξω να βρω στο YouTube όλα τα προγράμματα της παιδικής μου ηλικίας και θα είμαι πανευτυχής. Επίσης, η εικόνα που έχω για μένα, δεν είναι η σημερινή. Μέσα μου, νιώθω ότι έχω ακόμα μαλλιά, ότι είμαι ακμαίος και ότι μπορώ να τρέξω ανά πάσα στιγμή χωρίς να λαχανιάσω στα είκοσι δευτερόλεπτα. Μέσα μου νομίζω ότι ακόμα μπορώ να τρέφομαι με υδατάνθρακες και να μην στοιβάζεται λίπος στην κοιλιά, και ότι μπορώ να ξενυχτήσω μέχρι τις 6:00 το πρωί μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή χωρίς να ζαλιστώ και χωρίς να γαμηθεί όλη η υπόλοιπη μέερα. Αυτά πιστεύει ακράδαντα ο εγκέφαλος μου, λες και έχουμε ακόμα 1997-2000.

Ύστερα έρχεται το σώμα και τον διαψεύδει. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι ποιος είναι αυτός ο γέρος. Βλέπω τη φθορά στα δόντια μου, στα χέρια μου, στο δέρμα μου, στις αντοχές μου και σκέφτομαι «αποκλείεται να είμαι εγώ αυτός!» Αλλά είμαι. Και αυτό είναι λυπητερό, γι’ αυτό και το απωθώ ακόμα πιο βαθιά στο υποσυνείδητό μου και βουλιάζω όλο και περισσότερο στο 1997 μπας και ξεγελαστώ.

Δυστυχώς, η αποδοχή της πραγματικής μας υλικής κατάστασης δεν έρχεται ποτέ. Σήμερα μιλούσα με τη μάνα μου στο τηλέφωνο η οποία μου είπε ότι πέρασε να δει τη γιαγιά μου, 90 ετών αισίως, και αυτή της είπε: «είμαι 90; Απίστευτο! Έφτασα τα 90, δεν φαντάζομαι όμως να πεθάνω, ε; Νιώθω πολύ νέα!» Σημειώστε ότι η γιαγιά μου δεν μπορεί ούτε τουαλέτα να πάει πια, την αλλάζει η οικιακή βοηθός μέσα στο κρεβάτι κι έχει να βγει από το σπίτι δύο χρόνια γιατί δεν μπορεί να κινηθεί εύκολα. Παρόλα αυτά, μας πληροφόρησε ότι σκοπεύει να ζήσει κι άλλο γιατί, όπως ήδη έγραψα, «νιώθει πολύ νέα!»

Είναι ωραίο να εθελοτυφλούμε με ρητά τύπου «είσαι όσο νιώθεις» αλλά γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Υπάρχουμε σε πολλές διαστάσεις και χρόνους, αλλά είτε θέλουμε, είτε όχι, η σάρκα είναι αυτή που νικά στο τέλος αφού αυτή δίνει το πρόσταγμα και ψοφούμε μια κι έξω.

Εν πάση περιπτώσει, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι αυτή: Στα σαράντα δύο μου νιώθω όπως και στα 17 μου! Αλλά όταν με κοιτάζω στον καθρέφτη, δεν ξέρω ποιος είναι αυτός που βλέπω. Κάθε πρωί συστηνόμαστε, και μέχρι το επόμενο εύχομαι να γίνει ένα θαύμα και να ξημερωθώ φρέσκος ως 17άρης, με το τότε δέρμα, το τότε μαλλί, και το τότε μυαλό που μπορούσε και αποστήθιζε ολόκληρες σελίδες με δύο αναγνώσεις. Σήμερα, για να αποστηθίσω κάτι πρέπει να το διαβάσω εκατό φορές και πάλι παίζεται αν θα το πω όπως το διάβασα (το τι τραβώ για να μάθω τα λόγια του θεάτρου μου πια, δεν περιγράφεται! Στα 29 μου ήξερα και τις ατάκες των άλλων. Πλέον μακάρι να μάθω τις δικές μου!).

Χαίρομαι που μεγαλώνω, θέλω να μεγαλώνω και επιβάλλεται να μεγαλώσω κι άλλο, και κυρίως πνευματικά. Αλλά ταυτόχρονα φοβάμαι. Τρέμω στο ενδεχόμενο να πάθω το παραμικρό και δεν μπορώ να διανοηθώ να αφήνω τα παιδιά μου πίσω πριν ενηλικιωθούν τουλάχιστον. Έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα γίνω ποτέ παππούς, (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά το ενδεχόμενο να μην δω τα παιδιά μου να ενηλικιώνονται, έστω να βρίσκουν τον δικό τους δρόμο, δεν θέλω καν να το σκέφτομαι.

Έπρεπε να είχα γίνει πατέρας πολύ νωρίτερα. Δεν είμαι εγώ για να μεγαλώνω μωρά στα 40+ μου. Ας είχα την ενέργεια του 28αρη εαυτού μου σήμερα και θα κρεμόμουν από τα δέντρα. Και τώρα κρέμομαι άμα λάχει, αλλά δεν είναι το ίδιο. Τώρα ανεβαίνω στο δέντρο και κρεμαλίζομαι και μετά θέλω και μια ώρα διάλειμμα να συνέλθω. Αυτό θα άλλαζα αν μπορούσα να πήγαινα τον χρόνο πίσω. Θα έκανα παιδιά νωρίτερα. Αλλά σάμπως και ήταν δική μου επιλογή; Στα 30 μου γνώρισα τη Μπρέντα. Ώσπου να δέσει το γλυκό, φάγαμε μία δεκαετία.

Εγώ θυμάμαι ότι κάποτε είχα γράψει στο ημερολόγιο μου εν έτει 1999 ότι είχε έρθει ο καιρός να γίνω πατέρας. Και ήμουν μόνο 19! Εντάξει, υπερβολικό και τρελό! Αλλά από τότε ήξερα ποιο είναι το πεπρωμένο μου. Αν είχα παιδιά νωρίτερα, τώρα θα ήμουν και στο τρίτο μην σας πω τέταρτο μωρό και θα ήμουν ευτυχισμένος επί τέσσερα!

Μην είμαστε και πλεονέκτες βέβαια, μια χαρά είναι και τα δύο. Και να είμαστε καλά να τα χαρούμε. Αυτές τις μέρες κοιμάμαι με τον Αλεξάκο τα βράδια γιατί είμαστε και οι δυο κρυολογημένοι και δεν ερχόμαστε σε επαφή με τις κορούδες. Η ευτυχία που νιώθω κάθε νύχτα την ώρα που μου λέει «παπά, αγκαλιά για να δούμε ωραία όνειρα» είναι και το δώρο μου. Εψές με ξύπνησε στις τρείς το πρωί και μου είπε «παπά, εφιάλτης! Αγκαλιά για να φύγει!» Αυτό θα πει να ζεις! Να σου δείχνει το παιδί σου τόση απεριόριστη εμπιστοσύνη και αγάπη! Εννοείται τον αγκαλιάζω και τον σφίγγω και μετά από λίγο αυτός ζεσταίνεται και με σπρώχνει μακριά. Αλλά τέτοια αγάπη…

Τέτοια θέλω και για την υπόλοιπη μου ζωή.

Πολύ κακοδομημένο το σημερινό κείμενο. Δεν με κόφτει όμως, είμαι πολύ ταραγμένος για να κάτσω να το συντάξω καλύτερα. Α! Τι ωραία! Μόλις μου έκανε και εμετό μέσα στο κρεβάτι!

Ευτυχισμένα 42; Έτσι είναι πια!

(- Παπά, δεν πειράζει αν έκανα εμετό τις φρυγανιές. Τουλάχιστον ήταν πεντανόστιμες!)

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2022

Διασκεύαζετε;

 

Παρακολουθώ όλα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες με τη δήθεν «λογοκρισία» στο έργο «ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες» και τρώγομαι να τοποθετηθώ, παρόλο που ξέρω ότι έτσι θα ανοίξω τις πύλες της κολάσεως και θα προκληθεί κόλαφος, κάτι που δεν ξέρω αν το αντέχω τη δεδομένη στιγμή. Θα τα πω όμως, κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Εντελώς ειλικρινά δεν βρίσκω τίποτε κακό στη φράση «μπορεί ένα αγόρι να αγαπήσει ένα άλλο αγόρι;» Δεν θεωρώ ότι η σεξουαλική ταυτότητα επιβάλλεται ή καλλιεργείται, ούτε πιστεύω ότι μπορεί να επηρεαστεί ο οποιοσδήποτε και να… «αλλαξοδρομήσει» εξαιτίας μιας ατάκας που μπορεί να ακούστηκε σε ένα θεατρικό έργο. Ακόμη κι αν αυτό απευθύνεται σε ανήλικους.

Εμένα το πρόβλημά μου είναι μεγαλύτερο και έχει να κάνει με την έννοια της διασκευής. Κατά τη δική μου γνώμη, η «διασκευή» ως θεατρικός όρος είναι η αρχή του προβλήματος. Θεωρώ αδιανόητο το γεγονός ότι ο σπουδαίος και τρανός Ιούλιος Βερν έλιωσε κάποτε τον κώλο του να γράψει αυτό το αριστούργημα για να έρχεται σήμερα ο κάθε Γιώργος Γεωργίου από τα Τριβίλλουρα της Κύπρου και να το «διασκευάζει!» Δεν το δέχομαι. Ο Ιούλιος Βερν έμεινε στην ιστορία επειδή ακριβώς έγραψε το έργο όπως το έγραψε. Δεν θα έπρεπε να δικαιούται κανένας να πειράξει ούτε και ένα «και», ούτε και μία τελεία από το κείμενο του.

Δεν έχει μα και μου, ούτε «ποιητικές άδειες». Ο σεβασμός στον συγγραφέα πρέπει να είναι απόλυτος. Ακόμη και Ανδρέα Κουκκίδη να ανεβάζανε και να παίζανε ένα κυπριώτικο σκετς σε μια πλατεία, το κείμενο πρέπει να ακολουθείται κατά γράμμα. Δοκιμάστε να γράψετε ένα θεατρικό κείμενο να δείτε πόσο δύσκολο είναι και ελάτε μετά να με πείσετε αν δικαιούστε εσείς να το «διασκευάζετε» ελαφρά τη καρδία. ΌΧΙ! Εγώ εδώ έγραφα κάποτε σλόγκαν για διαφημίσεις και μου γύριζε το μάτι όταν τολμούσαν να μου ζητήσουν να αλλάξω έστω και μία λέξη («-μα, είναι πολύ λόγιο το λεξιλόγιο σου, δεν θα το καταλάβουν οι Κυπραίοι», - «χέστηκα!»). Αν δεν σας αρέσει όπως γράφτηκε το θεατρικό έργο ή ακόμη κι αν  δεν μπορείτε να αντεπεξέλθετε στις επιταγές του, απλά μην το ανεβάσετε. Να γράψετε ένα δικό σας στο οποίο να μπορείτε να ανταποκριθείτε και να το περάσετε και στο κοινό όπως θέλετε. Αλλά το κείμενο αλλουνού και δη ένα κλασικό, διαχρονικό έργο δεν θα έπρεπε να έχετε το δικαίωμα να το αγγίζετε.

«Ο Γύρος Του Κόσμου Σε Ογδόντα Μέρες» είναι ένα πολύ αγαπημένο μυθιστόρημα. Το έχω αγοράσει και σε παιδική έκδοση και το διαβάζω συχνά στον γιο μου πριν τον ύπνο. Το θεωρώ αστείο να θεωρεί ο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης ότι μπορεί να το «αναδείξει» περαιτέρω με δικές του προσθαφαιρέσεις ή ατάκες. Πόσο μάλλον όταν θέλει να προωθήσει την δική του πολιτική ατζέντα μέσα από αυτό. Και δεν εννοώ την «αγάπη» όπως αρέσκονται πια όλοι να αποκαλούν ό, τι κατεβάσει η κούτρα τους. Και οι δολοφόνοι γυναικών την αγάπη και το πάθος επικαλούνται αφότου σφάξουν τη γυναίκα τους από ζήλεια. Δεν είναι η αγάπη θέσφατο να δικαιολογεί τα πάντα.

Αν, φερ’ ειπείν, διανύαμε εποχές όπου η οικολογία θα έπρεπε να προωθείται διά νόμου, με κάθε τρόπο και μέσο, και θα έπρεπε να αλλοιώναμε κάθε θεατρικό έργο ώστε να μεταφέρει ένα οικολογικό μήνυμα, πάλι τα ίδια θα πίστευα. Δεν μας ενδιαφέρει να δούμε τις οικολογικές ανησυχίες του Φιλέα Φογκ, ούτε μας ενδιαφέρει αν σε κάθε χώρα που επισκέπτεται φυτεύει κι ένα δέντρο ή αν μαζεύει τα σκουπίδια του, ούτε αν ανακυκλώνει τα πλαστικά του, ούτε τίποτα. Εμείς πληρώσαμε ένα εισιτήριο για να δούμε τη γνωστή, γαμημένη ιστορία, όπως την οραματίστηκε ο Ιούλιος Βερν. Και αυτή η ιστορία είναι πολύ συγκεκριμένη και καταγραμμένη. Δεν μας κόφτει το πώς την είδε ο κάθε χώρκατος της Κύπρου που κλήθηκε να τη στήσει.

Δεν καταλαβαίνω τι πετυχαίνεται με αυτή την τακτική. Όταν ανεβάζεις ένα έργο ο κόσμος πάει για να δει το έργο όπως το ξέρει και όπως το έχει αγαπήσει. Δεν μας ενδιαφέρει να το δούμε από μία νέα οπτική και πρίσμα. Θέλω να δω τη Βουγιουκλάκη ξανθιά, την Άριελ κοκκινομάλλα, τη Μουλάν Κινέζα, την Τιάνα μαύρη, τον Δία Έλληνα και την Έλσα σκανδιναβή. Δεν θεωρώ ότι θα αλλάξει ο κόσμος με το να μου τα ανακατέψετε. Ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα θα εδραιωθούν, ούτε ο κόσμος θα αλλάξει, το πολύ πολύ να φέρει αντίθετα αποτελέσματα επειδή θα εκνευριστώ που δεν πήρα το προϊόν για το οποίο πλήρωσα και να φύγω από το θέατρο βρίζοντάς σας για τα κόμπλεξ που κουβαλάτε.

Θα μου πείτε, «έτσι είναι η τέχνη, οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη αλλιώς δεν είναι τέχνη». Θα συμφωνούσα αν δεν τηρούνταν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Πώς θα σας φαινόταν ένας Φιλέας Φογκ ο οποίος γυρνά τον κόσμο και αρχίζει και κακίζει τα μειονεκτήματα της κάθε χώρας; Ρατσιστικό; Πώς θα σας φαινόταν ένας γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες όπου ο πρωταγωνιστής κατεβαίνει σε μία αφρικανική χώρα και την αποκαλεί υπανάπτυχτη επειδή η κοινωνία της επιτρέπει τον λιθοβολισμό σε γυναίκα που απάτησε τον σύζυγό της; Ή πώς θα σας φαινόταν αν ξαφνικά σε μια πλατεία της Σαουδικής Αραβίας ο Φιλέας Φογκ αποδέχεται τη διαφορετική κουλτούρα των μουσουλμάνων οι οποίοι απαγχονίζουν σε δημόσια θέα ομοφυλόφιλους; Είναι αυτές οι εικόνες αρκετά αμφιλεγόμενες για να αποτελέσουν τέχνη;

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι, αλλά η τέχνη πρέπει να σοκάρει, σωστά;

Για να τελειώνουμε. Δεν είστε ικανοί να κρατήσετε ισορροπίες. Ούτε αρκετά ταλαντούχοι ώστε να δικαιούστε να πειραματίζεστε με κλασικά έργα. Τα κλασικά έργα ειδικά θα έπρεπε να προσεγγίζονται με υψηλότερο βαθμό σεβασμού ως προς το πρωτότυπο και στις προθέσεις του συγγραφέα. Όχι να προσαρμόζεται πάνω σας και να θεωρείστε ίσα κι όμοια.

Όπως και να ‘χει, θεωρώ ότι κακώς σας έκοψαν εν τέλει την ατάκα και σας έκαναν ήρωες και διάσημους εν μία νυκτί. Ευτυχώς είχε έρθει από την Ελλάδα ένας περιοδεύων θίασος το περασμένο καλοκαίρι και έπαιξε το ίδιο έργο, και μάλιστα όπως το ξέραμε, και δεν χρειάστηκε να πέσουμε στην ανάγκη σας.

«Διασκευή» ημίσιημου.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2022

Δώρα

Όταν δηλώσαμε συμμετοχή με τη θεατρική μου ομάδα στο φεστιβάλ του ΘΟΚ λάβαμε μία επιστολή ότι η κριτική επιτροπή θα ερχόταν να δει την παράστασή μας και να την αξιολογήσει στις τάδε του μηνός, και ότι μεταξύ των κριτών θα ήταν και η Δώρα Κακουράτου. Η χαρά μου ήταν μεγάλη. Η Δώρα Κακουράτου είναι μία ηθοποιός συνώνυμη με το κυπριακό θέατρο. Σημάδεψε την εποχή μου και θα ήταν τεράστια η χαρά μου να τη γνωρίσω από κοντά.

 

Ένας από τους λόγους για τους οποίους αγάπησα το θέατρο ήταν η Δώρα Κακουράτου. Η γιαγιά μου, αυτή η γνωστή που λατρεύω, ερχόταν κάθε Σάββατο με το γκρίζο Toyota της και με έπαιρνε μαζί της στο θέατρο να τη δούμε. Πηγαίναμε εναλλάξ, μια στο «Θέατρο Μιμόζα» για να δούμε τις παραστάσεις των «Κακουράτου – Γιωργαλλή» και μία στο «Θέατρο Οθέλλος» για να δούμε τις επιθεωρήσεις του Δημήτρη Παπαδημήτρη. Στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχαν κι άλλες εναλλακτικές διασκέδασης, έτσι κι αλλιώς. Είτε θα έμενες σπίτι να έβλεπες την Ειρήνη Χαραλαμπίδου στο «Ευχάριστο Σαββατόβραδο» είτε θα πήγαινες στο θέατρο να δεις αυτές τις παραστάσεις μαζί με όλη την κοσμική Λευκωσία. 

 

Και όχι μόνο στη Λευκωσία. Τα καλοκαίρια όταν ο θίασος της Κακουράτου περιόδευε στα ορεινά χωριά και τύχαινε να διακοπεύουμε εκεί, πάντα η γιαγιά μου μας έπαιρνε εκεί παρέα με όλα τα ξαδέλφια να περάσουμε τις νύχτες μας. Θυμάμαι καλοκαίρι στον Πεδουλά, να στήνεται παράσταση «στην ταράτσα του ξενοδοχείου Jack’s» με μόνα σκηνικά κάτι σεντόνια τα οποία οι ηθοποιοί κρέμαγαν από συρματόσκοινα για να φτιάξουν και καλά τους τοίχους του σκηνικού τους. Παρακμιακές καταστάσεις, αλλά και τι δεν θα έδινα να πήγαινα πίσω στον χρόνο και να τις ξαναζήσω. 

 

Η Δώρα Κακουράτου ήταν λίγο «καρικατούρα». Κάτι σαν τη Βλαχοπούλου, κάτι σαν την Σαπφώ Νοταρά. Ήταν δηλαδή αστεία από μόνη της, ως φυζίκ. Ένα παιδί μπορούσε να γελάσει μαζί της ακόμα και αν έβγαζε τη γλώσσα της έξω και αλληθώριζε. Θυμάμαι κάποτε που είχε κάνει μία παράσταση στην οποία τσαντιζόταν επειδή είχε κολλήσει στη σόλα της γόβας της μία τσίχλα. Πάσχισε επί σκηνής να την ξεκολλήσει. Ήμουν διπλωμένος στα γέλια σε όλη την παράσταση εξαιτίας αυτής της εικόνας. Αυτό ήταν το επίπεδο του χιούμορ, καταλαβαίνετε...

 

Όλο αυτό πέθανε με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πιο πριν, η Κακουράτου θεωρούνταν η «Βουγιουκλάκη της Κύπρου» κι αν ακόμα κάποιοι το λέγανε κοροϊδευτικά, ήταν αλήθεια. Με τον ερχομό όμως της τηλεόρασης όλη αυτή η κουλτούρα πέρασε στη λήθη, και οι επιθεωρησιακοί θιάσοι της Κύπρου εξαφανίστηκαν. Η Δώρα Κακουράτου πέρασε με επιτυχία στην τηλεόραση, έκανε τις συμπαθέστατες «Διπλάρες» στον Λόγο το 1994, και αργότερα, στη δεκαετία του 2000 την «Αίγια Φούξια» και το «Την πάτησα» που ευτυχώς ήμουν στο εξωτερικό και δεν αξιώθηκα να τα δω και να σιχαθώ. 

 

Εν πάση περιπτώσει, εγώ όποτε ακούω Δώρα Κακουράτου, χαμογελώ και θυμάμαι υπέροχα παιδικά χρόνια. Όταν ήρθε η μέρα της αξιολόγησης της παράστασής μας τις προάλλες, έκπληκτος παρατήρησα ότι η Δώρα Κακουράτου δεν ήταν μέλος της επιτροπής και ότι είχε αντικατασταθεί από μία άλλη κυρία. Ρώτησα το γιατί μία κοπέλα που είχε άκρες στον ΘΟΚ και μου απάντησε ότι «δεν είναι και πολύ καλά». Δεν φαντάστηκα ότι ήταν τόσο σοβαρά. Τι κρίμα!

 

Το κακό με την εποχή που ζούμε είναι ότι φεύγουν πια μεγάλες μορφές και δεν γεννιούνται καινούριες. Η Δώρα Κακουράτου ήταν μία απίστευτη κωμικός αλλά τη σήμερον δεν μπορώ να σου κατονομάσω μία σύγχρονη Κύπρια κωμικό που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Φυσικά αυτό συμβαίνει σε όλες τις τέχνες. Δεν υπάρχει νέα Βίσση, δεν υπάρχει νέα Βουγιουκλάκη. Γενικότερα, οι καινούριοι είναι τόσο αδιάφοροι και επίπεδοι, άοσμοι, άχρωμοι, άγευστοι, φοβικοί απέναντι στα όποια ελαττώματα της εικόνας τους, που πραγματικά απελπίζεσαι για το πού πάει αυτός ο αδιάφορος καλλιτεχνικός κόσμος! 

 

Το έχω ακούσει αυτό κι από άλλους. Έλεγε π.χ. ο Μιχάλης Ρέππας σε μία συνέντευξη πρόσφατα ότι παλιά έβρισκες μορφές όπως π.χ. η Αδαμάκη, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου και η Άννα Παναγιωτοπούλου για να γράψεις πάνω τους. Σε ενέπνεε η φάτσα τους, το λέγειν τους. Τώρα για ποια να γράψεις που είναι όλες και όλοι κομμένοι ραμμένοι από το ίδιο πατρόν; Έτσι και με τη Δώρα Κακουράτου. Ήταν μία και μοναδική στο είδος της. 

 

Καλό ταξίδι Δώρα. Ήσουν όντως «Δώρα» και όχι σκέτο δώρο!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 13, 2022

Amore Mio Che Cosa?

 Λατρεύω τη Βίσση και τον Καρβέλα, σας το είπα τελευταίως;

Μα, θέλω να γίνω σαν αυτούς! Να είμαι στην ηλικία τους και να έχω το κέφι τους και την τρέλα τους. Έχει από χθες που έχω ακούσει την γκαζόζα ίσα με 10 φορές συνεχόμενες (δέκα φορές στην καθισιά μου, στην ηλικία των 42 με δύο παιδιά είναι άθλος, σας πληροφορώ). Κι έχω και το άγχος κάθε φορά μην με ρωτήσει ο Αλέξης τι πάει να πει «απόψε η Άννα τα κάνει πουτάνα!» και άντε κάτσε να του εξηγείς ότι είναι μια φράση που δεν πρέπει να την υιοθετήσει ή και να επαναλαμβάνει.

Όπως και να ‘χει τους αγαπώ. Τέτοια σχέση ήθελα κι εγώ. Να έχω μία να της γράφω και αυτή να χορεύει. Να της βαρώ το ντέφι και να σηκώνεται πάνω! Η Μπρέντα κάποτε μου είχε πει ότι με συγκινούν τα ζευγάρια και ότι είμαι φαν όποιων μένουν μαζί. Μου το είπε με οίκτο. Ο Καρβέλας και η Βίσση βέβαια, δεν έμειναν, αλλά εν τέλει έμειναν! Και το να μείνεις κάπου θέλει προσπάθεια και κόπο. Αυτοί το πέτυχαν μέσα από την τέχνη τους και τους βγαίνει μάλιστα αβίαστα, κι αυτό το ζηλεύω και το θέλω κι εγώ. Αυτή τη μοιραία εξάρτηση, αυτό το «αν το νήμα της ζωής για τον ένανε κοπεί θα πεθάνουμε κι οι δυο». Πάντα το ήθελα, πάντα το ζήλευα, πάντα το επεδίωκα μα καμία δεν συγκινούσε αυτός ο ρομαντισμός. Ήμουν πάντα περιτριγυρισμένος από κυνικές που φρόντιζαν να μου υπενθυμίζουν ότι δεν υφίσταται το «πάντα». Ευτυχώς έχω τη Βίσση και τον Καρβέλα να τις διαψεύδουν.

Το «πάντα» μπορεί να επιτευχθεί, παρεμπιπτόντως. Απλά βαριέστε να καλλιεργήσετε τις σχέσεις σας. Not my problem. Όπως στρώσατε κοιμηθείτε.

Λοιπόν, για το τραγούδι αυτό καθεαυτό, τι να πω;

Κατ’ αρχάς να πω ότι χρόνια τώρα έχω εμβαθύνει, νιώθω ότι είμαι μέσα στο κεφάλι τους και ξέρω τις νότες τους. Ακούγοντας ένα τραγούδι τους ξέρω εκ των προτέρων πού θα το πάνε, πού θα το αλλάξουν, πού θα μπουν τα κλαρίνα, πού οι τρομπέτες, ενώ ξέρω επίσης εκ των προτέρων σε ποια άλλα τραγούδια τους έπραξαν το ίδιο. Το τραγούδι έχει πολλά θέματα μέσα, και εμένα μου αρέσουν περισσότερο οι σάμπες, παρά τα βαλκανικά νταβαντούρια του ρεφραίν. Παρόλα αυτά, ομολογώ ότι και το ρεφραίν είναι τόσο «παναϋρκότικο» που δεν μπορεί να μην κουνηθείς με το πολύ το ντιριντάχτα.

Οι στίχοι «αμόρε μίο κε κόζα» και «πάρτο βάλτο, σου έδωσα έτοιμο το γκολ στο πιάτο» θα μείνουν. Δεν είναι και Οδυσσέας Ελύτης όπως έγραψε ειρωνικά ένας παπάρας στο Youtube, αλλά αρκετά με τη δηθενιά. Ο Ελύτης σας μάρανε, δεν βλέπετε την τύφλα σας. Και ο Καρβέλας πολύς σας πέφτει.

Το «άντε ντεεεε» που φωνάζει η Άννα στο τέλος μου θυμίζει τη μάνα μου όταν μάχεται να παρκάρει. Τόσο κυπριακό, τόσο δικό μας.

Το βίντεο κλιπ εξίσου δροσιστικό και χαρούμενο. Περιμένω να δω πότε θα πεταχτούν οι φιλοζωικές να μιλήσουν για κακοποίηση των παπαγάλων, να γίνει χαμός!

Μπράβο Άννα. Όποτε νιώθω ότι πάω να γεράσω βγάζεις κάτι τέτοια και μου ξαναδείχνεις τον δρόμο! Σε αγαπώ!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2022

Θραύση Κάνει Η Μετοχή Της Βλακείας

 Πολλά και διάφορα τα όσα επιθυμώ να θίξω σήμερα!

Πρώτον, το δράμα με τη Μποφίλιου. Πόσες φορές σας έχω πει από ‘δω μέσα, καλά μου παιδιά, ότι οι τραγουδιστές και εν γένει οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να έχουν φανερή, πολιτική και δη κομματική ταυτότητα; Αυτά γίνονται όταν εκφράζονται δημόσια. Τους δουλεύουν ψιλό γαζί όταν υποπίπτουν σε ιδεολογικές ανακολουθίες. Κι επί το προκειμένου, πολύ καλά τους κάνουν. Δεν είναι η Μποφίλιου άτομο τώρα να την παίρνουμε στα σοβαρά. Από Νατάσα, μόνο Θεοδωρίδου! Εμένα άπαξ και μου πει ο άλλος ότι ανήκει στον κόσμο της Αριστεράς, όπως η συγκεκριμένη που δήλωσε Τροτσκίστρια τρομάρα να της έρθει, είναι σαν να μου λέει, «είμαι σούργελο, μην με λαμβάνεις σοβαρά υπόψιν». Επίσης, σιγά το Λονδίνο τώρα, τη μέκκα του Δυτικού Κόσμου! Έχετε πάει πρόσφατα; Τίγκα στο μουσλίμι! Δεν έχει απομείνει τίποτε από την αριστοκρατική του αύρα να φχαριστηθείς. Όλοι οι δρόμοι γεμάτοι μπούρκες, γκελεμπίες και τουρμπάνια. Όλη η Ευρώπη έχει γενικά λεηλατηθεί. Στις Βρυξέλλες ήμουν πριν τον Κόβιντ και ενόσω περπατούσα στη Γκραν Πλας ένιωθα ότι περιφερόμουν σε προάστια της Ραμπάτ από το τι θωρούσα μπροστά μου. Μία σιχαμάρα!

Μπήκα στο τουίτερ σήμερα και είδα τον χαμό με το παιδάκι που σκότωσε ο αστυνομικός. Αλήθεια γιατί το αποκαλείτε «Ρομά»; Παιδάκι δεν είναι; Εντάξει, αντιλαμβάνομαι ότι η πολιτική ορθότητα δεν επιτρέπει πια τον όρο «γυφτάκι» με το οποίο αποκαλούσαμε τα περιπλανώμενα παιδιά που ζητιάνευαν και ζούσαν σε καταυλισμούς με αρκούδες και ντέφια και γεννοβολούσαν από τα δεκατρία τους. Αλλά γιατί θεωρείτε τον όρο «Ρομά» δόκιμο; Οι Αριστεροί, αυτή η μάστιγα, σπεύδουν να στο υποδείξουν σαμπώς και πρόκειται για ξεχωριστή κατηγορία χόμο σάπιενς. «Ρομά, λέγονται» σου λένε αυστηρά σαμπώς κι αυτό τους δίνει το ακαταλόγιστο. Παιδάκι είναι στην πραγματικότητα, ρε μπαγλαμάδες! Μας κόφτει από πού προέρχεται; Είναι άλλος ο πόνος όταν σκοτώνεται Ρομά και άλλος όταν σκοτώνεται ένα «κανονικό» παιδάκι; Δεν καταλαβαίνω! Εμένα ο όρος «Ρομά» μου ακούγεται προσβλητικός. Άνθρωποι είναι. Προβληματικοί σε κοινωνικό επίπεδο επειδή επιμένουν να είναι ανένταχτοι, ναι. Αλλά τι πάει να πει «Ρομά;» Είσαι ειδικού χειρισμού και υπεράνω του Νόμου, λόγω καταγωγής; Απαράδεκτα πράγματα για το πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τον κόσμο.

Τρίτον και καλύτερο. Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας τις προάλλες σε μία σύλληψη, σε δημόσιο χώρο, κάπου στη Λευκωσία. Ένα ζευγάρι, Έλλην Κύπριος παντρεμένος με αλλοδαπή, άρχισε να τσακώνεται επειδή εκείνη πήρε το βρέφος και βγήκε βόλτα στους δρόμους μεθυσμένη. Ο σύζυγος την ακολούθησε μέχρι το μέρος όπου συνέβη το συμβάν και άρχισαν να τσακώνονται. Εκείνος την κατηγορούσε ότι έθεσε το βρέφος σε κίνδυνο εξαιτίας του αλκοόλ, κι εκείνη τον έβριζε στα αγγλικά με μία προφορά που δεν μπορούσα να καταλάβω. Το μόνο που ξεχώρισα ήταν ότι είπε τη μάνα του πουτάνα. Ο άντρας κάλεσε την αστυνομία, η οποία ως εκ θαύματος έσπευσε σε εύλογο χρόνο στη σκηνή με δύο άντρες αστυνομικούς, και τότε άρχισε μία διαπραγμάτευση την οποία παρακολουθούσαμε ζωντανά πλην διακριτικά, όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Οι αστυνομικοί έπεισαν τη μεθυσμένη μητέρα με το βρέφος να μπει στο περιπολικό και να μεταφερθεί στο Τμήμα. Ο άντρας αποχώρησε με τα πόδια. Όταν ηρέμησε το σκηνικό, γυρίζει μία άσχετη κυρία, επίσης αυτόπτης μάρτυς, και μου λέει: «Είδες; Ήρθαν άντρες αστυνομικοί και πήραν τη γυναίκα! Πού να βρει τώρα η καημένη το δίκιο της; Πώς να δώσει κατάθεση αυτή τώρα σε άντρες και να τα πει όπως έγιναν, χωρίς να την τρομοκρατήσουν; Πώς θα μπουν στη θέση της οι άντρες αστυνομικοί; Κανονικά έπρεπε να έρθει γυναίκα αστυνομικίνα να την πάει στο Τμήμα».

Τι μαλακίες ακούω Θέ μου!

«Κυρία μου, στην Κύπρο πανηγυρίζεις όταν καλέσεις την αστυνομία και ανταποκριθεί στο κάλεσμά σου. Τους τηλεφωνούμε και τους λέμε ότι έχουν διαρρήξει την οικία μας και αυτοί απαντούν δεν έχουμε τώρα κάποιον εύκαιρο να στείλουμε. Κι εσύ έχεις απαίτηση να στέλνουν όργανο της τάξεως στο φύλο και την ηλικία της αρεσκείας σου; Εκεί έφτασε πια η woke κουλτούρα; Να κόψετε το πολύ το Νέτφλιξ! Ακούς εκεί! Να προεξοφλείς ότι η άλλη θα δείξει κατανόηση ή και μεροληψία (επαγγελματίας είναι, εξ ορισμού θεωρούμε όλα τα όργανα της τάξεως ίσα), επειδή τυγχάνει η καταθέτουσα να είναι γυναίκα! Δεν έχει δει γυναίκα αναίσθητη μου φαίνεται, και δη αστυνομικίνα η οποία να μην σηκώνει σούξου μούξου!

Χώρια που στην προκειμένη, η γυναίκα ήταν μεθυσμένη και περιφερόταν επικινδύνως με ένα βρέφος αγκαλιά. Τι επιείκεια να δείξεις σ’ αυτό το θέαμα; Πώς εμπλέκεται ο παράγων φύλο ώστε να θεωρείς ότι αν σου πάρει κατάθεση άντρας θα είναι αλλιώς; Καλά, η βλακεία πλέον είναι απύθμενη!

Αντιλαμβάνεστε πού θα φτάσει αυτή η ιδέα αύριο, μεθαύριο αν διαδοθεί. Θα παίρνεις τηλέφωνο και θα ζητάς την παρέμβαση αστυνομικού ανάλογα με το πού υπάγεσαι: «Ναι, εγώ μιλώ; Στείλτε μου σας παρακαλώ έναν αστυνομικό στην τάδε διεύθυνση. Να είναι όμως μουσουλμάνος, ομοφυλόφιλος, ει δυνατόν με οικολογικές ευαισθησίες. Αλλιώς δεν θα καταλάβει τη θέση μου!»

Δεν ξέρω πώς σας αντέχω, πραγματικά!

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2022

Μουσικό 2022

Ήταν μία συμπαθέστατη μουσική χρονιά.

 

Σύμφωνα με το ipod του αυτοκινήτου, αυτά ήταν τα τραγούδια που άκουσα περισσότερο μέσα στο 2022. Με αυτή τη σειρά, από το πρώτο ως το 25ο

Και του χρόνου εύχομαι, με περισσότερη Βίσση.

 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2022

1984

Χθες βράδυ πήγα και είδα μία υπέροχη παράσταση, πήγα και είδα το 1984 στον ΘΟΚ.

Δεν νομίζω να περιμένατε εμένα να σας την αποθεώσω, οι περισσότεροι μάλλον θα την έχετε δει καθώς η παράσταση οδεύει στην τελευταία εβδομάδα της, οπότε όποιος πρόλαβε τον Κύριο οίδε. Δεν μπορούσα, δυστυχώς, να την απολαύσω νωρίτερα, αφού ήταν συνεχώς sold out. Εκτός αυτού, είχα και εγώ τις δικές μου παραστάσεις και τις καθημερινές πρόβες και ήταν αδύνατον να κανονιστεί το πρόγραμμα.

Λοιπόν, τι να πω για το 1984. Είναι καταπληκτική παράσταση. Σκοτεινή και κλειστοφοβική όπως τη χαρακτήρισε μία φίλη, και έπεσε μέσα, διάνα. Δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω άλλα επίθετα για να την περιγράψω. Οι ηθοποιοί είναι όλοι ένας κι ένας, ακόμη κι αυτοί που έπαιζαν μικρούς ρόλους. Το σκηνικό προσεγμένο, ατμοσφαιρικό, και δεν απέπνεε φτήνια. Τα οπτικά εφέ, μοντέρνα, λειτουργικά, μια χαρά. Διαρκεί δύο ώρες, δεν κάνει διάλειμμα, αλλά ευτυχώς αυτές οι δύο ώρες δεν σου κακοφαίνονται. Δεν θα πω ότι δεν υπάρχουν και σκηνές που δεν βαραίνουν τα βλέφαρα. Αλλά στην ολότητά του, είναι ένα τόσο σημαντικό έργο, τόσο καλοστημένο και επίκαιρο, τόσο σημερινό, που δεν μπορείς να το ψέξεις ως επιλογή. Μόνο και μόνο που μπήκαν στη διαδικασία να το διασκευάσουν για το θέατρο, και να ξεστραβωθείτε, αξίζει χειροκρότημα.

Είχα αγοράσει το 1984 όταν ήμουν φοιτητής και αποπειράθηκα να το διαβάσω. Το παράτησα εύκολα. Δεν ήμουν σε θέση, ούτε σε γόνιμη ηλικία για να το κατανοήσω. Θεωρώ ότι το 1984 πρέπει να το βιώσεις για να το καταλάβεις. Στην ηλικία που ήμουν τότε δεν είχα τις βάσεις, ούτε τις εμπειρίες ώστε να συλλάβω το μεγαλείο του. Πλέον, όμως, έτσι όπως έχει γίνει ο κόσμος, όλοι μας μπορούμε να το αντιληφθούμε και να το εκτιμήσουμε. Το 1984 είναι όλα αυτά που σιχαίνομαι σε ένα δεματάκι καλοτυλιγμένα. Χθες βράδυ δεν προλάβαινα να ακούω ατάκες και να κουνώ συγκαταβατικά το κεφάλι: «Πέστα!» «Πέστα!»

Ειδικά εκείνο το «δύο και δύο ίσον τέσσερα», πόσες φορές την ημέρα το επικαλούμαι; Ούτε καν γνώριζα ότι πρόκειται για ατάκα από το συγκεκριμένο έργο. Σε ένα κόσμο που όλοι μάχονται να σε πείσουν ότι «δύο και δύο ίσον πέντε!» και σου θέτουν φραγή με ένα «ας συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε» τι γυρεύω εγώ, μάνα μου. Οι πιο πάνω είναι η πάστα ανθρώπων που θα κρεμαστεί πρώτη, σε κοινή θέα, όταν  επιτέλους θα κυβερνήσω. Ειδικά οι τελευταίοι, που απλώς θέλουν να αποφύγουν τη συζήτηση προκλητικά, υπονοώντας πως όσα επιχειρήματα και να τους παραθέσεις δεν πρόκειται να αλλάξουν γνώμη. Όχι μαντάμ, δεν θα συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε. Θα συμφωνήσουμε ότι είσαι ένα ξεροκέφαλο ον, ότι είσαι ένα ηλίθιο σάντουιτς και τίποτε περισσότερο. Δύο και δύο ίσον τέσσερα, τέλος! Δεν θα συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε! Ζώον! Βλήμα!

Μη σχολιάσω την έννοια της «αστυνομίας της σκέψης». Αν θέλεις να κατανοήσεις το κόνσεπτ και να το συλλάβεις σε όλο του το μεγαλείο, πέρνα μια βόλτα από το τουίτερ. Ο κάθε διαταραγμένος σπεύδει να σε βάλει στη θέση σου επειδή εκφράζεις άποψη με την οποία διαφωνεί. Και σε θεωρεί και υπόλογο για το ότι τόλμησες να την εκφράσεις. Δεν έχουν μάθει ακόμα τα τσόκαρα ότι οι σκέψεις δεν διώκονται, αλλά μόνο οι πράξεις. Και όσοι το έμαθαν, και είδαν ότι δεν τους βολεύει, επινόησαν τη ρητορική μίσους για να σε φιμώσουν. Ό,τι πεις, αν δεν συμβαδίζει με το αφήγημα τους όπως θέλουν να στο πουλήσουν, το ανάγουν σε «ρητορική μίσους». «Μισώ τη Δέσποινα Βανδή» να τολμήσεις να πεις, θα σε καταγγείλουν ότι προάγεις το μίσος και ότι παρακινείς σε βία εναντίον της. "Μισώ τον τραχανά" να πεις, το ίδιο. Επίπεδο κριτικής σκέψης, μηδέν!

Τέλος πάντων, το 1984 είναι συγκλονιστικό έργο γενικότερα, και όσοι αναγκάζεστε να έρχεστε σε επαφή με «κόμματα» και όχι κατ’ ανάγκη πολιτικά, το νιώθετε στο πετσί σας.

Η ψεσινή παράσταση ήταν επεισοδιακή. Πέντε λεπτά πριν το φινάλε μία κυρία από τους θεατές λιποθύμησε και η παράσταση διακόπηκε. Δεν συνήλθε αμέσως, έπρεπε να την κουβαλήσουν έξω τέσσερα άτομα και προσωπικά όπως την είδα έτσι αναίσθηση να κρέμεται από τα χέρια των ανδρών, φοβήθηκα για τα χειρότερα. Επικράτησε μεγάλη αναστάτωση και σε συνδυασμό με τα βασανιστήρια που λάμβαναν χώρα επί σκηνής λίγα λεπτά πριν, ζήσαμε και την επιτομή του σουρεαλισμού. Ευτυχώς η κυρία συνήλθε, την είδαμε μετά στο φουαγιέ όρθια και να χαίρει άκρας υγείας. Το πώς κατάφεραν οι ηθοποιοί και επανήλθαν στους ρόλους τους και μας έδωσαν το φινάλε όπως έπρεπε, ήταν αξιοθαύμαστος άθλος.

Αυτά τα ωραία. Το 1984 θα παίζεται για ακόμα μια βδομάδα νομίζω, οπότε όσοι δεν το είδατε, σπεύσατε. Αλλά να πάτε διαβασμένοι και πληροφορημένοι και να κάνετε την έρευνα σας πριν το επιχειρήσετε. Κάτι που πρέπει να γίνεται ούτως ή άλλως πριν από κάθε έργο.

Και επειδή για μένα η κάθε χρονιά είναι συνδεδεμένη με την αντίστοιχη Γιουροβίζιον της, ας κλείσουμε το ποστ αυτό, με ένα έπος από το 1984 της καρδιάς μας. I treni di Tozeur, άλλο ένα ιταλικό αριστούργημα που χαντακώθηκε ξεπίτηδες, χάριν μίας σουηδικής μαλακιούλας. 


Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2022

Δεν Υπάρχει Άγιος Βασίλης

 Το δράμα μου το κοινοποίησα χθες βράδυ στο Facebook.

Ένα ηλίθιο από το σχολείο του γιου μου, πήγε και του είπε την ωμή αλήθεια. Ότι δεν υπάρχει Άη Βασίλης και ότι εμείς βάζουμε τα δώρα κάτω από το δέντρο.

Είδα κι έπαθα να τα μπαλώσω. Και δεν ξέρω κατά πόσον με πίστεψε, αλλά έκανα ό, τι μπορούσα. Κάθε χρόνο επιστρατεύω διάφορες τεχνικές για να κρατήσουμε τον μύθο ζωντανό. Σκηνοθεσίες ολόκληρες. Και το ποτήρι με το γάλα βάζουμε δίπλα από το τζάκι για να το πιει ο κουρασμένος Άγιος, και τα μπισκότα δαγκωμένα για να χορτάσει ο Ρούντολφ, μέχρι που βρήκα κι ένα application στο οποίο γράφεις στο άβαταρ του Άη Βασίλη τι θέλεις να πει, και στέλνει του παιδιού σου ηχογραφημένο βίντεο με συμβουλές και νουθεσίες! Μόνο ένα ελάφι έμεινε να σφάξω στην είσοδο του σπιτιού μας, να του πω «Ορίστε Αλέξη μου, κατά την άφιξη του στο σπίτι μας, του ψόφησε κι ένα ελάφι που έσερνε το έλκυθρο. Φόρτωστο να το πάμε μέσα να το φάμε».

Δεν αναμένω ότι τα παιδιά μου θα πιστεύουν στον Άγιο για πολλά χρόνια ακόμα. Άλλωστε ζούμε στην εποχή του google. Τα παιδιά δεν είναι χαζά όπως ήμασταν εμείς στην εποχή μας που τρώγαμε αμάσητο ό, τι μας σέρβιραν. Τα παιδιά τη σήμερον ημέρα είναι καχύποπτα, υποψιασμένα, έχουν άπειρα ερεθίσματα από παντού και όλα τα θέτουν υπό αμφισβήτηση σαν ατίθασα νιάτα. Δεν τρέφω αυταπάτες. Αλλά τι μίζερο πράγμα να τους χαλάς ένα τόσο τρυφερό και γλυκό αφήγημα όπως αυτό του Αγίου Βασίλη! Εγώ εδώ που είμαι 42 και θέλω να πιστέψω ότι έρχεται και μας τα ρίχνει από την καμινάδα!

Μην ακούσω μαλακίες ότι τα παιδιά διψούν για την αλήθεια και ότι πρέπει να τους τη χαρίζουμε απλόχερα. Τα παιδιά, αλλά και ο καθένας μας, ζητούν όσοι αλήθεια μπορούν να αντέξουν. Κανένας δεν εμβαθύνει αν δεν τον συμφέρει. Εγώ, π.χ. όταν ήμουν μικρός είχα ερωτηματικά ως προς την ύπαρξη του Αγίου Βασίλη. Δεν με συνέφερε όμως να τον αμφισβητήσω γιατί μια χαρά με εξυπηρετούσε. Μια χαρά μου έφερνε κάθε χρόνο σχεδόν ό, τι ζητούσα. Γιατί να κάνω απορίες; Για να πληγωθώ; Δεν ρωτάς ποτέ πράγματα σ’ αυτή τη ζωή αν υποψιάζεσαι ότι η απάντηση θα σε πληγώσει. Έτσι και στα παιδιά. Κάθε πράγμα στον καιρό του!

Αλλά και αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο Άγιος πρέπει να καταργηθεί, τι μίζεροι άνθρωποι! Καλά ρε, δεν λυπάστε λίγο το παιδί σας που θα μεγαλώσει μέσα στην ωμότητα και τον κυνισμό; Είναι σαν να το πάτε στη Ντίσνεϊλαντ και λίγο πριν βγάλει φωτογραφία με τον Μίκυ να του πείτε «ξέρεις, αγόρι μου, αυτός δεν είναι ο Μίκυ. Είναι ένας μεροκαματιάρης που πληρώνεται τρεις κι εξήντα για να φωτογραφίζεται με παιδιά και μάλλον δεν του βάζουν καν ένσημα συνταξιοδότησης!» Λες να μην το ξέρει το παιδί ότι δεν είναι ο Μίκυ; Γουστάρει και το πιστεύει! Ή όταν ρωτάνε πώς γεννήθηκαν και πάτε και του λέτε «δεν ήσουν καρπός του έρωτα, παιδί μου, έναν πήδο πήγαμε να ρίξουμε και μας προέκυψες εσύ!» 

Δεν είναι πράγματα αυτά. Η ζωή θέλει φαντασία και σκηνοθεσία που έλεγε και η Μαριάντα Πιερίδη. Αλλιώς δεν υποφέρεται.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2022

Στα Γενέθλια

Μία μητέρα από το νηπιαγωγείο του γιου μας, είπε τις προάλλες στη Μπρέντα: «ο άντρας σου, γελά σου. Δεν έρχεται ποτέ σε παιδικά γενέθλια. Όλο εσύ έρχεσαι με τον γιο σου!»

 

Η Μπρέντα μου το σχολίασε το βράδυ, ευτυχώς όχι υπό τύπον παραπόνου. «Οι υπόλοιποι πάνε στα γενέθλια οικογενειακώς», μου είπε. 

 

«Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου!»

 

Πιστεύω ότι μας έχει απομείνει εξαιρετικά λίγος χρόνος στον πλανήτη Γη για να τον τρώμε καλεσμένοι σε παιδικά γενέθλια, ειδικά αγνώστων, απλά και μόνο επειδή έτυχε να πηγαίνουν στο ίδιο νηπιαγωγείο με τον γιο μας. Ο ελεύθερος μου χρόνος είναι εξαιρετικά λίγος, αν υπολογίσεις τις καθημερινές ευθύνες με το μεγάλωμα των παιδιών. Δεν μπορώ να αναλώνω και τα σαββατοκύριακά μου καλεσμένος σε πάρτι γενεθλίων. Το παιδί εννοείται θα πάει να κοινωνικοποιηθεί. Και εφόσον τη Μπρέντα δεν την πειράζει να πάει μόνη της, αφού βρίσκει και τα λέει με άλλες μαμάδες, εγώ γιατί να ταλαιπωρηθώ άδικα;

 

Αν πρόκειται για παιδί δικών μας φίλων, ευχαρίστως να πάω, θα έχω και ένα μάτσο γνωστούς εκεί να πω τα νέα μου και να συζητήσω. Αλλά με γονείς που δεν γνωριζόμαστε, τί να πούμε; Κατ’ αρχάς βαριέμαι φρικτά να λέω τα τετριμένα, ήτοι τι αρρώστιες πέρασε ο γιος μου, αν πάσχει από ελλειματική προσοχή, κι αν πάει σε 150 ιδιαίτερα. Προτιμώ να πεθάνω παρά να ανοίξω τέτοια συζήτηση. Ούτε με ενδιαφέρει να συζητώ αν είναι καλή η δασκάλα που του κάνει μάθημα, κι αν θα τον αλλάξουν τάξη του χρόνου, κι αν θα του κακοφανεί. 

 

Εκτός αυτού, είναι και το άλλο. Οι μπαμπάδες συζητούν κυρίως για αθλητικά για τα οποία δεν έχω καμία άποψη, γνώμη ή ενδιαφέρον, και αν πω να μιλήσω με καμία μαμά που τυχόν να είναι μόνη της, με κοιτούν όλοι περίεργα, για ευνόητους λόγους. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να διανοηθώ να ανοίγω συζήτηση και να κάνω το λεγόμενο small talk με άγνωστο κόσμο χωρίς να παρουσιάσω τάσεις αυτοκτονίας. 

 

Το περασμένο Σάββατο έπρεπε να πάω εγώ με τον Αλέξη σε πάρτι γενεθλίων. Εννοείται πως θα πάω αν προκύψει κάποιο απρόοπτο, όπως τότε που έπρεπε να πάει τη Μπουμπού εκτάκτως στον γιατρό γιατί είχε βρογχικά, και έπρεπε να πάει κάποιος άλλος με τον Αλέξη στα γενέθλια. Κουβάλησα μαζί μου κι ένα βιβλίο για να περάσω την ώρα μου. Η Μπρέντα μου είπε ότι είναι αγένεια να εμφανιστώ με το βιβλίο υπό μάλης. «Είναι σαν να τους σνομπάρεις». 

 

Γιατί να τους σνομπάρω; Αν θέλουν να συζητήσουμε κάτι ενδιαφέρον, να κοπιάσουν στο τραπέζι μου! Από εκεί και πέρα δεν με ενδιαφέρει ούτε να μάθω πού πήγανε και φάγανε, ούτε πού κάνει το πιο ωραίο στέηκ! 

 

Με το βιβλίο μου δεν ενοχλώ κανέναν. Σε μια γωνιά σκόπευα να κάτσω, πίσω από έναν τοίχο που να μην με βλέπει κανένας και να διαβάσω με την ησυχία μου για κάνα δίωρο. Είμαι σίγουρος πως αν έκανα το ίδιο με το κινητό μου και έπαιζα με αυτό, ουδείς θα θιγόταν ή θα το εκλάμβανε ως σνομπισμό. Όταν κρατάς βιβλίο όμως όλοι θεωρούν ότι πουλάς πνεύμα. Καμία σχέση. Κατ’ ακρίβεια εγώ ήθελα να πάω με το λάπτοπ και να συνεχίσω να γράφω το μυθιστόρημα μου, το οποίο έχω παραμελήσει. Αλλά εκεί θα φαινόταν ότι πασχίζω να δουλέψω σαββατιάτικα και θα έδινα ακόμα πιο άσχημη εντύπωση. 

 

Εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα δεν είναι τι κάνω εγώ όταν συνοδεύω τον γιο μου σε γενέθλια. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι γίνονται γενέθλια και μας προσκαλούν αβέρτα. Εγώ θυμάμαι ότι η πρώτη φορά που πήγα σε γενέθλια συμμαθητή μου ήταν στο Δημοτικό και μάλιστα σε προχωρημένη τάξη. Τη σήμερον τα παιδάκια κάνουν γενέθλια υπερπαραγωγές και προσκαλούν όλη την τάξη από τριών ετών! Αν είναι δυνατόν! Και αυτό συνεπάγεται και την παρουσία του γονέα. 

 

Αχ, και να ζούσαμε στη δεκαετία του ’80 όπου παρατούσες το παιδί σου όπου έβρισκες και ούτε γινόσουν στόχος κακεντρεχών σχολίων από άλλους γονείς, ούτε το παιδί κινδύνευε από κάτι. 

 

Στη δεκαετία του ’80 συνέβαιναν αδιανόητα πράγματα. Σήμερα θα θεωρούνταν εγκλήματα. Απλά να σας πω ότι κάθε Σάββατο εγώ και τα ξαδέλφια μου μαζεύομασταν στο σπίτι της γιαγιάς μου γιατί οι γονείς μου ήθελαν την ησυχία τους. Η γιαγιά μου το απόγευμα έφευγε να πάει να παίξει χαρτιά και παρατούσε 4 εγγόνια μόνα τους σε ένα μεγάλο σπίτι στο κέντρο της πόλης να παίζουν, χωρίς να έχουμε ιδέα σε ποιο σπίτι πήγαινε η γιαγιά να παίξει το κουμκάν της. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι πήγαινε "στην κυρία Μαρούλα". Ως εκεί. Ανοίγαμε τις πόρτες και ξεχυνόμασταν στη λεωφόρο Μακαρίου (η αλήθεια τότε ήταν άδεια από αυτοκίνητα, όπως ακριβώς είναι σήμερα δηλαδή, ερηπωμένη και σχεδόν στοιχειωμένη), παίζοντας καταμεσής της στράτας ό, τι φανταστείτε. Το καλύτερο όμως ήταν ότι η γιαγιά μου είχε κι ένα τσίγκινο γκαράζ στην αυλή της, στη στέγη του οποίου σκαρφαλώναμε και στήναμε έπιπλα φτιάχνοντας, κάστρα, καταφύγια, σπιτάκια, αδιαφορώντας αν ήταν ζήτημα χρόνου η τσίγκινη στέγη να υποχωρήσει και να πέσουμε και οι τέσσερεις από τρία μέτρα ύψος. Περνούσε κόσμος πεζός, μας έβλεπε εκεί πάνω σκαρφαλωμένους, ούτε ένας δεν έδινε σημασία. Αυτά ήταν χρόνια!

 

Μη θυμηθώ το άλλο, που έγραψα και τις προάλλες στο τουίτερ. Όταν ήμουν στην Τρίτη Δημοτικού πήγα επίσκεψη σε σπίτι συμμαθητή μόνος μου, ενόσω έλειπαν οι γονείς του (και αυτό ήταν οκ, δεν υπήρχε κάτι το μεμπτό να σε καλέσει στο σπίτι του φίλος σου εν έτει 1988 και να λείπουν οι γονείς του). Tο μεμπτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι ο πύθωνας που είχανε ως κατοικίδιο ήταν εκτός της γυάλας του, κάτω από τον καναπέ του σαλονιού, και χώνευε ένα κουνέλι που μόλις τον είχαν ταΐσει. Κι αυτό όλο το σκηνικό ήταν οκ. Φυσικά, εγώ χέστηκα πάνω μου όταν έμαθα ότι ο πύθωνας αλώνιζε μέσα στο σπίτι, αλλά ο φίλος μου με διαβεβαίωσε ότι το ερπετό είχε βαρυστομαχιάσει και ότι θα παρέμενε μαστουρωμένο κάτω από τον καναπέ ώσπου να χωνέψει, οπότε δεν είχα λόγο να αγχώνομαι. «Εξάλλου δεν είναι δηλητηριώδες, ούτε σκοτίζεται από επισκέπτες!» Παρόλα αυτά, εγώ πήρα από το σταθερό τηλέφωνο τη μάνα μου και ήρθε να με μαζέψει, γιατί έπαθα σοκ από το ότι βρισκόμουν μόνος σε ένα σπίτι με έναν πύθωνα ελεύθερο. Όχι, πείτε μου τη σήμερον ημέρα αν συνέβαινε κάτι παρόμοιο, σε πόσα σάιτ θα ήμουν πρωτοσέλιδο!

 

Τέλος πάντων, το θέμα μας είναι τα παιδικά γενέθλια και όχι τα υπέροχα ‘80ς. Ναι! Αν ζούσαμε σε καιρούς πιο ανθρώπινους δεν θα υπήρχε πρόβλημα να αφήσω τον γιο μου στα γενέθλια και να φύγω. Αλλά εν έτει 2022 πρέπει να είμαι συνέχεια εκεί, να τον ελέγχω, ασχέτως αν στους πλείστους παιδότοπους υπάρχουν υπεύθυνοι υπάλληλοι που μαντρώνουν τα παιδιά και δεν τα αφήνουν να ξεμυτίσουν, συν το ότι τα παρακολουθούμε κι από οθόνες που είναι συνδεδεμένες με κάμερες και μεταδίδουν ανά πάσα στιγμή το τι συμβαίνει σε όλο τον πιαδότοπο. Παρόλα αυτά, και πάλι, είμαστε με τη ψυχή στο στόμα μην τυχόν και πάθουν κάτι. 

 

Ε, δεν είναι κόσμος αυτός!

Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2022

Τηλεγραφώ

Γεια σας και χαρά σας.

Πολλά και διάφορα συνέβησαν όλο αυτό το διάστημα που έχουμε να τα πούμε.

Κατ’ αρχάς έγιναν οι παραστάσεις μας. Με αναβολή μιας βδομάδας γιατί ο μισός θίασος κόλλησε κορωνοϊό και έπρεπε να περιοριστούμε μια βδομάδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσουμε την προθεσμία για τη συμμετοχή μας στο διαγωνιστικό κομμάτι του φεστιβάλ του ΘΟΚ και ως εκ τούτου να μην μπορούμε να διεκδικήσουμε βραβείο. Για τα βραβεία παίζετε, θα με ρωτήσετε. Όχι βέβαια. Παίζουμε για τη ψυχούλα μας και για τα ψυχολογικά μας. Ήταν φυσικά πολύ ωφέλιμη βδομάδα. Με την έννοια ότι το περάσαμε κι αυτό ομαδικά, και μας έδεσε έτι περισσότερον. Κάναμε πρόβες μέσω ζουμ. Περνούσαμε τα λόγια, οργανώσαμε τις θέσεις των θεατών, καταφέραμε και τσακωθήκαμε κιόλας, όλα τα κάναμε οι ευλογημένοι, όλα! Έτσι είναι οι οικογένειες.

Ωραία πέρασα και φέτος στις παραστάσεις αν και ομολογώ πως όσο μεγαλώνω μεγαλώνουν μαζί και οι ιδιοτροπίες μου, οι οποίες συχνά αναχαιτίζουν την απόλαυση. Τουλάχιστον την απόλαυση που με χαρακτήριζε ως πρωτάρη στο ερασιτεχνικό θέατρο το πάλαι ποτέ 2008. Πλέον έχω άποψη για τα πάντα, από τη διανομή μέχρι τον φωτισμό. Όταν αυτά και άλλα πολλά δεν συμβαδίζουν με τη δική μου οπτική και αισθητική, χαλιέμαι. Σκηνοθέτης δεν είμαι βέβαια, και ούτε σκοπεύω να γίνω. Το διακύβευμα όμως είναι πλέον μεγάλο. Αν αφήνω σπίτι μία σύζυγο με δύο παιδιά μόνη για να πάω να παίξω θέατρο πρέπει και να το φχαριστιέμαι. Αν η ζυγαριά δεν κλίνει προς τη σωστή μεριά δεν αξίζει και τον κόπο. Το θέατρο πρέπει να είναι οργασμός. Δεν πρέπει να είναι κάτεργο.

Ήταν η πρώτη φορά που κόλλησα κορωνοϊό. Τουλάχιστον επίσημα. Είχα περάσει το ίδιο βαρύ κρυολόγημα και τον Φεβρουάριο του 2020 αλλά τότε δεν είχε ακόμα διαγνωστεί και ανιχνευτεί επίσημα ο κορωνοϊός στην Κύπρο, οπότε δεν μπορώ να γνωρίζω αν δεν ήμουν ο patient zero. Με χτύπησε πολύ βαριά, δυστυχώς. Είχα όλα τα συμπτώματα στο ζενίθ, πόνο στα κόκαλα, πυρετό, βήχα, μύξες. Ένα δράμα ήμουν. Απομονώθηκα στη σοφίτα κι όταν άρχισα να βελτιώνομαι και να φτιάχνει η διάθεσή μου χάρηκα ότι θα γλιτώσω από τα οικογενειακά καθήκοντα για μια-δυο μέρες, αλλά πού; Την Τρίτη μέρα της νόσησης βγήκαν θετικοί κι όλοι οι υπόλοιποι. Μπρέντα, Αλεξάκος και Μπουμπού! Οπότε η απομόνωση καταργήθηκε. Όχι μόνο ήμουν θετικότατος, αλλά έπρεπε να συμβάλω και στην ίαση των υπολοίπων, πράγμα που με αποτελείωσε σωματικά.

Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα συνέβησαν κι άλλα. Είχαμε και τα γενέθλια των μωρών. Ο γιόκας μου έγινε έξι χρονών και η Μπουμπού ενός. Να ‘χει καλά ο Θεός τα μωράκια μου. Όλα γύρω τους γυρίζουν. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία πια.

Εν τω μεταξύ διαβάζω διάφορα και θέλω να σχολιάσω τα άπειρα. Ο κόσμος αποτρελάθηκε εντελώς. Δεν είναι όπως ήταν πριν 10 χρόνια. Πλέον είναι όλοι για τον ζουρλομανδύα. Το τι ακούω μέσα σε εκείνο το τουίτερ και δεν πέφτω από τον τρίτο, δεν περιγράφεται. Φυσικά, μεγαλώνοντας βαριέσαι και να ασχοληθείς. Συνειδητοποιείς ότι είσαι περαστικός απ’ τη ζωή και σκέφτεσαι «ας κουρεύονται!» Δεν θα σας σώσω εγώ. Και ούτε και σας αξίζει.

Θα επανέλθω.


Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2022

Η Σκηνή Ενώνει

 

Αισίως μετά από τέσσερα (!) χρόνια, η θεατρική μου ομάδα ανεβάζει νέα παράσταση.

Δεν μεγάλωσες για να παίζεις ερασιτεχνικό θέατρο;

Ναι, κάποτε νιώθω ότι μεγάλωσα. Αλλά φέτος που μου ήρθαν διάφορα, κατάλαβα πως μόνο η δημιουργική ενασχόληση με βοηθά να μην βουλιάζω στην κατάθλιψη και την καταχνιά. Είχα πάει και είχα δει μία παράσταση πριν 5-6 χρόνια με ερασιτέχνες ηθοποιούς όλοι άνω των σαράντα και μου φάνηκαν αστείοι. Δεν είχαν καμία φρεσκάδα, καμία λάμψη, ήταν ένα θέαμα θλιβερό. Είχα πει πως αν φτάσω τα 40 και κάνω τα ίδια, έχετε το ελεύθερο να με πυροβολήσετε. Ορίστε λοιπόν.

Ας επανέλθω στο θέμα.

Ναι, το θέατρο και δη η ομαδικότητα του έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Πάνε τώρα δεκαπέντε μέρες που σφίξανε οι κώλοι και βρισκόμαστε εντατικά, που περνούμε πολλά πεντάωρα στις πρόβες μαζί, όπου μου υπενθυμίζεται ξανά γιατί αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει πιο όμορφη αίσθηση από το να μοιράζεσαι τη σκηνή και να παίζεις. Δεν υπάρχει πιο ερεθιστικό πράμα από τον συγχρονισμό 15 διαφορετικών εγκεφάλων. Όταν επιτυγχάνεται η αρμονία στα κορμιά και στα λόγια και πάει ο μύθος μπροστά, νιώθεις την μαγεία του πράγματος.

Η θεατρική μας ομάδα συστάθηκε το 2009. Πάνε 13 χρόνια! Σε αυτά τα 13 χρόνια έγιναν πράματα και θάματα. Στα οποία ήταν όλοι παρόντες. Εγώ τους αποκαλώ -σχεδόν όλους- «κουμπάρους μου». Η προσωπική μου ζωή αναγεννήθηκε και προόδεψε μέσα απ’ αυτή την ομάδα. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή μου βγάζει το Facebook αναμνήσεις από προηγούμενες παραστάσεις μας. Κι εκεί βλέπω ξανά τη σημαντικότητα του αποτυπώματός τους.

Τέλος πάντων, φτάνει με τα συγκινητικά. Για όσους ενδιαφέρονται και για όσους μπαίνουν ακόμα εδώ μέσα και με διαβάζουν, οι πληροφορίες είναι οι εξής: Θα παίξουμε το γνωστό και μη εξαιρετέο «Ποια Ελένη» των Ρέππα – Παπαθανασίου στο Εγκώμιο πολιτιστικό κέντρο, από τις 4 Νοεμβρίου, μέχρι τις 8 Νοεμβρίου 2022. Στις 8:30. Εισιτήρια μπορείτε να προ-κρατήσετε στο τηλέφωνο της αφίσας ή να επικοινωνήσετε μαζί μου, όσοι γνωριζόμαστε για να σας κλείσω. Το έργο έχει υποστεί επεξεργασία και θα δείτε μία διασκευή του σκηνοθέτη μας, του επίσης μεγάλου και τρανού Παναγιώτη Λάρκου. Την παράσταση την έχουμε υποβάλει και στο Ερασιτεχνικό Φεστιβάλ Θεάτρου του ΘΟΚ το οποίο λαμβάνει ήδη χώρα αυτές τις μέρες και λήγει λίγο μετά τη δική μας πρεμιέρα.


Είναι ένα μεγάλο πάρτι για εμάς, ένα πάρτι που πάντα μας αποχαιρετά με κατάθλιψη, η οποία ο μόνος τρόπος να φύγει είναι να αρχίσουμε να συζητούμε για το πότε θα συγκεντρωθούμε εκ νέου για να στήσουμε την επόμενη.

Θα χαρώ να σας δω.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2022

Πολλά Αδιάφορα Επίκαιρα

Έχω πολλά και διάφορα να πω, αλλά κάθε μέρα λέω «δεν βαριέσαι». Κάποιες φορές απορώ κι εγώ γιατί συντηρώ ακόμα αυτό το μπλογκ και ποια ανάγκη με εξωθεί να έρχομαι εδώ να τα λέω. Να σου πω ποια ανάγκη. Η αφραγκιά. Παρά να τα λέω στη ψυχολόγο που χρεώνει ογδόντα ευρώ το σαρανταπεντάλεπτο ας τα γράφω εδώ δωρεάν. Φυσικά, θεραπεία εδώ δεν γίνεται, αλλά είδαμε και την επαγγελματική τι αποτελέσματα έφερε. Αστειεύομαι. 

 

Από χθες έγινε και πάλι της μόδας η συζήτηση για τη μαντίλα. Έχω γράψει δυο τρεις φορές για το θέμα. Δεν θα τα ξαναπώ. Να πω απλά, σε περίπτωση που δεν εμπεδώθηκε, ότι γυναίκα που καλύπτεται με μπούρκα, μαντίλα, χιτζάμπ, χτιτζάμπ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, εγώ τη σιχαίνομαι. Μου αποπνέει βρωμιά. Επίσης, να πω ότι ακόμα μεγαλύτερη σιχαμάρα μου προκαλούν οι Έλληνες Κύπριοι που σπεύδουν να υπερασπιστούν την ελευθερία της κάθε μίας να φορά ό, τι θέλει αγνοώντας τεχνηέντως το γεγονός ότι η μαντίλα επιβάλλεται κατόπιν θρησκευτικής πλύσης εγκεφάλου. Όχι, αγάπες. Είμαι κάθετος! Γυναίκα που δέχεται να καλύπτεται σ’ αυτό το χάλι είναι ηλίθια και δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Ούτε για εσάς πρόκειται να αλλάξω γνώμη, που από τα βραστά του σαλονιού σας σπέυδετε να τις υποστηρίξετε χάριν δήθεν ακτιβισμού. Εντυπωσιάζομαι που άλλη δουλειά δεν έχετε στην καθημερινότητά σας, από το να υπερασπιστείτε τον οποιονδήποτε, ο οποίος μάλιστα, δεν σας πληρώνει για να το κάνετε. Εγώ πέραν των παιδιών μου και της γυναίκας μου, ουδένα επιθυμώ να υπερασπιστώ. Ας κουρεύονται άπαντες! Δεν μπορώ να ξημεροβραδιάζομαι με το τι συμβαίνει στο Ιράν. Εδώ δεν με ενδιαφέρει τι συμβαίνει στην Κύπρο, στη Λευκωσία, στη γειτονιά μου. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του και τις μάχες που δίνει. 

 

Έφυγε το κωλοκαλόκαιρο και άρχισα να ανεβαίνω ψυχολογικά. Μόνο και μόνο που μπήκαμε στην εποχή που κλείνουμε το παράθυρο το βράδυ γιατί ξυπνούμε από τη ψυχρούλα, δηλώνω ευτυχής! Άρχισα ξανά να γράφω, άρχισα να πηγαίνω στις πρόβες της θεατρικής μου ομάδας, ξεκίνησα να πηγαίνω κολύμβηση με τον γιο μου, και γενικότερα αναθάρρεψα από τη μαυρίλα που με έπνιξε τον Αύγουστο. 

 

Να σας πω κάτι συγκινητικό; Δεν ξέρω αν πρέπει, γιατί όποτε μοιραστώ κάτι ευτυχές στο τέλος το γρουσουζεύω. Αλλά η αγάπη που δέχομαι από τον γιο μου είναι από άλλο σύμπαν. Έχω γράψει πολλές φορές ότι αυτό το μωρό δεν είναι μωρό, είναι μία υπερδύναμη αγάπης συγκαλυμμένη σε παιδί. Θεόσταλτος και απερίγραπτος. Ακούστε τι κάνει τώρα. Κάθε φορά που πηγαίνουμε μαζί κολύμβηση, αυτός μπαίνει στην παιδική τάξη κι εγώ κολυμπώ μόνος μου σε διπλανό διάδρομο. Ο γιος μου με παρακολουθεί όσο κολυμπώ και όποτε περνώ από δίπλα του κρίνει σκόπιμο να βυθιστεί και είτε να με χαιρετίσει, είτε να μου σχηματίσει με τα δάχτυλα των χεριών του μια καρδούλα. Το κάνει κάθε φορά που περνώ από δίπλα του, σε βαθμό που διακόπτει τη δική του άσκηση για να το κάνει. Του εξήγησα ότι ναι μεν το βρίσκω γλυκήτατο, αλλά καλό θα ήταν να συγκεντρωθεί στο δικό του μάθημα. Τον πήρε ο καθηγητής χαμπάρι τις προάλλες και του έκανε παρατήρηση. Τον μετακίνησε στην άλλη μεριά της πισίνας ώστε να μην έχουμε οπτική επαφή και να αποσυντονίζεται. Με το πέρας του μαθήματος βγήκε από την πισίνα, πέταξε γυαλάκια, σκουφί και πετσέτα και μου δήλωσε έξω φρενών: «τελευταία φορά που ερχόμαστε εδώ για μάθημα!» Έξαλλος έγινε που ο καθηγητής τον μετακίνησε και με... έχασε. 

 

Η ευγνωμοσύνη που νιώθω στο σύμπαν γι’ αυτή την υπερβολική αγάπη δεν περιγράφεται. Δεν έχω αγαπηθεί ποτέ μου προηγουμένως τόσο φανατικά και τόσο εμμονικά από κάποιον ή κάποια. Και οι γονείς μου με αγάπησαν με τον τρόπο τους, και η γιαγιά μου φυσικά με είχε στα όπα-όπα, αλλά αυτό το πράμα... σχεδόν δεν το αξίζω. Είναι συγκινητικό και συνάμα μελαγχολικό, διότι δεν μπορώ να διανοηθώ ότι μια μέρα, μεγαλώνοντας, μπορεί να του τελειώσει. Ό, τι δίνεις παίρνεις σ’ αυτή τη ζωή, θα μου πείτε. Δεν πάει έτσι. Έδωσα σε πολλούς ανθρώπους και δεν πήρα τίποτα. Το ότι ο γιος μου μου τα επιστρέφει όλα πίσω με τόκο, είναι από τα άγραφα. Εν τω μεταξύ, για να μην παρεξηγηθώ, και την κόρη μου τη λατρευώ και με εκείνη έχω επιτύχει συνασθηματική σύνδεση. Αλλά εκείνην πάω να τη φιλίσω και ξινίζει, γυρίζει απ’ την άλλη σπρώχνοντάς με, τις προάλλες μου τις έβρεξε κιόλας γιατί τη φίλισα ενώ ήταν μισοκοιμισμένη και την τρόμαξα. Ο γιος μου, από την άλλη, αν τύχει και βγω έξω το βράδυ μου λέει «όταν γυρίσεις να έρθεις να μου κάνεις αγκαλιά. Αλλά να είναι σφιχτή, να την καταλάβω, να ξέρω ότι γύρισες!»

 

Ήθελα να γράψω και για τον Αντετοκούμπο και το κάτα πόσον είναι... Έλληνας, ένα θέμα που το ρήμαξε το τουίτερ πρόσφατα. Η ταυτότητα αγαπητοί, είναι μία τρομερά σύνθετη ιδέα. Είναι ένα κράμα παραγόντων και συγκυριών τα οποία σε καθορίζουν και δεν μπορεί να συζητηθεί στη βάση του τι γράφει η ταυτότητα, η οποία είναι ένα χαρτί το οποίο δύναται να αλλάξει, ή στη βάση του πού γεννήθηκες, ή στη βάση του πώς αισθάνεσαι. Είναι όλα αυτά μαζί. Μπορεί και όχι. Μπορεί εγώ να γεννήθηκα κατά λάθος στο Λονδίνο και να πήρα αγγλικό διαβατήριο αλλά να σιχαίνομαι την Αγγλία όσο τίποτα και να τη χλεύαζω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ. Δεν με καθιστά Εγγλέζο το διαβατήριο αυτό καθεαυτό. Ούτε το αν μιλώ την αγγλική φαρσί. Ούτε το αν ζω και εργάζομαι εκεί. Κατά τη δική μου γνώμη αποκτάς την εκάστοτε ταυτότητα σου, αν αυτήν την έχεις υιοθετήσει συνειδητά και την υπερασπίζεσαι μέχρις εσχάτων. Αν ακούς τον εθνικό ύμνο της χώρας σου και δακρύζεις, αν σε ενδιαφέρουν οι τέχνες και τα γράμματα που αναπτύχθηκαν εκεί και τα παρακολουθείς. Αν τη νοσταλγείς. Αν είσαι έτοιμος να πολεμήσεις γι αυτήν σε περίπτωση που μια άλλη χώρα εισβάλει. Η ταυτότητα, η εθνότητα, το «είναι» του αλλουνού δεν μπορεί να καθοριστεί μονόπλευρα. Ο Αντετοκούμπο είναι Νιγηριανός και το ξέρουμε όλοι, δεν το απαρνείται ούτε ο ίδιος. Δεν ξέρω σε όλα τα υπόλοιπα που ανέφερα πώς ακριβώς τοποθετείται και σε ποιο βαθμό τα ενστερνίζεται. Παρακολουθώντας όμως την πορεία του και τον βίο του καταλήγω ότι σε ένα μεγάλο και καθοριστικό ποσοστό είναι Έλληνας. Μπορεί να μην είναι απόγονος του Κολοκοτρώνη, όπως πολλοί από εμάς δεν είμαστε άλλωστε, αλλά το γεγονός ότι πήρε ελληνικό όνομα και απαρνήθηκε ένα νιγηριανό, το γεγονός ότι προσφέρει στη χώρα που τον μεγάλωσε φορώντας την φανέλα της εθνικής της, τραγουδώντας τον εθνικό της ύμνο, παραχωρώντας μέρος των εσόδων του για τους πληγέντες από τις πυρκαγιές, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ενώ θα μπορούσε να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του και να επικεντρωθεί στη ζωή του στην Αμερική αυτός επιμένει και επιστρέφει, τον καθιστά στα μάτια μου, Έλληνα. 

 

Πάνω απ’ όλα όμως, δεν με ενδιαφέρει αν όλα τα παραπάνω καταρρίπτονται με κάποιο τρόπο, γιατί σημασία έχει η προσφορά του. Τα ίδια που έγραψα παλιότερα και για την ομοφυλοφιλική κοινότητα. Κανένας δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι και πως,  εφόσον είσαι χρήσιμος. Και ο Γιάννης Αντετοκούμπο είναι χρήσιμος πέραν πάσης προσδοκίας. Οπότε, δεν πα να είναι ό, τι θέλει. Ας δηλώσει και Κινέζος. Αφού δουλεύει για το κοινό, ελληνικό, καλό, ουδόλως μας ενδιαφέρει πού κατατάσσεται και τι επί της ουσίας είναι. 

 

Αυτά τα ολίγα ήθελα να πω. Κανονικά θα τα ανέπτυσσα σε ξεχωριστά κείμενα, αλλά παρόλη την επαναφορά μου, δεν έφτασα ακόμα στο σημείο να θέλω να γράφω εδώ συχνότερα. 

 

Γεια σας. 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2022

Η Χιονάτη Και οι Εφτά Άκλιτοι Νάνοι

 

Έβλεπα προ ολίγου ότι η Ντίσνεϊ ετοιμάζεται να βγάλει σε ταινία τη Χιονάτη, αλλά έχει αφαιρέσει από τον τίτλο τους «εφτά νάνους» για λόγους πολιτικής ορθότητας. Τι ακριβώς θα διορθώσει αφαιρώντας από την πλοκή τους νάνους, δεν κατάλαβα ακριβώς, είναι σαν να σβήνει το 90% της ιστορίας και σαν να γράφει μία καινούρια.

Εν πάση περιπτώσει, η Ντίσνεϊ αποτελεί για μένα καμένο χαρτί και βαρέθηκα πλέον να ασχολούμαι μαζί της, πρόκειται ξεκάθαρα για μία κομπλεξική εταιρεία που θεωρεί ότι το να είσαι νάνος είναι κακό και πρέπει να σβηστείς από τον τίτλο και να αντικατασταθείς από κάτι άλλο, κάποιο ξωτικό ή κάτι φαντασιακό και ανύπαρκτο, απλά και μόνο για να μην ξεσηκωθούν οι νάνοι εναντίον της. Αντί να χαρούν οι νάνοι που θα γυριστεί μία ταινία για χάρη τους και πιθανότατα να βρουν δουλειά, να παίξουν κάποιο ρόλο, βγήκαν να διαμαρτυρηθούν.

Παρένθεση: Παρόλο που δεν είναι το θέμα μου, εδώ να πω ότι δεν εξεπλάγην ποσώς που τη Χιονάτη θα την παίξει μία Κολομβιανή μελαψή, ωραιοτάτη ηθοποιός, η οποία ουδεμία σχέση με τη γνωστή Χιονάτη του καρτούν έχει. Πιο πολύ σε χαρακτήρα από το Ενκάντο φέρνει παρά στη γερμανίδα πριγκίπισσα του καρτούν. Πάλι καλά να λέμε που κράτησαν το όνομα «Χιονάτη» και εν την άλλαξαν σε «Μαυροτσούκαλο» ή κάτι παρεμφερές για να μη θιχτούν τα μαλακισμένα πλήθη.

Τώρα που διάβαζα ότι αφαιρέθηκαν οι νάνοι από τον τίτλο της ταινίας, θυμήθηκα μια αστεία ιστορία. Κι αυτή είναι το σημερινό θέμα μας:

Όταν ήμουν φοιτητής είχα γνωρίσει μία Κύπρια, η οποία ήταν πολύ κοντή. Ας την πούμε Μαρία για τις ανάγκες του κειμένου. Δεν ήταν νάνος, αλλά ήταν τόσο μικροκαμωμένη που πάντα έδινε την εντύπωση της ανήλικης. Αυτό το έφερε βαρέως η Μαρία ειδικά σε μία φάση της ζωής της κατά την οποία το ζητούμενο ήταν να δείχνει ολοκληρωμένη γυναίκα, να έχει κατακτήσεις και να είναι ελκυστική στο αντίθετο φύλο. Η Μαρία δεν με πολυχώνευε, και ουδέποτε κατάλαβα τον λόγο, εικάζω ότι της έφταιγε το γεγονός ότι έπαιρνα καλύτερους βαθμούς από εκείνη χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και διάβασμα. Εισέπραττα τον φθόνο εκ μέρους της, αλλά δεν μπορούσα και να τον αποδείξω, οπότε τον παρέκαμπτα για να συνυπάρχουμε ομαλώς.

Ένα βράδυ, βγήκα με μία παρέα συμπατριωτών μου και πήγαμε στη μπυραρία της γωνίας, να κάνουμε διάλειμμα από το διάβασμα. Εκεί γνώρισα μία άλλη κοπέλα η οποία καταγόταν από το χωριό της Μαρίας. Τη ρώτησα αν γνωρίζονται. Η απάντηση της ήταν: «φυσικά και γνωρίζω τη νάνα!» και ξέσπασε σε γέλια. Δεν έδωσα περαιτέρω σημασία.

Την επόμενη μέρα στο μάθημα βρέθηκα με τη Μαρία. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα στα έδρανα. «Ψες βγήκα με μια φίλη σου», της είπα, «την τάδε». «Δεν τη γνωρίζω» μου είπε η Μαρία. «Πώς δεν τη γνωρίζεις; Κατάγεστε από το ίδιο χωριό. Αυτή σε ξέρει πάντως και όταν ανέφερα το όνομα σου μου είπε ολόχαρη ότι σε αποκαλεί χαϊδευτικά ‘Νάνα’». Η Μαρία έγινε έξαλλη και άλλαξε εκατόν πενήντα χρώματα και με κατακεραύνωσε με το βλέμμα της σαν να ήμουν το πιο μισητό ον στη γη. Μία άλλη κοπέλα, φίλη της, η οποία ήταν παρούσα στα έδρανα έσπευσε να βάλει τέρμα στην κουβέντα λέγοντας μου: «έλεος με τις προσβολές». Ποιες προσβολές; αναρωτήθηκα. «Νάνα» την είπε, σαν το συμπαθητικό σκυλάκι της οικογένειας της Γουέντι από τον Πήτερ Παν! Αλήθεια πώς και δεν γνωρίζεστε;»

Πού να φανταστώ ότι η άλλη χρησιμοποίησε τη λέξη ‘νάνα’ ως το θηλυκό ουσιαστικό του ‘νάνου’ για τη χλευάσει για το ύψος της; Και πού να φανταστώ ότι στο άκουσμα της λέξης η Μαρία θα το αντιλαμβανόταν και θα προσβαλλόταν; Κατ’ αρχάς λέξη «νάνα» δε υπάρχει. Το ουσιαστικό είναι άκλιτο. Στα Ελληνικά λέμε «Ο νάνος» ή «το μικροκαμωμένο άτομο». Δεν υπάρχει δυστυχώς θηλυκό ουσιαστικό. Νάνα είναι μόνο η Μούσχουρη και Νανά η γκόμενα του Ρακιντζή στο ομώνυμο τραγούδι. Παρόλα αυτά, αυτές οι δύο κατάφεραν και συνεννοήθηκαν και κατάφεραν να τσακωθούν πριν καλά-καλά γνωριστούν. Μου είπαν ότι έκανα γκάφα. Από πού κι ως πού; Εγώ γνώριζα καλά πως η λέξη νάνος δεν έχει θηλυκό. Για να αποκαλεί η μία την άλλη «νάνα» για κάποιο υποκοριστικό θα επρόκειτο, υπέθεσα. Σ’ αυτή τη ζωή αν δεν μιλάς σωστά Ελληνικά μπορεί να παρεξηγηθείς, αλλά προφανώς, ακόμη κι αν τα μιλάς είναι εξίσου προβληματικό.

Όπως και να ‘χει, δεν με χώνευε που δεν με χώνευε η Μαρία, μετά από την αποκάλυψη ότι υπάρχει κόσμος που την αποκαλεί «νάνα» πίσω από την πλάτη της λόγω ύψους με έβαλε και με βούλα στη μαύρη λίστα. Όχι ότι έβαλα και τη γάτα μου να κλαίει, βέβαια. Δεν έχω γάτα έτσι κι αλλιώς.

Τώρα που η Ντίσνεϊ αφαιρεί τους νάνους από τον τίτλο της, φαντάζομαι θα νιώθει δικαιωμένη η κάθε αντίστοιχη Μαρία.   

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2022

Ελισάβετ Μην Ξαναπεθάνεις Παρασκευή

 

Το ότι ψόφησε η Ελισάβετ και ασχοληθήκαμε πάνω από πέντε λεπτά με την είδηση με εκπλήσσει!

Θα μου πεις, δεν πέθανε όποια κι όποια βασίλισσα. Δεν πέθανε η Σοφία της Ισπανίας, που είναι δικό μας κορίτσι και το αγαπάμε, ούτε η αδιάφορη βασίλισσα Σύλβια της Σουηδίας που δεν τη ξέρει ούτε η μάνα της. Πέθανε η Ελισάβετ, η βασίλισσα της Αγγλίας, μίας χώρας που μας επηρέασε και μας επηρεάζει με την πολιτική της, το κατανοώ και το δέχομαι ως ένα βαθμό, ως μία αναφορά για ένα πρόσωπο πλέον συνυφασμένο περισσότερο με την ποπ κουλτούρα παρά οτιδήποτε άλλο. Τόσο πάθος και τόσο μένος από χθες βράδυ για την κωλόγρια, μια φορά δεν το προέβλεπα.

Η είδηση έπρεπε να είναι: «Πέθανε η Ελισάβετ, η βασίλισσα του Η.Β. Τελεία. Καλό σαββατοκύριακο».

Μπαίνω σήμερα στα σόσιαλ και βλέπω θύελλες! Τόλμησα να κάνω χιούμορ κάτω από μία είδηση του «Φιλελεύθερου» που έλεγε ότι ο Κάρολος τη διαδέχτηκε ήδη, γράφοντας «ούτε να κρυώσει το πτώμα δεν πρόλαβε, αμέσως να τη διαδεχτεί να φάει την περιουσία το παρτάλι» και βρέθηκε άνθρωπος, Κύπριος (!), να με βάλει στη θέση μου, επειδή λέει «δεν γνωρίζω τις διαδικασίες!» και «καλύτερα να μην ανακατεύομαι».

Ποιες διαδικασίες σενιόρ; Του στέμματος και της διαδοχής; Γιατί να ξέρω τις διαδικασίες του στέμματος και της διαδοχής; Εκείνος γιατί τις ξέρει; Ποιος του τις έμαθε; Πάτησα στο προφίλ του να δω ποιος ήταν, είδα έναν μεσόκοπο κακομοίρη από τη Λάπηθο να ποζάρει πάνω στο ποδήλατο με το κράνος του και τις δυο του κόρες παραμάσχαλα. Έγραφε στο βιογραφικό του ότι πήγαινε στο ίδιο σχολείο που φοίτησα κι εγώ. Άρα πάνω κάτω διδαχτήκαμε τα ίδια πράγματα. Σε ποια τάξη ακριβώς μας διδάξανε τα περί διαδοχής στο στέμμα της Αγγλίας και δεν το πήρα πρέφα; Γιατί υπάρχει Κύπριος που γνωρίζει τα περί «διαδικασιών» του Μπάκιγχαμ και θεωρεί ότι πρέπει να μην «ανακατευόμαστε» εμείς που τις αγνοούμε;

Κατ’ αρχάς νευριάζω που υπάρχει κόσμος που δεν πιάνει το χιούμορ μου. Αλλά, αυτό, πες το συνηθίσαμε. Δεν είμαστε δα και ο Λούης Πατσαλίδης να πιάνουμε τον «παλμό» του Κυπραίου. Το γεγονός όμως ότι βρέθηκε άτομο, πρόσφυγας, Κύπριος από τη Λάπηθο και τώρα στη Λευκωσία, να μου μιλήσει περί διαδικασιών διαδοχής του στέμματος του Η.Β. δείχνει ότι είναι σοβαρά τα πράγματα. Οι Κυπραίοι δεν έχουν καταλάβει ότι είναι ένας λαός που είχε για προέδρους τον Χριστόφια και τον Αναστασιάδη. Θεωρούν ότι το εκτόπισμα της Ελισάβετ τους καλύπτει εν μέρει.

Είτε κάτι χάνω, είτε δεν έχω δει το Crown στο Νετφλιξ και δεν έχω εντρυφήσει! Τι να σας πω!

Είναι και Παρασκευή! Αντί ο κόσμος να ενσκήψει στο σαββατοκύριακο που επίκειται και να κάνει σχέδια, κάθεται και σφάζεται για την Ελισάβετ. Αν έφταιγε εκείνη που δεν έδωσε χάρη στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, αν ήταν πραγματική ηγέτης, αν είναι γελοίοι όσοι της ευχήθηκαν ψόφο και επικαλέστηκαν τον Παλλικαρίδη, αν, αν!

Ζηλεύω τα προβλήματά σας! Άντε γαμηθείτε παρασκευιάτικα!