Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2018

Κουβέντες Καμαρινιού

Το θέατρο τελείωσε και εγώ μπήκα ήδη σε post-obiter depression mode.

Σόρρι για τα εγγλέζικα, αλλά δεν μου έρχεται η ελληνική ορολογία.

Πόσο δραπέτευσα τις τελευταίες τρεις μέρες! Πραγματικά, έγινα άλλος άνθρωπος.

Ούτε με τις ειδήσεις ασχολήθηκα, ούτε με αγνώστους είχα ώρα να βριστώ στα κοινωνικά δίκτυα, ούτε με τη δουλειά μου δυσανασχέτησα, ούτε τίποτε. Η μόνη μου έγνοια ήταν αν παίξαμε καλά και αν γέμισε το θέατρο. Στην τελευταία παράσταση δώσαμε ρέστα. Όλα στην εντέλεια. Και το θέατρο κάθε νύχτα φίσκα. Υπέροχο συναίσθημα. Εχθές ένας από την ομάδα υπονόησε ότι είμαι ψωνάρα που θέλω να παίζω πάντα με το θέατρο γεμάτο. Γιατί; Έχει άνθρωπο που σκοτώνεται ένα χρόνο στις πρόβες για να παρουσιάσει ένα θέαμα και δεν θέλει να το «ξεπουλήσει;»

Εννοείται ότι θέλω το θέατρο γεμάτο. Και μια καρέκλα άδεια να δω, χαλιέμαι. Και νευριάζω. Αν ήθελα να τα λέω μόνος μου, καθόμουν σπίτι και απάγγελλα στον καθρέπτη. Κύριε ελέησον, δηλαδή! Να είμαι φερ’ ειπείν τραγουδιστής και να μην με νοιάζει που δεν γεμίζω το μαγαζί. Ή να είμαι συγγραφέας και να μην με νοιάζει που δεν βρίσκεται πλάσμα να με διαβάσει. Άκου μαλακίες!

«Το θέμα είναι να μαζευτούν τα λεφτά για τη φιλανθρωπία» μου είπε. Ε, όχι! Αν ήθελα σκέτα λεφτά για τη φιλανθρωπία, έβγαινα στα φανάρια με καπελάκι του ραδιομαραθώνιου και πουλούσα λαχνούς. Αφ’ ης στιγμής αποφασίζω να εκτεθώ καλλιτεχνικά, θέλω κοινό! Και θέλω και το θέατρο κατάμεστο! Και δεν με ενδιαφέρει να πληρώσουν τ0 εισιτήριο και να κάτσουν σπίτι τους. Να τσακιστούν να έρθουν να μας δούν! 

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν υφίσταται έμμεση φιλανθρωπία. Θέλω να πω, παίζω θέατρο πρωτίστως για το ψώνιο μου. Αν παρ’ ελπίδα επωφελείται μία ασθενής μερίδα πληθυσμού, αυτό καθιστά την πράξη μου φιλανθρωπική; Εγώ θεωρώ πως μόνο αν κάνεις αγγαρεία χάριν φιλανθρωπίας τότε μετρά η πράξη ως τέτοια. Το κίνητρο μετράει. Π.χ. να οργώσω εκατόν χωράφια δωρεάν για να βγάλω λεφτά για έναν άρρωστο που τα χρειάζεται για να εγχειριστεί. Αυτό θα ήταν κάτι που δεν θα ήθελα να κάνω - το όργωμα εννοώ. Αλλά αν απ’ αυτό θα επωφελούνταν κάποιος και αποφάσιζα να το κάνω, τότε ναι, η πράξη μου θα ήταν καθαρά φιλανθρωπική. Γιατί ενέχει το στοιχείο της αυτοθυσίας. Το να παίζεις θέατρο για να τροφοδοτήσεις τη ματαιοδοξία σου, αλλά ταυτόχρονα να επωφελούνται κάποιοι τρίτοι, δεν είναι ακριβώς φιλανθρωπία. Είναι μία μέση κατάσταση. Μία win-win situation (να’ τα πάλι τα Εγγλέζικα, Θέ μου, τι έχω πάθει, χάλασα;) Έχει σημασία, θα μου πεις; Όχι και τόση. Φιλοσοφούμε χάριν άπλετου ελεύθερου χρόνου. Τα λεφτά μαζεύτηκαν πάντως. Και από ό,τι ακούω σημαντικό μέρος αυτών, αν όχι όλα, θα πάνε στους καρκινοπαθείς. Ίδωμεν.


Δεν θέλω να επανέλθω στην καθημερινότητα. Δεν θέλω. 

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2018

Μα Τι Ωραία Που Περνώ Στο Θέατρο!

Παρόλη την κούραση και την σωματική εξαθλίωση που υπέστην τις τελευταίες μέρες εξ αιτίας των προβών, σήμερα λέω χαλάλι για όλα. Κάθομαι στον θρόνο μου σαν πρωταγωνιστής του Χόλλιγουντ και δρέπω δάφνες. Ή τέλος πάντων, ζω τη φαντασίωση μου. Για να καταλάβεις, σκέφτομαι ήδη τι θα παίξουμε του χρόνου.

Δεν μπορείς να φανταστείς πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ψυχολογία του ηθοποιού και του θεατή. Όταν εγώ παίζω, αγχώνομαι και αγωνιώ για τα πάντα. Από το αν υπάρχει ροή και ρυθμός στην παράσταση, μέχρι το αν το απολαμβάνει το κοινό το έργο. Μόνο μια φορά αφέθηκα και βίωσα τον ρόλο από την αρχή μέχρι το τέλος ξέγνοιαστος. Στ0 «Η Γυνή Να Φοβήται Τον Άνδρα» που ήταν ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό έργο. Εκεί δεν με έκοφτε τίποτε, ήμουν ο Αντωνάκης από το πρώτο λεπτό ως την υπόκλιση. Έπαιζα και πετούσα. Σε όλα τα άλλα που παίξαμε όμως, η έγνοια μου ήταν ο κόσμος. Αισθάνομαι ευθύνη για τον κόσμο που καλούμε στις παραστάσεις μας. Χάρη μας κάνουν κι έρχονται, μερικοί μάλιστα καταφθάνουν από άλλες πόλεις, οφείλουν να μην βλαστημήσουν την ώρα και τη στιγμή που πλήρωσαν το δεκάευρ0, ασχέτως αν αυτό στο τέλος θα πάει σε φιλανθρωπικό ίδρυμα.

Εχθές, στην πρεμιέρα έκανα το λάθος και αφαιρέθηκα και άρχισα να χαζεύω τους θεατές. Να κοιτάζω ποιοι ήρθαν και ποιοι δεν ήρθαν, πού καθόταν ο καθένας. Δεν έπαιζα εκείνη την ώρα, απλά κρατούσα το σκηνικό και έχασκα. Μέγα λάθος! Είδα μία συγγενή της Μπρέντας να παίρνει έναν υπνάκο και ένιωσα άσχημα που την κουράσαμε τη γυναίκα, είδα κάτι φίλους μου που δεν βρήκαν θέση και έκατσαν στα σκαλιά και ντράπηκα, είδα δυο άλλες γνωστές μου να τσακώνονται επειδή η μία εξ αυτών σχολίαζε το έργο δυνατά και η άλλη μπροστά ενοχλήθηκε και σκέφτηκα ότι δεν γλιτώνουμε τον καβγά εν μέσω παραστάσεως, γενικώς, είχα έγνοια. Και φυσικά, το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι δεν απόλαυσα την παράσταση όσο έπρεπε. Δεν ήμουν «εκεί».

Η ψυχολογία του κοινού βέβαια, είναι άλλη. Και το ξέρω γιατί κι εγώ όταν πάω να δω ερασιτεχνικές παραστάσεις άλλων φίλων, είμαι πολύ επιεικής. Δεν έχω προσδοκίες, δεν περιμένω να δω «παράσταση» από μέρους τους. Χαίρομαι απλά που τους βλέπω να το προσπαθούν, να το απολαμβάνουν. Πιο πολύ ως ένα πάρτι το αντιλαμβάνομαι. Ένα πάρτι με δρώμενα. Και τους συγχωρώ τα πάντα. Και τα λόγια να χάσουν, και αμηχανία να έχουν, τα πάντα τους τα συγχωρώ και νιώθω ότι δεν έχει και τίποτα σημασία. Φτάνει που με διασκεδάζουν. Το ανάποδο όμως, δεν το διανοούμαι.


Σήμερα πάντως, είμαι καλά. Νιώθω ότι έχω μανδύα βασιλιά να σέρνεται πίσω μου και χαίρομαι την κούραση που μου προκάλεσε η χθεσινοβραδινή ένταση. Περνώ όλη τη μέρα βλέποντας αναρτημένες φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα και χαίρομαι. Πόσο αγαπώ αυτή την παρέα, κουράστηκα να το λέω. Και επειδή φοβάμαι για το τι θα γίνει αν ποτέ διαλυθεί, δεν θέλω να το επαναλαμβάνω και μετά να μου πάρει δέκα χρόνια να το ξεπεράσω, όπως έγινε όταν διαλύθηκε η παρέα του Λυκείου, αλλά και άλλες που έληξαν άδοξα και δεν το πήραμε χαμπάρι.

Με το τέλος της παράστασης τόσα χρόνια, δεν άκουσα ιδιαίτερα κακές κριτικές. Να σου πω την αλήθεια, εγώ μόνο τις κακές κριτικές λαμβάνω υπόψη. Μην συγχέεις τις κακές με τις κακεντρεχείς. Υπάρχουν και αυτές, μπορώ να τις ψυχολογήσω και να τις μπλοκάρω. Δεν είναι πολλές. Όμως τις κακές κριτικές τις αγαπώ, γιατί επιβεβαιώνουν αυτά που κατά βάθος ξέρω κι εγώ. Όσες φορές άκουσα κακά σχόλια αφορούσαν σε πράγματα που ενδόμυχα γνώριζα πως ισχύουν. Δεν αντιδρώ, ούτε προσπαθώ να δικαιολογήσω οτιδήποτε. Συμφωνώ, απλά εξηγώ ότι από ερασιτεχνικά σχήματα δεν πρέπει να περιμένεις θαύματα. Πρέπει να τα αντιμετωπίζεις σαν ένα πάρτι. Αν δεν έχεις τη διάθεση να τα κρίνεις ως τέτοια, καλύτερα κάτσε σπίτι σου, μην τρως και τα λεφτά σου.


Αλλά ναι, από την πολλή θετική κριτική, μπουχτίσαμε. Εγώ βλέπω παραστάσεις και τις 8 στις 10 τις σκαρτάρω. Αυτοί πώς ενθουσιάζονται τόσο; Απ’ την Επίδαυρο ξεπεταχτήκαμε; Εκτός κι αν μας κρίνουν υπό το πρίσμα του ερασιτεχνικού. Αλλά και πάλι, κανένας δεν διευκρινίζει πώς μας κρίνει. Όλοι ένα «μπράβο είστε πολύ καλοί» λένε και φεύγουν. Ε, τι να πουν εκείνη την ώρα. Η ευγένεια αυτό επιτάσσει άλλωστε, ειδικά όταν βλέπεις 13 άτομα να χτυπιούνται επί μία ώρα πάνω στη σκηνή με τα σίδερα. Αλλά, ναι, εγώ εκτιμώ περισσότερο την πιο… κυνική και ειλικρινή κριτική.

Αυτά.


Περνώ ωραία!

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2018

Φίλοι Φίλων

Το κακό και συνάμα καλό με το ίντερνετ είναι ότι επισπεύδει τις διαδικασίες. Φερ’ ειπείν, σου συστήνουν ένα άτομο και πριν καν του σφίξεις το χέρι το έχεις τσεκάρει μέσω των προφίλ που διατηρεί σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα. Ξέρεις εκ των προτέρων τι καπνό φουμάρει, μπορεί και κατιτίς παραπάνω, μπορεί ακόμα και τα πάντα, αν αυτό διατηρεί μπλογκ σαν εμένα στο οποίο περιγράφει ακόμα και το πώς μυρίζουν τα κακά του. Οπότε, ναι, το ίντερνετ έχει απομυθοποιήσει τα πάντα και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, στις σχέσεις έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές.

Εν πάση περιπτώσει, σήμερα αγαπητοί αναγνώστες, θα συζητήσουμε πώς χειριζόμαστε ανθρώπους που γνωρίσαμε από κοντά και μας γέμισαν μια χαρά το μάτι, αλλά μετά τους τσεκάραμε διαδικτυακώς και πέσαμε απ’ τα σύννεφα.

Εμένα μου έχουν τύχει δύο τέτοια περιστατικά και θα σου πω την εμπειρία μου. Πριν περιγράψω τα περιστατικά, όμως, να σου πω ότι εγώ συνήθως δίνω άφεση αμαρτιών. Άπαξ και σε συμπάθησα, άπαξ και μου γέμισες το μάτι, δύσκολα σε «ακυρώνω» ή σε «καταργώ» επειδή θεωρώ το ίντερνετ ολίγον τι «παγίδα» και εύκολο στο να σου βγάλει τον κακό σου εαυτό. Δικαιούσαι να είσαι όσο μαλάκας θέλεις στα προφίλ σου. Δεν σε παρεξηγώ. Σε έχω τσεκάρει από κοντά, μπορώ να καταλάβω αν αυτό που προβάλλεις διαδικτυακά είναι προϊόν βαρεμάρας, εκτόνωσης, πλάκας, ή προϊόν του «κάθομαι στον καναπέ και βαριέμαι και παίζω το πουλί μου».
Πριν πολλά χρόνια γνώρισα δυο κοπέλες. Μια χαρά κοπέλες ήταν από κοντά, ήταν φίλες, φίλων. Όχι γκόμενες. Σκέτες φίλες. Ήπιαμε τους καφέδες μας, είπαμε αυτά τα φαιδρά που λέγονται συνήθως σε έναν καφέ και γίναμε φίλοι στα δίκτυα. Με τον καιρό πρόσεξα πως επρόκειτο για μαλακισμένες. Φάουσες, που άρπαζαν από τον λαιμό οποιονδήποτε τολμούσε να αμφισβητήσει αυτό που έγραφαν, αγενείς και ακραίες. Δεν έδινα έκταση, από κοντά μια χαρά τις είχα κόψει, «θα έχουν νεύρα» σήμερα σκεφτόμουν. «Κάποιος θα τις νευρίασε και ξεσπούν εδώ» σκεφτόμουν. «Για να είναι φίλες φίλων μου, πάει να πει ότι κάτι καλό έχουν να επιδείξουν». Χίλια δυο άλλοθι τους έβρισκα.

Ώσπου! Ώσπου ήρθε και η σειρά μου. Ετόλμησα κάποτε να εκφράσω άποψη που τις αφορούσε και τις ξένιζε. Πολιτική άποψη συγκεκριμένα. Δεν έχασαν δευτερόλεπτο αμφότερες. Έβγαλαν νύχια, ακόνισαν τα δόντια τους πάνω μου. Το τι άκουσα δεν περιγράφεται. Και δεν έχει και τόση σημασία, αφού εκπαιδευμένος χρόνια εδώ με ανώνυμους, το να μου «τη λένε» οι επώνυμοι μου φαντάζει σαν να κάνω ντουσάκι μετά από κολύμπι στα λασπόνερα. Τέλος πάντων, αφού με στόλισαν με διάφορα κοσμητικά επίθετα και οι δύο, με διέγραψαν και δεν μου έδωσαν καν την ευκαιρία να τους απαντήσω. Δεν πειράζει. Ύστερα φέρνει ο φούρνος την πυρά! Η Κύπρος είναι μικρή. Μετά από καιρό τις πέτυχα κάπου έξω. Και φυσικά δεν τους έκανα τη χάρη να ανταποδώσω στο ίδιο ύφος. Τους είπα ότι «σέβομαι τους κοινούς μας φίλους που θα έρχονταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αν και εγώ εξέφραζα απερίφραστα το τι πίστευα για εκείνες». Εκεί κοκκίνησαν και οι δύο και έσκυψαν το κεφάλι. Περίμεναν ότι θα τους έκανα το χατίρι να τις επιβεβαιώσω. Να παίξω το παιχνίδι. Να ξεκατινιαστώ. Καμία τέτοια όρεξη. Μην κοιτάς εδώ που χάνω τη μπάλα με τους ανώνυμους πού και πού, επειδή τσαντίζομαι που τους ευνοεί η ανωνυμία.

Από κοντά δεν υπάρχει περίπτωση να μπω στη διαδικασία να σε «τσιγκλίσω» ή να σου δώσω περαιτέρω υπόσταση. Συνεχίζω να σε «συμπαθώ», εξ αιτίας των κοινών μας φίλων. Έχω ήδη στο βλέμμα γραμμένο το «ξέρω τι σκατά έχεις μέσα στο κεφάλι». Μιλά αυτό από μόνο του. Δεν υπάρχει χώρος για έξτρα επιχειρήματα και κουβεντούλα. Και προ πάντων, υπάρχουν και οι κοινοί φίλοι. Που δεν φταίνε σε τίποτα.

Όταν εγώ, για παράδειγμα, παρατηρώ ότι στον τοίχο μου στο Facebook ετοιμάζονται δυο άγνωστοι μεταξύ τους φίλοι μου να αρπαχτούν για κάποιο ζήτημα, σπεύδω και στέλνω μηνύματα προσωπικά στον καθένα, να προλάβω τα χειρότερα. Τους ενημερώνω ότι δεν επιτρέπω να τσακώνονται μεταξύ τους, ιδιαίτερα όταν δεν γνωρίζονται από κοντά. Ιδιαίτερα όταν καταλαβαίνω ότι ο ένας παρεξήγησε τον άλλον, ότι δεν επικοινωνούν, ότι δεν συζητούν για το ίδιο θέμα και όταν επί της ουσίας ο καθένας λέει κάτι άσχετο με τον άλλον. Και είναι χρέος μου να το πράξω και να τους προστατεύσω από την έκθεση. Έτσι κάνουν οι φίλοι.


Ναι, το ίντερνετ δεν βολεύει σ’ αυτά. Αλλά βολεύει παραδόξως η μικρή Κύπρος. Γιατί μετά τους πετυχαίνεις έξω. Και τους κοιτάς ανάλογα. Και ξέρουν και εκείνες/οι, ότι ξέρεις. Και σκύβουν και φεύγουν. Και τότε είναι τέλειο.  

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2018

Βενζίνη

Είμαι εγώ άνθρωπος να ανοίγω το πρωί τις ειδήσεις και να διαβάζω «ουρές στα οδοφράγματα για λίγη βενζίνη από τα κατεχόμενα;» Είμαι; Δεν με λυπάστε; Να μου υπενθυμίζετε κάθε μέρα ότι δεν έχουμε τίποτε κοινό μεταξύ μας. Ότι κακώς κάθομαι εδώ και σας ανέχομαι και δυσφημίζεται το είναι μου από τη δική σας ξευτίλα; Τι δουλειά έχω εγώ να ζω παρέα με ένα λαό που αιμοδοτεί τον κατακτητή του τόσο αψήφιστα, κι άμα του υποδεικνύουμε το λάθος να βγάζει και γλώσσα; Πόσο δύσκολο είναι πια να τηρηθεί ένα ελάχιστο επίπεδο εθνικής αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού σ’ αυτή τη χώρα; Ως πότε θα χρησιμοποιείτε ως άλλοθι το «κράτος-κλέφτης» για να καλύψετε την αμορφωσιά σας, την παραδοπιστία σας και τον έμφυτο ραγιαδισμό σας;!

Θεέ μου, πάρε με από ‘δω. Σώσε με από τους σιχαμερούς Κυπραίους! Που από τον καιρό που τους κατάλαβα, κάπου εκεί στα 18, όταν μπήκα για πρώτη φορά στον θάλαμο της μονάδας και τους είδα να κοιμούνται άπλυτοι με τις μάλλινες κάλτσες στα πόδια, κατάλαβα ότι ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτό που εγώ είχα μέχρι τότε στο μυαλό μου για το τι εστί Κύπρος. Σώσε με από τα βλαχαδερά, από αυτά τα σπυριά γεμάτα πύον που τους δόθηκε κατά λάθος δικαίωμα ψήφου αντί ψόφου.

Σώσε με από τον λαό που όταν το 2003 άνοιξε ο Ντενκτάς τα οδοφράγματα προκειμένου να συνηθίσουν σαν καλοί, δουλοπρεπείς ιθαγενείς το στάτους κβο και να εμπεδώσουν την κατοχή, η Κυβέρνηση τους έκρινε αναγκαίο να εκδώσει ειδικό ανακοινωθέν ότι «δεν λύθηκε το Κυπριακό!» προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Σώσε με από τον λαό που την ίδια χρονιά έδωσε στη Σερτάμπ Ερενέρ τη νίκη στη Γιουροβίζιον ψηφίζοντάς την με 8 βαθμούς παρακαλώ, ως ένα ταπεινό ευχαριστώ που του άνοιξαν τα οδοφράγματα να δει τις λεηλατημένες περιουσίες του με κλέφτες μέσα. Αν η Κύπρος δεν ψήφιζε την Τουρκία εκείνη τη χρονιά, όπως παραδοσιακά συνέβαινε, η Τουρκία θα έχανε από το Βέλγιο. Αλλά τόσο μας κόβει, κέρδισαν εξ αιτίας μας. 

Σώσε με γενικώς, και δώσμου δύναμη να αντέξω να μεγαλώσω τον γιο μου σε αναξιοπρεπή χώρα γεμάτη βλάκες. 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2018

Συγυρίζοντας

Δυο μικρά θέματα θα θίξω, και δεν είναι καν καινούρια. Απλώς θα ήθελα να τα ξαναγράψω.

Πρώτον,

Στα πλαίσια της μετακόμισης στο ανακαινισμένο σπίτι, έχω φέρει από το πατρικό μου και το τελευταίο μου σώβρακο. Δεν έχω αφήσει σχεδόν τίποτα πίσω, σκοπεύω να τα μεταφέρω όλα τα συμπράγκαλά μου εδώ. Σήμερα, που λέτε ολοκλήρωσα τη μεταφορά των cds που αγόραζα πριν αρχίσω τις διαδικτυακές αγορές. Γέμισα σχεδόν ένα ερμάρι. Τα συγύριζα και θυμήθηκα τη χαρά της αγοράς, τότε που η μουσική ήτο αντικείμενο και η αγορά της είχε άλλη αξία. Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μου. Το θέμα μου είναι ο πατέρας μου. Μία μέρα λίγους μήνες πριν πεθάνει τον είχα κόψει στο σαλόνι να περιεργάζεται τους δίσκους του και να κλαίει. Εγώ κατάλαβα ότι έκλαιγε επειδή ένιωθε ότι όλα τελειώνουν, αλλά δεν του είπα τίποτα. Προσποιήθηκα ότι δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Γύρισε και μου είπε: «μια μέρα αυτοί οι δίσκοι δεν θα ξαναπαίξουν!»

«Ευτυχώς!» του απάντησα. «Ποιος θέλει να ακούει τον Βοσκόπουλο και τον Ιγκλέσιας τη σήμερον ημέρα!»

Μην σε γελά η Βίσση στο βάθος, εκείνη είναι δική μου. 


Περιττό να πω ότι μετά που πέθανε οι δίσκοι του φυλάχθηκαν, αρχειοθετήθηκαν και περιμένω πώς και πώς να τους βάλω σε βιτρίνα. Περιττό επίσης να πω, ότι αντί μνημόσυνων, στα οποία ουδέποτε παρέστην, παίζω με κάθε ευκαιρία στο itunes τα αγαπημένα του τραγούδια και είναι σαν να είναι εδώ μαζί μου. Απίστευτο και υπερφυσικό συναίσθημα. Ε, ναι, λοιπόν. Σήμερα που συγύριζα τα δικά μου τα cds, «ήρτα που έσσω μου» που λέμε και στα Κυπριακά.

Διερωτώμαι αν ο γιος μου θα κρατήσει τα δικά μου για ενθύμιο. Αν θα τα ακούει, αν θα είναι σε θέση να τα εκτιμήσει, ακόμα και τα πιο ελαφρά, και να τα αγαπήσει εξ αιτίας μου. Προς το παρόν άμα παίζει η Βίσση στο αυτοκίνητο αναφωνεί "άλλο!" - δηλαδή, άλλαξέ το. Τίποτα δεν πήρε από μένα!

Δεύτερον,

Χθες στην πρόβα, κάποιος από την ομάδα έβγαλε την πιο κάτω φωτογραφία. 



Την είδα και σιώπησα για λίγη ώρα. Επιβεβαίωσα αυτά που σου έγραφα και τις προάλλες. Ότι το πώς είμαστε, το πώς δείχνουμε και το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς τον εαυτόν μας, ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους. Ας πούμε ότι εγώ τώρα βλέπω εκείνον τον μεσόκοπο κυριούλη που κανονικά στην ηλικία του θα έπρεπε να έχει μιαν άλφα καριέρα, να βγάζει πολλά λεφτά, να έχει τουλάχιστον δύο παιδιά και να είναι αποκαταστημένος. Αντ’ αυτού βλέπω ένα 40χρονο με ρούχα 18χρονου να παίζει θέατρο με τους φίλους του και να το ανάγει σε ό, τι πιο σημαντικό του συνέβη τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ή δεν είναι λυπηρό; Το ποιο θα μου πεις; Το όλον, σου απαντώ. Το ότι δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό. Το ότι δεν ξέρω ποιος είμαι ακριβώς. Ο σαραντάρης ή ο δεκαοχτάχρονος; Γιατί βρίσκω λυπηρή εξέλιξη και τη μεν και τη δε εκδοχή.


Να σου πω, κιόλας, ότι ποτέ δεν κατάφερα να συνδυάσω ρούχα και ηλικία με επιτυχία. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2018

Τι Με Χάλασε Στο Casa De Papel

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε καθίσαμε και τελειώσαμε το Casa De Papel στο Νέτφλιξ.
Αν δεν το έχεις δει, μην διαβάσεις παρακάτω γιατί θα σου γράψω τι με χάλασε στην κατά τα άλλα πιο επιτυχημένη σειρά της πλατφόρμας τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η συγκεκριμένη σειρά ήρθε σαν βάλσαμο στην καθημερινότητά μας. Να φανταστείτε ότι με την ανακαίνιση του σπιτιού μας, τα συμπαθέστατα μαστόρια τοποθέτησαν λάθος την κεραία της τηλεόρασης με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να έχουμε καλή λήψη ψηφιακού σήματος και να αδυνατούμε να δούμε κυπριακά κανάλια. Δεν παραπονεθήκαμε ιδιαίτερα. Ήταν ευκαιρία να γραφτούμε στο Νέτφλιξ. Πάει ένας μήνας τώρα που εγγραφήκαμε, και ούτε που μας έκοψε να επιδιορθώσουμε την κεραία. Την έχουμε εκεί σαν διακοσμητικό στοιχείο. Δεν μας ενδιαφέρει να ξαναδούμε κυπριακή τηλεόραση.

Αρχίσαμε, λοιπόν, το Casa De Papel, την γνωστή ισπανική σειρά και όλα έβαιναν καλώς. Εγώ το χαιρόμουν εις διπλούν αφού εξ αιτίας της ξεσκόνισα και τα Ισπανικά μου, έπιανα με το αφτί μου ένα 70% του νοήματος και η θέαση είχε αποκτήσει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Δεν χαλάστηκα σε κανένα επεισόδιο του πρώτου κύκλου και ας είχε κάποια κενά (οι επαΐοντες έσπευσαν να τα κακίσουν, αλλά κατά τη γνώμη μου η ιδέα του σεναρίου είναι τόσο αυθεντική και η εικόνα τόσο μελετημένη που τους τα συγχωρείς όλα), ενώ μέχρι και τα μισά του δεύτεορυ κύκλου η σειρά με κρατούσε σε εγρήγορση.

Άλλο πράγμα με χάλασε εμένα και έπρεπε να φτάσουμε στα τρία τελευταία επεισόδια του δευτέρου κύκλου για να μπορώ να εκφραστώ αρνητικά μετά βεβαιότητας. Με χάλασε η Ρακέλ Μουρίγιο. Αυτή η μαλάκω που εν τέλει υποκύπτει στον έρωτά της με τον Προφέσορα. Εντάξει, έπρεπε να το είχα καταλάβει, ε-ε-ε-έπρεπε να το ‘χα δει! Ισπανική σειρά βλέπαμε, αν δεν εξελισσόταν και σε ολίγον τι τηλενουβέλα από τα ‘90ς, τύπου Κορασόν Σαλβάχε δεν θα το άντεχε. Όχι, πες μου! Αν η Ρακέλ ήταν Αμερικάνα, υπήρχε περίπτωση να ενδώσει; Θα τον πηδούσε τον Προφέσορα χωρίς αμφιβολία και με τις ευλογίες μας, αλλά μετά θα τον μπαγλάρωνε. Θα τον πυροβολούσε στο πόδι, θα έπραττε κάτι αμερικάνικο τέλος πάντων. Δεν θα το έσκαγε μαζί του για τις Φιλιπίνες σαν να ζουν τον μήνα του μέλιτος, σαν καλή κοκότα της Μεσογείου.

Πόσο φωσκολική εξέλιξη, όμως! Πόσο! Η Βίρνα Δράκου, η στυγνή και αδέκαστη εισαγγελεύς να γραπώνεται στα παθιασμένα δίκτυα του έρωτα που της έριξε ο Ευλογητός! Καλώς ήλθες ξανά 1995! Έτσι και η Ρακέλ Μουρίγιο. Εκεί που ξεκίνησε η σειρά να έχει κάποιο νόημα, ένα κόνσεπτ, μία άλφα ιδεολογία, κατέληξε να γίνει άλλη μια βερσιόν του Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Χαλάστηκα τα μάλα.

Και ναι, έφτασα στο συμπέρασμα ότι για όλα φταίει το μεσογειακό ταμπεραμέντο του συγγραφέα. Γιατί όχι μόνο στο φινάλε, αλλά και σε άλλα σημεία διαφόρων επεισοδίων διαπίστωσα στοιχεία «ελληνικής ταινίας του ‘60». Μα, είναι δυνατόν να αποπειράται, κοτζάμ Προφέσορας να δολοφονήσει την μητέρα της Μουρίγιο, που έπασχε από Αλτσχάιμερ ρίχνοντάς της δηλητήριο στον καφέ; Αυτά είναι κλασικές ραδιουργίες της Βλαχοπούλου, σεναριακά τεχνάσματα του Δαλιανίδη. Δεν είναι για να τα βλέπεις στο Νετφλιξ το έτος 2018.

Εν πάση περιπτώσει, δεν σας αποτρέπω από το να την παρακολουθήσετε. Η εικόνα είναι φρέσκα, οι χαρακτήρες (ειδικά οι τρομοκράτες) έχουν πλάκα, η ισπανική γλώσσα όπως πάντα καβλωτική. Σας τη συστήνω ανεπιφύλακτα. Καιρό είχα άλλωστε να καταναλώνω διπλά επεισόδια σειράς κάθε βράδυ. Αλλά, σίγουρα δεν πρόκειται για σειρά εφάμιλλης του Breaking Bad που το θεωρώ αξεπέραστο. Αν, όμως, κάθε 4-5 χρόνια βγαίνει μια σειρά που αξίζει της προσοχής σας, το Casa De Papel είναι μία απ’ αυτές.


Χώρια που ανακάλυψα και πωρώθηκα και με το τραγούδι του Bella Ciao. Πολλή κομμουνιστική ιδεολογία πλάκωσε, το γνωρίζω και αρχίζω να ανησυχώ. Μπήκε το μίασμα στο σπίτι μου!


A, ναι, βέβαια! Την αγόρασα και τη μάσκα του Νταλί μου! Είπαμε, είμαι φαν!


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018

Στο Έκτο Πάτωμα

Χθες βράδυ λάβαμε εν τέλει την αφίσα για τη φετινή μας παράσταση και αρχίσαμε να την προωθούμε. Η αφίσα είναι καθοριστικής σημασίας για κάθε μας παράσταση. Άμα αποφασιστεί κι αυτή, είναι σαν να μπήκαμε στην τελική ευθεία. Δεν υπάρχει επιστροφή. Θα παίξουμε. Σας το ανακοινώνω και επίσημα, να τσακιστείτε να έλθετε.

Φέτος κλείνω δέκα χρόνια στο ερασιτεχνικό θέατρο με δεκατρείς παραστάσεις στην καμπούρα μου. Να σου πω ότι κουράστηκα; Ναι, κουράστηκα. Το να κάνω απογευματινές – βραδινές πρόβες με έγνοια ένα μωρό που πρέπει να λουστεί και να κοιμηθεί στο μεταξύ, είναι εξαντλητικό. Το να τρώω τα σαββατοκύριακά μου σε πεντάωρες εντατικές πρόβες, επίσης. Δεν σώνω άλλο.

Κάποτε, όταν είχαν πρωταρχίσει, το 2008, θυμάμαι ότι διάβαζα τα λόγια μια φορά και δεν χρειαζόταν δεύτερη. Κολλούσαν όλα στον εγκέφαλο. Υπήρχαν έργα που ήξερα όλους τους ρόλους απέξω, όχι μόνον τον δικό μου. Στεκόμουν στα παρασκήνια και τα έλεγα όλα ψιθυριστά, για να περάσει η ώρα να βγω να παίξω. Υπήρχαν έργα που και να έχανα μια ατάκα πάνω στο στρες της σκηνής το έσωζα χωρίς να το πάρει κανένας είδηση. Περασμένα μεγαλεία. Πλέον, και εκατό φορές να διαβάσω τα λόγια, δεν κολλούν στο μυαλό. Θα πω το νόημα αυτών που διάβασα, όχι την ατάκα αυτή καθεαυτή. Αν πάλι τα χάσω, θα αυτοσχεδιάσω τσάτρα πάτρα. Θα υπάρξει κενό, αμηχανία, οι θεατές θα το καταλάβουν. Δεν έχω τα αντανακλαστικά του παρελθόντος. Ίσως να φταίνε και τα χάπια που παίρνω που συχνά με χαντακώνουν. Μα, ναι, το έχω διαπιστώσει, έχω αισθανθεί τη διαφορά.

Να τα παρατήσω; Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν μείνει πολλά έργα που να θέλω να παίξω. Δυο τρία απωθημένα έμειναν για να είμαι ειλικρινής, τα οποία είναι και μεγαλεπίβολα και πολυέξοδα. Αλλά αν τα παρατήσω είναι σαν να παραδίνομαι. Τις προάλλες πήγα να δω τις «επικίνδυνες σχέσεις» στις Αποθήκες το ΘΟΚ και με το που πάρκαρα με έπιασε λύσσα από τη ζήλεια. Από πού κι ως που να παίζουν άλλοι σε ένα θέατρο που αγάπησα ως δικό μου τα τελευταία χρόνια με τις τόσες επιτυχίες της ομάδας; Ακόμη και η μυρωδιά του χώρου μου ήταν τόσο οικεία που ήθελα να μπω να τους ρωτήσω τι δουλειά έχουν όλοι αυτοί σ’ ένα θέατρο που μυρίζει την ομάδα μου.

Είχα πάει και είχα δει μία ερασιτεχνική παράσταση πριν πολύ καιρό, μιας ομάδας που ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 45. Ήταν άβολο το θέαμα. Είχα πει τότε, με το θράσος των ατίθασων νιάτων που με διακατείχε, ότι αν φτάσω τα 45 και ακόμα χτυπιέμαι στα σανίδια σαν καημένος κυριούλης, σας επιτρέπω να με πετροβολήσετε. Ε, να τα, τα 45! Μου κλείνουν το μάτι. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα υπάρξει τέλος σ’ όλη αυτή την δημιουργική διαδικασία και σ’ αυτό το παρεάκι. Μπορεί να δηλώνω πτώμα, αλλά η σκέψη ότι όλο αυτό θα ξεφουσκώσει του χρόνου, αφού όλοι πλέον θα έχουμε άλλες προτεραιότητες και υποχρεώσεις είναι σαν να μου λες, ετοιμάσου, σου βρήκαμε γηροκομείο.

Δεν ξέρω τι να σου πω. Ξέρω ότι κουράστηκα, αυτό είναι γεγονός. Ξέρω ότι δεν έχω τη λάμψη και τον ενθουσιασμό που είχα όταν ξεκινούσα πριν δέκα χρόνια, επίσης γεγονός. Αλλά να σου πω ευθαρσώς ότι θα το κόψω; Θα πεθάνω την ίδια ώρα!

Στο «Τελευταίο Πάτωμα» λοιπόν, και ας ευχηθούμε να μην είναι προφητικός ο τίτλος.



Να έλθετε, η Τάτση και η Μαριλένα έκαναν εξαιρετική δουλειά. Πήραν το κείμενο και του γάμησαν τα πάτερα, βγήκε κάτι άλλο, πολύ ανατρεπτικό, πειραματικό και παράξενο, το οποίο όμως τηρεί τις ισορροπίες ώστε να μην πείτε στο τέλος «τι ήταν αυτό που είδαμε».


Σας περιμένουμε, λοιπόν, και οι λεπτομέρειες επί της αφίσας. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2018

Ο Γιος Μου

Έκανα μπάνιο τον γιο μου, του έδωσα να πιει το γάλα του, και ξαπλώσαμε μαζί στο κρεβάτι ενώπιος ενωπίω, να αρχίσουμε τη διαδικασία του ύπνου. Ήταν πτώμα, φαινόταν στο βλέμμα του. Ήταν θέμα λεπτών να αποκοιμηθεί, αλλά εκείνα τα ολίγα που κρατιόταν ακόμη ξύπνιος παραμείναμε να κοιταζόμαστε. Το μισό μας πρόσωπο ήταν χωμένο στο μαξιλάρι, και με το ελεύθερο μας μάτι που εξείχε, καρφώναμε ο ένας τον άλλον. Χωρίς να μιλάμε.

Έτσι όπως τον κοίταζα, έπαιρνα όρκο ότι έβλεπα τον εαυτό μου στην ηλικία του. Θυμήθηκα μια φωτογραφία μου, που μου είχε τραβήξει ο θείος μου στη «φάρμα», όπου είμαστε ίδιοι. Και έτσι ξαφνικά με έπιασε μία απερίγραπτη μελαγχολία που προκειμένου να εκτονωθεί και να μην σκάσω, εξερράγη υπό τύπον δακρύου. Ξεπετάχτηκε από το μάτι μου, φούσκωσε, και άρχισε να ρέει πάνω στη μύτη μου πριν στάξει και κάψει το μαξιλάρι. Σε ξέρω καλά γιε μου! Σε ξέρω απ’ έξω και ανακατωτά. Και λυπάμαι που δεν μπορώ να σε σώσω από όλα όσα σε περιμένουν σ’ αυτή τη ζωή και τα οποία θα ζήσεις όπως τα έζησα κι εγώ. Τις απογοητεύσεις, τις απομυθοποιήσεις και όλες αυτές τις καταστάσεις που ούτε εγώ ο ίδιος δεν κατάφερα να διαχειριστώ και να χωνέψω ακόμα και σήμερα.

Σε βλέπω και με βλέπω και σφίγγεται η καρδιά μου. Σήμερα στο μάθημα ποδοσφαίρου μου ήρθε άλλη μία επιβεβαίωση (Ναι, καλά διαβάσατε, μπορεί καλά-καλά να μην περπάτησε, μα εμείς τον γράψαμε ποδόσφαιρο, μην το ψάχνετε τι και πώς, ξέρετε τώρα πώς είναι τα νέα ήθη). Έπαιζες αμερίμνος, κλωτσούσες τις μπάλες και έβαζες γκολ, αλλά μόλις σφύριξε ο προπονητής να σταθούμε στη γραμμή και να σουτάρουμε με επισημότητα άσκησης, κόμπιασες, αγχώθηκες και έτρεχες προς την έξοδο κλαίγοντας με αναφιλητά. Όπως ακριβώς κι εγώ. Που πήγαινα στα ιδιαίτερα μαθηματικών και έλυνα τις ασκήσεις όλες χαλαρά κι όμορφα, ενώ την επόμενη μέρα στο διαγώνισμα, κυριευμένος από το άγχος έπιανα μετά βίας τη βάση.

Πώς να σε σώσω, αφού δεν κατάφερα να σώσω εμένα;

Να σε συμβουλεύσω, εγώ, που κοντεύω τα σαράντα και δεν έμαθα ακόμα τίποτε; Πώς να σε νουθετήσω πλην του να σε αφήσω να φας τα μούτρα σου μόνος σου. Να σε αφήσω να σε διδάξει η απογοήτευση, η αποτυχία. Που είναι και η καλύτερη δασκάλα. Στεναχωριέμαι όμως, γιατί σε ξέρω. Και επειδή σε ξέρω, στο λέω από τώρα. Δεν θα είναι εύκολα εκεί έξω.

Η σχέση μου με τον γιο μου, όπως καταλαβαίνετε, είναι ελαφρώς μεταφυσική. Ή τουλάχιστον, εγώ έτσι θέλω να πιστεύω. Η κακή έως αδιάφορη σχέση που είχα με τον πατέρα μου με εξώθησε να επιζητώ μία τέλεια σχέση με τον γιο μου. Φυσικά, με το που πέθανε ο πατέρας μου εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις μας. Όχι μόνο επειδή πέθανε, μας άδειασε τη γωνιά και ησυχάσαμε. Αλλά επειδή ο εγκέφαλος έχει την ικανότητα να δημιουργεί τη ψευδαίσθηση πως ενόσω ζούσε κάποιος ήταν όλα τέλεια μαζί του. Και με τα χρόνια το πιστεύεις κι εσύ το παραμύθι. Εγώ ευχόμουν πάντα να αποκτήσω ένα γιο για να σπάσω αυτή την κατάρα. Και, ευτυχώς, φάνηκα τυχερός και τον έκανα. Και μάλιστα παραλίγο να γεννηθεί την ίδια μέρα με τη μέρα που πέθανε ο πατέρας μου. Τελικά γεννήθηκε μια μέρα πριν. Εκεί κι αν θα γεννιόντουσαν καινούρια ψυχολογικά τραλαλά. Να αρχίσω να πιστεύω στις μετεμψυχώσεις! Τέλος πάντων. Τι ήθελα να πω; Α, ναι. Ότι αυτός ο πόθος να αποκτήσω γιο για να διορθώσω τα λάθη, ουδέποτε σβήστηκε. Κάποια περίοδο με είχε πείσει η Μπρέντα ότι μου ταιριάζει καλύτερα μία κόρη. Αλλά έπρεπε να ήσουν από μια μεριά να μ' έβλεπες όταν η γιατρός μας ανακοίνωσε ότι βλέπει στην οθόνη του σαρωτή «μιαν πουλλού». Εγώ έκανα πέντε λεπτά να μιλήσω γιατί ήξερα ότι αν προσπαθούσα να αρθρώσω λέξη θα πλάνταζα. Και σκέφτηκα ότι υπάρχει Θεός και βλέπει. Ή τέλος πάντων ότι ο πατέρας μου από εκεί πάνω σκέφτηκε να επανορθώσει. Γιατί, θυμάσαι, στο είχα πει ότι τον είχα δει και όνειρο. Να μου ανακοινώνει, τάχα μου, πως «έρχεται ένα μωρό» κι εγώ να νομίζω πως αναφέρεται σ’ αυτό της αδελφής μου που ήταν τότε νεογέννητο.

Ναι, έχω πάθει ψύχωση με τον γιο μου. Ξέρω τι σκέφτεται, ξέρω τι θέλει να πει, ξέρω πότε βαριέται, ξέρω πότε περνά ωραία, ξέρω πότε θέλει να τον αφήσω στην ησυχία του. Και τα τηρώ όλα κατά γράμμα.

Έτσι όπως ξάπλωνα, ο μισός βυθισμένος στο μαξιλάρι και ο άλλος μισός στις πιο πάνω σκέψεις, με το μάτι ακόμα ορθάνοιχτο, καρφωμένο και αποξηραμένο, άκουσα τη φωνούλα του. «Παπά μου;» Σαν να ήξερε ότι κάτι με τρώει. Πετάχτηκα πάνω. «Παπά μου!» του είπα.

Κατάλαβε ότι όλα βαίνουν καλώς, άλλαξε πλευρό και αποκοιμήθηκε.

Τι ευτυχία Θεέ μου!

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2018

Φωνές

Ας μιλήσουμε με όρους της φυσικής πριν ξεκατινιαστούμε.

Κάθε δράση, ενέχει αντίδραση. Το θυμάστε, το διδαχτήκατε στη Δευτέρα Γυμνασίου. Δηλαδή, αν χτυπήσω το χέρι μου στο τραπέζι με δύναμη 100 νιούτον, αυτή η δύναμη επιστρέφει στο χέρι μου. Και θα αισθανθώ πόνο της τάξεως των 100 νιούτον. Εκατό νιούτον ακριβώς, ούτε ένα βαθμό παραπάνω ή λιγότερο. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε τι στο οποίο ασκείται μία δύναμη. Η δύναμη αυτή επιστρέφει σ’ αυτόν που την άσκησε. Κατανοητό; Και τώρα που έγινε η εμπέδωση, πάμε παρακάτω.

Ας μιλήσουμε και με όρους του πολέμου προτού ξεκατινιαστούμε.

Βάσει του Διεθνούς Δικαίου, θεωρείται νόμιμο μία χώρα που δέχεται επίθεση να απαντήσει με ιδίου βαθμού έντασης, επίθεση. Δηλαδή, αν στα καλά καθούμενα η Ελβετία φάει έναν πύραυλο από την Ιταλία, τότε νομιμοποιείται να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Να εκτοξεύσει τον ίδιο πύραυλο κατά της Ιταλίας. Αν αποφασίσει να ρίξει ατομική βόμβα, η Ελβετία χάνει το δίκιο της. Είναι κάτι δυσανάλογο. Η αντίδραση πρέπει να είναι αντάξια της δράσης. Πάντα. Εξηγηθήκαμε;

Και τώρα που έγινε και αυτή η εμπέδωση, ας ξεκατινιαστούμε.

Κατ’ εφαρμογή των πιο πάνω, όταν εγώ επηρεάζομαι από δράσεις σας, οφείλω να αντιδράσω. Στον ίδιο τόνο, στην ίδια ένταση, στον ίδιο βαθμό. Αν κρίνω από τον βαθμό της μαλακίας που σας δέρνει, νομιμοποιούμαι να πράξω τα εξής: α) Να σας πληρώσω με το ίδιο νόμισμα (που απαιτεί σχέδιο, πλάνο, προεργασία και δεν διαθέτω τόσο χρόνο να σας αφιερώσω), β) να έρθω εκεί που βρίσκεστε και να σας σπάσω στο ξύλο (το καλύτερο, μα άδικος κόπος, αφού δεν αξίζει να δείρεις γάιδαρο και να πληρώσεις γι’ άνθρωπο), γ) να έρθω εκεί που βρίσκεστε και να τα σπάσω όλα στο δωμάτιο (απορρίπτεται επίσης, δεν έχω λεφτά να σας αποζημιώνω), ή δ) να κάνω το πιο απλό από όλα, το πιο ακίνδυνο, το πιο εκτονωτικό. Να σας μπήξω τις φωνές και να τελειώνουμε.

Αντί να είστε ευγνώμονες που με μία μεγάλη μαλακία που διαπράξατε και η οποία επηρεάζει εμένα, γλιτώνετε με απλές φωνές, έχετε το θράσος να ζητάτε και τα ρέστα. «Γιατί φωνάζεις;»! Μα, είστε καθόλου καλά; Τι προτιμάτε; Να ασκήσω βία; Να προκαλέσω ζημιές; Να σας πάω στο νοσοκομείο; Οι φωνές είναι κάτι το άυλο. Δυνατόν να προκαλέσουν αναστάτωση, αλλά συγκριτικά με τη δική σας δράση, είναι η λιγότερο επικίνδυνη αντίδραση. Και εξάλλου, τι θα πάθετε με λίγες φωνές; Verba Volant! Μάθετέ το πριν καταργήσουν και τα Λατινικά. Και όσο πιο έντονα εκφράζονται, τόσο πιο γρήγορα εξατμίζονται.

Για κάποιο λόγο όμως, φοβάστε τις φωνές. Εγώ θεωρώ ότι τις φοβάστε επειδή ουδέποτε βιώσατε το πιο πάνω στάδιο, αυτό της μπάτσας, να δείτε τι πάει να πει «σοκ και δέος». Αλλά, σας έχω νέα, θα πρέπει να συνηθίσετε.

Παραδείγματα:

Πάω στη μάνα μου να φάω. Αρχίζουμε να μιλάμε – μέγα λάθος εξ αρχής. Μου ανακοινώνει τα χαΐρια της. Ανεβάζω πίεση 400. Τι να κάνω; Να της σπάσω το πιάτο στο κεφάλι; Να την αρπάξω από το μαλλί να της το βγάλω τρίχα- τρίχα; Τίποτα από όλα αυτά, τα οποία ομολογουμένως θα ήταν μία δίκαιη αντίδραση τηρουμένων των αναλογιών. Απλά φωνάζω. Και αντί να σκεφτεί ότι αυτός θα φωνάξει, θα εκτονωθεί και θα τη βγάλουμε καθαρή, αναίμακτα, το πάει ένα βήμα παραπέρα και προκαλεί: «Μην φωνάζεις!» και ακόμα χειρότερα, εμπλέκει τον γιο μου: «Πάμε, αγάπη μου να φύγουμε, έχεις μπαμπά τρελλό που φωνάζει!» (το ότι έχει και ανεκδιήγητη γιαγιά, βεβαίως, το παραβλέπει). Ω, ναι! Τόλμησε και έπαιξε το χαρτί του γιου μου! Ξέρει ότι φταίει, ξέρει ότι πρέπει να με αποκαταστήσει, αντ’ αυτού χρησιμοποιεί το μωρό εναντίον μου για να ξεμπερδέψει. Μα, νομίζεις δεν σας πήραμε χαμπάρι, τοξικοί άνθρωποι; Εγώ βλέπω Θέκλα Πετρίδου κάθε μεσημέρι! Ε, Ρίχνεις ή δεν ρίχνεις την ατομική;

Ούτε ο στρατός δεν με μαζεύει αν την ώρα που φωνάζω μου πεις να μην φωνάζω ή προσπαθήσεις να με πατρονάρεις. Επαναλαμβάνω, η φωνή είναι το λιγότερο. Φωνάζω και ουρλιάζω σαν τυραννόσαυρος στο Τζουράσσικ Παρκ, το παραδέχομαι. Μου έμεινε από την εκπαίδευση στα Τεθωρακισμένα. Στην εκπαίδευση, τότε, ο ίλαρχος ξεκινούσε τις μηχανές των αρμάτων και μας έλεγε ότι έπρεπε να μπήξουμε φωνή να ακουστούμε δυνατότερα από τα άρματα. Κυριολεκτώ. Εκεί άνοιξε η φωνή μου. Είναι λίγο τρομαχτικό το ηχητικό, το παραδέχομαι, αλλά τι εναλλακτικές εισηγείστε; Απλά να καταπίνω τα αίσχη σας και να μην αντιδρώ; Καλά, είπαμε, είμαι μαλάκας. Αλλά όχι κι έτσι. Να τα κατεβάζω όλα αμάσητα; Μεγάλη η χάρη σας! Όχι!

Δεύτερο παράδειγμα, παλιότερο. Υποδεικνύω σε συνάδελφο ένα λάθος που κάναμε από κοινού για να έχουμε τα μάτια μας δεκατέσσερα στο μέλλον. Δεν αποποιούμαι το μέρος της ευθύνης που μου αναλογεί. Αντί να πει «έχεις δίκιο, να προσέχουμε άλλη φορά να μην το επαναλάβουμε» και να λήξει το θέμα, βγάζει γλώσσα και από ενοχές αμύνεται, ενθυμούμενη παλιότερα δικά μου λάθη για να βγάλει την ουρά της απέξω. Συγκρατιέμαι στην αρχή, δεν της δίνω σχοινί. Επιμένει να μου παίζει τη δασκάλα, ενώ παράλληλα σηκώνει τους τόνους προκειμένου να ακούνε κι άλλοι συνάδελφοι και να γίνουμε θέαμα. Θέαμα να θέλεις! Σπάζω, φωνάζω. «Εγώ δεν ανέχομαι να μου φωνάζουν!» μου απαντά και μου κλείνει το τηλέφωνο. Τι δεν ανέχεσαι να σου φωνάζουν που μ' έχεις μια ώρα και μου κάνεις κήρυγμα σε κάτι που μπορούσε να λήξει εντός μισού λεπτού; Εγώ δηλαδή πρέπει να ανέχομαι να μου πουλούν υφάκι, εσύ όμως να μην ακούς φωνές; Νομίζω με άκουσαν μέχρι το Καζακστάν! Ήρθε μετά από το γραφείο μου να μου πει ότι "δεν της αρέσουν οι φωνές". Αχ, βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα, δεν της αρέσουν οι φωνές! Απορίας άξιο το πως δεν μας έγραψαν οι εφημερίδες.

Τέτοια παραδείγματα, πολλά και καθημερινά! Με όλες και όλους που θεωρούν θεμιτό και ΟΚ να σου ανακοινώνουν ελαφρά τη καρδία τα αίσχη και εσύ απλά να τα δέχεσαι στωικά. Μα αν νομίζετε ότι ζούμε στην Τόλμη Και Γοητεία που ερχόταν η Μπρουκ και ανακοίνωνε στον Ριτζ ότι έχει εξώγαμο απ' τον πατέρα του και αυτός απλά την κοίταζε με βλέμμα απλανές και τέλειωνε η σκηνή, λανθάνεστε. Εδώ στην καλύτερη περίπτωση θα βιώσετε σκηνή με τον Υπαστυνόμο Θεοχάρη από το Καλημέρα Ζωή στο σλόου μόσιον. Για να μην σας πω για σκηνή με τον Ρίκκο Μάππουρο. Και αν αυτά τα σήριαλ σας φαίνονται μπανάλ, τότε σταματήστε να είστε κι εσείς Πέπες, Ναστάζιες και Κάττοι.

Οι φωνές δεν είναι τίποτα. Ξεπεράστε τες. Έτσι κι αλλιώς σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει.


Κανονικά μάχαιραν δίνετε, μάχαιραν θα έπρεπε να λαμβάνετε!

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2018

Back To School

Είκοσι χρόνια κλείνουν φέτος από την αποφοίτηση της τάξης μου στο Λύκειο.

Ξαφνικά το τάιμλάιν μου στο φέησμπουκ γέμισε φωτογραφίες από εκείνη την εποχή.
Αναβρασμός, συζητήσεις για ανεύρεση χώρου και διοργάνωση ριγιούνιον.

Τι να το κάνετε, μάνα μου, το ριγιούνιον; Στα χρόνια του φέησμπουκ χρειάζεστε ριγιούνιον; Αφού είμαστε όλοι φίλοι με όλους. Ακόμα και με εκείνους που τότε δεν κάναμε παρέα. Ακόμα και με εκείνους που δεν χωνεύαμε. Ξέρουμε ποιοι παντρευτήκατε, ξέρουμε ποιοι χωρίσατε, ξέρουμε πόσα παιδιά κάνατε, ξέρουμε που μένετε, με τι ασχολείστε, που πήγατε διακοπές, πώς το πίνετε το φρέντο σας. Να βρεθούμε να πούμε τι; Αυτά που ήδη ξέρουμε;

Αν είχαμε ανάγκη ο ένας τον άλλον θα βρισκόμασταν ούτως ή άλλως με δική μας πρωτοβουλία.

Το ότι τόσα χρόνια δεν το πράξαμε, κάτι λέει.

Ακόμη και το πανό που είχαμε αναρτήσει τότε έχω κρατήσει στα πατάρια ως ενθύμιο. Πρόσφατα ανακάλυψα ότι ξεθώριασε, δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο επάνω, όλο το μελάνι εξαφανίστηκε. Σαν τους πεθαμένους που λιώνουν, και παραμένουν μόνο τα σάβανα. 

Βέβαια, αυτά για μένα δεν ισχύουν. Εμένα αν με ρωτήσεις ποιοι είναι οι φίλοι μου, αυθόρμητα θα σου απαντήσω ότι είναι οι συμμαθητές μου από το Λύκειο. Έκανα κι άλλους φίλους στην πορεία της ζωής μου, φυσικά, αλλά θεωρώ εκείνους τους «πρώτους» και «κύριους» φίλους μου. Και κράτησα ουσιαστική επαφή. Εκείνοι αναμεταξύ τους όμως, χάθηκαν. Τώρα αν πάμε στο ριγιούνιον, ο μόνος που θα νιώθει άνετα θα είμαι εγώ, ως συνδετικός κρίκος. Που με όλους διατηρώ επαφές πρώτης τάξεως, αλλά οι υπόλοιποι μεταξύ τους θα πρέπει να… «ξανασυστηθούν».

Εγώ απορώ με τον κόσμο που αφήνει τις σχέσεις του να ατονούν, να εξασθενούν και να χάνονται. Εγώ προσωπικά, μόνο με τον κόσμο του στρατού χάθηκα, πλην δύο αδελφικών φίλων. Χάθηκα ξεπίτηδες όμως, ανέκαθεν τους σιχαινόμουνα και ουδέποτε ήθελα να κρατήσω σχέσεις με το φανταριλίκι. Με όλους τους υπόλοιπους με τους οποίους συνδέθηκα όμως, είτε στο Δημοτικό, είτε στο Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο, Θέατρο κτλ, έχω άριστες σχέσεις. Ακόμη κι από τους πρώην χώρους εργασίας μου.

Αυτούς που ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους, ουδέποτε τους κατάλαβα. Πώς μπορούν να αποχωρίζονται ανθρώπους, καταστάσεις και να μην προσπαθούν να τις διατηρούν έστω κι αν είναι μάταιο να ελπίζεις πως με όλους θα είσαι το ίδιο για πάντα. Μπορεί το «πάντα» να μην υφίσταται, αλλά με το ίντερνετ, τουλάχιστον, διευκολύνεται.

Οπότε ναι. Τι να το κάνεις το ριγιούνιον όταν επί της ουσίας έχεις διαγράψει το παρελθόν. Για να βρεθούμε να χορέψουμε τα σουξέ της εποχής και να νιώσουμε γέροι; Μα, και τα σουξέ της εποχής για μένα είναι «σημερινά». Και πάλιν, χάρη της τεχνολογίας. Αφού μέσα στο αυτοκίνητο, στην πλειοψηφία του χρόνου μου, ακούω τα σουξέ της δεκαετίας του ’90. Για μένα το 1998 ήταν χθες. Μην πω, ήταν προ ολίγου. Είναι συγκλονιστικό το ότι η τεχνολογία έχει αναστήσει τα πάντα. Η γενιά του πατέρα μου δεν είχε τέτοιο προνόμιο. Είχε προνόμιο στη νοσταλγία, εμείς δεν έχουμε. Κατ’ αρχάς, εγώ έχω όλα τα πάρτι του λυκείου και όλες τις εκδρομές βιντεσκοπημένες σε VHS. Κάποια βίντεο τα έχω ψηφιοποιήσει και τα νεκρανασταίνω συχνά. Βλέπω ακόμα τα άθλια κουρέματα, τα επιτηδευμένα μας ρούχα, ξέρω επακριβώς πόση μαλακία μας έδερνε. Δεν ξεγράφτηκε τίποτε.

Ριγιούνιον, γιατί;


Θα μου επαναφέρετε την εποχή της αθωότητας; Θα ξαναγαπηθούμε ομαδικώς από την αρχή; Θα γίνετε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μου; Θα γίνετε η παρέα μου; Θα μιλούμε στο τηλέφωνο τρεις και τέσσερεις φορές τη μέρα όπως τότε; Ριγιούνιον γιατί; Για να συνειδητοποιήσω ξανά τη ματαιότητα των πάντων;

Τρίτη, Αυγούστου 28, 2018

Οι Δάσκαλοι

Ας μιλήσουμε για τους δασκάλους.

Αφού, από ό, τι βλέπω όλοι έχετε άποψη για  αυτούς και τα αιτήματα τους. Εγώ ακόμη δεν έχω καταλάβει τι αιτούνται. Και ούτε που με κόφτει, να σου πω την αλήθεια. Έχω αποφασίσει ότι αν δεν με επηρεάζει άμεσα μία κοινωνική μερίδα με τα προβλήματά της, δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με τα δράματά τους. Για παράδειγμα, ουδείς κόπτεται για τα αιτήματα των πατατό-παραγωγών. Ουδείς για τα δράματα των υπαλλήλων του Συνεργατισμού. Ουδείς θα εκόπτετο επίσης για τυχόν δράματα άλλων επαγγελμάτων. Για τους δασκάλους γιατί έχουν όλοι άποψη και μάλιστα έντονη; Και γιατί σπεύδουν να μας την παραθέσουν στα κοινωνικά δίκτυα, σαμπώς και τους ρωτήσαμε;

«Επειδή η παιδεία είναι ένα θέμα που αφορά όλους. Μια μέρα θα πάει και το δικό σου παιδί σχολείο και θα έχεις απαιτήσεις!»

Α, να με συγχωρεί η χάρη σας, αλλά ουδεμία απαίτηση δεν έχω από τους δασκάλους και δη το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου. Εγώ έχω εξοικειωθεί με την ιδέα πως ό, τι μάθει κανείς, το μαθαίνει από το σπίτι του. Εγώ στο σπίτι μου έμαθα ό, τι έμαθα, από τον μακαρίτη τον πατέρα μου που κάθε απόγευμα μου έκανε ιδιαίτερο, όλα τα κύρια μαθήματα. Χωρίς να είναι δάσκαλος. Επειδή πίστευε ότι αν περιμέναμε από την κυρία Γεωργία (μια μαλακισμένη σκατόγρια, ανάθεμά την όπου και να' ναι σήμερα) και την κυρία Ιωάννου (καλή αρχίδω και του λόγου της), σωθήκαμε!

Πιστεύω ακράδαντα πως στο σχολείο απλά σου δίνονται κάποια βασικά ερεθίσματα. Αν αυτά χτυπήσουν φλέβα, ο εκάστοτε μαθητής θα θελήσει κάποτε να τα καλλιεργήσει περαιτέρω - μόνος του. Κατά τα άλλα, σε μία κοινωνία, η πλειοψηφία της οποίας δεν ξεχωρίζει το ενεργητικό από το παθητικό ρήμα και δεν ξέρει τη διαφορά του «ενοικιάζεται» από το «ενοικιάζετε» γιατί εγώ να κάθομαι να χωλοσκάω για τα προβλήματα της παιδείας της; Ποιας παιδείας, γιε μου; Κοροϊδεύομαστε και μεταξύ μας; Είναι προφανές ότι η παιδεία σ’ αυτόν τον τόπο, εξαντλείται στα πολύ βασικά. Καταργήστε τα σχολεία, μην τα πληρώνουμε. Τζάμπα πάτε, αφού στούρνοι μπαίνετε, στούρνοι βγαίνετε. 

Οπότε προς τι όλος αυτός ο ζήλος περί των διδασκάλων από όλο το κυπριακό Facebook; Δεν θέλει και ρώτημα, μάνα μου. Προφανής η απάντηση: Ζήλεια! Ναι, ζήλεια – ψώρα! Ποτέ δεν χώνεψε ο μέσος υπαλληλάκος της Κύπρου ότι υπάρχει και ένα επάγγελμα που απολαμβάνει τριών μηνών αργίες! Και εγώ ο ίδιος το ζηλεύω. Κι αν είχα νου, θα πήγαινα να το σπούδαζα. Μπορεί να έσπαζαν τα αρχίδια μου κάθε μέρα με τα παιδιά του καθενός, που θα μου αντιμιλούσαν και εγώ δεν θα μπορούσα να τους αστράψω μιαν, να «λουβήσουν τα δόγκια τους», αλλά αργά ή γρήγορα θα έπαιρνα το νόημα, θα εφησυχαζόμουν, θα έλεγα «να πα να γαμηθούν – Θέλουν ας μάθουν, θέλουν ας μεν μάθουν» και θα απολάμβανα τον στάνταρ μισθό με τις τρίμηνες διακοπές.

Μα, αυτό δεν μας αξίζει, έτσι κι αλλιώς;

Καταντήσαμε τα σχολεία παρθεναγωγεία. Που το κάθε μαλακισμένο επικαλείται «άσκηση ψυχολογικής βίας» ήτοι bullying (ή μάλλον, buling καθώς το γράφουν οι αγανακτισμένοι γονείς στο Facebook) με το πρώτο ύψωμα της φωνής. Οι εκπαιδευτικοί έχουν πλέον ευνουχιστεί πλήρως. Είναι απλοί επιστάτες, επιτηρητές της τάξης. Πολύ θέλει να τα ρίξουν στον κόκορα; Τρεις μήνες διακοπές; Yes, please!

Την ξέρω αυτή τη ζήλεια, επειδή την εισπράττω κι εγώ. Μην ακούσουν ότι είμαι δημόσιος υπάλληλος, το τι ειρωνείες ακούω, δεν περιγράφεται. Ε, λοιπόν, σας έχω νέα. Κανένας δεν γεννιέται δημόσιος υπάλληλος. Κανένας δεν γεννιέται δάσκαλος. Δεν είναι κληρονομικός τίτλος, όπως π.χ. οι Λόρδοι στο αγγλικό Κοινοβούλιο, να γεννιέσαι και να πεθαίνεις ως τέτοιος. Εδώ πέρα είμαστε όλοι εν δυνάμει δάσκαλοι και εν γένει δημόσιοι υπάλληλοι. Όποιος θέλει σπουδάζει και γίνεται ένας τέτοιος, ή δίνει εξετάσεις και μπαίνει. Ναι, υπάρχουν εμπόδια, υπάρχουν τα Κόμματα, τα μέσα, οι συντεχνίες και γενικότερες συμπαιγνίες, αλλά αν είστε μάγκες καταργήστε τα. Ψηφίστε μια φορά ακομμάτιστα, εξολοθρεύστε τα καρκινώματα της κοινωνίας και χτίστε κρατική μηχανή χρήσιμη και λειτουργική. Όχι μόνο δεν το κάνετε, απεναντίας εγώ βρίσκομαι εν ζωή 37 χρόνια και μονίμως τα ίδια Κόμματα βλέπω να κάνουνε κουμάντο. Δεν είδα να καταποντίζετε κανένα με τη ψήφο σας. Και όταν σας λέω ότι η Κύπρος βρωμά σκατά, εσείς μου απαντάτε, «αφού δεν σ’ αρέσκει γιατί εστράφηκες;» Ε, φάτε την Κύπρο με τα κατεστημένα της τώρα και ανεχτείτε τις τριμηνιαίες διακοπές των δασκάλων και  τον μινωταυρισμό του Δημοσίου.

Και εγώ από τον ιδιωτικό τομέα ξεκίνησα, κύριοι. Δεν γεννήθηκα δημόσιος υπάλληλος. Άμα θέλετε, ελάτε κι εσείς να κάνουμε όλοι μαζί παρέα. Αν αντέχετε. Αν πάλι δεν θέλετε, πολύ καλώς δεν θέλετε. Κάτσετε στα αβγά σας, δουλέψετε ως αργά το απόγευμα, και μην παραπονιέστε.

Μας τα πρήξατε. Και επιτέλους. Για να συνοψίζουμε. Θεωρώ πώς το πραγματικό σας θέμα είναι η ζήλεια ως προς την κωλοφαρδία των δασκάλων και τους τρεις μήνες διακοπών, παρά ό, τι άλλο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το «ό, τι άλλο» ουδέποτε κατάλαβε κανείς ποιο είναι, και σε τι αφορά. Και που να μάθετε, θα πείτε "δεν μας κόφτει". 


Γεια σας! 

Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2018

Μιμητισμός Και Φάπα

Πάει καιρός που θέλω να θίξω αυτό το θέμα, αλλά δεν μου δινόταν η αφορμή. Σήμερα όμως, διάβασα ένα τεράστιο άρθρο-μαλακία σε μία από αυτές τις αριστερίστικες ιστοσελίδες που πωρώνουν περίτεχνα το ποίμνιό τους και δεν άντεξα άλλο! Ανέβασα πίεση 800!

Έλεγε, λοιπόν, ένας τύπος του οποίου ούτε το όνομα, ούτε την ιδιότητα συγκράτησα, ότι η κουλτούρα του Έλληνα διαμορφώθηκε από «το χαστούκι του Παπαμιχαήλ προς τη Βουγιουκλάκη». Θεωρεί, δηλαδή, ότι μέσα από τον παλιό, ελληνικό κινηματογράφο υποθάλπεται η βία κατά των γυναικών, και ότι κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με αυτά τα παλιό-πρότυπα.

Θυμήθηκα τον άλλον, έναν εξίσου βλάκα, που μου είχε πει ευθέως και ενώπιος ενωπίω, ότι δεν έπρεπε να είχαμε παίξει στο θέατρο το «Η Γυνή Να Φοβήται Τον Άντρα» γιατί προωθούσαμε παρωχημένα κοινωνικά πρότυπα. Ίδιος νους, μία κάλπη!

Εν μέρει αυτοί οι τύποι, έχουν δίκιο. Αν δεχτούμε ότι το σύνολο των αριστερών ψηφοφόρων είναι βλάκες και ότι καταπίνουν μία εικόνα αμάσητη κι αφιλτράριστη, όπως τους την παρουσιάσουν, τότε ναι! Είναι δυνατόν κάποιος να θεωρήσει ότι εν έτει 2018 προωθούμε το «στεφάνι» του γάμου επειδή είναι ντροπή μια γυναίκα να παραμένει άγαμη, ή ότι εγκρίνουμε το χαστούκι του Παπαμιχαήλ. Το «χαστούκι», εν τω μεταξύ, ακολούθησε και ένα παθιασμένο φιλί βουτηγμένο στην κάβλα, αλλά αυτό τεχνηέντως παραλείπεται.

Εγώ όμως δεν θέλω να πιστέψω ότι όλοι οι αριστεροί είναι άκριτοι, βλάκες. Κατ’ ακρίβειαν, βαθειά μέσα μου αυτό πιστεύω, αλλά ας πούμε ότι αυτή δεν είναι μία σοβαρή, επίσημη άποψη που θα υποστήριζα δημόσια. Μπορώ να υποστηρίξω ότι είναι άνθρωποι κομπλεξικοί με παιδικά, ψυχολογικά τραύματα που τους εξέλιξαν σε κοινωνικούς πρήχτηδες. Αυτό, μάλιστα! Αλλά το ότι είναι άκριτοι, επουδενί!

Εγώ μπορώ να σου φέρω δεκάδες παραδείγματα ανθρώπων που μεγάλωσαν με το χαστούκι της Βουγιουκλάκη αλλά μπορούν να αντιληφθούν την «παρανομία» του πράγματος και δεν νοούνται να το υιοθετήσουν. Όλος μου ο κοινωνικός περίγυρος, ας πούμε. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν αν μια εικόνα είναι λάθος. Δεν είναι χαζοί. Και εκατό φορές να δουν το χαστούκι, αν τα έχουν τετρακόσια, μπορούν να αντιληφθούν γιατί δεν πρέπει να το μιμηθούν. Όπως και μια δολοφονία. Το να απαιτείς να καταργηθούν οι ταινίες με φόνους επειδή μπορεί να βρουν μιμητές, δεν χρειάζεται να το αναπτύξω με επιχειρήματα ότι σε καθιστά έναν απλό βλάκα.

Αν βέβαια αναφερόμαστε σε κινούμενα σχέδια τα οποία στοχεύουν στο παιδικό κοινό, το οποίο ακόμα δεν έχει πήξει ο νους του και δυνατόν να μην μπορεί να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, τότε εν μέρει συμφωνώ. Εκεί να υπάρξει λογοκρισία. Αλλά, και τα παιδιά τη σήμερον ημέρα, είμαι σίγουρος ότι είναι πολύ εξυπνότερα από ό, τι νομίζουμε και δεν επηρεάζονται σοβαρά από όσα βλέπουν. Μπορεί για σκοπούς παιχνιδιού να γίνουν βίαια, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζουν ότι αυτό είναι λάθος. Το διαπράττουν επειδή γνωρίζουν ότι ως παιδιά ακόμα και το λάθος τους θα δικαιολογηθεί και θα περάσει στο ντούκου.

Εν πάση περιπτώσει, αφήνοντας τα παιδιά κατά μέρος, θεωρώ ότι αν είσαι ενήλικας και αγχώνεσαι ότι κάτι που προβάλλεται μπορεί να βρει μιμητές, είσαι απλά βλάκας. Εγώ για παράδειγμα, περπατώ στον δρόμο και δολοφονώ κόσμο. Νοητά. Με τη φαντασία μου. Βλέπω, ας πούμε, έναν αχώνευτο μαλάκα που μου τη σπάει και σκέφτομαι «τι ωραία που θα ήταν αν τον σκότωνα και τον κρέμαγα από μια τσιγγέλα». Δεν το διαπράττω όμως. Γνωρίζω τις συνέπειες του νόμου. Γνωρίζω τι πα να πει ισόβια. Γνωρίζω ότι δεν έχω δικαίωμα να αφαιρέσω τη ζωή οποιουδήποτε. Γνωρίζω ότι μπορεί να το μετανιώσω και να με φαν’ οι τύψεις. Γνωρίζω ότι μπορεί να υποστώ αντίποινα. Έτσι, δεν τον δολοφονώ. Καταπίνω τον θυμό μου και τον προσπερνώ. Οι αριστεροί, νομίζουν ότι αν δω ταινία με βία μπορεί να επηρεαστώ και όντως να δολοφονήσω! Ή ότι θα δείρω τη γυναίκα μου, α λα Παπαμιχαήλ! Ή ότι θα την πιέσω να βάλουμε στεφάνι α λα Μάρω Κοντού!

Τώρα θα μου πεις, «εσύ δεν επηρεάζεσαι» αλλά «άλλοι μπορεί να επηρεαστούν!» Ε, ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι που μπορεί να επηρεαστούν, ρε παιδιά; Πού τους είδατε; Κατονομάστε τους! Εσύ που με διαβάζεις αυτή τη στιγμή έχεις διαπράξει ποτέ σου κάποιο αδίκημα επειδή το είδες στο θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση; Μιμήθηκες ποτέ κάτι «μεμπτό» που είδες στη μεγάλη οθόνη; Αν ναι, πείτε το, να δούμε τι θα κάνουμε. Εγώ όποτε ρωτήσω ανοιχτά «πείτε μου ποιοι επηρεάζεστε από τα θεάματα» κανένας δεν μου απαντά. Είχα αυτήν ακριβώς τη συζήτηση μια φορά, καλεσμένος σε ένα σπίτι, περιτριγυρισμένος από φανατικούς ιδεαλιστές, και κανένας δεν ήξερε να μου απαντήσει. Ήθελαν να διώκεται η ρητορική μίσους επειδή βρίσκει μιμητές. Όταν τους ρώτησα αν οι ίδιοι επηρεάστηκαν από τη ρητορική μίσους κι αν άρχισαν να μισούν τον οποιονδήποτε επειδή άκουσαν φερ' ειπείν έναν παπά να λέει μαλακίες, όλοι απάντησαν αρνητικά. Αλλά δεν τους αρκεί το ότι οι ίδιοι δεν επηρεάζονται. Οι ίδιοι είναι ούτως ή άλλως άτρωτοι σε τέτοια. Ισχυρίζονται ότι "κάποιοι άλλοι" μπορεί να επηρεαστούν. Κι αυτό το θεωρούν αρκετό. Το ότι αυτοί οι "κάποιοι άλλοι" δεν μπορούν να κατονομαστούν, ούτε να υποδειχθούν ποτέ, δεν τους αρκεί. Είναι προτιμότερο να φιμώσουμε την έκφραση παρά να υπάρξουν "κάποιοι άλλοι, κάπως, κάπου, κάποτε" που θα μιμηθούν. 


Χούντα κανονική!