Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018

Influencers

Ο εμπλουτισμός του σύγχρονου λεξικού μας, συνεχίζεται και σήμερα με ένα νέο, σημαντικό όρο που ανακάλυψα τελευταίως, που όμως χρήζει ξεχωριστής ανάρτησης, εξ ου και δεν συμπεριλήφθηκε στη χθεσινή, αναλυτικότερη λίστα. Ο όρος αυτός είναι ο «Influencer».

Influencer, ήτοι ο ασκών επιρροή.

Ακούγοντας τον πιο πάνω όρο, ένας απλός άνθρωπος θα θεωρούσε ότι θα αφορά σε ανθρώπους που εμπνέουν τους υπόλοιπους στο να κατορθώσουν κάτι στη ζωή τους. Ο Δαλάι Λάμα, ας πούμε. Ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Τσε Γκεβάρα, οι Αδελφοί Τζαβάρα, και άλλοι πολλοί. Παρόλα αυτά, ο σύγχρονος όρος δεν αφορά σε ανθρώπους του πνεύματος, αλλά σε αυτούς του… εμπορεύματος. Στο 2018, influencer θεωρείται ο σελέμπριτι ο οποίος μέσω των κοινωνικών δικτύων και των χιλιάδων ακολούθων του διαφημίζει προϊόντα. Φερ’ ειπείν ο Ντάνος, που ακόμα και η κλανιά του θα μοσχοπουλούσε και θα γινόταν ανάρπαστη, θεωρείται ένας απ’ αυτούς. Η Ελένη Μενεγάκη με τα σαμπουάν της, ο Χ, Ψ, Ω τραγουδιστής που ποζάρει δήθεν τυχαία με μία επώνυμη μπίρα, ένα επώνυμο ρούχο, ένα παπούτσι, σε περίοπτη θέση.

Αυτό που τη δεκαετία του ’80 ονομαζόταν «πλασιέ», και έπαιρνε σβάρνα τους δρόμους, χτυπούσε πόρτες, επισκεπτόταν σπίτια κάνοντας επιδείξεις τάπερ, οικιακών συσκευών, κτλ, τώρα πήρε μια πιο σύγχρονη ονομασία και δρα διά μέσου των κοινωνικών δικτύων. Με μπροστάρηδες τους διασήμους της εγχώριας ζώου μπιζ. Ο Καπουτζίδης, νομίζω, είχε πει σε μία συνέντευξη πως μία φωτογραφία στον λογαριασμό του στο ίνσταγκραμ που διαφημίζει εμμέσως πλην σαφώς ένα προϊόν μπορεί να αποφέρει κέρδη έως και €500. Για μία μόνο φωτογραφία! Εννοείται πως, όσο πιο διάσημος, όσο μεγαλύτερη η γκάμα των φόλλοουερς, τόσο πιο αδρά πληρώνεσαι.

Γιατί εγώ έγινα δημόσιος υπάλληλος και όχι ένας influencer, να βγάζω στην καθισιά μου τη δόση του δανείου;

Influencers, λοιπόν. Το επινοήσαμε κι αυτό. Ή μάλλον το «επικαιροποιήσαμε», αφού υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Ιησούς ήταν ένας τέτοιος influencer, ας πούμε. Αλλά πουλούσε πνεύμα, δεν πουλούσε κρέμες αλόης. Μα, πραγματικά δεν το χωνεύω το πού καταντήσαμε. Να θεωρούμε ινφλουένσερ αυτόν που σε πείθει να αγοράσεις κάτι. Αντί να θεωρούμε αυτόν που με τις ιδέες του προβληματίζει, δημιουργεί τάσεις, ρυάκια σκέψης και ανοίγει νέους κοινωνικούς και πνευματικούς ορίζοντες. Το πώς καταφέραμε την κάθε πατσαβούρα που χαίρει μιας άλφα αναγνώρισης να την προάγουμε σε ινφλουένσερ και να καμαρώνει πως ασκεί επιρροή και διαμορφώνει τάσεις, τρομάρα να του 'ρθει, με εντυπωσιάζει!

Αλλαγή θέματος.

Εσένα ποιοι ήταν οι δικοί σου ίνφλουένσερς; Χρησιμοποιώ τον όρο με τη λογική ερμηνεία, τώρα. Εγώ αν πρέπει να σου πω δυο πρόσωπα που με επηρέασαν και με καθόρισαν και με κατέστησαν οπαδό τους (οπαδό τους με την ποδοσφαιρική έννοια, που και να σκοτώσουν, δηλαδή, θα τους βρω εκατόν ελαφρυντικά) είναι, πρώτος, ο Ουόλτ Ντίσνεϊ για το πώς κατάφερε να εμπορευματοποιήσει το παιδικό όνειρο χωρίς να το εκφυλίσει και να βγάλει εκατομμύρια μέσα από τα πάρκα του. Και δεύτερος, ο Νίκος Καρβέλας. Που μπορεί εσύ να τον κρίνεις μόνο απ’ αυτό το αντιπαθητικό / αντισυμβατικό προσωπείο που βγάζει στα μίντια, αλλά εγώ που τον έχω μελετήσει / ψυχολογήσει, τον θεωρώ βαθειά σκεπτόμενο άνθρωπο, πανέξυπνο, υπερφυσικά ταλαντούχο και σε συνδυασμό με την Άννα Βίσση, ιαματικό. 

Πέραν τούτων, αν πρέπει πραγματικά να κατονομάσω ποιο πλάσμα με επηρέασε και με διαμόρφωσε στη μάταιη αυτή ζωή, αυτή είναι η γιαγιά μου, η Νέδη. Η οποία μου μετέδωσε όλα αυτά που αγαπώ σήμερα, δηλαδή το θέατρο, τη Γιουροβίζιον, τα ταξίδια, την καλοπέραση. Περισσότερα γι’ αυτήν όμως, στο ειδικό αφιέρωμα που θα της κάνω όταν μας αφήσει. Ελπίζω όχι σύντομα. Γιατί μπορεί να μην επικοινωνεί πλέον ιδιαίτερα, αλλά τύποις, ζει. 

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2018

Λεξικό Εννοιών Σύγχρονης Ελληνικής Γλώσσας

Σύμφωνα με τα όσα ακούω, βλέπω και διαβάζω στο διαδίκτυο από τον κάθε ειδήμονα, οι ορισμοί των λέξεων έχουν αλλάξει. Δεν είναι όπως τους θυμάσαι ή όπως τους διδάχτηκες παλιά. Ασχέτως του τι μπορεί να υποστηρίζει ο Μπαμπινιώτης και οποιοδήποτε άλλο έγκριτο λεξικό εννοιών, πάρε χαρτί και καλαμάρι και σημείωνε τις καινούριες, ώστε να προσαρμοστείς μια ώρα αρχίτερα στα νέα ήθη ηλιθίων:

Εθνικισμός / Εθνικιστής: Οποιοσδήποτε φέρει την ελληνική σημαία ή εκφράζει ελάχιστο θαυμασμό / αγάπη προς την Ελλάδα. Αν παρ’ ελπίδα φέρεις την κυπριακή σημαία, ουδέν μεμπτόν, εκεί δεν υφίσταται εθνικισμός παρά μόνο αυθεντική φιλοπατρία που αξίζει επιβράβευσης. Το ίδιο ισχύει και με οποιονδήποτε άλλο πολίτη ξένης χώρας και της σημαίας του. Αλλά Κύπριος + Ελληνική Σημαία = Εθνικιστής. Μην πω, οριακά ναζιστής.

Σεξιστής / Σεξισμός: Οποιοσδήποτε δεν αναγνωρίζει τη φυσική και ολοκληρωτική υπεροχή του γυναικείου φύλου σε όλους τους τομείς της ζωής. Οποιοσδήποτε τολμήσει να συγκροτήσει μία ομάδα αξιοκρατικά και όχι βάση φυλετικής ποσόστωσης. Ασκείται κατεξοχήν, αυστηρά και μόνον, από άρρεν σε θήλυ και ουδέποτε ανάποδα.

Hate Speech / Ο εκφραστής ρητορικής μίσους: Οποιοσδήποτε δεν εκφράζει την αμέριστη, αέναη και ανιδιοτελή του αγάπη / συμπαράσταση για οποιαδήποτε πολιτική, κοινωνική, φυλετική ή άλλη ομάδα ανεξαρτήτως (συχνά αμφισβητίσημου) επιτεύγματος και βάσει αντικειμενικού δείκτη αξιολόγησης. Εξαιρούνται του κανόνα: Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς όταν καταφέρονται λεκτικά εναντίον αυτών της Δεξιάς. Ποτέ το ανάποδο.

Ρατσισμός / Ρατσιστής: Οποιοσδήποτε δεν έβαλε πρόσφυγα από άλλη χώρα στο σπίτι του να τον ταΐσει και να τον βάλει στο Facebook. Οποιοσδήποτε αντιτάσσεται της (λάθρο)-μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας του ως επιζήμιας όσον αφορά τον ντόπιο πληθυσμό. Οποιοσδήποτε αντιμετωπίζει ισότιμα τους πάντες και δεν ραγίζει στη θέα των αναξιοπαθούντων λαών, ειδικά των γειτονικών χωρών (για πιο πέρα, είναι εντάξει). Οποιοσδήποτε δεν επιλέγει επίτηδες να συναγελάζεται κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο εξωτερικό με φοιτητές φτωχότερων χωρών, ήτοι της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων ή της Ασίας (όπου Ασία, εξαιρείται η Ιαπωνία που τολμά να ξεφεύγει από τα μίζερα / δικτατορικά πρότυπα διακυβέρνησης των υπολοίπων).

Άθεος: Όποιος πολεμά φανατικά και εμμονικά και συστηματικά τον Χριστιανισμό, όποιος γράφει αστεία, υποτιμητικά, προσβλητικά σχόλια για τον Αρχιεπίσκοπο στα φόρουμ των κυπριακών διαδικτυακών εφημερίδων, όποιος αντιστέκεται στην ανέγερση νέων χριστιανικών εκκλησιών αλλά αδιαφορεί μπροστά στην ανέγερση νέων τζαμιών / μιναρέδων, καθότι τα θρησκευτικά δικαιώματα άλλων θρησκειών οφείλουν να γίνονται σεβαστά ως κομμάτι αποδοχής της διαφορετικότητας σε μια πολύ-πολιτισμική κοινωνία. Προσοχή στις λεπτομέρειες. Πρόκειται για «άθεο» και όχι για άτομο με καθυστερημένη εφηβεία, ή για επαναστάτη χωρίς αιτία.

Φασίστας: Οποιοσδήποτε τολμά να διαφωνεί με τις πιο πάνω ερμηνείες.

Αριστερός / Ειρηνοποιός / Άνθρωπος με Άλφα Κεφαλαίο: Οποιοσδήποτε βρίσκει αυτονόητες, εκ των ων ουκ άνευ, και καθόλου χιουμοριστικές τις πιο πάνω ερμηνείες. 

Τετάρτη, Ιουνίου 27, 2018

The Incredibles II

Το πόσο μου άρεσε το Incredibles II δεν περιγράφεται.



Από χθες το βράδυ μόνο γι’ αυτό μιλάω. Πάνω που είπα ότι καλύτερη ταινία της κοινοπραξίας Disney / Pixar δεν πρόκειται να ξαναβγεί μετά την Coco, έπαθα πλάκα με τους Incredibles, οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν μου γέμισαν καθόλου το μάτι στην πρώτη ταινία. Ε, η δεύτερη όχι μόνο στο γεμίζει, στο βγάζει κυριολεκτικά από το θέαμα. Είναι κλάσεις ανώτερη από κάθε άποψη. Μην κοιτάς τι λένε οι κριτικοί, η δεύτερη είναι αποκάλυψη!

Προκειμένου να βλέπω αυτές τις ταινίες χρησιμοποιώ τον δεκάχρονο ανιψιό μου ως πρόσχημα. Αγχώνομαι μην γυρίσει και μου πει ότι μεγάλωσε για να βλέπει Μίκυ Μάους, αλλά ευτυχώς ακόμα το ‘χει, και μάλιστα στην κορύφωση της δράσης αγχωνόταν και για την εξέλιξη. «Γιατί δεν του πέταξε τη μάσκα τώρα που μπορούσε;» με ρώτησε γεμάτος αγωνία. «Επειδή είναι ηλίθια» του απάντησα εγώ εξίσου καθηλωμένος.

Μα, τι να λέμε. Έχω ταυτιστεί πλήρως με τον κύριο Απίθανο. Ειδικά στις σκηνές που η γυναίκα του τον επισκιάζει και τον σώζει με την καπατσοσύνη της. Ειδικά στις σκηνές που κάθεται στο σπίτι με τα μωρά και αυτά φέρνουν το σπίτι τούμπα. Ειδικά στη σκηνή που κάθεται να τους διαβάσει τα μαθηματικά και διερωτάται «πότε και γιατί άλλαξαν τα μαθηματικά, αλλιώς τα λύναμε στην εποχή μας;!» Γελούσα τόσο δυνατά από την ταύτιση που ο μικρός με κοίταζε καχύποπτα.

Γύρισα σπίτι και έσπευσα να αγκαλιάσω τη Μπρέντα και τον γιόκα μου. Θεωρώ ότι είμαστε κι εμείς πραγματικά Απίθανοι που ακόμα αντέχουμε τις κακουχίες και τις φθορές που μας προκάλεσε ψυχολογικά όλη αυτή η διαδικασία ανακαίνισης. Το πώς δεν χωρίσαμε ακόμα, είναι θαύμα! Λίγες μέρες έμειναν, θα μου πεις, αντέξετε. Κάνουμε και τίποτα άλλο; Αντέχουμε. Μας ήρθαν πολλά μαζεμένα στο κεφάλι, δυστυχώς. Και οικονομικές δυσχέρειες, και πρακτικές και ψυχολογικές και ό,τι θες. Κάθε μέρα αντιμέτωποι με ένα τέρας. Είτε αυτό λεγόταν/λέγεται πεθερά, είτε λεγόταν εργολάβος, είτε λεγόταν εργοδότης, είτε λεγόταν τραυματισμός τέκνου. Πόσα να καταπιείς;

Εγώ, από χθες, έχω ξεπεράσει τα πάντα. Βαρέθηκα να μετρώ τσακωμούς, βαρέθηκα να μετρώ παρεξηγήσεις, βαρέθηκα να μετρώ σου ‘πα, μου ‘πες. Βλέποντας τους Incredibles σκέφτηκα, «αυτοί είμαστε εμείς». Με το που τελείωσε η ταινία, έσπευσα να πάω σπίτι τον ανιψιό μου, για να πάω να προλάβω τον μικρό ξύπνιο και να τους κάνω μια ομαδική αγκαλιά.

Μόνο η Ντίσνεϊ μπορεί να τα πετύχει αυτά.

Ο ανιψιός μου, εν τω μεταξύ, ισχυρίστηκε ότι το Incredibles ένα, ήταν καλύτερο. «Το δύο έχει πολλά plot-holes!» είπε με μία προφορά που υπό άλλες συνθήκες θα με ξένιζε. Μάθαμε και το plot-holes, αν μη τι άλλο.

Μην ακούτε τίποτα. Τίποτα δεν έχει. Ούτε plot-holes, ούτε τίποτε. Να πάτε να το δείτε. Ει δυνατόν μετά της ταλαίπωρης οικογένειάς σας! Είναι θεραπευτικό.

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2018

Creating Our Fairytale

Χθες το πρωί η γλυκιά μου πεθερούλα πάσχιζε να μας πείσει ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε όμορφες αναμνήσεις στο παιδί μας» και αυτό δεν θα επιτευχθεί με το να καθόμαστε όλη μέρα στο σπίτι. «Πρέπει να πηγαίνετε εκδρομές τα σαββατοκύριακα, να του δείξετε τις ομορφιές του τόπου, να τον διαπαιδαγωγήσετε». Δεν θα διαφωνήσω, αλλά αν κρίνω από εμένα, ελάχιστες όμορφες αναμνήσεις έχω από περιδιαβάσεις στην Κύπρο. Εγώ με ένα «πότε θα γυρίσουμε σπίτι;» ήμουν. Έχω ωραίες αναμνήσεις από ανθρώπους, αλλά όχι από τη χώρα αυτή καθεαυτή. Εγώ πιστεύω ότι κατά βάθος, η γλυκιά μου πεθερούλα πάσχιζε να μας ξεφορτωθεί από το σπίτι της (μένουμε στο δικό της τώρα, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση του δικού μας – μέναμε και στη μάνα μου για τρεις μήνες, σωστά θυμάσαι, αλλά μια μέρα νευρίασε και μας έδιωξε), και προκειμένου να μην διαταράξουμε την κυριακάτική της νηνεμία, κατασκεύασε το επιχείρημα των «ωραίων αναμνήσεων».

Μα, τι «ωραίες αναμνήσεις» να δημιουργήσω στον γιο μου σ’ αυτή τη χώρα των πενήντα βαθμών κελσίου, που δεν μπορείς πια να κυκλοφορήσεις χωρίς τον κίνδυνο να πάθεις ηλίαση και καρκίνο του δέρματος σε χρόνο ντετέ; Η Κύπρος έγινε σαν το Μεξικό. Το καλοκαίρι αποτελείται από τρεις νεκρούς μήνες, δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται η κυκλοφορία. Όσο δύναται, κυκλοφορείς την υπόλοιπη χρονιά, στην οποία δυστυχώς, πάλι όλα κατάξερα τα βλέπεις. Αν τα βλέπεις, δηλαδή, με τη σκόνη που μας έρχεται κάθε τρεις και λίγο από τη Σαχάρα. Εν πάση περιπτώσει έκοψα τη μουρμούρα, μπολιάστηκα με άφθονη «θετική ενέργεια» (εμετός!), τηλεφώνησα και στον κουμπάρο μου που είναι ομοιοπαθής, φορτώσαμε τις φαμίλιες στα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε να πάμε για φαΐ στον Κάτω Δρυ. Εγώ στον Κάτω Δρυ! Μοντιέ και Διός Μίο.

Τι να σου πω, κατενθουσιάστηκε ο Αλεξάκος που έφαγε τον τταβάν του στον Πλάτανο με άλλα 4-5 τραπέζια συνταξιούχων. Θα το θυμάται με νοσταλγία όταν μεγαλώσει και θα αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Θελήσαμε να βρούμε και κάποιο μονοπάτι να περπατήσουμε αλλά δεν υπήρχε, ο ήλιος έκαιγε φλάντζες, περπατήσαμε πέντε λεπτά με τα δίχρονα και επιστρέψαμε πίσω στο κέντρο κακήν κακώς.

Δεν περνούσε η ώρα, δεν έβλεπα τις «όμορφες αναμνήσεις» να δημιουργούνται. Ήταν μόλις δυο το μεσημέρι. Θα επιστρέφαμε Λευκωσία τόσο νωρίς; Ποιος και πώς θα τον απασχολούσε όλο το υπόλοιπο απόγευμα μέχρι να κοιμηθεί; Συμφωνήσαμε να πάμε σε ένα παρακείμενο χωριό, στο πάρκο γαϊδουριών, να κάνουμε εκεί το γκράντε φινάλε της μέρας. Όπου παρακείμενο χωριό, βλέπε τη Σκαρίνου. Άκου όνομα! Σκα-ρι-νου! Βραβείο ευφάνταστης ονομασίας! Το ζήσαμε και αυτό στα 38 μας!

Πάμε στο πάρκο γαϊδουριών, περάσαμε τις πύλες, είδα τις «ωραίες αναμνήσεις» να μου μιτσοκαμμούν, και σπεύσαμε να ταΐσουμε τα ζωντανά. Ο γιος μου, που κάτι τέτοιες στιγμές με κάνει περήφανο, ούτε να τα φτύσει. Του δείχναμε τα γαϊδουράκια να τρώνε τον σανό τους σαν περήφανοι Συριζαίοι, μα ουδεμία συγκίνηση. Του έδειξα και κοτούλες, του έδειξα και το παγώνι, τζίφος! Μόνο με τον παρκαρισμένο εκσκαφέα ενθουσιάστηκε. Ναι, διανύουμε την (ελπίζω παροδική) περίοδο που μας αρέσουν τα αγροτικά οχήματα. Φορτηγά, εκσκαφείς, μπουλντόζες, ανυψωτικά, μπετονιέρες, και τα συναφή, συλλογή τα κάνουμε. Από όλο το πάρκο, μόνο με τον εκσκαφέα ενθουσιάστηκε. Ήθελε να τον καβαλήσει, μα ήταν τίγκα στη βρώμα και αρκεστήκαμε να τον περιεργαζόμαστε εξωτερικώς, αποφεύγοντας όσο μπορούσαμε κάτι ζωικά κουραδάκια που τον περιέβαλλαν.

Μια υπέροχη ανάμνηση μόλις δημιουργήθηκε.

Είδαμε και πάθαμε να τον «κουράσουμε» προκειμένου να γυρίσουμε στη Λευκωσία με το τρόπαιο του γονιού που κάνει σωστά τη δουλειά του. Δεν μπορείς να πεις, και την ύπαιθρο γνώρισε, και παραδοσιακά εδέσματα γεύτηκε, και το εθνικό μας ζώον γνώρισε, ενώ τον χτύπησε και η ζέστη κατακούτελα ώστε να τεζάρει μια ώρα αρχύτερα το βράδυ. Περήφανος και ολοκληρωμένος Κύπριος! Φρόντισα και τον φωτογράφησα με όλα τα παραπάνω προκειμένου να λάβω τα εύσημα από την πεθερούλα μου για τη σωστή διαπαιδαγώγηση που του παρείχα. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να τον φωτογραφήσω με τη ζακέτα που μας φόρτωσε με το ζόρι, επειδή «εκεί ψηλά στον Κάτω Δρυ, μπορεί να κάνει ψύχρα!»

Ήταν ένα μιζερότατο σαββατοκύριακο. Αλλά δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Και στη θάλασσα να πάμε, οι ώρες που μπορούμε πλέον να τον εκθέσουμε στον ήλιο 07:00-11:00, 18:00-20:00, είναι δύσκολες. Τι τον κάνεις στο ενδιάμεσο; Εγώ θεωρώ πως δεν πρέπει να βγαίνουμε από το κλιματιστικό από τον Ιούνιο μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη. Ό,τι καταφέρεις να ζήσεις, μόνο τους υπόλοιπους μήνες. Από την άλλη δεν μπορούμε και να περιοριζόμαστε στους τέσσερεις τοίχους, ούτε να ζούμε σαν εγκλωβισμένοι λεπροί στο Μωλ του Σιακόλα, επειδή η ζέστη είναι ανυπόφορη και επειδή οι επιλογές μας είναι είτε το πάρκο στρουθοκαμήλων, είτε το πάρκο γαϊδουριών, είτε το πάρκο καμήλων, είτε άλλα πέντε-έξι παρόμοια γραφικά, μηδαμινής αξίας κατά τη γνώμη μου.


Ναι, ίσως τα μωρά να μην τα βλέπουν έτσι, ίσως να απολαμβάνουν κάθε τι καινούριο. Αλλά εγώ ΠΟΣΟ ΒΑΡΙΕΜΑΙ που μπήκα στην περίοδο αναζήτησης προορισμού εκδρομής κάθε σαββατοκύριακο προκειμένου να μην γκρινιάζει το παιδί στο σπίτι. Τα έζησα στα χρόνια μου και επιστράτευσα ψυχολόγους για να τα ξεπεράσω. Άντε τώρα στο φινάλε, χάριν του γιου μου, να βολοδέρνομαι από Σκαρίνου σε Σκαρίνου! 

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

Οδηγώ, Σε Σκέφτομαι Και Σου Τραγουδώ

Από τον καιρό που ήρθε στη ζωή μας ο Αλέξης (όχι ο Τσίπρας, ο δικός μας, ο καλός), δεν έχω την πολυτέλεια χρόνου που είχα προηγουμένως. Κάποιες συνήθειες καταργήθηκαν, άλλες προσαρμόστηκαν. Μία εξ αυτών, η ακρόαση μουσικής. Όπως έγραψα ξανά εδώ πριν πολλά χρόνια, για μένα η μουσική δεν είναι κάτι που παίζει στο μπαγκράουντ για να γεμίζει τις αμήχανες σιωπές. Από 15 χρονών ακούω μουσική υπό τύπον παράστασης. Ανάλογα τα κέφια και τη διάθεση επιλέγω 10-15 σχετικά τραγούδια, φτιάχνω λίστα και τα ακροάζομαι από την αρχή μέχρι το τέλος εν είδει παραστάσεως. Ενίοτε τραγουδώ μαζί με τους τραγουδιστές και αλίμονο αν με διακόψει κανείς, ειδικά για να μου πει κάτι ασήμαντο. Μικρότερος, που είχα και μεγάλους ερωτικούς νταλκάδες, όλο αυτό ήταν για μένα τεράστιο μέσο εκτόνωσης. Ολόκληρη ιεροτελεστία. Πλέον όχι και τόσο. Μόνο όταν είμαι σοβαρά τσακωμένος με τη Μπρέντα.

Με το μωρό στο σπίτι, αυτού του είδους τα «φεστιβάλ» έχουν διακοπεί. Αλλά έχουν μεταφερθεί στο αυτοκίνητο. Η βαρετή ώρα που είμαι μποτιλιαρισμένος μέσα στο αυτοκίνητο είναι πλέον ιδανική για να στήνω τις «συναυλίες» μου. Πολλές φορές φτιάχνομαι τόσο πολύ, που δεν με κόφτει και να μην ανάψει ποτέ το πράσινο στον φανοστάτη.

Το θέμα μου είναι άλλο.

Εσείς γιατί δεν τραγουδάτε; Τι καλύτερο έχετε να κάνετε; Εχτές όπως ήμουν πηγμένος στην κίνηση και κατά-μερακλωμένος με Στράτο Διονυσίου (νέα ενοχική εμμονή), παρατηρούσα τις φάτσες τις αντίθετης λωρίδας. Θλιμμένες, κρεμασμένες, έτοιμες να αυτοκτονήσουν. Απορώ. Δεν ακούτε τίποτα μέσα στο αυτοκίνητο; Μην μου πείτε κάθεστε και ακούτε κυπριακό ραδιόφωνο! Που είναι τίγκα στη σάχλα, την απανωτή διαφήμιση και το φτηνό τσιφτετέλι απ’ το μαύρο χάραμα. Εγώ δεν ακούω ραδιόφωνο. Η τελευταία φορά που είχα ακούσει ήταν όταν με πήγαινε η μάνα μου σχολείο, στα μέσα των ‘90ς. Δεν με ενδιαφέρει να μαθαίνω τι γίνεται έξω στον κόμο τις ώρες που μπορώ να ακούω τα δικά μου αγαπημένα. Και καλά κάνω, γιατί αποδεικνύεται, από φίλους που είναι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, ότι ούτε οι ίδιοι δεν αντέχουν να ακούν τα τσιφτετέλια που τους επιβάλλει να παίζουν η διοίκηση του σταθμού. Ανοίγουν το μικρόφωνο και λένε την παπάρα τους, ύστερα βάζει ο ηχολήπτης τα σκυλάδικα και του γνέφουν να το χαμηλώσει να μην ακούνε τίποτα μέσα στο στούντιο, γιατί πονοκεφαλιάζουν. Όταν τελειώσει ο εκάστοτε Βέρτης, Οικονομόπουλος, Κιάμος και λοιποί τραγικοί, ο ηχολήπτης τους προειδοποιεί και ο εκφωνητής επανέρχεται.

Ενώ εγώ παίζω τα διάφορα μουσικά αφιερώματά μου, μετατρέπεται αίφνης όλη η καμπίνα του αυτοκινήτου σε dancefloor και μπορώ να υπομένω τα πάντα. Μα, υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να συνδυάζεις μουσική με οδήγηση; Εκτόνωση εις διπλούν. Εσείς γιατί δεν το δοκιμάζετε; Θα δείτε ευεργετικές αλλαγές στη διάθεσή σας. Και πραγματικά μου προκαλεί εντύπωση, γιατί έχω λάβει και σχόλια. Μία γνωστή με είχε δει κάποτε να οδηγώ και να τραγουδώ και μου είπε ότι «με χάρηκε», ενώ ο πατέρας μου παλιότερα που με είχε πετύχει επίσης εν εξάλλω να οδηγώ και να τραγουδώ μου είπε να το κόψω γιατί «φαίνεσαι μεγάλος καραγκιόζης». Εν πάση περιπτώσει, καταλήγω ότι για να το σχολιάζουν πάει να πει ότι τους φαίνεται παράξενο.

Εμένα πάλι μου φαίνεται παράξενο που έχετε όλοι την ίδια φάτσα, την ίδια τραγική διάθεση και δεν εκμεταλλεύεστε τον χαμένο χρόνο που τρώτε μέσα στην κίνηση ώστε να αισθανθείτε μία ελάχιστη ψυχική ανάταση.


Τι να πεις. 

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2018

Βρυξέλλες Vol.3

Άλλο ένα μίτινγκ στις Βρυξέλλες έλαβε τέλος και εγώ δηλώνω άκρως ενθουσιασμένος και ανανεωμένος, αφού όπως έχω πει πολλάκις, μόνο εκεί αισθάνομαι ότι το μυαλό μου βρίσκει κίνητρο να συγκεντρωθεί, να ακούσει, να επεξεργαστεί πληροφορίες και να μάθει νέα πράγματα. Στην Κύπρο, ο νους μου, βρίσκεται μόνιμα στο ρελαντί, για να μην πω σε χειμερία νάρκη. Είναι τρομερά σημαντικό να αισθάνεσαι ότι οι σπουδές σου δεν πήγαν χαμένες, ότι μετράς, ότι αφοράς. Σε προσωπικό επίπεδο τουλάχιστον. Γιατί σαν Κύπρος δεν αφορούμε κανέναν, το έχω εξακριβώσει και τις τρεις φορές που παρέστην σε συνεδρίες των Βρυξελλών. Αν μπορούσαν να μας κάτσουν έξω από την αίθουσα, θα το έκαναν. Πραγματικά, λυπηρό.

Δύο πράγματα θα ήθελα να σχολιάσω.

Πρώτον, στη συνάντηση μέτρησα 28 συνέδρους. Το Λουξεμβούργο απουσίαζε, ποια να ήταν άραγε εκείνη η καινούρια φάτσα που καθόταν απέναντί μου και δεν την είχα ξαναδεί προηγουμένως; Στο διάλειμμα ήρθε να μου συστηθεί. «Im from Macedonia», μου λέει. Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου! Κοίτα να δεις κάτι πράγματα, ακόμη δεν υπογράφτηκε η συμφωνία για το όνομα, αυτοί άρχισαν να στέλνουν αντιπροσώπους στις Βρυξέλλες. Άρχισε ήδη η εναρμόνιση! Μια ζωή προ τετελεσμένων βρισκόμαστε. Όχι που θα μας ζητούσαν την άδεια.

«Βρε καλώς την!» λέω από μέσα μου. «Τι λέει; Καταλήξαμε στο όνομα;» ρώτησα. «Σιγά μην αποδεχτούμε εμείς τέτοια εξευτελιστική ονομασία!» μου απάντησε. «Ή θα μας λένε Μακεδονία, ή τίποτα!» Να σου πω την αλήθεια, αναθάρρεψα όταν κατάλαβα ότι μάλλον θα φέρουν εκείνοι πρώτοι τούμπα τη συμφωνία. Πήγα να το παίξω άνετος «Ε, ναι, θα ήταν άδικο να εγκριθεί όνομα που ούτε η ελληνική πλευρά θέλει. Ας μείνει η κατάσταση μετέωρη μέχρι νεοτέρας. Ας συνεχίσουμε με το ΠΓΔΜ και βλέπουμε». Εκεί τα πήρε. «Δεν καταλαβαίνω προς τι η εμμονή με το Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας! Γιατί δεν αποκαλείτε αντίστοιχα και τη Σερβία ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Σερβίας ή την Κροατία ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Κροατίας;»

Αντιλαμβάνεστε που έμπλεξα. Η γυναίκα δεν αντιλαμβάνεται ούτε την ουσία του προβλήματος, ούτε καν το μέγεθός του. Νομίζει ότι τους στοχοποιούμε άνευ λόγου και αιτίας. Το ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει νομούς που να ονομάζονται Σερβία ή Κροατία απλά της διαφεύγει. Τι να πεις. Ήπιαμε και φάγαμε σε πολύ καλό κλίμα πάντως, ήταν φιλικότατη και πολύ ευχάριστη σαν άνθρωπος. Ως εδώ φτάνει η ανοχή μου με τους «εχθρούς». Με Τούρκους ούτε καλημέρα δεν μπορώ να ανταλλάξω.

Άλλο θέμα!

Πώς έχουν γίνει έτσι οι Βρυξέλλες; Περπατούσα στο κέντρο κι αν δεν ήταν τα γαλλικού τύπου κτήρια να με περιβάλλουν, θα έβαζα στοίχημα πως βρίσκομαι στη Σαουδική Αραβία. Τι μαντίλα και κακό ήταν αυτό; Τι φερετζές και μπούρκα κυκλοφορεί στους δρόμους, Θέ μου; Πραγματικά, το θέαμα είναι ανατριχιαστικό και ανησυχητικό. Παντού γυναίκες με μαντίλα. Από έφηβες που κυκλοφορούν σε τσούρμο, μέχρι μητέρες με τα παιδιά τους.

Απορώ. Όλες αυτές δεν πήραν χαμπάρι πού ήρθαν να ζήσουν; Δεν βλέπουν τις χειραφετημένες ευρωπαίες τριγύρω να εμπνευστούν; Να διερωτηθούν τι δεν πάει καλά; Να τους μπει η υποψία, έστω, ότι μπορούν να ζήσουν και χωρίς να τυλιχτούν σαν σκιάχτρα αυτά τα αηδιαστικά σάλια; Εγώ στην Αγγλία, τόσες φίλες μουσουλμάνες είχα, και το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις πέρασαν στο πανεπιστήμιο ήταν να απαλλαγούν από τη μαντίλα και τα ήθη του Ισλάμ. Αυτές γιατί επιμένουν; Είναι ηλίθιες; Ρητορικόν το ερώτημα.

Πραγματικά, σιχαίνομαι. Ανακατσιώ, για να το πω κυπριακά και πιο εμφατικά. Και ούτε μπορώ να διανοηθώ πώς θα διαχειριστώ αντίστοιχη κατάσταση στην Κύπρο. Ήδη τις προάλλες είδα μία γυναίκα να περπατεί καλυμμένη από πάνω μέχρι κάτω με τζίχαμπ (έτσι δε λέγεται εκείνο το κιλίμι όπου μόνο τα μάτια διακρίνονται;) στην Έγκωμη παρακαλώ, απέναντι από τα παγωτά του Παπαφιλίππου! Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. 

Και μην τυχόν ακούσω παραλληλισμό με τις Χριστιανές και το σταυρουδάκι από κανέναν αριστερό και χαλάσουμε τις καρδιές μας σαββατιάτικα. Και το σταυρουδάκι το βρίσκω μπανάλ, φυσικά. Όλα τα θρησκευτικά σύμβολα τα θεωρώ μπαναλαρίες. Αλλά τουλάχιστον το σταυρουδάκι είναι διακριτικό και φοριέται σαν κόσμημα. Δεν καθορίζει, ούτε αλλοιώνει την εμφάνισή σου. Δεν είναι το ίδιο. Αν επρόκειτο για σταυρό-γίγαντα που τον φορούσες στο κεφάλι σαν το κέρατο και εξέπεμπες ψυχική διαταραχή, τα ίδια θα έγραφα.


Είναι η Τρίτη φορά που πάω στις Βρυξέλλες φέτος. Απομένουν άλλες δύο μέχρι το τέλος της χρονιάς. Στις Βρυξέλλες δεν είχα πάει ποτέ μέχρι τα 35 μου. Φέτος πήγα όσες φορές δεν έχω πάει ούτε στην Ισπανία που είναι κι από τις αγαπημένες μου χώρες. 

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2018

Κύπριοι Και Μυθοπλασία

Μια φορά, πριν δέκα χρόνια, που δούλευα στα διαφημιστικά γραφεία και έγραφα σενάρια για διαφημίσεις, μου είχαν αναθέσει να σκεφτώ μία ιδέα για σενάριο ενός τυχερού παιχνιδιού. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο πελάτης και ποιο ακριβώς ήταν το παιχνίδι. Οι οδηγίες πάντως, αφορούσαν στην μεγάλη αλλαγή που γίνεται στη ζωή σου άπαξ και κέρδιζες το συγκεκριμένο λαχείο. Αν ήταν λαχείο δηλαδή, και όχι κάποιο άλλο παιχνίδι τύπου τζόκερ, λόττο, προ-πο, κτλ.

Θυμάμαι ότι είχα προτείνει ένα υπέροχο, για τα δεδομένα μου, σενάριο στο οποίο ο πατέρας της οικογένειας κρατούσε στα χέρια του το λαχείο, επιβεβαίωνε από την τηλεόραση ότι κέρδισε τον πρώτο λαχνό και αρχίζει να φιλιέται / αγκαλιάζεται με την οικογένειά του πανηγυρίζοντας έξαλλα στο σαλόνι. Στην αμέσως επόμενη σκηνή ο πατέρας έχει φορτώσει στο αυτοκίνητό του τα πράγματά του και εγκαταλείπει το σπίτι του για να πάει να τα φάει μόνος του. Η υπόλοιπη οικογένεια στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού και κλαίει με λυγμούς. Για να μην φανεί σεξιστικό (έχουμε και αυτές τις υστερίες στην εποχή μας), πρότεινα αντίστοιχη εκδοχή του σεναρίου με τη μητέρα να εγκαταλείπει το σπίτι ενθουσιασμένη που φεύγει να τα φάει μόνη της.

Όπως ήδη καταλάβατε, το σενάριο αυτό είχε γίνει ανάρπαστο στους διαδρόμους του γραφείου. Σε όποιον το περιέγραφα έσκαζε στα γέλια. Δυστυχώς όμως, απορρίφθηκε πριν καν παρουσιαστεί στον πελάτη επειδή «ήταν προκλητικό». Προκλητικό επειδή, όπως μου εξήγησαν, το ενδεχόμενο εγκατάλειψης παίζει πολύ στην κυπριακή κοινωνία και δεν μπορούμε να σπάμε πλάκα στην πλάτη του άλλου. Εγώ βέβαια, δεν ξέρω κανέναν που να εγκατέλειψε την οικογένειά του επειδή κέρδισε το λαχείο. Έχω ακούσει ιστορίες για κόσμο που έφυγε επειδή βρήκε γκόμενα/ο, ή επειδή ο γάμος ήταν προβληματικός εξ αρχής. Αλλά ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που διέλυσε οικογένεια επειδή κέρδισε πολλά λεφτά. Πώς είναι δυνατόν να ταυτιστείτε με κάτι τόσο απόμακρο; Εν πάση περιπτώσει, η διαφήμιση δεν είναι και κανένα χολλιγουντιανό σενάριο ώστε να χρήζει ιδιαίτερης φιλοσοφίας στην Κύπρο, οπότε δεν καθίσαμε να επιχειρηματολογήσουμε περαιτέρω. Απορρίφθηκε με συνοπτικές και κάθισα και σκέφτηκα κάτι άλλο, πιο retard-friendly για να λάβει έγκριση.

Επιβεβαίωσα γι’ άλλη μια φορά, όμως, πως είμαστε ηλίθιος λαός.

Αυτό, που πρέπει να προσέχουμε τι θα πούμε γιατί κάποιος δυνατόν να ταυτιστεί με το σενάριο και να ενοχληθεί, μόνο στη χώρα μας το συναντώ. Να θεωρούμε τον μέσο τηλεθεατή τόσον ανίκανο να διαχωρίσει τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα και να φοβόμαστε να μιλήσουμε, μην τυχόν και το πάρει προσωπικά και θιχτεί. Κι εδώ που τα λέμε πόσοι θα θιχτούν από το πιο πάνω σενάριο και θα θέλουν να σπάσουν την τηλεόραση; Πέντε δέκα γραφικοί; Είναι δυνατόν για χάρη αυτών των πέντε-δέκα γραφικών να πέφτει λογοκρισία σε κάτι που αποτελεί προϊόν φαντασίας;

Φυσικά το πρόβλημα είναι ευρύτερο, δεν αφορά μόνο στις διαφημίσεις. Ο Κύπριος γενικώς θίγεται. Για παράδειγμα είχα κάποτε γράψει εδώ σε ένα κείμενο ότι «ο τάδε είναι καθυστερημένος» και έλαβα σχόλιο από αναγνώστρια που έλεγε «εγώ που έχω παιδί αυτιστικό, πώς πρέπει να εκλάβω την αναφορά σας σε «καθυστερημένους;» Το ότι η λέξη ως επίθετο υφίσταται ως έκφραση χρόνια τώρα βέβαια, το παραβλέπουμε. Ας δεχτώ, όμως, για χάρη συζήτησης το αδόκιμο της έκφρασης. Απορώ: Είναι τόσο δύσκολο να διαχωρίσεις την προσωπική σου κατάσταση απ’ αυτή του συγγραφέα; Είναι τόσο δύσκολο να πιάσεις τη διάθεση με την οποία κάτι γράφεται; Πόσες φορές εγώ διαβάζω κάτι που με αφορά αλλά σέβομαι την οπτική γωνία του άλλου; Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να θίγομαι όποτε ακούω κάποιο αστείο που να αφορά στους «ψηλούς και άχαρους». Θα μπορούσα να θίγομαι για τα στερεότυπα που αφορούν στους «φαν της γιουροβίζιον» ή στους «φαν της Άννας Βίσση». Γιατί δεν σκίζω τα ιμάτιά μου; Γιατί έχω αποδεχτεί το ποσοστό αλήθειας που αναλογεί στο κάθε τι που λέγεται, και από αυτόν που το λέει. Και προπάντων, δεν προβάλλω τον εαυτόν μου στα λεγόμενά του. Δεν λέω ότι είναι εύκολο αυτό. Λέω ότι στο 2018 θα έπρεπε να είχαμε όλοι εξασκηθεί και να είχαμε εξοικειωθεί με τον εαυτόν μας. Για να μην εξαρτάται η διάθεσή μας από το εκάστοτε σχόλιο, κακεντρεχές ή όχι.

Στις πρόβες που κάνουμε με τη θεατρική ομάδα για το νέο έργο που θα παίξουμε τον Νοέμβριο έχουμε μία συζήτηση κατά πόσον πρέπει να αλλάξουμε μία ατάκα του έργου που λέει «εντάξει, δεν τον είπαμε και ανάπηρο!» Η ομάδα θεωρεί πως η συγκεκριμένη ατάκα είναι προσβλητική και πρέπει να αλλάξει. Πες και πες, άρχισα κι εγώ να πιστεύω ότι μπορεί να ακουστεί βαριά στα αφτιά των θεατών. Αλλά γιατί; Έτσι γράφτηκε το έργο, σε μια εποχή που ήταν όλα πιο χύμα, αυτό ήθελε να πει ο συγγραφέας, ας έχει το κοινό λίγη κρίση να αντιληφθεί γιατί το έγραψε όπως το έγραψε. Κάποιοι πρότειναν να το κάνουμε «εντάξει, δεν τον είπαμε και καμπούρη!» Αλλά απορώ, με την ίδια λογική δεν πρέπει να το αποφύγουμε για να μην θιχτούν τυχόν καμπούρηδες που θα υπάρχουν στο κοινό; Που σταματά αυτή η υστερία;

Το 2016 ανεβάσαμε το «Η Γυνή Να Φοβήται Τον Άντρα» και υπήρξε θεατής που με το τέλος της παράστασης μου σχολίασε πως «δεν είναι αυτές συμπεριφορές για να αναπαράγονται στη σκηνή» (επειδή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η Ελενίτσα ήθελε να βάλει στεφάνι για να καταξιωθεί κοινωνικά). Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου, θα μου πεις. Να βλέπει ο καθένας ό,τι του συμφέρει. Άσχετα αν το 90% των θεατών είδε μία ιστορία αγάπης ενός ζευγαριού που το καταδυνάστεψαν οι κοινωνικές επιταγές και εν τέλει επιβίωσε.  Ο κύριος στάθηκε στο «η γυνή πρέπει να βάλει στεφάνι με το ζόρι». Το ότι το έργο γράφτηκε τη δεκαετία του 1950-1960, δεν έκρουσε κανένα καμπανάκι στον κύριο. Έκρουσε μόνο εγκεφαλικά κύτταρα. Εν έτει 2018 υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι αυτά τα έργα δυνατόν να επηρεάσουν τα νέα ήθη.

Εν είδει χιούμορ μια άλλη φίλη ήθελε να γράψουμε στο πρόγραμμα της παράστασης ότι «σαν ομάδα δεν υιοθετούμε το αντι-φεμινιστικό πνεύμα του έργου» για να αποφύγουμε τυχόν αρνητικές αντιδράσεις από το κοινό. Εκεί θα φτάναμε!

Πιο παλιά, το 2009, είχαμε παίξει ένα άλλο έργο στο οποίο μία τρελή θεία περιέγραφε στο κοινό με κάθε λεπτομέρεια και πολλή γλαφυρότητα πώς επήλθε ο θάνατος του γιου της σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Οι περιγραφές ήταν όντως πολύ σοκαριστικές, αυτός ήταν άλλωστε κι ο σκοπός του έργου. Θυμάμαι που έλεγε σε κάποια ατάκα "είδαμε και πάθαμε να ξεκολλήσουμε από το κρανίο του το τριαξωνικό που το διαπέρασε", κι άλλα τέτοια. Είχα μία φίλη-θεατή που μου είπε ότι ενοχλήθηκε από τις αναλυτικές περιγραφές του ρόλου, γιατί είχε χάσει και η ίδια δικό της άνθρωπο σε τροχαίο και εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να δεκτεί ότι κάποιοι διακωμωδούσαν ανάλογη κατάσταση. Δεν μπορούσε να δεκτεί ότι σε μία κωμωδία συμβαίνουν κι αυτά. Ήθελε να αποχωρίσει από το θέατρο. 

Εντάξει, από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις. Λες και υπάρχει θεατρικό έργο που να είναι πολιτικώς ορθό. Αφού το θέατρο είναι το ακριβώς αντίθετο. Το θέατρο είναι ο ορισμός της πολιτικής «ανορθότητας». Γιατί ακριβώς ο θεατής πρέπει να κρίνει μόνος του τα κακώς έχοντα στο θέαμα και να απορρίψει ό,τι θεωρεί βλαβερό. Μόνο στην Κύπρο θεωρούμε ότι πρέπει να σας τα ταΐσουμε «κουτσιά καθαρισμένα» για να πιάσετε το «σωστό» μήνυμα. Όπως κάνουν οι προπαγανδιστές στα καθυστερημένα, άτομα χαμηλότερου δείκτη νοημοσύνης.

Στα ίδια καταλήγουμε. Κόσμος άκριτος! Ανίκανος να εκτιμήσει το μαύρο χιούμορ. Ανίκανος να μην προβάλει τον εαυτό του μέσα από αυτό που διαβάζει ή βλέπει. Κόσμος που για να εκτιμήσει το θέαμα πρέπει να του το μεταφράσουν στη κυπριακή διάλεκτο. Γιατί οι Ρέππας – Παπαθανασίου ανήκουν στην κατηγορία του Αισχύλου και του Ευρυπίδη. Δεν βγάζει νόημα το «Φούστα-Μπλούζα» αν δεν του αλλάξει τα φώτα η Αρτεμίου να γίνει πιο αντιληπτό.

Κόσμος άκριτος, ανίκανος και καθυστερημένος. Αυτό είναι η πλειοψηφία της Κύπρου. 

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2018

Αναπάντεχος Θησαυρός

Δεν ξέρω ποιος Θεούλης ανέβασε το πιο κάτω βίντεο, έχει πάντως μία βδομάδα που το ανακάλυψα και το παρακολουθώ ανελλιπώς. Ένα βίντεο, μία ιστορία ολόκληρη. Πρόκειται για συναυλία της Άννας Βίσση στην Κύπρο, το έτος 1988, συνοδεία της χορωδίας της Λαϊκής Τράπεζας με μαέστρο τον Δώρο Γεωργιάδη. Ένας θησαυρός!

Αξίζει να το παρακολουθήσετε ακόμη κι αν δεν είστε θαυμαστές της Βίσση για χίλιους δυο λόγους:

Πρώτον, βρίσκω τρομερά ενδιαφέροντα τα όσα μπορούν να ειπωθούν για την εποχή και τη ζωή στην Κύπρο τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ο κόσμος κοινωνικοποιούνταν στις χορωδίες. Ήταν σπουδαία ενασχόληση. Είχαν όλες το ίδιο μαλλί-αφάνα και φαίνονταν διακοσίων χρονών, ασχέτως αν οι περισσότερες διένυαν την πρώτη τους νιότη. Ήταν διάχυτη η κυπριακή αγνότητα. Καμάρωναν άπαντες πως τραγουδούσαν με την Άννα Βίσση, την Κύπρια που πέτυχε το ελληνικό όνειρο χιλιάδων συμπατριωτών μας, ήτοι να απεκδυθεί την μιζέρια της νήσου της και να διαπρέψει εν Αθήναις ως πρώτο όνομα στον τομέα της.

Λατρεύω το πώς στέκονται όλοι σούζα μπροστά στους γκεστ καλαμαράδες οι οποίοι εκθειάζουν την ομορφιά των Κυπρίων γυναικών, των χαλλουμιών και των σεφταλιών. Τα αβίαστα γέλια στα οποία ξεσπά η χορωδία στο άκουσμα των πιο πάνω υπό άλλες συνθήκες θα με εκνεύριζε ως ένδειξη βλαχιάς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως το βρίσκω τρομερά χαριτωμένο.




Το στιγμιότυπο στο οποίο αναφέρομαι αρχίζει στο 1:28',00'', αλλά αν δεν βαριέστε, αξίζει να δείτε όοοολη τη συναυλία!

Δεύτερον, ήταν μία συναυλία στην οποία παρευρέθηκε ο Καρβέλας. Όπως πιθανόν γνωρίζετε, ο Καρβέλας έχει φοβία με τα αεροπλάνα και ταξιδεύει πάντα με αυτοκίνητο. Τω καιρώ εκείνω, όμως, η Βίσση με το ζόρι τον τραβολογούσε στην Κύπρο μέσω ατμοπλοΐας. Από τον καιρό που χώρισαν δεν ξαναπάτησε το πόδι του. Καημό το είχα (και το έχω) να τους δω ζωντανά μαζί -γιατί εγώ έχω ένα θέμα με τα ζευγάρια που αγαπώ, αρνούμαι να δεχτώ ότι χώρισαν. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη συναυλία μας έκανε την τιμή είναι από μόνο του αξιοπρόσεκτο.

Τρίτον, θα ακούσεις τραγούδια που πλέον σπάνια τα λέει στις συναυλίες της, όπως τον Δρόμο (συνοδεία χορωδίας είναι σαν άσμα παραδείσιο), τις Εφημερίδες (που μετά το ξεπατίκωσε ο Τόνυ Κονταξάκης που σημειωτέον παίζει ηλεκτρική κιθάρα μαζί της, και το μετέτρεψε στο «Εσένα Περιμένω», με το οποίο έκανε μεγάλο σουξέ η Δέσποινα Βανδή 8-9 χρόνια μετά), το γιουροβιζιακό Μόνο η Αγάπη, το ακριβοθώρητο 1988 Και Ακόμα Σ’ Αγαπώ, το Χούλα Χουπ κι άλλα ελαφρά σουξέ της εποχής. Φωνή καμπάνα, όπως και σήμερα βεβαίως, το στυλ ένα δράμα αλλά αυτά ήταν τα ‘80ς, γενικότερα πρόκειται για μία συναυλία κειμήλιο.

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2018

Οι Φωτογραφίες Του Μήνα

Είχαμε πει να καθιερώσουμε τη στήλη με τις παλιές φωτογραφίες και τις ιστορίες τους, αλλά τέτοιοι είμαστε, όλο λέμε και από το ένα μπαίνει, από το άλλο βγαίνει.

Έμεινα σπίτι σήμερα όμως και άνοιξα τον ασκό το Αιόλου και βρήκα αυτά τα τεκμήρια τα οποία και παραθέτω. Δεν έχουν καμιά ιστορία της προκοπής πίσω τους, αλλά εγώ νοστάλγησα, τόσο πολύ που για να φανταστείς έχω βάλει και ακούω ροκ μουσική για υπόκρουση. 


Αυτή η φωτογραφία απεικονίζει εμένα την πρώτη μέρα στην Αγγλία, όταν πήγα να σπουδάσω. Μας είχαν πάει βόλτα στο κέντρο του Ρέντινγκ για να εξοικειωθούμε μαζί του. Δεν μου άρεσε ποτέ αυτή η φωτογραφία. Έβρισκα χαζό το χαμόγελο μου, έβρισκα ανεστίαστο το βλέμμα μου, στραβά τα δόντια μου, γενικώς δεν ήθελα να τη βλέπω. Σήμερα όμως που την ξέθαψα χάρηκα γιατί σήμερα είμαι σε θέση να την εκτιμήσω. Ένα έχω να σου πω: Τέτοιο ανεπιτήδευτα ευτυχισμένο χαμόγελο στη μούρη μου ζήτημα να είδα άλλες 2-3 φορές στη ζωή μου έκτοτε. Το χαμόγελο του ανυποψίαστου πρωτάρη, το χαμόγελο του δραπέτη, το χαμόγελο της τύχης. Δεν έχω τέτοια διάθεση πλέον. Για τίποτε.

Το έχω ξαναγράψει, αλλά ας το επαναλάβω. Εγώ, φεύγοντας από την Κύπρο, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα γυρίσω ποτέ. Ήμουν 100% σίγουρος ότι τελειώσαμε με τις πυράδες. Το ερώτημα είναι, γιατί;! Αφού είμαι ένας τεμπέλης και ένας χασομέρης που αντί να δημιουργήσω τις συνθήκες να ριζώσω έξω, περίμενα το έξω να έρθει να με ξεριζώσει. Δεν πάει έτσι.

Δεν τόλμησα να ζήσω ακραίες καταστάσεις στα φοιτητικά μου χρόνια. Δεν ήμουν  αρκετά τολμηρός, δεν ήμουν όσο ροκ εν ρολλ θα έπρεπε. Με κατάπιαν τα βιβλία, με κατάπιαν τα άγχη. Τότε δεν το καταλάβαινα βέβαια. Έζησα αστεία σκηνικά και έκανα ωραίες παρέες. Αλλά είκοσι χρόνια μετά σκέφτομαι ότι μπορούσα και καλύτερα. Να είχα ταξιδέψει περισσότερο, να είχα πειραματιστεί κοινωνικά, να ήμουν πιο φλου, πιο χαλαρός. Δεν ήμουν τόσο όσο θα έπρεπε. Αλλά και πάλι, δες χαμόγελο.

Αυτό το γκρουπ ανθρώπων πιο κάτω ήμασταν όλοι οι «ιντερνάσιοναλς» που μαζώχτηκαν να πάνε μπαρότσαρκα το πρώτο βράδυ στην Αγγλία. Δεν συνδεθήκαμε όλοι με όλους. Πάνω στον μήνα οι μισοί δεν μιλούσαμε καν στους άλλους μισούς όπως είναι και το φυσιολογικό. Αλλά σε διαβεβαιώ θυμάμαι τα ονόματα όλων, την καταγωγή τους και τι σπούδαζαν εκείνη τη χρονιά στο Ρέντινγκ. Κι ας σμίξαμε μόνο το πρώτο βράδυ. Και δεν φαντάζεσαι και πόσο τους αγαπώ, απλά και μόνο για την «ασφάλεια» που ένιωσα μαζί τους την πρώτη μου φορά στα ξένα. 

 
Δεν ξανάρχονται τέτοια χρόνια.

Κυριακή, Μαΐου 20, 2018

Κρίση Ηλικίας

Την ηλικία μου δεν τη συνειδητοποιώ.

Τη συνειδητοποιώ πότε-πότε, όταν βλέπω συμμαθητές μου στο Facebook να έχουνε γενέθλια και να αναγράφεται το (38) δίπλα στο προφίλ τους, το συνειδητοποιώ στιγμιαία όταν με καλούν σε reunión για τα είκοσι χρόνια από τη μέρα της αποφοίτησής μας, αλλά στην καθημερινότητά μου νιώθω πολύ νεότερος, και με όλη τη ζωή μπροστά μου. Αυτό έχει σημασία, θα μου πεις.

Αμ, δε! Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έφτασα σ’ αυτήν την ηλικία και μπορεί να κατάφερα αρκετά, αλλά τίποτα από όσα ονειρευόμουνα ότι θα πραγμάτωνα όταν ήμουνα μικρός. Ακόμα περιμένω να δω για πότε θα ανοίξω μία δική μου Ντίσνεϊλαντ, πότε θα ανοίξω ένα δικό μου θέατρο, πότε θα γράψω το δικό μου μυθιστόρημα, πότε θα γράψω το δικό μου ανάρπαστο θεατρικό έργο. Όλα αυτά αισθάνομαι ότι κάποτε θα γίνουν, αλλά, τι έκπληξη! Κοντεύω τα σαράντα και δεν βλέπω κανένα από τα προαναφερθέντα να διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Ποτέ δεν είναι αργά, θα μου πεις. Για τις τράπεζες, φίλε μου, είναι. Μεγαλώνοντας τα περιθώρια δανείου για να επενδύσεις οπουδήποτε στενεύουν, οπότε με τι λεφτά θα χτιστεί το θέατρο, πότε θα εξοφληθεί, και πότε θα προλάβω να βγάλω κέρδος; Εντάξει, γάμα το θέατρο, είναι κακή επένδυση ούτως ή άλλως, αφού ο Κύπριος δεν πάει θέατρο. Γάμα και την κυπριακή Ντίσνεϊλαντ. Για να επιβιώσει θα πρέπει να την επισκέπτεται καθημερινά και αδιαλείπτως όλος ο πληθυσμός της χώρας. Δεν θα ευδοκιμήσει. Αλλά το θεατρικό; Το μυθιστόρημα; Εδώ και η κουτσή Μαρία έχει στρωθεί και έχει γράψει. Έχουμε καιρό μπροστά μας σκέφτομαι, και όλο το αναβάλλω.

Δεν έχουμε πολύ καιρό μπροστά μας. Και αυτή η κρίση ηλικίας άρχισε και με επηρεάζει γιατί αφενός προσπαθώ να διαχειριστώ ότι πέρασαν τα καλύτερα μας χρόνια και εμείς χάσκαμε, και αφετέρου, εξακολουθώ να φορτώνω επιπλέον προβλήματα στο κεφάλι μου. Τελευταίως έχω παρατηρήσει ότι άρχισα να τα γράφω πλέον όλα στα αρχίδια μου και δεν με αναγνωρίζω. Δεν έχω πια ώρα να λύνω τα προβλήματα, δεν έχω πια ώρα να ασχολούμαι με τα προβλήματα. Ειδικά όταν αυτά απαιτούν και την συνδρομή άλλων, που αντί να συμβάλλουν στην απάμβλυνσή τους σφυρίζουν αδιάφορα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Η ζωή δεν με περιμένει, δεν μπορώ να καθυστερώ στα προβλήματα. Πλέον τα παρακάμπτω. Μπορώ και να τα λύσω αν με αφήσετε, αλλά αφού δεν με αφήνετε, τα προσπερνώ.

«Μα πώς μπορείς και αδιαφορείς;» Δεν αδιαφορώ. Απλώς μεγάλωσα και σας βαρέθηκα. Μπορεί όλο αυτό που βιώνω πια να λέγεται και ωριμότητα, ή το εντελώς αντίθετο, να είναι η επιτομή της ανωριμότητας, δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος. Εδώ, όμως που φτάσαμε δεν έχεις άλλη επιλογή. Συνειδητοποιείς ότι σαρανταρίζεις, σου απομένουν 10-20, μάξιμουμ 25 ποιοτικά χρόνια που ακόμα μπορείς να χαρείς κάποια πράγματα, δεν έχω ώρα να τα χαλαλίζω.

Είμαι ένας άνθρωπος που στο τσακ επέζησε από τη ρήξη ανευρύσματος το 2009. Θυμάμαι σαν χθες τους γιατρούς που με αποχαιρετούσαν από την κλινική και μου έλεγαν «από τώρα και στο εξής να ζήσεις ήρεμα και να χαρείς τη ζωή σου». Ήμουν 29 χρονών τότε και σκεφτόμουν «μα, τι μου λένε; Δεν με πήραν και τα χρόνια, σιγά! Από τώρα θα ηρεμήσω;» Δεν τους άκουσα, δεν ηρέμησα, συνέχισα να είμαι το ίδιο νευρικός, το ίδιο παθιασμένος, το ίδιο εριστικός. Αντί να πω «στ’ αρχίδια μου όλοι, δεν πα’ να κουρεύεστε» και να ζω μία ζωή ζεν και τρία πουλάκια κάθονται. Ε, τώρα καταλαβαίνω πόσο λάθος ήμουν. Άργησα δέκα χρόνια να καταλάβω ότι το παν είναι η δική μου καλοπέραση και όχι μία διαρκής μάχη να συμβιβάζω τα διεστώτα, να παλεύω για την απονομή δικαιοσύνης γύρω μου, για να κρατούνται τα προσχήματα για να προχωρούμε μπροστά κουτσά-στραβά.

Θέλετε προχωρήστε, θέλετε μεν προχωρήσετε.


Εγώ θα κάμω ό, τι εμένα ευχαριστεί. 

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018

Κέρδισε Η Διαφορετικότητα

Έπηξεν από χθες το Facebook μου από ακτιβιστές της λίρας.

Πανηγυρίζουν που θριάμβευσε η «διαφορετικότητα» στη Γιουροβίζιον!

Που αν το δεις διεξοδικά, κάθε χρόνο η «διαφορετικότητα» κερδίζει στη Γιουροβίζιον. Μια με την τρανσέξουαλ, μια με την τραβεστί, μια με το τραγούδι κατά του σχολικού εκφοβισμού, μια με την πρόσφυγα, μία με τη χοντρή. Ε, όταν κάθε χρόνο κερδίζει η διαφορετικότητα, τότε έχουμε μία κανονικότητα. Που σου υποδεικνύει ότι η «διαφορετικότητα» σαν ιδέα, σαν έννοια, πάσχει.

Αλλά οφείλουμε να τη διατηρούμε ζωντανή, βεβαίως, βεβαίως, να την τραβούμε απ’ τα μαλλιά για να πουλούμε πνεύμα.

Δεν τους προλαβαίνω τους καβγάδες στο timeline. Χθες έγραφε μία γνωστή μου ότι το Ισραήλ κέρδισε επειδή «είχε τραγούδι με μήνυμα». Ναι, είδες εσύ μία αλλήθωρη, χοντρή, να κακαρίζει και σκέφτηκες ότι αξίζει τη ψήφο μας, γιατί τουλάχιστον «έχει μήνυμα!» Να μου πεις ότι την ψήφισες επειδή πρόκειται για υπέροχο party song, το οποίο σε ξεσηκώνει και το βρίσκεις ευφυές, ανεβαστικό και μερακλίδικο, ναι, να συμφωνήσω. Αλλά όχι και «μήνυμα» τώρα. Ούτε η Νέττα που τα λέει, δεν τα πιστεύει αυτά. Αλλά δεν έχει σημασία, η γνωστή μου στο Facebook διατείνεται ότι έχει έντονο «αντι-ρατσιστικό» μήνυμα κι αυτό μετράει.

Φυσικά, όταν της αντιτάξεις ότι πολλά ποπ τραγούδια πραγματεύονται τα ίδια πράγματα αλλά δεν τα λες και «αντι-ρατσιστικά» σιωπά, δεν ξέρει τι να σου απαντήσει. Μου απάντησε ότι είμαι «προσβλητικός» και ότι δεν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα (τρελαίνομαι από χαρά όταν συμβαίνει αυτό). Ε, βέβαια! Το «Σκελετούλα, σ’ αγαπάω, σκελετούλα, με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα» που τραγουδούσε κάποτε ο Δάντης, είχε τα μάλα «αντι-ρατσιστικό» στίχο, ας πούμε. Αγαπημένο τραγούδι, αναμφίβολα. Δεν βγήκε όμως να στο πουλήσει ως «ύμνο κατά της νευρικής ανορεξίας». Ήξερε μέχρι που τον έπαιρνε να πει τη μαλακία του. Ομοίως, «Ψηλές, κοντές, αδύνατες, χοντρές, ξανθές, μελαχρινές, όλες καλές» τραγούδησε ο Χαριτοδιπλωμένος. Άλλος ένας ύμνος των ‘90ς. Αλλά δεν βγήκε να στο πλασάρει ως «ύμνο στη διαφορετικότητα και την αποδοχή». Αντιλαμβάνεσαι ότι στην εποχή μας απλά ξεφύγαμε.

«Έχει πρόβλημα μαζί μου», λέει, επειδή είπα την Νέττα «χοντρή».

Πρώτα απ’ όλα τι σου είναι η Νέττα για να μου την υποστηρίζεις τόσο σθεναρά; Κόρη σου; Μάνα σου; Ή ο καθρέφτης σου; Γιατί όταν λέω τον Βενιζέλο του ΠΑΣΟΚ χοντρό ουδείς κόπτεται, μύτη δεν ανοίγει. Τη Νέττα όμως, το κορίτσι μας, να το υποστηρίξουμε. Από πού κι ως που χοντρή; Επειδή έχει λίγα πιασιματάκια; Αν την πω υπέρβαρη θα σας κάτσει καλύτερα; Δεν ξέρουν ακριβώς τι τους φταίει. Η λέξη; Η έννοια; Ο κυνισμός μου; Δεν είναι σίγουρες. Μια φορά «χοντρή» να μην την ξαναπώ. Είναι «κοινωνικός ρατσισμός». Και πως περιγράφεις μια χοντρή; Αφού είναι χοντρή. Εμένα, ας πούμε, «ψηλό» με ανεβάζουν, «ψηλό» με κατεβάζουν, μπορώ και να αντιληφθώ πότε το λένε ειρωνικά και πότε το λένε αδιάφορα, αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει να το κάνω θέμα. Ψηλός είμαι. Κι αν δεν με ξέρεις, αν πρώτη φορά με βλέπεις, αυτό με χαρακτηρίζει. Το ύψος. Γιατί οι χοντρές θίγονται με το χοντρές; Στο κάτω κάτω, εγώ δεν επέλεξα να είμαι ψηλός. Γεννήθηκα και ψήλωσα. Εσείς που επιλέξατε να είστε χοντρές (δεν μιλάω τώρα για όσες έχουν ιατρικό πρόβλημα, θέμα ορμονικό κλπ, κλπ, μιλάω για όσες απλά βαριέστε να βελτιωθείτε, βαριέστε να βρείτε την υγειά σας), γιατί θίγεστε με τον χαρακτηρισμό;

Να σας πω εγώ γιατί θίγεστε. Γιατί στην τελική το «χοντρή» είναι το μόνο που σας χαρακτηρίζει. Αν δεν αισθάνεστε ότι αυτό σας καθορίζει, δεν θα γινόταν ζήτημα. Ας πούμε και η Κιάρα η Μαλτέζα ζυγίζει τόνους, αλλά δεν τη λες χοντρή. Αν με κάτι πρέπει να την περιγράψεις, θα την πεις «φωνάρα». Και οι δύο συμμετοχές της στη Γιουροβίζιον είχαν λόγο ύπαρξης. Μιλούσε η μελωδία, μιλούσε η έκταση της φωνής, δεν μιλούσε η «διαφορετικότητα». Όταν όμως δεν ξέρεις πώς να δικαιολογήσεις το τσίρκο που μοστράρεις, του κοτσάρεις «κοινωνικό μήνυμα υπέρ της διαφορετικότητας». Πιστεύετε ότι αν κέρδιζε η Μάλτα το 2005 με το Angel, θα δήλωνε ποτέ η τραγουδίστρια ότι κέρδισε η διαφορετικότητα;

Ισχύουν τα ίδια που είχα εκφράσει και στο παρελθόν για τους γκέι. Όταν κέρδισε η Κοντσίτα, -μαντέψτε τι, πάλι η διαφορετικότητα κέρδισε! Ε, ναι! Τι να λέγανε; Ότι ο κόσμος ψήφισε την επιβλητική τραβέστα με το μούσι; Δεν μπορούσαν να πουν ότι κέρδισε μία τραγουδάρα (γιατί δεν ήταν τραγουδάρα), άρα κάτι έπρεπε να βρουν να πουν. Ε, να μην κερδίσει μία διαφορετικότητα να μας βρίσκεται; Εν τω μεταξύ, και η Σέρβα, το 2007 που ακόμα δεν έχω καταλάβει πως προσδιορίζεται, αν αισθάνεται δηλαδή άντρας, γυναίκα, λεσβία, ασέξουαλ κλπ (και ούτε μας αφορά στην τελική), ουδέποτε βγήκε να πει ότι το ‘Μόλιτβα’ κέρδισε επειδή εκπροσωπεί την διαφορετικότητα. Όλοι είπαν «τι τραγουδάρα είναι αυτή» και αυτό αρκούσε. Όταν λείπει το περιεχόμενο όμως, ψάχνουμε να σώσουμε την κατάσταση από το περιτύλιγμα. Αυτό είναι το πρόβλημα σας.

Ε, και τι να έλεγε η καημένη η Νέττα; Έγραψα ένα χαζοποπ τραγουδάκι για να παίζεται στα beach bars του Τελ Αβίβ και καλό καλοκαίρι να ‘χουμε; Κάπως έπρεπε να δικαιολογήσει την πρωτιά. Διαφορετικότητα it is, να δώσουμε ψωμάκι στις διαταραγμένες του Facebook που δεν μπορούν να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα ή τέλος πάντων την αντίθετη άποψη. Γιατί στις μέρες μας «αντίθετη άποψη» έχουν όλοι οι άλλοι. Όχι εμείς. Και πρέπει να τη σέβεστε, ασχέτως αν εκείνοι δε σέβονται τη δική σας. Όλα εγωκεντρικά κρίνονται, όλα από τη δική τους οπτική γωνία.

Έχω βαρεθεί να ξεκαθαρίζω ότι εγώ είμαι φαν του Ισραήλ. Νευρίασα που μας κέρδισε, αλλά πρώτος και καλύτερος αναγνώρισα το μπίλιανς του. Μην το παραχέζουμε όμως. Κέρδισε μία χοντρή, που κάνει την κότα και χορεύει τσιφτετέλι αναφωνώντας «κουλουλου-κουλουλού». Κέρδισε μία κλόουν. Κι αυτό δεν είναι κακό. Μην ακούω υπερβολές περί κοινωνικού, αντιρατσιστικού μηνύματος και λοιπές αρλούμπες.

Αυτά να τα λέτε μεταξύ σας, να παρηγοριέστε.



Κυριακή, Μαΐου 13, 2018

Άσε Μας Κι Εσύ...

Είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς.

Γιατί είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς, αφού εγώ ο ίδιος έγραφα κείμενα πριν ένα μήνα και εκθείαζα το Ισραήλ και έγραφα ότι θα αποτελέσει την επιτυχία του καλοκαιριού και τι μπρίλιαντ που είναι ο στίχος «Im not your toy, you stupid boy» και τι υπέροχο ακούγεται το «κουλουλού-κουλουλού» στο δεύτερο κουπλέ, και πως ακόμα και η αριθμολογία είναι με το μέρος των Ισραηλινών. Ναι, αυτά τα έγραφα πριν μας φουσκώσουν τα μυαλά ότι παίζεται να κερδίσουμε. Πριν αρχίσουν να αποθεώνουν τη Φουρέιρα, πριν αρχίσουν να συζητούν το πού θα το διοργανώσουμε του χρόνου, πριν πάει ο Τσώκος εσπευσμένα στη Λισαβόνα για τα "τελειώματα", και πριν δηλώσει ο Χάρης Γεωργιάδης πως θα ανοίξει τις κάνουλες για να το χρηματοδοτήσει. Συνιστούσα αυτοσυγκράτηση, έκανα ψυχολογικές ασκήσεις όλη μέρα να μην έχω προσδοκίες, δεν το συζητούσα για να μην το γρουσουζέψω, αλλά κακκά-φατά, τζίφος, τίποτε! Θάνατος.

Πες μου εσύ πότε θα έχουμε ξανά τόσο ευνοϊκές συγκυρίες για να πλησιάσουμε την πηγή και να πιούμε νερό; Πότε θα ξανά-έχουμε σουηδικό τιμ που να δικτυώνεται παντού, να έχουμε το σπρώξιμο της ίδιας της EBU με ευνοϊκές θέσεις παρουσίασης, να μας προωθούν γενικότερα τόσο ξετσίπωτα και ξεδιάντροπα που να εκνευρίζονται ακόμα και στην Ελλάδα; Και να διαγωνιζόμαστε με ένα ξεσηκωτικό τραγούδι μετά από δύο συνεχείς χρονιές που κερδίζουν μπαλάντες; Όχι σ' αυτή τη ζωή! Όλα με το μέρος μας ήταν, και πάλι καταφέραμε και χάσαμε.

Δεν θα ζήσουμε να χαρούμε νίκη, μάνα μου. Με αυτό τον καημό θα πας. Πάρτο απόφαση.

Απόψε ήλπιζα να διαγράψω ακόμα ένα ψυχολογικό από τη λίστα μου. Ακολουθεί εξομολόγηση από το ντιβάνι του ψυχολόγου: 

Το 1989, στην πρώτη γιουροβίζιον που είδα ποτέ μου, οι γονείς μου με ανάγκασαν να κοιμηθώ πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων επειδή ως παιδάκι 9 χρονών δεν μου επέτρεπαν να ξενυχτίσω. Δεν είχα κλείσει μάτι από την αγωνία και τη λαχτάρα μου να έρθει πρώτο το «απόψε ας βρεθούμε». Θυμάμαι σαν να ήταν χθες που μες τον ύπνο μου προσευχόμουν την επόμενη μέρα να ξυπνήσω και να μου πουν ότι κερδίσαμε. Από τις 7:00 σηκώθηκα και έτρεξα να ξυπνήσω τους γονείς μου να μάθω το αποτέλεσμα που ήμουν σίγουρος θα ήταν θετικό. Που το είχα και σίγουρο. Τα ίδια και το 1990 που δεν διανοούμουν ότι ένα τόσο πολύχρωμο και χαρούμενο τραγούδι όπως το «Μιλάς Πολύ», δυνατόν να έχανε. Ε, αυτό το παιδάκι μέσα μου, που κρύβεται και δεν θέλει να μεγαλώσει, ακόμα λαχταρά να νιώσει ότι ζει σε γη υπολογίσιμη, ανταγωνιστική, και πολλά υποσχόμενη. Αυτό το παιδάκι δεν λέει να τα αφήσει πίσω του. Μερικές φορές προσποιείται πως τα ξεπέρασε, επειδή κοντεύει τα σαράντα και ντρέπεται για τα πάθη του, αλλά ναι, γαμώ το, θέλω μια φορά να το κερδίσουμε. Για τη δικαίωση εκείνης της ηλικίας που θεωρούσε ότι η Φάνη Πολυμέρη ντυμένη νύφη και ο Αναστάζιο με το μπλου-τζιν θα μας έφερναν πρώτους.

Ήλπιζα ότι απόψε θα ερχόταν η απομυθοποίηση του όλου πράγματος και το πάθος μου θα έμπαινε σε τροχιά λήθης. Γιατί ό, τι κατακτάς το ξεπερνάς. Μα, όχι, η λύτρωσις αναβάλλεται. 

Τώρα παραμένω δέσμιος της κωλο-γιουροβίζιον στον αιώνα τον άπαντα. Που και να κερδίζαμε, δηλαδή, θα γκρίνιαζα. Για τον Τάσο Τρύφωνος που θα προσπαθούσε να μπει κεντρικός παρουσιαστής, για τα πολιτικά κόμματα που θα ανακατώνονταν στο δημιουργικό κομμάτι της διοργάνωσης, για τον Τζον Βίκερς που θα ήθελε να ξαναστείλει τραγούδι, για τη Βίσση που δεν θα την έφερναν να τραγουδήσει στο διάλειμμα, για τη Λεμεσό που έχει υγρασία και σκόνη και δεν θα την άντεχαν οι ξένοι, για το στάδιο που είναι μικρό και ασύγκριτο με όλα τα ευρωπαϊκά και δεν θα πρόσφερε τηλεοπτικό θέαμα. Αλλά τουλάχιστον θα ησύχαζα. Θα έπναζα!

Πφφφ! Ποιος άνθρωπος μπορεί να βλέπει τη Φουρέιρα δυο μέτρα γκόμενα, να λικνίζεται τόσο καβλιάρικα αλλά να δίνει τα λεφτά του στο «πράμα» το αλλήθωρο που τρέχει στον κατήφορο; Ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Δεν θέλω αναλύσεις, δεν θέλω περαιτέρω σχόλια και μην με ρωτήσετε τίποτε σχετικό.

Πάω να κοιμηθώ.

Υ.Γ. Επειδή θα σκάσω αν δεν το πω, ήταν η χειρότερη γιουροβίζιον από τεχνολογικής πλευράς. Φτωχή, ανέμπνευστη, διεκπεραιωτική. Σαν τηλεπαιχνίδι της σειράς. Χειρότερη και από την περσινή στο Κίεβο που ήταν κατά τη γνώμη μου η χειρότερη όλων των εποχών. Η μόνη στιγμή που άξιζε ήταν όταν ο Σομπράλ, παρά την εκκεντρικότητα του και την μαννοσύνη που εκπέμπει ως κουμμούνι, τραγούδησε ζωντανά και απόκτησε η νύχτα μία πιο μποέμ ατμόσφαιρα, σπάνια για Γιουροβίζιον. Κατά τα άλλα, χάλια.