Κυριακή, Ιουνίου 26, 2022

Η Παλαβή Ξαδέλφη

 

Στο οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής, η υπέροχη γιαγιά μου, αποφασίζει παρόλο το αλτσχάιμερ που της έχει σαπίσει τον εγκέφαλο να κάνει μία αναδρομή στο οικογενειακό της δέντρο. Χωρίς να της το ζητήσει κανένας. Με δική της πρωτοβουλία. Στα καλά καθούμενα, ενόσω προσπαθούσαμε να συνυπάρξουμε όλοι και να συμφάγουμε ήρεμα και πολιτισμένα.

-          «Εγώ, είχα μία ξαδέλφη παλαβωμένη! Την Κορίνα!»

Το λέει με μεγάλο καμάρι. Δεν της δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία.

-          «Θέλετε γιαούρτι; Βάλτε γιαούρτι» λέει η μάνα μου στα εγγόνια της.

Η προγιαγιά τους,  όμως, κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει, σε περίπτωση που δεν έγινε σαφής, για σκοπούς εμπέδωσης.

-          «Η ξαδέλφη μου η Κορίνα ήταν μία παλαβωμένη!» Το λέει και κουνά το κεφάλι με ύφος «τι να κάνουμε, αυτά συμβαίνουν».

Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να συζητούν τα δικά τους:

-          «Θα πάτε στο μωλ μετά από ‘δω; Μην πάτε ανέβηκαν ξανά τα κρούσματα!»

-          «Στο +9 η θετικότητα!»

Η γιαγιά το βιολί της: - «Είχα ξάδελφο τον Ορέστη, τον Πέτρο, που έγινε σπουδαίος οδοντίατρος και την Κορίνα, που καθόταν σε μια γωνιά έτσι, με ζαβό το στόμα σαν την παλαβωμένη!»

Λατρεύω τη λέξη «παλαβωμένη» εν τω μεταξύ. Την τονίζει και τη χρωματίζει με τη φωνή της για να δώσει μεγάλη έμφαση.

Γυρίζει προς τη Μπρέντα, και της λέει με γουρλωμένα τα μάτια, εν είδει μαθήματος και σοβαρότατης πληροφόρησης.

-          «Είδες καμιά φορά κάτι πράγματα; Τέσσερα ξαδέλφια! Ο ένας δούλευε στο δημαρχείο, ο άλλος έγινε γιατρός και ο άλλος οδοντίατρος. Μόνο η Κορίνα βγήκε έτσι προβληματική!»

Είμαι διπλωμένος και γελώ σπαρταριστά, αλλά στα μουγκά.

-          «Η μάμα μου, είχε αδελφή τη Μάρω που είχε τέσσερις γιους. Τον Αχιλλέα, τον Ντίνο και τον Λώρη. Εγώ είχα και μια ξαδέλφη, την Κορίνα που δεν ήταν καλά. Την καημένη. Καθόταν σε μια γωνιά έτσι (κάνει μία γκριμάτσα Κουασιμόδου), σαν τη παλαβή».

-          «Έχετε όλοι νερό; Αναψυκτικά να σας φέρω;»

 

Γυρνά προς τη μάνα μου: - «Εσύ θυμάσαι τη ξαδέλφη μου την Κορίνα που ήταν λίγο προβληματική;»

-          «Τη θυμάμαι, μάμμα!»

-          «Ζει άραγε η Κορίνα;»

-          «Δεν νομίζω μάμμα».

-          «Είχα τέσσερα ξαδέλφια! Ο ένας γιατρός, ο άλλος οδοντίατρος, ο άλλος με υψηλή θέση στο Δημαρχείο και η Κορίνα τίποτε! Δεν ήταν καλά η καημένη. Σαν την παλαβή!»

 

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!

Νομίζω αυτή η συζήτηση επαναλήφθηκε είκοσι φορές σε διάστημα ενός τετάρτου! Λατρεύω τη γιαγιά μου! Ακόμα και τώρα με αλτσχάιμερ είναι απολαυστική! Πέρασα ένα μεσημέρι να γελώ με σπασμούς. «Η Κορίνα η παλαβωμένη!»

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2022

Lightyear

 

Εξαιρετική η νέα ταινία της Pixar Disney με θέμα τη ζωή του Μπαζ Λαϊτγήαρ πριν γίνει παιχνίδι και ενταχθεί στο Toy Story. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα επρόκειτο γι’ άλλη μια εξαιρετική προσπάθεια από τις αγαπημένες εταιρείες, οι οποίες πλέον είναι και οι μόνες που με σηκώνουν από τον καναπέ να με πάνε σινεμά. Τα τελευταία δύο χρόνια, μπορεί και παραπάνω, όσες φορές πήγα στο σινεμά ήταν για να δω ταινίες της Ντίσνεϊ. Έχω να δω κινηματογραφική ταινία με πραγματικούς ανθρώπους από τον καιρό που ήμουν φοιτητής.

Είναι κρίμα που κατά μία έννοια το σινεμά όπως το γνωρίσαμε μικροί έχει πεθάνει και που ο κλασικός κινηματογράφος έχει μεταφερθεί πια στην τηλεόραση και τις συνδρομητικές πλατφόρμες. Είναι κρίμα που οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι σχεδόν πάντα με λιγότερους από δέκα θεατές, όμως ύστερα ανακαλώ στη μνήμη μου πώς είναι να βλέπεις ταινία σε μία αίθουσα γεμάτη Κύπριους και λέω δεν πειράζει, ας πεθάνει το σινεμά, έτσι κι αλλιώς πρέπει να πεθάνουν όλα σ’ αυτή τη χώρα.

Η ταινία ήταν καταπληκτική. Έκανε κοιλιά, φυσικά, αλλά από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ποιος είναι ο Ζοργκ, έβγαλα το καπέλο μου και υποκλίθηκα. Φυσικά, ο Αλεξάκος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως το μήνυμα, ούτε τις σχετικές έννοιες του χωροχρόνου στο διάστημα. Του αρκούσε που έβλεπε διαστημόπλοια να μάχονται και να εκρήγνυνται. Για να καταλάβετε, η μόνη απορία που είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ήταν «εγώ όταν γίνω αστροναύτης, ποιος θα μου λέει πότε να φάω;» Αυτή ήταν η έγνοια του. Το φαΐ! Ψυχολογικά του έχουμε δημιουργήσει με το θέμα της σίτισης και τα «φάε να ψηλώσεις» και τα «φάε να δυναμώσεις!»

Η ταινία του Μπαζ έχει μέσα καταπληκτικούς χαρακτήρες. Ειδικά ο ψηλός χαζοβιόλης με το στυλό και η γριά κατάδικος δεν παίζονται. Μορφές! Το να δημιουργείς συγκίνηση μέσα από ετερόκλιτους χαρακτήρες που καλούνται να συνεργαστούν για να επιβιώσουν, στην πορεία τα κάνουνε μαντάρα, αλλά στο τέλος ως διά μαγείας τα καταφέρνουν και αποθεώνονται είναι παλιά συνταγή, μα πάντα πιάνει. Δεν μπορώ να πω ότι δεν είμαι θύμα της.

Η ταινία έχει απαγορευτεί σε 14 χώρες του μουσουλμανικού κόσμου. Ο λόγος, η ύπαρξη μίας γκέι οικογένειας στην πλοκή. Ακραία αντίδραση κατ’ εμέ. Κατ’ αρχάς, η γκέι αναφορά είναι ανεπαίσθητη καθότι η μία εκ των δύο γυναικών αποδίδεται τόσο αντρικά που δεν καταλαβαίνεις ότι πρόκειται περί γυναίκας που έχει δημιουργήσει οικογένεια με μία άλλη. Κι αυτό, αν με ρωτάτε, με εκνευρίζει. Διότι αν θέλεις να περάσεις ένα μήνυμα, έχε τα κότσια να το περάσεις αισθητά. Αυτό το «θέλουμε να προκαλέσουμε αίσθηση, να γίνουμε ορατοί, να δουν ότι υπάρχουμε», αλλά στην πορεία συνειδητοποιούμε ότι θα μας κράξουνε και πρέπει να το πράξουμε όσο πιο επιδερμικά γίνεται για το καλό της ταινίας, δεν ξέρω αν εξυπηρετεί τον «ακτιβισμό» τους. Από την άλλη θα μου πεις, ακόμη κι αυτό το λίγο είναι καλύτερο από το τίποτα.

Η κοινότητα των ομοφυλοφίλων αποτελεί το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά πλέον εμφανίζεται σε κάθε ταινία που θα γυριστεί σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Δεν είναι δυνατόν σε κάθε επεισόδιο του Νέτφλιξ στο οποίο παίζουν το πολύ δέκα άτομα, να υπάρχει πάντα ένα ζευγάρι γκέι. Αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματική ζωή. Αντιλαμβάνομαι ότι η σόου μπιζ στην ολότητά της αποτελείται από ομοφυλόφιλους και θέλουν να ξεχωρίζουν, και να είναι διακριτοί εφόσον υπηρετούν φανατικά τη συγκεκριμένη τέχνη, αλλά η κανονική ζωή δεν είναι έτσι. Βέβαια, αυτή είναι η δική μου «κανονική ζωή», κι έτσι την ερμηνεύω εγώ, ως Ευρωπαίος, Μεσόγειος, Κύπριος, Λευκωσιάτης και Δημόσιος Υπάλληλος. Μπορεί αλλού να έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν ξέρω.

Κάπου είχα διαβάσει ότι το κλασικό πρότυπο οικογένειας του πατέρα – μητέρα – παιδιά έχει πια μειοψηφήσει και ότι στις ΗΠΑ το «νορμάλ» πρότυπο οικογένειας είναι οι μονογονεϊκές και μετά όλοι οι υπόλοιποι συνδυασμοί. Δεν μου προκαλεί έκπληξη. Η συνύπαρξη και οι ισορροπίες που απαιτεί το παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας είναι τόσο δύσκολο να συντηρηθούν και να καλλιεργηθούν που ο πολύς κόσμος πλέον τα παρατά. Χωρίζει και εν μέρει ησυχάζει. Φυσικά, οι μονογονιοί θα πουν ότι από πρακτικής απόψεως είναι πολύ δυσκολότερο να μεγαλώνεις ένα ή και περισσότερα παιδιά μόνος σου, αλλά τουλάχιστον έχουν την ελευθερία επιλογής σε πολλά πράγματα στα οποία οι παραδοσιακές οικογένειες πρέπει να καταλήξουν κατόπιν έντονης και αιμοσταγούς διαπραγμάτευσης. Εγώ δεν θα σου πω ποιο μοντέλο είναι καλύτερο, άλλωστε σημασία έχει το παιδί να μεγαλώνει αρμονικά και ήρεμα και τίποτε άλλο. Εγώ θα σου πω ότι κατά τη δική μου γνώμη, το να πρέπει να συνυπάρχεις, να συζητάς, να διαπραγματεύεσαι, να συναποφασίζεις και να συμπορεύεσαι στα πλαίσια της οικογενειακής συνύπαρξης και προόδου, απαιτεί τεράστια αποθέματα ψυχικής ρώμης και σθένους, απαιτεί τεράστια προσπάθεια σε χρόνο και ενέργεια που όσοι ακόμα μένουν μαζί θα έπρεπε να βραβεύονται από την πολιτεία. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται και η πνευματική πρόοδος, διάβαζα κάπου αλλού πρόσφατα.

Λοξοδρομήσαμε. Εμείς συζητούσαμε για την εκπροσώπηση της γκέι κοινότητας (απεχθάνομαι τον όρο κοινότητα, αλλά αφού έτσι θέλουν να αποκαλούνται, εγώ πώς να τους βοηθήσω;).

Το ίδιο ισχύει και με τους μαύρους, οι οποίοι θέλουν να αλλάξουν τη ράτσα δεκάδων λευκών χαρακτήρων «στο βωμό της τέχνης» και καλά, αλλά χωρίς να δέχονται εκπτώσεις ως προς τους δικούς τους κλασικούς χαρακτήρες. Θέλω να πω, δεν θα τολμήσει κανένας να διανέμει τον ρόλο του Νέλσον Μαντέλα στον Μπραντ Πιτ «για χάρη της τέχνης», ούτε φαντάζομαι ότι η Ντίσνεϊ διανοείται να γυρίσει την ιστορία της Τιάνας, της «πριγκίπισσας με τον βάτραχο», με κάποια ξανθή ηθοποιό. Η Άριελ όμως έπρεπε να γίνει μαύρη, γιατί έτσι! Ίση αντιπροσώπευση, μη χέσω. Σαμπώς και έχουμε τίποτις εκλογές στον ΟΗΕ.

Εν τω μεταξύ εγώ θα θέσω κι ένα άλλο ερώτημα. Εφόσον θέλουν ίση αντιπροσώπευση της κοινωνίας σε κάθε κάστινγκ, δεν θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και με τους ανάπηρους; Δεν θα έπρεπε σε κάθε επεισόδιο να παίζει τουλάχιστον ένας ηθοποιός που είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι; Ή κάποιος τυφλός; Κάποιος με τεχνητό χέρι ή πόδι; Τα πάρκινγκ γιατί είναι διά νόμου όλα μοιρασμένα με ποσόστωση ώστε να εξυπηρετούν άτομα ΑΜΕΑ, αλλά ο κινηματογράφος και το θέατρο όχι; Να σου πω εγώ γιατί: Επειδή η πολιτική ορθότητα εξαντλείται στα κόμπλεξ των ισχυρών. Όσο κάνουν κουμάντο στη σόου μπιζ, και όχι μόνο στη σόου μπιζ, οι ηλίθιοι, αυτά θα έχουμε.

Τέλος πάντων. Δεν θα λύσουμε εμείς τα ψυχολογικά του κόσμου. Εξαιρετική η ταινία του Μπαζ, να πάτε να τη δείτε. Νομίζω η ελληνική απόδοση δεν είναι τόσο πετυχημένη όσο άλλες φορές, και λυπάμαι που δεν είδα την αυθεντική εκδοχή. Όπως και να ‘χει, να τη δείτε. 

Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2022

Στα Τσακίδια Και Το Προπατορικό

Αν νομίζετε ότι με τον γιο μου έχω έρωτα, πού να δείτε τι άρχισε να με πιάνει τώρα που η κόρη μου μεγάλωσε, αντιδρά και όπως μπορεί εκφράζεται. Νόμιζα ότι επειδή δεν έχω την ίδια χημεία μαζί της όπως έχω με τον Αλέξη, ότι θα ήταν υποδεέστερη η σχέση μας. Όμως τελευταίως άρχισε να μου κάνει κάτι χαμόγελα και κάτι ύφη που με λιώνει, με έχει αλοιφή στα πόδια της, δούλο και πιστό υπήκοό της. Φυσικά, εξακολουθώ να μην την καταλαβαίνω, ούτε μπορώ να τη ψυχολογήσω όπως τον γιο μου που είναι η φυσική συνέχειά μου. Αλλά, γυναίκα είναι, τι περιμένεις. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στο πιάτο σου.

Χθες τη βαφτίσαμε. «Ευαγγελία» και με βούλα. Θυμάστε που σας έγραφα πόσο απεχθάνομαι το όνομα κτλ, κτλ. Περιττό να πω ότι τώρα το λατρεύω, κι ακόμα και το «Βαγγελιώ» και το «Κυρά Βαγγέλα» μου φαίνονται συμπαθέστατα υποκοριστικά και τα χρησιμοποιώ κατά κόρον. Δεν καταλαβαίνω Θεό πια μαζί της.

Που λέτε, ναι, τη βαφτίσαμε. Και συγκινήθηκα πάρα πολύ, δεν ξέρω γιατί. Δεν το περίμενα. Στον Αλέξη ούτε καν σκοτίστηκα. Ίσως επειδή υπήρξε κύριος από την αρχή μέχρι το τέλος και δεν έκλαψε ούτε ένα δευτερόλεπτο. Οπότε δεν ένιωσα ότι το παιδί μου βασανίζεται κι εγώ δεν μπορώ να επέμβω. Η Βαγγελίτσα μου έκλαψε, όχι πολύ, τόσο –όσο προνοεί το σαβουάρ βιρβ. Εντούτοις αναστατώθηκα στο κλάμα της και ήθελα να μουντάρω να τη σώσω, αλλά συγκρατήθηκα. Όταν είπε ο παπάς «λάβε μάνα το παιδί σου» και τέλειωσαν όλα, το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο.

Έγινε και κάτι άλλο συνταραχτικό, απ’ αυτά τα «υπερφυσικά» που αρέσκομαι να πιστεύω. Λίγο πριν την έναρξη της βάφτισης, η οποία έγινε σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο, το πολύ 50 ατόμων, βρέθηκε στην εκκλησία ένας στενότατος φίλος του πατέρα μου με τον οποίο δεν έχουμε πια επαφή. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον γάμο μου το 2015. Έκτοτε καμία επικοινωνία, κανένα νέο εκ μέρους του. Όλως τυχαίως, χθες, την ώρα της βάφτισης βρέθηκε στην εκκλησία τυχαία γιατί περνούσε από εκεί για βόλτα, και σκέφτηκε να κατέβει να προσκυνήσει. Ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα αμφότεροι με τη σύμπτωση. Προσωπικά, το θεώρησα σημαδιακό. Δεν πιστεύω ότι βρέθηκε τυχαία εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή. Κάποιος τον έστειλε!

Επίσης, είχαμε κι άλλου είδους τράβαλα. Ο γιος μου, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η μέρα θα ήταν αφιερωμένη εξολοκλήρου στην αδελφή του και ζήλεψε λιγάκι, αποφάσισε να κάνει ό, τι μπορεί για να την καταστρέψει. Αρχικά, ενόσω ήμασταν ακόμα στο σπίτι και ετοιμαζόμασταν, αποφάσισε να πάρει ένα νεροπίστολο και να ρίξει νερό στα μούτρα της μητέρας του, η οποία είχε ξοδέψει όλο το πρωινό να βάφεται στην παρουσία ειδικής μακιγιέρ για την τελετή. Οι φωνές που άκουσε όταν κατέστρεψε με το νερό το μακιγιάζ ήταν σεισμικές, φανταστείτε τη σκηνή με τον Δεινόσαυρο στο πρώτο Jurassic Park την ώρα που τον τυφλώνουν με τον φακό τα δυο παιδάκια στο τζιπ. Ως αποτέλεσμα, ο γιος μας άνοιξε την πόρτα και έτρεχε με άκρως χειριστικούς λυγμούς να φύγει από το σπίτι και «ν’ αλλάξει οικογένεια».

Ο πανικός δεν καταλάγιασε εύκολα. Τον πήρα από πίσω μην τυχόν και βγει στον δρόμο και τον πατήσει κανένα αυτοκίνητο. Τρέχοντας κι εγώ στις αυλές, στους 40 βαθμούς κελσίου υπό σκιάν, ντυμένος με ρούχα που θα έπρεπε να μείνουν αδιάβροχα από ιδρώτα καθόλη τη διάρκεια της μέρας, καλοπιάνοντας τον γιο μου να συμμορφωθεί, να μπει στο αυτοκίνητο να πάμε στην εκκλησία. Όπερ και εγένετο με χίλια ζόρια και χίλια γαμώσταυρίδια. Κάπου εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι χάσαμε τη λαμπάδα της βάφτισης.

Τη λαμπάδα την κρατούσε η Μπρέντα αλλά πάνω στην αναπουμπούλα του μπουγέλου είχε ξεχάσει που την είχε αφήσει. Βρισκόμασταν ήδη καθοδόν. Είχαμε ήδη αργήσει, και εγώ έπρεπε να σταματήσω στη μέση της λεωφόρου, να κατέβουμε να τσεκάρουμε αν βάλαμε κατά λάθος τη λαμπάδα στο καπό την ώρα του σκοτωμού. Άφαντη η λαμπάδα. Υπήρχαν δύο ενδεχόμενα: Είτε τη ξεχάσαμε στο γκαράζ, είτε την είχε πάρει η πεθερά μου η οποία ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια του Τζουράσικ Παρκ. Την πήραμε τηλέφωνο στο κινητό, αλλά επειδή οδηγούσε, δεν έλεγε να απαντήσει το τηλέφωνο. Ο πανικός και τα νεύρα που προκλήθηκαν από τον χαμό της λαμπάδας δεν περιγράφονται. Νόμιζα ότι παίζω σε ταινία ή σε κάποιο επεισόδιο αόρατου φακού.

Ο γιος μου από το πίσω κάθισμα, παρόλο που βρισκόταν υπό δυσμένεια, βρήκε το θράσος και δήλωσε ότι «θα αρχίσει να μοιράζει βαθμολογίες συμπεριφοράς ενηλίκων» και τόλμησε να πει «παπάς- 100 βαθμοί, μαμά- μηδέν!» Αντιλαμβάνεστε…

Ο Θεός μας λυπήθηκε και φτάσαμε στην εκκλησία αρτιμελείς και με σώας τας φρένας!  

Όπως και να ‘χει, επιβιώσαμε. Ομολογώ ότι πέρασα ωραία και ειδικά στο γεύμα που ακολούθησε απόλαυσα την παρέα των παρευρισκομένων, αφού χαλάρωσα και δεν ασχολήθηκα δευτερόλεπτο με το πρωτόκολλο του οικοδεσπότη. Περιφερόμουν από τραπέζι σε τραπέζι και μάθαινα νέα φίλων και συγγενών και έτσι πέρασε ευχάριστα η ώρα. Ο Αλεξάκος πάντως ήρθε και με ρώτησε: «Μπορούμε να φύγουμε γιατί βαρέθηκα;» Πόσο γιος μου αυτό το παιδί! Κανένα τεστ πατρότητας! Μες τη ψυχολογία μου είναι ανά πάσα στιγμή. Του εξήγησα ότι δεν μπορούμε να φύγουμε από το δικό μας πάρτι, κι έτσι συμβιβάστηκε με το να φύγει με τη γιαγιά του όταν θα έφευγε κι εκείνη.

Πολύ τη χάρηκα τη βάφτιση της Μπουμπούς μου. Πάει και το προπατορικό! Ξεμπερδέψαμε! Τώρα έμεινε να την παντρέψουμε, να πεθάνω με το κούτελο καθάριο! Χα, χα! Πέρα από την πλάκα. Η κόρη μου είναι μία τυπάρα απίστευτη. Θα ξετρελαθείτε όταν τη γνωρίσετε. Το πώς σε κοιτά με επίκριση, ειρωνεία, το πώς μηδειά ελαφρώς όταν της λες κάτι αστείο γειώνοντάς σε, σε στιλ «δεν λες και κάτι ξεκαρδιστικά αστείο», είναι απερίγραπτο. Όταν μεγαλώσει θα είναι προσωπικοτάρα από τις λίγες. Και όποιος τολμήσει να την πλησιάσει ενόσω ζω, θα του κόψω τα πόδια σύριζα. Αυτά!

Καλό απόγευμα!

Υ.Γ.: Τη λαμπάδα την είχε πάρει η πεθερά μου. «Σας το είπα, αλλά δεν ακούγατε, τσακωνόσασταν!»

Παρασκευή, Ιουνίου 17, 2022

Νέα Πρότυπα Ομορφιάς

Δεν είναι ωραίο που ζούμε σε εποχές απόλυτης τρέλας; Δεν είναι ωραίο που κάθε 2-3 μέρες βρίσκεται άλλο ένα θέμα συζήτησης σε επίπεδα εξαλλοσύνης, το οποίο έρχεται να ανατρέψει τον ήσυχο κόσμο στον οποίο ζούμε (ή τέλος πάντων, τον ήσυχο κόσμο στον οποίο ζω);

Πάνε τώρα δυο μέρες που έχουν βαλθεί να μας τρελάνουν με τα κιλά της Δανάης Μπάρκα και τα σμιχτά τα φρύδια της Χατζηπαντελή. Τα «νέα πρότυπα ομορφιάς» καθώς γράφουν τα σάιτ. Λοιπόν, μια φορά θα τα πω και βάλτε τα καλά στο μυαλό σας. 



Πρώτον.

Ο καθένας έχει απόλυτο δικαίωμα να καθορίζει την εμφάνιση του όπως γουστάρει. Αν η Δανάη Μπάρκα αισθάνεται ωραία με τα κιλά της, με γεια της με χαρά της. Αν δεν τη βρίσκετε ωραία, που έχετε κάθε δικαίωμα να μην τη βρίσκετε ωραία, να μην τη παντρευτείτε όταν σας κάνει πρόταση. Ομοίως, αν αηδιάζετε με τα σμιχτά φρύδια της Χατζηπαντελή (προσωπικά αηδιάζω περισσότερο με το άκρως κυπριακό επίθετο), όταν σας ζητήσει να βγείτε ραντεβού, αποφύγετέ την. Είναι δικαίωμα τους όμως να κυκλοφορούν όπως γουστάρουν και αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο.

Δεύτερον.

Το τι είναι ωραίο και τι είναι πρότυπο ομορφιάς, δεν θα το καθορίσουν τα σάιτ και οι ηλίθιοι δημοσιογράφοι. Το τι είναι ωραίο το καθορίζει η αγορά. Εν προκειμένω οι άντρες. Αν αύριο οι άντρες τρελαθούν και στο 90% τους θέλουν να βγουν με μία σμιχτοφρύδα, τότε καλά θα κάνετε όλες να ακολουθήσετε το παράδειγμα της Χατζηπαντελή. Αφ’ η στιγμής μόνο κάτι βιτσιόζοι έλκονται από το συγκεκριμένο δασύτριχο μέτωπο, φροντίστε να έχετε μία τσιμπίδα εύκαιρη και να περιποιείστε τον εαυτό σας με κάθε ευκαιρία. Αν θέλαμε να φιλάμε κούτελο με τρίχα, φιλούσαμε και τον "Γυρίλλα" τον σειρά μας από το Τραχώνι και θα ήμασταν ευχαριστημένοι. Θέλετε δεν θέλετε, οι όροι προσφοράς και ζήτησης ισχύουν κι εδώ.

Ομοίως, οι άντρες δεν πάμε γυμναστήριο μόνο για λόγους ευεξίας και υγείας. Πάμε γιατί ξέρουμε ότι όσο πιο μικρή είναι η κοιλιά, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν οι μετοχές μας στο "χρηματιστήριο του έρωτα". Δεν είδα καμία γυναίκα να γράφει ότι ονειρεύεται να βγει με έναν κοιλαρά. Μπορεί βέβαια να μην ονειρεύεται ούτε έναν άντρα που να είναι φέτες, αλλά δεν ξέρω καμία που να χαλιέται από έναν μυώδη άντρα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στα γυμναστήρια πάμε και λόγω ανταγωνιστικότητας. Δεν πάμε μόνο για να βγουν καλές οι αναλύσεις μας.

Τρίτον.

Έχουν λυσσάξει όλες με το body positivity και δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Εγώ στα 41 μου δεν έχω γνωρίσει ακόμα γυναίκα να πει καλή κουβέντα για κάποιαν άλλην από κοντά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όλες στα κοινωνικά δίκτυα είναι υπέρ του να κυκλοφορείς σαν ανάποδο γαμώτο. Από κοντά όμως, «πώς είναι αυτή έτσι», «πάχυνε», «δεν της πάει το μαλλί», «παραβάφεται!». Γιατί; Ας μην το αναλύσουμε καλύτερα.

Ειδικά στη Μεσόγειο και ειδικότερα στις τάξεις αυτού που αποκαλούμε «μέση Ελληνίδα μάνα» το να πεις μία καλή κουβέντα για την άλλη, θεωρείται αμαρτία και παράπτωμα. Θυμάμαι ότι μια φορά έβγαινα με μία κοπέλα, πριν πολλά χρόνια, την οποία δεν είχα ακόμα συστήσει στους γονείς μου. Μία φορά έτυχε να με δουν να κυκλοφορώ μαζί της. Όταν πήγα σπίτι η πρώτη κουβέντα της μάνας μου ήταν «μη μου πεις ότι βγαίνεις με αυτή τη στραβοπόδα;!»

Εν τω μεταξύ, μια χαρά ήταν τα πόδια της. «Στραβό είναι το μάτι σου» της είπα.

Έχω άπειρες φίλες και γνωστές οι οποίες κακολογούν τη γκόμενα του αδελφού τους ή του κολλητού τους. «Τον βρήκε χαζό και τον κάνει ό, τι θέλει η χοντρή», «μπορεί να είναι εντυπωσιακή εκ πρώτης όψεως, αλλά αν την παρατηρήσεις καλά, φορεί στηθόδεσμο που τονίζει το βυζί της. Δεν έχει στήθος ούτε για δείγμα». «Χωρίς το ψηλοτάκουνο είναι το πολύ 1.50 με τα χέρια στην ανάταση», το μαλλί είναι εξτένσιον, κανονικά είναι φαλακρή, και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Κι αυτά μόνο όσον αφορά την εμφάνιση. Μην πιάσουμε τι λέει η μία για τον χαρακτήρα της άλλης και τελειώσουμε μεθαύριο.

Δεν γεννηθήκαμε χθες. Αυτά τα παρατηρήσαμε σε βάθος χρόνου. Κάτσετε τώρα να μας πείσετε ότι είναι ΟΚ να είσαι η Δανάη Μπάρκα και ότι είναι υπέροχο να αυτοπροσδιορίζεσαι με τα σμιχτά φρύδια σαν τον Γυρίλλα από το Τραχώνι. Ναι, άλλο το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, το οποίο είναι αναφαίρετο, κι άλλο το τι λέει ο κόσμος που είναι κι αυτό αναπόσπαστο μέρος της εξίσωσης.

Βρε, εδώ η οικιακή βοηθός μας η οποία στόμα έχει και μιλιά δεν έχει, και της οποίας όταν της λέμε «σε παρακαλώ πότισε λίγο τα δέντρα» πάει και σου φτιάχνει καφέ επειδή δεν κατάλαβε τι της είπες, γύρισε τις προάλλες και μας είπε ότι η οικιακή βοηθός του γείτονα, η οποία κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη, «βάζει πολύ μέηκ απ και φαίνεται σαν βίζιτα!»

Δεν το ‘χετε. Και είναι ΟΚ. Έχει πλάκα και είναι χαριτωμένο. Αλλά μην μας σκάτε τις μπάλες στα 40 μας ότι τάχα μου και καλά είναι οκ να είσαι ο εαυτός σου. Είναι οκ. Αλλά τις γλωσσοτρώτε πίσω από την πλάτη τους. Ορθότητες και καθωσπρεπισμούς, εκεί που ακριβά σας αγοράζουν! 

 

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2022

Αδιάκριτες Ερωτήσεις

 

Έξαλλη η Ντέμη με την ερώτηση της δημοσιογράφου «αν θέλει να κάνει παιδί».

Της απάντησε «αυτή η ερώτηση δεν μ’ αρέσει γιατί μπορεί να υπάρχουν πράγματα που μπορεί να μην τα ξέρεις».

Πότε θα ξεπεράσουμε αυτή την ηλίθια εποχή, κατά την οποία μας φταίνε οι ερωτήσεις αντί η αδυναμία μίας σωστής απάντησης;

Δεν γνωρίζετε ότι είναι αντιδημοκρατικό (για να μην χρησιμοποιήσω τη λέξη φασιστικό, την οποία σιχαίνομαι), να επιβάλλετε εσείς ποιες ερωτήσεις μπορούν να υποβληθούν και ποιες όχι; Η Ντέμη θα μπορούσε κάλλιστα να απαντήσει «δεν σας αφορά πότε θα κάνω παιδιά» αν δεν ήθελε να ανοίξει το θέμα. Ή ακόμα να πει ότι δεν είναι διατεθειμένη να απαντήσει. Εν πάση περιπτώσει, δεν καταλαβαίνω από πότε υποδεικνύουμε στους άλλους τι μας αρέσει να μας ρωτούν και τι όχι. Μάθετε να χειρίζεστε τον συνομιλητή σας, παρά να αποφεύγετε ζητήματα που σας φέρνουν σε δύσκολη θέση.

Έχω μπουχτίσει με τον κόσμο. Είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι συνεννοούνται και καταλαβαίνονται με ερωτήσεις. Δεν είμαστε ζώα να συνεννοούμαστε με τα ένστικτα. Γεννηθήκαμε για να ρωτούμε και να παίρνουμε απαντήσεις. Αν κάποιες ερωτήσεις είναι άβολες ή  αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, αυτό είναι θέμα αυτού που καλείται να απαντήσει και όχι αυτού που ερωτά. Θα μου πεις, θα τολμούσες εσύ ποτέ να ρωτήσεις μία γυναίκα γιατί δεν έκανε παιδιά; Εγώ, όχι. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί να πρέπει να αρπάζουμε από τον λαιμό αυτόν που κάνει μία αδιάκριτη ερώτηση.

Κατ’ αρχάς, εγώ όταν μας ερωτούσαν πότε θα κάνουμε δεύτερο παιδί, απαντούσα «προσπαθούμε αλλά δυσκολεύομαστε». Θεωρούσα και εξακολουθώ να θεωρώ ότι ένα πρόβλημα είναι από μόνο του δυσβάσταχτο και λύνεται ευκολότερα συζητώντας το παρά αποκρύβοντάς το και καταπιέζοντάς το. Αυτός όμως είμαι εγώ. Άλλος στη θέση μου μπορεί να μην είχε την όρεξη να το συζητήσει. Απολύτως σεβαστό. Ας βρει αυτός έναν τρόπο να αποφύγει την απάντηση. Δεν μπορεί να του φταίει η ερώτηση επειδή τον φέρνει σε δύσκολη θέση.

Κάποτε ήταν απαγορευμένο να ερωτάς τις κυρίες την ηλικία τους. Σήμερα αυτή η ερώτηση θεωρείται ξεπερασμένη και οι γυναίκες χαίρονται να λένε πόσων ετών είναι επειδή ακριβώς όλες μοιάζουν νεότερες χάριν στην τεχνολογία και τα καλλυντικά. Θεωρούν όμως παράλογο να τις ρωτήσεις αν έκαναν πλαστική επέμβαση. Το ενδεχόμενο να απαντήσουν «δεν σας αφορά» ή «ουδέν σχόλιο», ή «ναι έκανα αλλά δεν θέλω να επεκταθώ», ή και να μπουν σε αναλυτική αναφορά του τι έχουν αλλάξει επάνω τους, δεν το αναλογίζονται. Εμένα η πεθερά μου την πρώτη φορά που με γνώρισε με ρώτησε αν έκανα πλαστική εγχείριση στη μύτη μου. Της είπα «όχι» κι εκείνη επέμενε ότι βλέπει σημάδια επάνω της που μαρτυρούν πλαστική επέμβαση. Βρήκα την ερώτηση / παρατήρηση τρομερά άκυρη υπό τις περιστάσεις όχι επειδή υπερέβαινε τα εσκαμμένα αλλά επειδή δεν ανέμενα στην πρώτη γνωριμία μία τέτοιου είδους παρατήρηση. Επίσης, η μύτη μου είναι θεόστραβη και γαμψή και φαίνεται από το χιλιόμετρο ότι χρήζει διόρθωσης. Δεν θα ήταν δυνατόν να την είχα διορθώσει. Απάντησα «σου φαίνεται πλαστική αυτή η χάλια μύτη; Ούτε ο χειρότερος πλαστικός δεν θα την έφτιαχνε έτσι». Εν τω μεταξύ αν είχα λεφτά για πέταμα και ψυχικά απωθέματα, θα έκανα και εμφύτευση μαλλιών και πλαστική στη μύτη και θα άλλαζα ένα εκατομμύριο πράγματα επάνω μου. Δεν θα είχα, όμως, θέμα με την ερώτηση ή την απάντηση.

Πολλοί λένε ότι διανύουμε την εποχή της ενσυναίσθησης και ότι πρέπει να μετρούμε τα λόγια μας γιατί μπορεί μία ερώτηση μας να στενοχωρήσει τον άλλον. Η πείρα μου έχει αποδείξει ότι ο άλλος μπορεί να στεναχωρηθεί με το παραμικρό και χωρίς καμία πρόθεση αδιακρισίας από τον ερωτώντα. Μία φορά ρώτησα μία φίλη «τι κάνεις», έγινε έξαλλη και μου απάντησε φωνάζοντας μέσα στη λεωφόρο Μακαρίου «έχω πατέρα με καρκίνο στο ογκολογικό στα τελευταία στάδια, τι θες να κάνω; Ερωτήσεις είναι αυτές;» Εγώ ο καημένος ένα «τι κάνεις» ρώτησα, και δεν είχα ιδέα για τον πατέρα της. Τίποτε το φαινομενικά μεμπτό. Γι αυτό σας λέω, δεν είναι η ερώτηση ποτέ το πρόβλημα. Είναι η αδυναμία του ερωτηθέντα να απαντήσει.

Μία άλλη φορά έπινα καφέ με μία γνωστή, την ήξερα ελάχιστα, και αναπολούσαμε τα φοιτητικά μας χρόνια. Κάποια στιγμή αναφέρθηκα σε μία παλιά χρονολογία και εκείνη ανέφερε χωρίς καμία πρόκληση εκ μέρους μου ότι «ήταν χάλια εκείνη η χρονιά γιατί είχα πέσει θύμα ομαδικού βιασμού». Έπαθα σοκ από την αποκάλυψη και προσποιήθηκα ότι δεν άκουσα τι μου είχε μόλις πει, και άλλαξα αμέσως θέμα. Δεν ήξερα τι να σχολιάσω, ούτε αν με έπαιρνε να ρωτήσω λεπτομέρειες, ούτε αν έπρεπε να πω μια καλή κουβέντα για να την κατευνάσω. Εξάλλου μια χαρά φαινότανε από διάθεση. Ύστερα σκέφτηκα ότι κακώς δεν το σχολίασα γιατί μία κοπέλα η οποία προβαίνει σε μία τέτοια αποκάλυψη προφανώς επιδιώκει την αποδοχή, θέλει να το βγάλει από μέσα της και να το λειάνει μέσω της συζήτησης. Εγώ, μαθημένος στα «δεν ρωτάμε» και στα «δεν μας αφορά» των νέων ηθών, άλλαξα θέμα. Κακώς.

*Η περούκα*. Ένας φίλος μας τον οποίον γνωρίζουμε πολλά χρόνια και ήταν πάντα καραφλός, μία καλήν ημέρα εμφανίστηκε με πολλά μαλλιά. Με περούκα. Κανένας εκ των παριστάμενων δεν τόλμησε να ρωτήσει αυτά που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θέλει να ρωτήσει, σεβόμενος τα νέα ήθη. «Πώς του ήρθε σε αυτή την ηλικία να βάλει περούκα», «από πού την αγόρασε, πόσα κόστισε, και είναι όντως τόσο καλής ποιότητας;», «πώς εφαρμόζει στο κεφάλι;», «την πλένει, τη χτενίζει, τη σαπουνίζει; Πώς τη συντηρεί;», «την κολλάει με κόλλα στην καράφλα ή έχει λάστιχο όπως αυτές που φοράμε στις απόκριες;» Ένα εκατομμύριο ερωτήσεις πλημμύρισαν το κεφάλι μου. Κανένας όμως δεν ρώτησε τίποτα, και μου είπαν να επιδείξω τακτ και να μην ρωτήσω ούτε εγώ το παραμικρό. Καλά, εδώ η άλλη πάει και βάφει τα μαλλιά της ανταύγειες στο κομμωτήριο και αν δεν σχολιάσεις την αλλαγή στα μαλλιά της κακοφαίνεται ότι «δεν την πρόσεξες» και κατεβάζει μούτρα. Σ’ αυτόν που από φαλακρός έγινε εν μία νυχτί πιο τριχωτός κι από τον Τομ Κρουζ δεν θα ρωτήσουμε τι και πως; Πάτε καλά;

«Μπορεί να είναι άρρωστος». Ε, κι άρρωστος να είναι, μπορεί να θέλει να το συζητήσει για να νιώσει καλύτερα. Χώρια που αποκλείεται να είναι άρρωστος. Γνωρίζαμε ότι ήταν φαλακρός από τα 20 του χρόνια. Στα 40 του απέκτησε μαλλιά. Τι είδους αρρώστια είναι αυτή όπου βλαστά ένα δάσος στο κεφάλι σου όσο μεγαλώνεις; Δεν του είπαμε τίποτα εν τέλει. Παραβλέψαμε όλοι τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Και εγώ έμεινα με δεκάδες απορίες. Πάντως, όταν εγώ ξύρισα το κεφάλι μου λόγω κρίσης ηλικίας ήμουν πρόθυμος να εξηγήσω τους λόγους που με ώθησαν στην ενέργειά μου αυτή. Λίγοι με ρώτησαν πώς το πήρα απόφαση. Εκείνους τους λίγους τους εκτίμησα περισσότερο από εκείνους που από δήθεν διακριτικότητα απέφυγαν να ρωτήσουν πώς έγινε και μέσα σε μία νύχτα πήρα μία τόσο δραστική απόφαση.

Δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Σε πολλούς μας αρέσει να μιλάμε και να εξηγούμε. Και για να μιλάμε χωρίς να γινόμαστε κουραστικοί, χρειαζόμαστε ανάλογη πάσα από τον άλλον. Χρειαζόμαστε μία ερώτηση. Υπάρχουμε κι εμείς που δεν φοβόμαστε να απαντήσουμε. Ακόμη και η πιο άβολη ερώτηση μας κάνει καλό γιατί αναγκαζόμαστε να αγγίξουμε την καυτή πατάτα και να τη διαχειριστούμε. Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί η ερώτηση να είναι αγενής συχνά. Αν ο άλλος είναι αγενής ή υπερβαίνει τα όριά σου, είναι δική σου ευθύνη να του τα υποδείξεις. Δεν είναι δυνατόν να λέμε «δεν μ’αρέσει αυτή η ερώτηση» ή «δεν είναι σωστό αυτό που ρωτάς». Να ρωτάτε τα πάντα. Όποιος δεν ρωτά, χάνεται. Ο Αδάμ και η Εύα όταν ο Θεός τους απαγόρευσε να φάνε τον απαγορευμένο καρπό δεν ρώτησαν γιατί. Πάνω στην αμηχανία τους πήγαν και τον έφαγαν και εξαιτίας τους τραβούμε εμείς σήμερα στη Γη τα πάνδεινα. Αν τότε οι πρωτόπλαστοι είχαν το κουράγιο, το θράσος και την υγιή περιέργεια να ρωτήσουν «γιατί ο καρπός είναι απαγορευμένος και τι θα γίνει αν τον φάμε;» σήμερα ο κόσμος θα ήταν καλύτερος.

Κι όλα αυτά κύριοι, επειδή ρώτησαν την Ντέμη πότε θα κάνει παιδιά! Απαγορευμένη η ερώτηση σίγουρα. Εμ, τι περίμενε να τη ρωτήσουν κι αυτή; Πότε θα κάνει καριέρα; Πιο άβολη είναι αυτή η ερώτηση παρά το πότε θα κάνει παιδί!

Καλό σαββατοκύριακο.

Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2022

Ψυχιατρείο - Ένα Βήμα Πριν

 

Δεν είμαι καλά.

Και πότε ήσουν, θα μου πεις.

Όχι, τώρα άρχισα να πιστεύω ότι πραγματικά δεν είμαι καλά. Τόσο χάλια, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι εγώ έπρεπε να έχω μόνιμα ένα ψυχολόγο μαζί μου, να του τα λέω, να με καθησυχάζει, να προχωρώ παρακάτω. Όσο περνά ο καιρός αυτή η αίσθηση, το ότι δεν είμαι καλά, γίνεται όλο και πιο έντονη, και άρχισα να ντρέπομαι να λέω ότι δεν είμαι καλά, γιατί αισθάνομαι ότι πλέον δεν είναι αστείο, ούτε σχήμα λόγου.

Κατ’ αρχάς εξακολουθεί να με αγχώνει ο θάνατος σε καθημερινό επίπεδο. Αγχώνομαι για το πότε θα φύγω, για το τι θα απογίνουν τα παιδιά μου, ποιος θα τα μεγαλώσει, ποιος θα τα εξασφαλίσει, και όλα αυτά. Από τότε που έπαθα το ανεύρυσμα συμβαίνει μου αυτό. Νομίζω δεν πέρασε μέρα από το 2009 που να μην σκεφτώ τον θάνατο. Διάβασα πρόσφατα σε ένα βιβλίο ψυχολογίας ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον θάνατο, να τον αισθανόμαστε σαν ένα φάντασμα που κάθεται στον αριστερό μας ώμο το οποίο περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να μας πάρει. Μόνο έτσι θα μάθουμε να εκτιμούμε τη ζωή και να μάθουμε να ζούμε πραγματικά. Ούτε αυτό δεν καταφέρνω, όσο κι αν καταπιάνομαι με χίλια δυο δημιουργικά ώστε να ξεχνιέμαι.

Πέθανε η Υπουργός Εργασίας προχθές από ανεύρυσμα. Όποτε πεθάνει κάποιος από αυτό το πράγμα αισθάνομαι τρομερές τύψεις που εγώ τη γλίτωσα κι έπεσα στα μαλακά. Τύψεις και ταυτόχρονα φόβο ότι τον Χάρο δεν τον ξεγελάς πάνω από μια φορά. Τη γλίτωσα τυχαίως τότε, πόσες φορές ακόμα; Θα έπρεπε να νιώθω ευγνωμοσύνη που τον ξεγέλασα. Ως ένα βαθμό τη νιώθω… αλλά ταυτόχρονα φοβάμαι απεριόριστα. Και αυτό τον φόβο και την αγωνία μου κανένας δεν μπορεί να τον συμμεριστεί. Αντίθετα όταν τον εκδηλώνω και τον συζητώ, θεωρείται «γκρίνια του πελλού».

Φοβάμαι και τον πόλεμο. Χθες διάβαζα στο τουίτερ διάφορες αναλύσεις ότι οι Τούρκοι προετοιμάζονται για θερμό επεισόδιο φέτος το καλοκαίρι στο Αιγαίο και ότι θα καταλάβουν κάποια ελληνικά νησιά για να δείξουν τις προθέσεις τους. Θα μου πεις, από το τουίτερ περιμένεις να ενημερωθείς για τα γεωπολιτικά; Ε, από πού να ενημερωθώ; Από τα βοθροκάναλα; Δεν υπάρχει πλέον αξιόπιστο Μέσον ενημέρωσης. Οι δημοσιογράφοι μας είναι στην καλύτερη περίπτωση αμόρφωτα πλάσματα που εξυπηρετούν συμφέροντα για πενταροδεκάρες, οπότε δεν θεωρώ πολύ χειρότερο να ενημερώνεσαι από το τουίτερ.

Και αν αυτή τη στιγμή μαίνεται πόλεμος στην Ουκρανία, έχουν μεταναστεύσει τόσα εκατομμύρια και πεθάνει χιλιάδες κόσμου, γιατί να μη συμβεί και σε μας; Θα σκοτιστεί κανένας; Αφού βλέπετε, συμβαίνουν τα αίσχη στον κόσμο και δεν ανοίγει μύτη. Ώρες, ώρες αναρωτιέμαι αν όλα αυτά που βλέπω στις ειδήσεις (όποτε τολμήσω να δω ειδήσεις – τις έχω κόψει προ πολλού γιατί μου προκαλούν επιπρόσθετο στρες), είναι άραγε αληθινά γεγονότα ή είναι παραγωγές κατά παραγγελία για να έχουν τα δελτία ειδήσεων υλικό για μετάδοση; Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω.

Χθες βράδυ, αντί για παραμύθι, με τον γιο μου μελετούσαμε τον παγκόσμιο χάρτη. Του μάθαινα τις ηπείρους. Μου είπε ότι εντόπισε την Κύπρο στον χάρτη και με ρώτησε ποιες είναι οι γύρω χώρες. Όταν είδε την Τουρκία μου είπε «μα, είναι όντως τόσο κοντά μας; Από πάνω μας;» Και του είπα ναι. Κατάλαβα ότι ανησύχησε. Για τον γιο μου, οι Τούρκοι είναι μεν κατακτητές και είναι κοντά μας, αλλά αφού δεν τους έχει δει από κοντά ούτε έχει ακόμα απειληθεί άμεσα, είναι και «μακριά μας». Είναι μία αόριστη έννοια οι Τούρκοι. Και καλά θα κάνουν να παραμείνουν έτσι.

Όταν είδε πόσο κοντά μας είναι, μου είπε «και γιατί θέλουν την Κύπρο αφού είναι έτσι κι αλλιώς τόσο κοντά της και δεν πάνε να πάρουν ένα άλλο νησί πιο μεγάλο και πιο μακριά;» και μου έδειξε την Ισλανδία. Του εξήγησα ότι μέχρι να φτάσουν στην Ισλανδία, οι Ισλανδοί θα προλάβουν να μεταναστεύσουν σύσσωμοι, πιθανόν να καταφέρουν να επιστρατεύσουν και τα ηφαίστεια να πολεμήσουν τους εχθρούς ή να εξαφανίσουν όλη τη χώρα να μην βρουν τίποτε να λεηλατήσουν. «Δεν τους συμφέρει η Ισλανδία, Αλέξη μου! Ενώ εμάς, εδώ δίπλα μας τρώνε για πρόγευμα». Αυτή η συζήτηση με άγχωσε περαιτέρω και έτσι δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ.

Σκεφτόμουν πόσο σχετικά είναι τα πάντα. Όταν ήμουν μικρός και μου μίλησαν και μένα οι γονείς μου για την τουρκική εισβολή, ένιωθα αμήχανα γιατί ναι μεν ζούσα σε κατεχόμενη πατρίδα, παρόλα αυτά ήμουν ελεύθερος να κινηθώ όπου ήθελα και δεν στερήθηκα το παραμικρό. Δεν αισθάνθηκα την κατοχή με την έννοια του 1940 όπου δεν υπήρχε ψωμί να φας, ή έβγαινες στους δρόμους της Αθήνας και έβλεπες γερμανικά τανκς να προελαύνουν. Οπότε δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο σοβαρή ήταν αυτή η κατοχή. Δεν έζησα τον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου. Μια μέρα όταν ήμουν πέντε-έξι χρονών, ενόσω ήμασταν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε επίσκεψη σε ένα φιλικό σπίτι ρώτησα τη μάνα μου, να μου εξηγήσει πού ακριβώς είναι αυτοί οι Τούρκοι που όλο είναι εδώ, αλλά ποτέ μας δεν τους βλέπουμε.

Εκείνη ξαφνιάστηκε και μου είπε «τι εννοείς πού είναι οι Τούρκοι; Εδώ είναι!» και με το χέρι της έδειξε προς βορράν. Όταν γύρισα το κεφάλι μου να δω πού ακριβώς δείχνει, είδα ένα βενζινάδικο. Και σκέφτηκα ότι αυτό το βενζινάδικο μάλλον κάτι κρύβει, κάποια καταπακτή, ή ανήκει σε Τούρκους με υπερδυνάμεις οι οποίοι μέσω αυτού καταδυναστεύουν όλη τη χώρα. Για πολλά χρόνια όποτε περνούσαμε από εκείνο το βενζινάδικο ένιωθα παράξενα γιατί δεν ήξερα τελικά τι σχέση έχει με τους Τούρκους και αν έπρεπε να το φοβάμαι ή να το ανατινάξω μια μέρα να ησυχάσουμε.

Σημειώστε ότι από το συγκεκριμένο βενζινάδικο το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Δομέτιο, δεν πέρασα ούτε μια φορά να βάλω βενζίνη στην ενήλικη ζωή μου. Το θεωρώ «τούρκικο».

Αντιλαμβάνεστε, το τι είναι κοντά πια και το τι είναι μακριά, είναι τόσο συγκεχυμένο. Το 1986 όταν έγινε το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, μας είχαν πει στο σχολείο να μην ανησυχούμε γιατί αυτό συνέβη… «πολύ μακριά!» Μάλιστα φιλοξενήσαμε στο σχολείο παιδιά από την Ουκρανία τα οποία κατέφθασαν στην Κύπρο, η οποία είχε ακόμα καθαρό αέρα, για να γλιτώσουν από τις εισπνοές τοξικού αέρα στη χώρα τους. Σήμερα, την Ουκρανία δεν τη θεωρούμε τόσο μακριά. Τη θεωρούμε κοντά μας και όταν ακούμε για τη ρωσική εισβολή τρέμουμε. Αυτό δεν σας αναθεωρεί τις πραγματικότητες σας; Δεν σας προκαλεί άγχος; Εμένα ναι!

Επίσης, όταν έγινε ο πόλεμος του Κόλπου το 1991 αγχωθήκαμε όλοι για τα χημικά όπλα που θα έπεφταν εκεί με αποτέλεσμα να αρχίσουμε να σφαλίζουμε με κολλητικές ταινίες τα παράθυρά μας. Μας προειδοποιούσαν όλοι ώστε να μην εισπνεύσουμε τα βλαβερά αέρια. Θεωρούσαμε τον Κόλπο κοντά μας. Όταν όμως γίνεται χαμός στη Συρία που είναι ούτε είκοσι λεπτά πτήση από τη Λάρνακα θεωρούμε ότι ο πόλεμος είναι μακριά, και δεν μας καίγεται καρφί. Είμαστε και βλάκες και αμόρφωτοι. Και θύματα των ΜΜΕ.

Ό, τι και να είμαστε, εγώ όσο μεγαλώνω φοβάμαι περισσότερο και πλέον δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Ειδικά χθες βράδυ που πήγε 2:30 να κοιμηθώ γιατί ο νους μου επεξεργαζόταν όλα αυτά και δεν έβρισκε ηρεμία αναρωτήθηκα αν τελικά τρελάθηκα στ’ αλήθεια, ή αν απλώς πάσχω από κάποιο υποβόσκον στρες που εκδηλώνεται εξαιτίας της επικαιρότητας. Αρνούμαι να πάρω χάπι, αρνούμαι να πάω και σε γιατρό, αν αυτό σκοπεύετε να μου εισηγηθείτε. Επίσης, αρνούμαι να ξαναπάω σε ψυχολόγο γιατί εκτός από πανάκριβοι θα επαναλάβουν αυτά που ήδη ξέρω, και μαντέψτε, δεν πιάνουν τόπο, ούτε βρίσκουν εφαρμογή.

Η ξερή μου κάηκε, δεν χωρεί τίποτε άλλο μέσα της εκτός από τους πίνακες αποτελεσμάτων της Γιουροβίζιον.

Ορίστε, τα είπα εδώ, κουράστηκα και τώρα μπορώ να κοιμηθώ.

Κάτι είναι κι αυτό.

Κυριακή, Ιουνίου 05, 2022

Διφορούμενοι Καλλιτέχνες - Γιώργος Θεοφάνους

Ο Γιώργος Θεοφάνους είναι από τις περιπτώσεις που σώζεται εξ αιτίας του ταλέντου του. Μπορεί να μην τον θεωρώ κανένα παγκόσμιο, εξωφρενικό  ταλέντο, αλλά για την αγορά της Ελλάδας και της Κύπρου είναι, κατά τη γνώμη μου, ό, τι καλύτερο υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ελληνική μουσική και ο καλύτερος της γενιάς του. Στο iTunes μου υπάρχουν 322 τραγούδια του, ζήτημα να μην μου αρέσουν δέκα από αυτά.

Το ταλέντο είναι για μένα το στοιχείο που αθωώνει τον άνθρωπο από τις παραξενιές του και του δίνει συγχωροχάρτι για πολλές ατυχείς δημόσιες τοποθετήσεις και σχόλια. Για παράδειγμα, του Καρβέλα που τον θεωρώ Θεό και παγκόσμιο φαινόμενο, του συγχωρώ τα πάντα. Για τον Θεοφάνους, παρόλο που τον έχω ψηλά, δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν μπορώ να επιδείξω την ίδια επιείκεια και συγκατάβαση, ειδικά όταν αππώνεται, κοινώς όταν ακκίζεται. Και αππώνεται δυστυχώς, συχνά.

Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι υπέρ-προβάλλεται και δεν γνωρίζω κανέναν δημιουργό που να απολαμβάνει να είναι τόσο πολύ στο προσκήνιο. Ο Καρβέλας και ο Φοίβος μισούν τις συνεντεύξεις και τη δημοσιότητα και όσες φορές έτυχε να εμφανιστούν ως μέλη επιτροπής σε κάποιο τάλεντ σόου, ήταν πρόδηλο ότι αυτό γινόταν για τα χρήματα και όχι γιατί πραγματικά γούσταραν να φανούν ή να αυτό-λιβανιστούν. Ο δε Καρβέλας βαριέται τόσο πολύ να δίνει συνεντεύξεις σε άτομα που δεν του γεμίζουν το μάτι που καταλήγει να γίνεται προσβλητικός και αγενής μαζί τους. Ξέρεις όμως ότι δεν τον ενδιαφέρει η εικόνα του και δεν τον κόφτει τι ταμπέλα θα του κολλήσουν, οπότε αυτό δεν αποτελεί και πρόβλημα.

Ο Γιώργος Θεοφάνους, ο οποίος κάθε βδομάδα είναι καλεσμένος και σε διαφορετική εκπομπή, (μόνο φέτος έχει πάρει σβάρνα ό,τι εκπέμπεται και δεν εκπέμπεται, από Μενεγάκη, Μαγγίρα, Καινούριου, Λιάγκα – Σκορδά, μέχρι Γεωργαντά και Στούντιο 4 στην ΕΡΤ) δίνει συνεντεύξεις αβέρτα-κουβέρτα και δείχνει να επιδιώκει και να χαίρεται την δημοσιότητα. Είναι ιδιαίτερα εξομολογητικός. Αναφέρεται στα προσωπικά του δράματα εκτενώς, στα οικογενειακά του, στα όσα είπε στον αέρα της τηλεόρασης κατά καιρούς και τα έχει μετανιώσει, στη σχέση του με τον Θεό και στις επισκέψεις του στο Άγιον Όρος. Η εικόνα που προβάλλει είναι ενός ανθρώπου που δυσκολεύτηκε, πάλεψε και τα κατάφερε.

Με γεια του και μπράβο του. Πώς συνδυάζεται, λοιπόν, αυτό το ταπεινό και συνειδητοποιημένο προφίλ με την ξινίλα γεροντοκόρης που βγάζει όποτε αναφέρεται στον Κωνσταντίνο Χριστοφόρου και τους ΟΝΕ;

Παρακολουθώ τελευταίως το σήριαλ που ξεκίνησε με τους ΟΝΕ και την επανένωσή τους. Έχει ξεσκιστεί να δηλώνει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι νομικά δεν είχαν το παραμικρό δικαίωμα να επανενωθούν, ότι το «πρότζεκτ» του ανήκε και κατείχε τα πνευματικά δικαιώματα και την εκμετάλλευσή τους. Παρόλα αυτά, λέει, δεν στάθηκε εμπόδιο σ’ αυτή την επανένωση γιατί «εργάζονται και βγάζουν τα προς το ζειν απ’ αυτό». Όχι πείτε μου, υπάρχει πιο patronizing δήλωση απ’ αυτήν; Σαν να λέει «ας δουλέψουν κι αυτοί οι φτωχάλες μιας και ψωμολυσσάνε». Και δεν σταματά εκεί. Συνεχίζει να διανθίζει τη δήλωση περαιτέρω και σε άλλες εκπομπές όταν ερωτάται σχετικώς. «Συγκρότημα με ημερομηνία λήξης» τους αποκάλεσε, «συγκρότημα μετρίων φωνητικών δυνατοτήτων» και άλλα τέτοια γλυκά που προφανώς του μαθαίνουν στις επισκέψεις του στο Άγιον Όρος, ότι ευφραίνουν τη ψυχή του ανθρώπου στον οποίον αναφέρεται.

Κατ’ αρχάς, οι μόνοι που μπορούν να κρίνουν αν οι ΟΝΕ ήταν συγκρότημα μετρίων δυνατοτήτων και είχαν ημερομηνία λήξης είναι οι καταναλωτές. Όχι ο ίδιος. Αν ο κόσμος είχε αγαπήσει τους ΟΝΕ τους αγάπησε γι’ αυτό που ήταν και δεν είχε καμία αυταπάτη ως προς τι άκουγε και τι αγόραζε. Ξέραμε, γιατί ήμουν κι εγώ 20 ετών νέος όταν βγήκε το συγκεκριμένο συγκρότημα, ότι ήταν ένα συγκρότημα που στήθηκε στα πρότυπα των Backstreet Boys και είχε δύο που ψευτο-τραγουδούσαν και άλλους τρεις που ψευτ0-χόρευαν. Δεν είχαμε ψευδαισθήσεις ως προς το προϊόν. Ξέραμε ότι υπηρετούσαν το ελαφρό, το ποπ, και δεν είχαμε το παραμικρό πρόβλημα μ’ αυτό. Τον Θεοφάνους περιμέναμε να μας ανοίξει τα μάτια περί των δυνατοτήτων τους.

Η επανένωσή τους δεν έγινε για να ξανασμίξουν οι Beatles. Ούτε γιατί έλειψαν από τα μουσικά δρώμενα της χώρας. Έγινε γιατί πέρασαν τα χρόνια, όλα αυτά των λέητ ‘90ς με έρλι μιλλένια αποτελούν πια nostalgia και το να τους ξαναδούμε μαζί μετά από 20 έτη, θα ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο και ενδιαφέρον στιγμιότυπο στην ελληνική σόου μπιζ. Τίποτα περισσότερο. Δεν αναμέναμε ότι θα επέστρεφαν να δρέψουν δάφνες, ούτε να πάνε τη σύγχρονη μουσική μπροστά. Ξέραμε ότι θα γινόταν ένα σύντομο και συμπαθητικό reunion όπως γίνεται πού και που και με άλλα συγκροτήματα τύπου «Κακά Κορίτσια» και μετά ο καθένας σπίτια του.

Όταν είσαι ο Θεοφάνους, ο συνθέτης των χρυσών επιτυχιών γιατί να χαλιέσαι από όλο αυτό και να το κακίζεις όπου σταθείς κι όπου βρεθείς; Όχι μόνο θα έπρεπε να το επικροτεί, αλλά αν ήμουν στη θέση του θα τους έγραφα και άλλα 5 συμπαθητικά τραγουδάκια να εορτασθεί η επανένωση, τιμής ένεκεν. Δεν είναι δυνατόν να βγαίνεις και να λες «αυτή η επανένωση δεν έχει τίποτα να εξυπηρετήσει» όταν μάλιστα με αυτούς τους ανθρώπους μοιράστηκες κάποια χρόνια από τη ζωή σου και έβγαλες δίσκους, δόξα και χρήμα. Δεν βλέπει κι ο ίδιος ότι πέφτει στα μάτια μας; Δεν βλέπει τη μικροπρέπεια της στάσης του;

«Εγώ, βέβαια δεν στάθηκα εμπόδιο, βλέπω ότι εργάζονται, μακάρι να βιοπορίζονται έτσι». Όχι μόνο μικραίνει με τις δηλώσεις του, αλλά προσπαθεί να βγει κι από πάνω ως ο μεγαλόψυχος της υπόθεσης! «Δεν στάθηκα εμπόδιο». Τους κάνει και χάρη! Άσε μας χρυσέ μου, άσε μας!

Εγώ να είχα το ταλέντο του Θεοφάνους, θα είχα καμιά σκασίλα αν επανενώθηκαν οι ΟΝΕ κι αν έχουν την παραμικρή προοπτική; Με τις ευχές μου, επανενωθείτε όποτε και όσο γουστάρετε! Από μένα τα τρώτε;

Πόσον φτηνό εκ μέρους του;

Τώρα θα μου πείτε πώς μου ήρθε ο Θεοφάνους. Ε, μου ήρθε. Έβλεπα προ ολίγου ένα βίντεο του στο οποίο διαφήμιζε τις εμφανίσεις του με τη Βανδή και επί τη ευκαιρία είπα να σχολιάσω. Δες, τώρα! Θα κάνει συναυλίες με τη Βανδή, η οποία φωνητικά έχει δυνατότητες όσες και ένας από τους πίσω χορευτές των ONE, αλλά επειδή τώρα αυτή χαίρει ακόμη κάποιας βήτα δημοφιλίας, είναι ΟΚ. Σε λίγα χρόνια όταν και η Βανδή θα έχει ξεφτίσει, ικανό τον έχω να βγει να πει «ήταν μια συνεργασία με ημερομηνία λήξης και περιορισμένων φωνητικών δυνατοτήτων!»

Ε, μα, έχει και το άππωμα όρια!

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2022

Θυματοποιούμαι Άρα Υπάρχω

 

Τη Δίκη του Τζόνι Ντεπ και της Άμπερ δεν την έχω παρακολουθήσει εκτενώς.

Μόνο τα βασικά ξέρω. Έπαθα ένα ευχάριστο σοκ όταν διάβασα ότι η άλλη του έκανε τα «χοντρά» στο κρεβάτι. Κι ότι του είπε: «βγες και πες ότι σε κακοποιούσα να δούμε ποιος θα σε πιστέψει».

Δεν θα τοποθετηθώ επί των ανωτέρω καθότι χεσμένους –καλή ώρα-, έχω και τον Τζόνι και την Άμπερ. Εγώ θα πω αυτό που πρέπει να λένε όλοι σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά το αποφεύγουν επίτηδες γιατί δεν εξυπηρετεί καμία μικροπολιτική: Κανένας άνθρωπος με υποτυπώδη αξιοπρέπεια δεν παραμένει σε μία τοξική σχέση, πόσο μάλλον σε σχέση η οποία αφήνει υποψίες για πιθανή άσκηση βίας.

Δεν έχει να κάνει με το φύλο, όπως αρέσκονται οι κακογαμημένες φεμινίστριες να υποστηρίζουν. Στο πρώτο έτος της ψυχολογίας διδάσκεσαι ότι η βία δεν είναι μόνο σωματική, είναι και ψυχολογική. Οπότε μπορούν να την εξασκήσουν αμφότερα τα φύλα επιτυχώς. Εάν δηλαδή το επιχείρημα είναι ότι οι γυναίκες δεν έχουν την ανάλογη σωματική διάπλαση να ασκήσουν βία, αυτό απορρίπτεται με συνοπτικές. Το μπούρου-μπούρου από το πρωί μέχρι το βράδυ και ο πρηξαρχιδισμός είναι κι αυτά μορφές βίας. Μπορεί να μην αφήνουν μώλωπες, αλλά αφήνουν ψυχολογικά τραύματα τα οποία πολλές φορές χρειάζονται πολλά χρόνια για να επουλωθούν. Αυτό φυσικά είναι μία unpopular opiniοn που λένε και στα σόσιαλ, αλλά, too bad, deal with it.

Λόγω επαγγέλματος έχω ακούσει για πολλά περιστατικά βίας ανάμεσα σε ζευγάρια. Κυρίως από άντρες προς γυναίκες γιατί ζούμε και σε χώρα στην οποία κατεξοχήν ο άντρας θεωρείται μπουνταλάς και η γυναίκα ηλίθια. Αλλά έχει τύχει να ακούσω και για μια γυναίκα που έδερνε τον άντρα της κι εκείνος ο βλάκας το υπέμενε γιατί ήταν εξαρτημένος οικονομικά από εκείνην και δεν τολμούσε να σηκώσει ανάστημα. Μεμονωμένη περίπτωση προφανώς.

Το ζητούμενο από όλες αυτές τις υποθέσεις, είναι άλλο: Σταματήστε να απολαμβάνετε τον ρόλο του θύματος και να κλαίγεστε. Μόνον οι παλαβοί κάθονται και τις τρώνε ή κάθονται και υπομένουν την ψυχολογική φθορά και μετά βγαίνουν και κλαίγονται. Τα «δεν του φαινόταν στην αρχή» τα ακούω βερεσέ. Ο μαλάκας φαίνεται από τα πρώτα πέντε ραντεβού. Αν αδυνατείτε στο να  ψυχολογήσετε το άτομο απέναντί σας και να το μυριστείτε είναι άλλο θέμα, αλλά στην τελική, δεν υπάρχει άλλη λύση. Δεν τα φτιάχνουμε με ανθρώπους οι οποίοι μας αφήνουν ακόμα και την παραμικρή υπόνοια για το βίαιον του χαρακτήρα τους. Χρησιμοποιώ τη λέξη ‘βίαιον’ με τη φυσική και την ψυχολογική έννοια της, επαναλαμβάνω.  

Τώρα θα μου πεις, υπάρχει και κόσμος που δεν έχει αυτό το ταλέντο, να αναγνωρίζει δηλαδή ποιοι άνθρωποι έχουν μία έφεση στην άσκηση βίας. Καλώς. Ας δεχτούμε ότι την πάτησες. Συμβαίνει και εις Παρισίους! Γιατί έμεινες στη σχέση όταν είδες την «κωλοσυρμαθκιά της κουφής;» Για να σε κάνει η Έλενα Ακρίτα βιβλίο; Πόση εξάρτηση πια; Αξιοπρέπεια δεν έχεις; Αν δεν έχεις, καλά να πάθεις! Η υπομονή εξαντλείται.

Δεν προσπαθώ να αθωώσω τους θύτες. Οι θύτες φταίνε έτσι κι αλλιώς. Δεν το συζητούμε αυτό. Θεωρώ, όμως, ότι διανύουμε εποχές που όλα είναι άσπρο-μαύρο, και το θύμα μόνο το χαϊδεύουμε. Όχι αγάπη μου. Δεν περπατούσες μια καλή μέρα στη λεωφόρο Μακαρίου και έπεσε στο κεφάλι σου ένα πιάνο στα καλά του καθουμένου για να πω ότι δεν έφερες καμία ευθύνη. Οποιοσδήποτε μπαίνει σε μία τοξική σχέση και δεν φεύγει όταν μυρίζεται τη δουλειά, είναι συνυπεύθυνος. Όχι στον ίδιο βαθμό με τον θύτη αλλά σίγουρα φέρεις μερίδιο ευθύνης. Οι επιλογές έχουν τίμημα!

Ακούγεται άκαρδο και σκληρό να λέμε σ’ αυτόν που την έπαθε ότι τα ήθελε ο κώλος του. Συγγνώμη, αλλά τα χαρτομάντιλα μας έλειψαν. Και κάθε υπόθεση κρίνεται υπό τις περιστάσεις της, τα γεγονότα της, και καμία δεν είναι ίδια με την άλλη. Κάποια πράγματα φωνάζουν από μακριά. Αν δεν ήσουν διορατικός να τα δεις, οκ, τα συλλυπητήριά μας, αλλά ως ένα βαθμό. Άνθρωπος που κακοποιείται σε μία σχέση και δεν αποχωρεί από τα πρώτα λεπτά που αντιλαμβάνεται ότι κακοποιείται, είναι και βλάκας και συνυπεύθυνος. Είτε λέγεται Τζόνι Ντεπ, είτε λέγεται… πώς τη λεν την άλλη, ούτε που ξέρω το μικρό της.

Γενικά θεωρώ ότι σ’ αυτό τον κόσμο, ό, τι πάθεις, εκτός από το αν πέσει πάνω στο κεφάλι σου ένα πιάνο στη λεωφόρο Μακαρίου εν αιθρία, είσαι εν μέρει συνυπεύθυνος. Αν δεν μπορείς να το δεις, είσαι βλάκας, και αν το ερώτημα είναι κατά πόσον πρέπει να χάνουμε χρόνο για να παρηγορούμε τους βλάκες, νομίζω απαντάται από μόνο του.

Έχω υπάρξει κι εγώ βλάκας. Δεν στο παίζω αυθεντία. Βλάκας - όχι σε σχέση, αλλά έχω υπάρξει στον τρόπο που αντιμετώπισα διάφορες καταστάσεις οι οποίες με θυματοποιούσαν. Αναγνώρισα τη βλακεία μου, σήκωσα το εγώ μου και προχώρησα. Δεν το έκανα σημαία να το περιφέρω δεξιά κι αριστερά και να ζητώ λαϊκή αποδοχή στις καφετέριες ή στα τηλεοπτικά πάνελ. Κι αν το έπραξα σε μικρότερη ηλικία γιατί τόσο μου έκοβε, σήμερα όταν το αναπολώ ντρέπομαι. Ντρέπομαι που έβλεπα τη βλάβη που μου προκαλούσαν οι συγκεκριμένες καταστάσεις και τις ανεχόμουν λόγω αδυναμίας χαρακτήρα. Λόγω έλλειψης αξιοπρέπειας και άκρατης δουλικότητας.

Ντρέπεστε κι εσείς ή σας χαϊδεύουν με συνθήματα;