Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2023

Παιχνίδια Να Φαν Κι Οι Κότες!

Στη Βενετία κάναμε και κάτι εντελώς εκτός κλίματος.

Επισκεφτήκαμε ένα μουσείο παλιών παιχνιδιών.

Όπως ξέρετε, λατρεύω τα παιχνίδια, και δη τα παιχνίδια της δεκαετίας που μεγάλωσα. Μπορεί πολλοί από εσάς να ξέρετε την αγάπη που τρέφω για τα Στρουμφάκια, αλλά δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε αντιληφθεί ότι λατρεύω και τους Masters Of The Universe. Είχα τεράστια συλλογή ως παιδί, την οποία φρόντισε η μάνα μου να εξαφανίσει εν μία νυκτί. Φρόντισα όμως και ξαναγόρασα όλες τις φιγούρες τώρα που ξανά έγιναν μόδα. Τις προάλλες με τον Αλέξη μετρήσαμε καμιά 60αριά ήρωες, συν το κάστρο, έξτρα τα οχήματά τους. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει και το Snake Mountain και είμαι εκστασιασμένος.

Όταν λοιπόν η Μπρέντα ανακάλυψε ότι υπάρχει ένα τέτοιο μουσείο στη Βενετία, το οποίο μάλιστα διαθέτει και τμήμα με τους «Κυρίαρχους του Σύμπαντος» σπεύσαμε απευθείας. Κατ’ ακρίβεια ήταν το πρώτο πράγμα που είδαμε όταν φτάσαμε στην πόλη. Είναι ένα μικρό μουσείο, ένα δωμάτιο όλο κι όλο και το διαχειρίζεται ένας τρελός Ιταλός του οποίου τα πάθη μας συγκλίνουν. Τον γνώρισα, κάθεται μόνος του εκεί στην είσοδο και εισπράττει. Μου είπε ότι όλα τα παιχνίδια είναι δικά του. Προφανώς κάποτε έπρεπε να αποφασίσει κατά πόσον θα τα πετάξει ή θα τα αξιοποιήσει, και εν τέλει άνοιξε το εν λόγω μουσείο για να βγάλει το κατιτίς του από όλο αυτό το πλαστικό.

Τον έπιασα κουβέντα, πρόκειται για μεγάλο μερακλή. Ξοδεύει χιλιάδες ευρώ για να αγοράζει τα παιχνίδια του. Μου έλεγε ότι ήθελε να αγοράσει την Eternia, την αυθεντική, από τη δεκαετία του ’80 όπως διατίθεται στο ebay, αλλά βρίσκει παράλογη την τιμή των €10.000 στην οποία πωλείται. Όμως, πρόσθεσε, «αν ήταν €7.000 θα τα έδινα!» Επίσης μου είπε ότι στην προσπάθεια του να συμπληρώσει τη συλλογή του με τα Transformers πλήρωσε €15.000 για ένα αεροπλανάκι. Χαμογέλασα επιδοκιμαστικά. Τι να έκανα ο δόλιος. Εγώ αγοράζω μία φιγούρα τον μήνα στη τιμή των €50 και νιώθω πως υπερβάλλω.

Εν πάση περιπτώσει, όπως θα δείτε στο πλούσιο φωτορεπορτάζ, το μουσείο αποτελείται κυρίως από πλαστικές φιγούρες τύπου «σκουίκι-σκουίκι». Έτσι τις περίγραψε. Είναι απ’ αυτές που όταν τις πιέσεις κάνουν τον χαρακτηριστικό ήχο – τι βίτσιο κι αυτό. Είναι πανέμορφες όταν τις βλέπεις έτσι παστωμένες σαν σαρδέλες στις βιτρίνες. Είναι κυρίως ήρωες της Ντίσνεϊ, του Πόπαϋ, των Transformers, αλλά υπάρχουν κι από άλλες σειρές κινουμένων σχεδίων, όπως η Μάγια η μέλισσα, Ροζ Πάνθηρ, Φλίντστοουνς, κ.α. Από Masters of the Universe δεν υπάρχει τεράστια ποικιλία, αλλά ας είναι. Μόνο και μόνο που είδαμε την Ετέρνια από κοντά, αρκεί.

Η είσοδος είναι €5 το άτομο. Το μουσείο είναι πολύ μικρό, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, αλλά δεν χάνεις τίποτα να το επισκεφτείς. Είναι κρυμμένο μέσα στα στενοσόκακα της Βενετίας, δεν είναι εύκολο να το βρεις, θέλεις χάρτη και GPS. Να πάτε να γνωρίσετε τον κύριο, είναι συμπαθέστατος, μάλιστα μου είπε ότι έχει πολλούς επισκέπτες από Κύπρο. 



























 

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2023

Από Μια Γόνδολα Όπως Παλιά...

 Η Βενετία σημαίνει πολλά για μένα.

Στη Βενετία πρωτοπήγα με τη Μπρέντα στα μέλια μας επάνω, το μακρινό 2012. Σ’ εκείνο το ταξίδι πέρασα καταπληκτικά, ήταν όλα ρομαντικά και απίθανα και βεβαιώθηκα ότι θέλω να την παντρευτώ. Ότι είναι η μία και μοναδική. Σημειώστε ότι από εκείνο το ταξίδι δεν έχει επιβιώσει κανένα ίχνος οπτικοακουστικού υλικού. Όσες φωτογραφίες και βίντεο βγάλαμε ήταν αποθηκευμένες σε ένα σκληρό δίσκο ο οποίος, δυστυχώς, έχει πλέον διαλυθεί. Διασώθηκαν μόνο τρεις φωτογραφίες όλες κι όλες, τις οποίες είχα ανεβάσει στο Facebook που όμως δεν είναι αντιπροσωπευτικές του ταξιδιού. Εξ ου και όλα είναι λίγο θολά και μελίρρυτα στο μυαλό μου, όλα εξωραϊσμένα και εξιδανικευμένα και έχουν πάρει διαστάσεις μύθου. 


Πάντως θυμάμαι καθαρά και ξάστερα που περπατούσαμε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου το πρώτο βράδυ και οι ζωντανές ορχήστρες, τα βιολιά και τα πιάνα, έπαιζαν το «Έντελβαϊς» από τη Μελωδία της Ευτυχίας. Το χορεύαμε αγκαλιασμένοι μπροστά στους μουσικούς και σφίγγαμε ο ένας τον άλλον επάνω του. Φιλιόμασταν συνέχεια, με κάθε ευκαιρία, χωρίς λόγο και αφορμή, κι ακόμη όταν έπιασε βροχή και πλημμύρισε ο χώρος, δεν πτοηθήκαμε. Το βρήκαμε χαριτωμένο. Περπατούσαμε προς το ξενοδοχείο μέσα στα νερά, πάνω στις αυτοσχέδιες ράμπες των καταστηματαρχών, και το απολαμβάναμε. Η στάθμη της βροχής όλο κι ανέβαινε, μα εμείς χαχανίζαμε, δεν ήταν εμπόδιο, ούτε λόγος γκρίνιας.

Το επόμενο πρωί πήγαμε στην όπερα της Βενετίας, να τη δούμε από μέσα, και ξεμοναχιαστήκαμε μέσα σε ένα δωμάτιο που ήταν όλα επίχρυσα και αυτοκρατορικά. Αρχίσαμε και πάλι να χορεύουμε, να νταλαβεριζόμαστε, κι ας μας έβλεπαν από τις κάμερες ασφαλείας, εμάς στα τέτοια μας. Ας μας πέταγαν έξω. Θα ήμασταν μαζί.

Αυτή τη Βενετία έζησα, αυτή τη Βενετία αγάπησα, αυτή τη Βενετία αναζήτησα φέτος και αυτή τη Βενετία δεν βρήκα.

Φέτος η Βενετία με υποδέχτηκε με τα παιδιά μου και κατά μία έννοια είναι συγκινητικό ότι επέστρεψα σ’ αυτήν με τα τρόπαια της ζωής μου. Αλλά δεν υπήρχε ρομάντζο, δεν υπήρχε ανεμελιά. Υπήρχαν δυο μωρά εκ των οποίων το μεγάλο ήθελε το κινητό «γιατί βαριόταν» (να σου αστράψω μία να σου πω εγώ που πληρώνω €20 τον χυμό στην πλατεία του Αγίου Μάρκου για να σ’ έχω να βαριέσαι), και ένα άλλο που ήταν συνέχεια στο αμαξάκι και όποτε έπρεπε να διαβούμε κανάλι μέσω γέφυρας το σηκώναμε στις πλάτες μας σαν τον Ραμσή τον δεύτερο σε περιφορά στην αγορά της Αιγύπτου και το μεταφέραμε. Νομίζω διέσχισα όλες τις γέφυρες της Βενετίας με τη Βαγγελιώ στο αμαξίδιο, εγώ μπροστά να σηκώνω τα τροχάκια, η Μπρέντα από πίσω να καθοδηγεί: «μη βιάζεσαι», «σιγά θα μου πέσει», «παναγία μου επύρωσα», «κράτα την ίσια» και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Με τούτα και μ’ εκείνα μπορείτε να φανταστείτε το εύρος της απογοήτευσης.

Στην πλατεία του Αγίου Μάρκου φέτος δεν έπαιζε το «Έντελβαϊς». Έπαιζε το «Don’t Cry For Me Argentina». Μέχρι και η ορχήστρα μας πήρε πρέφα. Και όταν αργότερα έπαιξαν το βαλς από το «Beauty and the Beast», δεν χόρεψα με τη Μπρέντα. Δεν το σκέφτηκε καν να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της. Πήρα τη Βαγγελιώ μου και το χόρεψα μαζί της. Μα ούτε αυτό με παρηγόρησε. Η Ευαγγελίτσα προτιμούσε να τρέχει πάνω-κάτω στην πλατεία και να τρομάζει τα περιστέρια παρά να «το ζήσει» με τον πατέρα της.

Κανείς δεν ήθελε να το ζήσει γενικώς.

Λυπάμαι.

Εν πάση περιπτώσει, αφήνοντας κατά μέρος τη ψυχανάλυση, και τις δικές μου αιώνιες προσδοκίες που σπανίως ευοδώνονται, να σας πω ότι η Βενετία θα είναι πάντα η Βενετία.

Δεν πα να έχει κουνούπια (μας τσίμπησαν σε εκατό σημεία), δεν πα να μυρίζουν μούχλα τα κανάλια της σε κάποιες γειτονιές (να σας θυμίσω ότι μένω πλησίον του Καϊμακλιού του οποίου το αποχετευτικό φτάνει στα ρουθούνια μας ολόχρονα), δεν πα να είναι άξεστα τα γκαρσόνια (καλά να μας κάνουν. Ήμασταν  η κλασσική, ταλαίπωρη χωρκατό-οικογένεια της Κύπρου – όλα αυτά που περιπάιζω- κι εγώ θα μας έβλεπα αφ’ υψηλού στη θέση τους), η Βενετία θα είναι για πάντα βασίλισσα. Και τίγκα στους τουρίστες να είναι, και να μυρίζουν οι μασχάλες τους μέσα στο βαπορέτο, δεν μπορείς να παραμείνεις αδιάφορος μπροστά στο μεγαλείο της.

Ένα θα σας πω, για να το ελαφρύνουμε, και να μας κάνετε εικόνα. Πήγαμε να πάρουμε μία γόνδολα. Κατέφτασε η βάρκα στην προβλήτα και άρχισε να κουνά σαν τραμπάλα από τα κύματα. Κρατούσα τη Μπουμπού, οπότε έπρεπε να προσέχω μην πέσουμε αμφότεροι στο κανάλι. Πίσω μου ο Αλέξης με τη Μπρέντα. Με το που πατώ στη γόνδολα, η Μπουμπού αποφασίζει να ρίξει στο κανάλι το μπιμπερό με το νερό που έπινε. «Μας έπεσε» είπα. Μέχρι να αντιληφθεί η Μπρέντα «τι μας έπεσε» οι φωνές ξύπνησαν όλη τη Βενετία. «Τι σου έπεσε; Το μωρό; Η κάμερα; Και γιατί την άφησες να σου πέσει; Μάζεψ’ την!» Τι να πρώτο-απαντήσεις σ’ όλα αυτά. Γίναμε θέαμα, όλοι οι τουρίστες από τα γύρω καφέ ήταν όρθιοι και μας κοίταζαν.

Μπήκα στη γόνδολα κακήν κακώς, η Μπουμπού έπαθε αμόκ από τις φωνές, από τη γόνδολα που κουνιότανε, που δεν ήξερε τι δουλειά έχουμε εμείς εκεί μέσα με έναν άγνωστο με τεράστιο μαρκούτσι να τραβάει κουπί, οπότε άρχισε να οδύρεται. Τι ήθελα κι εγώ τις ρομαντζάδες, τα φελιτσιτά και τα unite-unite Europe? Μέχρι να ηρεμήσουνε τα πνεύματα, μέχρι να καλμάρουμε το μωρό, μέχρι να προλάβουμε να χαμογελάσουμε για το ίνσταγκραμ, ο γονδολιέρης πάρκαρε, έσκυψε και μου είπε: «Ογδόντα ευρώ!»

Στον κώλο σου να τα βάλεις, σκέφτηκα να του πω, αλλ΄αντ’ αυτού, έβαλα το χέρι στη τσέπη και του τα έσκασα αβλεπί, τοις μετρητοίς. 



«Γκράτσιε μίλλε» και την επόμενη φορά που θα θέλω να αναβιώσω περασμένα μεγαλεία εν είδει ρομαντικής κομεντί, να το ξανασκεφτώ.



Σάββατο, Αυγούστου 26, 2023

Από Το Μαυρογέριμο Στο Μαυροβούνιο

 

Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα το έφερναν έτσι οι συνθήκες και ότι θα κατέβαινα να πατήσω το ξερό μου και στο Μαυροβούνιο. Μια χώρα που μέχρι πριν 20 χρόνια δεν υφίστατο. Μια χώρα που για κανένα λόγο δεν θα σηκωνόμουνα να πάω στην καθισιά μου. Κι όμως να, μπήκε κι αυτή στον χάρτη των κατακτήσεων! Με μωβ καθώς βλέπετε:


Με πράσινο ανοιχτό οι χώρες που επισκέφτηκα μία μόνο φορά, με πράσινο σκούρο οι χώρες που πήγα πάνω από μία φορά και με μωβ η νέα προσθήκη. Όπως βλέπετε μου απομένει η Ανατολική Ευρώπη και τα βαλκάνια, αλλά ποιος θέλει να πάει στην ανατολική Ευρώπη και τα βαλκάνια; Μόνο αν με στείλουν εκεί σε συνέδριο ή με αεροπειρατεία! 


Το Μαυροβούνιο είναι μια ομορφιά. Εξ ου και οι Σέρβοι ουδέποτε το χώνεψαν ότι ανεξαρτητοποιήθηκε το ομορφότερο κομμάτι της χώρας τους, με δάκτυλο των μεγάλων δυνάμεων. Ο ξεναγός μας το είπε ευθαρσώς: Ουδέποτε καταλάβαμε γιατί διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία, ουδέποτε καταλάβαμε γιατί ήταν αναγκαίο να διαχωριστούμε από τη Σερβία. «Διαίρει και βασίλευε των μεγάλων», μας είπε με νόημα. «Γνωρίζουμε», του απάντησα.

«Μας έβαλαν και στο ΝΑΤΟ!» συνέχισε έκπληκτος ο ξεναγός. «Το Μαυροβούνιο στο ΝΑΤΟ! Ποιος να το πίστευε!» Κι εδώ θα συμφωνήσω. «Μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μας έχουν βάλει ακόμη, τόσα χρόνια μας τάζουν πως θα γίνουμε μέλη αλλά τα ζώα μου αργά. Βέβαια, τι να μπούμε να κάνουμε; Να γεμίσουμε Αφρικανούς λαθρομετανάστες; Βλέπουμε τι γίνεται στην Ιταλία, μια χαρά είμαστε και μόνοι μας!»

Παρόλο που οι μικρές χώρες δεν έχουν την πολυτέλεια να μην ανήκουν πουθενά, εντούτοις καταλαβαίνω τον πόνο του.

Ας αφήσουμε όμως τα πολιτικά. Το Μαυροβούνιο είναι εξαίσιο. Καταπράσινο, παραμυθένιο, και με μια αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ενετών που τους ανεβάζει επίπεδο. Ό, τι κτίστηκε επί ενετοκρατίας είναι πανέμορφο. Ό, τι κτίστηκε μετά, εκπέμπει κομμουνισμό και βαλκανίλα. Εμείς κατεβήκαμε στο Κότορ, μία περίκλειστη πόλη σαν την παλιά Λευκωσία, παρόμοια του Ντουμπρόβνικ και όλων των αδριατικών πόλεων με ιταλική επιρροή. Είναι συμπαθέστατη, παραμυθένια και μία χαρά όταν την περπατάς. Μέσα σε μισή ώρα την έχεις δει όλη. Εξ ου και κανονίσαμε με ένα τοπικό τουριστικό γραφείο να μας «πετάξουν» και στο Πέραστ, ένα κοντινό θέρετρο που απέχει από το Κότορ όσο απέχει ο Πρωταράς από την Αγία Νάπα, για να δούμε και τίποτε άλλο.

Το Πέραστ είναι εξίσου πανέμορφο, μεσαιωνικό, ξεχασμένο, αγνό και ανέγγιχτο, αλλά βαρετό όσο δεν πάει. Σε αυτή τη ζωή δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Η παραμυθένια ομορφιά συχνά συνάδει με τη βαρεμάρα. Η ασχήμια έχει περισσότερο ενδιαφέρον, παρ’ ότι δεν υποφέρεται. Στο Πέραστ πήραμε ταχύπλοο και επισκεφτήκαμε και το νησάκι με την εκκλησία της Παναγίας τους. Είναι μία πολύ χαρακτηριστική εικόνα, όσοι βλέπατε Γιουροβίζιον θα την έχετε δει να περιφέρεται σε διάφορες καρτ ποστάλ και φιλμάκια των αποστολών ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’80 και ‘90.

Βγάλαμε φωτογραφίες, βγάλαμε βίντεος, φάγαμε και τα παγωτά μας και επιστρέψαμε στο πλοίο.

Οι Μαυροβούνιοι, εξαιρουμένου του ξεναγού μας που μιλούσε με ευφράδεια τα Αγγλικά και ήταν γενικότερα εξευρωπαϊσμένος άνθρωπος, είναι λίγο μουντρούχοι. Αγγλικά με τα χίλια ζόρια, μούτρα κατεβασμένα, εξυπηρέτηση σε ύφος «στον λαιμό να σας κάτσει», και μία κακομοιριά διάχυτη. Ο ξεναγός μας είπε ότι παρά τον παράδεισο στον οποίο έχουν την τύχη να ζουν, το μέσο εισόδημα ενός ζευγαριού στην ηλικία των 30-35 είναι τα €700 και ότι πολλά νέα ζευγάρια ζουν σε φθηνά πανδοχεία γιατί η τσέπη τους δεν σηκώνει το νοίκι. Μιζέρια. 

Δεν χρειάζεται να το πω ρητά ότι δεν με ενδιαφέρει να ξανά πάω. Ούτε από πάνω να περάσω που λέει ο λόγος.

 Φυσικά, όλα είναι σχετικά. Μία συνταξιδιώτισσα από τον Καναδά την οποία γνώρισα εν πλω κατά τη διάρκεια μίας δημοπρασίας έργων τέχνης μου (πάω και σε τέτοια για να το παίζω διανοούμενος), μου έλεγε ότι τη χειρότερη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας την εισέπραξε από τους Έλληνες, τους οποίους θεωρεί αγενέστατους. «Είναι δυνατόν να μπαίνεις στο κατάστημά τους και να σου λένε αυστηρά ‘μην αγγίζετε’ στα προϊόντα; Στον Καναδά οι υπαλλήλοι αν δεν είναι super nice απολύονται! Στο Μαυροβούνιο πουθενά δεν μας μίλησαν με τέτοιο τρόπο!» 

Βλέπετε; Έτσι δημιουργούνται τα στερεότυπα, έτσι διαδίδονται οι φήμες. Φυσικά η εν λόγω Καναδή ήτο και ολίγον τι μαλακισμένη. Όσο κάθισα μαζί της δεν σταμάτησε να γκρινιάζει ότι η δημοπρασία προχωρούσε με αργούς ρυθμούς, χλεύαζε τον συντονιστή συνέχεια, και ανυπομονούσε να αγοράσει ένα πίνακα τον οποίο ήλπιζε να κατοχυρώσει στα 1.800 δολάρια. «Χίλια οκτακόσια δολάρια; Τέτοια φτήνια εμείς δεν θα την καταδεχόμασταν στο σπίτι μας. Πόσο μάλλον να πάρουμε έργο τέχνης από δημοπρασία κρουαζιερόπλοιου σαν πτωχάλες! Σε λίγο θα μας πείτε ότι ψωνίζετε από τις προσφορές, τα καλάθια, και με τα κουπόνια!»

Αυτά τα είπα από μέσα μου. Απέξω μου της είπα «nice talking to you».

Ακολουθεί όπως πάντα φωτορεπορτάζ: 


Το νησάκι με τη Lady on The Rocks επάνω. Κάτω, βλέπετε πώς είναι από μέσα. 



Και η πανέμορφη θέα από ένα παράθυρο ανοιγμένο, μέσα από την εκκλησία. 


Τα ενετικά τείχη του Κότορ λίγο πριν περάσουμε την πύλη της παλιάς πόλης. 


Το Πέραστ. 


Η πλατεία που καθίσαμε και φάγαμε στο Κότορ. Χαρούμενη, πολύχρωμη, και με ανυπόφορη ζέστη.


Κάθε βαλκανική χώρα έχει και την Έφη Θώδη της. 




Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2023

Κρουαζιέρα Θα Σε Πάω Γιατί Σε Νοιάζομαι Και Σ' Αγαπάω

 

Οι διακοπές μου φέτος ήταν άκρως χορταστικές και θαρραλέες.

Η τελευταία φορά που πήγαμε οικογενειακώς διακοπές ήταν το μακρινό πια 2019, προ πανδημίας, στην Αυστρία με τον τρίχρονο Αλέξη. Ο Αλέξης οδεύει στα εφτά έτη αισίως φέτος τον Νοέμβρη και ανάμεσα σ’ αυτό το διάστημα πέρασε την πανδημία του κορωνοϊού, το σοκ του να αποκτάς αδελφάκι (και τι αδελφάκι!), τα οποία τον καθήλωσαν στην ενάλιαν γη Κύπρο για τέσσερα χρόνια. Αυτά τα τέσσερα έτη μας φάνηκαν μια αιωνιότητα. Κάναμε σαν τρελοί να ταξιδέψουμε φέτος κάπου εκτός του πυρωμένου βράχου, αλλά πάντα εντός του πλαισίου που ορίζει η παρουσία ενός δίχρονου και ενός εξάχρονου.

Εξ ου και επιλέξαμε την κρουαζιέρα που βολεύει. Τους έχεις στοιβαγμένους πάνω στο πλοίο όλη μέρα, τους κατεβάζεις λίγο στα νησιά να πάρουν αέρα και να αλλάξουν διάθεση και ύστερα τους κοιμίζεις τέζα. Η κρουαζιέρα ήταν εγγύηση. Ήταν κάτι που ξαναζήσαμε με τη Μπρέντα στον μήνα του μέλιτος και μας είχε μείνει ως μία αξέχαστη εμπειρία, τολμώ να πω ότι υπερκάλυψε ακόμη και την επίσκεψη μας στη Ντίσνεϊλαντ του Ορλάντο για την οποία γνωρίζετε τι συναισθήματα αγάπης τρέφω.

Οπότε, με το που ακούσαμε ότι η Royal Carribean κατέβηκε στη μεσόγειο, δεν το σκεφτήκαμε δυο φορές. Κλείσαμε τις διακοπές από τον περασμένο Ιανουάριο, με συνοπτικές διαδικασίες κιόλας και μετρούσαμε τις μέρες. Ήταν ένα ταξίδι εξαιρετικό, με την έννοια ότι είδαμε πολλά νησιά μαζεμένα (να σας πω ότι εμείς βαριόμαστε τρομερά τις διακοπές στα ελληνικά νησιά, αλλά υπό τις περιστάσεις ήταν ό, τι πρέπει, και μ’ ένα σμπάρο είδαμε τέσσερα τρυγόνια) ήτοι τη Μύκονο, τα Χανιά Κρήτης, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Εκτός αυτών, περάσαμε και μία μέρα στο Μαυροβούνιο το οποίο είναι ένας σπάνιος προορισμός, απ’ αυτούς που δεν υπάρχει περίπτωση να σηκωθείς να πας από μόνος σου στα καλά καθούμενα, και κάναμε φινάλε στη Ραβέννα της Ιταλίας η οποία απέχει δύο ώρες απ’ τη Βενετία. Μείναμε στη Βενετία δυο βράδια. Καλύτερο δεν μπορούσε να γίνει το φινάλε.

Αναφορικά με τα νησιά, στη Μύκονο και τα Χανιά είχα ξαναπάει, αλλά θεωρώ ότι είναι ούτως ή άλλως must προορισμοί και ήταν εξαιρετική ευκαιρία να τους επισκεφτεί και ο Αλέξης που δεν έχει ξαναπάει. Η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα ήταν νέες προσθήκες στον χάρτη. Δεν μπορώ να πω ότι στις 6-7 ώρες που είχαμε στη διάθεσή μας προτού αναχωρήσει το πλοίο, ότι είδαμε τα νησιά σε αντιπροσωπευτικό βαθμό, αλλά πράξαμε το κατά δύναμη. Ομολογώ ότι η Ζάκυνθος σαν τοπίο μου άρεσε, αλλά η χώρα της δεν με ενθουσίασε. Αντιθέτως, η Κέρκυρα έκλεψε την παράσταση, τη λάτρεψα (ίσως επειδή θυμίζει Ιταλία;), και θέλω να επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία να τη χαρώ εις βάθος. Πήγαμε και στο φρούριο (ανέβηκα ως τον φάρο με τον Αλέξη παίζοντας πειρατές και μπαίνοντας μέσα σε όλες τις «φυλακές» ψάχνοντας για σκελετούς και μυστικά περάσματα – θα σέβεστε), πήγαμε και στο ποντικονήσι, τιμήσαμε και «τα καντούνια τα στενά που τα ‘χω σεργιανίσει», προσκυνήσαμε και στον «Άγιο μου Σπυρίδωνα» (διαβάζεται με φωνή Ρένας Βλαχοπούλου), δεν μπορώ να πω. Αδράξαμε τη μέρα.

Θεωρώ ότι η Κέρκυρα απέχει μακράν σε ομορφιά από τα προηγούμενα νησιά που σας ανέφερα και απορώ γιατί έπρεπε να φτάσω στα 42 για να την επισκεφτώ. Είναι τρομερό νησί. Θα ξαναπάμε, ει δυνατόν Πάσχα, για να δούμε και το έθιμο με τις στάμνες. 

Το κρουαζιερόπλοιο μας ήταν το Enchantment of the Seas. Μπορεί να μην ενδιαφέρει κανέναν ποιο ήταν το πλοίο μας εφόσον δεν ήταν ο Τιτανικός, αλλά για όλους όσοι τους απασχολεί το θέμα κρουαζιέρα και όλοι όσοι είχατε την πολυτέλεια να ταξιδέψετε στο παρελθόν με το Oasis of the seas (που θεωρείται το διαμάντι της συγκεκριμένης εταιρείας), το Enchantment είναι μία εμφανής και ορατή διαβάθμιση. Είναι σκαρί του 1997 και παρόλο που ανακαινίστηκε πρόσφατα, το καταλαβαίνεις ότι είναι λίγο… «παλιό». Φυσικά, δεν του λείπει τίποτε, απ’ όλα διαθέτει, και το θέατρο του (που είναι πολύ καλύτερο από όλα τα θέατρα που διαθέτουμε στην Κύπρο), και τις τέσσερεις πισίνες του (η μία εσωτερική), και το kid´s club του, και το καζίνο του, τέσσερα μπαρ – αίθουσες χορού, αίθουσα βιντεοπαιχνιδιών, γκαλερί, όροφο με καταστήματα κτλ. Επί της ουσίας δεν σου λείπει το παραμικρό, αλλά το αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι "σημερινό". Φαίνεται στη μοκέτα, στην αισθητική που είναι λίγο 90ς με την κακή έννοια, στα ντουλάπια / κομοδίνα της καμπίνας που είναι ντεμοντέ.

Φυσικά, για εμάς τους Κυπρίους που ακόμα κουβαλούμε τα ψυχολογικά προβλήματα που μας δημιουργήθηκαν ταξιδεύοντας με τα πλοία του Λούη στους Αγίους Τόπους τη δεκαετία του ’90, τα πλοία της Royal Carribean όσο παλιά κι αν είναι, σε αποζημιώνουν με το παραπάνω και σου κλείνουν όλες τις πληγές φοβίες που δυνατόν να προκλήθηκαν έκτοτε. Εγώ αγάπησα ξανά την έννοια της κρουαζιέρας εξαιτίας της Royal Carribean (Αρκετή διαφήμιση σας έκανα, περιμένω δώρο).

Το δε ψυχαγωγικό πρόγραμμα του πλοίου κάλυπτε όλα τα μήκη και πλάτη, δεν υπήρχε περίπτωση να βαρεθείς. Κάθε ώρα και λεπτό υπήρχαν happenings σε όλα τα καταστρώματα, για όλα τα γούστα. Προσωπικά συμμετείχα σε τρία μουσικά κουΐζ (ένα για τραγούδια των Queen, ένα για τραγούδια του Ντίσνεϊ και ένα για τραγούδια των Abba). Σε ένα απ’ αυτά κέρδισα και το πρώτο βραβείο που ήταν ένα... ανοιχτήρι με το λογότυπο της εταιρείας. Σοβαρολογώ. Τα βράδια πηγαίναμε σε μία αίθουσα όπου λάμβανε χώρα παιδικό ΚΑΡΑΟΚΕ και ο γιος μου βαθμολογούσε τα παιδάκια που τραγουδούσαν (σε κάποιες περιπτώσεις ήθελα να σηκωθώ και να κάνω φόνο, όχι μόνο επειδή τα παιδάκια τραγουδούσαν παράφωνα αλλά επειδή οι γονείς τους τα έστελναν να τραγουδήσουν με το ζόρι για να ικανοποιήσουν τη δική τους ματαιοδοξία. Όταν έβλεπαν ότι το μωρό δεν ανταποκρινόταν και έχασκε μπροστά στο μικρόφωνο, σηκώνονταν και τελείωναν το τραγούδι οι ίδιοι). Όταν ο Αλέξης νύσταζε τον έστελνα στην καμπίνα και πήγαινα να παίξω ρουλέτα.

Πρώτη φορά στη ζωή μου έπαιξα σε καζίνο. Τον φοβάμαι λίγο τον τζόγο, χώρια που κουβαλώ ένα φόβο από μικρός ότι πάντα είμαι άτυχος σ’ αυτά και «πάντα χάνω». Όμως δεν ήθελα να πέφτω να κοιμάμαι με τις κότες και σκέφτηκα να το δοκιμάσω κι αυτό μια φορά στη ζωή μου. Το τι είδαν τα μάτια μου στη ρουλέτα δεν περιγράφεται. Αμερικάνοι να πετάνε του κρουπιέρη εκατονταδόλαρα ωσάν να είναι πετσετάκια και να τα χάνουν μέσα σε 10’ λες και είναι το πιο καθημερινό πράγμα στον κόσμο. Εγώ έπαιξα όλα κι όλα πενήντα ευρώ και ακόμα το φυσώ και δεν κρυώνει που τα έχασα. Εμ, ποντάροντας όλη νύχτα μια στο μαύρο μια στο κόκκινο, δεν βλέπεις χαΐρι. Πάντως, έχει τρομερό ενδιαφέρον να κάθεσαι και να κόβεις φάτσες γύρω από τις ρουλέτες. Να προσπαθείς να τους ψυχολογήσεις, να διερωτάσαι τι δουλειές κάνουν όλοι αυτοί και τζογάρουν με τόσο πάθος, με τόση απληστία, και άλλοι με τόση αδιαφορία ως προς το αν κερδίσουν ή αν θα χάσουν. Είχε ένα ηλικιωμένο Βραζιλιάνο που έπαιζε με τον μεσόκοπο γιο του μια περιουσία και παρόλο που συνέχεια έχαναν συνέχιζαν απτόητοι. Και είχε και μία συνταξιούχα Αμερικάνα η οποία μάλιστα ήρθε κι έκατσε με τις πατερίτσες (!) δίπλα μου, η οποία όταν άλλαξε ο κρουπιέρης σηκώθηκε και έφυγε γιατί καθώς μου εξήγησε «άλλαξε και το γούρι!» (Πολύ "χαρτοπαίχτρα" φάση). Γράφεις βιβλίο με αυτά που βλέπεις. Τι δουλειά είχα κι εγώ ανάμεσα σε όλους αυτούς ένας Θεός ξέρει, πάντως όποτε κέρδιζα 5-6 δολάρια το καταφχαριστιόμουν και φαντασιωνόμουν ότι θα φύγω από εκεί μέσα σαν τον Σκρούτζ, εκατομμυριούχος. Αμ, δε!

Κάτι άλλο που είδα στο πλοίο και μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν το γεγονός ότι πολλοί επιβάτες, κυρίως Αμερικάνοι, έγραφαν τα παιδιά τους στο kids club από το πρωί που άνοιγε και τα παραλάμβαναν το βράδυ που έκλεινε. Στο μεταξύ, κατέβαιναν αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι στα νησιά, περιφέρονταν, κολυμπούσαν, έκαναν τη ζωούλα τους, αφήνοντας τα παιδιά τους στο έλεος των φροντιστών εν πλω. Το γεγονός ότι δεν είχαν άμεση επικοινωνία με το kids club (σε κάποιες περιπτώσεις το κρουαζιερόπλοιο δεν έδενε καν στο λιμάνι, αλλά παρέμενε στα ανοιχτά και δεν είχες πρόσβαση σ’ αυτό όποτε σου καπνίσει) δεν έδειχνε να τους απασχολεί. Μη μιλήσω για το ενδεχόμενο να σηκωθεί να φύγει το πλοίο εξ αιτίας κάποιου απρόοπτου γεγονότος και να μείνεις εσύ στο νησί και τα παιδιά σου πάνω στο πλοίο μόνα τους. Τι να πεις πια!

Μιας και μίλησα για απρόοπτα να σας πω ότι ένα πρωινό ξυπνήσαμε με τη φωνή του καπετάνιου να μας ενημερώνει από τα μεγάφωνα πως λόγω ενός προβλήματος υγείας ενός εκ των επιβατών, το πλοίο έπρεπε να αλλάξει πορεία, να κατευθυνθεί στις ακτές της Ιταλίας ώστε να μπορεί να πλησιάσει ένα ελικόπτερο και να τον παραλάβει. Δεν μας είπε τι έπαθε ο επιβάτης, αλλά οι ψίθυροι στα καταστρώματα μιλούσαν για καρδιακό επεισόδιο. Εν ριπή οφθαλμού το κατάστρωμα άδειασε, μαζεύτηκαν τα κρεβατάκια, έκλεισαν οι πισίνες, απομακρύνθηκαν άπαντες και το κατάστρωμα μεταμορφώθηκε σε χώρο προσγείωσης ελικοπτέρου. Ενόσω διήρκησε η διάσωση είχαμε αυστηρές οδηγίες όπως παραμείνουμε εντός του πλοίου και να μην τολμήσουμε να βιντεοσκοπήσουμε ή φωτογραφίσουμε το παραμικρό από την όλη διαδικασία. Πειθάρχησαν άπαντες. Εμείς μείναμε στο λόμπι όπου λάμβανε χώρα μάθημα γιόγκα και ζούμπα (τραγικό!), και προσπαθούσαμε να απασχοληθούμε. Το πόσο στεναχωρήθηκα για τον άνθρωπο δεν περιγράφεται κι ας μην είχα ιδέα ποιος ήταν. Όταν είδα το ελικόπτερο να αχνοφαίνεται από ένα φινιστρίνι συγκινήθηκα. Όταν μας ανακοινώθηκε ότι το ελικόπτερο παρέλαβε τον ασθενή και απομακρύνθηκε με επιτυχία ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και χαρούμενες ιαχές. Ήταν πολύ συγκινητικό.

Τα υπόλοιπα, περί Μαυροβουνίου, Βενετίας κτλ, θα σας τα πω άλλη μέρα. Ακολουθεί σύντομο φωτορεπορτάζ:


Το κατάστρωμα. Οι γέφυρες φωτισμένες, ωραιότατες, είχαν κάτι από "Καλατράβα". 


Λοιπόν, εδώ έχει ζουμί. Εδώ βλέπετε δυο πόρτες από καμπίνες διακοσμημένες με χειροτεχνίες επιβατών, εικάζω Αμερικανών οι οποίοι τρέπονται και τέρπονται με τέτοιες ηλίθιες χαριτωμενιές. Διάβαζα στα γκρουπ στου φέησμπουκ ότι οι επιβάτες και δη οι έμπειροι, δεινοί επιβάτες, επιδίδονται σε έναν άτυπο διαγωνισμό ως προς το ποιος έχει διακοσμήσει πιο όμορφα την καμπίνα του. Αν περιφέρεσαι στους διαδρόμους του ξενοδοχείου του πλοίου θα βρεις πολλές τέτοιες. Μάλιστα, υπάρχει και ένας μυστικός κωδικός. Αν δεις πόρτα με ανανάδες πρόκειται για swingers που ψάχνονται και είσαι ευπρόσδεκτος να "χτυπήσεις". Ανανάδες δεν είδα όσο κι αν είχα ανοιχτά τα μάτια μου, πάντως.




Μια φωτογραφία των ακτών της Αλβανίας ένα συννεφιασμένο απόγευμα που αφήσαμε την Κέρκυρα και κατευθυνόμασταν στο Μαυροβούνιο. 


    Το τελευταίο μας βράδυ στο πλοίο, οι εργάζομενοι μας κούνησαν το μαντίλι, ή μάλλον τη σημαία της χώρας προέλευσής τους. Υπάλληλοι από εξήντα ένα διαφορετικά έθνη εκπροσωπούνται στο Δυναμικό του εν λόγω πλοίου. Παρέλασαν περήφανοι ενώ οι πιο τολμηροί στο άκουσμα της χώρας τους παρουσίασαν και ένα μίνι χορευτικό. Πολύ Γιουροβίζιον και Ολυμπιακοί Αγώνες, το καταφχαριστήθηκα. Όσο πιο φτωχή η χώρα τόσο περισσότεροι οι εργαζόμενοι, όσο πιο προηγμένη τόσο πιο λίγοι. Π.χ. υπήρχαν πέραν των 100 Φιλιπινέζων και μόνο ένας Σουηδός (που μάλιστα ήταν ο καπετάνιος). Υπήρχε και μία ελληνική σημαία, αλλά παραδόξως την κρατούσε ένας ασιάτης. Δεν ξέρω να σας πω περισσότερα. 


Το θέατρο του πλοίου. Αντιλαμβάνεστε από την αισθητική ότι εκπροσωπεί μια άλλη εποχή. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να είναι πιο άρτιο και πιο πλούσιο από οτιδήποτε λειτουργεί αυτή τη στιγμή στην Κύπρο. Τόσο ΓΤΠ είναι αυτή η χώρα. 


Εγώ, ένα βράδυ που έφυγα από το καζίνο και διαπίστωσα ότι στο κυρίως λόμπι λάμβανε χώρα 80ς πάρτι. Ένα χάρμα να βλέπεις τόσες φυλές μαζεμένες να διασκεδάζουν μαζικά. Από το πανεπιστήμιο είχα να δω τέτοια ωραία θεάματα. 


Το λόμπι την πρώτη μέρα της κρουαζιέρας. Με το που μπήκαμε μέσα αντικρίσαμε αυτό. Εντυπωσιακό δίχως άλλο. Τα μπαλόνια στο ταβάνι έπεσαν το βράδυ στο πάρτι καλοσωρίσματος. Η μπουμπού μου ενθουσιάστηκε που έπαιζε μπαλόνο-πόλεμο συνοδεία του Dancing Queen από τη ζωντανή ορχήστρα. 

Σάββατο, Αυγούστου 05, 2023

Στο Ηρώδειο

 

Το μάθατε, φαντάζομαι, ότι η Βίσση θα τραγουδήσει στο Ηρώδειο στα πλαίσια των εορτασμών για τα 50 χρόνια της καριέρας της. Αν δεν το μάθατε, μάθετε το και κυρίως χωνέψτε το. Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να πάω, αλλά δυστυχώς η συναυλία θα γίνει ημέρα Τετάρτη και δεν βολεύει, εξάλλου τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν μέσα σε τέσσερεις ώρες, οπότε χλωμό το ενδεχόμενο να έβρισκα εισιτήριο, ακόμη κι αν καθόμουν στην ουρά να περιμένω πρώτος-πρώτος. Θα είναι κρίμα να χάσω την απόλυτη αποθέωση – πάντα ήθελα να την απολαύσω και συνοδεία συμφωνικής ορχήστρας στα πιο λυρικά κομμάτια της, αλλά ελπίζω κι εύχομαι ότι με κάποιο τρόπο θα φέρει την παράσταση αυτή και στην Κύπρο κάποια στιγμή. Σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο με το να τη δεις στο Ηρώδειο κάτω από την Ακρόπολη. Αλλά απ’ τα ολότελα…

Και ας έρθουμε στο προκείμενο.

Με μεγάλο ενδιαφέρον παρατήρησα τις δημόσιες αντιδράσεις με την ανακοίνωση του ονόματος της Βίσση στο Ηρώδειο. Μπορεί κατά καιρούς να εμφανίστηκαν κι άλλα ονόματα της mainstream μουσικής σκηνής στο συγκεκριμένο χώρο (ακόμη και η Καλομοίρα η οποία ξεμύτισε από την γενέθλια τούρτα του Σαββόπουλου τραγούδησε το 2004 εκεί και δεν άνοιξε ούτε μύτη), αλλά με τη Βίσση έγινε ένας μικρός σάλος, και θυμήθηκα τα νιάτα μου, όταν εν έτει 1997 αν τολμούσες να πεις στο σχολείο ότι σου αρέσει η Βίσση και όχι οι Πύξ-Λάξ σε θεωρούσαν απόκληρο ρεζίλα. Φυσικά, πριν δυο χρόνια ο Στόκας έβγαλε ντουέτο με την Άννα, οπότε there you go, αλλά μετά από τόσα χρόνια ποιος νοιάζεται. Εγώ ανέκαθεν γνώριζα ποιου μεταξύ των δύο η μετοχή άξιζε περισσότερα.

Στο μεταξύ ανακοίνωσαν οι Μέλισσες ότι θα τραγουδήσουν κι εκείνοι στο Ηρώδειο, ενώ σήμερα ανακοινώθηκε και η συναυλία του Κωνσταντίνου Αργυρού στον ίδιο χώρο. Τόσος ντόρος και αντιδράσεις όμως δεν προκλήθηκαν όσες για την Άννα. Για τους δύο τελευταίους, κανείς δεν άκουσε, κανείς δεν είπε, κανείς δεν τοποθετήθηκε. Για την Άννα όμως και τι δεν ειπώθηκε! Ένας γνωστός μου μου έγραψε στο whatsapp πως «κάποτε επιτέλους πρέπει να καθαρίσει το Ηρώδειο από τα σκατά» (ναι, αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε – τόσο μένος!), ενώ άλλοι αδιάφοροι στα σόσιαλ διερωτήθηκαν «τι δουλειά έχουν τα πρόστυχα, τα μαύρα, τα εσώρουχα στο Ηρώδειο (σημείωση ότι αυτό δεν το λέει καν η Βίσση, αλλά ο Καρβέλας). Σήμερα ήρθε και μία τοποθέτηση από τη Μαρία Κουγιουμτζή, την κόρη του γνωστού συνθέτη, η οποία διερωτούνταν τι δουλειά έχει η Βίσση στο Ηρώδειο και ότι ανησυχεί για την πορεία του χώρου.

Τώρα θα μου πείτε, «σιγά τα άτομα» και θα συμφωνήσω. Μου κάνει όμως εντύπωση που εν έτει 2023 δεν έχουν εμπεδώσει όλοι τι πάει να πει Άννα Βίσση και ότι συνεχίζουν να εθελοτυφλούν μπροστά στην πορεία της. Κουφοί να ήταν, θα είχαν έλεος. Η Άννα έχει κάνει τα άπειρα τα τελευταία πενήντα χρόνια και έχει δοκιμαστεί επιτυχώς σε όλα τα είδη. Δεν έχει καταπιαστεί με κάτι που δεν ήταν επιτυχία τόσο εισπρακτικά ή μουσικά. Εντάξει, έβγαλε 1-2 δίσκους που δεν πούλησαν τα αστρονομικά αντίτυπα που ακούγαμε όλοι πριν 30 χρόνια, αλλά άλλαξαν οι εποχές. Κατά τα άλλα, τι να της προσάψεις;

Αν δεν τραγουδούσε η Βίσση στο Ηρώδειο ποιος θα τραγουδούσε;

Μου έγραψε ένα βλήμα στο τουίτερ τις προάλλες περιπαιχτικά «αγάπη από νάιλον». Δεν είναι φοβερό που ο κόσμος δεν μπορεί να αντιληφθεί το μεγαλείο της ποπ; Που δεν μπορεί να καταλάβει πόσο έξυπνο και πρωτότυπο κόνσεπτ είναι το νάιλον ως στίχος; Προφανώς δεν είναι ποίηση. Αλλά σιγά, αυτοί που δεν ακούν Βίσση ακούν μελοποιημένο Βρεττάκο και Ελύτη; Το νάιλον βγήκε πριν είκοσι χρόνια. Το ότι το θυμάται και το χρησιμοποιεί ως επιχείρημα κάτι δείχνει.

Ξέρω ότι η Βίσση έβγαλε και μικρά διαμάντια. Αυτά δεν τα έχω τόσο περί πολλού. Εγώ βρίσκω τη μαγεία και την ευφυία του Καρβέλα στα πιο «ξευτυλισμένα». Θέλω να πω, εγώ τον στίχο «amore mio che coza, πιες με σαν να ‘μια γκαζόζα» τον βρίσκω τρομερά χαριτωμένο για να κάτσω να ασχοληθώ με το «Δώδεκα και ούτε ένα τηλεφώνημα» που ναι μεν είναι ύμνος, αλλά δεν λέει και τίποτε εκτός του κόσμου τούτου. Αν δεν περιέχεται λίγη τρέλα σ’ αυτό που ακούς, λίγη προσωπικότητα, δεν αξίζει και τόσο. Προφανώς η επιτυχία είναι ένας συγκερασμός πραγμάτων και δεν φτάνει μόνο ο στίχος ή η μελωδία, αλλά ο Καρβέλας πάντα έβρισκε την ισορροπία ανάμεσα στα τραγούδια του. Κι αν κάποτε δεν την έβρισκε, του το συγχωρούσες γιατί συνολικά ήταν πάντα μέσα στην πεντάδα των σπουδαιότερων συνθετών του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Θα μου πεις είναι τώρα τραγούδια της προκοπής το «χούλα-χουπ μωρό μου», το «λάμπω σαν διαμάντι, σαν τον ήλιο», το «μπορείς απόψε να βγεις με όλες τις τσούλες της γης», και άλλα «ανορθόδοξα» σουξέ. Αν δεν μπορείς να δεις τη μαγεία που ενέχουν και πώς αυτά συμβάλλουν στην ανύψωση της διάθεσής σου, πώς συνέβαλαν στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, πώς έγιναν καλτ, πώς μεγάλωσαν μια ολόκληρη γενιά, τότε απλά σε λυπάμαι. Ναι, είναι παιδικά, εύπεπτα αλλά τη δουλειά τους την κάνουν. Αυτό είναι που αδυνατεί να δει ο εκάστοτε κουφός.

«Ναι, αλλά κάνουν για το Ηρώδειο;» θα μου πεις. Όχι βέβαια, γιατί να κάνουν για το Ηρώδειο. Το Ηρώδειο χωράει 5.000 άτομα. Προχθές η Βίσση τραγούδησε στο θέατρο Πέτρας και είχε 20.000 θεατές. Κρέμονταν από τα βράχια να την ακούσουν. Γιατί να θέλει να γεμίσει το Ηρώδειο που είναι μια τρύπα για τα κυβικά της; Ναι, είναι ιστορικό, είναι ειδυλλιακό, είναι επιβλητικό. Σιγά! Την ανάγκη του είχε η Βίσση! Το Ηρώδειο έπρεπε να παρακαλάει, όχι η Άννα αυτό. Χάρη του κάνουμε του Ηρώδειου.

Και να σας πω και κάτι που έχω συμπεράνει πολλάκις όλα αυτά τα χρόνια που το παίζω υπερασπιστής της και μονομάχος της. Όσο πιο άμουσος και αποτυχημένος είναι ο άλλος, τόσο περισσότερο την απεχθάνεται δημόσια. Δεν βρήκα ακόμα μουσικό κατασταλαγμένο και επιτυχημένο που δεν την παραδέχεται. Όσοι την ειρωνεύονται είναι κάτι μουσικοί πουθενάδες που ουδέποτε κατάλαβαν, και που αν με ρωτάτε, ούτε έχουν την ικανότητα να καταλάβουν. Βέβαια μπορεί να ισχύει και το άλλο, να καταλαβαίνουν αυτοί κάτι παραπάνω και να μην καταλαβαίνω εγώ. Κι αυτό μπορεί να ισχύει. Πάντως, οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Και οι αριθμοί είναι αντικειμενικοί δείκτες. Η Βίσση είναι η δεύτερη σε κατάταξη σε πωλήσεις στην Ελλάδα μετά την Χ. Αλεξίου από καταβολής δισκογραφίας. Κι αυτό με μετρήσεις προ δεκαετίας. Σήμερα μπορεί και να την έχει ξεπεράσει. Ας το ξεπεράσετε κι εσείς.

Την ηλίθια την κόρη του Κουγιουμτζή έχει από το μεσημέρι που τη βλέπω να προσπαθεί να απαντήσει στα σχόλια των θαυμαστών της  Άννας. Προ ολίγου τσέκαρα και είδα ότι διέγραψε τη δημοσίευση. Όλες αυτές οι κακομοίρες δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Γουότ ε πίτι!