Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2019

Το Βιβλίο Της Πεθεράς Μου

Η πεθερά μου, έγραψε βιβλίο και το εξέδωσε. Δεν είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, είναι το δεύτερο. Είχε κυκλοφορήσει πριν πολλά χρόνια και ένα άλλο στο οποίο μία δολοφονούσε τον πρώην της με μία τυρόπιτα (η τυρόπιτα είναι το αγαπημένο μου σνακ, πρέπει να προσέχω). Έγραψε και ένα θεατρικό έργο με τίτλο Actus Reus, το οποίο υπέβαλε σε ένα διαγωνισμό του ΘΟΚ και το οποίο διακρίθηκε. Παρουσιάστηκε σαν αναλόγιο στο θέατρο των Αποθηκών, αλλά και στην κυπριακή πρεσβεία στην Αθήνα.

Ήρθε σπίτι μας τις προάλλες και μας χάρισε δύο αντίτυπα από τις «Πεταλούδες στο Μπάνιο». ΄Ετσι λέγεται το καινούριο.  Ένα αντίτυπο για τον εγγονό της και ένα για την κόρη της. Εγώ δεν πήρα τίποτα, παρόλα αυτά κάθισα να το διαβάσω για να την ανακαλύψω. Να την καταλάβω. Η ίδια ισχυρίζεται ότι το βιβλίο είναι κατά ένα 10% στηριγμένο σε πραγματικά γεγονότα και κατά 90% σε μυθοπλασία. Εγώ που διάβασα 250 σελίδες μέχρι τώρα, ζήτημα να βρήκα δέκα σελίδες με φανταστικά γεγονότα. Της το επισήμανα και, κλασικά άρχισε να αμύνεται, το έκοψα για να μην τσακωθούμε. Επιμένει ότι πρόκειται για μυθοπλασία και ότι πρόκειται για προϊόντα της φαντασίας της. ΟΚ, δεν θα της το χαλάσω.

Είναι τίμια και αξιοπρεπέστατη η προσπάθεια της πάντως. Δεν πρόκειται για βιβλίο που θα επέλεγα να διαβάσω εγώ, είναι άλλο το τάργκετ γκρουπ της. Αλλά διαβάζοντάς το, είδα ότι είναι αρκετά προσεγμένο. Και την ιστορική έρευνά της έχει κάνει, και οι περιγραφές της παραστατικές χωρίς να κουράζουν, και τα πάντα. Το βλέπω να γίνεται εύκολα και σειρά εποχής. Διασκεδάζω καθώς αναγνωρίζω πρόσωπα και καταστάσεις από ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον και αναρωτιέμαι αν και εκείνοι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους και πως αισθάνονται γι' αυτό.

Τέλος πάντων, γιατί στα λέω όλα αυτά. Επειδή, κατά μία έννοια, ζήλεψα. Ξέρεις πόσα βιβλία ξεκίνησα να γράφω, ξέρεις πόσα θεατρικά ξεκίνησα και έμειναν στην μέση; Ποια μέση; Πιο κάτω κι απ’ τη μέση. Έγραψα ένα θεατρικό ολόκληρο στα 25 μου χρόνια αλλά σήμερα το έχω αποκληρώσει. Έκτοτε αποπειράθηκα να γράψω μία τηλεοπτική σειρά (έγραψα μόνο το πρώτο επεισόδιο, είπα τι μαλακία είναι αυτή και δεν ξανασχολήθηκα), καθώς επίσης ένα άλλο θεατρικό (έγραψα γύρω στις 20 σελίδες και στέρεψα) και πιο πρόσφατα ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την κυπριακή Δημόσια Υπηρεσία (έγραψα 110 σελίδες, το πιο πολύ που έχω φτάσει).

Συνήθως μου έρχεται μια ιδέα, λέω από μέσα μου «ωραία ιστορία, ας τη γράψω» αλλά στην πορεία είτε ξεφουσκώνει, είτε σκέφτομαι ότι πρόκειται περί σάχλας, είτε φοβάμαι να την μοιραστώ με άλλους. Διαβάζω μετά από καιρό αυτά που έγραψα και σκέφτομαι, «α, αυτό το έκλεψα από εκεί», «α, εκείνο το παραποίησα από εκεί» και συνειδητοποιώ ότι αδυνατώ να σκεφτώ μία αμιγώς φανταστική ιστορία που να είναι προϊόν δικής μου φαντασίας στο 100%. Ακόμα και αν αρχίσω να γράφω κάτι που πάει καλά, στην πορεία αρχίζω να βαριέμαι και το κανιβαλίζω μόνος μου. Όπως όταν χτίζεις ένα κάστρο στην άμμο και λίγο μετά το βαριέσαι κι ο ίδιος και του δίνεις μια κλωτσιά και το κατεδαφίζεις. Έτσι. Τα περισσότερα κείμενά μου καταλήγουν σε τσόντες. Πάω να γράψω ένα ρομάνζο, στην πορεία βαριέμαι τα πολύ ποιητικά λόγια και καταλήγω στα "πάρτα βαθειά μωρή καριόλα". Για να γελώ μόνος μου. 

Τώρα που κάθομαι στον καναπέ και κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο της πεθεράς μου και το περιεργάζομαι, το μυρίζω και το χαίρομαι, σκέφτομαι «γιατί όχι κι εγώ;!» Κι όμως δεν έχω καμία πειθαρχία, καμία έμπνευση, κανένα κέφι και πάνω απ’ όλα, δεν αισθάνομαι ότι έχω κάτι ενδιαφέρον να πω. Δεν έζησα καμιά εκτός του κόσμου τούτου εμπειρία που να αξίζει να αποτυπωθεί στα χαρτιά. Ούτε αισθάνομαι ότι μπορώ να φανταστώ κάτι που δεν ξαναφαντάστηκε κανένας. Χώρια οι οικολογικές ενοχές. Δεν αξίζει να κοπεί δέντρο για να τυπωθεί κάποια ιστορία μου. Τώρα θα μου πεις, άξιζε να κοπεί δέντρο για τους άλλους; Ίσως όχι. Σίγουρα όχι. Εγώ δεν θα έκοβα δέντρο για τον οποιονδήποτε. Αλλά, να που κόπηκαν και να που τυπώθηκαν.

Ποτέ δεν αποφάσισα ποιο είναι το σωστό. Να προσπαθήσεις και να εκδώσεις κάτι που αποτελεί την καλύτερη σου προσπάθεια έστω κι αν είναι μέτρια στα μάτια του πολλού του κόσμου, ή να έχεις επίγνωση της μετριότητάς σου και να απαλλάσσεις τον κόσμο απ’ αυτήν;

Ξέρω ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα στον κόσμο αν κρύβονταν όλοι πίσω από την ανασφάλεια τους. Εγώ πάντως, δεν είμαι ακόμα έτοιμος να αναλάβω οποιανδήποτε συγγραφική ευθύνη, ούτε να εκτεθώ παρόλη την υπερέκθεση εδώ μέσα τόσα χρόνια.

Λοιπόν. Το βιβλίο της πεθεράς μου είναι αυτό:



Κυκλοφορεί σε διάφορα βιβλιοπωλεία. Αν το δείτε μπροστά σας να το αγοράσετε μπας και βγάλει κάνα φράγκο, ξεπεράσει εκείνη την ξινή Αγγλίδα του Χάρι Πόττερ και γίνουμε όλοι δισεκατομμυριούχοι. Είναι το καλύτερο βιβλίο! Το καλύτερο πράμα που θα διαβάσεις φέτος! Για να μην λέει ότι δεν την προωθώ. Ότι δεν έχω να πω μια καλή κουβέντα. 

Τρίτη, Δεκεμβρίου 03, 2019

Περί Γυναικοκρατίας

Νισάφι με το θέμα έλλειψης γυναικών στη Κυβέρνηση, νισάφι!

Πάνε τώρα δυο μέρες δεν συζητάμε άλλο πράγμα. Γελοίοι άνθρωποι.

Θέλετε γυναίκες στο Υπουργικό Συμβούλιο. Δεν υπάρχουν αρκετές. Οκέι.

Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό το ζήτημα δεν πρόκειται να λυθεί ποτέ ούτε κι αν ακόμα αποκτήσουμε γυναίκα πρόεδρο, έτσι;

Ο μόνος τρόπος να μπουν γυναίκες στις θέσεις των υπουργών, είναι να καταργηθούν οι διορισμοί. Δηλαδή, να υπουργοποιείσαι με εξετάσεις. Γραπτές εξετάσεις.

Οι γυναίκες είναι κατά βάση πιο διαβαστερές και πιο έξυπνες. Το λένε οι στατιστικές. Πετυχαίνουν καλύτερα στις γραπτές εξετάσεις, εξακριβωμένο. Αυτός θα ήταν και ο πιο τίμιος τρόπος να υπουργοποιείται κάποιος χωρίς σ’ αυτή τη χώρα χωρίς να καταντά έρμαιο του εκάστοτε προέδρου.

Σας διαβεβαιώ, επίσης, πως με αυτόν τον τρόπο θα έσφυζε η πολιτική ζωή του τόπου από γυναίκες. Πάρτε για παράδειγμα το Αστυνομικό Σώμα που πλέον αντιμετωπίζει προβλήματα λειψανδρίας, αφού όλοι οι επιτυχόντες στις γραπτές εξετάσεις για εισαγωγή στο Σώμα είναι γυναίκες. Βέβαια εκεί, παρουσιάζονται άλλα προβλήματα, καθώς γνωρίζω από πρώτο χέρι. Πρώτα πάνε και γίνονται αστυνομικίνες, και ύστερα αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον υπόκοσμο γιατί φοβούνται, «έχουν παιδιά», «μπορεί κάποιος να τις μουντάρει», αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και ουχί της παρούσης.

Τέρμα οι διορισμοί, ζήτω οι γραπτές εξετάσεις!

Γιατί δεν το εισηγείται καμία αυτό;

Αφενός γιατί αυτές που διψούν για καρέκλα γνωρίζουν και οι ίδιες ότι σε περίπτωση γραπτών εξετάσεων δεν θα έπιαναν ούτε τη βάση (μια ματιά στα ονόματα που ήδη πολιτικοποιούνται αποδεικνύει του λόγου τω αληθές), αφ’ ετέρου, επειδή το ζητούμενο δεν είναι να υπάρξει αξιοκρατία. Αλλά να βολευτούν οι βρωμισμένες των κομμάτων.

Ας βρεθεί ένα αφελές ζώο να εισηγηθεί κατάργηση των διορισμών, και όχι μόνο στο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά σε όλα τα οφίκια της Δημοκρατίας κι εγώ θα σταθώ μαζί του να διαδηλώσω.

Αλλά πού;

Το παν είναι να πωρώνουμε τις γυναικούλες ότι δεν εκπροσωπούνται επάξια και να ξεκατινιάζονται στα τουίτερ. Επί του προκειμένου, δηλαδή της αξιοκρατίας στα δημόσια αξιώματα, καμία ουσιαστική συζήτηση.

Συνηθίσαμε.


(Τα περί ισότιμης στρατιωτικής θητείας, ισότιμης άδειας πατρότητος και τα λοιπά, δεν τα συζητώ καν, ξέρουμε όλοι κατά βάθος ότι αποτελούν θέματα γι' ανέκδοτα, καμία δεν τα πιστεύει πραγματικά, και ότι όλα συμβαίνουν για το σούσουρο, και σε δουλειά να βρισκόμαστε).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2019

Τα Charts Της Δεκαετίας


Όπως είχα γράψει και σε ένα παλιότερο ποστ, από τα τριάντα μου έτη και μετά με ελάχιστα νέα τραγούδια έχω συνδεθεί. Δυστυχώς όσο μεγαλώνω η μόνη μουσική που μου δίνει ευχαρίστηση είναι η μουσική που μου ξυπνά αναμνήσεις. Οι μόνες μουσικές που μου χαρίζουν ευτυχία είναι αυτές που περιλαμβάνονται στη λίστα με τα τραγούδια των παιδικών μου χρόνων, των μαθητικών και φοιτητικών χρόνων, των χρόνων που έζησα τους πρώτους έρωτες. Από τα τριάντα και μετά έχω μόνο καμιά δεκαριά τραγούδια που μου θυμίζουν τη γυναίκα μου και τα ταξίδια μας, αλλά ουδέν καινούριο άσμα δεν έχει στιγματίσει με οποιονδήποτε τρόπο τη ζωή μου.

Θα μου πεις, τραγούδια είναι αυτά που γράφονται σήμερα; Ε, τα ίδια ακριβώς έλεγε και ο πατέρας μου για τα τραγούδια που κυκλοφορούσαν όταν ήμουν εγώ νιάτο. Και του απαντούσα «γέρασες και δεν μπορείς να εκτιμήσεις το τι ακούει η νεολαία». Μιας και τον ανέφερα, να πω ότι πλέον μου αρέσουν και τα τραγούδια που άρεσαν στον πατέρα μου, τα οποία τότε θεωρούσα παλιακά και μπανάλ. Πλέον, όμως, ακούω Μοσχολιού και Μαρινέλλα και στέκομαι σε στάση προσοχής.

Δεν έχω καταλήξει κατά πόσον η μουσική έχει να κάνει με ορμόνες που εκκρίνονται στη νεαρή ηλικία και αν χρειάζεται να συνδεθεί με όνειρα και ελπίδες της νιότης για να δώσει ευχαρίστηση στον εγκέφαλό μας. Διότι και λογικά να το σκεφτείς, αποκλείεται να μην υπάρχει και σήμερα ένα «καλό τραγούδι» στα ραδιόφωνα. Όλο και κάποιο θα υπάρχει. Γιατί δεν μας λέει τίποτα είναι που με παραξενεύει. Μήπως τελικά να μην μπορείς να εκτιμήσεις τη μουσική μετά από κάποια ηλικία; Μήπως να μην μπορείς και να την καταχωρίσεις στα αρχεία του εγκεφάλου σου επειδή… «γέμισαν;» Δεν ξέρω.

Πάντως, ναι, το ομολογώ. Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν βγήκε ούτε ένα τραγούδι με το οποίο να μπορώ να ταυτιστώ. Ομοίως, τα τελευταία δέκα χρόνια δεν κατάφερα να γνωρίσω δέκα ανθρώπους που να μπορώ να σου τους παρουσιάσω ως τους «καλύτερους». Βασικά, δεν ξέρω τι πήγε λάθος τα τελευταία δέκα χρόνια. Ενώ ήταν τα ευτυχέστερα της ζωής μου, εντούτοις, μπορεί και να πέθανα ψυχολογικά και να μην το ξέρω.

Με αυτά για πρόλογο, ας σου παρουσιάσω τα τραγούδια που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μου τα τελευταία δέκα χρόνια, όπως αυτά καταγράφηκαν από τον υπολογιστή. Είναι περίεργο που ο υπολογιστής ξέρει καλύτερα κι από μένα τι μου άρεσε και τι έπαιξα περισσότερο τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ εγώ βλέποντάς τα στη λίστα ουδέν συναίσθημα αισθάνομαι μέσα μου. Ας είναι, τα κομπιούτερ ξέρουν πάντα καλύτερα, οπότε δεν θα φέρω ενστάσεις.

Ας αρχίσουμε όμως με το τι έπαιξε περισσότερο τη χρονιά που φεύγει και μετά να πιάσουμε τα της δεκαετίας. Λοιπόν, το 2019 ήταν μια χάλια μουσική χρονιά, από την οποία το μόνο που κρατώ είναι ότι έβγαλε η Βίσση ένα ωραιότατο δίσκο. Αυτός μονοπώλησε το ενδιαφέρον μου. Παρόλο που κανένα τραγούδι δεν πρώτευσε στη λίστα, εντούτοις, πρώτη φορά στα χρονικά συμπεριλαμβάνονται τόσα πολλά τραγούδια από το ίδιο άλμπουμ μέσα στην 25άδα της χρονιάς. Η Γιουροβίζιον φέτος χτύπησε τα ρέστα της και το Soldi έγινε και με βούλα το πιο πολυπαιγμένο τραγούδι του θεσμού στην Ιταλία ξεπερνώντας ακόμα και το Volare από τη δεκαετία του ‘50. Όχι άδικα. Εκ των υστέρων πιστεύω ότι έπρεπε να είχε νικήσει φέτος η Ιταλία. Εμένα με νίκησε.


(Κλίκαρε πάνω στην εικόνα να τη δεις σε σωστό μέγεθος) 
Στην 25άδα θα δείτε και δυο τραγούδια από την ταινία της Μαίρη Πόππινς του 2018. Με ένα δίχρονο στο αυτοκίνητο να λέει «ξανά!» και «ξανά!» κάθε φορά που ακούγαμε τα εν λόγω τραγούδια δεν είναι παράλογο να μπαίνουν κι αυτά στη λίστα, πλέον. Είχα γράψει ότι τα τραγούδια της ταινίας δεν φτουρούσαν μία όταν την είχα πρωτοδεί στο σινεμά και είχα τεράστιες ενστάσεις ως προς εκείνα. Τελικά, όμως, από το πολύ το κυρελέησον, τα αγάπησα και ομολογώ ότι δεν τα βρίσκω καθόλου άσχημα σήμερα. Απλώς δεν μπορούσα να δεχτώ τότε ότι ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα, όπως άλλωστε και με κάθε τι καινούριο στη ζωή μου. 

Η δεκαετία φεύγει λοιπόν, και η λίστα με τα τραγούδια της Γιουροβίζιον που διαγωνίστηκαν μεταξύ 2010 και 2019 διαμορφώθηκε ως εξής:


Η αδυναμία που τρέφω στην Ιταλία εμφανής, με πέντε τραγούδια στην 25άδα. Η Κύπρος παρούσα με τρεις επιτυχίες αυτή τη χρυσή δεκαετία της ακμής της, ενώ η Ελλάδα που ήθελε ΣΥΡΙΖΑ δεν έβγαλε μισό χιτ που να αξίζει να καταγραφεί στο τοπ. 

Σε ξεχωριστή λίστα με μόνο τα τραγούδια που κέρδισαν, η δεκάδα διαμορφώθηκε έτσι:

Για να λέμε την αλήθεια, το Euphoria είναι ένα τραγούδι που πάντα απορούσα γιατί χαίρει τόσο ευρείας αποδοχής και απήχησης, κι ένας Θεός ξέρει γιατί το έβγαλα πρώτο. Αυστηρά ομιλώντας το καλύτερο τραγούδι που κέρδισε τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν το πορτογαλικό και μετά το ολλανδέζικο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν είμαι τόσο τζαζ σαν άνθρωπος και το πορτογαλικό ειδικά είναι ένα τραγούδι που θέλει συγκεκριμένη διάθεση για να το ακούσεις απρόσκοπτα στο αυτοκίνητο. Το σίγουρο είναι ότι τα σιχαμένα νικητήρια της Ουκρανίας και του Αζερμπαϊτζάν πήραν τον πάτο που τους άξιζε.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο συνολικό τοπ25 των τελευταίων δέκα χρόνων. Πολλή η Βίσση. Αλλά τι άλλο να ακούσεις πια; Δεν έμεινε και τίποτα. Βίσση με γεμίσματα από διάσπαρτα σουξέ ένθεν κακείθεν. Θα μου άρεσε να ήταν πιο ισορροπημένα τα πράγματα, αλλά τι να κάνουμε. Δυο αφτιά τα έχουμε, όσο μεγαλώνουν, μεγαλώνουν μαζί τους και οι εμμονές τους. 













Στο λαϊκό ρεπερτόριο πάντως, επικράτησε περισσότερη ποικιλία και χαίρομαι γι’ αυτό. 
  

Μέχρι και Βανδή με Παντελίδη κατάφερα να συμπτύξω μέσα. Αντικειμενικότατος, δεν μπορείτε να πείτε! 

Ας είμαστε καλά, κι ας είμαστε εδώ να δούμε τι θα ακούμε τα επόμενα δέκα χρόνια αν και φοβάμαι ότι ο εγκλωβισμός μου στα ‘90ς και ‘80ς θα είναι αναπόφευκτος. 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2019

Τα Φρικιά Των Χριστουγέννων

Δεν μας κόφτει αν στολίσατε χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Κατ’ ακρίβεια, ο μόνος λόγος για να μας κόφτει είναι για να επιβεβαιώσουμε ότι πάσχετε από ψυχιατρική διαταραχή και ότι άλλη δουλειά δεν έχετε να κάνετε.

Μέσα Νοέμβρη, ακόμα, και με το θερμόμετρο στους 30 βαθμούς κελσίου, με τι κέφι καθίσατε και στολίσατε; Με το κέφι του «βαριέμαι σπίτι μόνος μου, κάθομαι και στολίζω να περνά η ώρα παρά να τον κάνω λάστιχο;»

Το δέντρο θέλει και την απαραίτητη ατμόσφαιρα. Βροχή, μουντίλα, κρύο, τζάκι, χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα ηχεία. Από όλα αυτά, μόνο τα τραγούδια είναι εύκαιρα. Όλα τα άλλα ελλείπουν και δεν μπορείτε να τα δημιουργήσετε από μόνοι σας. Οπότε, τι δέντρα και μπαρμπούτσαλα μου κοπανάτε;

Και άντε και το στολίσατε. Σιγά τον Παρθενώνα! Γιατί να πρέπει να μας το δείξετε; Τι κρεμάσατε στο δέντρο και πρέπει να το δει όλη η πλάση μέσω του ίνσταγκραμ; Ράβδους χρυσού; Μπάλες πασπαλισμένες με σκόνη κοκαΐνης; Τα ίδια πλαστικά στολίδια από το Τζάμπο δεν κρεμάτε κάθε χρόνο; Σιγά το κατόρθωμα!

Το δέντρο (που επιβάλλεται να είναι πλαστικό, παρεμπιπτόντως) αφορά στα Χριστούγεννα. Και τα Χριστούγεννα έρχονται στις 25 Δεκεμβρίου. Άντε να στολίσεις το πολύ δέκα μέρες πριν! Νωρίτερα θεωρείται ψυχαναγκασμός και αθκειασεροσύνη, για να το πω κυπριακά.

Λατρεύω τα Χριστούγεννα, αλλά με όλα αυτά τα αδικαιολόγητα τρισευτυχισμένα Ελφς τριγύρω, κοντεύω να τα μισήσω!


Σας εύχομαι να σας καεί ή να πέσει πάνω σας και να σας πλακώσει μόλις το στολίσετε. 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2019

Υιός Ετών Τριών

Ο υπέροχος γιος μου, αυτό το θαύμα της φύσης, γίνεται σήμερα τριών χρονών.

Το πόσο ξετρελαμένος είμαι μαζί του δεν χρειάζεται να το πω. Σήμερα όμως θα το βροντοφωνάξω, ένεκα ημέρας.

Σκόρπιες ιστορίες.

Κατ’ αρχάς να σου πω ότι του έμαθα όλους τους ήρωες του Ντίσνεϊ απ’ έξω. Είναι φαν και με βούλα. Κάθε απόγευμα βλέπουμε μαζί από μια ταινία. Τις έχει δει όλες εκτός απ’ τη Χιονάτη επειδή «εκεί έχει μια κακιά». Του εξηγώ ότι σε όλες τις ταινίες υπάρχει ένας κακός αλλά για κάποιο λόγο θεωρεί πως μόνο η μάγισσα της Χιονάτης είναι πραγματικά κακιά. Οι υπόλοιποι μάλλον έχουν άλλοθι. Κρατά στα χέρια του όλα τα εξώφυλλα από τα dvd και σου κατονομάζει όλους τους ήρωες. Ξέρει επίσης όλα τα τραγούδια. Τα αναγνωρίζει και σου λέει από ποια ταινία είναι το καθένα. Στο αυτοκίνητο παίζουμε το playlist του Disney και από την πρώτη νότα ξέρει ποιο τραγούδι ακολουθεί (το κάνω κι εγώ αυτό, από μένα το κληρονόμησε. Ο επόμενός μου στόχος είναι να του μάθω τις σημαίες και τις πρωτεύουσες).

Είναι κοινωνικότατος.

Χθες πήγαμε στον γιατρό και ενόσω συμπληρώναμε μια φόρμα στη ρεσεψιόν γύρισε και είπε στη γραμματέα, «χμ, μοιάζεις με τη μαμά της φίλης μου της Βασιλικής!» Καθόλου κακή ατάκα για πέσιμο, όσο να πεις. Όταν μπήκαμε στο γραφείο του γιατρού, ο Αλέξης πήρε φόρα και πριν καλά-καλά προλάβουμε να πούμε καλημέρα, τού είπε αυστηρά: «γιατρέ, δεν θέλω να μου βάλεις τσιμπίδα!» (Εννοεί να του βάλει εμβόλιο. Τη σύριγγα τη λέει «τσιμπίδα»). Ο γιατρός γούρλωσε τα μάτια με έκφραση WTF. Ο γιος μου αμέσως άλλαξε ύφος, πήγε κοντά του, τον άγγιξε στοργικά και του είπε «πώς σε λένε εσένα, είπαμε;»

Κάθε βράδυ του διαβάζω παραμύθια. Κατά περιόδους κολλάμε σε ένα και το επαναλαμβάνουμε συνέχεια, ύστερα από καμιά βδομάδα βαριέται και περνάμε σε άλλο. Τα εμπεδώνει τόσο καλά που αν του ζητήσεις να στα διηγηθεί θα στα πει ακριβώς όπως τα έχω διηγηθεί εγώ, στον ίδιο τόνο φωνής και με τις ίδιες λέξεις. Έχει απομνημονεύσει κάθε μου λέξη, τόνο και ύφος. Προχθές το βράδυ μου είπε: «δεν είπες «και»!» Τι πράμα, του λέω; «Εδώ κανονικά λες και ένα «και»!» Αντιλαμβάνεστε… «Οκ, δεν πειράζει» του λέω. «Ξαναπές το, και πες «και»!» μου απαντά κοφτά.

Καθόμαστε δίπλα δίπλα στον καναπέ και τρώει μπισκότα. Εγώ παίζω με το κινητό. Γυρνά και μου λέει «θέλεις ένα, να σε κεράσω;» Πεθαίνω όταν μου λέει «να σε κεράσω». Του λέω «όχι, αγάπη μου!». Επιμένει, βγάζει ένα μπισκότο από το κουτί και μου λέει, γλυκά: «έλα, έλα». Τύπου, «πάρε ένα μην ντρέπεσαι». Ερμηνεύεται και ως «άσε το κινητό κάτω και ασχολήσου μαζί μου».

Ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια φέτος ήταν να αναπαριστούμε τον Αλαντίν την ώρα που μπαίνει στην Άκραμπα ως Πρίγκιπας Αλί καβάλα στον ελέφαντα. Σκαρφαλώνει στους ώμους μου και εγώ παριστάνω τον ελέφαντα. Εκείνος τον Αλαντίν. Βάζουμε το τραγούδι δυνατά και εγώ χοροπηδώ μέσα στο σαλόνι. Πάμε βόλτες πέρα δώθε και ο Αλέξης χαιρετά τα πλήθη σαν το Μεσσία. Έμαθε και λέει και τα λόγια, κάπως. Βασικά λέει "Πριν Αλί, Άλι Αμπάμπουααα". Παρακάτω δεν ξέρει. 

Στους παιδότοπους θέλει να παίξει με τα άλλα παιδάκια. Του λέω πήγαινε και συστήσου τους και ρώτα τους αν γίνεται να παίξεις μαζί τους. Αυτός πάει κορδωτός, κορδωτός συστήνεται λέγοντας φουλ ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ, «γεια σας, είμαι ο Αλέξης Αντίχριστου, μπορώ να παίξω μαζί σας;» αλλά συνήθως δεν λαμβάνει απάντηση. Αν μάλιστα πρόκειται για μεγαλύτερα παιδάκια μπορεί να εισπράξει και ειρωνική απάντηση αλλά ευτυχώς είναι ακόμα πολύ μικρός για να αντιληφθεί το μέγεθος της απόρριψης. Ζω για τη μέρα που θα μου πει «τι με φέρνεις να παίζω με τούτα ούλλα τα χωρκατόπαιδα!» να του απαντήσω «Δόξα σοι ο Θεός, πάμε να φύγουμε γιε μου, αργά τους κατάλαβες» και να ησυχάσουμε αμφότεροι. Εννοείται από τώρα κάνω σχέδια να πάω μαζί του όπου πάει να σπουδάσει και να μένω κάπου απόμερα, να μην ενοχλώ. Απλά να αισθάνομαι ότι αποδράσαμε μαζί.

Είναι σκληρός διαπραγματευτής.

Χθες βράδυ έπρεπε να κάνουμε μια μάσκα για τα βρογχικά του. Δεν ήθελε. Ενώ πέρσι την έκανε με ευχαρίστηση και υπό τύπον παιχνιδιού, τώρα ξεσυνήθισε και δεν θέλει. «Δεν είναι τίποτα βρε, ώσπου να μετρήσω μέχρι το πέντε θα έχει τελειώσει», του λέω. Απάντηση άλλης πλευράς: «Μέχρι το τέσσερα θα μετρήσεις!»

Κάποια μεσημέρια πάω και τον παίρνω εγώ από το σχολείο. Μόλις με δει να μπαίνω στο νηπιαγωγείο τρέχει ενθουσιασμένος κατά πάνω μου. Τον αρπάζω και τον σηκώνω ψηλά στην αγκαλιά μου. Αμέσως γυρίζει, κοιτάζει την τάξη του και λέει όλος περηφάνια και καμάρι: «παιδάκια, αυτός είναι ο μπαμπάς μου!»

Πόσην ευτυχία να αντέξεις; Είναι ο άνθρωπος που έκανε την ευτυχία να είναι δυσβάσταχτη. Να σου υποδεικνύει την ουσία. Την τραγικότητα της υπόλοιπης ζωής σου. Ένας δάσκαλος!




Χρόνια πολλά γιε μου υπέροχε!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2019

Οι Καλύτεροι Της Δεκαετίας

Στα πλαίσια της ενότητας τα τελευταία δέκα χρόνια πρέπει κάπου εδώ να σου μιλήσω και για τα “πρόσωπα της δεκαετίας”, όπως ακριβώς έπραξα και όταν έκλεινε η προηγούμενη, το μακρινό πια 2009. Οι παλιοί και τακτικοί αναγνώστες θα θυμάστε ότι τότε είχα κάνει ολόκληρο βίντεο για να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα άτομα που σημάδεψαν τη δεκαετία μου 2000-09 (η παρουσίαση, μάλιστα έγινε υπό τύπον Chart Show, που μεταδιδόταν τότε στην τηλεόραση του Alpha και του οποίου προγράμματος ήμουν φανατικός τηλεθεατής), αν το ψάξετε στα αρχεία μου θα το βρείτε

Τώρα, λοιπόν, καλούμαι να σας παρουσιάσω τα καινούρια δέκα πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία, αλλά φοβάμαι ότι θα σας απογοητεύσω. Πρώτον γιατί την τελευταία δεκαετία δεν περιτριγυρίζομαι από χιλιάδες φοιτητές, όπως την προηγούμενη. Δεν κάνω 500 γνωριμίες κάθε χρόνο όπως όταν ζούσα στην Αγγλία και κάθε χρονιά ήταν μια καινούρια έκπληξη με τις προσωπικοτάρες που έβρισκα στον διάβα μου. Περασμένα μεγαλεία! Εγώ τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι πια δημόσιος υπάλληλος. Κάνω αμάν να εντυπωσιαστώ από οτιδήποτε ευχάριστο και ευφάνταστο. Πόσες ευχάριστες εκπλήξεις μπορεί να κρύβει μία δημόσια υπηρεσία άλλωστε, της οποίας μάλιστα, οι υπάλληλοι δεν ανανεώνονται ποτέ, αλλά οδεύουν ακάθεκτοι και ομαδικώς προς στον ίδιο τάφο; Ρητορικόν το ερώτημα.

Επομένως καλά το προβλέψατε. Αυτή τη δεκαετία δεν μπορώ να βρω δέκα ολόκληρα άτομα να σας παρουσιάσω ότι και καλάμε σημάδεψαν”. Θα σου πω τα προφανή, που είναι εύκολο να τα μαντέψετε και μόνοι σας, δηλαδή τον γιο μου, τη γυναίκα μου, τη θεατρική ομάδα (ως σύνολο όμως) και τη Μαρίνα. Η Μαρίνα μπαίνει επάξια στη λίστα, είναι μια καινούρια φίλη που έκανα τα τελευταία δέκα χρόνια και είναι κρίμα που δεν μπορώ να τη συγκρίνω με άλλα 7 άτομα για να φανεί η υψηλή της θέση στη λίστα των πιο σημαντικών ανθρώπων. Είναι σαν μία μεγαλύτερη αδελφή που δεν έχω, ένα υπέροχο πλάσμα με το οποίο η μαυρίλα και ο κυνισμός μου ήρθαν κι έδεσαν, ε, αυτά. Δεν θέλει να τη λιβανίζω δημοσίως, εκείνη ξέρει κι αυτό αρκεί.

Το ερώτημα δεν θα έπρεπε να ήταν “ποια είναι τα πρόσωπα της δεκαετίας”. Το ενδιαφέρον ερώτημα θα έπρεπε να είναι τι απέγιναν τα προηγούμενα δέκα πρόσωπα και γιατί εξαφανίστηκαν και τα κατάπιε το μαύρο χώμα

Δεν αναφέρομαι σε όσους φίλους ζουν εκτός Κύπρου. Με τη πλειοψηφία εξ αυτών έχω επαφές, έστω και διαδικτυακές, και όσες φορές οι συνθήκες το ευνοούσαν καταφέραμε και βρεθήκαμε. Ήρθαν στον γάμο μου, πήγα εγώ στους δικούς τους. Κατακρίβειαν αν εξαιρέσω δυο μαλακισμένες με τις οποίες τσακώθηκα και με τις οποίες δεν θέλω πλέον επαφές, οι υπόλοιποι οκτώ βρίσκονται ακόμα στα πέριξ. Κι  εδώ έγκειται το δράμα μου, εδώ υπάρχει το ζουμί. Αφού βρίσκονται στα πέριξ γιατί σπανίως βρισκόμαστε, γιατί σπανίως τα λέμε, γιατί μια φορά τον χρόνο στην καλύτερη περίπτωση, κανονίζουμε καφέ και τα συναφή

Εγώ αυτό το πράμα δεν το καταλαβαίνω. Πώς γίνεται άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύεσαι, τα βρίσκεις, τους πας και σε παν, να φτάνεις μια καλήν ημέρα μαζί τους στο τέλμα. Δεν πιστεύω ότι δεν αγαπιόμαστε πια. Αγαπιόμαστε. Απλώς αναλωθήκαμε. Ξεζουμιστήκαμε. Τελειώσαμε το μπουκάλι. Και αυτό είναι ως ένα βαθμό φυσιολογικό, αλλά ταυτόχρονα, βέρι σαντ! Γιατί εγώ πιστεύω ότι όταν το μπουκάλι αδειάζει, αν περνάς καλά με την παρέα, παραγγέλνεις κι άλλο ή τέλος πάντων πας μόνος σου στη βρύση και το ξαναγεμίζεις. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι απλά αποδεχτήκαμε ότι οι ζωές μας γιαλλού τραβήξανε και γίναμε απλά ωραίες αναμνήσεις. Ειδικά σε μια χώρα σαν τη Κύπρο στην οποία και να κλάσεις πέφτεις πάνω σε γνωστό σου

Έχω μερίδιο ευθύνης, δεν λέω. Αλλά δεν είδα και καμία άλλη να παίρνει πρωτοβουλία. Όλοι φταίμε. Τώρα θα μου πεις εδώ άλλες κι άλλες σχέσεις πρώτου βαθμού ξεθωριάζουν και σβήνουν. Σωστά! Θα διαιωνιστούν σχέσεις που άνθισαν λόγω των περιστάσεων; Απ’ την άλλη, γιατί όχι; Οι σχέσεις είναι σαν τα φυτά. Ώσπου τις ποτίζεις ανθίζουν. Φτάνει το πότισμα να είναι συστηματικό. Και ποιος δεν θα ήθελε ένα ωραίο κήπο με ωραία, υγειή φυτά, να λέει τον πόνο του και να τον συμπονούν; Καταντήσαμε να τον λέμε μόνο του ψυχολόγου και μάλιστα με το αζημείωτο

Με αγχώνει και με λυπεί το γεγονός ότι και οι καινούριες  προσωπικοτάρες θα περάσουν μια μέρα στη λήθη του βολέματος και της καθημερινότητας. Με στεναχωρεί και με αποθαρρύνει να επενδύω σε ανθρώπους όταν τελικά όλοι καταλήγουμε να επικοινωνούμε μόνο όταν πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία σε κάποιο χώρο στάθμευσης


Τι τα θέλεις, μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε, δεν παίρνουμε μαζί μας κανέναν για παρέα

Έτσι λοιπόν. Δεν υπάρχουν δέκα πρόσωπα για τα οποία να μπορώ να σου μιλήσω αυτή τη δεκαετία. Για αυτά τα τέσσερα που ανέφερα έχω αναφερθεί πολλάκις. Θα ήταν πλεονασμός και πρήξιμο να στα ξαναπώ. Ας πιούμε στα επόμενα δέκα, τότε


Αμήν