Παρασκευή, Ιανουαρίου 24, 2020

Πέντε Χρόνια Γάμου


Πέντε χρόνια γάμου κλείνω σήμερα με την αγαπημένη μου Μπρέντα.

Πέντε χρόνια δεν είναι πολλά, αλλά δεν είναι και λίγα.

Τουλάχιστον ξεπεράσαμε άλλους γνωστούς μας που δεν άντεξαν ούτε δυο χρόνια μαζί. Γλιτώσαμε αυτό το ρεζιλίκι!

Το καλό είναι ότι αυτά τα πέντε χρόνια δεν ήταν βαρετά. Είχαν τα σκαμπανεβάσματά τους φυσικά, αλλά δεν ήταν βαρετά. Είτε ήμασταν στα καλά μας, είτε στα κακά μας, δεν ένιωσα στιγμή να (τη) βαριέμαι.

Εμένα ανέκαθεν η προτεραιότητά μου ήταν το πρόβλημα που προκύπτει σε ένα γάμο, να λύνεται. Αν τα δυο μέρη έχουν διάθεση να λύσουν το πρόβλημα, ας έρθουν όσα προβλήματα θέλουν. Το πραγματικό, το επικίνδυνο, το απειλητικό το πρόβλημα προκύπτει όταν υπάρχει πρόβλημα, αλλά το αντιλαμβάνεται μόνο ο ένας. Όταν ο άλλος κωφεύει ή αδιαφορεί. Έτι περισσότερον όταν υποτιμά το πρόβλημα που βλέπει ο άλλος και τον θεωρεί υπερβολικό. Δεν νοείται, κατά τη γνώμη μου, να φωνάζει ο ένας ότι «βλέπει το παγόβουνο να ‘ρχεται» και ο άλλος να σφυρίζει αδιάφορα, ή να λέει «έλα μωρέ τώρα, σιγά το παγόβουνο, θα το προσπεράσουμε. Και πάνω του να τρακάρουμε, πόση ζημιά να κάνει πια;» Θα κάνει. Και πολλή μάλιστα!

Πιστεύω ότι σ’ αυτή τη πτυχή της σχέσης μας σημειώσαμε κάποια πρόοδο.

Ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι της σχέσης είναι να εξοικειωθείς με τα κουσούρια του άλλου. Δεν μπορείς να τον/την αλλάξεις. Αν θέλει να αλλάξει από μόνη της, καλώς. Αλλά με παραινέσεις, εκβιασμούς και τελεσίγραφα δεν γάμησε επιβίωσε κανένας. Μπορώ να πω ότι πλέον χώνεψα ότι κάποια πράγματα έτσι ήταν, έτσι θα ‘ναι, και έτσι θα παραμείνουν. Τα έχω αποδεχτεί. Και δεν φαντάζεσαι τι ψυχολογική δουλειά χρειάζεται για να αποδεχτείς τα ελαττώματα του άλλου. Δεν περιμένω τίποτα, ούτε προσδοκώ τίποτα, ό, τι δεν αλλάζει το αλλάζω μόνος μου, με τους ρυθμούς που εγώ πιστεύω ότι πρέπει να αλλάξει ή να γίνει, και όλα καλά.

Ήμουν κατά του γάμου νεότερος. Όσο μεγαλώνω πιστεύω ότι ο γάμος είναι απαραίτητος. Όχι μόνο για σκοπούς συντροφικότητας και παρέας. Μπορεί να είσαι πολύ δυνατός χαρακτήρας μέχρι τα βαθιά γεράματά σου και να θεωρείς περιττό άλλο ένα σώμα μέσα στο κρεβάτι σου. Είναι όμως ο γάμος απαραίτητος επειδή όσο μεγαλώνεις η ζωή γίνεται αφόρητη. Και χρειάζεσαι κάποια να μοιράζεσαι τις δυσκολίες. Τις απογοητεύσεις. Τα οικονομικά. Τις δουλειές που πρέπει να γίνουν. Και γιατί δεν παίρνεις μια Φιλιπινέζα, θα μου πεις; Ε, και η Φιλιπινέζα γυναίκα είναι. Πιστεύω ότι ακόμη και την οικιακή βοηθό που σου καθαρίζει τακτικά, δεν αργείς να τη δεις με άλλο μάτι από ευγνωμοσύνη για τη φροντίδα της, έστω κι αν αυτή γίνεται επί χρήμασι. Γιατί νομίζετε ότι πάνε και παντρεύονται τις φροντίστριές τους οι ηλικιωμένοι; Από βίτσιο; Επειδή ακριβώς εκτιμούν τη συμβολή τους στην αποσυμφόρηση της καθημερινότητάς τους. Αυτή η φροντίδα γεννά άλλου είδους αισθήματα.

Τέλος πάντων, από αλλού ξεκίνησα, αλλού κατέληξα.

Την αγαπώ τη Μπρέντα μου. Μου χάρισε εκτός των άλλων και τον γιο μου. Ό, τι καλύτερο μου συνέβη, δηλαδή, στη ζωή μου. Δεν θα μπορούσα να μην την αγαπώ ακόμα κι αν δεν ήμασταν σήμερα μαζί.

Να είμαστε καλά, ως τα επόμενα πέντε, και μέχρι τότε εύχομαι να έχουμε άλλο ένα γλυκό βασανάκι ή και θαύμα της φύσης, στο κεφάλι μας. Ό, τι μας έρθει!

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2020

Αυτομώλ!

Πρωτοχρονιάτικος μποναμάς!

Ανέκδοτες ιστορίες από το μωλ, μόνο για εσάς, τους χρόνιους, φανατικούς και πρόστυχους αναγνώστες!

Είναι μεγάλη αυτή η ανάρτηση, πάρτε ανάσα και πάμε!

Την πρώτη μέρα που έπιασα δουλειά εκεί, ήρθε μια κοπέλα και με ρώτησε πόσα κόστιζε ένα συγκεκριμένο προϊόν. Της απάντησα χαμογελαστά ότι έκανε είκοσι ευρώ. Μετά από ένα τέταρτο ήρθε και με ξαναρώτησε το ίδιο πράγμα.

«Για δες, τη γλυκιά μου, δεν θυμάται ότι με ξαναρώτησε το ίδιο πράγμα προ ολίγου» σκέφτηκα.

Τελικά, ήρθε και με ρώτησε και τρίτη και τέταρτη φορά. Το ανέφερα σε συνάδελφο. «Α, αυτή; Είναι η γνωστή τρελή του μωλ», μου απάντησε. «Από το πρωί ήρθε πάνω από εκατό φορές και ρωτά συνέχεια το ίδιο πράγμα! Μη της δίνεις σημασία, γυρνά όλα τα μαγαζιά και θέλει κουβέντα. Κλινική περίπτωση».

Την κακομοίρα… εγώ πάλι σκέφτηκα ότι ρωτάει το ίδιο πράγμα συνέχεια με την ελπίδα ότι απ’ το πολύ το πρήξιμο θα τη λυπηθούμε και θα της κάνουμε έκπτωση! Αμ, δε…


Προχθές, ήρθε ένας κύριος και αγόρασε πολλές σοκολάτες. Τις εναπόθεσε στον πάγκο του ταμείου και με ρώτησε:
«Αυτές τρώγονται;»
«Οι σοκολάτες;»
«Αυτά… Τρώγονται;»
«Γιατί να μην τρώγονται;»
«Σας ρωτάω, τρώγονται;»
«Για φαγώσιμες τις έχουμε!»
«Ευχαριστώ!»
Δεν τόλμησα να συνεχίσω τη συζήτηση. Αργότερα κάποιοι μου είπαν ότι εμμέσως με ρωτούσε αν ήταν εύγευστες. Δεν ξέρω, φίλε μου, τι εννοούσε εμμέσως, αμέσως, εντός, εκτός κι επί τα αυτά. Να μάθετε να συνεννοείστε στα απλά Ελληνικά!


Μια άλλη μέρα ήρθε ένας νεαρός περί τα 19-20 έτη, με μια μπλούζα ανά χείρας, και μου είπε: «Μου έφεραν αυτή τη φανέλα για δώρο από το κατάστημά σας, αλλά δεν τη θέλω. Μπορώ να σας την πουλήσω πίσω;»
«Εννοείτε να την αλλάξετε και να πάρετε άλλη;»
«Όχι, να σας την πουλήσω και να μου δώσετε λεφτά!»
Τον παρέπεμψα σε πιο έμπειρο συνάδελφο. Δεν μπορώ να διαχειρίζομαι εγώ όλα τα καμένα πρεζάκια της χώρας.


Είδα όλων των λογιών ανθρώπους. Ευγενέστατους νεαρούς που σου απευθύνονται με το σεις και με το σας και πραγματικά χαίρεσαι να τους συναναστρέφεσαι. Καμιά φορά θέλω να ρωτήσω ποιοι γονείς ανέθρεψαν τους συγκεκριμένους εξαιρετικούς νέους, αλλά συγκρατιέμαι για να μην με παρεξηγήσουν. Γιατί ξέρετε, η συντριπτική πλειοψηφία των νέων μας συνεννοείται με μουγκρίσματα. Όταν πια συναντώ νεαρούς που ξέρουν να μιλήσουν σαν άνθρωποι και μάλιστα σε πληθυντικό ευγενείας, εντυπωσιάζομαι.

Επίσης, συναντώ χουβαρντάδες που αρνούνται να πάρουν τα ρέστα τους (ακόμα και δίευρα!) και μας τα χαρίζουν. Συναντώ κόσμο που θέλει να πληρώσει τα μισά με βίζα και τα άλλα μισά σε μετρητά και μου σπάζει τα νεύρα που πρέπει να ακολουθήσω πιο πολύπλοκη διαδικασία. Εξυπηρέτησα οικολογικά αναίσθητους που ζητούν δυο και τρεις πλαστικές σακούλες για να τις έχουν εύκαιρες, γιαγιάδες που έρχονται με το κινητό και μου δείχνουν την οθόνη με ένα ράντομ προϊόν και μου λένε «η εγγονή μου θέλει αυτό» και άντε να κόψεις το λαιμό σου να καταλάβεις τι θέλει ν’ αγοράσει. Έρχονται και με ρωτάνε πού είναι η τουαλέτα, αν το διπλανό κατάστημα έχει εκπτώσεις (πού να ξέρω, μάνα μου, πήγαινε και ρώτα, δίπλα είσαι!) έρχονται και με ρωτάνε «από πού βγαίνουμε από ‘δω μέσα», και… «πού είναι οι κυλιόμενες σκάλες!» Μα, καλά. Πρώτη φορά έρχονται στο μωλ; Από ποια σπηλιά τους έφεραν;

Περιττό να πω ότι ένα 70% των πελατών μού απευθύνεται στην αγγλική γλώσσα. Εξάσκησα τα αγγλικά μου όσο τίποτα τις τελευταίες δυο βδομάδες, έτοιμος είμαι να ξαναμπώ πανεπιστήμιο. Εν τω μεταξύ, τους ακούω μετά να μιλούν μεταξύ τους στα Ελληνικά, τους απαντώ κι εγώ πίσω στη μητρική μας, αλλά αυτοί αγρόν ηγόρασαν! Συνεχίζουν απτόητοι με τα εγγλέζικα. Τη γλώσσα-φετίχ! Ούτε βαλτοί να ήταν – τα νεύρα μου χορδές! Πραγματικά δεν ξέρω τι ζόρι τραβούν με τα εγγλέζικα, για μένα είναι όλοι τους αξιοθρήνητοι. Έρχονται, φερ’ ειπείν και με ρωτούν με ύφος δέκα λόρδων, αν διαθέτουμε… «candy».

«Γλυκά εννοείτε;»

«Ναι, candy!» μου ξαναλένε.

Ποια Κάντι-Κάντι, ρε παπάρες, που… να μην σας μείνει δόντι όρθιο!

Ή κάποιοι μου λένε «μπορείτε να μου δώσετε τα ρέστα σε coins? Τη λέξη «κέρματα» ή τέλος πάντων «σελίνια» δεν τη γυρίζει η γλώσσα τους! Ακούς εκεί, coins! Εξαμβλώματα των αποικιοκρατών, να πεθάνετε!


Και εννοείται ότι θα μπει στο μαγαζί πελάτης ακριβώς πάνω στην ώρα που έκλεισες το ταμείο και μετράς τα λεφτά και θα σε ρωτήσει τη μεγαλύτερη μαλακία του κόσμου για να χάσεις τον λογαριασμό και να αρχίσεις να ξαναμετράς από το μηδέν γιατί δεν θυμάσαι που έμεινες!


Δεν το έχω με τις πωλήσεις. Δεν μπορώ δηλαδή να σου πουλήσω πράγματα αν εγώ δεν τα θεωρώ αξιόλογα. Θεωρώ ανήκουστο, το ότι ο κόσμος αγοράζει με τόσο πάθος τα γλυκά του σινεμά, και όταν με ρωτούν πληροφορίες, μετά δυσκολίας συγκρατιέμαι να μην τους κοιτάξω με ύφος «πόσο ηλίθιοι είστε που πετάτε τα λεφτά σας σε ζάχαρες!» Από την άλλη, τον μερακλή πελάτη που σκοπεύει να ξοδέψει μία περιουσία σε συλλεκτικά παιχνίδια τον αγαπώ και τον παραδέχομαι. Τον ζηλεύω και λίγο.

Τέλος πάντων, άκου μια ιστορία που δεν χορταίνω να διηγούμαι.

Τις προάλλες μας φέρανε μία συλλεκτική, γιγάντια σοκολάτα, μεγέθους όσο και το μισό εμβαδόν του γραφείου μου. Μην ρωτάτε τώρα πόσο εμβαδόν είχε. Δεν καταλαβαίνω εγώ από τετραγωνικά μέτρα. Για να καταλάβετε όμως το στιλ της, ήταν κορνιζαρισμένη σαν πίνακας και τυλιγμένη σε χαρτί πολυτελείας. Έρχεται μια κοπέλα και με ρωτάει:

«Πόσα έχει αυτή η σοκολάτα;»

Δεν είχε τιμή επάνω, οπότε πήγα και την ξεκρέμασα, την κουβάλησα μέχρι το ταμείο με προσοχή μην σπάσει, σαν να είχα ξεκρεμάσει τη Μόνα Λίζα απ’ τον τοίχο του Λούβρου, τόσο ευλαβικά δηλαδή, και τη σκάναρα για να δω την τιμολόγηση στον υπολογιστή.

«Κάνει πενήντα ευρώ!» της λέω.

«Μα, πενήντα ευρώ για μια σοκολάτα;» είπε εκείνη έκπληκτη.

«Ε, όχι και ‘μία’ σοκολάτα, κυρά μου! Ολόκληρο οικόπεδο! Χτίζεις σπίτι μέσα! Ταΐζεις όλη την Αφρική! ‘Μία σοκολάτα είναι η κιτ-κατ, η μπάουντι, η τουίξ! (άρπαζα τις άλλες σοκολάτες και της έδειχνα μία-μία). Με αυτήν τρως εσύ μια ζωή, και περισσεύει και για τα εγγόνια σου!»

Δεν απάντησε, έκανε μεταβολή κι έφυγε. Μετά η συνάδελφος μου είπε να μην αρπάζω τους πελάτες απ’ τα μούτρα. Ε, μα κι αυτή που πάει με το «μία σοκολάτα, πενήντα ευρώ;» Και λίγα δίνεις μαντάμ! Αϊ στο διάλο από ‘κει χάμου!


Το να εργάζεσαι στο μωλ είναι σαν να συμμετέχεις στο Big Brother. Χάνεις αίσθηση του χώρου και χρόνου. Επειδή εκεί μέσα δεν υπάρχουν παράθυρα προς τον έξω κόσμο στα περισσότερα καταστήματα, και υπάρχει συνεχώς τεχνητός φωτισμός, ο ίδιος από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, συχνά χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Είτε είναι 7 το πρωί, είτε 7 το βράδυ ένα και το αυτό. Τα ίδια φώτα, η ίδια επαναλαμβανόμενη μουσική. Σαν να είσαι σε τηλεοπτικό πλατώ. Το γεγονός ότι παντού υπάρχουν κάμερες που καταγράφουν τη συμπεριφορά υπαλλήλων και καταναλωτών συμβάλλουν ώστε να αισθάνεσαι ότι συνέχεια υποδύεσαι ένα ρόλο σε κάποιο στούντιο. Τις μέρες που δουλεύω εκεί οκτάωρο, τις μέρες δηλαδή που πιάνω δουλειά μέρα και φεύγω νύχτα, συχνά εκπλήσσομαι από την κατάσταση του έξω κόσμου. Τις προάλλες πάρκαρα με λιακάδα και όταν έφυγα γινόταν χαλασμός Κυρίου. Μέσα στο μωλ χαμπάρι δεν πήρα. Εντελώς αυτοματοποιημένη ατμόσφαιρα.


Εννοείται ότι…

…Κανείς δεν θέλει κάρτα αλλαγής αλλά όλοι θα σου πουν «θέλω» αν τους ρωτήσεις. Καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που το πρωτόκολλο απαιτεί να τους ρωτήσεις. «Θέλετε κάρτα αλλαγής;», «Ερμ…, ναι…, δηλαδή, γιατί όχι;», «ευχαρίστως να σας τυπώσω μία!» (με ύφος πάρτε την και βάλτε την στον κώλο σας).

… Κανείς δεν θα σε ρωτήσει πόσα πάει το τάδε προϊόν που είναι ξεχασμένο σε μια βιτρίνα εδώ και βδομάδες, αλλά μόλις χάσεις το κλειδί της βιτρίνας θα μπουν στο κατάστημα τρεις πελάτες ο ένας πίσω του άλλου και θα θέλουν να δουν και να δοκιμάσουν το συγκεκριμένο προϊόν! Ο νόμος του Μέρφι σε πλήρη εφαρμογή!

…Δεν μπαίνει κανένας στο κατάστημα για πολλή ώρα, αλλά θα μπουν 100 άτομα μαζεμένα πέντε λεπτά πριν κλείσεις το ταμείο. Σε βλέπουν να μετράς χαρτονομίσματα αλλά δεν πτοούνται, έρχονται και σε ρωτούν το πιο αχρείαστο πράγμα, με κορυφαίο το «κλείνετε;» (όχι, βρε μαλάκα, τώρα ανοίγουμε, δεν με βλέπεις μετρώ χρήματα, άντε φύγε από ‘δω και χάνω τον λογαριασμό, φτουυυ!)

Τις προάλλες αφότου έκλεισα και το ταμείο, έσβησα τα φώτα και ετοιμαζόμουν να φύγω, μου λέει μια μαμά με το κοριτσάκι της: «κλείσατε;», «ναι», της λέω «θέλει να αγοράσει κάτι το μικρό!» (Καλά ηλίθια είναι; Δεν βλέπει ότι κατεβάσαμε και τα ρολά, κλείσαμε και τα φώτα;!) «Από αύριο πάλι» της λέω. Στραβομουτσουνιάζει και μου κάνει χειρονομία τύπου «ποιος ζει ποιος πεθαίνει μέχρι αύριο!» Θεέ μου, 16 ώρες ήμασταν ανοιχτοί. Ας ερχόσασταν νωρίτερα! Εδώ είναι μωλ! Είναι ο καπιταλισμός αυτοπροσώπως. Δεν είναι ο γείτονας, ο μπακάλης της γειτονιάς σας, να ξανανοίξει το μπακάλικο επειδή σας σώθηκε η ζάχαρη!


Τις προάλλες ήρθαν στο κατάστημα κάτι παλιόπαιδα απλά και μόνο για να σπάσουν πλάκα και τα νεύρα μας. Δεν μας φτάνει ο πόνος μας, έχουμε να αντιμετωπίσουμε και την αληταρία της Κύπρου. «Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω» ρώτησε μια συνάδελφος. «Θέλουμε πίσω τα λεφτά που μας χρωστάτε!» της είπε ο αρχηγός της συμμορίας. Εκείνη κατάλαβε πως επρόκειτο για φάρσα και τους είπε «έχετε πέντε δευτερόλεπτα καιρό να εξαφανιστείτε». Απτόητοι εκείνοι επανέλαβαν ότι ήθελαν πίσω τα λεφτά τους σαν να μη συνέβη τίποτε. Το αναφέραμε στην ασφάλεια, η οποία όπως όλα τα πράγματα στην Κύπρο, αγρόν ηγόρασεν, ώσπου να κινητοποιηθεί, ώσπου να αντιδράσει, τα μαλακισμένα είχαν πάει σπίτι τους.

Βέβαια, δεν είναι μόνο τα παιδαρέλια το πρόβλημα. Μόλις χθες μου είπαν μία ιστορία για μια πελάτισσα που άρχισε να βιντεοσκοπεί μία συνάδελφο με το κινητό της επειδή εκείνη της είπε πολύ ευγενικά να μην αγγίζει τα προϊόντα στη βιτρίνα γιατί αν τα έσπαζε θα έπρεπε να τα πληρώσει. Εκείνη προσβλήθηκε και έβγαλε το κινητό και άρχισε να βιντεοσκοπεί τη συνάδελφο χωρίς την άδειά της «έτσι για να δεις αν θα έχεις δουλειά και αύριο!» Εγώ δεν δούλευα εκείνη τη μέρα, είχα ρεπό. Μου εξιστόρησαν αργότερα το συμβάν. Αχ, και γιατί να μην ήμουν παρών, να την περιλάμβανα την καριόλα! «Δεν σας πουλάμε μαντάμ, κι άντε γεια! Και το βίντεο ανεβάστε το σε όλες τις πλατφόρμες, είχαμε μια σκασίλα! Παρ’ τα αρχίδια μου!»


Στέκομαι στην είσοδο και παρατηρώ τους διερχόμενους. Με πλησιάζει ένας κύριος και μου λέει:

«Μπορούμε να περάσουμε;»

«Που;»

«Μέσα στο μαγαζί σας!»

Εν τω μεταξύ το μαγαζί είναι ήδη ανοιχτό από ώρα, μπαινοβγαίνει κόσμος και ντουνιάς! Δεν καταλαβαίνω τι προξένησε την απορία.

[Όχι, να μην περάσετε! Να κάτσετε εκεί να κοιτάτε! Κοτζάμ μαγαζί ορθάνοιχτο. Όχι, για να το βλέπετε εκ του μακρόθεν το στήσαμε! Να φωτογραφίζεστε μπροστά του, ωσάν να πρόκειται για αρχαίο μνημείο! Θεέ μου, τι ακούν τα αφτιά μου και ακόμα δεν συμπλήρωσα μισάωρο όρθιος! Δώσμου Θέ μου δύναμη να αντέξω!]

«Βεβαίως, παρακαλώ, περάστε!»

Καταπίνω τη what-the-fuck διάθεσή μου. Χαμογελώ. Τι συγκινητική ευγένεια! Είμαι πάνω απ’ όλα επαγγελματίας.


Ήρθε προχτές μια κυρία που μιλούσε σπαστά ελληνικά και μου χύμηξε, επειδή άκουσον-άκουσον, πούλησα στον ανήλικο γιο της ένα επιτραπέζιο που είχε ένδειξη (18+) στο πίσω μέρος του κουτιού. «Ντεν βλέπετε τι ερωτήσεις έκει μέσα το παιγνίδι;» με ρώτησε με βλέμμα βλοσυρό σαν να ήταν έτοιμη να με ξεντερίσει. Ρίχνω μια ματιά στις ερωτήσεις του παιχνίδιου. Μια εξ αυτών έλεγε «τι σ’ αρέσει να σκέφτεσαι την ώρα του σεξ;»

[Και που θες να ξέρω κυρά μου ότι ο γιος σου αγόρασε το παιχνίδι για προσωπική του χρήση; Μπορεί να το ήθελε για να το κάνει δώρο σε κάποιον ενήλικο. Και εν πάση περιπτώσει, είμαι εγώ υποχρεωμένος να ξέρω ανά πάσα στιγμή σε ποιο κοινό απευθύνεται το κάθε επιτραπέζιο; Δεν μας χέζετε, πάνε όλοι και γαμιούνται πλέον απ’ τα δώδεκα και ξαφνικά θυμήθηκες ότι εγώ θα διαφθείρω τον γιο σου με ένα επιτραπέζιο. Που έτσι που τον βλέπω κιόλας… για μισό λεπτό, πόσων χρονών είσαι χρυσέ μου; Δεκετέσσερα; Κι ακόμα να γαμήσεις; Ε, καλό μαλακηστήρι είσαι και του λόγου σου! Να, πάρε εδώ ένα άλλο επιτραπέζιο, έχουμε ωραιότατες ερωτήσεις για φλώρους, παρθένους!]

«Απολογούμαι καλή μου κυρία, ευχαρίστως να το αλλάξετε και να πάρετε κάτι άλλο. Ορίστε και μια σοκολατίτσα δώρο του καταστήματος για τη ψυχική οδύνη που σας προκαλέσαμε!»

Είπαμε, πάνω απ’ όλα, επαγγελματίας!

«Εφκαριστώ!» λέει η αλλοδαπή με τα σπαστά ελληνικά αλλά δεν δείχνει ικανοποιημένη, ούτε να έχει αποζημιωθεί αρκετά. Αρπάζει τη σακούλα απ’ το ταμείο με φόρα κα φεύγει.

«Παρακαλώ» της απαντώ με ύφος που ερμηνεύεται και ως «στον λαιμό να σας κάτσει!»


Μου είχαν πει από την πρώτη μέρα ότι πρέπει να επιδεικνύω ιδιαίτερη προσοχή στις παρέες παιδιών, ειδικά στις ηλικίες 10-13, επειδή έχουν τάση να κλέβουν. Μπαίνουν σαν μπούγιο στο μαγαζί, περικυκλώνουν ένα προϊόν το οποίο δήθεν θαυμάζουν κάμποση ώρα, ενόσω ένας απ’ την παρέα φροντίζει να κλέβει ό, τι μπορεί υπό τις περιστάσεις. Δεν περίμενα ότι θα το βίωνα, κι όμως! Τις προάλλες, μέσα στον πανικό του κόσμου έπιασε η συνάδελφος έναν μικρό να προσπαθεί να χώσει μέσα στο μανίκι του ένα προϊόν.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε.

«Ήθελα να δω αν χωράει μέσα στο μανίκι μου» της απάντησε αμήχανα.

«Δεν χωράει» του λέει, «βάλτο πίσω τώρα».

Ο μικρός το έβαλε αμέσως στη θέση του και έφυγε ντροπιασμένος.

Τι κόσμος!


Είναι ένα γερό μάθημα ο μήνας στο μωλ.

Μαθαίνω πολλά πράγματα.

Πρώτον συνειδητοποίησα ότι δεν έχω πλέον αντοχές. Οι συνάδελφοί μου είναι φοιτητές, 20αρηδες οι οποίοι αντέχουν να στέκονται και τρεις και τέσσερεις ώρες χωρίς σταματημό. Εγώ στο μισάωρο ψάχνω έναν καναπέ να σωριαστώ. Ένας Θεός ξέρει πώς αντέχω και βγάζω οκτάωρα τα σαββατοκύριακα (ναι δούλεψα όλα τα σαββατοκύριακα και τις καθημερινές, ακόμα και τη μέρα των γενεθλίων μου. Οι μόνες αργίες που έκανα όλο τον περασμένο Δεκέμβριο ήταν οι δυο μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Πήγαινα σπίτι ερείπιο. Ξέρετε, δεν συνειδητοποιούμε την ηλικία μας. Άλλη ηλικία έχει ο νους μας, άλλη το κορμί μας.

Δεύτερον, παρατηρώ ότι τυγχάνω ευνοϊκής μεταχείρισης από τους διευθυντές λόγω ηλικίας, πτυχίου και μπαγκράουντ και αυτό, αν και το εκτιμώ, με φέρνει σε αμηχανία. Οι διευθυντές δεν δίσταζαν να κατσαδιάζουν τους 20ρηδες φοιτητές, ενώ σε εμένα όταν κάνω καμιά στραβή αρκούνται σε μία ευγενική παρατήρηση. Αυτό έχει να κάνει με την ηλικία και το πρωινό μου επάγγελμα βεβαίως, αλλά εγώ αισθάνομαι άσχημα έναντι των νεαρότερων υπαλλήλων.

Τρίτον, συνειδητοποίησα τι πάει να πει πληρώνομαι μεροκάματο και εκτίμησα τη δυσκολία με την οποία βγαίνει, και επίσης την ευκολία με την οποία φεύγει. Πολλές φορές ξόδεψα το μεροκάματο ολόκληρης μέρας με μια απλή επίσκεψη στον φούρνο πριν καν προλάβω να γυρίσω σπίτι. Θεέ μου, λέω τη λέξη «μεροκάματο!» Ποιος είμαι, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στην κόρη μου τη σοσιαλίστρια;

Τέταρτον, γνώρισα κόσμο που με ρώτησε «πώς ήταν να σπουδάζεις;» και «πώς είναι να έχεις ζήσει στο εξωτερικό». Γνώρισα κόσμο που με ρώτησε «κάνα ναρκωτικάκι κάνεις; Ξέρεις πού θα βρούμε;» Καταλαβαίνετε πόσο καλά με ψυχολόγησαν. Το αποκορύφωμα, εκεί που πατήθηκε ο δικός μου κάλος, ήταν όταν παρακάλεσα κάποιους εξ αυτών να στείλουν ένα μέηλ στην εταιρεία, και το συνέταξαν στα greeklish επειδή δεν ήξεραν να γράφουν με ελληνικό πληκτρολόγιο!

Όταν τους ρωτώ πώς γίνεται να μην ξέρουν να γράψουν στα Ελληνικά, με κοίταζαν σαν να τους ρώτησα πώς γίνεται να μην ξέρουν πυρηνικές εξισώσεις. Πραγματικά, είμαστε η τελευταία γενιά Ελλήνων στη χώρα! Πλήρης αναλφαβητισμός!

Ένα είναι το τελικό συμπέρασμα:

Για το παζάρι δεν κάνω! Το λέει και ο πεθερός μου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 31, 2019

2020

Το 2019 δεν ήταν μια καλή χρονιά. Ήταν από κακή έως μέτρια.

Παρόλα αυτά ήταν καλύτερη χρονιά από το 2018 που ήταν όλα τρισάθλια.

Για το 2020 είμαι αισιόδοξος γιατί πρώτον άρχισα να παίρνω πρωτοβουλίες και να διορθώνω τα κακώς έχοντα της ζωής μου. Δεν διορθώνονται όλα εύκολα, ούτε αμέσως. Αλλά είναι καλύτερο να προσπαθείς παρά να κάθεσαι στον καναπέ και να χάσκεις και να περιμένεις το θαύμα. Το θαύμα το δημιουργείς μόνος σου.

Είμαι αισιόδοξος γιατί το 2020 φαίνεται ωραίο στο μάτι και γενικά με τους ζυγούς αριθμούς τα πάω καλύτερα. Σε ζυγή χρονιά γεννήθηκε ο γιος μου, οπότε… μόνο να χαμογελώ μπορώ.

Δεν έχω να πω κάτι άλλο.

Είμαστε πια σε ηλικία που η ευχή για υγεία δεν είναι πλέον τυπική. Εύχομαι να είστε όλοι καλά και να χαίρεστε ό, τι σας δίνει ευχαρίστηση στη ζωή.

Τίποτε άλλο.


Καλή χρονιά. Ευτυχισμένο το 2020!

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2019

Έκατσα Και Είδα Τα Eurogames

Μόλις σήμερα κατάφερα να παρακολουθήσω τη νέα εκδοχή των Παιχνιδιών Χωρίς Σύνορα υπό τον τίτλο Eurogames που μεταδίδονται από το Σίγμα και τον Σκάι Ελλάδος από την περασμένη Παρασκευή.

Ήμουν επιφυλακτικός γιατί μόνο ο Θεός ξέρει τι σημαίνουν για μένα τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα. Επίσης, όλες οι ιμιτασιόν τηλεοπτικές απόπειρες που έγιναν για αναβίωσή του εν λόγω κόνσεπτ ήταν παταγώδεις αποτυχίες. Για όλα τα παραπάνω, και έχοντας διαβάσει μέτριες κριτικές στα διαδικτυακά φόρα φανατικών θαυμαστών του προγράμματος, διατήρησα χαμηλές τις προσδοκίες μου.

Παρόλα αυτά, εξεπλάγην ευχάριστα.

Τα Eurogames ήταν αξιοπρεπέστατα, σύγχρονα, γρήγορα, με τις σωστές δόσεις νοσταλγίας, και όλες τις προδιαγραφές της τηλεόρασης του 2020.

Δεν είχαν τα κοστούμια και τα σκηνικά της δεκαετίας του ’90 που ήταν πιο πλούσια, δεν είχαν την επισημότητα και τη σοβαροφάνεια της δεκαετίας του ’90, δεν είχαν την αυστηρότητα, αλλά ούτε και την αθωότητα εκείνης της υπέροχης δεκαετίας. Αυτά, δυστυχώς, είναι πλέον ψιλά γράμματα για τα δίσεκτα χρόνια που διαβαίνουμε και μόνο τον υποφαινόμενο κι άλλους δυο-τρεις σπασίκλες αφορούν. Εξάλλου, το παιδί μέσα μου πάει να πεθάνει, οπότε τι να λέμε τώρα, μπορώ να ζήσω άνετα και με αυτό που είδα απόψε. Το οποίο ήταν πολύ καλύτερο απ’ το απόλυτο τίποτα που μου πουλούσαν σωρηδόν τα κανάλια τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Θέλω να κάνω ειδική μνεία στη μετάδοση του Θέμη Γεωργαντά που αποδείχτηκε επίσης υπεράνω των προσδοκιών μου και πιστεύω πως είναι άξιος συνεχιστής της Δάφνης Μπόκοτα. Ετοιμόλογος, ευχάριστος, καθόλου φλύαρος, πωρωμένος όσο πρέπει και χαλαρός όσο πρέπει. Μου άρεσε πολύ. Και όσο σκέφτομαι ότι οι ιθύνοντες του Σκάι σκέφτονταν να αναθέσουν τη μετάδοση στο αμόρφωτο βλήμα που ακούει στο όνομα Σάκης Τανιμανίδης, αναρωτιέμαι τι ληγμένα χάπια έπαιρναν. Θέμης και ξερό ψωμί για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, παρόλο που όταν τον βλέπω στα πρωινάδικα, στα λέητ νάιτ, και στις συνεχείς και πλέον κουραστικές παρουσιάσεις των βραβείων του Mad, τον βαριέμαι.

Θέλω να σου πω επίσης ότι, με το που έπεσε το μουσικό σήμα της εκπομπής εγώ πλάνταξα στο κλάμα, έγιναν 13 χρονών και τηλεμεταφέρθηκα στο μπεζ σαλόνι του διαμερίσματός μας στην πολυκατοικία, αισθάνθηκα ακόμα και τον άνεμο να φυσά και να μπαίνει από τα ανοιχτά μας μπαλκόνια και είδα εμένα να βλέπω το αντίστοιχο πρόγραμμα παρέα με τον πατέρα μου. Θυμάμαι ότι τον έβαζα να χρονομετρά και ο ίδιος τους γύρους των αθλημάτων γιατί είχα υποψίες ότι οι κριτές μας «γελούσαν» και μας κατέτασσαν ξεπίτηδες συνέχεια τελευταίους. Ο καημένος ο πατήρ μου ξενυχτούσε μαζί μου κάθε Πέμπτη (οι κανόνες του σπιτιού έλεγαν ότι κοιμόμασταν στις 9:00), κι ας είχα σχολείο την επόμενη μέρα. Βλέπαμε το πρόγραμμα κανονικά, βλέπαμε ακόμα και το Δελτίο Ειδήσεων των 11:00 από την ΕΡΤ και μετά συνεχίζαμε μέχρι τα μεσάνυχτα για να μάθουμε αν κέρδισε το Χράντετς Κράλοβε της Τσεχίας, ή το Κέτσκεμετ της Ουγγαρίας.

Εννοείται ότι έγραφα όλα τα προγράμματα σε κασέττες, τις είχα όλες στη σειρά στη βιντεοθήκη μου παραταγμένες σαν κειμήλια, με διαφορετικό χρώμα γραφής του τίτλου στην ετικέτα, ανάλογα με το ποια χώρα διοργάνωνε την εκάστοτε εκπομπή. Τις έπαιζα στο βίντεο 2-3 φορές τη μέρα, τόσο πολύ που στο τέλος μάθαινα και το σχόλιο της Μπόκοτα απ’ έξω. Πέμπτη μεταδιδόταν το πρόγραμμα, την Παρασκευή το παρακολουθοπυσα τρεις φορές συνεχόμενες, ενώ μέσα στο σαββατοκύριακο ξεχείλωνα την κασέττα. Μέχρι την επόμενη Πέμπτη προλάβαινα και την έβλεπα τόσες πολλές φορές που εμπέδωνα τα αποτελέσματα κάθε γύρου, κάθε παιχνιδιού, ενδείξεις που σήμερα θα μπορούσαν να ερμηνευθούν και ως διάγνωση προχωρημένου στάδιου αυτισμού.

Τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα είναι από τις πιο ζεστές εφηβικές μου αναμνήσεις και ό, τι και να σου περιγράψω εδώ τώρα είναι λίγο για να σου μεταφέρει την νοσταλγία και τη θαλπωρή που αισθάνομαι όποτε καταφεύγω σε επαναληπτικές μεταδόσεις μέσω Youtube, των τότε εκπομπών. Ακόμα κι απόψε που τα παρακολουθούσα σε πιο ήρεμη και απομυθοποιημένη μορφή, έπιασα τον εαυτό μου πολλές φορές να έχει αγωνία για τα αποτελέσματα. Χάρηκα που η Σπάρτη κατετάγην προτελευταία, οτιδήποτε άλλο θα μου χαλούσε τη φαντασίωση. Το πόσο με πονά και ταυτόχρονα με πωρώνει να βλέπω την Ελλάδα να αποτυγχάνει δεν λέγεται. Αν κέρδιζε θα έλεγα «έλα μωρέ τώρα με το πανηγυράκι, είναι παιχνίδια για παιδάκια». Τώρα που χάνει βουρκώνω σαν τσολιάς που δέχεται επίθεση με δακρυγόνα στο Σύνταγμα.

Αν δεν είδατε το πρόγραμμα και σας ενδιαφέρει να πάρετε μια γεύση, υπάρχει όλο ανεβασμένο, εδώ: 


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019

Πάω Για Τσιγάρο

Η αντιπάθεια που έτρεφα και τρέφω προς τους καπνιστές έχει καταλαγιάσει τα τελευταία δέκα χρόνια με την εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου στην Κύπρο. Δεν ξέρω αν εφαρμόζεται 100% σε όλα τα υποστατικά, αλλά πλέον δεν με κόφτει ιδιαίτερα αφού λόγω ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης σπάνια βγαίνω τα βράδια σε χώρους όπου ενδέχεται να καπνίζουν παράνομα. Οπότε, σε ένα σχεδόν απόλυτο αριθμό, γλίτωσα από τη βρώμα που αναδυόταν από τα τσιγάρα των γύρω μου.

Τώρα που εργάζομαι στο μωλ, όμως, παρατηρώ κάτι άλλο που με εντυπωσιάζει. Παρατηρώ την ευκολία με την οποία οι συνάδελφοι επικαλούνται τον εθισμό στο τσιγάρο για να βγουν έξω από το κατάστημα για να καπνίσουν. Πέραν τούτου, εντυπωσιάζομαι που το θεωρούν αυτονόητο. Το «πάω για τσιγάρο» το θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμα, το θεωρούν πιο σημαντικό και από το «πάω τουαλέτα».

Εσένα τι σε νοιάζει, τι ζόρι τραβάς, θα μου πεις. Αφού ούτως ή άλλως δεν τους μυρίζεσαι, γιατί το κάνεις θέμα; Καθόλου δεν με νοιάζει. Κατ’ ακρίβεια, περνώ καλύτερα όταν βγαίνουν έξω να καπνίσουν και ησυχάζει το κεφάλι μου.

Το ψάχνω όμως από φιλολογικής πλευράς. Αν εγώ είχα έναν άλλον είδους εθισμό, θα επιδείκνυαν οι γύρω μου την ίδια κατανόηση; Θα θεωρούνταν δεδομένο ότι μπορώ να βγω έξω επειδή φερ’ ειπείν, είμαι εθισμένος στο «να μιλάω στο κινητό κάθε πέντε λεπτά» ή επειδή είμαι εθισμένος στο «να πηγαίνω βόλτα και να βλέπω βιτρίνες άλλων καταστημάτων;» Θα δικαιούμουν να επικαλεστώ εθισμό στο αλκοόλ και να πίνω το ουισκάκι μου μέσα από ένα φλασκί που θα είχα κρυμμένο στη φόδρα του σακακιού μου; Θα δικαιούμουν να βγαίνω έξω κάθε δέκα λεπτά επικαλούμενος τον εθισμό μου στο να… «ξύνω τ’ αρχίδια μου;»

Είναι απίστευτο το πώς κατάφεραν οι καπνιστές και πέρασαν στη συνείδηση του κόσμου το «πάω για τσιγάρο» ως κάτι το φυσιολογικό στο οποίο όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να δείξουμε σεβασμό και κατανόηση. Χεστήκαμε αν θες να καπνίσεις, να κάτσεις εδώ που κάθεσαι να βγάλεις δουλειά. Πού προέβλεπε το συμβόλαιό σου ότι δικαιούσαι διαλείμματα για τσιγάρο; Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ που με προφύλαξες και δεν με έκανες αφεντικό. Δεν θα στέριωνα υπάλληλο στην επιχείρηση. Εκτός του ότι με δυσκολία θα σταύρωνα άνθρωπο να προσλάβω, θα γίνονταν τα νεύρα μου χορδές όποτε άκουγα την επίκληση της δικαιολογίας αυτής για να βγει ο άλλος έξω.

«Πάω για τσιγάρο»


«Στα τσακίδια κι ακόμα παραπέρα!»

Τρίτη, Δεκεμβρίου 17, 2019

Τρία Σχόλια Και Γεια Σας

Ναι, γεια σας, εγώ μιλώ;

Ήρθα να πω τρία πράγματα και μετά να πάω για ύπνο.

Πρώτον,

Η Άννα Βίσση έβγαλε ένα νέο βίντεο κλιπ για το τραγούδι «Φλεγόμενος Τροχός». Θεωρείται, και ίσως όχι άδικα, το καλύτερο τραγούδι του τελευταίου της δίσκου. Κάτσε και δες το. Όχι πες μου, ζηλεύεις ή όχι το κέφι αυτής της γυναίκας στα 63 της χρόνια να κάθεται και να γυρίζει τέτοια βίντεο; Μου θυμίζει εμένα και τους φίλους μου, αλλά στα 15 μας χρόνια. Που γυρίζαμε θρίλερ σε εγκαταλελειμμένες οικοδομές με δανεική κάμερα και ανάβαμε κεριά και φορούσαμε μανδύες και αναπαριστούσαμε τον Δράκουλα του Κόππολα. Ε, η Βίσση γουστάρει να παίζει με τέτοια κόνσεπτ μέχρι σήμερα. Την αγαπώ!



Εντάξει, για το βίντεο έχω ενστάσεις. Θεωρώ ότι άξιζε καλύτερης φωτογραφίας και καλύτερης… περούκας. Γενικά υπάρχουν αμήχανα πλάνα, και πιστεύω ότι η ιστορία που προσπαθεί να πει είναι είτε συγχυσμένη, είτε απλά ανύπαρκτη. Μου άρεσε στην ολότητά του, αλλά θα μπορούσε να ήταν κλάσεις ανώτερο. Όπως και να ‘χει, τα γραφικά με τις φωτιές είναι καταπληκτικά, η κορύφωση με τα φτερά νυχτερίδας τύπου Μαλέφισεντ όλα τα λεφτά, ενώ το ότι χρησιμοποιήθηκε και ο Καρβέλας ως στοιχειό, το κερασάκι στην τούρτα του αυτοσαρκασμού!

Δεν θα μου περάσει ποτέ αυτή η μανία!

Δεύτερον,

Μιας και ανέφερα τον Καρβέλα, εδώ και λίγες μέρες ανακάλυψα ότι έγραψε το πιο κάτω τραγούδι για την Έλενα Φερεντίνου, η οποία φημολογείται πως είναι και η νέα του σχέση. «Δεν πάει καλά το παιδί». Έξυπνοι στίχοι, ωραιότατο βαλς. Θα μπορούσε να το είχε πει η Ζουγανέλη και να θεωρείται κουλτούρα επιπέδου Μαραβέγια, το έγραψε όμως ο Καρβέλας και είναι καταδικασμένο να το ακούσουμε μόνο εγώ και άλλοι πέντε-έξι… «παλιακοί». Σήμερα το είχα όλη μέρα στο ριπίτ και το τραγουδούσα δυνατά στο αυτοκίνητο αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα από τους οδηγούς απέναντι. «Δεν πάει καλά…δεν πάει καλά… δεν πάει καλά το παιδί!»



Μη μου πείτε ότι δεν φέρνει σε λίγο από Άννα στη δεκαετία του '90...!

Τρίτον,

Σήμερα στο μωλ, καθώς εξυπηρετούσα ένα μεσόκοπο κύριο με γκρίζα μαλλιά, τον οποίο έκανα γύρω στα πενήντα και βάλε, και καθώς ήμουν σκυφτός στο ταμείο και μετρούσα τα ρέστα του, άκουσα τη φωνή του να με ρωτάει: «Ήσουν Δόκιμος στα Τεθωρακισμένα;» Γούρλωσα τα μάτια μου, σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα, και μου είπε «κοίτα με καλά και πες μου ποιος είμαι!» Κόκκαλο εγώ. Ο διοικητής μου δεν ήταν, ο υποδιοικητής μου δεν ήταν, τελικά τον αναγνώρισα απ’ τη φωνή. Ήταν ένας μόνιμος αξιωματικός της ηλικίας μου. Ετών σαράντα! Και έδειχνε γέρος. Μαράθηκε αμέσως η καρδούλα μου. Δεν ήξερα πώς να κρύψω την έκπληξή μου. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που μετά τη θητεία δεν έτυχε να ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλον. Πουθενά δεν έτυχε να συναπαντηθούμε τα τελευταία είκοσι χρόνια. «Σε άφησα με μάγουλα ροδαλά, εικοσάρη νέου, και τώρα ξαναβρισκόμαστε, εσύ γκριζομάλλης και εγώ σχεδόν καραφλός» του απάντησα. 

Πραγματικά, έπαθα σοκ.

«Έμαθα από κοινούς γνωστούς ότι έκανες εγχείρηση καρδιάς και στεναχωρήθηκα», μου είπε.

Εκεί ζέστανε λίγο η καρδούλα μου. Από άνθρωπο που έχω να δω είκοσι χρόνια, και για τον οποίο δεν επεδίωξα καν να μάθω νέα του, εκτίμησα πραγματικά το ενδιαφέρον του, τον αγάπησα κατιτίς παραπάνω. «Πού το θυμήθηκες αυτό, πάνε και δέκα χρόνια» του είπα αμήχανα. Τι να του έλεγα ότι δεν περνά μέρα που δεν το σκέφτομαι και φοβάμαι; Εγώ ακόμα προσπαθούσα να συνέλθω από την αλλαγή στην εμφάνισή του.

Κάπως έτσι φαντάζομαι τη μετά θάνατο ζωή. Να συναντιόμαστε με διάφορους πεθαμένους, άϋλα φαντάσματα, και να ξανασυστηνόμαστε. «Είμαι το πνεύμα του τάδε. Θυμάσαι που ήμασταν ζωντανοί και κάναμε παρέα;»

Βλέπω πολλά ενδιαφέροντα, γενικά, στο μωλ. Αγωνιώ να σας τα διηγηθώ. 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2019

Part Time Job

Στη ζωή δεν έρχονται όλα όπως τα υπολογίζεις.

Εγώ, για παράδειγμα, πάντα ήμουν της άποψης ότι δεν ζούμε για να δουλεύουμε, αλλά το ανάποδο. Πάντα επεδίωκα να βρίσκω μια δουλειά πρωινή, το πολύ μέχρι το μεσημέρι, για να έχω ποιοτικό χρόνο για τον εαυτό μου και τους αγαπημένους μου. Το ωράριο 8:30-18:00 μου ακουγόταν ανέκαθεν εφιαλτικό, και τρόμαζα με όσους εξοικειώνονταν μαζί του έστω και στη θεωρία. Εξ ου και ο στόχος ήταν πάντα μία θέση στο Δημόσιο ώστε στις 15:00 μάξιμουμ να είμαι σπίτι μου.

Ε, να που τα έφερε έτσι η ζωή, όμως και πλέον αναγκάστηκα να βρω και απογευματινή εργασία. Δεν βγαίνω, μάτια μου. Τα έξοδα τρέχουν. Δάνεια, έξοδα τέκνου, συντήρηση σπιτιού, ασφάλειες, γιατροί, τα ξέρετε και εσείς. Αν δεν άρχιζα να ρίχνω έξτρα χρήμα στον κουβά, σε λίγο θα ήμουν με το ακορντεόν στα φώτα του ΑΠΟΕΛ να τραγουδώ το «φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι» και να πουλώ χαρτομάντιλα.

Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Για μήνες τη γυρόφερνα αλλά δεν έλεγα να ρίξω τα μούτρα μου. Δεν ήταν εύκολο, ούτε να δεχτώ ότι θα βγω από το βόλεμα μου, ούτε ότι ξαφνικά θα βρεθώ να κάνω δουλειές «του ποδαριού», αφού δεν θα μπορούσα να βρω μια δουλειά που να έρχεται σε σύγκρουση συμφέροντος οποιουδήποτε είδους με την πρωινή μου εργασία. Θα έπρεπε να βρω κάτι πιο… «λαϊκό» να κάνω. Περίπτερο, ταμείο, μεταφορές, τηλεφωνικό κέντρο. Τέτοια.

Επίσης θα έπρεπε να διαχειριστώ τις νέες ισορροπίες στο σπίτι. Το να δουλεύω απογεύματα σήμαινε αυτόματα λιγότερες ώρες με τον γιο μου, ο οποίος τρία χρόνια τώρα έχει μάθει ότι τα περνάμε μαζί, ταυτόχρονα σημαίνει περισσότερες ώρες με τη μαμά του, η οποία όση καλή διάθεση και να επιδεικνύει, όταν τρώει στη μάπα τον Αλέξη κάθε απόγευμα έξι ώρες συνεχόμενες καταλήγει κι εκείνη τέζα. Εγώ τα ακούω μετά.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, αλλά τι να κάνεις; Εγώ έβγαινα στην αυλή κάθε μέρα, κοίταζα τον ουρανό, αλλά δεν έβλεπα να βρέχει χρήμα. Έπρεπε να «αναλάβω πρωτοβουλία». Αυτό δεν θέλουν οι γυναίκες; Άλλωστε, ένα από τα ινδάλματά μου, ο Γουώλτερ Γουάιτ από το Μπρέηκινγκ Μπαντ λέει ότι ο ρόλος του άντρα είναι να «παρέχει στην οικογένεια». A mans duty is to provide! Κι εγώ είμαι παραδοσιακός σ’ αυτά. Μπορεί να υιοθετήσαμε κάποια φεμινιστικά, έτσι για ξεκάρφωμα, για να μην μην μας γίνεται το κεφάλι καζάνι, αλλά κατά βάθος αυτά πιστεύω. Ο άντρας δεν είναι άντρας αν δεν ταΐζει τη φαμίλια! Μπλου μεθ δεν ξέρω να μαγειρεύω βέβαια για να διευκολύνω και τη ζωή όλων μας στα πρότυπα του ινδάλματος. Γι’ αυτό και για την ώρα έγινα... πωλητής σε μαγαζί του μωλ.

Ναι. Tο πρωί νομικός, το απόγευμα ο ψηλός με το «χρειάζεστε κάποια βοήθεια;» που μισούμε ν’ ακούμε όλοι. Είναι φοβερή εμπειρία. Το τι ακούω από τους πελάτες, το τι κοινωνιολογικές αναλύσεις κάνω βάσει πωλήσεων, φύλων και κοινωνικών στρωμάτων δεν περιγράφεται. Απολαμβάνω τα μωρά που πρήζουν τους γονείς να τους αγοράσουν παιχνίδια, απολαμβάνω τους τρελούς (που είναι πολύ περισσότεροι από ό, τι νομίζετε και κυκλοφορούν ελεύθεροι), τις περιπτωσάρες, τους ιδιότροπους. Μια μέρα θα σας τα γράψω όλα πιο αναλυτικά. Τώρα δεν μπορώ για ευνόητους λόγους. Καιρό είχα να μαζέψω ιστορίες που να θέλω να διηγηθώ.

Με τούτα όλα, όμως, και προκειμένου να βγαίνει μισθός που να πιάνει τόπο και να αξίζει την ταλαιπωρία, κατέληξα να δουλεύω κάθε απόγευμα και σαββατοκύριακα μέχρι τις οκτώ το βράδυ. Για όλο τον Δεκέμβριο δεν έχω ούτε μία μέρα ελεύθερη.  Επιπλέον, ξέρετε πως είναι τα μαγαζιά τον Δεκέμβριο. Ο χειρότερος μήνας για τον υπάλληλο! Όταν έκλεινα τη συμφωνία δεν είχα φανταστεί πόσο κουραστικό θα ήταν. Σήμερα, για παράδειγμα, επί εφτά ώρες έκανα ταμείο, χειριζόμουν λεφτά, έκοβα αποδείξεις, τύλιγα δώρα, τύπωνα κάρτες αλλαγής και δεν πρόλαβα να πω ούτε ένα «μανά». Στις οκτώ που κλείσαμε έφυγα σαν ζόμπι. Αυτά δεν τα ζω τα πρωινά. Μπορεί να διασκεδάζω με τον κόσμο που έρχομαι σ’ επαφή στο κατάστημα, αλλά εξαντλούμαι. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξω κι ακόμα δεν αρχίσαμε. Έρχομαι σπίτι, κάνω μπάνιο το μωρό, του λέω παραμύθι και μετά ξεραίνομαι μαζί του. Δεν είναι ζωή αυτή. Και μετρώ μόνο δέκα μέρες!

Οι φίλοι και οι γνωστοί βάζουν στοιχήματα σχετικά με το πόσο θα αντέξω. Δεν ξέρω. Εγώ στο μυαλό μου δεν αντέχω ούτε μια μέρα. Δεν αντέχω ούτε τώρα που σας το περιγράφω. Κατ' ακρίβεια δεν αντέχω που δουλεύω το πρωί στο Δημόσιο, πόσο μάλλον που τώρα φορτώθηκα κι άλλη θέση το απόγευμα. Αλλά έχω πολλές τρύπες να κλείσω, και πολλά πράγματα που θέλω ν’ αγοράσω. Ε, δεν γίνεται αλλιώς!


Να δείτε που όπως πάω, θα βγω να παρελάσω και στην εργατική πρωτομαγιά!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 10, 2019

Η Χαλουμόπιτα Του Ενός Εκατομμυρίου

Αν νομίζει ο Μαουρίτζιο Καττελάν, ή πώς στον διάολο τον λένε, ότι είναι μεγάλη καλλιτεχνάρα που σκαρφίστηκε το κόλπο με την κολλημένη μπανάνα στον τοίχο της γκαλερί Αρτ Μπάσελ, είναι γελασμένος.

Κατ’ αρχάς σιγά μην περιμέναμε τον κάθε Καττελάν για να υποψιαστούμε πού το πήγαινε. Παλιό το κόλπο. Πάνε και κολλάνε ένα απλό, καθημερινό αντικείμενο στον τοίχο, το κοστολογούν όσο και ένα νεφρό, πάει μετά ένας θρασύς ή και ανυποψίαστος επισκέπτης και το τρώει και σοκάρεται το παγκόσμιο. Καταστράφηκε το έργο τέχνης! Όπως έγινε πριν λίγα χρόνια με τον πίνακα του Μπάνκσι που μόλις δημοπρατήθηκε αυτοκαταστράφηκε.

Αυτά τα διαδραστικά, πολύ σούπα ρε παιδάκι μου! Πολύ «τηλεμάρκετινγκ» που λένε και στο νεξτ τοπ μόντελ.

Δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος με όραμα, να το πάει ένα βήμα παραπέρα. Να σοκάρει πραγματικά με τη σκέψη του. Θέλεις να σοκάρεις; Παρ’ το μέχρι τέλους. Για παράδειγμα, εδώ βλέπουμε κατ' αντιστοιχία μία χαλλουμωτή κολλημένη σε έναν τοίχο. 


Σε προκαλεί, σε θέλει, σε παίζει με το βλέμμα. Πόσην ώρα να αντέξεις; Θέλεις να τη μπουκώσεις, όσο κι αν προσπαθείς να σεβαστείς τη τέχνη. Δεν αντέχεις να μην τη καταβροχθίσεις και να ρευτείς απολαυστικά, προκαλώντας σεισμό των οκτώ ρίχτερ σε όλη την ανατολική μεσόγειο.

Γιαμ, γιαμ, να 'ταν κι άλλη! Πάει το έργο, όμως, καταστράφηκε.

Ποιος, όμως, θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι η χαλλουμόπιτα ποτίστηκε με άφθονο κάτουρο πριν τοποθετηθεί στον τοίχο από τον καλλιτέχνη; Ποιος υποψιάστηκε ότι κάθε γραμμάριο χαλουμιού περιέχει σταγονίδια από παραθείο το οποίο παραμονεύει, καραδοκεί και θέλει να μολύνει τις αρτηρίες σου, να δηλητηριάσει τις φλέβες σου, να σε στείλει στον αδόξαστο, να σε πάει στον βαθύ τον τάφο, στο μαύρο χώμα, στη σήψη, στη διαφθορά, στην πύρινη κόλαση του Δάντη;

Έτσι είναι το κόνσεπτ του δικού μου έργου τέχνης. Πρώτα μπανιαρίζεις τη χαλουμόπιτα στο δηλητήριο, ύστερα την τοιχοκολλάς. Ύστερα έρχεται ο ανυποψίαστος μαλάκας που θα φάει το ύστερό του και θα γίνει εν αγνοία του μέρος της τέχνης.

Πηχυαίοι τίτλοι την επομένη: «Νεκρός ο 36χρονος επισκέπτης της γκαλερί Τεϊτ του Λονδίνου, μετά από τη δαγκωματιά που έριξε στην τοιχοκολλημένη χαλουμόπιτα». «Ως κομμάτι του ευρύτερου ινσταλέισιον θα παρουσιάζεται το πτώμα του αδικοχαμένου επισκέπτη στη γκαλερί, το οποίο θα ταριχευθεί και να μεταφερθεί και σε άλλες γκαλερί ανά το παγκόσμιο, προκειμένου να σεταριστεί με το κυρίως έκθεμα». «Ένα εκατομμύριο στερλίνες πουλήθηκε χθες η περιβόητη «χαλουμωτή» μαζί με το πτώμα του άτυχου δοκιμαστή της – πανευτυχής ο μπλόγγερ που το φιλοτέχνησε, σκοπεύει να επενδύσει το εκατομμύριο σε εμπόριο ζωοτροφών».

Τι ωραία που θα ήταν!