Σάββατο, Αυγούστου 18, 2018

RIP Imish

Έχω απορίες.

Πριν ανακαλυφθούν τα κοινωνικά δίκτυα τι κάνατε σε περίπτωση θανάτου διασήμου; Βγαίνατε στους δρόμους και διαλαλούσατε «Πέθανε ο τάδε, rest in peace, rest in peace;» Εγώ δεν θυμάμαι κανέναν να αντιδρούσε έτσι. Το πολύ να λέγαμε «πέθανε ο τάδε» και να αλλάζαμε αμέσως κουβέντα.

Γιατί μας πρήζετε όλοι τα ούμπαλα, τώρα, με απανωτά RIP όπου σταθείτε και όπου βρεθείτε; RIP στο Facebook, RIP και στο τουίτερ και στο ίνσταγκραμ. RIP Aretha Franklin, RIP Aretha Franklin. Αν το ξαναπείτε παίζει και να αναστηθεί. Και να ήταν η αγαπημένη σας καλλιτέχνις, να το καταλάβω. Ξέρετε πάνω από δυο τραγούδια της; Αμφιβάλλω. Εντάξει αυτό δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Αλλά, από ό, τι κατάλαβα, για όποιον πεθαίνει τα ίδια κάνετε. RIP εις τη δευτέρα. Τι στο διάολο, σε γραφείο κηδειών εργάζεστε και είναι μέρος των καθηκόντων σας;

Τρίτον. Τι πάει να πει RIP ρε μπαγλαμάδες;

Με τα RIP τους θάβατε στο χωριό σας; Εδώ εγώ που δεν είμαι από χωριό, και δεν τολμώ να πω RIP. Νιώθω μαλάκας. Εσείς πώς το ξεστομίζετε έτσι εύκολα σαν να μεγαλώσατε λίγο έξω απ’ το Μανχάταν; Πήγατε ποτέ να συλληπηθείτε στην εκκλησία, και είπατε στον συγγενή του πεθαμένου «rest in peace

 «Θεός ‘χωρέστoν», λέει ο κόσμος!

Και αν το θέλετε σώνει και καλά συντομογραφημένο: ΘΣΧΤΝ!

Ούτε RIP, ούτε «Καλό Παράδεισο» (άλλη μαλακία κι αυτή! Και πού ξέρετε εσείς ότι πήγε Παράδεισο ο μακαρίτης; Όλοι οι διάσημοι τίγκα στην αμαρτία, τα ναρκωτικά, τις παρτούζες και τις υπερβολές μου θέλουν και παράδεισο; Εμείς που είμαστε με τον σταυρό στο χέρι και ανεβοκατεβαίνουμε τον Γολγοθά σαν τον Σίσσυφο πού θα πάμε, δηλαδή; Κατευθείαν κόλαση;), ούτε «Καλό ταξίδι!», ούτε περαιτέρω φληναφήματα.

Θεός 'Χωρέστον!

Τέλος!

Τέλος, είπα!

Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2018

Ιρλανδία: All Kinds Of Everything

Η Ιρλανδία επιλέγηκε για διακοπές για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, επειδή είμαι ψυχαναγκαστικός και έπρεπε να κλείσω την τρύπα στον χάρτη. Όπως βλέπετε στον πιο κάτω προσωπικό «χάρτη των κατακτήσεων», έχω επισκεφτεί όλη τη δυτική Ευρώπη πλην της Ιρλανδίας. Ε, δεν μπορούσα να τη βλέπω λευκή. Τεντώνονταν τα νεύρα μου! Μόλις είδα ότι έβαλε η Κόμπαλντ απευθείας πτήσεις από Λάρνακα, δεν το σκέφτηκα δυο φορές. Έκλεισα αμέσως. Τώρα βέβαια έγιναν χειρότερα τα πράγματα, καθότι παραμένουν λευκά το Λουξεμβούργο και η Ανδόρρα, αλλά δεν θα κάτσω να πεθάνω κιόλας. Ας υποκριθούμε ότι δεν υπάρχουν!


Όπως βλέπετε, απομένει μόνο η ανατολική Ευρώπη και κλείσαμε. Φήμες λένε ότι όταν επισκεφτώ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η ήπειρος θα ανατιναχθεί. Με πορτοκαλί βλέπετε την τελευταία προσθήκη. Με ανοιχτό πράσινο όσες χώρες έχω επισκεφθεί μία φορά, με κλειστό πράσινο όσες χώρες έχω επισκεφθεί πάνω από μία φορά.

Δεύτερον, επειδή πλέον ταξιδεύουμε με το μωρό μαζί. Ασχέτως του ότι δεν είναι σε ηλικία που μπορεί να εκτιμήσει το τι βλέπει γύρω του, θεωρούμε ότι η διαδικασία του ταξιδιού είναι κομμάτι της διαπαιδαγώγησής του. Μαθαίνει διά της προσαρμογής του στα διάφορα απαιτούμενα ενός μεγάλου ταξιδιού. Έπρεπε όμως να επιλέξουμε ένα προορισμό φιλικό προς την ηλικία του, ή τέλος πάντων, έναν προορισμό που να μην καιγόμαστε να τα δούμε όλα. Και η Ιρλανδία προσφέρεται γι’ αυτό, αφού μπορεί να βρίθει κουλτούρας, αλλά δεν έχει και τα άπειρα μνημεία να δεις.

Ιρλανδία, λοιπόν! Δουβλίνο, Γκάλγουεϊ, Γκρεμοί του Μόερ και ένας ενδιάμεσος σταθμός ως βάση, το λεγόμενο Άθλοουν, ή όπως εγώ το βάφτισα εξ αιτίας της ασχήμιας του: «Τρισάθλοουν».


Το πράσινο χρώμα στη σημαία τους συμβολίζει τους Καθολικούς, ενώ το πορτοκαλί τους Προτεστάντες. Το άσπρο στη μέση συμβολίζει την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους. Κάτι παρόμοιο μυρίζομαι και στη δική μας νέα σημαία που ψήνεται. Μπλε, άσπρο, κόκκινο. Τουλάχιστον θα φέρνει κάτι από Γαλλία και θα είναι "σικ". Όχι σαν αυτόν τον πορτοκαλο-κίτρινο λεκέ με τα φυλλαράκια που χρησιμοποιούμε τώρα. 

Δεν ξέρω πόσο σε ενδιαφέρει να σου μιλήσω για τις πιο πάνω πόλεις. Να σου πω μόνο ότι το Δουβλίνο αγγλοφέρνει, αλλά μην τολμήσεις να το πεις στους ντόπιους μιας και είναι πολύ περήφανοι που αποτίναξαν από πάνω τους τον αγγλικό ζυγό και ανεξαρτητοποιήθηκαν. Το Δουβλίνο, λοιπόν, θα μπορούσε να ήταν μία οποιαδήποτε τρίτο-δεύτερη βρετανική πόλη, με τα καλά της πρωτεύουσας. Οι Ιρλανδοί την κάνουν ακόμα ομορφότερη αφού είναι ιδιαίτερα φιλικοί και ευπροσήγοροι, θυμίζουν εμάς σε πολλά, ειδικά στην εξυπηρέτηση του πελάτη που είναι εντελώς ζαμανφού και στ’ αρχίδια τους.

Τι ωραία χρώματα! Μία κλασική ιρλανδέζικη μπυραρία στο κέντρο του Δουβλίνου.


Ένα θρυλικό μπαρ στο κέντρο του Δουβλίνου, ονόματι Lilly's Brothel. Εκεί τραγουδούσε ο Τζόνι Λόγκαν στα Γιουροβίζιον πάρτυ του 1988. Υπάρχει και ένα inside joke αλλά μόνο οι συγγενείς της γυναίκας μου θα το καταλάβουν.


Μία "προδημοτική" που μου άρεσε και φωτογράφησα. Πολύ "παιδική" για τα δικά μας στάνταρντ, αφού εδώ στα νηπιαγωγεία δίνουμε ονόματα εμπνευσμένα από κλαμπ των late nineties, βεβαίως, βεβαίως.

Μία χαλαρή και πιο συμπαθητική Αγγλία εν ολίγοις.

Δεν κάναμε κάτι το αξιοσημείωτο. Με τη γυναίκα μου προσπαθήσαμε να καλύψουμε το κενό και τη φθορά που μας προκάλεσε η πρόσφατη ανακαίνιση και συγκατοίκηση με τα πεθερικά. Ξαναήλθαμε κοντά και δεν συζητήσαμε για πλακάκια, μπιντέδες και λοιπά μερεμέτια για πέντε μέρες. Χαρήκαμε τον γιο μας που, επιτέλους, τον εξαπολύσαμε ελεύθερο σε καταπράσινα πάρκα με δροσερά γρασίδια, σιντριβάνια, και πολύχρωμα λουλούδια. Ολόκληρα απογεύματα περάσαμε εκεί, όπως και στον ζωολογικό κήπο της πόλης, που βρίσκεται σε ένα πάρκο εφάμιλλο του Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ζήσαμε μία ζωή φυσιολογική, δηλαδή, που δεν εξαντλείται στο εκάστοτε Μωλ του Σιακόλα στο οποίο μεγαλώνουμε τον γιο μας στη Λευκωσία επειδή «έχει κλιματισμό» και είναι «επαρκώς μαντρωμένος». Ναι, εντάξει θεωρητικά έχουμε και εδώ πάρκα, αλλά συγκριτικά, έκλασαν τα ιρλανδικά και βγήκαν τα δικά μας!

Εντάξει, δεν φταίμε 100% εμείς για τα χάλια των πάρκων μας, αφού εδώ λόγω καιρού δεν μπορεί να βλαστήσει, ούτε να ανθίσει φυτό της προκοπής.

Αποπειραθήκαμε να επισκεφτούμε και τις φυλακές του Δουβλίνου. Το μέρος όπου οι Άγγλοι αποικιοκράτες δίκαζαν, βασάνιζαν και φυλάκιζαν όσους Ιρλανδούς πάλευαν για την ανεξαρτησία. Κάτι σαν τα δικά μας φυλακισμένα μνήματα, δηλαδή. Δεν τα καταφέραμε. Ο γιος μας έκρινε ότι όφειλε να σχολιάζει ό,τι έλεγε ο ξεναγός με διάφορα άναρθρα επιφωνήματα. Οι υπόλοιποι τουρίστες άρχισαν να δυσανασχετούν, οπότε φύγαμε κακήν κακώς. Προλάβαμε να δούμε και να ακούσουμε ελάχιστα πράγματα. Ομοίως, όταν επισκεφτήκαμε την υπέροχη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Τρίνιτι, στο κέντρο της πόλης, ο γιος μας έκρινε ότι έπρεπε να τρέχει πάνω κάτω στο παρκέ ωσάν να βρίσκεται σε γήπεδο και να ουρλιάζει σαν να μπήκε γκολ. Τον άρπαξα κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα και βγήκαμε έξω, στα χορτάρια, όπου συνέχισε το «τρέχω πάνω-κάτω» απτόητος. Μετά βίας πρόλαβα να βγάλω φωτογραφίες. Έχω αγάπη για τις βιβλιοθήκες και δη εκείνης της εποχής και αισθητικής. Ένθεν και ένθεν του διαδρόμου υπάρχουν οι προτομές διαφόρων φιλοσόφων. Στη δεξιά στήλη, οι μισοί εξ αυτών είναι Έλληνες.


Είχα πει κάποτε στη Μπρέντα ότι θα ήθελα έναν τοίχο του σπιτιού μας να τον μετατρέψουμε σε βιβλιοθήκη, με κινητή σκάλα κτλ. Με το που την είδα αυτήν στο Δουβλίνο ξαναφούντωσε μέσα μου η ιδέα. Το κακό βέβαια, ότι δεν έχουμε διαβάσει τόσα πολλά βιβλία στη ζωή μας, κι ότι μέχρι να τα διαβάσουμε δεν θα υφίσταται λόγος για δημιουργία της βιβλιοθήκης.


Το Δουβλίνο διασχίζει ο ποταμός Λάιφι ή Λίφι (δεν ξέρω πως ακριβώς προφέρεται) και οι Ιρλανδοί τον διακόσμησαν με πολλές γέφυρες ανά τις διάφορες χρονικές περιόδους. Η αγαπημένη μου είναι αυτή πιο κάτω, η πιο μοντέρνα απ’ όλες, η οποία φέρει και το όνομα του Σάμιουελ Μπέκετ. Στο φόντο φαίνεται και το νεόκτιστο συνεδριακό κέντρο, το οποίο οι φανς της Γιουροβίζιον αναγνωρίζετε από τη στιγμή της βαθμολογίας (το έχουν μεγάλο καμάρι προφανώς και το χρησιμοποιούν τα τελευταία χρόνια ως φόντο του εκάστοτε παρουσιαστή που δίνει την ιρλανδική βαθμολογία). Μιας και ανέφερα τη Γιουροβίζιον, να σας πω ότι έψαξα να βρω το Θέατρο Πόιντ στο οποίο έλαβε χώρα ο διαγωνισμός τα έτη 1994, 1995 και 1997, αλλά διάβασα ότι κατεδαφίστηκε το 2007, και στη θέση του χτίστηκε μία o2 Arena, συναυλιακός χώρος διπλάσιας χωρητικότητας. Κρίμα, γιατί είχε πολύ χαρακτηριστική, νεοκλασική πρόσοψη.

Η γέφυρα του Μπέκετ "καλατραβίζει" ελαφρώς, και δεν θέλετε και παπά να σας το πει, αφού πλέον έχουμε εμπεδώσει εμείς οι Έλληνες το στιλ του. Δεν είναι η μόνη γέφυρα που έχτισε στο Δουβλίνο, υπάρχει άλλη μία, όχι τόσο εντυπωσιακή, που λέγεται the millennium bridge, λίγα μέτρα πιο κάτω.

Το ταξίδι στην Ιρλανδία, φυσικά, δεν σημαδεύτηκε από τη διαμονή μας στο Δουβλίνο. Το ταξίδι αυτό στιγματίστηκε από την επίσκεψή μας στους Γκρεμούς Μόερ. Οι συγκεκριμένοι γκρεμοί βρίσκονται στην άλλη μεριά της χώρας, τέρμα δυτικά. Πιο δυτικά δεν έχει. Μετά βουτάς, κολυμπάς όλο ευθεία, και βγαίνεις στην Αμερική. Έχουν ύψος από 120 μέχρι 240 μέτρα και εκεί αισθάνεσαι το μεγαλείο της φύσης. Το όνομά τους το πήραν από το ομώνυμο φρούριο που βρίσκεται στην κορυφή τους. Η πρόσβαση εκεί δεν είναι απλή υπόθεση. Μπορείς να πας με λεωφορείο και τρένο, τα οποία όμως διαρκούν πολλές ώρες, και με τον Αλέξη μες τα πόδια μας θα ήτο σκέτη αυτοκτονία. Εδώ με το ζόρι άντεξε, ο δόλιος, την πεντάωρη πτήση. Ποιος τολμούσε να τον περιορίσει για εφτά ώρες με το τρένο ή άλλες πέντε με το λεωφορείο για να πάει να δει τα εν λόγω γκρεμοτσακίσματα; Κανένας!


Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πήγαν να βγάλουν μια φωτογραφία εκεί κοντά, γλύστρισαν και σκοτώθηκαν. Υπάρχει και μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη τους.

Οπότε η λύση ήταν να νοικιάσουμε αυτοκίνητο και να πάμε μόνοι μας. Εδώ έρχεται και το κλου του ταξιδιού. Εγώ έχω ένα θέμα με την οδήγηση. Δεν θεωρώ εαυτόν κακό οδηγό, αλλά δεν διακατέχομαι από αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να οδηγήσω στο εξωτερικό. Και στην Κύπρο ακόμα, μέχρις ώτου εξοικειωθώ με την οδική κουλτούρα του Κυπραίου είδα κι έπαθα. Ρωτήστε τους φίλους μου, τους οποίους σε ηλικία 18-19, μην πω και είκοσι χρόνων, ανάγκαζα να μου κάνουν τον σωφέρ όταν επρόκειτο να πάμε όλοι μαζί σε κάποια δύσβατη περιοχή. Τούτων δεδομένων, δεν διανοούμουν ότι θα οδηγούσα ποτέ στο εξωτερικό. Όμως! Κάθισα και σκέφτηκα. Και είδα ότι δεν προβλέπεται να ξαναπάω στην Ιρλανδία σύντομα. Σκέφτηκα, επίσης, ότι έχοντας πλέον ανδρωθεί και χαλυβδωθεί στην κυπριακή οδική κουλτούρα που είναι μία από τις χειρότερες του κόσμου, με αμέτρητους νεκρούς κάθε χρόνο και χάλια επίστρωση δρόμων, πόσο δυσκολότερο θα ήτο να οδηγήσω σε μία χώρα τόσο πολιτισμένη όσο η Ιρλανδία; Δεν χασομέρησα. Έκλεισα αυτοκίνητο, τους έβαλα μέσα, τους πήγα στους γκρεμούς, γυρίσαμε πίσω σώοι και αβλαβείς και το όλον ήταν και τεράστια κάβλα, οφείλω να ομολογήσω.

Από κάποιο μπέρδεμα που έγινε με το πρακτορείο, μου νοίκιασαν μια Μπεμβέ. Πρώτη φορά θα οδηγούσα Μπεμβέ, και τώρα έχω κακομάθει, από χθες κοιτάζω τη Τζουλιέτα μου και παρόλη τη φινέτσα της, την αισθάνομαι σαν κουβά που τρέχει στον κατήφορο. Να οδηγώ τη Μπεμβέ στον ιρλανδικό αυτοκινητόδρομο, να βλέπω τα μοσχομυρισμένα βοσκοτόπια αριστερά και δεξιά, να χαίρομαι τη συννεφιά και το ψιλόβροχο, να τραγουδώ Τζόνι Λόγκαν συνοδεία της συζύγου και να περιβάλλομαι και από τους πιο φιλήσυχους και νομοταγείς οδηγούς της Ευρώπης. Τι άλλο ήθελα στον κόσμο;! Γι’ αυτά είμαι!

Έκανε η μύγα κώλο…, ξέρω. Χθες βράδυ που γυρίσαμε, απορούσα πως καταδεχόμουν τόσο καιρό να οδηγώ σ’ αυτή τη φτηνή, κυπριακή άσφαλτο. Και με τον κάθε μπουρτζόβλαχο τριγύρω, που ανοίγει τα φώτα πορείας αδιαφορώντας για το αν μας τυφλώνει ή όχι! Μαύρη η ώρα που ξανανταμώνουμε!

Τέλος πάντων.


Ένα tick στο προσωπικό μου bucket list μόλις μπήκε. Μην τους βλέπετε έτσι, τους αδικεί η οπτική γωνία από όπου τραβήχθηκε η φωτογραφία. Από κοντά είναι θεόρατοι και εκατό φορές πιο εντυπωσιακοί. 

Πήγαμε στους γκρεμούς. Δέος! Φυσομανούσε. Πολλά τα μποφόρια, ούτε οι γλάροι δεν κατόρθωναν να πετάξουν. Βραχήκαμε. Σαν βελόνες έπεφταν οι σταγόνες, ο μικρός τρόμαξε και καταφύγαμε στην σμιλευμένη στον βράχο καφετέρια. Αλλά το σκηνικό, επικό! Δέκα χρόνια νεότερος να ήμουν θα είχα έτοιμη την κιλτ, την καμπανέλλα κρεμμασμένη και θα γύριζα βίντεο τύπου Μπρέηβχαρτ! Εκείνη η εκδρομή ήταν όλη η Ιρλανδία κατ’ εμέ.

Μείναμε εκεί δυόμιση ώρες. Φύγαμε όταν πλάκωσαν πολλοί τουρίστες. Εξ όσων έμαθα, επισκέπτονται το μέρος κατά μέσο όρο 5.000 τουρίστες κάθε μέρα. Ε, δεν χωράγαμε άλλοι. Έβγαλα άλλες τόσες φωτογραφίες και φύγαμε.



Στην επιστροφή κάναμε και μια στάση στο Γκάλγουεϊ. Είναι η τέταρτη ή η Πέμπτη μεγαλύτερη πόλη στη σειρά. Σαν τη Λάρνακα μου φάνηκε εμένα. Δυο δρόμοι όλοι κι όλοι, χαρούμενα σημαιοστολισμένοι, με διάφορα καταστήματα επαρχιακής αισθητικής. Συμπαθέστατο, αλλά όχι και για χόρταση. Γευματίσαμε, περπατήσαμε, ήπιαμε καφέ και γυρίσαμε στη βάση μας. Επιλέξαμε να έχουμε ως βάση το Άθλοουν, ένα μίζερο χωριό στη μέση της χώρας για να μοιράζουμε τις διαδρομές. Είμαι ασυνήθιστος στην πολύωρη οδήγηση και πάνω από ένα δίωρο αρχίζω και πονώ τη μέση μου. Γι’ αυτό και φάγαμε το Άθλοουν στη μάπα, πραγματικός άθλος το ότι το υπομέναμε. Συμπαθητικός ο κόσμος του, δεν λέω (μετρήσαμε δέκα άτομα στους δρόμους, το μάξιμουμ!) και όλοι τους με ένα καλό λόγο στο στόμα για το μωρό και τα λοιπά, αλλά όχι, δεν ζεις εκεί.


Η θέα από το λόμπι του ξενοδοχείου μας στο Άθλοουν. Φαίνεται συμπαθητικό. Δεν είναι. Δυστυχώς, ξέχασα να φωτογραφήσω κάποιες βιτρίνες από τα λιγοστά μαγαζιά της αγοράς του, με ρούχα που προορίζονται για μεσαιωνικές, πορσελάνινες κούκλες, ή κάτι ταγιεράκια τύπου Καμίλας του Καρόλου από το 1930. 


Για να τελειώνουμε.

Πέρασα πολύ ωραία στην Ιρλανδία κάνοντας τίποτε το σπουδαίο. Κι αυτό στην εποχή μας, δηλαδή το να μπορείς να ζεις φυσιολογικά με το μυαλό καθαρό από τις έγνοιες της ρουτίνας, είναι πλέον πολυτέλεια. Πέρασα ποιοτικό χρόνο με τον γιο μου, με τη γυναίκα μου και μας εξέλιξα. Αυτός είναι εν τέλει και ο σκοπός του ταξιδιού.


Δεν ξέρω αν πρέπει να σας συστήσω να πάτε στην Ιρλανδία. Εγώ δεν θα πλήρωνα για να ξαναπάω. Μόνο αν με στείλουν με τη δουλειά, θα το δεχόμουν με ευχαρίστηση. Όμως δεν μπορώ να πω ότι δεν πέρασα υπέροχα. Γύρισα άλλος άνθρωπος και ψυχικά πλουσιότερος.


Μα, τελείωσε το ποστ και δεν σας έγραψα πόσο λατρεύω αυτό το πλάσμα του Θεού; Είμαι τόσο πλήρης μαζί του. Μακράν ο καλύτερος μου φίλος. 


Δευτέρα, Ιουλίου 30, 2018

Τα Μαστόρια

Με την ανακαίνιση του σπιτιού μας δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα.

Για τους πιο κάτω λόγους.

Από νωρίς αντιλήφθηκα ότι «το σπίτι των ονείρων μου» δεν θα ζήσω να το δω. Ό, τι ιδέα είχα για εκείνο το σπίτι απορρίφθηκε λόγω κόστους και λόγω δυσκολίας στην εκτέλεση. Όλα αυτά που έβλεπα στα περιοδικά και ήθελα να τα υιοθετήσουμε, όλα εκείνα τα παράξενα και πρωτότυπα, θα παραμείνουν στα περιοδικά. Δυστυχώς. Εκεί έπεσε το πρώτο μεγάλο ξενέρωμα.

Το δεύτερο ξενέρωμα έπεσε όταν είδα να διακυβεύεται η ομαλή συμβίωση με τη σύζυγό μου εξ αιτίας των διαδικαστικών. Όταν αντιλήφθηκα ότι πέραν των καβγάδων της ρουτίνας θα πρόσθετα στο κεφάλι μου καβγάδες που αφορούσαν στο χρώμα του πατώματος της κουζίνας, στα χερούλια της πόρτας, στα πόμολα των ερμαριών, στα σχήματα των φωτιστικών του κήπου, ε, κάπου εκεί είπα φτάνει. Time out! Έθεσα μια-δυο κόκκινες γραμμές σε μερικά ζητήματα που είχα έντονη άποψη (π.χ. στο ενυδρείο, στο χρώμα του ταβανιού του υπνοδωματίου και στον διάκοσμο της εισόδου), και για τα υπόλοιπα δεν νοιάστηκα σταλιά.

Το τρίτο ξενέρωμα ήρθε όταν αντιλήφθηκα ότι που και που θα έπρεπε να έρχομαι σε επαφή με τα μαστόρια. Λίγο να με διαβάζεις, μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου όταν καλούμαι να συνεννοηθώ με τέτοιου είδους κόσμο. Εγώ μπλοκάρω με τους μαστόρους. Δεν ξέρω πώς να τους αντιμετωπίσω. Το «ρε, μάστρε», δεν μου περνά. Εγώ μιλώ στον πληθυντικό και μου απαντούν με το «ρε, φίλε». Δεν έχω πρόβλημα με το «ρε, φίλε» αλλά όταν βλέπω λάθη και το γυρίζω στο «ρε, μαλάκα», θίγονται. Αυτή η χαλαρή οριοθέτηση των επαγγελματικών μας σχέσεων, που δεν ξέρεις ακριβώς που αρχίζει και που τελειώνει εμένα με αποσυντονίζει.

Γι’ αυτό απείχα. Έπρεπε να με προφυλάξω από απανωτά εγκεφαλικά, έχω κι ένα παιδί να μεγαλώσω. Γι’ αυτό και το βάρος έπεσε στους ώμους της συζύγου, η οποία αποδείχτηκε άξια στην επίβλεψη του έργου σε συνεργασία βέβαια με την αρχιτέκτονά μας και άλλους σχετικούς.

Ναι, τα μαστόρια με αποσυντονίζουν. Μου θυμίζουν στιγμές απείρου κάλλους που έζησα στον στρατό. Που έλεγα το άλφα και γινόταν το βήτα. Που τους έδειχνες έναν τρόπο και το έκαναν με τον δικό τους, εννοείται λάθος. Στον στρατό βέβαια, χέστηκες. Θα έφευγες από εκεί μια μέρα. Στο σπίτι σου όμως, περνάς από το έμφραγμα ξυστά.

Άκου, τώρα, ιστορίες:

Τοποθέτησαν το γραμματοκιβώτιο ανάποδα! Άνοιξαν τη σχισμή για τα γράμματα από τη μέσα μεριά του φράκτη, και άφησαν τη μεγάλη τρύπα περισυλλογής στην εξωτερική πλευρά του φράκτη. Τους το επισημάναμε. Χρειάστηκε να ξαναχτίσουν τον τοίχο απ’ την αρχή. Η κοινή λογική δεν είναι τόσο κοινή.

Τοποθέτησαν βρύση του μπάνιου με τέτοιο τρόπο που όταν αυτή άνοιγε, το νερό δεν έρρεε μέσα στο μπάνιο, αλλά στο χείλος της μπανιέρας γύρω, γύρω. Κοινώς, έρρεε στο πάτωμα. Το επισημάναμε, έσπευσαν να αλλάξουν τη βρύση και να φέρουν μία μακρύτερη. Η κοινή λογική, ότι δηλαδή θα έπρεπε να το ελέγξουν από μόνοι τους πριν το ανακαλύψουμε εμείς, δεν είναι τόσο κοινή.

Τοποθέτησαν τη γκαρνταρόμπα δίπλα από τη σκάλα, βάσει σχεδίου. Δεν μέτρησαν σωστά το μήκος της, και έτσι όταν η πόρτα της γκαρνταρόμπας άνοιγε, χτυπούσε πάνω στο κεφαλόσκαλο. Πώς έκριναν ορθό να το διορθώσουν; Έσπασαν και έτριψαν το κεφαλόσκαλο, αντί να αντικαταστήσουν την πόρτα! Το να αφαιρέσουν την πόρτα του ερμαριού και να τοποθετήσουν μία σε μικρότερο μέγεθος δεν τους πέρασε από το μυαλό. Αντ’ αυτού, την πλήρωσε το σκαλοπάτι. Εννοείται, το αναφέραμε, διόρθωσαν το σκαλοπάτι φτιάχνοντας ένα καινούριο και φέρνοντας νέα πόρτα για τη γκαρνταρόμπα. Χάσαμε πολύτιμο χρόνο.

Περιττό να πω ότι μία μέρα περάσαμε από την οικοδομή και βρήκαμε τη μπανιέρα στο σαλόνι. «Θα την τοποθετήσουμε αύριο», μας είπαν. Περάσαμε την επόμενη. «Πού είναι η μπανιέρα; Γιατί δεν τοποθετήθηκε;» αναρωτηθήκαμε. «Τη σπάσαμε καθώς τη μεταφέραμε, θα σας αγοράσουμε άλλη!» Σαΐνια.

Τα μαστόρια πάντα σε εκπλήσσουν. Πού και πού αναλαμβάνουν και πρωτοβουλίες εσωτερικής διακόσμησης. Παραγγείλαμε γκρίζα ερμάρια για το μπάνιο. Αντ’ αυτού τοποθετήθηκαν λευκά. «Γιατί;» ρωτήσαμε. «Ε, νομίζω αυτά σας ταιριάζουν περισσότερο!» μας απάντησαν. Δεν το κάναμε θέμα, ήμασταν τόσο απηυδισμένοι και μανικωμένοι να μπούμε σπίτι μας, που είπαμε, δεν πειράζει, ας είναι λευκά τα ερμάρια!

Παρακάμπτω το γεγονός ότι όποτε πήγαινε κάτι λάθος έπρεπε να διεξαχθεί έρευνα για να ανακαλύψουμε το ποιος φταίει. Ουδείς αναλάμβανε την ευθύνη. Ο ηλεκτρολόγος έφταιγε τον υδραυλικό, ο υδραυλικός τον μπογιατζή, ο μπογιατζής τον πυροσβέστη, ο πυροσβέστης τον ασβέστη και ούτω καθεξής. Από αντεξέταση τους περνούσε η Μπρέντα κάθε φορά για να βγάλουμε άκρη. Δεν βγάζαμε άκρη, απλώς το διόρθωναν και η μαλακία περνούσε στη λήθη με μια καινούρια.

Το προσωπικό αγαπημένο όμως, είναι το παρακάτω:

Μπαίνει η Μπρέντα μία μέρα στην οικοδομή, να κόψει πρόοδο. Να πω εδώ, σαν παρένθεση, ότι όσες φορές κάναμε ντου στην οικοδομή να δούμε τι γίνεται, μπήκαμε σαν τους κλέφτες και ουδείς μας ρώτησε ποιοι είμαστε, αν έχουμε άδεια να βρισκόμαστε εκεί, αν είμαστε οι ιδιοκτήτες ή κάποιοι περίεργοι απ’ τη γειτονιά. Μπάτε σκύλοι αλέστε. Τέλος πάντων. Μπαίνει η Μπρέντα στη κουζίνα και βρίσκει τον μπογιατζή να βάφει με το κλιματιστικό ανοικτό (το οποίο δεν ξέρουμε πώς κατάφερε και το άναψε χωρίς το τηλεχειριστήριο). Είχε πολλή ζέστη, οπότε η Μπρέντα λυπήθηκε να του ορμήξει. «Άσε τον άνθρωπο να αναπνεύσει», σκέφτηκε. Προχωρά στα άλλα δωμάτια και έκθαμβη ανακαλύπτει ότι ο κύριος άναψε όλα τα κλιματιστικά του σπιτιού, προκειμένου να βάψει! Τα παράθυρα και οι πόρτες ορθάνοιχτα, εν τω μεταξύ, και όλα τα κλιματιστικά σε φουλ χρήση! «Μα, τι γίνεται εδώ;» τον ρώτησε. «Ε, να, ανάλογα το δωμάτιο που έβαφα άνοιγα και το κλιματιστικό να μην ζεσταίνομαι!» Ναι, αλλά δεν έκρινες ότι τελειώνοντας όφειλες να το κλείσεις, ενώ είχες και όλα τα παράθυρα και τις πόρτες ανοιχτές. Ποιος μαλάκας θα πληρώσει το ρεύμα στο τέλος του μήνα; Ρητορικό το ερώτημα. Εμείς, για να ανάψουμε κλιματιστικό πρέπει να φτάσουμε στα πρόθυρα λιποθυμίας και πάλι το σκεφτόμαστε διπλά, λόγω του ηλεκτρικού που χρεωνόμαστε. Ο κύριος άναψε και τα τρία, άνοιξε και όλα τα παράθυρα να μπαινοβγαίνει απτόητος, μας έστειλε και τον λογαριασμό!

Δεν ξέρω πώς να προσεγγίσω εγώ αυτούς τους ανθρώπους. Με μπλοκάρει η αναίδεια τους, με μπλοκάρει η λογική τους. Δεν μπορώ να τους βρίσω, δεν μπορώ να τους μιλήσω όπως μιλώ συνήθως γιατί τα μισά θα καταλάβουν από όσα θα τους πω, πραγματικά ΖΩ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ! Και να δω μετά, τι δουλειά θα πα να κάνουν! Τα ρομπότ που θα έχουν περισσότερο νου, περισσότερη ευγένεια, περισσότερη αποτελεσματικότητα.

Τέλος πάντων. Μπήκα σπίτι μου εδώ και τέσσερεις μέρες. Βρήκα την υγειά μου, γιατί είχα κουραστεί να ζω σαν τον πρόσφυγα στις συμπεθέρες (ετοιμάζεται βιβλίο για το τι έζησα μαζί τους πέντε μήνες). Χρειαζόμαστε restart. Και σαν ζευγάρι, και σαν οικογένεια και γενικώς.


Αμήν Παναγία μου!

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2018

Καμμένοι

Γεια σας και χαρά σας.

Το πόσο μαύρισε η ψυχή μου με τις πυρκαγιές στην Ελλάδα δεν περιγράφεται.

Δεν έκαμα τίποτε όμως, γι’ αυτό. Και τώρα δεν έχω μούτρα να κάτσω να σχολιάσω οτιδήποτε. Ντρέπομαι. Ένας φίλος μου, ο Αντώνης, έχει γραφτεί εδώ και χρόνια εθελοντικά στην Πολιτική Άμυνα και όποτε υπάρχουν κρίσεις σπεύδει να βοηθήσει. Είναι ένας εξ αυτών που στάλθηκαν στην Ελλάδα να σβήσουν τις πυρκαγιές με την κυπριακή αποστολή. Και δεν είναι πυροσβέστης, ούτε στρατιωτικός. Μηχανικός περιβάλλοντος είναι ο άνθρωπος. Δεν έχει το φυζίκ του πυροσβέστη δηλαδή, ούτε είναι ιδιαίτερα φιτ. Είναι ένας σαν εμάς. Ή μάλλον, ένας πολύ καλύτερος από εμάς, αφού παρά να πιάσει το τουίτερ και το φέισμπουκ και να παίζει τον καμπόσο, άφησε πίσω του τρία παιδιά και έτρεξε να βοηθήσει την Ελλάδα.

Αυτός είναι άνθρωπος. Αυτός ναι, δικαιούται να έχει γνώμη. Αυτός δικαιούται να έχει άποψη. Εσύ κι εγώ που κάτσαμε στα βραστά μας, ή μάλλον στα… ψυχρά του κλιματιστικού μας, στείλαμε μία-δυο σακούλες τρόφιμα και δώσαμε πέντε ευρώ στον ραδιομαραθώνιο και «ξοφλήσαμε», νομίζω πρέπει να βγάλουμε απλά τον σκασμό.

Δεν μας έχει καλλιεργηθεί η νοοτροπία του εθελοντισμού, ούτε της προσφοράς στην πατρίδα. Είμαστε τεμπελόσκυλα που ακόμα και τον στρατό προσπαθούμε να τον αποφύγουμε, αφού τύποις δεν μπορούμε να τον καταργήσουμε. Και να πεις ότι είμαστε καμιά Σουηδία που δεν βάλλεται από πουθενά; Εμείς μέσα στην παρακμή μας, βλέπουμε τα πολεμικά να εισβάλλουν στην ΑΟΖ μας και κολυμπούμε αμέριμνοι μαζί τους. Αντί να στρατολογούμε γυναίκες, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες, να βοηθούν όπως μπορούν, να υπάρχει μία βασική ετοιμότητα για κάθε πιθανό ενδεχόμενο, για κάθε φυσική καταστροφή, για κάθε είδους «εισβολή», εμείς πασχίζουμε να βρούμε άλλοθι να απαλλαγούμε. Τόσο ζώα!

Εντάξει, δεν μπορούμε να είμαστε όλοι υπ’ ατμόν. Δεν σώνουμε όλοι το ίδιο. Δεκτόν! Ας καλλιεργηθεί τουλάχιστον η νοοτροπία της πρόληψης, της παθητικής αντίστασης, κάτι που να αποδεικνύει ότι κοπτόμαστε για τη χώρα που ζούμε. Ας καλλιεργηθεί τουλάχιστον η πολιτική ευθύνη, να αισθάνεσαι ότι πρέπει να πας στην κάλπη, ότι έχεις χρέος να πας στην κάλπη και αν ακόμη όλες οι επιλογές σου βρωμούν, να επιλέξεις τη μη χειρότερη.

Τίποτα! Ώσπου μας παίρνει να πηγαίνουμε στη Μύκονο τα καλοκαίρια, είμαστε ευτυχισμένοι.

Είμαστε βέβαια αλληλέγγυοι. Βέβαια. Σε αυτά δεν μας πιάνει κανένας! Θρηνούμε με τα προσωπικά δράματα των πληγέντων. Κλαίμε στη θέα του ταλαιπωρημένου σκύλου, της μάνας που έχασε την οικογένεια, στα πτώματα που βρέθηκαν αγκαλιά. Αλλά, θέλουμε να βγούμε από τη βολή μας; Να δράσουμε; Όχι βέβαια, τι είμαστε, τίποτις εξελιγμένον είδος;

Γι’ αυτό και εγώ ντρέπομαι. Και αυτά τα γράφω κυρίως για μένα, γιατί για εσάς έχω άλλους δεκαπέντε χιλιάδες λόγους να ντρέπομαι. Δεν περίμενα τις φωτιές. Ντρέπομαι για τον εαυτόν μου, γιατί τα σκέφτομαι, τα λέω, και δεν κάνω τίποτα. Και ακόμη και τώρα που τα γράφω όταν τελειώσω αυτό το κείμενο δεν με βλέπω να κάνω κάτι άλλο πλην του να γύρω πίσω στην καρέκλα, γιατί είμαι τόσο υποχόνδριος που η συνείδησή μου θα μαλακώσει στο υπέγραψα για «να γίνει η στάχτη, δάσος» και στο να «καθαιρεθεί ο Αμβρόσιος!»

Κάψε μας Θεέ μου να ησυχάσουμε.


Μπράβο Αντώνη, σε θαυμάζω!

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018

Θέκλα

Της Θέκλας Πετρίδου της χρωστώ αυτό το κείμενο.

Έχει καιρό που θέλω να της αφιερώσω μία ανάρτηση. Αλλά την τελευταία φορά που επιχείρησα να γράψω για εκείνην, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η ίδια για να μιλήσουμε! Το θεώρησα τεράστια τηλεπαθητική εμπειρία και διέκοψα το γράψιμο. Σήμερα ξαναγράφω το κείμενο από την αρχή με νέα διάθεση, καθότι πιστεύω ότι αν ένα κείμενο δεν δημοσιευτεί την ώρα που γράφεται, χάνει τη λάμψη του.

Λοιπόν, τη Θέκλα Πετρίδου δεν την γνώριζα. Αν θυμάστε, η πρώτη φορά που τράβηξε την προσοχή μου ήταν πριν πολλά χρόνια σε κάποιες βουλευτικές εκλογές, στις οποίες είχε δημιουργήσει το πολιτικό κόμμα ΚΥ.Π.Ρ.Ο.Σ και με είχε ξαφνιάσει ευχάριστα με την άκρως ακομπεξάριστη αφίσα της. Την είχα αναφέρει εδώ στο μπλογκ. Είχα γράψει τότε, «η Θέκλα με τα σιέρκα στην κόγξα, με ύφος δεν ξέρετε τι σας περιμένει!» Και επειδή ακριβώς είναι τόσο αδιάβροχη, όταν έτυχε να διαβάσει την ανάρτηση μου, επικοινώνησε μαζί μου, βασικά μου άφησε σχόλιο, και κατόπιν γνωριστήκαμε από κοντά.

Αρχικά δεν είχαμε κρατήσει σχέσεις, αλλά μέσω τον κοινωνικών δικτύων τα λέγαμε συχνά. Έκτοτε ήρθε και σε όλες μας τις θεατρικές παραστάσεις, κάτι που εκτιμώ απίστευτα.

Επί του προκειμένου. Το πόσο απολαμβάνω τη μεσημεριανή της εκπομπή, δεν περιγράφεται. Δεν προλαβαίνω να τη δω ολόκληρη, αλλά καθώς γευματίζω τα μεσημέρια στη μάνα μου, δεν υπάρχει περίπτωση να μην την έχω να παίζει στο φόντο. Πιστεύω ότι είναι στο στοιχείο της. Και είναι μακράν η πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που πέρασε από την κυπριακή τηλεόραση τα τελευταία χρόνια. Βασικά, δεν μπορώ καν να θυμηθώ πότε προηγουμένως υπήρξα θετικά προσκείμενος προς κάποια τηλε-περσόνα. Με τα σαχλοκούδουνα που κατακλύζεται η κυπριακή τιβί, βεβαίως, δεν είναι και δύσκολο να ξεχωρίσεις. 

Πόσο απολαμβάνω την ικανότητα της να προσαρμόζεται λεκτικά στις περιστάσεις αλλά και στο ύφος του συνομιλητή της. Άλλη Θέκλα όταν συζητά με τους καλεσμένους επιστήμονες, άλλη Θέκλα όταν παρουσιάζει, άλλη όταν πρέπει να αντιμετωπίσει το απίστευτο χωρκαθκιόν που τηλεφωνεί να πει τον πόνο του. Τη θαυμάζω για το πώς τους διαχειρίζεται όλους, για το πώς δεν την πειράζει ακόμα και να τσαλακωθεί για να γίνει κατανοητή στον εκάστοτε ταλαίπωρο που την καλεί ή ακόμα και να τον κατσαδιάσει. Γιατί αυτή η στείρα αντιμετώπιση μας μάρανε. Γελώ και την παραδέχομαι. Αυτά είναι δείγματα ενδιαφέρουσας προσωπικότητας. Δεν ξέρω αν ή ίδια το κατάλαβε, πάντως η εκπομπή της είναι ένα υπερθέαμα και όχι άλλο ένα ανέμπνευστο agony aunt. Θα έπρεπε να είχε εργοδοτηθεί προ πολλού στο TLC και να κάνει εκπομπή τύπου Judge Judy. Το ότι η Μενεγάκη τη δέχτηκε στην εκπομπή λέει πολλά. Η Μενεγάκη, που ακόμα και τον τραγουδιστή που θα φέρει τον περνά από κόσκινο πριν του κάνει την τιμή. Γι' αυτά είσαι Θέκλα, και λίγο ακόμα να ξαμολυθείς, έτοιμη την έχεις την εκπομπή στην Ελλάδα!

Αυτά είχα να πω, γεια σας!
Υ.Γ.: Αν ποτέ το διαβάσεις αυτό, μην το μοιραστείς στα σόσιαλ σου. Δεν θέλω να θεωρηθεί διαφήμιση επουδενί. 

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2018

Influencers

Ο εμπλουτισμός του σύγχρονου λεξικού μας, συνεχίζεται και σήμερα με ένα νέο, σημαντικό όρο που ανακάλυψα τελευταίως, που όμως χρήζει ξεχωριστής ανάρτησης, εξ ου και δεν συμπεριλήφθηκε στη χθεσινή, αναλυτικότερη λίστα. Ο όρος αυτός είναι ο «Influencer».

Influencer, ήτοι ο ασκών επιρροή.

Ακούγοντας τον πιο πάνω όρο, ένας απλός άνθρωπος θα θεωρούσε ότι θα αφορά σε ανθρώπους που εμπνέουν τους υπόλοιπους στο να κατορθώσουν κάτι στη ζωή τους. Ο Δαλάι Λάμα, ας πούμε. Ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Τσε Γκεβάρα, οι Αδελφοί Τζαβάρα, και άλλοι πολλοί. Παρόλα αυτά, ο σύγχρονος όρος δεν αφορά σε ανθρώπους του πνεύματος, αλλά σε αυτούς του… εμπορεύματος. Στο 2018, influencer θεωρείται ο σελέμπριτι ο οποίος μέσω των κοινωνικών δικτύων και των χιλιάδων ακολούθων του διαφημίζει προϊόντα. Φερ’ ειπείν ο Ντάνος, που ακόμα και η κλανιά του θα μοσχοπουλούσε και θα γινόταν ανάρπαστη, θεωρείται ένας απ’ αυτούς. Η Ελένη Μενεγάκη με τα σαμπουάν της, ο Χ, Ψ, Ω τραγουδιστής που ποζάρει δήθεν τυχαία με μία επώνυμη μπίρα, ένα επώνυμο ρούχο, ένα παπούτσι, σε περίοπτη θέση.

Αυτό που τη δεκαετία του ’80 ονομαζόταν «πλασιέ», και έπαιρνε σβάρνα τους δρόμους, χτυπούσε πόρτες, επισκεπτόταν σπίτια κάνοντας επιδείξεις τάπερ, οικιακών συσκευών, κτλ, τώρα πήρε μια πιο σύγχρονη ονομασία και δρα διά μέσου των κοινωνικών δικτύων. Με μπροστάρηδες τους διασήμους της εγχώριας ζώου μπιζ. Ο Καπουτζίδης, νομίζω, είχε πει σε μία συνέντευξη πως μία φωτογραφία στον λογαριασμό του στο ίνσταγκραμ που διαφημίζει εμμέσως πλην σαφώς ένα προϊόν μπορεί να αποφέρει κέρδη έως και €500. Για μία μόνο φωτογραφία! Εννοείται πως, όσο πιο διάσημος, όσο μεγαλύτερη η γκάμα των φόλλοουερς, τόσο πιο αδρά πληρώνεσαι.

Γιατί εγώ έγινα δημόσιος υπάλληλος και όχι ένας influencer, να βγάζω στην καθισιά μου τη δόση του δανείου;

Influencers, λοιπόν. Το επινοήσαμε κι αυτό. Ή μάλλον το «επικαιροποιήσαμε», αφού υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Ιησούς ήταν ένας τέτοιος influencer, ας πούμε. Αλλά πουλούσε πνεύμα, δεν πουλούσε κρέμες αλόης. Μα, πραγματικά δεν το χωνεύω το πού καταντήσαμε. Να θεωρούμε ινφλουένσερ αυτόν που σε πείθει να αγοράσεις κάτι. Αντί να θεωρούμε αυτόν που με τις ιδέες του προβληματίζει, δημιουργεί τάσεις, ρυάκια σκέψης και ανοίγει νέους κοινωνικούς και πνευματικούς ορίζοντες. Το πώς καταφέραμε την κάθε πατσαβούρα που χαίρει μιας άλφα αναγνώρισης να την προάγουμε σε ινφλουένσερ και να καμαρώνει πως ασκεί επιρροή και διαμορφώνει τάσεις, τρομάρα να του 'ρθει, με εντυπωσιάζει!

Αλλαγή θέματος.

Εσένα ποιοι ήταν οι δικοί σου ίνφλουένσερς; Χρησιμοποιώ τον όρο με τη λογική ερμηνεία, τώρα. Εγώ αν πρέπει να σου πω δυο πρόσωπα που με επηρέασαν και με καθόρισαν και με κατέστησαν οπαδό τους (οπαδό τους με την ποδοσφαιρική έννοια, που και να σκοτώσουν, δηλαδή, θα τους βρω εκατόν ελαφρυντικά) είναι, πρώτος, ο Ουόλτ Ντίσνεϊ για το πώς κατάφερε να εμπορευματοποιήσει το παιδικό όνειρο χωρίς να το εκφυλίσει και να βγάλει εκατομμύρια μέσα από τα πάρκα του. Και δεύτερος, ο Νίκος Καρβέλας. Που μπορεί εσύ να τον κρίνεις μόνο απ’ αυτό το αντιπαθητικό / αντισυμβατικό προσωπείο που βγάζει στα μίντια, αλλά εγώ που τον έχω μελετήσει / ψυχολογήσει, τον θεωρώ βαθειά σκεπτόμενο άνθρωπο, πανέξυπνο, υπερφυσικά ταλαντούχο και σε συνδυασμό με την Άννα Βίσση, ιαματικό. 

Πέραν τούτων, αν πρέπει πραγματικά να κατονομάσω ποιο πλάσμα με επηρέασε και με διαμόρφωσε στη μάταιη αυτή ζωή, αυτή είναι η γιαγιά μου, η Νέδη. Η οποία μου μετέδωσε όλα αυτά που αγαπώ σήμερα, δηλαδή το θέατρο, τη Γιουροβίζιον, τα ταξίδια, την καλοπέραση. Περισσότερα γι’ αυτήν όμως, στο ειδικό αφιέρωμα που θα της κάνω όταν μας αφήσει. Ελπίζω όχι σύντομα. Γιατί μπορεί να μην επικοινωνεί πλέον ιδιαίτερα, αλλά τύποις, ζει. 

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2018

Λεξικό Εννοιών Σύγχρονης Ελληνικής Γλώσσας

Σύμφωνα με τα όσα ακούω, βλέπω και διαβάζω στο διαδίκτυο από τον κάθε ειδήμονα, οι ορισμοί των λέξεων έχουν αλλάξει. Δεν είναι όπως τους θυμάσαι ή όπως τους διδάχτηκες παλιά. Ασχέτως του τι μπορεί να υποστηρίζει ο Μπαμπινιώτης και οποιοδήποτε άλλο έγκριτο λεξικό εννοιών, πάρε χαρτί και καλαμάρι και σημείωνε τις καινούριες, ώστε να προσαρμοστείς μια ώρα αρχίτερα στα νέα ήθη ηλιθίων:

Εθνικισμός / Εθνικιστής: Οποιοσδήποτε φέρει την ελληνική σημαία ή εκφράζει ελάχιστο θαυμασμό / αγάπη προς την Ελλάδα. Αν παρ’ ελπίδα φέρεις την κυπριακή σημαία, ουδέν μεμπτόν, εκεί δεν υφίσταται εθνικισμός παρά μόνο αυθεντική φιλοπατρία που αξίζει επιβράβευσης. Το ίδιο ισχύει και με οποιονδήποτε άλλο πολίτη ξένης χώρας και της σημαίας του. Αλλά Κύπριος + Ελληνική Σημαία = Εθνικιστής. Μην πω, οριακά ναζιστής.

Σεξιστής / Σεξισμός: Οποιοσδήποτε δεν αναγνωρίζει τη φυσική και ολοκληρωτική υπεροχή του γυναικείου φύλου σε όλους τους τομείς της ζωής. Οποιοσδήποτε τολμήσει να συγκροτήσει μία ομάδα αξιοκρατικά και όχι βάση φυλετικής ποσόστωσης. Ασκείται κατεξοχήν, αυστηρά και μόνον, από άρρεν σε θήλυ και ουδέποτε ανάποδα.

Hate Speech / Ο εκφραστής ρητορικής μίσους: Οποιοσδήποτε δεν εκφράζει την αμέριστη, αέναη και ανιδιοτελή του αγάπη / συμπαράσταση για οποιαδήποτε πολιτική, κοινωνική, φυλετική ή άλλη ομάδα ανεξαρτήτως (συχνά αμφισβητίσημου) επιτεύγματος και βάσει αντικειμενικού δείκτη αξιολόγησης. Εξαιρούνται του κανόνα: Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς όταν καταφέρονται λεκτικά εναντίον αυτών της Δεξιάς. Ποτέ το ανάποδο.

Ρατσισμός / Ρατσιστής: Οποιοσδήποτε δεν έβαλε πρόσφυγα από άλλη χώρα στο σπίτι του να τον ταΐσει και να τον βάλει στο Facebook. Οποιοσδήποτε αντιτάσσεται της (λάθρο)-μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας του ως επιζήμιας όσον αφορά τον ντόπιο πληθυσμό. Οποιοσδήποτε αντιμετωπίζει ισότιμα τους πάντες και δεν ραγίζει στη θέα των αναξιοπαθούντων λαών, ειδικά των γειτονικών χωρών (για πιο πέρα, είναι εντάξει). Οποιοσδήποτε δεν επιλέγει επίτηδες να συναγελάζεται κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο εξωτερικό με φοιτητές φτωχότερων χωρών, ήτοι της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων ή της Ασίας (όπου Ασία, εξαιρείται η Ιαπωνία που τολμά να ξεφεύγει από τα μίζερα / δικτατορικά πρότυπα διακυβέρνησης των υπολοίπων).

Άθεος: Όποιος πολεμά φανατικά και εμμονικά και συστηματικά τον Χριστιανισμό, όποιος γράφει αστεία, υποτιμητικά, προσβλητικά σχόλια για τον Αρχιεπίσκοπο στα φόρουμ των κυπριακών διαδικτυακών εφημερίδων, όποιος αντιστέκεται στην ανέγερση νέων χριστιανικών εκκλησιών αλλά αδιαφορεί μπροστά στην ανέγερση νέων τζαμιών / μιναρέδων, καθότι τα θρησκευτικά δικαιώματα άλλων θρησκειών οφείλουν να γίνονται σεβαστά ως κομμάτι αποδοχής της διαφορετικότητας σε μια πολύ-πολιτισμική κοινωνία. Προσοχή στις λεπτομέρειες. Πρόκειται για «άθεο» και όχι για άτομο με καθυστερημένη εφηβεία, ή για επαναστάτη χωρίς αιτία.

Φασίστας: Οποιοσδήποτε τολμά να διαφωνεί με τις πιο πάνω ερμηνείες.

Αριστερός / Ειρηνοποιός / Άνθρωπος με Άλφα Κεφαλαίο: Οποιοσδήποτε βρίσκει αυτονόητες, εκ των ων ουκ άνευ, και καθόλου χιουμοριστικές τις πιο πάνω ερμηνείες. 

Τετάρτη, Ιουνίου 27, 2018

The Incredibles II

Το πόσο μου άρεσε το Incredibles II δεν περιγράφεται.



Από χθες το βράδυ μόνο γι’ αυτό μιλάω. Πάνω που είπα ότι καλύτερη ταινία της κοινοπραξίας Disney / Pixar δεν πρόκειται να ξαναβγεί μετά την Coco, έπαθα πλάκα με τους Incredibles, οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν μου γέμισαν καθόλου το μάτι στην πρώτη ταινία. Ε, η δεύτερη όχι μόνο στο γεμίζει, στο βγάζει κυριολεκτικά από το θέαμα. Είναι κλάσεις ανώτερη από κάθε άποψη. Μην κοιτάς τι λένε οι κριτικοί, η δεύτερη είναι αποκάλυψη!

Προκειμένου να βλέπω αυτές τις ταινίες χρησιμοποιώ τον δεκάχρονο ανιψιό μου ως πρόσχημα. Αγχώνομαι μην γυρίσει και μου πει ότι μεγάλωσε για να βλέπει Μίκυ Μάους, αλλά ευτυχώς ακόμα το ‘χει, και μάλιστα στην κορύφωση της δράσης αγχωνόταν και για την εξέλιξη. «Γιατί δεν του πέταξε τη μάσκα τώρα που μπορούσε;» με ρώτησε γεμάτος αγωνία. «Επειδή είναι ηλίθια» του απάντησα εγώ εξίσου καθηλωμένος.

Μα, τι να λέμε. Έχω ταυτιστεί πλήρως με τον κύριο Απίθανο. Ειδικά στις σκηνές που η γυναίκα του τον επισκιάζει και τον σώζει με την καπατσοσύνη της. Ειδικά στις σκηνές που κάθεται στο σπίτι με τα μωρά και αυτά φέρνουν το σπίτι τούμπα. Ειδικά στη σκηνή που κάθεται να τους διαβάσει τα μαθηματικά και διερωτάται «πότε και γιατί άλλαξαν τα μαθηματικά, αλλιώς τα λύναμε στην εποχή μας;!» Γελούσα τόσο δυνατά από την ταύτιση που ο μικρός με κοίταζε καχύποπτα.

Γύρισα σπίτι και έσπευσα να αγκαλιάσω τη Μπρέντα και τον γιόκα μου. Θεωρώ ότι είμαστε κι εμείς πραγματικά Απίθανοι που ακόμα αντέχουμε τις κακουχίες και τις φθορές που μας προκάλεσε ψυχολογικά όλη αυτή η διαδικασία ανακαίνισης. Το πώς δεν χωρίσαμε ακόμα, είναι θαύμα! Λίγες μέρες έμειναν, θα μου πεις, αντέξετε. Κάνουμε και τίποτα άλλο; Αντέχουμε. Μας ήρθαν πολλά μαζεμένα στο κεφάλι, δυστυχώς. Και οικονομικές δυσχέρειες, και πρακτικές και ψυχολογικές και ό,τι θες. Κάθε μέρα αντιμέτωποι με ένα τέρας. Είτε αυτό λεγόταν/λέγεται πεθερά, είτε λεγόταν εργολάβος, είτε λεγόταν εργοδότης, είτε λεγόταν τραυματισμός τέκνου. Πόσα να καταπιείς;

Εγώ, από χθες, έχω ξεπεράσει τα πάντα. Βαρέθηκα να μετρώ τσακωμούς, βαρέθηκα να μετρώ παρεξηγήσεις, βαρέθηκα να μετρώ σου ‘πα, μου ‘πες. Βλέποντας τους Incredibles σκέφτηκα, «αυτοί είμαστε εμείς». Με το που τελείωσε η ταινία, έσπευσα να πάω σπίτι τον ανιψιό μου, για να πάω να προλάβω τον μικρό ξύπνιο και να τους κάνω μια ομαδική αγκαλιά.

Μόνο η Ντίσνεϊ μπορεί να τα πετύχει αυτά.

Ο ανιψιός μου, εν τω μεταξύ, ισχυρίστηκε ότι το Incredibles ένα, ήταν καλύτερο. «Το δύο έχει πολλά plot-holes!» είπε με μία προφορά που υπό άλλες συνθήκες θα με ξένιζε. Μάθαμε και το plot-holes, αν μη τι άλλο.

Μην ακούτε τίποτα. Τίποτα δεν έχει. Ούτε plot-holes, ούτε τίποτε. Να πάτε να το δείτε. Ει δυνατόν μετά της ταλαίπωρης οικογένειάς σας! Είναι θεραπευτικό.

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2018

Creating Our Fairytale

Χθες το πρωί η γλυκιά μου πεθερούλα πάσχιζε να μας πείσει ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε όμορφες αναμνήσεις στο παιδί μας» και αυτό δεν θα επιτευχθεί με το να καθόμαστε όλη μέρα στο σπίτι. «Πρέπει να πηγαίνετε εκδρομές τα σαββατοκύριακα, να του δείξετε τις ομορφιές του τόπου, να τον διαπαιδαγωγήσετε». Δεν θα διαφωνήσω, αλλά αν κρίνω από εμένα, ελάχιστες όμορφες αναμνήσεις έχω από περιδιαβάσεις στην Κύπρο. Εγώ με ένα «πότε θα γυρίσουμε σπίτι;» ήμουν. Έχω ωραίες αναμνήσεις από ανθρώπους, αλλά όχι από τη χώρα αυτή καθεαυτή. Εγώ πιστεύω ότι κατά βάθος, η γλυκιά μου πεθερούλα πάσχιζε να μας ξεφορτωθεί από το σπίτι της (μένουμε στο δικό της τώρα, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση του δικού μας – μέναμε και στη μάνα μου για τρεις μήνες, σωστά θυμάσαι, αλλά μια μέρα νευρίασε και μας έδιωξε), και προκειμένου να μην διαταράξουμε την κυριακάτική της νηνεμία, κατασκεύασε το επιχείρημα των «ωραίων αναμνήσεων».

Μα, τι «ωραίες αναμνήσεις» να δημιουργήσω στον γιο μου σ’ αυτή τη χώρα των πενήντα βαθμών κελσίου, που δεν μπορείς πια να κυκλοφορήσεις χωρίς τον κίνδυνο να πάθεις ηλίαση και καρκίνο του δέρματος σε χρόνο ντετέ; Η Κύπρος έγινε σαν το Μεξικό. Το καλοκαίρι αποτελείται από τρεις νεκρούς μήνες, δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται η κυκλοφορία. Όσο δύναται, κυκλοφορείς την υπόλοιπη χρονιά, στην οποία δυστυχώς, πάλι όλα κατάξερα τα βλέπεις. Αν τα βλέπεις, δηλαδή, με τη σκόνη που μας έρχεται κάθε τρεις και λίγο από τη Σαχάρα. Εν πάση περιπτώσει έκοψα τη μουρμούρα, μπολιάστηκα με άφθονη «θετική ενέργεια» (εμετός!), τηλεφώνησα και στον κουμπάρο μου που είναι ομοιοπαθής, φορτώσαμε τις φαμίλιες στα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε να πάμε για φαΐ στον Κάτω Δρυ. Εγώ στον Κάτω Δρυ! Μοντιέ και Διός Μίο.

Τι να σου πω, κατενθουσιάστηκε ο Αλεξάκος που έφαγε τον τταβάν του στον Πλάτανο με άλλα 4-5 τραπέζια συνταξιούχων. Θα το θυμάται με νοσταλγία όταν μεγαλώσει και θα αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Θελήσαμε να βρούμε και κάποιο μονοπάτι να περπατήσουμε αλλά δεν υπήρχε, ο ήλιος έκαιγε φλάντζες, περπατήσαμε πέντε λεπτά με τα δίχρονα και επιστρέψαμε πίσω στο κέντρο κακήν κακώς.

Δεν περνούσε η ώρα, δεν έβλεπα τις «όμορφες αναμνήσεις» να δημιουργούνται. Ήταν μόλις δυο το μεσημέρι. Θα επιστρέφαμε Λευκωσία τόσο νωρίς; Ποιος και πώς θα τον απασχολούσε όλο το υπόλοιπο απόγευμα μέχρι να κοιμηθεί; Συμφωνήσαμε να πάμε σε ένα παρακείμενο χωριό, στο πάρκο γαϊδουριών, να κάνουμε εκεί το γκράντε φινάλε της μέρας. Όπου παρακείμενο χωριό, βλέπε τη Σκαρίνου. Άκου όνομα! Σκα-ρι-νου! Βραβείο ευφάνταστης ονομασίας! Το ζήσαμε και αυτό στα 38 μας!

Πάμε στο πάρκο γαϊδουριών, περάσαμε τις πύλες, είδα τις «ωραίες αναμνήσεις» να μου μιτσοκαμμούν, και σπεύσαμε να ταΐσουμε τα ζωντανά. Ο γιος μου, που κάτι τέτοιες στιγμές με κάνει περήφανο, ούτε να τα φτύσει. Του δείχναμε τα γαϊδουράκια να τρώνε τον σανό τους σαν περήφανοι Συριζαίοι, μα ουδεμία συγκίνηση. Του έδειξα και κοτούλες, του έδειξα και το παγώνι, τζίφος! Μόνο με τον παρκαρισμένο εκσκαφέα ενθουσιάστηκε. Ναι, διανύουμε την (ελπίζω παροδική) περίοδο που μας αρέσουν τα αγροτικά οχήματα. Φορτηγά, εκσκαφείς, μπουλντόζες, ανυψωτικά, μπετονιέρες, και τα συναφή, συλλογή τα κάνουμε. Από όλο το πάρκο, μόνο με τον εκσκαφέα ενθουσιάστηκε. Ήθελε να τον καβαλήσει, μα ήταν τίγκα στη βρώμα και αρκεστήκαμε να τον περιεργαζόμαστε εξωτερικώς, αποφεύγοντας όσο μπορούσαμε κάτι ζωικά κουραδάκια που τον περιέβαλλαν.

Μια υπέροχη ανάμνηση μόλις δημιουργήθηκε.

Είδαμε και πάθαμε να τον «κουράσουμε» προκειμένου να γυρίσουμε στη Λευκωσία με το τρόπαιο του γονιού που κάνει σωστά τη δουλειά του. Δεν μπορείς να πεις, και την ύπαιθρο γνώρισε, και παραδοσιακά εδέσματα γεύτηκε, και το εθνικό μας ζώον γνώρισε, ενώ τον χτύπησε και η ζέστη κατακούτελα ώστε να τεζάρει μια ώρα αρχύτερα το βράδυ. Περήφανος και ολοκληρωμένος Κύπριος! Φρόντισα και τον φωτογράφησα με όλα τα παραπάνω προκειμένου να λάβω τα εύσημα από την πεθερούλα μου για τη σωστή διαπαιδαγώγηση που του παρείχα. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να τον φωτογραφήσω με τη ζακέτα που μας φόρτωσε με το ζόρι, επειδή «εκεί ψηλά στον Κάτω Δρυ, μπορεί να κάνει ψύχρα!»

Ήταν ένα μιζερότατο σαββατοκύριακο. Αλλά δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Και στη θάλασσα να πάμε, οι ώρες που μπορούμε πλέον να τον εκθέσουμε στον ήλιο 07:00-11:00, 18:00-20:00, είναι δύσκολες. Τι τον κάνεις στο ενδιάμεσο; Εγώ θεωρώ πως δεν πρέπει να βγαίνουμε από το κλιματιστικό από τον Ιούνιο μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη. Ό,τι καταφέρεις να ζήσεις, μόνο τους υπόλοιπους μήνες. Από την άλλη δεν μπορούμε και να περιοριζόμαστε στους τέσσερεις τοίχους, ούτε να ζούμε σαν εγκλωβισμένοι λεπροί στο Μωλ του Σιακόλα, επειδή η ζέστη είναι ανυπόφορη και επειδή οι επιλογές μας είναι είτε το πάρκο στρουθοκαμήλων, είτε το πάρκο γαϊδουριών, είτε το πάρκο καμήλων, είτε άλλα πέντε-έξι παρόμοια γραφικά, μηδαμινής αξίας κατά τη γνώμη μου.


Ναι, ίσως τα μωρά να μην τα βλέπουν έτσι, ίσως να απολαμβάνουν κάθε τι καινούριο. Αλλά εγώ ΠΟΣΟ ΒΑΡΙΕΜΑΙ που μπήκα στην περίοδο αναζήτησης προορισμού εκδρομής κάθε σαββατοκύριακο προκειμένου να μην γκρινιάζει το παιδί στο σπίτι. Τα έζησα στα χρόνια μου και επιστράτευσα ψυχολόγους για να τα ξεπεράσω. Άντε τώρα στο φινάλε, χάριν του γιου μου, να βολοδέρνομαι από Σκαρίνου σε Σκαρίνου!