Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

Οδηγώ, Σε Σκέφτομαι Και Σου Τραγουδώ

Από τον καιρό που ήρθε στη ζωή μας ο Αλέξης (όχι ο Τσίπρας, ο δικός μας, ο καλός), δεν έχω την πολυτέλεια χρόνου που είχα προηγουμένως. Κάποιες συνήθειες καταργήθηκαν, άλλες προσαρμόστηκαν. Μία εξ αυτών, η ακρόαση μουσικής. Όπως έγραψα ξανά εδώ πριν πολλά χρόνια, για μένα η μουσική δεν είναι κάτι που παίζει στο μπαγκράουντ για να γεμίζει τις αμήχανες σιωπές. Από 15 χρονών ακούω μουσική υπό τύπον παράστασης. Ανάλογα τα κέφια και τη διάθεση επιλέγω 10-15 σχετικά τραγούδια, φτιάχνω λίστα και τα ακροάζομαι από την αρχή μέχρι το τέλος εν είδει παραστάσεως. Ενίοτε τραγουδώ μαζί με τους τραγουδιστές και αλίμονο αν με διακόψει κανείς, ειδικά για να μου πει κάτι ασήμαντο. Μικρότερος, που είχα και μεγάλους ερωτικούς νταλκάδες, όλο αυτό ήταν για μένα τεράστιο μέσο εκτόνωσης. Ολόκληρη ιεροτελεστία. Πλέον όχι και τόσο. Μόνο όταν είμαι σοβαρά τσακωμένος με τη Μπρέντα.

Με το μωρό στο σπίτι, αυτού του είδους τα «φεστιβάλ» έχουν διακοπεί. Αλλά έχουν μεταφερθεί στο αυτοκίνητο. Η βαρετή ώρα που είμαι μποτιλιαρισμένος μέσα στο αυτοκίνητο είναι πλέον ιδανική για να στήνω τις «συναυλίες» μου. Πολλές φορές φτιάχνομαι τόσο πολύ, που δεν με κόφτει και να μην ανάψει ποτέ το πράσινο στον φανοστάτη.

Το θέμα μου είναι άλλο.

Εσείς γιατί δεν τραγουδάτε; Τι καλύτερο έχετε να κάνετε; Εχτές όπως ήμουν πηγμένος στην κίνηση και κατά-μερακλωμένος με Στράτο Διονυσίου (νέα ενοχική εμμονή), παρατηρούσα τις φάτσες τις αντίθετης λωρίδας. Θλιμμένες, κρεμασμένες, έτοιμες να αυτοκτονήσουν. Απορώ. Δεν ακούτε τίποτα μέσα στο αυτοκίνητο; Μην μου πείτε κάθεστε και ακούτε κυπριακό ραδιόφωνο! Που είναι τίγκα στη σάχλα, την απανωτή διαφήμιση και το φτηνό τσιφτετέλι απ’ το μαύρο χάραμα. Εγώ δεν ακούω ραδιόφωνο. Η τελευταία φορά που είχα ακούσει ήταν όταν με πήγαινε η μάνα μου σχολείο, στα μέσα των ‘90ς. Δεν με ενδιαφέρει να μαθαίνω τι γίνεται έξω στον κόμο τις ώρες που μπορώ να ακούω τα δικά μου αγαπημένα. Και καλά κάνω, γιατί αποδεικνύεται, από φίλους που είναι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, ότι ούτε οι ίδιοι δεν αντέχουν να ακούν τα τσιφτετέλια που τους επιβάλλει να παίζουν η διοίκηση του σταθμού. Ανοίγουν το μικρόφωνο και λένε την παπάρα τους, ύστερα βάζει ο ηχολήπτης τα σκυλάδικα και του γνέφουν να το χαμηλώσει να μην ακούνε τίποτα μέσα στο στούντιο, γιατί πονοκεφαλιάζουν. Όταν τελειώσει ο εκάστοτε Βέρτης, Οικονομόπουλος, Κιάμος και λοιποί τραγικοί, ο ηχολήπτης τους προειδοποιεί και ο εκφωνητής επανέρχεται.

Ενώ εγώ παίζω τα διάφορα μουσικά αφιερώματά μου, μετατρέπεται αίφνης όλη η καμπίνα του αυτοκινήτου σε dancefloor και μπορώ να υπομένω τα πάντα. Μα, υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να συνδυάζεις μουσική με οδήγηση; Εκτόνωση εις διπλούν. Εσείς γιατί δεν το δοκιμάζετε; Θα δείτε ευεργετικές αλλαγές στη διάθεσή σας. Και πραγματικά μου προκαλεί εντύπωση, γιατί έχω λάβει και σχόλια. Μία γνωστή με είχε δει κάποτε να οδηγώ και να τραγουδώ και μου είπε ότι «με χάρηκε», ενώ ο πατέρας μου παλιότερα που με είχε πετύχει επίσης εν εξάλλω να οδηγώ και να τραγουδώ μου είπε να το κόψω γιατί «φαίνεσαι μεγάλος καραγκιόζης». Εν πάση περιπτώσει, καταλήγω ότι για να το σχολιάζουν πάει να πει ότι τους φαίνεται παράξενο.

Εμένα πάλι μου φαίνεται παράξενο που έχετε όλοι την ίδια φάτσα, την ίδια τραγική διάθεση και δεν εκμεταλλεύεστε τον χαμένο χρόνο που τρώτε μέσα στην κίνηση ώστε να αισθανθείτε μία ελάχιστη ψυχική ανάταση.


Τι να πεις. 

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2018

Βρυξέλλες Vol.3

Άλλο ένα μίτινγκ στις Βρυξέλλες έλαβε τέλος και εγώ δηλώνω άκρως ενθουσιασμένος και ανανεωμένος, αφού όπως έχω πει πολλάκις, μόνο εκεί αισθάνομαι ότι το μυαλό μου βρίσκει κίνητρο να συγκεντρωθεί, να ακούσει, να επεξεργαστεί πληροφορίες και να μάθει νέα πράγματα. Στην Κύπρο, ο νους μου, βρίσκεται μόνιμα στο ρελαντί, για να μην πω σε χειμερία νάρκη. Είναι τρομερά σημαντικό να αισθάνεσαι ότι οι σπουδές σου δεν πήγαν χαμένες, ότι μετράς, ότι αφοράς. Σε προσωπικό επίπεδο τουλάχιστον. Γιατί σαν Κύπρος δεν αφορούμε κανέναν, το έχω εξακριβώσει και τις τρεις φορές που παρέστην σε συνεδρίες των Βρυξελλών. Αν μπορούσαν να μας κάτσουν έξω από την αίθουσα, θα το έκαναν. Πραγματικά, λυπηρό.

Δύο πράγματα θα ήθελα να σχολιάσω.

Πρώτον, στη συνάντηση μέτρησα 28 συνέδρους. Το Λουξεμβούργο απουσίαζε, ποια να ήταν άραγε εκείνη η καινούρια φάτσα που καθόταν απέναντί μου και δεν την είχα ξαναδεί προηγουμένως; Στο διάλειμμα ήρθε να μου συστηθεί. «Im from Macedonia», μου λέει. Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου! Κοίτα να δεις κάτι πράγματα, ακόμη δεν υπογράφτηκε η συμφωνία για το όνομα, αυτοί άρχισαν να στέλνουν αντιπροσώπους στις Βρυξέλλες. Άρχισε ήδη η εναρμόνιση! Μια ζωή προ τετελεσμένων βρισκόμαστε. Όχι που θα μας ζητούσαν την άδεια.

«Βρε καλώς την!» λέω από μέσα μου. «Τι λέει; Καταλήξαμε στο όνομα;» ρώτησα. «Σιγά μην αποδεχτούμε εμείς τέτοια εξευτελιστική ονομασία!» μου απάντησε. «Ή θα μας λένε Μακεδονία, ή τίποτα!» Να σου πω την αλήθεια, αναθάρρεψα όταν κατάλαβα ότι μάλλον θα φέρουν εκείνοι πρώτοι τούμπα τη συμφωνία. Πήγα να το παίξω άνετος «Ε, ναι, θα ήταν άδικο να εγκριθεί όνομα που ούτε η ελληνική πλευρά θέλει. Ας μείνει η κατάσταση μετέωρη μέχρι νεοτέρας. Ας συνεχίσουμε με το ΠΓΔΜ και βλέπουμε». Εκεί τα πήρε. «Δεν καταλαβαίνω προς τι η εμμονή με το Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας! Γιατί δεν αποκαλείτε αντίστοιχα και τη Σερβία ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Σερβίας ή την Κροατία ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Κροατίας;»

Αντιλαμβάνεστε που έμπλεξα. Η γυναίκα δεν αντιλαμβάνεται ούτε την ουσία του προβλήματος, ούτε καν το μέγεθός του. Νομίζει ότι τους στοχοποιούμε άνευ λόγου και αιτίας. Το ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει νομούς που να ονομάζονται Σερβία ή Κροατία απλά της διαφεύγει. Τι να πεις. Ήπιαμε και φάγαμε σε πολύ καλό κλίμα πάντως, ήταν φιλικότατη και πολύ ευχάριστη σαν άνθρωπος. Ως εδώ φτάνει η ανοχή μου με τους «εχθρούς». Με Τούρκους ούτε καλημέρα δεν μπορώ να ανταλλάξω.

Άλλο θέμα!

Πώς έχουν γίνει έτσι οι Βρυξέλλες; Περπατούσα στο κέντρο κι αν δεν ήταν τα γαλλικού τύπου κτήρια να με περιβάλλουν, θα έβαζα στοίχημα πως βρίσκομαι στη Σαουδική Αραβία. Τι μαντίλα και κακό ήταν αυτό; Τι φερετζές και μπούρκα κυκλοφορεί στους δρόμους, Θέ μου; Πραγματικά, το θέαμα είναι ανατριχιαστικό και ανησυχητικό. Παντού γυναίκες με μαντίλα. Από έφηβες που κυκλοφορούν σε τσούρμο, μέχρι μητέρες με τα παιδιά τους.

Απορώ. Όλες αυτές δεν πήραν χαμπάρι πού ήρθαν να ζήσουν; Δεν βλέπουν τις χειραφετημένες ευρωπαίες τριγύρω να εμπνευστούν; Να διερωτηθούν τι δεν πάει καλά; Να τους μπει η υποψία, έστω, ότι μπορούν να ζήσουν και χωρίς να τυλιχτούν σαν σκιάχτρα αυτά τα αηδιαστικά σάλια; Εγώ στην Αγγλία, τόσες φίλες μουσουλμάνες είχα, και το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις πέρασαν στο πανεπιστήμιο ήταν να απαλλαγούν από τη μαντίλα και τα ήθη του Ισλάμ. Αυτές γιατί επιμένουν; Είναι ηλίθιες; Ρητορικόν το ερώτημα.

Πραγματικά, σιχαίνομαι. Ανακατσιώ, για να το πω κυπριακά και πιο εμφατικά. Και ούτε μπορώ να διανοηθώ πώς θα διαχειριστώ αντίστοιχη κατάσταση στην Κύπρο. Ήδη τις προάλλες είδα μία γυναίκα να περπατεί καλυμμένη από πάνω μέχρι κάτω με τζίχαμπ (έτσι δε λέγεται εκείνο το κιλίμι όπου μόνο τα μάτια διακρίνονται;) στην Έγκωμη παρακαλώ, απέναντι από τα παγωτά του Παπαφιλίππου! Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. 

Και μην τυχόν ακούσω παραλληλισμό με τις Χριστιανές και το σταυρουδάκι από κανέναν αριστερό και χαλάσουμε τις καρδιές μας σαββατιάτικα. Και το σταυρουδάκι το βρίσκω μπανάλ, φυσικά. Όλα τα θρησκευτικά σύμβολα τα θεωρώ μπαναλαρίες. Αλλά τουλάχιστον το σταυρουδάκι είναι διακριτικό και φοριέται σαν κόσμημα. Δεν καθορίζει, ούτε αλλοιώνει την εμφάνισή σου. Δεν είναι το ίδιο. Αν επρόκειτο για σταυρό-γίγαντα που τον φορούσες στο κεφάλι σαν το κέρατο και εξέπεμπες ψυχική διαταραχή, τα ίδια θα έγραφα.


Είναι η Τρίτη φορά που πάω στις Βρυξέλλες φέτος. Απομένουν άλλες δύο μέχρι το τέλος της χρονιάς. Στις Βρυξέλλες δεν είχα πάει ποτέ μέχρι τα 35 μου. Φέτος πήγα όσες φορές δεν έχω πάει ούτε στην Ισπανία που είναι κι από τις αγαπημένες μου χώρες. 

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2018

Κύπριοι Και Μυθοπλασία

Μια φορά, πριν δέκα χρόνια, που δούλευα στα διαφημιστικά γραφεία και έγραφα σενάρια για διαφημίσεις, μου είχαν αναθέσει να σκεφτώ μία ιδέα για σενάριο ενός τυχερού παιχνιδιού. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο πελάτης και ποιο ακριβώς ήταν το παιχνίδι. Οι οδηγίες πάντως, αφορούσαν στην μεγάλη αλλαγή που γίνεται στη ζωή σου άπαξ και κέρδιζες το συγκεκριμένο λαχείο. Αν ήταν λαχείο δηλαδή, και όχι κάποιο άλλο παιχνίδι τύπου τζόκερ, λόττο, προ-πο, κτλ.

Θυμάμαι ότι είχα προτείνει ένα υπέροχο, για τα δεδομένα μου, σενάριο στο οποίο ο πατέρας της οικογένειας κρατούσε στα χέρια του το λαχείο, επιβεβαίωνε από την τηλεόραση ότι κέρδισε τον πρώτο λαχνό και αρχίζει να φιλιέται / αγκαλιάζεται με την οικογένειά του πανηγυρίζοντας έξαλλα στο σαλόνι. Στην αμέσως επόμενη σκηνή ο πατέρας έχει φορτώσει στο αυτοκίνητό του τα πράγματά του και εγκαταλείπει το σπίτι του για να πάει να τα φάει μόνος του. Η υπόλοιπη οικογένεια στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού και κλαίει με λυγμούς. Για να μην φανεί σεξιστικό (έχουμε και αυτές τις υστερίες στην εποχή μας), πρότεινα αντίστοιχη εκδοχή του σεναρίου με τη μητέρα να εγκαταλείπει το σπίτι ενθουσιασμένη που φεύγει να τα φάει μόνη της.

Όπως ήδη καταλάβατε, το σενάριο αυτό είχε γίνει ανάρπαστο στους διαδρόμους του γραφείου. Σε όποιον το περιέγραφα έσκαζε στα γέλια. Δυστυχώς όμως, απορρίφθηκε πριν καν παρουσιαστεί στον πελάτη επειδή «ήταν προκλητικό». Προκλητικό επειδή, όπως μου εξήγησαν, το ενδεχόμενο εγκατάλειψης παίζει πολύ στην κυπριακή κοινωνία και δεν μπορούμε να σπάμε πλάκα στην πλάτη του άλλου. Εγώ βέβαια, δεν ξέρω κανέναν που να εγκατέλειψε την οικογένειά του επειδή κέρδισε το λαχείο. Έχω ακούσει ιστορίες για κόσμο που έφυγε επειδή βρήκε γκόμενα/ο, ή επειδή ο γάμος ήταν προβληματικός εξ αρχής. Αλλά ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που διέλυσε οικογένεια επειδή κέρδισε πολλά λεφτά. Πώς είναι δυνατόν να ταυτιστείτε με κάτι τόσο απόμακρο; Εν πάση περιπτώσει, η διαφήμιση δεν είναι και κανένα χολλιγουντιανό σενάριο ώστε να χρήζει ιδιαίτερης φιλοσοφίας στην Κύπρο, οπότε δεν καθίσαμε να επιχειρηματολογήσουμε περαιτέρω. Απορρίφθηκε με συνοπτικές και κάθισα και σκέφτηκα κάτι άλλο, πιο retard-friendly για να λάβει έγκριση.

Επιβεβαίωσα γι’ άλλη μια φορά, όμως, πως είμαστε ηλίθιος λαός.

Αυτό, που πρέπει να προσέχουμε τι θα πούμε γιατί κάποιος δυνατόν να ταυτιστεί με το σενάριο και να ενοχληθεί, μόνο στη χώρα μας το συναντώ. Να θεωρούμε τον μέσο τηλεθεατή τόσον ανίκανο να διαχωρίσει τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα και να φοβόμαστε να μιλήσουμε, μην τυχόν και το πάρει προσωπικά και θιχτεί. Κι εδώ που τα λέμε πόσοι θα θιχτούν από το πιο πάνω σενάριο και θα θέλουν να σπάσουν την τηλεόραση; Πέντε δέκα γραφικοί; Είναι δυνατόν για χάρη αυτών των πέντε-δέκα γραφικών να πέφτει λογοκρισία σε κάτι που αποτελεί προϊόν φαντασίας;

Φυσικά το πρόβλημα είναι ευρύτερο, δεν αφορά μόνο στις διαφημίσεις. Ο Κύπριος γενικώς θίγεται. Για παράδειγμα είχα κάποτε γράψει εδώ σε ένα κείμενο ότι «ο τάδε είναι καθυστερημένος» και έλαβα σχόλιο από αναγνώστρια που έλεγε «εγώ που έχω παιδί αυτιστικό, πώς πρέπει να εκλάβω την αναφορά σας σε «καθυστερημένους;» Το ότι η λέξη ως επίθετο υφίσταται ως έκφραση χρόνια τώρα βέβαια, το παραβλέπουμε. Ας δεχτώ, όμως, για χάρη συζήτησης το αδόκιμο της έκφρασης. Απορώ: Είναι τόσο δύσκολο να διαχωρίσεις την προσωπική σου κατάσταση απ’ αυτή του συγγραφέα; Είναι τόσο δύσκολο να πιάσεις τη διάθεση με την οποία κάτι γράφεται; Πόσες φορές εγώ διαβάζω κάτι που με αφορά αλλά σέβομαι την οπτική γωνία του άλλου; Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να θίγομαι όποτε ακούω κάποιο αστείο που να αφορά στους «ψηλούς και άχαρους». Θα μπορούσα να θίγομαι για τα στερεότυπα που αφορούν στους «φαν της γιουροβίζιον» ή στους «φαν της Άννας Βίσση». Γιατί δεν σκίζω τα ιμάτιά μου; Γιατί έχω αποδεχτεί το ποσοστό αλήθειας που αναλογεί στο κάθε τι που λέγεται, και από αυτόν που το λέει. Και προπάντων, δεν προβάλλω τον εαυτόν μου στα λεγόμενά του. Δεν λέω ότι είναι εύκολο αυτό. Λέω ότι στο 2018 θα έπρεπε να είχαμε όλοι εξασκηθεί και να είχαμε εξοικειωθεί με τον εαυτόν μας. Για να μην εξαρτάται η διάθεσή μας από το εκάστοτε σχόλιο, κακεντρεχές ή όχι.

Στις πρόβες που κάνουμε με τη θεατρική ομάδα για το νέο έργο που θα παίξουμε τον Νοέμβριο έχουμε μία συζήτηση κατά πόσον πρέπει να αλλάξουμε μία ατάκα του έργου που λέει «εντάξει, δεν τον είπαμε και ανάπηρο!» Η ομάδα θεωρεί πως η συγκεκριμένη ατάκα είναι προσβλητική και πρέπει να αλλάξει. Πες και πες, άρχισα κι εγώ να πιστεύω ότι μπορεί να ακουστεί βαριά στα αφτιά των θεατών. Αλλά γιατί; Έτσι γράφτηκε το έργο, σε μια εποχή που ήταν όλα πιο χύμα, αυτό ήθελε να πει ο συγγραφέας, ας έχει το κοινό λίγη κρίση να αντιληφθεί γιατί το έγραψε όπως το έγραψε. Κάποιοι πρότειναν να το κάνουμε «εντάξει, δεν τον είπαμε και καμπούρη!» Αλλά απορώ, με την ίδια λογική δεν πρέπει να το αποφύγουμε για να μην θιχτούν τυχόν καμπούρηδες που θα υπάρχουν στο κοινό; Που σταματά αυτή η υστερία;

Το 2016 ανεβάσαμε το «Η Γυνή Να Φοβήται Τον Άντρα» και υπήρξε θεατής που με το τέλος της παράστασης μου σχολίασε πως «δεν είναι αυτές συμπεριφορές για να αναπαράγονται στη σκηνή» (επειδή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η Ελενίτσα ήθελε να βάλει στεφάνι για να καταξιωθεί κοινωνικά). Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου, θα μου πεις. Να βλέπει ο καθένας ό,τι του συμφέρει. Άσχετα αν το 90% των θεατών είδε μία ιστορία αγάπης ενός ζευγαριού που το καταδυνάστεψαν οι κοινωνικές επιταγές και εν τέλει επιβίωσε.  Ο κύριος στάθηκε στο «η γυνή πρέπει να βάλει στεφάνι με το ζόρι». Το ότι το έργο γράφτηκε τη δεκαετία του 1950-1960, δεν έκρουσε κανένα καμπανάκι στον κύριο. Έκρουσε μόνο εγκεφαλικά κύτταρα. Εν έτει 2018 υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι αυτά τα έργα δυνατόν να επηρεάσουν τα νέα ήθη.

Εν είδει χιούμορ μια άλλη φίλη ήθελε να γράψουμε στο πρόγραμμα της παράστασης ότι «σαν ομάδα δεν υιοθετούμε το αντι-φεμινιστικό πνεύμα του έργου» για να αποφύγουμε τυχόν αρνητικές αντιδράσεις από το κοινό. Εκεί θα φτάναμε!

Πιο παλιά, το 2009, είχαμε παίξει ένα άλλο έργο στο οποίο μία τρελή θεία περιέγραφε στο κοινό με κάθε λεπτομέρεια και πολλή γλαφυρότητα πώς επήλθε ο θάνατος του γιου της σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Οι περιγραφές ήταν όντως πολύ σοκαριστικές, αυτός ήταν άλλωστε κι ο σκοπός του έργου. Θυμάμαι που έλεγε σε κάποια ατάκα "είδαμε και πάθαμε να ξεκολλήσουμε από το κρανίο του το τριαξωνικό που το διαπέρασε", κι άλλα τέτοια. Είχα μία φίλη-θεατή που μου είπε ότι ενοχλήθηκε από τις αναλυτικές περιγραφές του ρόλου, γιατί είχε χάσει και η ίδια δικό της άνθρωπο σε τροχαίο και εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να δεκτεί ότι κάποιοι διακωμωδούσαν ανάλογη κατάσταση. Δεν μπορούσε να δεκτεί ότι σε μία κωμωδία συμβαίνουν κι αυτά. Ήθελε να αποχωρίσει από το θέατρο. 

Εντάξει, από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις. Λες και υπάρχει θεατρικό έργο που να είναι πολιτικώς ορθό. Αφού το θέατρο είναι το ακριβώς αντίθετο. Το θέατρο είναι ο ορισμός της πολιτικής «ανορθότητας». Γιατί ακριβώς ο θεατής πρέπει να κρίνει μόνος του τα κακώς έχοντα στο θέαμα και να απορρίψει ό,τι θεωρεί βλαβερό. Μόνο στην Κύπρο θεωρούμε ότι πρέπει να σας τα ταΐσουμε «κουτσιά καθαρισμένα» για να πιάσετε το «σωστό» μήνυμα. Όπως κάνουν οι προπαγανδιστές στα καθυστερημένα, άτομα χαμηλότερου δείκτη νοημοσύνης.

Στα ίδια καταλήγουμε. Κόσμος άκριτος! Ανίκανος να εκτιμήσει το μαύρο χιούμορ. Ανίκανος να μην προβάλει τον εαυτό του μέσα από αυτό που διαβάζει ή βλέπει. Κόσμος που για να εκτιμήσει το θέαμα πρέπει να του το μεταφράσουν στη κυπριακή διάλεκτο. Γιατί οι Ρέππας – Παπαθανασίου ανήκουν στην κατηγορία του Αισχύλου και του Ευρυπίδη. Δεν βγάζει νόημα το «Φούστα-Μπλούζα» αν δεν του αλλάξει τα φώτα η Αρτεμίου να γίνει πιο αντιληπτό.

Κόσμος άκριτος, ανίκανος και καθυστερημένος. Αυτό είναι η πλειοψηφία της Κύπρου. 

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2018

Αναπάντεχος Θησαυρός

Δεν ξέρω ποιος Θεούλης ανέβασε το πιο κάτω βίντεο, έχει πάντως μία βδομάδα που το ανακάλυψα και το παρακολουθώ ανελλιπώς. Ένα βίντεο, μία ιστορία ολόκληρη. Πρόκειται για συναυλία της Άννας Βίσση στην Κύπρο, το έτος 1988, συνοδεία της χορωδίας της Λαϊκής Τράπεζας με μαέστρο τον Δώρο Γεωργιάδη. Ένας θησαυρός!

Αξίζει να το παρακολουθήσετε ακόμη κι αν δεν είστε θαυμαστές της Βίσση για χίλιους δυο λόγους:

Πρώτον, βρίσκω τρομερά ενδιαφέροντα τα όσα μπορούν να ειπωθούν για την εποχή και τη ζωή στην Κύπρο τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ο κόσμος κοινωνικοποιούνταν στις χορωδίες. Ήταν σπουδαία ενασχόληση. Είχαν όλες το ίδιο μαλλί-αφάνα και φαίνονταν διακοσίων χρονών, ασχέτως αν οι περισσότερες διένυαν την πρώτη τους νιότη. Ήταν διάχυτη η κυπριακή αγνότητα. Καμάρωναν άπαντες πως τραγουδούσαν με την Άννα Βίσση, την Κύπρια που πέτυχε το ελληνικό όνειρο χιλιάδων συμπατριωτών μας, ήτοι να απεκδυθεί την μιζέρια της νήσου της και να διαπρέψει εν Αθήναις ως πρώτο όνομα στον τομέα της.

Λατρεύω το πώς στέκονται όλοι σούζα μπροστά στους γκεστ καλαμαράδες οι οποίοι εκθειάζουν την ομορφιά των Κυπρίων γυναικών, των χαλλουμιών και των σεφταλιών. Τα αβίαστα γέλια στα οποία ξεσπά η χορωδία στο άκουσμα των πιο πάνω υπό άλλες συνθήκες θα με εκνεύριζε ως ένδειξη βλαχιάς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως το βρίσκω τρομερά χαριτωμένο.




Το στιγμιότυπο στο οποίο αναφέρομαι αρχίζει στο 1:28',00'', αλλά αν δεν βαριέστε, αξίζει να δείτε όοοολη τη συναυλία!

Δεύτερον, ήταν μία συναυλία στην οποία παρευρέθηκε ο Καρβέλας. Όπως πιθανόν γνωρίζετε, ο Καρβέλας έχει φοβία με τα αεροπλάνα και ταξιδεύει πάντα με αυτοκίνητο. Τω καιρώ εκείνω, όμως, η Βίσση με το ζόρι τον τραβολογούσε στην Κύπρο μέσω ατμοπλοΐας. Από τον καιρό που χώρισαν δεν ξαναπάτησε το πόδι του. Καημό το είχα (και το έχω) να τους δω ζωντανά μαζί -γιατί εγώ έχω ένα θέμα με τα ζευγάρια που αγαπώ, αρνούμαι να δεχτώ ότι χώρισαν. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη συναυλία μας έκανε την τιμή είναι από μόνο του αξιοπρόσεκτο.

Τρίτον, θα ακούσεις τραγούδια που πλέον σπάνια τα λέει στις συναυλίες της, όπως τον Δρόμο (συνοδεία χορωδίας είναι σαν άσμα παραδείσιο), τις Εφημερίδες (που μετά το ξεπατίκωσε ο Τόνυ Κονταξάκης που σημειωτέον παίζει ηλεκτρική κιθάρα μαζί της, και το μετέτρεψε στο «Εσένα Περιμένω», με το οποίο έκανε μεγάλο σουξέ η Δέσποινα Βανδή 8-9 χρόνια μετά), το γιουροβιζιακό Μόνο η Αγάπη, το ακριβοθώρητο 1988 Και Ακόμα Σ’ Αγαπώ, το Χούλα Χουπ κι άλλα ελαφρά σουξέ της εποχής. Φωνή καμπάνα, όπως και σήμερα βεβαίως, το στυλ ένα δράμα αλλά αυτά ήταν τα ‘80ς, γενικότερα πρόκειται για μία συναυλία κειμήλιο.

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2018

Οι Φωτογραφίες Του Μήνα

Είχαμε πει να καθιερώσουμε τη στήλη με τις παλιές φωτογραφίες και τις ιστορίες τους, αλλά τέτοιοι είμαστε, όλο λέμε και από το ένα μπαίνει, από το άλλο βγαίνει.

Έμεινα σπίτι σήμερα όμως και άνοιξα τον ασκό το Αιόλου και βρήκα αυτά τα τεκμήρια τα οποία και παραθέτω. Δεν έχουν καμιά ιστορία της προκοπής πίσω τους, αλλά εγώ νοστάλγησα, τόσο πολύ που για να φανταστείς έχω βάλει και ακούω ροκ μουσική για υπόκρουση. 


Αυτή η φωτογραφία απεικονίζει εμένα την πρώτη μέρα στην Αγγλία, όταν πήγα να σπουδάσω. Μας είχαν πάει βόλτα στο κέντρο του Ρέντινγκ για να εξοικειωθούμε μαζί του. Δεν μου άρεσε ποτέ αυτή η φωτογραφία. Έβρισκα χαζό το χαμόγελο μου, έβρισκα ανεστίαστο το βλέμμα μου, στραβά τα δόντια μου, γενικώς δεν ήθελα να τη βλέπω. Σήμερα όμως που την ξέθαψα χάρηκα γιατί σήμερα είμαι σε θέση να την εκτιμήσω. Ένα έχω να σου πω: Τέτοιο ανεπιτήδευτα ευτυχισμένο χαμόγελο στη μούρη μου ζήτημα να είδα άλλες 2-3 φορές στη ζωή μου έκτοτε. Το χαμόγελο του ανυποψίαστου πρωτάρη, το χαμόγελο του δραπέτη, το χαμόγελο της τύχης. Δεν έχω τέτοια διάθεση πλέον. Για τίποτε.

Το έχω ξαναγράψει, αλλά ας το επαναλάβω. Εγώ, φεύγοντας από την Κύπρο, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα γυρίσω ποτέ. Ήμουν 100% σίγουρος ότι τελειώσαμε με τις πυράδες. Το ερώτημα είναι, γιατί;! Αφού είμαι ένας τεμπέλης και ένας χασομέρης που αντί να δημιουργήσω τις συνθήκες να ριζώσω έξω, περίμενα το έξω να έρθει να με ξεριζώσει. Δεν πάει έτσι.

Δεν τόλμησα να ζήσω ακραίες καταστάσεις στα φοιτητικά μου χρόνια. Δεν ήμουν  αρκετά τολμηρός, δεν ήμουν όσο ροκ εν ρολλ θα έπρεπε. Με κατάπιαν τα βιβλία, με κατάπιαν τα άγχη. Τότε δεν το καταλάβαινα βέβαια. Έζησα αστεία σκηνικά και έκανα ωραίες παρέες. Αλλά είκοσι χρόνια μετά σκέφτομαι ότι μπορούσα και καλύτερα. Να είχα ταξιδέψει περισσότερο, να είχα πειραματιστεί κοινωνικά, να ήμουν πιο φλου, πιο χαλαρός. Δεν ήμουν τόσο όσο θα έπρεπε. Αλλά και πάλι, δες χαμόγελο.

Αυτό το γκρουπ ανθρώπων πιο κάτω ήμασταν όλοι οι «ιντερνάσιοναλς» που μαζώχτηκαν να πάνε μπαρότσαρκα το πρώτο βράδυ στην Αγγλία. Δεν συνδεθήκαμε όλοι με όλους. Πάνω στον μήνα οι μισοί δεν μιλούσαμε καν στους άλλους μισούς όπως είναι και το φυσιολογικό. Αλλά σε διαβεβαιώ θυμάμαι τα ονόματα όλων, την καταγωγή τους και τι σπούδαζαν εκείνη τη χρονιά στο Ρέντινγκ. Κι ας σμίξαμε μόνο το πρώτο βράδυ. Και δεν φαντάζεσαι και πόσο τους αγαπώ, απλά και μόνο για την «ασφάλεια» που ένιωσα μαζί τους την πρώτη μου φορά στα ξένα. 

 
Δεν ξανάρχονται τέτοια χρόνια.

Κυριακή, Μαΐου 20, 2018

Κρίση Ηλικίας

Την ηλικία μου δεν τη συνειδητοποιώ.

Τη συνειδητοποιώ πότε-πότε, όταν βλέπω συμμαθητές μου στο Facebook να έχουνε γενέθλια και να αναγράφεται το (38) δίπλα στο προφίλ τους, το συνειδητοποιώ στιγμιαία όταν με καλούν σε reunión για τα είκοσι χρόνια από τη μέρα της αποφοίτησής μας, αλλά στην καθημερινότητά μου νιώθω πολύ νεότερος, και με όλη τη ζωή μπροστά μου. Αυτό έχει σημασία, θα μου πεις.

Αμ, δε! Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έφτασα σ’ αυτήν την ηλικία και μπορεί να κατάφερα αρκετά, αλλά τίποτα από όσα ονειρευόμουνα ότι θα πραγμάτωνα όταν ήμουνα μικρός. Ακόμα περιμένω να δω για πότε θα ανοίξω μία δική μου Ντίσνεϊλαντ, πότε θα ανοίξω ένα δικό μου θέατρο, πότε θα γράψω το δικό μου μυθιστόρημα, πότε θα γράψω το δικό μου ανάρπαστο θεατρικό έργο. Όλα αυτά αισθάνομαι ότι κάποτε θα γίνουν, αλλά, τι έκπληξη! Κοντεύω τα σαράντα και δεν βλέπω κανένα από τα προαναφερθέντα να διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Ποτέ δεν είναι αργά, θα μου πεις. Για τις τράπεζες, φίλε μου, είναι. Μεγαλώνοντας τα περιθώρια δανείου για να επενδύσεις οπουδήποτε στενεύουν, οπότε με τι λεφτά θα χτιστεί το θέατρο, πότε θα εξοφληθεί, και πότε θα προλάβω να βγάλω κέρδος; Εντάξει, γάμα το θέατρο, είναι κακή επένδυση ούτως ή άλλως, αφού ο Κύπριος δεν πάει θέατρο. Γάμα και την κυπριακή Ντίσνεϊλαντ. Για να επιβιώσει θα πρέπει να την επισκέπτεται καθημερινά και αδιαλείπτως όλος ο πληθυσμός της χώρας. Δεν θα ευδοκιμήσει. Αλλά το θεατρικό; Το μυθιστόρημα; Εδώ και η κουτσή Μαρία έχει στρωθεί και έχει γράψει. Έχουμε καιρό μπροστά μας σκέφτομαι, και όλο το αναβάλλω.

Δεν έχουμε πολύ καιρό μπροστά μας. Και αυτή η κρίση ηλικίας άρχισε και με επηρεάζει γιατί αφενός προσπαθώ να διαχειριστώ ότι πέρασαν τα καλύτερα μας χρόνια και εμείς χάσκαμε, και αφετέρου, εξακολουθώ να φορτώνω επιπλέον προβλήματα στο κεφάλι μου. Τελευταίως έχω παρατηρήσει ότι άρχισα να τα γράφω πλέον όλα στα αρχίδια μου και δεν με αναγνωρίζω. Δεν έχω πια ώρα να λύνω τα προβλήματα, δεν έχω πια ώρα να ασχολούμαι με τα προβλήματα. Ειδικά όταν αυτά απαιτούν και την συνδρομή άλλων, που αντί να συμβάλλουν στην απάμβλυνσή τους σφυρίζουν αδιάφορα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Η ζωή δεν με περιμένει, δεν μπορώ να καθυστερώ στα προβλήματα. Πλέον τα παρακάμπτω. Μπορώ και να τα λύσω αν με αφήσετε, αλλά αφού δεν με αφήνετε, τα προσπερνώ.

«Μα πώς μπορείς και αδιαφορείς;» Δεν αδιαφορώ. Απλώς μεγάλωσα και σας βαρέθηκα. Μπορεί όλο αυτό που βιώνω πια να λέγεται και ωριμότητα, ή το εντελώς αντίθετο, να είναι η επιτομή της ανωριμότητας, δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος. Εδώ, όμως που φτάσαμε δεν έχεις άλλη επιλογή. Συνειδητοποιείς ότι σαρανταρίζεις, σου απομένουν 10-20, μάξιμουμ 25 ποιοτικά χρόνια που ακόμα μπορείς να χαρείς κάποια πράγματα, δεν έχω ώρα να τα χαλαλίζω.

Είμαι ένας άνθρωπος που στο τσακ επέζησε από τη ρήξη ανευρύσματος το 2009. Θυμάμαι σαν χθες τους γιατρούς που με αποχαιρετούσαν από την κλινική και μου έλεγαν «από τώρα και στο εξής να ζήσεις ήρεμα και να χαρείς τη ζωή σου». Ήμουν 29 χρονών τότε και σκεφτόμουν «μα, τι μου λένε; Δεν με πήραν και τα χρόνια, σιγά! Από τώρα θα ηρεμήσω;» Δεν τους άκουσα, δεν ηρέμησα, συνέχισα να είμαι το ίδιο νευρικός, το ίδιο παθιασμένος, το ίδιο εριστικός. Αντί να πω «στ’ αρχίδια μου όλοι, δεν πα’ να κουρεύεστε» και να ζω μία ζωή ζεν και τρία πουλάκια κάθονται. Ε, τώρα καταλαβαίνω πόσο λάθος ήμουν. Άργησα δέκα χρόνια να καταλάβω ότι το παν είναι η δική μου καλοπέραση και όχι μία διαρκής μάχη να συμβιβάζω τα διεστώτα, να παλεύω για την απονομή δικαιοσύνης γύρω μου, για να κρατούνται τα προσχήματα για να προχωρούμε μπροστά κουτσά-στραβά.

Θέλετε προχωρήστε, θέλετε μεν προχωρήσετε.


Εγώ θα κάμω ό, τι εμένα ευχαριστεί. 

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018

Κέρδισε Η Διαφορετικότητα

Έπηξεν από χθες το Facebook μου από ακτιβιστές της λίρας.

Πανηγυρίζουν που θριάμβευσε η «διαφορετικότητα» στη Γιουροβίζιον!

Που αν το δεις διεξοδικά, κάθε χρόνο η «διαφορετικότητα» κερδίζει στη Γιουροβίζιον. Μια με την τρανσέξουαλ, μια με την τραβεστί, μια με το τραγούδι κατά του σχολικού εκφοβισμού, μια με την πρόσφυγα, μία με τη χοντρή. Ε, όταν κάθε χρόνο κερδίζει η διαφορετικότητα, τότε έχουμε μία κανονικότητα. Που σου υποδεικνύει ότι η «διαφορετικότητα» σαν ιδέα, σαν έννοια, πάσχει.

Αλλά οφείλουμε να τη διατηρούμε ζωντανή, βεβαίως, βεβαίως, να την τραβούμε απ’ τα μαλλιά για να πουλούμε πνεύμα.

Δεν τους προλαβαίνω τους καβγάδες στο timeline. Χθες έγραφε μία γνωστή μου ότι το Ισραήλ κέρδισε επειδή «είχε τραγούδι με μήνυμα». Ναι, είδες εσύ μία αλλήθωρη, χοντρή, να κακαρίζει και σκέφτηκες ότι αξίζει τη ψήφο μας, γιατί τουλάχιστον «έχει μήνυμα!» Να μου πεις ότι την ψήφισες επειδή πρόκειται για υπέροχο party song, το οποίο σε ξεσηκώνει και το βρίσκεις ευφυές, ανεβαστικό και μερακλίδικο, ναι, να συμφωνήσω. Αλλά όχι και «μήνυμα» τώρα. Ούτε η Νέττα που τα λέει, δεν τα πιστεύει αυτά. Αλλά δεν έχει σημασία, η γνωστή μου στο Facebook διατείνεται ότι έχει έντονο «αντι-ρατσιστικό» μήνυμα κι αυτό μετράει.

Φυσικά, όταν της αντιτάξεις ότι πολλά ποπ τραγούδια πραγματεύονται τα ίδια πράγματα αλλά δεν τα λες και «αντι-ρατσιστικά» σιωπά, δεν ξέρει τι να σου απαντήσει. Μου απάντησε ότι είμαι «προσβλητικός» και ότι δεν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα (τρελαίνομαι από χαρά όταν συμβαίνει αυτό). Ε, βέβαια! Το «Σκελετούλα, σ’ αγαπάω, σκελετούλα, με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα» που τραγουδούσε κάποτε ο Δάντης, είχε τα μάλα «αντι-ρατσιστικό» στίχο, ας πούμε. Αγαπημένο τραγούδι, αναμφίβολα. Δεν βγήκε όμως να στο πουλήσει ως «ύμνο κατά της νευρικής ανορεξίας». Ήξερε μέχρι που τον έπαιρνε να πει τη μαλακία του. Ομοίως, «Ψηλές, κοντές, αδύνατες, χοντρές, ξανθές, μελαχρινές, όλες καλές» τραγούδησε ο Χαριτοδιπλωμένος. Άλλος ένας ύμνος των ‘90ς. Αλλά δεν βγήκε να στο πλασάρει ως «ύμνο στη διαφορετικότητα και την αποδοχή». Αντιλαμβάνεσαι ότι στην εποχή μας απλά ξεφύγαμε.

«Έχει πρόβλημα μαζί μου», λέει, επειδή είπα την Νέττα «χοντρή».

Πρώτα απ’ όλα τι σου είναι η Νέττα για να μου την υποστηρίζεις τόσο σθεναρά; Κόρη σου; Μάνα σου; Ή ο καθρέφτης σου; Γιατί όταν λέω τον Βενιζέλο του ΠΑΣΟΚ χοντρό ουδείς κόπτεται, μύτη δεν ανοίγει. Τη Νέττα όμως, το κορίτσι μας, να το υποστηρίξουμε. Από πού κι ως που χοντρή; Επειδή έχει λίγα πιασιματάκια; Αν την πω υπέρβαρη θα σας κάτσει καλύτερα; Δεν ξέρουν ακριβώς τι τους φταίει. Η λέξη; Η έννοια; Ο κυνισμός μου; Δεν είναι σίγουρες. Μια φορά «χοντρή» να μην την ξαναπώ. Είναι «κοινωνικός ρατσισμός». Και πως περιγράφεις μια χοντρή; Αφού είναι χοντρή. Εμένα, ας πούμε, «ψηλό» με ανεβάζουν, «ψηλό» με κατεβάζουν, μπορώ και να αντιληφθώ πότε το λένε ειρωνικά και πότε το λένε αδιάφορα, αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει να το κάνω θέμα. Ψηλός είμαι. Κι αν δεν με ξέρεις, αν πρώτη φορά με βλέπεις, αυτό με χαρακτηρίζει. Το ύψος. Γιατί οι χοντρές θίγονται με το χοντρές; Στο κάτω κάτω, εγώ δεν επέλεξα να είμαι ψηλός. Γεννήθηκα και ψήλωσα. Εσείς που επιλέξατε να είστε χοντρές (δεν μιλάω τώρα για όσες έχουν ιατρικό πρόβλημα, θέμα ορμονικό κλπ, κλπ, μιλάω για όσες απλά βαριέστε να βελτιωθείτε, βαριέστε να βρείτε την υγειά σας), γιατί θίγεστε με τον χαρακτηρισμό;

Να σας πω εγώ γιατί θίγεστε. Γιατί στην τελική το «χοντρή» είναι το μόνο που σας χαρακτηρίζει. Αν δεν αισθάνεστε ότι αυτό σας καθορίζει, δεν θα γινόταν ζήτημα. Ας πούμε και η Κιάρα η Μαλτέζα ζυγίζει τόνους, αλλά δεν τη λες χοντρή. Αν με κάτι πρέπει να την περιγράψεις, θα την πεις «φωνάρα». Και οι δύο συμμετοχές της στη Γιουροβίζιον είχαν λόγο ύπαρξης. Μιλούσε η μελωδία, μιλούσε η έκταση της φωνής, δεν μιλούσε η «διαφορετικότητα». Όταν όμως δεν ξέρεις πώς να δικαιολογήσεις το τσίρκο που μοστράρεις, του κοτσάρεις «κοινωνικό μήνυμα υπέρ της διαφορετικότητας». Πιστεύετε ότι αν κέρδιζε η Μάλτα το 2005 με το Angel, θα δήλωνε ποτέ η τραγουδίστρια ότι κέρδισε η διαφορετικότητα;

Ισχύουν τα ίδια που είχα εκφράσει και στο παρελθόν για τους γκέι. Όταν κέρδισε η Κοντσίτα, -μαντέψτε τι, πάλι η διαφορετικότητα κέρδισε! Ε, ναι! Τι να λέγανε; Ότι ο κόσμος ψήφισε την επιβλητική τραβέστα με το μούσι; Δεν μπορούσαν να πουν ότι κέρδισε μία τραγουδάρα (γιατί δεν ήταν τραγουδάρα), άρα κάτι έπρεπε να βρουν να πουν. Ε, να μην κερδίσει μία διαφορετικότητα να μας βρίσκεται; Εν τω μεταξύ, και η Σέρβα, το 2007 που ακόμα δεν έχω καταλάβει πως προσδιορίζεται, αν αισθάνεται δηλαδή άντρας, γυναίκα, λεσβία, ασέξουαλ κλπ (και ούτε μας αφορά στην τελική), ουδέποτε βγήκε να πει ότι το ‘Μόλιτβα’ κέρδισε επειδή εκπροσωπεί την διαφορετικότητα. Όλοι είπαν «τι τραγουδάρα είναι αυτή» και αυτό αρκούσε. Όταν λείπει το περιεχόμενο όμως, ψάχνουμε να σώσουμε την κατάσταση από το περιτύλιγμα. Αυτό είναι το πρόβλημα σας.

Ε, και τι να έλεγε η καημένη η Νέττα; Έγραψα ένα χαζοποπ τραγουδάκι για να παίζεται στα beach bars του Τελ Αβίβ και καλό καλοκαίρι να ‘χουμε; Κάπως έπρεπε να δικαιολογήσει την πρωτιά. Διαφορετικότητα it is, να δώσουμε ψωμάκι στις διαταραγμένες του Facebook που δεν μπορούν να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα ή τέλος πάντων την αντίθετη άποψη. Γιατί στις μέρες μας «αντίθετη άποψη» έχουν όλοι οι άλλοι. Όχι εμείς. Και πρέπει να τη σέβεστε, ασχέτως αν εκείνοι δε σέβονται τη δική σας. Όλα εγωκεντρικά κρίνονται, όλα από τη δική τους οπτική γωνία.

Έχω βαρεθεί να ξεκαθαρίζω ότι εγώ είμαι φαν του Ισραήλ. Νευρίασα που μας κέρδισε, αλλά πρώτος και καλύτερος αναγνώρισα το μπίλιανς του. Μην το παραχέζουμε όμως. Κέρδισε μία χοντρή, που κάνει την κότα και χορεύει τσιφτετέλι αναφωνώντας «κουλουλου-κουλουλού». Κέρδισε μία κλόουν. Κι αυτό δεν είναι κακό. Μην ακούω υπερβολές περί κοινωνικού, αντιρατσιστικού μηνύματος και λοιπές αρλούμπες.

Αυτά να τα λέτε μεταξύ σας, να παρηγοριέστε.



Κυριακή, Μαΐου 13, 2018

Άσε Μας Κι Εσύ...

Είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς.

Γιατί είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς, αφού εγώ ο ίδιος έγραφα κείμενα πριν ένα μήνα και εκθείαζα το Ισραήλ και έγραφα ότι θα αποτελέσει την επιτυχία του καλοκαιριού και τι μπρίλιαντ που είναι ο στίχος «Im not your toy, you stupid boy» και τι υπέροχο ακούγεται το «κουλουλού-κουλουλού» στο δεύτερο κουπλέ, και πως ακόμα και η αριθμολογία είναι με το μέρος των Ισραηλινών. Ναι, αυτά τα έγραφα πριν μας φουσκώσουν τα μυαλά ότι παίζεται να κερδίσουμε. Πριν αρχίσουν να αποθεώνουν τη Φουρέιρα, πριν αρχίσουν να συζητούν το πού θα το διοργανώσουμε του χρόνου, πριν πάει ο Τσώκος εσπευσμένα στη Λισαβόνα για τα "τελειώματα", και πριν δηλώσει ο Χάρης Γεωργιάδης πως θα ανοίξει τις κάνουλες για να το χρηματοδοτήσει. Συνιστούσα αυτοσυγκράτηση, έκανα ψυχολογικές ασκήσεις όλη μέρα να μην έχω προσδοκίες, δεν το συζητούσα για να μην το γρουσουζέψω, αλλά κακκά-φατά, τζίφος, τίποτε! Θάνατος.

Πες μου εσύ πότε θα έχουμε ξανά τόσο ευνοϊκές συγκυρίες για να πλησιάσουμε την πηγή και να πιούμε νερό; Πότε θα ξανά-έχουμε σουηδικό τιμ που να δικτυώνεται παντού, να έχουμε το σπρώξιμο της ίδιας της EBU με ευνοϊκές θέσεις παρουσίασης, να μας προωθούν γενικότερα τόσο ξετσίπωτα και ξεδιάντροπα που να εκνευρίζονται ακόμα και στην Ελλάδα; Και να διαγωνιζόμαστε με ένα ξεσηκωτικό τραγούδι μετά από δύο συνεχείς χρονιές που κερδίζουν μπαλάντες; Όχι σ' αυτή τη ζωή! Όλα με το μέρος μας ήταν, και πάλι καταφέραμε και χάσαμε.

Δεν θα ζήσουμε να χαρούμε νίκη, μάνα μου. Με αυτό τον καημό θα πας. Πάρτο απόφαση.

Απόψε ήλπιζα να διαγράψω ακόμα ένα ψυχολογικό από τη λίστα μου. Ακολουθεί εξομολόγηση από το ντιβάνι του ψυχολόγου: 

Το 1989, στην πρώτη γιουροβίζιον που είδα ποτέ μου, οι γονείς μου με ανάγκασαν να κοιμηθώ πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων επειδή ως παιδάκι 9 χρονών δεν μου επέτρεπαν να ξενυχτίσω. Δεν είχα κλείσει μάτι από την αγωνία και τη λαχτάρα μου να έρθει πρώτο το «απόψε ας βρεθούμε». Θυμάμαι σαν να ήταν χθες που μες τον ύπνο μου προσευχόμουν την επόμενη μέρα να ξυπνήσω και να μου πουν ότι κερδίσαμε. Από τις 7:00 σηκώθηκα και έτρεξα να ξυπνήσω τους γονείς μου να μάθω το αποτέλεσμα που ήμουν σίγουρος θα ήταν θετικό. Που το είχα και σίγουρο. Τα ίδια και το 1990 που δεν διανοούμουν ότι ένα τόσο πολύχρωμο και χαρούμενο τραγούδι όπως το «Μιλάς Πολύ», δυνατόν να έχανε. Ε, αυτό το παιδάκι μέσα μου, που κρύβεται και δεν θέλει να μεγαλώσει, ακόμα λαχταρά να νιώσει ότι ζει σε γη υπολογίσιμη, ανταγωνιστική, και πολλά υποσχόμενη. Αυτό το παιδάκι δεν λέει να τα αφήσει πίσω του. Μερικές φορές προσποιείται πως τα ξεπέρασε, επειδή κοντεύει τα σαράντα και ντρέπεται για τα πάθη του, αλλά ναι, γαμώ το, θέλω μια φορά να το κερδίσουμε. Για τη δικαίωση εκείνης της ηλικίας που θεωρούσε ότι η Φάνη Πολυμέρη ντυμένη νύφη και ο Αναστάζιο με το μπλου-τζιν θα μας έφερναν πρώτους.

Ήλπιζα ότι απόψε θα ερχόταν η απομυθοποίηση του όλου πράγματος και το πάθος μου θα έμπαινε σε τροχιά λήθης. Γιατί ό, τι κατακτάς το ξεπερνάς. Μα, όχι, η λύτρωσις αναβάλλεται. 

Τώρα παραμένω δέσμιος της κωλο-γιουροβίζιον στον αιώνα τον άπαντα. Που και να κερδίζαμε, δηλαδή, θα γκρίνιαζα. Για τον Τάσο Τρύφωνος που θα προσπαθούσε να μπει κεντρικός παρουσιαστής, για τα πολιτικά κόμματα που θα ανακατώνονταν στο δημιουργικό κομμάτι της διοργάνωσης, για τον Τζον Βίκερς που θα ήθελε να ξαναστείλει τραγούδι, για τη Βίσση που δεν θα την έφερναν να τραγουδήσει στο διάλειμμα, για τη Λεμεσό που έχει υγρασία και σκόνη και δεν θα την άντεχαν οι ξένοι, για το στάδιο που είναι μικρό και ασύγκριτο με όλα τα ευρωπαϊκά και δεν θα πρόσφερε τηλεοπτικό θέαμα. Αλλά τουλάχιστον θα ησύχαζα. Θα έπναζα!

Πφφφ! Ποιος άνθρωπος μπορεί να βλέπει τη Φουρέιρα δυο μέτρα γκόμενα, να λικνίζεται τόσο καβλιάρικα αλλά να δίνει τα λεφτά του στο «πράμα» το αλλήθωρο που τρέχει στον κατήφορο; Ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Δεν θέλω αναλύσεις, δεν θέλω περαιτέρω σχόλια και μην με ρωτήσετε τίποτε σχετικό.

Πάω να κοιμηθώ.

Υ.Γ. Επειδή θα σκάσω αν δεν το πω, ήταν η χειρότερη γιουροβίζιον από τεχνολογικής πλευράς. Φτωχή, ανέμπνευστη, διεκπεραιωτική. Σαν τηλεπαιχνίδι της σειράς. Χειρότερη και από την περσινή στο Κίεβο που ήταν κατά τη γνώμη μου η χειρότερη όλων των εποχών. Η μόνη στιγμή που άξιζε ήταν όταν ο Σομπράλ, παρά την εκκεντρικότητα του και την μαννοσύνη που εκπέμπει ως κουμμούνι, τραγούδησε ζωντανά και απόκτησε η νύχτα μία πιο μποέμ ατμόσφαιρα, σπάνια για Γιουροβίζιον. Κατά τα άλλα, χάλια.  

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2018

Fuego Στα Παντζάκια Μας

Εγώ μετά τη Γιουροβίζιον πρέπει να πηγαίνω διακοπές. Δεν είμαι για να κάθομαι να γράφω αναρτήσεις. Άσε που πέφτω να κοιμηθώ και μου παίρνει τρεις ώρες να ξεπεράσω την ένταση του σόου. Θα μπορούσα να σου μιλώ δέκα ώρες για το τι είδαν χθες βράδυ τα μάτια μου, αλλά ας προσπαθήσω να τα συμπτύξω όλα σε δυο σελίδες, γιατί έχουμε και δουλειές.

Η Φουρέιρα – Η Φουρέιρα δεν έκανε κάτι παραπάνω από ό, τι κάνει κάθε βράδυ στο Αθηνών Αρένα. Ήταν περίπατος για εκείνην η πρόκριση. «Αυτά πετυχαίνεις όταν έχεις και ένα Frangelico στο βιογραφικό σου», όπως μου έγραψε πολύ πετυχημένα ένας φίλος. Το ξέρουν και οι διοργανωτές ότι είμαστε η πιο μελετημένη συμμετοχή, εξ ου και η τελευταία θέση εμφάνισης (το καλό το κρατάνε τελευταίο), εξ ου και οι χαριεντισμοί στο γκριν ρουμ που είχαμε να δούμε από το 2005 με την Παπαρίζου, εξ ου και η εύφημος μνεία από τους ανταποκριτές του BBC, εξ ου και τα πάντα. Τα στοιχήματα μας θέλουν πλέον πρώτους, δηλαδή να κερδίζουμε το τρόπαιο, αλλά κρατώ μικρό καλάθι καθότι είναι πολλά τα συμφέροντα. Πάντως το μέχρι τώρα φαβορί, η Ισραηλίτισσα, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου, ήταν πολύ εκτός, και έτσι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα. Εκτός κι αν ξεπεταχτεί κανένας Ρίμπακ από το πουθενά, η σοπράνο με το ανεκδιήγητο φόρεμα, ή αν επικρατήσει κάποια άλλη πολιτική τάση, βλέπε τα πολιτικά μηνύματα που θέλουν να περάσουν Γάλλοι και Ιταλοί.




Η Φουρέιρα ανέβηκε κατηγορία χθες βράδυ. Από δευτεράντζα για τα βραβεία του Mad, εξελίχθη σε πολλά υποσχόμενη ποπ σταρ. Ίσως για μερικούς φαν της να είναι ήδη μία, αλλά για εμάς που απομακρυνθήκαμε από την ηλικία του χαχαχούχα, χθες πήρε το εισιτήριο. Αν πάει καλά και στον τελικό, που όλες οι ενδείξεις εκεί συγκλίνουν, θα γίνει και επίσημα Κύπρια πολίτις. Στη συνείδησή μας τουλάχιστον. Γιατί καλός ο σάλος με τον αλβανικό αετό και τον «αλυτρωτισμό», που ανάθεμα κι αν ξέρει η Φουρέιρα τι πάει να πει ο όρος, αλλά εγώ χθες μόνο τη σημαία της Κύπρου έβλεπα να κυματίζει, τόσο στο παρασκήνιο όσο και στο προσκήνιο. Αν τη δω και το Σάββατο στο τοπ5, βλέπω ήδη την πυροσβεστική να ψεκάζει αψίδες ύδατος στο αεροδρόμιο Λάρνακας να υποδεχτεί τον μεσσία.

Άσχετο-σχετικό: Το 1991 εκπροσώπησε τη Γαλλία η αραπίνα Αμινά. Θα τη θυμάστε, με το μνημειώδες «ο τελευταίος που μίλησε έχει δίκαιο», κατά κόσμον «ουά-ουά!» Για τα δεδομένα του 1991 ήταν σκανδαλώδες το ότι μία Τυνήσια θα εκπροσωπούσε τη Γαλλία, πόσο μάλλον όταν η σκηνική της παρουσία θεωρούνταν τα μάλα προκλητική με τα βυζιά γυαλισμένα και συμπιεσμένα μέσα στο στενό ταγιέρ. Ο οδηγός που τη μετέφερε στα στούντιο της Τσινετσιτά όπου λάμβανε χώρα ο διαγωνισμός της είχε πει: «Αν κερδίσεις απόψε, θα είσαι για πάντα Γαλλίδα. Αν χάσεις, θα μείνεις για πάντα Τυνήσια στη συνείδηση του κόσμου». Σαν τον μύθο της Σταχτοπούτας, περίπου. Τελικά, η Αμινά έχασε στα σημεία από την καριόλα την Καρόλα, αλλά στην Τυνησία τη θεωρούν σχεδόν εθνική ευεργέτιδα. Κατά αντιστοιχία, η Φουρέιρα το Σάββατο μπορεί να γίνει Κύπρια και να τελειώνουμε με το σήριαλ καταγωγής της που είναι και μία συζήτηση πολύ υποτιμητική για το 2018. Που εδώ που τα λέμε, τι Αλβανή, τι Κύπρια, προσωπικά δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο. Όπως και να ‘χει, τη σημαία μας υπερασπίζεται, η σημαία μας φαίνεται, οπότε λίγα λόγια.



Η Ελλάδα – Η Ελλάδα δυστυχώς δεν πέρασε. Πιστεύω ότι αν δεν περνούσαν οι αθλιότητες της Αλβανίας και της Ιρλανδίας που μας ήρθαν ουρανοκατέβατες, θα είχε σίγουρα μία θέση στον τελικό. Κατά τα άλλα, ουδέποτε κατάλαβα προς τι ο ντόρος με το συγκεκριμένο τραγούδι και γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ. Αντιλαμβάνομαι ότι ο συμβολισμός του είναι συγκινητικός, αλλά αν αύριο μία Τσέχα γράψει ένα τραγούδι-διάλογο μεταξύ Τσεχίας και Τσέχων δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό πρέπει να αφορά την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν θέλετε διάλογο μεταξύ πατρίδας και πολιτών, πείτε τα μεταξύ σας, κανέναν άλλον δεν ενδιαφέρει. Λίγο η άτσαλη σκηνική παρουσία, λίγο η Τερζή που το είχε σίγουρο και επαναπαύτηκε, ε, δεν θέλει και πολύ.

Χάρηκα για την αγαπημένη μου Αυστρία που προκρίθηκε, χάρηκα που αποκλείστηκε επιτέλους το Αζερμπαϊτζάν και κόπηκε λίγο ο τσαμπουκάς του Κοντόπουλου (ο οποίος γράφει ωραία τραγούδια για όλους τους άλλους, εκτός από όταν καλείται να εκπροσωπήσει τη χώρα του), αλλά και επίσης που κόπηκε ο τσαμπουκάς του Ευαγγελινού που δεν έμεινε έναρξη από μπουζούκια τη περασμένης εικοσαετίας που δεν ξεπατίκωσε προκειμένου να εξυπηρετήσει σκηνικές παρουσίες συμβάλλοντας στο να μετατραπεί η Γιουροβίζιον από ένας τσάτρα-πάτρα μουσικός διαγωνισμός, σε διαγωνισμός καλύτερου act. Που καλό είναι και το δρώμενο επί σκηνής, αλλά να κρατάμε κι ένα μέτρο. Καταντήσαμε να βλέπουμε επί σκηνής μουσικούς με όργανα και να αισθανόμαστε αμηχανία. Ξεκινά το τραγούδι κι όλοι ψάχνουμε επιμελώς το «εύρημα».

Η Διοργάνωση – Καλοί μου Πορτογάλοι! Ξέρετε πόσο σας αγαπώ, ξέρετε πόσο σας εκτιμώ, πόσο λατρεύω την πανέμορφη σας χώρα, την ιστορία σας, τα ήθη και έθιμά σας που γνώρισα μέσα από τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα. Όμως! Τι ήταν αυτό το χάλι; Είπαμε, πέσαν φτώχειες. Οκέι, το καταλαβαίνω. Είχατε κι εσείς αριστερή κυβέρνηση και σας γάμησε. Αλλά κάντε μία άλφα προσπάθεια να ανταποκριθείτε στο γκλάμουρ που απαιτεί το γεγονός. Τέσσερις παρουσιάστριες! Η μία πιο αδιάφορη από την άλλη (τουλάχιστον πιο όμορφες από τις Αυστριακές το 2015), με ανέμπνευστα κείμενα, χωρίς καμία τελετή έναρξης, χωρίς καμία πρωτοτυπία στα interval acts. Κι από όσα ακούω για τον τελικό, δεν προβλέπω ούτε εκεί καμία υπέρβαση. Σκέτη απογοήτευση. Η διοργάνωση, πλην των όμορφων τοπίων που προβλήθηκαν στις καρτ-ποστάλ, δεν είχε τίποτε να πει. Κρίμα! Μπορούσατε να κάνετε παπάδες. Δεν αδράξατε την ευκαιρία.

Οι Σχολιαστές του ΡΙΚ – Σας παρακαλώ. Κάντε μου μια χάρη και βρείτε μου έναν τρόπο να δω τον 2ο ημιτελικό και τον τελικό με έναν τρόπο που να μην τους ακούω. Όχι τόσο τη Βάσω Κομνηνού που είναι επαρκής, όσο τον άλλον, τον Κώστα Κωνσταντίνου. Θεέ μου, από πού τον ξέθαψαν; Ναι, έχει ωραία φωνή, σωστή άρθρωση, έχει ροή ο λόγος του. Αλλά άπαξ και χαλαρώσει και προσθέσει την προσωπική του πινελιά στον σχολιασμό, δεν υποφέρεται. Ο Κώστας Κωνσταντίνου είναι «πολύς» για τη Γιουροβίζιον. Αυτό εκλαμβάνεις από τον τρόπο που την σχολιάζει και από το πώς επιχειρεί να την αποδομήσει. Από όσα σχολίαζε χθες καταλάβαινες ότι «δεν έπρεπε να ήταν στο στούντιο, αλλά στην Πορτογαλία με τους άλλους», ότι «δεν έπρεπε να ζει στην αρχιεπισκοπική Κύπρο» και ότι «δεν θα έπρεπε να υπομένει το σαχλό χιουμοράκι των παρουσιαστών», γιατί προφανώς εκπροσωπεί ανώτερη διανόηση. Μα, αν δεν την λατρεύεις τη Γιουροβίζιον, αν δεν σε παθιάζει, δεν δέχεσαι και να τη μεταδόσεις. Αν τη θεωρείς αγγαρεία, αν τη θεωρείς ολίγον trash και ολίγον υποκουλτούρα, ή ένα γεγονός που λατρεύεις να μισείς, κάτσε σπίτι σου και δες discovery. Δεν σε υποχρέωσαν να τη μεταδόσεις. Χώρια που μέσα στα σχόλιά του κατάφερε και σύμπτυξε όλες τις πολιτικές εμμονές του, με τις οποίες μας πρήζει ραδιοφωνικώς και εντύπως χρόνια τώρα, και οι οποίες δεν έχουν καμία θέση στη βραδιά της Γιουροβίζιον. Δεν μας κόφτουν! Οπότε, κάνε μας τη χάρη, γίνε πιο ουδέτερος για δυο βράδια, σφίξου και γίνε πιο ανάλατος και λιγότερο «εσύ», και άσε μας εμάς που την έχουμε ανάγει σε επιστήμη, να την απολαύσουμε. Δεν θέλουμε party poopers μες τα πόδια μας.


Κατ’ ακρίβειαν δεν θέλουμε καν σχολιαστές! Τα αγγλικά των παρουσιαστών της Γιουροβίζιον είναι απλά. Ένα welcome Europe και ένα start voting now λένε όλο κι όλο. Δεν χρειάζεται να έχεις περάσει και τα IELTS με 7.0 για να τους καταλάβεις. Το να έχουμε Κύπριους μεταφραστές ή σχολιαστές περιττεύει. Πιάνουμε το νόημα και χωρίς αυτούς. Θα μου πεις, δες το από την ΕΡΤ. Εκεί μας καταντήσατε!

Σάββατο, Μαΐου 05, 2018

Bubble Bubble

Ήρθε επίσκεψη η ξαδελφούλα του γιου μου από την Αθήνα και ζούμε σε αλλοπρόσαλλους ρυθμούς. Το σπίτι έχει τώρα δύο παιδάκια που όσο πιο κοντά προσπαθούμε να τα φέρουμε τόσο περισσότερο τσακώνονται, κι έτσι έχω αναλάβει διαρκή ρόλο διαμεσολαβητή. Σήμερα που είναι Σάββατο και προβλέπεται μακρά η μέρα αποφάσισα να πάω να αγοράσω κάτι παιχνίδια που παράγουν σαπουνόφουσκες για να τους απασχολήσω όλο το απόγευμα.

Πάω στο γνωστό και μη εξαιρετέο κατάστημα παιχνιδιών της περιοχής και λέω στην υπάλληλο:

«Ψάχνω κάτι πλαστικά πλαίσια τα οποία βουτάς σε σαπουνόνερο και παράγουν φούσκες άμα τα φυσάς!»

«Μάλιστα. Όλα τα bubble toys βρίσκονται εκεί».

Παύση ενός δευτερολέπτου. Με το που ακούω τη φράση ‘bubble toys’ από τη μυστακοφόρα κυπριοπούλα υπάλληλο ένιωσα μίαν ανεπαίσθητη νευρική ώση να διαπερνά το νευρικό μου σύστημα, αλλά δεν έδωσα σημασία.

«Ναι, αλλά αυτά που έχετε εκεί είναι πολύ μικρά σε μέγεθος και εγώ ψάχνω κάποια μεγαλύτερα».

«Χμ, δυστυχώς για bubble toys, ό,τι βλέπετε εδώ!»

Δεύτερη φορά που ακούω την ηλίθια φράση bubble toys μέσα σε ένα λεπτό. Δεν άντεξα!

«Τι bubbles και bubble toys μωρή αχλάδω;»

«Πώς είπατε;»

«Λέω! Τι bubbles και bubbles μου τσαμπουνάς; Είχες και στο τραγοχώρι σου ‘bubbles’, να σου φέξω έναν φούσκο ξεγυριστό να μάθεις να λαλείς τα bubbles, φούσκες!»

«Σας παρακαλώ, κύριε, τι τρόπος είναι αυτός;»

Πανικός στο παιχνιδάδικο - κόλαση στο Fame Story! Ένας άλλος, ελαφρώς τσιτσιφιόγκος υπάλληλος από το βάθος του καταστήματος θορυβήθηκε και έσπευσε στη σκηνή. Αμ, δεν πρόλαβε! Η συνάδελφός του ήταν ήδη δεμένη χειροπόδαρα, με το βρακί κατεβασμένο. Τσίριζε εις μάτην για βοήθεια, μα είχα προβλέψει να τη φιμώσω με κάτι παιδικά υφάσματα που χρησιμοποιούνταν στη βιτρίνα ως κουρτινούλες του σπιτιού της Μπάρμπι.

«Έλα εδώ κι εσύ να βλέπεις!» του είπα. Γύρισα προς το θύμα μου. «Κλάσε!» της είπα! «Κλάσε με ούλλη σου την δύναμη!»

Η υπάλληλος αναψοκοκκινισμένη και στα πρόθυρα της λιποθυμίας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να υπακούσει. Σφίχτηκε λίγο και φρρρρουπ, αμόλησε μία κλανιά στον αέρα. Η κλανιά διαπέρασε το πλαστικό πλαίσιο που κρατούσα κοντά στα κωλομέρια της και σχημάτισε μία ωραιότατη σαπουνόφουσκα η οποία τώρα ίπτατο αγέρωχα εντός τους καταστήματος! «Ξανά-κλάσε!» την πρόσταξα σαν άλλος μίστερ γκρέι. Απανωτά τα ππούρτου ξεπηδούσαν από το κωλαράκι της, σαν σφαίρες από πενηντάρι πολυβόλο.

Την αρπάζω από τον κότσο των μαλλιών και της στρίβω το κεφάλι. «Κοίτα, αγγλολάγνα των δύο ευρώ, κοίτα! Bubbles! Πολλά bubbles! Ππππεεεεε! Πόσα bubbles!» Η υπάλληλος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Έκλαιγε με αναφιλητά.  

Έτσι όπως την κρατούσα από τον κότσο την έριξα με δύναμη στο πάτωμα. "Φούσκες τις λαλούμεν, μαλακισμένη!" Σπαρταρούσε σαν ναρκομανής σε κρίση. Πέταξα ένα δεκάευρω πάνω στο ταμείο και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Λίγο πριν κλείσουν πίσω μου οι αυτόματες πόρτες γύρισα και την κοίταξα, ξευτιλισμένη και αποκαμωμένη στο πάτωμα με τον «Τζώρτζη» συνάδελφο από πάνω της που προσπαθούσε να την λύσει.

Τους προειδοποίησα: «Την επόμενη φορά που θα έρθω και θα ζητήσω μηχάνημα για φούσκες τζιαι θα μου τα πείτε bubble toys, τα ίδια θα έχουμε!»


Έφυγα και από εκείνη την ώρα είμαι με ένα χαμόγελο θριάμβου, απερίγραπτο!