Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2016

Την Ιστορία Την Γράφουν Οι Παρέες

Οι μέρες μου κυλούν με εντατικές πρόβες εξ αιτίας της παράστασής μας που έρχεται στις 30 του μήνα. Φέτος είμαι κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένος με το εγχείρημά μας, μιας και η παράσταση όπως σου είπα και παλιότερα, διαθέτει υπέροχα τραγούδια από τη Γαλάνη και τη Νικολακοπούλου καθιστώντας την ξεχωριστή και διαφορετική από όλα όσα παρουσιάσαμε τα προηγούμενα χρόνια.

Κυρίως όμως, δηλώνω ενθουσιασμένος γιατί αυτή η θεατρική ομάδα έγινε μέρος της καθημερινότητάς μου και φώτισε τη ζωή μου.

Στη ζωή μου δύσκολα κατάφερνα να ενταχθώ με επιτυχία σε παρέες. Είχα βέβαια παρέα στο Δημοτικό που ήταν εξαίσια, είχα παρέα στο Λύκειο που ήταν ολίγον τι Μπέβερλι Χιλς, είχα αντροπαρέα η οποία εξελίχθηκε σε κουμπαροπαρέα, είχα υπέροχη παρέα στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν θα έλεγα ότι είμαι γενικά εύκολος στο να ενταχθώ σε κοινωνικό σύνολο. Τώρα, ευτυχώς, και μετά από πολλύ χαμένο χρόνο, έχω την παρέα του θεάτρου. Το κακό με τις παρέες, εν γένει, είναι ότι παρακμάζουν. Σαν τα τηλεοπτικά σήριαλ. Είναι υπέροχα όσο τα βιώνεις, αλλά αναπόφευκτα έρχεται και το φινάλε. Και όταν έρχεται το φινάλε δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Κάθομαι και ξαναβλέπω το σήριαλ από την αρχή και μια και δυο και τρεις φορές μοιρολογώντας, αρνούμενος να δεχτώ ότι τέλειωσε και ότι πρέπει να προχωρήσω σε αναζήτηση καινούριου.

Και, για να είμαστε ειλικρινείς, πόσες φορές έτυχε να τελειώσεις ένα συγκλονιστικό σήριαλ και να ξεκινήσεις αμέσως κάποιο καινούριο το οποίο να σε έχει πωρώσει εξίσου; Σπανίως ή και ποτέ. Θέλω να πω, μετά τις Τρεις Χάριτες εν έτει 1992, έπρεπε να φτάσουμε το 1999 για να κολλήσω με τους Δυο Ξένους. Μετά τους Δυο Ξένους έπρεπε να φτάσουμε στο 2006 για να βγει το Παρά Πέντε. Δεν διαδέχονται το ένα το άλλο τα σήριαλ. Ομοίως, μετά το Lost το 2006-09 έπρεπε να περάσουν 5-6 χρόνια για να ανακαλύψω το Breaking Bad. Και μετά από εκείνο, το χάος. Δεν μου κάθεται τίποτα. Ακόμα και το House of Cards που είναι αρκετά ενδιαφέρον και το έβλεπα ως πέρσι, δεν μου έβγαλε το δέος του Breaking Bad που έκατσα και το είδα δυο φορές μάλιστα.

Έτσι είναι και οι παρέες. Τελειώνει η μια και δεν ξέρεις σε πόσα χρόνια θα σου κάτσει μια καινούρια. Και να σου κάτσει μια καινούρια δεν ξέρεις αν θα ενταχθείς σ’ αυτήν σωστά, κατά πόσον θα απορροφηθείς σ' αυτήν και για πότε θα σε φτύσει έξω. Ε, αυτό είναι το πρόβλημα. Στη θεατροπαρέα του σήμερα, βρήκα μια φάση που μου είχε λείψει. Και δεν θέλω να μου τελειώσει. Όπως δεν ήθελα να μου τελειώσουν και όλες οι υπόλοιπες όμως, δυστυχώς, μοιραία μεταλλάχτηκαν και κατέληξαν.

ΟΚ, ζω το σήμερα και το απολαμβάνω, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου έχω ένα άγχος «κάνε Θεέ μου να έχει διάρκεια όλο αυτό γιατί είναι τέλειο και δεν θέλω να τελειώσει». Εχθές το βράδυ σκεφτόμουν πόσα έζησα με αυτά τα παιδιά και πόσο καλό μου έκαναν (και σε μένα και στη Μπρέντα), και σκεφτόμουν ότι δεν είμαι έτοιμος να διαχειριστώ τυχόν διάλυση της παρέας μας. Η οποία αργά ή γρήγορα θα έρθει. Μεγαλώνουμε, αλλάζουμε προτεραιότητες, κάποιοι αποκτούν παιδιά, μαζί μας μεγαλώνει και το κοινό, γερνά το πράμα, δεν μπορώ να είμαι 40+ και να παίζω τον Κουνενέ. Θέλοντας και μη η παρέα αυτή θα τελειώσει. Και δεν έχω το ψυχικό σθένος να ψάξω για την επόμενη. Που ένας Θεός ξέρει για πότε θα μου στείλει την επόμενη και σε ποια ηλικία και τι όρεξη θα έχω τότε. Σε κανέναν Σύνδεσμο Γονέων με βλέπω ή σε κανέναν καφενέ να παίζω τάβλι με άλλα γεροντοπαλίκαρα. Θεέ μου, ανατρίχιασα. Και δεν ξέρω να παίζω και τάβλι. 

Τα πάντα ρεί και ουδέν μένει, το ξέρω. Πανάθεμα τον Ηράκλειτο. 

Τέλος πάντων. 

Άντε τι κάθεστε, θα έρθετε να μας δείτε; Πάρτε τηλ. στο 99322952 και κλείστε θέση. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη θέλει να ξαναζήσει την κωμικοτραγική κατάσταση του Αντωνάκη και της Ελενίτσας στο «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»! Είναι και της μόδας ξανά αυτά τα έργα, ακολουθήστε λίγο το ρέμα, νιώστε λίγο ιν, τρομάρα να σας έρθει! Να έρθετε να μας στηρίξετε γιατί επιτελούμε και φιλανθρωπικό έργο, πέραν της εξυπηρέτησης δηλαδή του δικού μας ψώνιου. Και επειδή όπως προείπα, δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα έχουμε κέφι και ενέργεια για κάτι τέτοια καλό θα ήταν να το ζήσετε κι αυτό. Να έχετε κάτι να διηγηθείτε στα εγγόνια σας, χαχαχα! Θα χαρώ πολύ, όπως πάντα, να σας δω. 


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016

Η Βίσση Θα Μας Θάψει Όλους

Από τον καιρό που παντρεύτηκα, από τον καιρό που μετακομίσαμε σε μονοκατοικία, από τον καιρό που η ζωή μου γέμισε περισσότερες οικογενειακές έγνοιες και ευθύνες, η σχέση μου με την Άννα Βίσση μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο δηλαδή, δεν έτυχε να πάρω ούτε ένα αεροπλάνο για να πάω στην Αθήνα ειδικά για να τη δω. Δεν είχα χρόνο να παρακολουθήσω εκτενώς την πορεία της, ούτε να ασχοληθώ λεπτομερώς με το νέο της άλμπουμ (ασχέτως αν το ακούω συνέχεια στο αυτοκίνητο), μα προ πάντων, η ψυχολογική μου και συναισθηματική μου κατάσταση ήσαν αρκετά σταθερές εξ ου και οι στίχοι των τραγουδιών της και το πάθος με το οποίο τους ερμηνεύει να έχουν χάσει λίγο από την επιρροή που είχαν στην καθημερινότητά μου.

Ε, ναι. Έφτασα πια τα 36. Ως πότε θα ακούω την ‘αγάπη υπερβολική’ και θα πωρώνομαι, να χτυπιέμαι πάνω κάτω; Ως πότε θα έχουν κάτι να μου πουν τα τραγούδια της που έμειναν κλασικά; Και γιατί να ταυτιστώ με το ‘παραλύω’ και το ‘δώδεκα’; Δεν έχω νταλκά. Μια χαρά είναι η σχέση μου, φτου, φτου, φτου, το «αν το νήμα της ζωής για τον ένανε κοπεί» δεν έχει το ίδιο εκτόπισμα όπως παλιά. Οι μόνες στιγμές που πλέον καταφεύγω στη Βίσση είναι όταν είμαι στεναχωρημένος και όταν έχω τσακωθεί με τη Μπρέντα και με πιάνουν οι ανησυχίες μου.

Τούτων λεχθέντων, χθες βράδυ ήρθε η ανατροπή. Πήγα στη συναυλία της στη Σχολή Τυφλών και επαναπροσδιόρισα της σχέση μου μαζί της. Μα, βγήκε στη σκηνή σαν «άππαρος» που λέμε και στα κυπριακά, και θέρισε τα πάντα. Τρομερά κέφια, τρομερές αντοχές, μου θύμισε ακμαία Βίσση από τα τέλη του ’90. Εκείνο το «τρελαίνομαι» το είπε όπως το έλεγε στο Χάος το 1996. Το γάμησε. Τα ‘Πράγματα’, το ‘Δεν Θέλω Να Ξέρεις’, το ‘Τραύμα’, την ΄΄Εμπνευση’, την ΄Αντίστροφη Μέτρηση’. Τι να πω! Τι να πω! Άνοιξε η ψυχή μου, έπεσαν τα τείχη, γύρισαν οι Ολυμπιονίκες σπίτι! Τέτοια κατάνυξη!

Δεν θα τη ξεπεράσω ποτέ αυτή τη γυναίκα. Όσα χρόνια κι αν περάσουν καταφέρνει να ξεπερνά τις προσδοκίες μου και ενεργειακά και φωνητικά και απ’ όλα.

Το μόνο που με χάλασε χθες βράδυ ήταν η παρουσία των Gadjo Dilo οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, ουδόλως ταίριαζαν με τη Βίσση και τα τραγούδια της, ενώ πολύ κακώς παρουσιάστηκαν στη μέση της συναυλίας και μας «έριξαν» τόσο ενεργειακά, όσο και ψυχολογικά. Δεν γίνεται να έχει πάει η αρτηριακή πίεση 400 με τον Βίσσαρο, σαν να κάνω πτώση με αλεξίπτωτο και μετά να «σφυρίζουμε» αδιάφορα σε ρυθμούς 50ς, λες και είμαστε σε δεξίωση γάμου και πίνουμε ντοματόζουμα. Το άκυρο!

Κατά τα άλλα, ναι, η Βίσση θα μας θάψει όλους.

Χθες είδα για πρώτη φορά και το τρέηλερ για το Star Academy που ετοιμάζουν με τον Καρβέλα στο ‘Εψιλον. Το αγάπησα. Είναι σαν να γράφει στο μέτωπο και των δύο «πόσο βαριόμαστε που μας έστησαν εδώ να κάνουμε τρέηλερ – πες μια μαλακία ρε Καρβέλα να σπάσει ο πάγος». Ο Καρβέλας όσο πάει γίνεται όλο και μεγαλύτερο είδωλο. Τον λατρεύω. Θα ήθελα να είμαι εκείνος. Παρόλο που θα παρουσιάζει το σόου ο αντιπαθέστατος και ενοχλητικός Φουρθιώτης, νομίζω δεν θα έχω καλύτερο για τον φετινό χειμώνα. X-factor, The Voice και αηδίες…


"Χούλα χουπ...Το' γραψα κι αυτό, ο πούστης!" 

Τρίτη, Αυγούστου 30, 2016

Το Ροζ Μπουρκίνι

Πολύς ντόρος γίνεται τελευταία σχετικά με την απόφαση της γαλλικής αστυνομίας να απαγορεύσει το μπουρκίνι από τις γαλλικές παραλίες για λόγους ασφαλείας. Οι απανταχού αριστερίζοντες, σωτήρες του κόσμου έσπευσαν να υπεραμυνθούν των δικαιωμάτων των αδελφών μουσουλμάνων και πω, πω, πω πώς τους βαριέμαι και πώς ταυτόχρονα τους ζηλεύω που υπάρχει τέτοιος κόσμος με τόσον ελεύθερο χρόνο ώστε να διαδηλώνει (πάντα μέσω Facebook) υπέρ του μπουρκινιού (δεν έχω ιδέα πώς κλίνεται) αλλά και υπέρ οποιουδήποτε βλάκα που μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται με τέτοιες μπανάλ ενδυμασίες εν έτει 2016.

Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, πριν πέσετε να με φάτε γι αυτό το καυτό θέμα που σας προκαλεί αϋπνίες, να σας πω ότι θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να ντύνεται όπως γουστάρει (εκτός και αν πρόκειται για το επαγγελματικό του περιβάλλον όπου δύναται να επιβάλλεται στολή). Δεν έχω κανένα πρόβλημα αν θέλεις να κυκλοφορήσεις με μπουρκίνι, δεν έχω κανένα πρόβλημα αν θέλεις να κυκλοφορήσεις με μπικίνι, με τουρμπάνι, με σταυρό στην πλάτη ή γυμνός με ένα αγγούρι στον κώλο. Σε κάθε περίπτωση όμως, μην απαιτείς το σεβασμό μου αν αυτό που φοράς σε φορά, δεν σε κολακεύει και αποτελεί ντροπή για τους οφθαλμούς μας.

Θέλω να πω, δεν με ενδιαφέρει αν φοράς μπουρκίνι επειδή είσαι μουσουλμάνα. Με ενδιαφέρει ότι μπορεί να είναι αντιαισθητικό και να μου χαλάς της διάθεση. Μπορείς κάλλιστα να είσαι πιστή στη θρησκεία σου και χωρίς αυτό. Ομοίως, δεν με ενδιαφέρει αν η Κοντσίτα είναι γκέι. Δεν αντιτίθεμαι της ισότητας. Αντιτίθεμαι της γελοιότητας. Και ένας γκέι με μούσι, βλεφαρίδες και φουστάνι 50ς είναι γελοίος. Όπως επίσης δεν με ενδιαφέρει αν η Lady Gaga είναι καλλιτέχνις. Αν κυκλοφορεί ντυμένη με κομμάτια ωμού κρέατος είναι και αυτή γελοιωδέστατη και θα έπρεπε να την κλείσουν μέσα. Μπορείς να φορέσεις το τουρμπάνι με έναν πολύ σωστό τρόπο και να ελκύσεις τα απανταχού βλέμματα, μπορείς να φορέσεις και τον σταυρό α λα Μαντόνα και να είσαι fashion icon. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις χιλιάδες σύμβολα με τον σωστό τρόπο και να είσαι αποθέωση. Μην είσαι όμως μίζερη και καημένη. Άλλο σικ και άλλο sick.

Άσε που προσωπικά, θεωρώ είδος διαταραχής να βλάφτεις τον εαυτό σου κατ’ αυτόν τον τρόπο απλά και μόνο για να κάνεις «δήλωση» των πιστεύω σου. Θεωρώ διαταραγμένον, ας πούμε, τον κάθε ιερέα που είναι αναγκασμένος να κυκλοφορεί με αυτό το αντιαισθητικό μαύρο ράσο στους 45 βαθμούς κελσίου και να είναι αναγκασμένος να έχει αυτή την κακάσχημη γενειάδα και την σιχαμένη χαίτη, απλά και μόνο επειδή του το επιβάλλει η εκκλησία. Σε έναν ιδεατό κόσμο θα έπρεπε κι αυτοί να συλλαμβάνονται όταν κυκλοφορούν σε τέτοιο χάλι δημοσίως. Είναι τρομαχτικοί πρώτα απ’ όλα.

Τέλος πάντων, ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω, θα μου πεις. Κανένας δεν είμαι, τη γνώμη μου σου λέω. Μια φορά, δεν θα κάτσω να κλαίω αν καταργηθεί η μαντίλα. Άλλο να τη φοράς σαν τη Τζάκι Κένεντι και άλλο σαν τη Σαφούρα απ’ το Αζερμπαϊτζάν που έχει να λουστεί τρεις μήνες.

Και τώρα, ας παίξουμε ένα αγαπημένο παιχνίδι. Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν το ‘Μπουρκίνι’; Εδώ σε θέλω κάβουρα! Ας ανοίξουμε το λεξικό του Anti-Chrisτου:

-       Λέξη αργκό για το αιδοίο: «Κάθε φορά που φαντασιώνομαι τον Κώστα… τρίβω το μπουρκίνι μου μέχρι να μαδήσει».
-        Αξεσουάρ κομμωτηρίου: «Παναγιώτααα! Δώσμου λίγο το μπουρκίνι να τελειώσω την κυρία Ζωζώ».
-         Χώρας της Αφρικής: Μπουρκίνι Φάσο.
-         Χώρας της Ασίας: Μπουρ-Κίνα.
-         Ψάρι: «Εδώ το φρέσκο μπουρκίνι! Λαχταριστό, λαχταριστό, μυρίζει θάλασσα!»
-         Ψάρι / λαϊκό άσμα: «Μπουρκίνι, μπουρκινάκι, πάμε πιο γρή-γο-ρα, πάμε πιο γρη-γο-ράαα».
-         Πειραγμένο αυτοκίνητο για λαϊκούς τύπους: Λα-μπουρκίνι.
-         Μπουζούκια με πρώτο όνομα την Άντζελα Δημητρίου: Μπουρκίνι Λάιβ.

     Δεν μου έρχονται άλλα. 

Κυριακή, Αυγούστου 21, 2016

Our Last Summer

Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό αρχίζω και πανηγυρίζω το τέλος του καλοκαιριού.

Του ημερολογιακού καλοκαιριού βασικά. Γιατί το μυαλό μου ξεγιελιέται και νομίζει ότι από πρώτη Σεπτεμβρίου θα έρθουν δροσιές, βροχιές και βοριάδες. Δεν λέω να εμπεδώσω τη νέα τάξη πραγμάτων. Ότι μέχρι τέλη Νοεμβρίου σ’ αυτή τη χώρα κυκλοφορώ με το κλιματιστικό του αυτοκινήτου ανοιχτό. Δεν λέω να συνηθίσω ότι πλέον σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχουν εποχές. Υπάρχει μόνο καυτό, ανυπόφορο καλοκαίρι και μία μέση κατάσταση που θυμίζει αρχές Μαΐου, του Μαΐου πριν είκοσι χρόνια. Όλοι οι υπόλοιποι μήνες και εποχές υπάρχουν μόνο για να γυρίζουν τις κάρτες στο ημερολόγιο.

Δεν αντέχω αυτή την κατάσταση. Θέλω να ζω και τις τέσσερεις εποχές. Αν όχι και τις τέσσερεις εφόσον η άνοιξη και το φθινόπωρο έχουν εγκαταλείψει προ πολλού όλες τις ηπείρους, τουλάχιστον να έχουμε ένα υποτυπώδη χειμώνα. Δεν είπα να πνιγούμε στο χιόνι, αν τόσο σε χαλάει κι αυτό, αλλά να μπορώ να ευχαριστηθώ το κρύο. Τα ωραία χειμωνιάτικα ρούχα. Να ανάψω τζάκι. Να βραχώ από βροχή. Να ξυπνήσω από καταιγίδα και αστραπή ένα βράδυ Δεκεμβρίου. Να είναι Χριστούγεννα και να μην στολίζω δέντρο με τον ήλιο έξω να μας περιπαίζει.

Δεν είναι ωραίο πράμα να μην έχεις χειμώνα. Άμα βρέχει και χιονίζει ο κόσμος κάθεται σπίτι και διαβάζει κανένα βιβλίο. Κάθεται και σκέφτεται. Μορφώνεται, αναπτύσσεται. Παθαίνει και κατάθλιψη και το ρίχνει στο αλκοόλ, θα μου πεις, και θα συμφωνήσω ως ένα βαθμό, αλλά κοίτα λίγο γύρω σου και πες μου. Όλες αυτές οι τσοκαρίες και οι Μπυθουλαίοι, οι made in Cyprus, που δήθεν ευεργετούνται από το αχνιστό κυπριακό καλοκαίρι σε πείθουν ότι δεν τα καταπίνουν δέκα - δέκα τα ψυχοφάρμακα; Όχι!

Όλες οι αναπτυγμένες κοινωνίες έχουν κατά κύριο λόγο χιόνια και βαριούς χειμώνες. Οι Σουηδοί, οι Νορβηγοί, οι Φινλανδοί, οι κάτοικοι των βαλτικών χωρών, οι Εγγλέζοι, οι Ελβετοί, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Αυστριακοί, οι Καναδοί. Είδες εσύ χώρα με ζέστη να πηγαίνει μπροστά; Η Μεσόγειος πάει από το κακό στο χειρότερο, ενώ εμείς που γεωγραφικά ανήκουμε στη Μ. Ανατολή πιο πολύ σε Σαουδική Αραβία παραπέμπουμε. Και πολιτιστικά, εννοώ. Σαν νοοτροπία, σαν μυαλά και σαν πνεύματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ζέστη = Κκιλιτζιηρκό.

Ήμουν στο Λατσί της Πάφου το τριήμερο για διακοπές. Το τι είδαν τα μάτια μου στην παραλία δεν φαντάζεσαι. Κάτι πολυμελείς οικογένειες των 15 ατόμων έκαστη που ήταν λες και βγήκαν από τα σπήλαια. Μόνο οι προβιές τους έλειπαν. Μωρά χοντρά που ξεχείλιζαν οι κοιλιές τους από τα μαγιό και τα οποία έκλαιγαν ώσπου να γίνει το δικό τους. Η μάνα τους να ακούει ράδιο (ράδιο εν έτει 2016, φίλε μου - σαν τον φαντάρο στη σκοπιά, στο στρατόπεδο του Τσερκού, το 1998) και να μην τους δίνει σημασία. Ο δε πατήρ τους να κοιμάται σαν το βόδι και να μην μπορεί να τον ξυπνήσει τίποτε. Ούτε καν οι μύγες που κάθονταν στην πλάτη του. Στην πολλή την ώρα το μωρό δεν άντεξε την αδιαφορία τους, άρχισε να κουνά την ομπρέλα πέρα δώθε να την ξεριζώσει προκειμένου να του δώσουν σημασία. Ματαίως. Εν τέλει πήγε και γέμισε το κουβαδάκι του νερό και τους το έλουσε. Τρόμαξε η μάνα του, που εκτός των άλλων είχε και πράσινο βαμμένο νύχι, και πετάχτηκε ίσια πάνω ουρλιάζοντας: «Κόρηηηηηη! Μα, επέλλανες;! Έννεν κοπελλούθκια που έκαμα εγώ, εν ζώα!» Το ζώον, ζώο θα γεννήσει ήθελα να συμπληρώσω. -«Πεινώ!» είπεν θριαμβευτικά το οχτάχρονο με την κοιλιά να κρέμεται έξω από το παιδικό μπικινάκι στην παραλία του Ττάκκα. Του Ττάκκα! Άλλο και τούτο δηλαδή. Πες μου εσύ σε ποιαν άλλη χώρα υπάρχει παραλία με όνομα «Ττάκκας!» Ττάκκα – ττούκκου, ττάκκα – ττούκκου τραβώ τα μαλλιά της τζιεφαλής μου. Αυτή είναι η Κύπρος, μάνα μου. Αυτό το ανατριχιαστικό πράμα που σας περιέγραψα, πολλαπλασιασμένο επί κάτι χιλιάδες ανθρώπους. «Κόρηηηη – Μάμμα πεινώ! – Ττάκκα Ττούκκου!»

Αν μη τι άλλο μας αποζημίωσε το ηλιοβασίλεμα. Είναι ενθαρρυντικό να βλέπεις πόσο όμορφοι είναι κάποιοι άλλοι πλανήτες, δορυφόροι της Γης και λοιπά ουράνια σώματα στα οποία δεν έχει πατήσει ακόμα πόδι το συνάφι μας. Σου δίνουν ελπίδα. Σου δίνουν ελπίδα ότι σε κάποια χρόνια μπορεί να κάνεις διακοπές από τον μακρινό Ερμή και να μην χρειάζεται να υπομένεις τα πιο πάνω.




Και μ’ αυτό το φωτογραφικό κλικ έκλεισα το "τελευταίο καλοκαίρι". Χωρίς hashtag, μα με πολλά φίλτρα, ώστε να νικήσει η φαντασίωση την ανάμνηση.

Τετάρτη, Αυγούστου 10, 2016

Το Μεγαλείο Της Κορακάκη Και Η Μιζέρια Του Έλληνα

Είμαι έκθαμβος από χθες το βράδυ με την κακία και τη μιζέρια μερικών Ελλήνων - ο Θεός να τους κάνει, σχετικά με το χρυσό της Κορακάκη. «Δεν δικαιούστε να είστε περήφανοι» ο ένας, «τα μετάλλια ανήκουν στους αθλητές και όχι στην Ελλάδα» απαντά ο άλλος. Πόση ξινίλα, ν’ αντέξω;

Θες να πεις τώρα, ότι έκατσες και παρακολούθησες την απονομή, είδες τη γαλανόλευκη να κυματίζει, είδες το δάκρυ της αθλήτριας να τρέχει αβίαστα και δεν συγκινήθηκες! Δεν ανατρίχιασες! Τόσο ζώον είσαι! Εντάξει, θα συμφωνήσω ότι η λέξη «περήφανος» δεν είναι η πιο ακριβής για να περιγράψει το συναίσθημα. Θα συμφωνήσω ότι τόσο το ελληνικό, όσο και το κυπριακό κράτος είναι δύο μπουρδέλα που ουδόλως παρέχουν στους πολίτες τους τα εχέγγυα για να αναδειχτούν στο εξωτερικό. Αντέχεις, όμως, να εκπέμπεις τόσον αρνητισμό σε κάτι τέτοιες στιγμές;

Πρέπει να μάθεις να κοιτάς πέραν του μπουρδέλου. Αν αύριο κερδίσει κάποιο μετάλλιο και ο δικός μας ο Κοντίδης, στην κυπριακή σημαία δεν θα δω τον Ιωνά Νικολάου, ούτε τον Αναστασιάδη. Θα δω τους ήρωες της ΕΟΚΑ, θα δω τον Κκάσιαλο, τον Λιπέρτη, τον Μάριο Τόκα, τον Κώστα Μόντη. Θα δω πέραν του νεοκυπριακού χωρκαθκιού. Είναι δυνατόν να υψώνεται η ελληνική σημαία και εσύ να στέκεσαι στην Ελλάδα του μνημονίου; Σε κάθε λωρίδα της σημαίας κρύβεται ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Καζαντζάκης, τα αρχαία ελληνικά ιδεώδη. Είναι δυνατόν να στέκεστε στον Τσίπρα, τον Βαρουφάκη, τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου; Αυτοί μας καίνε, θα μου πεις. Ας μην τους ψηφίζατε πια, τι άλλο να σας πω; Θα φταίξω και γι αυτούς;

Ας πούμε, όμως, ότι δεν μπορείτε να καταπιέσετε όλη αυτή τη ξυνίλα και πρέπει σώνει και καλά να την εκφράσετε, να την εκτονώσετε. Πιστεύετε πραγματικά ότι το να αισθανθούμε περήφανοι για μια γυναίκα που ακριβώς τερμάτισε πρώτη παγκόσμια υπό τις υφιστάμενες, τρισάθλιες συνθήκες προπόνησης, είναι λίγο; Μα ακριβώς το γεγονός ότι οι Έλληνες αθλητές προπονούνται υπό τριτοκοσμικές συνθήκες, ακριβώς επειδή δεν βρίσκουν καμία στήριξη από το κράτος καθιστά την πρωτιά τους ακόμα πιο αξιοζήλευτη. Και επειδή κάθε πολίτης αυτής τη χώρας βρίσκει εμπόδιο μπροστά του το κράτος, ιδού άλλος ένας λόγος να είμαστε όλοι περήφανοι. Γιατί η Κορακάκη δεν νίκησε μόνο την Ελβετίδα και τη Γερμανίδα. Νίκησε και την Ελλάδα που της πήγαινε κόντρα. Και εφόσον η σύγχρονη Ελλάδα (και η Κύπρος) πάει σε όλους μας κόντρα, ναι, μπορούμε να είμαστε περήφανοι για την κάθε Κορακάκη που συνυπάρχει και αυτή, και αποτελεί κομμάτι αυτής, της "κακής" Ελλάδας.

Ζήλεια – Ψώρα, μάνα μου. Αυτό είναι το πραγματικό σας πρόβλημα. Δεν μπορείτε να μοιραστείτε τη χαρά του άλλου. Πόσω μάλλον όταν αυτός ο άλλος είναι και αυτός παθών των ίδιων κακών. Γιατί είστε κακογαμημένοι και ψωριάρηδες. Όταν έδωσα εξετάσεις στον στρατό για να γίνω αξιωματικός και πέρασα Δόκιμος, η αντίδραση ενός από τους κολλητούς μου ήταν «ναι, αλλά έβαλες μέσον». Όταν έδωσα εξετάσεις για το κυπριακό δημόσιο και πέρασα πρώτος παγκύπρια, η απάντηση ενός άλλου φίλου ήταν «ναι, αλλά μην χαίρεσαι, η θέση είναι δοσμένη». Όταν ντύθηκα Καρβέλας και χόρεψα με τη Βίσση ικανοποιώντας μία από τις μεγαλύτερες μου φαντασιώσεις η απάντηση ήταν «ναι, αλλά έγινες ρεζίλι». Που και να το πιστεύεις, ρε φίλε, δεν το λες.

Κανένας δεν μπορεί να δει πέραν του προφανούς. Ναι, έγινα ρεζίλι ως Καρβέλας σε ένα ποσοστό 10%, αλλά γιατί δεν βλέπεις ότι η ευτυχία μου εκείνη τη στιγμή χτυπούσε 90%; Ναι, πιθανώς η θέση στο Δημόσιο να ήταν δοσμένη, αλλά γιατί δεν κοιτάς ότι ανάμεσα σε 80 υποψήφιους ήμουν ο καλύτερος; Γιατί είστε τόσο μικροί και προ πάντων, γιατί το δείχνετε; Νομίζετε θα με χαλάσετε; Σε κάθε τέτοια στιγμή ήμουν τρομερά πανευτυχής για να χαλαστώ από το οτιδήποτε. Απλά πέσατε στα μάτια μου. Έτσι και με την Κορακάκη. Ναι, αυστηρά ομιλώντας, δεν μπορούμε να είμαστε περήφανοι. Σκεφτείτε όμως τη χαρά αυτής της κοπέλας που ήρθε πρώτη ακόμα κι έτσι. Και σκεφτείτε ότι θα μπορούσατε να είστε κάλλιστα στη θέση της. Γιατί αν δεν είσαι μεγαλόψυχος, όσο και να σε σπρώξουν τα άρτια δομημένα γήπεδα, οι επαγγελματίες προπονητές και τα χρηματικά πριμ, μια ζωή δεύτερος θα έρχεσαι.

Ακούστε βρε μίζερα ζώα τον εθνικό ύμνο και δακρύστε. Εμπνευστείτε, άχρηστοι. Τι άλλο σας έμεινε πια;



ΥΓ: Για να μην θυμηθώ και το άλλο. "Η Πατουλίδου ήρθε πρώτη το '92! Ναι, αλλά αν δεν έπεφτε η Αμερικάνα θα έχανε! Ναι, αλλά τότε ήταν όλοι ντοπαρισμένοι και δεν τους έπαιρνε κανείς χαμπάρι!" Χέσε μας.

Παρασκευή, Αυγούστου 05, 2016

Λυδία

Πριν πολλά χρόνια, όταν ήμουν ελεύθερος και το μαράζι της αγαμίας έτρωγε τα σωθικά μου, συνήθιζα να σου γράφω συχνά για τον τύπο της γυναίκας που με συγκινούσε και αποζητούσα. Από το 2010 και μετά το θέμα εξαντλήθηκε, έκλεισε λόγω Μπρέντας και έκτοτε σπάνια αφιερώνω χώρο και χρόνο να συζητήσουμε για γυναίκες. Αισθάνομαι ότι έχω καλύψει το δικό μου κενό και ότι είναι λίγο γρουσουζιά να μιλώ δημόσια γι αυτό, (μη μου φάνε άλλοι τον θησαυρό), παρόλο που έχω πολλά να πω ακόμα για το λυπηρό θέμα «Κύπρια γκόμενα».

Βλέπω μερικές φορές φίλους που δηλώνουν ελεύθεροι και πραγματικά σπαράζει η καρδιά μου γιατί κατά βάθος δεν θέλω να τους απογοητεύσω αποκαλύπτοντάς τους ότι δυστυχώς η εγχώρια αγορά δεν λέει τίποτα, και αν λέει μία στις εκατό τότε είτε πρόκειται για προϊόν μαϊμού, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είτε είναι κρατημένη γι άλλον πελάτη, είτε είναι για μία χρήση και μετά για πέταμα.

Προς τι τώρα όλος αυτός ο πρόλογος; Ήθελα απλά να σου πω, ότι θέλω εδώ και χρόνια να κάνω ειδική αναφορά σε μία υπέροχη γυναίκα, την οποία θαυμάζω και «ερωτεύομαι» από το 2000 όταν την πρώτο-ανακάλυψα στην τηλεόραση και τα περιοδικά, και αν προσπαθούσαν και οι δικές μας να της μοιάσουν, έστω στο μικρό της δαχτυλάκι, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ ομορφότερος. Ένας Θεός ξέρει γιατί μου πήρε τόσα πολλά χρόνια να γράψω μια ανάρτηση για χάρη της, μα κάλλιο αργά παρά ποτέ. Αυτή η γυναίκα είναι η Λυδία Παπαϊωάννου, η πάλαι ποτέ παρουσιάστρια του Mad Ελλάδος - εγώ τουλάχιστον τότε την είχα ανακαλύψει.

Θωρείτε να μαθαίνετε κακομοίρες της Κύπρου:



Μπορείτε να βγείτε ένα ρημαδοραντεβού επιστρατεύοντας τον χειμαρρώδη και άκρως απολαυστικό λόγο της; Μπορείτε να βγείτε ένα ρημαδοραντεβού υιοθετώντας το ανεπιτήδευτο λουκ της που αναδεικνύει τη φυσική ομορφιά της καθιστώντας σας πιο γήινες; Μπορείτε να είστε αστείες χωρίς να είστε σαχλές; Μπορείτε να σαρκάζεστε; Μπορείτε να μιλάτε και να μας καβλώνετε χωρίς να βγάλετε τα βυζιά σας έξω; Μπορείτε να γίνετε λίγο Λυδίες; Ρητορικόν το ερώτημα. Παρόλο που δεν αναμένω θαύματα, η Λυδία είναι μία καλή αρχή για να παραδειγματιστείτε, αν όχι το επιθυμητό τέλος.

Είχα διαβάσει κάποτε μία συνέντευξή της στην οποία έλεγε ότι ο τύπος του άντρα που της αρέσει είναι αυτός που σε μία παρέα κάθεται μόνος στη γωνία και δεν μιλάει πολύ. Με πέθανε. Μαχαίρι στην καρδιά μου είχε μπήξει. Ας είναι. Ας είναι κυρία Παπαϊωάννου μου, ευτυχώς επιβιώσαμε και χωρίς εσάς. Ένα τηλεοπτικό απωθημένο πάνω, ένα απωθημένο κάτω, δεν χάλασε ο κόσμος. Και παρόλο το φαρμάκι που με ποτίσατε, όποτε πέσω πάνω σε βιντεάκι σας δεν αντέχω παρά να καθηλωθώ και να το παρακολουθήσω σαν χάνος με πολλά «δεν γίνεται» να κουτουλάνε στο εσωτερικό τοίχωμα του κεφαλιού μου.  

Τρίτη, Αυγούστου 02, 2016

Γεννημένος για Περιπέτεια

Εχθές το απόγευμα δεν είχα τι να κάνω και έτσι κάθισα και παρακολούθησα για 100η φορά την ταινία από τον μήνα του μέλιτος. Αν αναρωτιέσαι ποιο είδος Χόμο Σάπιενς κάθεται και παρακολουθεί με τις ώρες παλιές ταινίες από ταξίδια, γάμους και τα τοιαύτα, σου δηλώνω ανερυθρίαστα, πως ο υποφαινόμενος, επώνυμος μελαγχολικός δεν έχει καλύτερο.

Ειδικά όταν βρίσκομαι στα κάτω μου ψυχολογικά, ή όταν διανύω μεγάλες αφραγκιές και η μόνη μου παρηγοριά είναι να αναπολώ περασμένα μεγαλεία, κάθομαι και απορροφιέμαι με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή, ανασταίνοντας στιγμές απείρου κάλλους.

Εχθές παρακολουθούσα την ταινία από την επίσκεψή μας στα Walt Disney Studios. Είχαμε παρευρεθεί στο σόου του Ιντιάνα Τζόουνς στο οποίο, όπως πιθανόν να μάντεψες, επιλέχθηκα μέσα από το κοινό για να λάβω μέρος ως κομμάτι του όχλου. Ε, βέβαια, είμαι που είμαι φάτσα για κόλλημα και το πληρώνω ακριβά από τον καιρό του στρατού, τουλάχιστον ας το εξαργυρώσω και μια φορά υπέρ μου.

Όπως θα δεις και στο απόσπασμα πιο κάτω, εντόπισαν μέσα στο κοινό καμιά 10αριά ψώνια και τους κάλεσαν επί σκηνής. Χάρηκα τα μάλα εγώ ότι θα παίξω κάποιον κακό και ότι θα βιώσω την αδρεναλίνη να καίει τις φλέβες μου συμμετέχοντας σε κάποια σκηνή θρίλερ πλάι στον Ίντι, μα αντ’ αυτού μου έδωσαν μία κελεμπία και μου είπαν στάσου στην άκρη, κάτω από το τσαντίρι και προσποιήσου πως είσαι Αιγύπτιος έμπορας χαλιών…! Εξαιρετικό το casting, μας υποχρέωσαν.



Μας είχαν πει ότι θα εξελισσόταν μπροστά μας μια μάχη και ότι εμείς θα έπρεπε να αντιδρούσαμε σαν όχλος μπροστά στα δρώμενα, άλλοτε με έκπληξη, άλλοτε με αποστροφή ή και χαρά ανάλογα με το ποιος κέρδιζε. Να σου πω την αλήθεια, δεν άκουγα καλά τις οδηγίες της υπεύθυνης επί σκηνής. Επικρατούσε τόση πολλή βαβούρα που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ 100% στο τι συνέβαινε, χώρια που όταν είσαι εκεί δεν μπορείς να απολαύσεις τα εφέ σε όλη τους τη δόξα, αφού η οπτική σου γωνία είναι περιορισμένη.

Εκτός των άλλων, επί σκηνής έχεις και περιορισμό κινήσεων αφού η υπεύθυνη μας ξεκαθάρισε όπως παραμείνουμε στα σημεία που μας τοποθέτησε, μην τυχόν και τραυματιστούμε από κάποια έκρηξη και μετά πέσουν αγωγές, αποζημιώσεις και πληρώνει η εταιρεία το μάτι το καμένο του καθενός. (Ξέρεις τώρα πόσο obsession έχουν οι Αμερικάνοι με κάτι τέτοια).

Έσπασα πλάκα, έκαμα το χάζι μου, το κατά-ευχαριστήθηκα, αλλά ναι, χθες που τα παρακολουθούσα με έπιασε το «πότε θα ξαναπάμε;» και η απάντηση στο ερώτημα ήταν τουλάχιστον απογοητευτική. 

Τρίτη, Ιουλίου 26, 2016

Στα Χανιά

Τις τελευταίες τρεις μέρες ήμουν διακοπές στα Χανιά για τον γάμο της αδελφής μου και τη βάφτιση της κόρης της.

Παρόλο που το πάρε-δώσε με τα Χανιά ήταν συχνό τα τελευταία 15 χρόνια στην οικογένειά μου, εντούτοις ήταν η πρώτη φορά που εγώ τα επισκέφτηκα. Κι αυτό γιατί όλοι πάντα σχολίαζαν ότι μοιάζουν πολύ με την Κύπρο. Γιατί να επισκεφτώ έναν τόπο που μου θυμίζει την Κύπρο; Δεινοπαθώ ήδη αρκετά εδώ, γιατί να πληρώσω για να δεινοπαθήσω κι αλλού; Ουδείς με πληροφόρησε ότι τα Χανιά είναι σαν την Κύπρο, στο πολύ καλύτερο.


Στο γνωστό λιμανάκι, εδώ, που θυμίζει έντονα αυτό της Κερύνειας μας. 

Μα, ενθουσιάστηκα και έχω να το λέω. Όταν η Κύπρος γίνει και επίσημα τουρκικό προτεκτοράτο εγώ θα μετακομίσω στα Χανιά. Δεν ξέρω τι δουλειά θα κάνω και πώς θα πορεύομαι, αλλά τρεις μέρες εκεί ήταν αρκετές για να νιώσω αρκετά οικεία και ταυτόχρονα να νοσταλγήσω την Κύπρο που γνώρισα προ 30ετίας.

Ναι, τα Χανιά έχουν όλα τα καλά: Ωραίο ιστορικό κέντρο, χωρίς όμως τις μύγες, τη βρόμα και τους ναργιλέδες της Λήδρας, υπέροχα, φτηνά εστιατόρια όπου ακόμα και η ντοματούλα μυρίζει διαφορετικά εξ αιτίας του κρητικού ελαιόλαδου, εξαιρετικά καθαρές και δροσερές παραλίες, τόσο που ξεχωρίζεις το ψάρι να κολυμπά στα είκοσι μέτρα βάθος, μα προ πάντων, μία ατμόσφαιρα χωρίς υγρασία! Τρεις νύχτες κοιμήθηκα με ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα και για κλιματιστικό ούτε λόγος. Αντιλαμβάνεσαι, καμία σχέση με τη Σαουδική, καμένη Κύπρο.


Έκανα και τις βουτιές μου. Η υποβρύχια κάμερα έβγαλε προ πολλού τα λεφτά της, αλλά στην Κρήτη την ξεπατίκωσα. 

Πάνω απ’ όλα όμως, στην Κρήτη συνάντησα αξιοζήλευτους ανθρώπους. Με ευγένεια, με μπέσα, με λεβεντιά, με περηφάνια καταγωγής. Κέρασμα από ‘δω, κέρασμα από ‘κει, δώστου ρακές, δώστου φρούτα, δώστου γλυκά. Να τους λες ότι είσαι Κύπριος και να σε ευχαριστούν που στηρίζεις την οικονομία τους. Να χαίρονται που σε βλέπουν, από τους ταξιτζήδες μέχρι την κοπέλα στη ρεσεψιόν. Καμία σχέση με το δικό μας το χωρκαθκιόν που ρέει άφθονο στο DNA μας. Για να καταλάβεις, καλέσαμε ταξί στην παραλία Λουτρακίου, ο ταξιτζής άργησε 15’ και όταν με το καλό έφτασε μας ρώτησε με τη γνωστή προφορά «τσι να κεράσω, π’ άργησα;!» Και να επιμένει και να το εννοεί.

Από χθες με θεωρώ κατά συνείδηση και Έλληνα της Κρήτης.

Πέρασα πάρα πολύ ωραία και δεν το περίμενα. Θα ξαναπάω με την πρώτη ευκαιρία.

Ο γάμος της αδελφής μου, από την άλλη, μού προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα.

Ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που ενοχλήθηκα που απουσίαζε ο πατέρας μου από οικογενειακή τελετή. Στον δικό μου γάμο δεν με πείραξε. Αλλά με την κόρη του είχε άλλη σχέση και στεναχωρήθηκα που δεν πρόλαβε να τη δει με το νυφικό. Στεναχωρήθηκα επιπλέον γιατί συνειδητοποίησα περαιτέρω πως η απουσία του έχει επιφέρει νέες δυναμικές, και νέες (αν)ισορροπίες στην οικογένεια που δεν νομίζω να αλλάξουν μέχρι να πεθάνουμε. Δυστυχώς ή ευτυχώς, τα πάντα ρεί και ουδέν μένει και ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι ήταν και αυτός ο γάμος: προσγειωτικός ως προς τον δρόμο του καθενός μας.

Όσον αφορά τη βάφτιση, άλλο μπουρίνι και εκείνο… Να βλέπω το μωράκι να σφαδάζει, να κλωτσά και να αρνείται πεισματικά να μπει στη κολυμπήθρα και να μην μπορώ να αντιδράσω. Να μην μπορώ να το σώσω. Απλά ενοχλητικό. Είδα κι άλλα μωράκια να ταλαιπωρούνται μα όταν είναι «δικό σου», πειράζεσαι περισσότερο.


Στην εκκλησία με έβαλαν να σταθώ πίσω από τον παπά. Ε, πόση ώρα να βλέπω την πλάτη του, είπα να βγάλω μια φώτο να περάσει η ώρα. 


Αυτά τα ολίγα, που λέτε. Κι από τα Χανιά, πίσω στο Χάνι του Πάντζιαρου για το υπόλοιπο του καλοκαιριού. 

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2016

Do You Remember The Time?

Κάθομαι και βλέπω παλιά βίντεο κλιπ στο Youtube και ξαφνικά επιθυμώ να ακούσω το Remember The Time του Michael Jackson. Και καθηλώνομαι, και το παρακολουθώ ξανά ολόκληρο, σαν να ήμουν ξανά 11 χρονών, όσο ήμουν δηλαδή όταν πρωτοβγήκε και μου το έφερε σε μια βιντεοκασέτα δώρο ο καλύτερος μου φίλος στο Δημοτικό. Και θυμάμαι ότι ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος τότε, γιατί πάνω στην ίδια κασέτα υπήρχε γραμμένο και το Black Or White που ήταν υπερπαραγωγή για τα δεδομένα της εποχής. Και τα έβλεπα στο βίντεο δέκα φορές τη μέρα, ένιωθα πολύ κουλ μαθητούδι, καλούσα σπίτι μου όλη τη γειτονιά για να τους τα προβάλω, ώσπου και χάλασε η κασέτα, έκανε χιόνι, και λυπήθηκα που δεν μπορούσα να έχω κρατήσει αρχείο με τα πιο σπουδαία βίντεο κλιπς του κόσμου.

Είναι ευλογία, σχεδόν ευτυχία, να μπορείς να παρακολουθήσεις ένα βίντεο 10 λεπτών και να μπορείς να ταξιδέψεις στον χρόνο και να μπορείς να ξαναμυρίζεσαι τα πάντα από εκείνη την εποχή. Το σπίτι σου, τους γονείς σου, τους φίλους, τις ανύπαρκτες έγνοιες σου. Είμαστε τρρρρομερά τυχεροί που μπορούμε και ανατρέχουμε τόσο εύκολα στο παρελθόν, το αναβιώνουμε, ευτυχούμε, και το αφήνουμε στην ησυχία του ως την επόμενη φορά.

Εκεί που παρακολουθούσα λοιπόν τα χορευτικά του Jacko, και ήμουν τα μάλα απορροφημένος και τρισευτυχισμένος, πέρασε από μπροστά μου η καθαρίστρια του γραφείου για να σφουγγαρίσει. Και τότε μου ήρθε ο ταμπλάς. Διαπίστωσα πως το σχήμα της κεφαλής της, η κόμμωσή της και κάποια αδρά χαρακτηριστικά της έδεναν άψογα με αυτά του Michael Jackson. Η ομοιότητα ήταν σοκαριστική σε βαθμό διαστροφής, που ένιωσα ότι μου κάνουν πλάκα. Μη σου πω ότι και η ίδια σφουγγάριζε στον ρυθμό του τραγουδιού και ήταν σαν να έβλεπα μια πιο σουρεάλ εκδοχή του βίντεο. Και τότε αναπήδησα στην καρέκλα μου, έτριψα τα μάτια μου και όλο το 1991 έσκασε μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και χάθηκε στο μίζερο 2016.

Μειδίασα πονηρά. Άραγε θα θυμώσει αν της πω ότι είναι φτυστή ο Michael Jackson στα νιάτα του; 

Κυριακή, Ιουλίου 17, 2016

Ο Πόλεμος Στα Χρόνια Του Τουίτερ

Τα νέα για το «πραξικόπημα» εναντίον του Ερντογάν με βρήκαν στον υπολογιστή, πάνω που ετοιμαζόμουν να τον κλείσω και να πάω για ύπνο. Η Μπρέντα είχε ήδη κοιμηθεί και πάνω που είχα πει «αγάπη μου σε δέκα λεπτά έρχομαι κι εγώ», βρέθηκα να επισκέπτομαι τη μία ιστοσελίδα μετά την άλλη, να διαβάζω ακατάπαυστα τουίτς και να μην προλαβαίνω να κάνω καν refresh αφού οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Δεν πίστευα ότι συνέβαινε αυτό, ειδικά την ημέρα της επετείου του δικού μας πραξικοπήματος.

Το γέλιο που έριχνα με τα τουίτς των εξ Ελλάδος χρηστών δεν περιγράφεται. Κατάφεραν να αποδώσουν τη γελοιότητα των γεγονότων, καθώς έπρεπε. Όποτε πήγαινα να αγχωθώ και να σκεφτώ ότι μπορεί και να κινδυνεύσουμε εξ αιτίας των εξελίξεων, διάβαζα μία μαλακία και γελούσα, σαν να έβλεπα καλλιστεία στο Μέγκα.

Σκεφτόμουν πόσο έχει αλλάξει η τεχνολογία τη ψυχολογία μας απέναντι στον πόλεμο. Ήταν άβολο μεν το ότι βιώναμε την ιστορία με τουίτς του τύπου «από αύριο οι Τουρκάλες θα ψωνίζουν από τα Χούντας Σέντερ» αλλά ταυτόχρονα ήταν και τα μάλα απολαυστικό και άκρως αγχολυτικό. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι δεν βομβαρδίζουν εμάς. Αλλά και εμάς να είχαν στόχο, κάτι μου λέει ότι αφού δεν είμαστε άξιοι να πολεμήσουμε κατά κανενός εχθρού, πάλι τουίτς θα γράφαμε να περνά η ώρα. 

Θυμάμαι ότι, το 1991 όταν ήταν να ξεσπάσει ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, και μας είχε πει η δασκάλα μας στο Δημοτικό ότι επρόκειτο να είναι ο πρώτος χημικός πόλεμος, είχαμε οικογένειες συμμαθητών που είχαν πανικοβληθεί και είχαν αγοράσει κολλητικές ταινίες να σφραγίσουν τα παράθυρα για να μην περάσουν τα χημικά αέρια μέσα από τα τζάμια και δηλητηριαστούν. Τα είχα μεταφέρει κι εγώ στους γονείς μου αυτά τα θλιβερά και έγινε το σώσε στο σχολείο την επόμενη μέρα, «τι μαλακίες λέτε στα παιδιά και τα τρομάζετε» και τέτοια. Δεν υπήρχε τουίτερ τότε, δυστυχώς, να διαβάζουμε την παπάρα και να χαλαρώνουμε.

Ομοίως, το 1996, στην κρίση στα Ίμια, όταν ήμουν 16 χρονών, ήταν ημέρα Πέμπτη, θυμάμαι ότι είχα διαγώνισμα ιστορίας την επόμενη μέρα στο Λύκειο και αγχωνόμουν κατά πόσο θα γίνει πόλεμος. Όχι τίποτα άλλο, να γλίτωνα τουλάχιστον το διαγώνισμα. Θυμάμαι που ρωτούσα «πότε θα μάθουμε τι θα γίνει; Μην διαβάζω άδικα!» Η τηλεόραση και τα ρεπορτάζ της μας προκαλούσαν τόσο άγχος που εν τέλει, ούτε πόλεμος έγινε, αλλά ούτε διάβασα επαρκώς. Εξ όσων θυμάμαι δεν είχα γράψει στο τέλος καλά.

Εμ, δεν είχαμε τουίτερ τότε να περνά η ώρα ευχάριστα. Αγχωνόμασταν για το τίποτα.

Μη θυμηθώ τον πανικό που έσπερναν τα ΜΜΕ επί πολέμου στο Αφγανιστάν το 2001-02... Που δεν τολμούσαμε να παραλάβουμε πακέτο στο Πανεπιστήμιο μπας και περιείχε μέσα σκόνη άνθρακα. Περάσαμε ένα χρόνο μέσα στα ψυχολογικά, για πότε θα σκάσει μέλος της Αλ-Κάιντα μέσα στο μετρό του Λονδίνου και κόψαμε και τις επισκέψεις και όλα. 

Τελικά προχθές, στις δύο το πρωί, όταν βαρέθηκα να παρακολουθώ τα τεκταινόμενα και όταν κατάλαβα πως όλα ήταν στημένα από τον Σουλτάνο Ταγίπ, πήγα πάνω, ξάπλωσα, και είπα στη Μπρέντα που ξύπνησε «πέσε να κοιμηθείς, γίνεται ένας ψιλοχαμός στην Τουρκία, αλλά μπες αύριο να τα μάθεις απ’ το τουίτερ!» Για CNN ή BBC ούτε λόγος.


Περιττό να πω ότι οι εξελίξεις στην Τουρκία ήταν μία κάβλα. Γιατί απέδειξαν γι άλλη μια φορά ότι ο Ερντογάν είναι πλέον ένας απογυμνωμένος δυνάστης, η Τουρκία μια απολίτιστη χώρα, το ενδεχόμενο να μπει στην Ευρώπη απλώς αστείο, και οι Κύπριοι που περιμένουν ότι αυτός ο ηγέτης με τις συγκεκριμένες νοοτροπίες πρόκειται να τους εγγυηθεί μία βιώσιμη και δίκαιη λύση γιατί «εν καλά πλάσματα και είμαστε όλοι αδέλφια» και με βούλα θεόβλακες. Βέβαια, who cares anymore? Εγώ χθες ξύπνησα και πήγα θάλασσα. 



Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2016

Ποτέ Ξανά Intimissimi

Πήγα στο Μωλ να αγοράσω σώβρακα, καθότι διανύω περίοδο όπου ένα μου απέμεινε και εκείνο μπαλωμένο, και ετόλμησα ο δόλιος να μπω στο Intimissimi να δω αν υπάρχει κάποια προσφορά. Και τι να δω μπροστά μου; Μια πωλήτρια που είχε καρφωμένο στο πέτο του πουκαμίσου της μια ετικέτα με το όνομά της και από κάτω τρεις σημαίες: Την κυπριακή, τη βρετανική και την τουρκική. Παθαίνω σοκ εγώ, αλλά προσπαθώ να παραμείνω ψύχραιμος.
«Φέρτε μου πέντε σώβρακα» της είπα με την πίεση να έχει πάει 450. Μου τα φέρνει η πολύγλωσση κυρία και πλησίασα στο ταμείο να πληρώσω. Δεν άντεξα και ήγειρα το θέμα.

«Τώρα η τουρκική σημαία για ποιο ακριβώς λόγο δεσπόζει στο πέτο σας;»

«Δεν είμαι Τουρκάλα, απλά είναι οι γλώσσες που μιλώ» είπε σχεδόν απολογητικά η κυρία.

Χεστήκαμε αν είστε Τουρκάλα, και γενικότερα για το πόθεν έσχες σας, ήθελα να της πω. Εγώ να με εξυπηρετήσετε θέλω. Αλλά ξαναρωτώ: «Γιατί εγώ να πρέπει να βλέπω την τουρκική σημαία, τη σημαία της χώρας που έχει εισβάλει στην πατρίδα μου και καταπατά σωρηδόν τα ανθρώπινά μου δικαιώματα στο πέτο σας;» Τι να απαντήσει κι εκείνη η κακομοίρα. Απέφυγε τη συζήτηση.

Αν θέλετε, κύριοι του Intimissimi, να καταστήσετε σαφές ότι στο κατάστημά σας μπορεί ο πελάτης να εξυπηρετηθεί και στην τουρκική γλώσσα, τότε η τουρκική σημαία είναι περιττή. Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι επίσημες γλώσσες της Κύπρου είναι δύο: Η ελληνική και η τουρκική. Και εφόσον στην ετικέτα υπήρχε ήδη η σημαία της Κύπρου, για ποιο λόγο προσθέσατε και τη σημαία εχθρικού κράτους προκαλώντας αποστροφή στους λιγοστούς ελληνοκύπριους πελάτες σας που εξακολουθούν να διαθέτουν ελάχιστη φιλοπατρία;

Εάν ήτο απαραίτητο να μπει η τουρκική σημαία για να υπογραμμίσει την πολυτέλεια του να εξυπηρετηθεί ο πελάτης και στην τουρκική, τότε θα έπρεπε να συμπεριληφθεί και η ελληνική σημαία για να αντισταθμίσει το ατόπημα. Συμπεριλήφθηκε; Ουδόλως. Γιατί άραγε; Και ποια η χρησιμότητα της κυπριακής σημαίας τότε;

«Επειδή στην Κύπρο μιλούμε διάλεκτο, θεωρήσαμε ότι έπρεπε να μπει» συμπλήρωσε με τρεμάμενη φωνή η απαράδεκτα αστοιχείωτη υπάλληλός σας.

Γελάσανε και τα σώβρακα! Ακούς εκεί στην Κύπρο μιλάμε διάλεκτο… Το ξέρουμε χρυσή μου κόρη, το σημαιάκι στο πέτο σου περιμέναμε να μας το διασαφηνίσει. Έχεις πάει σε πολλά μαγαζιά στη Βρετανία π.χ. και να δεις πωλήτριες με ετικέτα στο πέτο να έχουν την ουαλική ή τη σκοτσέζικη σημαία για να ενημερώνουν τους πελάτες ότι στο εν λόγω κατάστημα μιλιέται και η διάλεκτος; Θεωρείται αυτονόητο ότι στην εκάστοτε χώρα μιλιέται και η μητρική γλώσσα ή και διάλεκτος. Ε-ξυ-πα-κού-ε-ται. Εσείς γιατί έπρεπε να μας το διασαφηνίσετε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Μήπως γιατί είστε μαλάκες; Ρητορικόν το ερώτημα,


Ακούστε να σας πω κύριοι. Δεν πρόκειται να ξαναγοράσω σώβρακα από εσάς όσο ζω. Και όπου σταθώ και όπου βρεθώ θα σας δυσφημώ γιατί ναι, είστε μαλάκες με περικεφαλαία. Θεωρώ την πρακτική σας χυδαία και προσβλητική, μην σας πω ότι μου περνούν και συνωμοσίες από το μυαλό για έμμεσες προπαγάνδες και τα τοιαύτα. Αλλά επειδή δεν μπορώ να αποδείξω τίποτα και επειδή δεν θέλω να πιστέψω ότι λάβατε νομική αρωγή επί του προκειμένου και σας συμβούλεψαν ότι είναι ΟΚ να μου προτάξετε την τουρκική σημαία πάνω στην ετικέτα, εγώ θα θεωρήσω ότι είστε απλά μαλάκες και θα εύχομαι την άμεση και επίπονη χρεοκοπία σας. 

Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2016

Αβάντι Ντο Φα Φα Φα!

Είμαι τρομερά ενθουσιασμένος τις τελευταίες μέρες καθότι άρχισαν πιο εντατικοποιημένες πρόβες για τη φετινή μας θεατρική παράσταση. Ναι, γνωρίζω ότι κάθε χρόνο φτάνω στο αμήν με τις πρόβες, και κάθε χρόνο υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι φέτος θα είναι η τελευταία φορά που παίζω. Μα, κάθε χρόνο προκύπτει κάτι καινούριο, μια πρόκληση μεγαλύτερη απ’ την προηγούμενη που θέλω να την αδράξω και να τη δοκιμάσω πριν «συνταξιοδοτηθώ» από το ερασιτεχνικό θέατρο. Ε, πάνω που πήραμε πέρσι το βραβείο του ΘΟΚ και είπα να κάτσω για λίγο στα βραστά μου κάνοντας ένα διάλειμμα, ήρθε η ιδέα του... μιούζικαλ.



Εγώ πάντα ήθελα να δοκιμάσουμε να παίξουμε σε μιούζικαλ, αλλά υπήρχε πάντα το πρόβλημα ότι από την ομάδα μας κανένας δεν έχει φωνή. Δηλαδή, εντάξει, έχουμε ένα δυο άτομα που θα μπορούσαν να μας βγάλουν ασπροπρόσωπους, αλλά το μιούζικαλ θέλει φωνή καμπάνα στο σύνολο της ομάδας και δεν αρκεί να τραβούν κουπί μόνο οι πρωταγωνιστές. Γι αυτό πάντα αφήναμε την ιδέα στην ησυχία της. Για το καλό όλων μας.

Φέτος, όμως, γνωρίσαμε την Ελένη τη Σιδερά με σκοπό να μας προτείνει κάποιο έργο για να παίξουμε, σκηνοθετώντας μας. Και αυτή μας έφερε το «Η Δε Γυνή Να Φοβείται τον Άντρα» που είναι μεν αγαπημένη ταινία παλιού ελληνικού κινηματογράφου, εμπλουτισμένη όμως με υπέροχα τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη τα οποία προσδίδουν στην θεατρική απόδοση άλλη αίγλη. Μη σου πω, και την μόνη αίγλη. Το είχα δει το θεατρικό έργο στην Αθήνα το 2010 με τον Μπέζο και τη Ναταλία Τσαλίκη, πιθανώς να σου είχα γράψει και σχετική ανάρτηση εδώ πέρα. Μόλις αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για αυτή την βερσιόν, πέταξα από χαρά.

Δεν πα να μην μπορώ να πατήσω νότα; Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να το παίξουμε. Εντάξει, δεν πρόκειται για τίποτα άριες. Είναι τραγούδια που μυρίζουν κλασική Γαλάνη απ’ το χιλιόμετρο. Δύσκολα προφανώς για έναν άνθρωπο που δεν συμμετείχε καν στη χορωδία του σχολείου του για 12 χρόνια (παρόλο που το είχε καημό), μα όχι και ακατόρθωτα. Ιδού η πρόκληση, ιδού και ο ενθουσιασμός. Στο κάτω, κάτω και να φαλτσάρω τι θα γίνει; Θα με αποκλείσουν από το Σαν Ρέμο; Οι φίλοι μου θα είναι από κάτω, ξέρουν ότι δεν μπορώ ν' ανέβω ούτε μισή οκτάβα.

Έκανα ήδη μία πρόβα με την καθηγήτρια μουσικής που προσλάβαμε και ενθουσιάστηκα. Με παρακολουθώ στο βίντεο, βέβαια, και σκέφτομαι «πω, πω, πόσο χάλια φωνή έχω!» αλλά τουλάχιστον άρχισα να πατώ τις νότες. Στο λαρύγγι. Εκεί δηλαδή που πρέπει.

Είχα χρόνια να λαχταρήσω για κάποιο από τα έργα που ανεβάζουμε. Πέρασα από αρκετά είδη, και από τα πιο λαϊκά και από τα πιο «κουλτουριάρικα» (αν και απεχθάνομαι τον όρο και τους διαχωρισμούς, τον χρησιμοποιώ για να εξηγηθούμε) και ευτυχώς φέτος έχω κάτι ελαφρώς έξω από τις ευκολίες μου, το οποίο προσέδωσε αυτόματα στόχο και σκοπό στο καλοκαίρι μου.


Θα παίξουμε την πρώτη εβδομάδα του Οκτώβρη, εννοείται ότι θα σας το υπενθυμίσω ξανά και εννοείται ότι θα έρθετε γιατί προβλέπεται να γίνει σάλος!