Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2021

Άλλο Ένα Νοσταλγικό Κείμενο

Σήμερα έχει γενέθλια μία φίλη μου εξ Ελλάδος, την οποία γνώρισα όταν πρωτοπήγα να σπουδάσω στο Ρέντινγκ, το 2000. Τηλεφώνησα να της ευχηθώ και θέλοντας και μη θυμήθηκα «εκείνα τα χρόνια» τα υπέροχα και με έπιασε μία απέραντη νοσταλγία, μία θλίψη απύθμενη. Κάθομαι τώρα και ακούω τα τραγούδια της εποχής και είμαι σαν Επιτάφιος.

Το 2000 ήμουν σαν βασιλιάς, κυρίες και κύριοι. Λίγες περιόδους στη ζωή σου μπορείς να δηλώσεις ότι ήσουν σα βασιλιάς. Εγώ ευτυχώς την έζησα τρεις φορές. Η μία ήταν στην Έκτη Δημοτικού που ένιωθα πρωταγωνιστής, η δεύτερη στο Πανεπιστήμιο και η τρίτη με τη θεατρική ομάδα όταν αυτή ήταν στις δόξες της.

Πόσο μου λείπει η εποχή και το μπάχαλο της εστίας. Τότε που ήμασταν ο ένας κυριολεκτικά και μεταφορικά μέσα στο βρακί του άλλου. Που οι πόρτες ήταν ανοιχτές, τα ραδιόφωνα στη διαπασών να παίζουν διαφορετική μουσική από κάθε δωμάτιο. Σε κάθε κουζίνα και ένα διαφορετικό πάρτι, με τους Έλληνες, με τους Εράσμους, με τους Άραβες, με τους Λατίνους. Την άλλη μέρα να κουτσομπολεύουμε μέχρι το μεσημέρι τι έγινε την προηγούμενη.

Έγραφα ημερολόγιο κάθε μέρα τότε. Μπορεί να έγραφα και πέντε σελίδες από νέα και ειδήσεις. Αυτός χώρισε, αυτή φιλήθηκε με εκείνον, πήγαμε στο τάδε πάρτι και φύγαμε στις 5:00 το πρωί, ο τάδε μας αποκάλυψε ότι είναι γκέι, η τάδε τον ερωτεύτηκε και δεν ξέρουμε πώς να της πούμε ότι δεν πάει με γυναίκες, η τάδε απατά τον γκόμενο με έναν από άλλη εστία, η δική μου πότε θα γίνει κατά-δική μου;

Ήταν μία χρονιά που δεν ήθελα να τελειώσει. Όταν είχαν 0λοκληρωθεί οι τελικές εξετάσεις και έπρεπε να πακετάρουμε για Κύπρο ήμουν ο τελευταίος που έφυγε. Μάζευα τα πράγματά μου και ήλπιζα μέχρι την τελευταία στιγμή ότι κάτι θα γίνει και θα παραταθεί όλο αυτό. Τίποτα δεν έγινε. Και δυστυχώς η επόμενη χρονιά δεν ήταν τόσο λαμπερή όσο η πρώτη.

Εκείνη η χρονιά μου λείπει και για άλλους λόγους. Μου λείπει η «ταλαιπωρία» της. Δεν είχαμε wifi, δεν είχαμε καν ίντερνετ στο δωμάτιό μας. Έπρεπε να πάμε στη βιβλιοθήκη για να έχουμε σύνδεση με τον έξω κόσμο. Και μην φανταστείτε ότι υπήρχαν ελληνικές ιστοσελίδες να ενημερωθείς. Θυμάμαι ότι υπήρχε μόνο το Mad.gr, για ελληνική μουσική ενημέρωση και για να ανοίξει μια σελίδα έπαιρνε και 5-6 λεπτά. Με το ζόρι λειτουργούσε και η μία κυπριακή διαδικτυακή εφημερίδα, η ‘Σημερινή’. Κινητό τηλέφωνο δεν είχα την πρώτη χρονιά. Για να μιλήσω με τους γονείς μου έπρεπε να με πετύχουν στο δωμάτιο. Τύχαινε να περάσουν και 3-4 μέρες κάθε φορά για να με πετύχουν μέσα.

Είχα ακόμα λαχτάρα να γνωρίζω νέο κόσμο. Είχα κέφι να πιάνω κουβέντα με τον καθένα στην τραπεζαρία που τρώγαμε όλοι μαζί, και να μου λέει τις ιστορίες του από την πατρίδα του. Μου ήταν όλα τόσο έντονα και χρωματιστά. Ακόμα και το Ρέντινγκ που είναι ένα ρημαδοχώρι, ένα προάστιο του Λονδίνου πια, με δυο δρόμους κεντρικούς όλους κι όλους μου φαινόταν τεράστιο. Το δε Oracle (το κεντρικό πολυκατάστημα), μου φαινόταν αχανές που νόμιζα ότι δεν θα προλάβω να το εξερευνήσω ολόκληρο για όσο θα ζούσα εκεί. Θυμάμαι ότι είχα  γράψει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιο μου ότι ήμουν τόσο ευτυχισμένος και πλήρης που δεν με ενδιέφερε να επιστρέψω ποτέ στην Κύπρο, ούτε να συνεχίσω επαφές με τους φίλους μου στην Κύπρο. Ήμουν πεπεισμένος ότι θα έμενα εκεί για πάντα και αυτό όχι μόνο ήταν ΟΚ, αλλά ήταν ένα είδος δικαίωσης, ήταν μάννα εξ ουρανού.

Πήγα και άνοιξα το σχετικό φωτογραφικό άλμπουμ. Βρήκα μία φώτο μου με τη Μπάρμπαρα, από την Ιταλία. Καθίσαμε μαζί στο “formal dinner” καλωσορίσματος των Εγγλέζων. Θυμάμαι πόση χαρά έκανα που γνώριζα για πρώτη φορά μία Ιταλίδα από κοντά. Ήταν και τσαχπίνα, ήταν και άκρατο τα μεσογειακό της ταμπεραμέντο, λαλίστατη και πολλά υποσχόμενη, η άβγαλτη φύση μου πανηγύριζε εν εξάλλω ότι απ’ εκεί που τόσα χρόνια έπαιζαν τις δύσκολες οι εγχώριες μουστακαλούδες, ξαφνικά βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα με τοπ κλας γυναίκες. Θωρώ τη λαχτάρα στα μάτια μου, τον ενθουσιασμό του καινούριου, τη γοητεία του αγνώστου και σκέφτομαι ότι αυτά δεν θα ξανάρθουν. Κατά μία έννοια πάλι καλά που τα βίωσα.  

Ω γουέλ.

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2021

Τρεις Βδομάδες Καραντίνα

Τι να μου πουν, χρυσέ μου, οι τρεις βδομάδες καραντίνα;

Τι να προλάβω να κάνω μέσα σε τρεις βδομάδες;

Έχω πέντε μυθιστορήματα στο κομοδίνο που περιμένουν τη σειρά τους. Έχω τουλάχιστον τρεις σειρές στο Νετφλιξ που θέλω να αρχίσω. Έχω κήπο να περιποιηθώ. Έχω αποθήκη να ξεσκαρτάρω, έχω τρεις ταινίες home video να μοντάρω, έχω ένα θεατρικό έργο να γράψω. Έχω τόσα πολλά πράγματα στο μυαλό μου, που τρεις εβδομάδες ίσον τίποτα!

Βλέπω τον κόσμο να πανικοβάλλεται στην ιδέα της απομόνωσης και αγχώνομαι μην είμαι εγώ ο παράξενος που περνά καλύτερα μόνος του. Αφού και να βρεθούμε δεν συμφωνούμε σε τίποτε. Γιατί να το κουράζουμε; Είδα και τα Χριστούγεννα που ήταν «επιβεβλημένο» να βρεθούμε και το μόνο που κάναμε ήταν να κάθεται ο καθένας σε μια άκρη του καναπέ και να παίζει με το κινητό του υπομένοντας στην τηλεόραση του μαρτύριο του Λούη Πατσαλίδη. Ποτέ ξανά!

Ξεκίνησα να γράφω ένα θεατρικό έργο πριν δύο χρόνια. Το παράτησα γιατί δεν μου έβγαινε. Πάνω σε ένα τσακωμό με μία ηλίθια στο φέησμπουκ όμως, απέκτησα πολλά νεύρα (και έμπνευση), και έπρεπε κάπου να τα εκτονώσω. Βρήκα το αρχείο και το εμπλούτισα με όλο το φορτίο που μου προκάλεσε ο τσακωμός. Έγραψα καμιά τριανταριά σελίδες στην καθισιά μου. Πρώτη φορά μου συνέβη κάτι τέτοιο. Το ξαναπαράτησα. Σκέφτομαι ότι είναι κρίμα να μην το τελειώσω. Έτσι κι αλλιώς έχω ως αρχή ότι αρχίζει να μην μένει στη μέση. Χθες βράδυ κάθισα και έκανα διορθώσεις. Ιδέαν δεν έχω που θέλω να πάει η πλοκή, ιδέαν δεν έχω πώς θα καταλήξει, δεν έχω ιδέα αν είναι καν αστείο. Αλλά σάμπως κι έχουν όλοι οι άλλοι που γράφουν;

Αυτό ήταν το αιώνιο μου πρόβλημα. Η έκθεση. Ακόμα κι αν γράψω κάτι αξιοπρεπές που θα μπορεί να ανέβει από κάποιο θίασο κάποια μέρα, δεν μου αρκεί. Θέλω να γράψω ένα αριστούργημα. Μία αποκάλυψη. Και δεν είμαι ικανός γι’ αυτό. Ούτε έχω υπομονή και επιμονή να δουλέψω πάνω σε αυτό. Θέλω να έρθει η επιφοίτηση ουρανοκατέβατη και να με φωτίσει. Να πιάσει ο Θεός το χέρι μου και να γράψουμε ένα έπος. Προς το παρόν, γράφουμε ένα πέος.

Η γραφή έχει πολλούς κανόνες τους οποίους βαριέμαι. Θέλει να σμιλέψεις χαρακτήρες και αυτοί οι χαρακτήρες πρέπει να έχουν ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ο κάθε χαρακτήρας θέλει το βιογραφικό του, θέλει τον ψυχολόγο του. Γενικώς θέλει πολύ κύριε ελέησον. Προσπαθώ να το τηρήσω, αλλά έτσι χάνω τον εαυτό μου. Και πάντα η αρχή μου στη γραφή είναι να γράφεις αυτό που διασκεδάζει εσένα. Αν βρεθεί ένας ακόμα να διασκεδάσει πέτυχες τον στόχο σου. Αν γράφεις για να χαρεί η μάζα, χέσε ψηλά κι αγνάντευε. Και ιδού το δίλημμα: Να γράφω για να γελώ εγώ και ακόμα 2-3 συμπάθειες; Ή να γράψω για να δώσει το ΟΚ του ο ΘΟΚ;

Έχω ξεκινήσει άπειρα κείμενα τα οποία έμειναν μισοτέλειωτα. Κυρίως από έλλειψη έμπνευσης, αλλά και από ξεχείλισμα αυτογνωσίας, ότι δηλαδή αυτή η μαλακία δεν αξίζει την εκτύπωση, πόσο μάλλον την έκδοση. Βέβαια, γνωρίζω κόσμο που τυπώνει ακόμα και την κλανιά του και πουλά βιβλία με αυτήν, οπότε ο πήχης είναι πολύ χαμηλά. Εύκολα χωρούσε κάπου και η δική μου η κλανιά. Αλλά, όχι. Δεν αντέχω να μπει το όνομά μου δίπλα σε μία μετριότητα, δίπλα από κάτι που δεν αξίζει βραβείου, δίπλα από κάτι που θα με βάλει στο πάνθεον των συγγραφέων.

Ας πεθάνω άδοξα.

Αυτά είχα να πω, γεια σας. Όπως βλέπετε έχω πάρα πολλά να σκεφτώ σ’ αυτή την καραντίνα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2021

Περασμένος, Ξεπερασμένος

Έχω γράψει και στο παρελθόν (όλα τα έχω ξαναγράψει στο παρελθόν, δεν έμεινε τίποτε καινούριο να σας γράψω), ότι αισθάνομαι ξεπερασμένος.

Ξεπερασμένος από την εποχή.

Το επιβεβαίωσα χθες βράδυ όταν έγιναν τα επεισόδια στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ. Μία μέρα πριν, η ανθρωπότητα μαχόταν στα σόσιαλ για τα μέτρα κατά του κορωνοϊού. Σφάζονταν τα αντίπαλα στρατόπεδα για τις παρενέργειες του εμβολίου. Για τη στάση της εκκλησίας, για το κωλοδάχτυλο της πιστής την ώρα που εξέρχονταν από την λειτουργία των Φώτων. Μέχρι να προλάβουμε να τα καταπιούμε και να τα χωνέψουμε όλα αυτά, ξεμύτησε ο «βίκινγκ με τη γούνα» και η «κατάλυση της Δημοκρατίας στην Αμερική». Ήταν πολλά για ένα μόνο εικοσιτετράωρο.

Θυμάμαι ότι, το 1986, όταν έγινε η έκρηξη στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, μόνο αυτό μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των Ειδήσεων για τουλάχιστον ένα εξάμηνο. Στο Δημοτικό μας μίλησαν για τη ραδιενέργεια και μας εξήγησαν χονδρικά τι συνέβη. Θυμάμαι ότι το συμβάν είχε στιγματίσει ολόκληρη τη χρονιά, έγινε συνώνυμο του 1986, μόνο γι’ αυτό μιλούσανε «οι μεγάλοι». Στο 2020 ένα αντίστοιχο Τσέρνομπιλ θα ήταν ένα συμβάν που θα μας απασχολούσε πολύ λιγότερο, γιατί κάποιο καινούριο νταράκουλο θα ερχόταν να πάρει τη θέση του την επόμενη κιόλας ώρα.

Οι ταχύτητες είναι άπιαστες πια. Τουλάχιστον για μένα, για τα δικά μου μέτρα και σταθμά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τι γίνεται. Μεγάλωσα σε μία χώρα που το πρώτο θέμα ειδήσεων από τη μέρα που γεννήθηκα ήταν το Κυπριακό και οι εξελίξεις του. Πλέον το Κυπριακό παίζει τρίτο και τέταρτο θέμα στις Ειδήσεις. Δεν υφίσταται καλά-καλά. Λογικό από μια άποψη, άμα σκεφτείς ότι ο κόσμος έχει σοβαρότερα προβλήματα. Μα, για εμάς είναι κάτι που δεν λύθηκε ακόμα και μας πονάει. Βρίσκω συναρπαστικό και ταυτόχρονα τρομερά ενδιαφέρον το ότι πλέον η ειδησεογραφία είναι τόσο γρήγορη και καυτή που έχει καπακώσει διαχρονικά μας προβλήματα. Τα ξεπέρασε.

Γι’ αυτό κι εγώ δεν σώνω να τα παρακολουθήσω. Αναπόφευκτα διαβάζω τίτλους από ‘δω κι από ‘κει επειδή είμαι συνέχεια ονλάιν και μαθαίνω τα θέματα σος. Αλλά ο εγκέφαλός μου αρνείται να απορροφήσει τόσα γεγονότα και πληροφορίες. Δεν προλαβαίνει να αναλύσει τίποτα. Καταλήγει να πανικοβάλλεται. Έτσι έχω αποσυρθεί εκουσίως από την ώρα των Ειδήσεων. Με το που πέσουν οι τίτλοι παίρνω το μωρό επάνω και αρχίζουμε τη διαδικασία του ύπνου. Μέχρι να τελέψω έχουν τελειώσει τα πάντα και πέφτω κι εγώ ξερός. Είμαι τουλάχιστον δυο χρόνια απών από τα γεγονότα. Μετά βίας ξέρω τα ονόματα των Υπουργών και των Κυβερνώντων αυτής της χώρας. Δεν ήμουν έτσι, εγώ κάποτε σπούδαζα Διεθνή Δημοσιογραφία και ήταν επιβεβλημένο να ξέρω ακόμα και το όνομα της Προέδρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας – ήταν μια Κινέζα τότε. Έτσι μας έλεγαν οι καθηγητές. «Δεν είναι δυνατόν να μην γνωρίζετε καίρια ονόματα, σε υψηλά πόστα, ενώ θέλετε να γίνετε δημοσιογράφοι».

Χθες βράδυ με τα καραγκιοζιλίκια του Τραμπ βεβαιώθηκα. Έχω ξεπεράσει αυτόν τον κόσμο. Δεν με αφορά τίποτα, αλλά και να με αφορούσε δεν προλαβαίνω να το παρακολουθήσω. Τελειώνει και αρχίζει ένα άλλο τσίρκο την ίδια μέρα.  

Οδεύω ακάθεκτος προς την ευτυχία της άγνοιας, και την ευρύτερη Μακαριότητα.

 

 

[Υ.Γ. Θυμήθηκα, παρεμπιπτόντως, όταν είχα πάει σε μία συνέντευξη για δουλειά το μακρινό 2007, όπου ένας από το Πάνελ με ρώτησε αν ήξερα ποιος ήταν ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εγώ απάντησα, ορθά, πως ήταν ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Ξύνισε λίγο που το βρήκα, το κατάλαβα απ’ τα μούτρα του ότι δεν ήθελε να το βρω, και για να με δυσκολέψει περαιτέρω ώστε να δικαιολογηθεί η απόρριψη που ψηνόταν, με ρώτησε από ποια χώρα καταγόταν (Ο Μπαρόζο). «Ε, χέσε μας» ήθελα να του πω, «είχα μια σκασίλα από που προέρχεται, πάλι καλά να λες που τον θυμήθηκα και τον είπα», αλλά «Ιταλός» είπα στην τύχη αφού αυτό το Μπαρόζο μου έκανε λίγο Σικελικό. «Είναι λίγο Πορτογάλος» μου απάντησε ειρωνικά ο εξεταστής και κάτι σημείωσε στο χαρτί μπροστά του. Στάνταρ θα γράφτηκε στα Πρακτικά ότι απορρίφθηκα επειδή δεν ήξερα ότι ο Μπαρόζο είναι Πορτογάλος. Αντιλαμβάνεστε τι θα απαντούσα αν πήγαινα σήμερα στο ίδιο ίντερβιου. Σήμερα δεν έχω ιδέα αν υφίσταται καν Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πόσω δε μάλλον να ξέρω ποιος προεδρεύει αυτής. Δεν έχω ιδέα αν είμαστε ακόμα μέλος της ΕΕ!]

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2020

2020 - Annus Horribilis

Το 2020 ορίστηκε και επίσημα ως «η χειρότερη χρονιά» από το περιοδικό TIME, το οποίο κυκλοφορεί από προχθές με το πιο κάτω εξώφυλλο. Annus Horribilis κατά το λατινικότερον, σκατοχρονιά κατά το κυπριακότερον. 


 Όμως, δεν θα κάτσω να κλαφτώ για τα όσα ζήσαμε. Ούτε, κυρίως, για τα όσα δεν ζήσαμε.

Θα σας πω μόνο ότι τις προάλλες μετροφυλλούσα τα παλιά μου ημερολόγια και διάβασα τι είχα γράψει το 2004 όταν τελείωνα το πτυχίο και αγωνιούσα για μία εργασία που έπρεπε να παραδώσω για το Property Law, και για την οποία δεν σκάμπαζα Χριστό. Το άγχος που με διακατείχε, η αγωνία που εξέπεμπα στο κείμενο, η απελπισία και η μιζέρια δεν περιγράφονται. Μπορεί να είχα γράψει δύο σελίδες αφιερωμένες στο πόσο χαμένος αισθανόμουν επειδή έπρεπε να αποδώσω σε ένα μάθημα που δεν συμπάθησα, ούτε κατανόησα ποτέ και ένιωθα σαν να έχανα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Τόσα χρόνια μετά πόσο αστείο ακούγεται, ε; Κι όμως όταν το βίωνα, ήταν δυσβάσταχτο.

Διάβασα κι άλλες γκρίνιες μου για διάφορα θέματα που πήγαιναν στραβά τότε. Σήμερα, όλα περασμένα ξεχασμένα. Γι’ αυτό δεν θα γκρινιάξω για το 2020. Σε ένα, το πολύ δυο χρόνια θα γελάμε με την πανδημία και τα ανέκδοτά της. Κι αν τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα, το πολύ-πολύ να θυμόμαστε το 2020 με νοσταλγία. Όλα στη ζωή ξεπερνιούνται. Ακόμη κι αν επιφέρουν τον θάνατο. Είναι κι αυτό ένα ξεπέρασμα. Γι’ αυτό σήμερα ας γιορτάσουμε, κι ας επικεντρωθούμε στα θετικά που μας άφησε αυτή η απίστευτη χρονιά.

Δεν είναι πολλά, μα δεν είναι και ανάξια λόγου.

Η σημαντικότερη παγκόσμια, θετική εξέλιξη κατά τη γνώμη μου είναι ότι απαλλαγήκαμε από τον Τραμπ! Είχες μεγάλη σκασίλα για τον Τραμπ ως Κύπριος κάτοικος Αγλαντζιάς, θα μου πεις; Όχι, ουδεμία σκασίλα, ουδεμία καΐλα είχα. Όμως, έχασε ο Τραμπ και έσκασαν οι αριστεροί! Το να μην έχεις τους αριστερούς στο κεφάλι σου να σε πρήζουν για πράγματα που δεν μπορούν να καθορίσουν ή και να ελέγξουν είναι τεράστιο προνόμιο κατά τη γνώμη μου. Έκλανε ο Τραμπ στην Ουάσιγκτον και μύριζε στα Εξάρχεια και στην παλιά Λευκωσία. Δεν άντεχαν να μην ασχοληθούν μαζί του, πολίτες που κάηκαν και τσουρουφλίστηκαν κατά καιρούς από τις λαίλαπες Χριστόφια και Τσίπρα. Ο Τραμπ, πέραν της αδιαφορίας που επέδειξε με την πολιτική του απέναντι στο περιβάλλον και η οποία μου προκαλούσε ένα μεγάλο άγχος, τίποτε άλλο δεν θεωρώ ότι επηρέασε την προσωπική μου ζωή με την διακυβέρνησή του. Το αντίθετο θα μου προκαλούσε έκπληξη. Όπως και να ‘χει, ξεκουμπίστηκε και σίγασαν όλοι σε τουίτερ, φέησμπουκ και ίνσταγκραμ και αυτό είναι τεράστιο κέρδος για την ψυχική μας υγεία και την ανθρωπότητα εν γένει. Δόξα σοι, δόξα σοι! Κατά τη γνώμη μου ο Τραμπ είναι ένας ψυχοπαθής ζάπλουτος που γνώριζε ότι έχει το ακαταλόγιστο. Όλοι οι ζάπλουτοι το έχουν, όταν γνωρίζουν πως τα λεφτάκια τους παραμένουν ασφαλή και ανεπηρέαστα από τα «έργα και ημέραι» τους. Το έχω παρατηρήσει. Όλοι οι Κροίσοι και οι Μίδες άμα ανοίξουν το στόμα τους λένε τα αίσχη γιατί ακριβώς ξέρουν ότι δεν θα επηρεαστεί η τσέπη τους από τις λέξεις τους. Οι πτωχοί μόνο προσέχουν τι λένε.

Στο εγχώριο, μα ίδιο μήκος κύματος, μία τεράστια νίκη του 2020 ήταν η καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους. Η Χρυσή Αυγή που κάποτε αποτελούσε ένα κίνημα μικρότερο της τάξης του 2% θέριεψε μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, αλλά κανείς δεν έκατσε να σκεφτεί τους λόγους και να βρει τις ρίζες του κακού. Από πού ξαφνικά ξεφύτρωσαν τόσοι «φασίστες», και που ήταν καταχωνιασμένοι τόσα χρόνια, κανείς δεν έκατσε να σκεφτεί και να μας εξηγήσει. Δεν παραβλέπω, ούτε ελαχιστοποιώ τη σοβαρότητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν, ούτε τη δολοφονία Φύσσα. Αλλά σίγουρα η Χρυσή Αυγή ωφέλησε τα μάλα την αριστερά που ξαναγέννησε το αφήγημα του «τέρατος του φασισμού». Το πιπίλησαν καλά-καλα όλα αυτά τα χρόνια, μας έκαναν τα ούμπαλα ΤΟΣΑ, και ξαφνικά με τη φυλάκιση των στελεχών της εγκληματικής οργάνωσης σίγασαν όλοι! Νικήθηκε ο φασισμός μέσα σε ένα πρωί, με ένα νέο Πολυτεχνείο. Και καθάρισε ο τόπος!

Γελοιότητες ολκής. Αλλά χρήσιμες γελοιότητες που έδρασαν στη ψυχολογική διάθεση του μέσου αριστερού με απότοκο να ησυχάσει το κεφάλι μας. Θα βρουν άλλα θέματα να αναδείξουν για να μας τα πρήξουν περαιτέρω, είμαι σίγουρος. Μια φορά το 2020 έκανε ό, τι μπορούσε.

Σε προσωπικό επίπεδο το 2020 μπορώ να πω ότι περάσαμε με επιτυχία τη δοκιμασία της καραντίνας. Ξέρω πολλά ζευγάρια τα οποία επηρεάστηκαν από τον συνεχή εγκλεισμό. Εμείς ζήτημα να τσακωθήκαμε δυο φορές μέσα σε δύο μήνες. Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Δεθήκαμε κι άλλο με το παιδί μας, του αφιερώσαμε ποιοτικό χρόνο και όλα καλά. Δεν μπορώ να πω ότι δεν πλήξαμε κιόλας, αλλά αυτό είναι το λιγότερο.

Είχαμε κι άλλες δραστικές, οικογενειακές αλλαγές φέτος, αλλά δεν θα ήθελα να επεκταθώ. Σημασία έχει ότι υπήρξε πρόοδος και ότι δεν χαραμίσαμε μία χρονιά στον καναπέ να κλαίμε τη μοίρα μας. Η τηλεργασία βόλεψε, η κοινωνική απόσταση είχε και τα θετικά της. Μου έλειψαν οι θεατρικές μου δραστηριότητες, μου έλειψαν τα ταξίδια στο εξωτερικό, μου έλειψε η ευκολία με την οποία βγαίναμε και οργανώναμε συνευρέσεις, αλλά σιγά! Θα τα αναπληρώσουμε όλα το 2021. Θυμάμαι ότι πέρσι έγραφα να πάει στα τσακίδια το 2019 και ότι ήταν κακό σε συνδυασμό με το κάκιστο 2018. Έγραψα πόσο αισιόδοξος ένιωθα με το στρογγυλό 2020, (βρείτε το κείμενο να γελάσετε), που μου έβγαζε καλό φενγκ-σούι, είχα μάλιστα βρει και δυο φορές το φλουρί στη βασιλόπιτα. Πετούσα από αισιοδοξία και χαρά. Σκατούλες. Έχουμε χρέος να παραμένουμε αισιόδοξοι, κύριοι. Μόνο έτσι θέλγουμε και τα καλύτερα.

Αυτά είχα να πω, καλή πρωτοχρονιά να έχετε μακριά από τοξικά σόγια, μακριά από άσκοπες συναντήσεις. Χαρείτε τα όλα με πυτζάμες, πίτσες, μουσική και νετφλιξ!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2020

Τα Στρουμφάκια Επιτέλους Σπιτώθηκαν!

Λοιπόν, μόλις αφίχθηκε το στρουμφοχωριό και είμαι κατενθουσιασμένος. Μου το έφερε η Λία η ώρα τρεις το μεσημέρι και μέχρι τις εφτά το απόγευμα ήμουν από πάνω του και έπαιζα με τον γιο μου σαν να μην υπάρχει αύριο. Είχα να «παίξω» και να ξεχαστώ τόσο πολύ από τον καιρό που ήμουν στην ηλικία του.

Λοιπόν, η Λία είναι καταπληκτική και πρέπει να της κάνω εδώ μία ειδική εύφημο μνεία, να τη μάθετε όλοι, γιατί αξίζει να την ξέρετε. Με τη Λία ήμασταν στο ίδιο σχολείο, ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου. Κάναμε παρέα. Τη φωνάζαμε πάντα «η Λία η πρωταία» επειδή εμείς ήμασταν μεγάλοι, τελειόφοιτοι, ενώ εκείνη μόλις είχε έρθει στο Λύκειο μας. Αφού αποφοιτήσαμε άπαντες, η Λία πήγε στο Μπέρμινγχαμ και σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου, με μεταπτυχιακά στο Μιλάνο και άλλα εντυπωσιακά. Και κάπου εκεί έχασα τα ίχνη της.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο γίναμε φίλοι στα σόσιαλ, αλλά δεν είχαμε ιδιαίτερες επαφές. Όταν πριν πολλά χρόνια μου μπήκε η ιδέα ότι αυτά τα στρουμφάκια που συλλέγω πρέπει επιτέλους να βρουν ένα σπίτι δεν ήξερα πού να αποταθώ. Τα είχα πεταμένα σε κάτι κούτες ΙΚΕΑ και τα έβλεπα και τα μύριζα άσκοπα. Μία μέρα πέρσι τα Χριστούγεννα καθώς σκρόλαρα στο ίνσταγκραμ έπεσα πάνω στον λογαριασμό της Λίας (@liasworkshop, κάντε follow σε FB & Instagram να ξεστραβωθείτε). Έφτιαχνε κάτι αρχιτεκτονικές μακέτες για αρχιτεκτονικά γραφεία και μου είχαν κάνει τρομερή εντύπωση. Πώς δεν το είχα σκεφτεί προηγουμένως, η Λία έπρεπε να αναλάβει να φτιάξει το στρουμφοχωριό!

Την πήρα τηλέφωνο, της εξήγησα τι θέλω. Στην αρχή νομίζω δεν με πήρε σοβαρά, νόμιζε ότι αστειεύομαι ή ότι δεν εννοώ 100% αυτό που ζητώ. Στα πολλά άρχισα να εξηγώ, την έφερα κουβαλητή στο σπίτι για καφέ για να της δείξω πού θέλω να το τοποθετήσω, και τότε μόνο άρχισε να με παίρνει στα σοβαρά. Μου είχε υποσχεθεί πως όταν θα ξαλάφρωνε λίγο από τη δουλειά της θα αφιέρωνε χρόνο για να σπιτώσουμε τα στρουμφ μου! Όπερ και εγένετο. Ξεκίνησε να φτιάχνει τη μακέτα τον περασμένο Ιούνιο όποτε είχε ελεύθερο, στα ενδιάμεσα της δουλειάς της. Μου την παρέδωσε σήμερα εν χορδαίς και οργάνοις.

Μα τι υπέροχο έργο τέχνης, Παναγία μου! Τα σέβη σας παρακαλώ!

Το έχω βάλει στην τραπεζαρία προς το παρόν. Μετά θα το μεταφέρω πάνω στο ησυχαστήριο μου στη σοφίτα, να το βλέπω και να χαίρομαι! Μα δεν είναι πανέμορφο;!

Προσέξετε λεπτομέρεια περικαλώ. Δείτε τον καταρράκτη πόση λεπτοδουλειά έχει. Το νερό μοιάζει αληθινό. Μην σχολιάσω το λουλουδικό γύρω-γύρω. 

Με τον γιο μου ήδη τσακωθήκαμε. Του εξήγησα ότι η μακέτα δεν είναι παιχνίδι. Για να μην του δημιουργήσω ψυχολογικά, του είπα ότι θα μπορεί να παίζει υπό επίβλεψη κάποιες φορές πριν βάλουμε από πάνω το διαφανές καπάκι. Ήδη προκάλεσε ζημιά και τσακωθήκαμε. Μου είπε θυμωμένος «παπά, δεν είναι δικό σου! Είναι και των δύο μας!» Κακά ξεμπερδέματα θα έχουμε. 



Όπως προείπα, διαθέτω 350 περίπου Στρουμφ. Στη μακέτα δεν ξέρω ποια θα σπιτωθούν, πάντως προς το παρόν δοκιμάζω διάφορους συνδυασμούς να δω πώς αναδεικνύεται περισσότερον το οπτικόν του πράγματος. 

Η λίμνη είναι η αγαπημένη μου περιοχή της μακέτας. 

Μου έφεραν και το καπάκι προχθές, αλλά ακόμα δεν αποπειράθηκα να το βάλω από πάνω. Θέλει τέσσερα άτομα να το σηκώσουν. Όπως το είδα έτσι τυλιγμένο στο νάιλον τις προάλλες, έμοιαζε με γιγάντιο παγάκι. Μπήκα μέσα και το έπαιζα frozen. Έτσι να με παγώσετε όταν πεθάνω. Σαν τον Ουόλτ Ντίσνεϊ. Μετά που βγήκα ήθελε να μπει και ο Αλέξης, νέα μάχη ξεκίνησε προκειμένου να του εξηγήσω ότι αυτό το πράμα είναι εύθραυστο. Τουλάχιστον έμαθε τη λέξη "εύθραυστον" και τώρα την χρησιμοποιεί. Μην κάνω μαλακία, όμως, αμέσως να με μιμηθεί το καμάρι μου!


Τα στρουμφάκια είναι ο πατέρας μου. Είχα ξαναγράψει και παλιότερα σχετικά. Τα στρουμφάκια είναι η καλύτερη ανάμνηση που έχω από εκείνον. Όταν ήμουν εγώ στην ηλικία του γιου μου, τον θυμάμαι να έρχεται σπίτι συχνά και να μου φέρνει 2-3 τέτοια δώρο, από το περίπτερο του Φιλοθέου στον Άγιο Δομέτιο. Η χαρά μου ήταν πάντα απερίγραπτη. Είχα μαζέψει πολλά στρουμφ, αλλά μεγαλώνοντας τα έχασα ή τα πέταξα. Λίγο μετά που πέθανε είχα πάει με τους φίλους μου ταξίδι στη Σκανδιναβία. Στο αεροδρόμιο της Κοπεγχάγης εντόπισα ένα κατάστημα που πουλούσε στρουμφ. Αμέσως άνοιξε το κουτί των αναμνήσεων και μου ήρθαν όλα. Ακόμα και η μυρωδιά του λάτεξ από τα οποία είναι φτιαγμένα. Όπως ήμουν εκεί τα αγόρασα αβλεπί και επιβιβάστηκα για Κύπρο. Στην πορεία αποφάσισα να αγοράσω κι άλλα, έτσι τα τελευταία χρόνια κατέληξα να έχω πάνω από 300.

Στη μακέτα δεν χωρούν όλα. Θα πρέπει να επιλέξω ποια τελικά θα ζήσουν στο χωριό. Τα υπόλοιπα ας τα ρημάξει ο Αλέξης. Να μην μεγαλώσει και να λέει ότι ο παπάς του αγόραζε παιχνίδια και δεν τον άφηνε να παίξει μαζί τους γιατί τα κράταγε για τον ίδιο. Ήδη το λέει με παράπονο για άλλα συλλεκτικά παιχνίδια που έχω από τα παιδικά μου χρόνια.

Ευχαριστώ Λία, έκανες υπέροχη δουλειά!

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 28, 2020

Βιβλιολέσχη 2020

 Ως γνωστόν κάθε χρόνο θέτω στόχο να διαβάζω ένα βιβλίο κάθε μήνα.

Πέρσι κατάφερα και ξεπέρασα τον στόχο διαβάζοντας 18 βιβλία. Φέτος, λόγω καραντίνας ξεπέρασα κάθε προσδοκία και έφτασα τα 25! Μόνο το δίμηνο της καραντίνας είχα διαβάσει 7 βιβλία στην καθισιά μου. Δεν έχω ξαναδιαβάσει τόσο στη ζωή μου, ούτε καν στο πανεπιστήμιο. Το απόλαυσα εννοείται.

Αν κόπτεστε και ενδιαφέρεστε, μπορείτε να με κάνετε added as a friend κατεβάζοντας το goodreads και να δείτε τα πιο πάνω βιβλία και να ανταλλάξουμε απόψεις. Αν πάλι χεστήκατε, σας παραθέτω εδώ τη λίστα με τα καλύτερά μου. Μη μου ζητάτε να σας πω τι και πως, τα 40 έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους. Ελάχιστα πράγματα θυμάμαι τελειώνοντας ένα μυθιστόρημα σχετικά με την υπόθεση. Η απόλαυση που κερδίζω κρατά 2-3 ώρες μετά την ανάγνωσή τους.

 Πάμε:

The Perfect Wife (JP. Delaney)

Tο βρήκα εξαιρετικό! Γεμάτο ανατροπές και σαν σύλληψη υπέροχο. Ένας άντρας χάνει την αγαπημένη του σύζυγο και μη μπορώντας να αντέξει την απώλεια δημιουργεί ένα ρομπότ ακριβώς το ίδιο με τη γυναίκα του. Το φορτώνει με αναμνήσεις της συζύγου του και ζει μαζί του σαν να ήταν εκείνη. Το ρομπότ όμως θέλει να ανακαλύψει την αλήθεια και να εξιχνιάσει τον χαμό της πραγματικής συζύγου. Στην πορεία εγείρονται πολλά ηθικά θέματα κατά πόσον ένα ρομπότ μπορεί να έχει νομική ύπαρξη και οντότητα. Θέματα τα οποία θεωρώ ότι θα μας απασχολήσουν στ’ αλήθεια τις ερχόμενες δεκαετίες. Το διάβασα στα αγγλικά για να διατηρήσω μιαν υποτυπώδη επαφή με τη γλώσσα των σπουδών μου. Αισθάνομαι ότι τα αγγλικά μου ξεφτίζουν όσο πάνε. Να το διαβάσετε οπωσδήποτε. Επίσης να πω ότι ο Delaney εξελίσσεται στον/στην αγαπημένο μου συγγραφέα (πρόκειται για ψευδώνυμο, δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα). 


Χωρίς Όνομα (Στηβ Κάβανα)

Ένας συγγραφέας διαπράττει εγκλήματα και μετά τα μεταφέρει σε μυθιστορήματα τα οποία γίνονται ανάρπαστα. Εννοείται τα εκδίδει με ψευδώνυμο και δεν γνωρίζει κανένας την ταυτότητά του. Όταν η ταυτότητά του διαρρέει αναλαμβάνει να βγάλει από τη μέση τον άνθρωπο που απειλεί να τον ξεμπροστιάσει. Αυτό το μυθιστόρημα έχει πολύ γρήγορη πλοκή και άφθονες ανατροπές. Νομίζεις ότι βλέπεις σειρά στο Νέτφλιξ. Εξαιρετικό αν και σε σημεία κόντεψε να με χάσει γιατί το βρήκα υπερβολικό. Στο τέλος με αποζημίωσε. Να το διαβάσετε κι αυτό. 


Ο Καλός Γιος (Γιου-Γιονγκ-Γιονγκ)

Ότι θα έφτανα στο σημείο να διάβαζα και κορεάτικη μυθοπλασία, και να την αποθέωνα κιόλας… Μόνο στο 2020! Λάτρεψα την ιστορία αυτή, θυμίζει λίγο την οσκαρική ταινία «τα παράσιτα». Είναι ίδιας λογικής και ατμόσφαιρας. Αφορά σε ένα ψυχοπαθή γιο που συνέρχεται από ένα επιληπτικό επεισόδιο και βρίσκει τη μάνα του σφαγμένη. Δεν είναι σίγουρος αν την σκότωσε ο ίδιος ή κάποιος άλλος. Είχα συναρπαστεί με το συγκεκριμένο. Να το διαβάσετε. 



Για το τέλος αφήνω αυτό εδώ.

Η Μη Βλάπτειν (Henry Marsh)

Πραγματικές ιστορίες ενός χειρουργού εγκεφάλου. Δυσβάσταχτο βιβλίο. Έκανα μήνες να το τελειώσω γιατί δεν άντεχα να συμπάσχω με τις αγωνίες του για τη διάσωση των ασθενών του. Συνταραζόμουν σύγκορμος ψυχολογικά σε κάθε κεφάλαιο. Έκλαιγα με τις χαρές και επιτυχίες του, έμενα άφωνος και αμίλητος με τις περιπτώσεις που αποτύγχανε και άφηνε κόσμο σε κατάσταση «φυτού». Πόσο θαυμάζω τους γιατρούς ώρες- ώρες. Αν θέλετε δοκιμάστε το. Γιατί μπήκα στη διαδικασία να διαβάσω ένα τέτοιο βιβλίο μην ρωτάς. Συναρπάζομαι με το reality του πράγματος, γενικά, ίσως όμως και να νιώθω ότι θα έρθει και η σειρά μου και θέλω να ξέρω τι με περιμένει. 

Εύχομαι το 2021 να διαβάσω άλλα τόσα!


Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2020

Βανδίσση 2


Μεγάλη η χάρη σου Βισσάρα μου που άντεξα και ξενύχτησα μέχρι τις 2:00 το πρωί για να κάτσω να δω «τη σύμπραξη της χρονιάς». Ένας Θεός ξέρει πώς άντεξα τη φάτσα και τη φωνή του Κοκλώνη μέχρι να βγεις. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι όλοι οι καλλιτέχνες τον συμπαθείτε και ότι όλα για εκείνον γίνονται, όλα γύρω του γυρίζουν, κι έτσι άδικα των αδίκων του στέλνω αρνητισμό μπας και γλιτώσουμε από την παρουσία του. Δεν προβλέπω να ξεμπλέκουμε εύκολα από δαύτον.

Λοιπόν,

Ας περάσουμε σε γρήγορο σχολιασμό του τι είδαμε χθες:

Εμένα μου φάνηκε άβολο όλο αυτό. Ήταν εμφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι έγινε για να γίνει, και ότι ήταν αμήχανο. Μόνο ως τρολάρισμα στα πλαίσια του «2020» μπορώ να το δεχτώ. Η Βίσση όταν τραγουδά με τη Γαρμπή καταλαβαίνεις ότι το χαίρεται. Ακόμα και με τη Θεοδωρίδου όταν τραγούδησε προ μηνών στη Θεσσαλονίκη, έβλεπες μια αποδοχή και μια άλφα χημεία. Χθες βράδυ, το θέαμα ήταν ολίγον τι καταναγκαστικό. Εξέπεμπαν και οι δύο τους μία διάθεση «εδώ που φτάσαμε θα το κάνουμε κι αυτό». Επειδή το σηκώνει η εποχή, η εκπομπή, επειδή δεν μπορούσαν να το αποφύγουν εύκολα. Δεν με έπεισαν ότι το έλεγε η ψυχούλα τους. Τα δε φιλιά στο στόμα και οι αγκαλιές και τα «σ’ αγαπώ-μ’ αγαπάς» και οι εκεχειρίες, τόσο ψεύτικα που ήταν σχεδόν διασκεδαστικά.

Τα φαν κλαμπ αμφότερα, βέβαια, καταχάρηκαν το θέαμα και σήμερα συζητούν για αδελφοποίηση, συνθήκες ειρήνης και ανακωχή. Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου.

Για να λέμε και την αλήθεια, το χθεσινό ήταν όντως ιστορικό. Έπρεπε να το ζήσουμε κάποτε για να επιβεβαιώσουμε τα όσα λέμε τόσα χρόνια. Η Βανδή ήταν καλύτερη μουσικά από ό, τι περίμενα. Τα είπε αξιοπρεπώς και προς τιμήν της έδειξε έναν άλφα σεβασμό. Ήταν «κουμπωμένη» ως έπρεπε να ήταν απέναντι στον θρύλο. Προς τιμήν της, επίσης, τα αστειάκια τύπου «εγώ κάνω τέλεια τη Βίσση». Ορθός ο σαρκασμός της, αλλά ένιωθα ότι κι αυτός της επιβλήθηκε απ’ τις συνθήκες.

Στα τηλεοπτικά πλάνα όπου η επιτροπή χόρευε υπό τους ρυθμούς της Άννας, η Βανδή όφειλε να κάνει πως διασκεδάζει επίσης. Η γλώσσα του σώματος της άλλα μαρτυρούσε κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη της τιμωρία. Για να μην σχολιάσω αυτό που της είπε η Άννα στο τέλος «ήσουν πολύ ευγενική και συνεργάσιμη!» Ήτοι «έκανες ό, τι είπαμε, δεν παρέκκλινες στιγμή από το σενάριο, μπράβο σου κορίτσι μου θα πας μπροστά!» Το καταπόλαυσα.

Η επιλογή των τραγουδιών τους ήταν σωστή. Μου άρεσε που άρχισαν με το «ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη». Μου άρεσε και το πώς έδεσαν μεταξύ τους τα τσιφτετέλια τους. Ήθελα λίγο πιο επική την αναμέτρηση. Ήθελα να πουν και το «θα πάμε κόντρα κι όπου βγει». Ήθελα και στο σόλο της τρομπέτας στην αντίστροφη μέτρηση όπου στέκονταν πλάτη-πλάτη να το έπαιζαν σκηνή φαρ ουέστ και να έβγαζαν περίστροφα. Τα ήθελα λίγο πιο επικά τα πράματα και λιγότερο «δήθεν αυθόρμητα».

Η Βίσση κατά τα άλλα ήταν ένα χάρμα. Κουτουλούσα από τη νύστα, μα όταν βγήκε ήταν σαν να έγινα 20 χρονών, άνοιξε το μάτι μου σαν γαρίδα και έζησα άλλη μία εξωσωματική εμπειρία. Κάθε που πάω να πω ότι τη χόρτασα εμφανίζεται από το πουθενά για να μου αποδείξει ότι δεν έχει φάει ακόμα τα ψωμιά της. Στις 2:00 το πρωί έλαβα μήνυμα και από τη μάνα μου, η οποία συνήθως κοιμάται από τις 9:00. Εντυπωσιάστηκα που έμεινε ξύπνια για χάρη της, αν και γρήγορα κατάλαβα ποιο ήταν το θέμα της. Από όλο αυτό, το μόνο που είχε να σχολιάσει ήταν ότι «πάει, γέρασε κι αυτή». Επειδή μυρίστηκε τη δυσφορία μου έστειλε και δεύτερο μήνυμα μπας και το σώσει, γράφοντας «η φωνή καμπάνα όμως!»

Εν τω μεταξύ, από 17 χρονών εγώ ακούω ότι η Βίσση γέρασε! Δεν πέρασε χρονιά που να μην βρεθούν καλοθελητές να με ενημερώσουν για την εξέλιξη γήρατος της Βίσση. Εδώ γέρασα εγώ, μάνα μου, και αυτή ακόμα αντέχει να σαρώνει. Τι συζητούμε; Θυμάμαι όταν ήμουν 21 χρονών και βλέπαμε με τον πατέρα μου τη συναυλία της από το Βουκουρέστι που μου είχε πει «καλή η Βίσση αλλά δεν έχει τις αντοχές που είχε κάποτε!» Εν τω μεταξύ μια χαρά στα ντουζένια της ήταν στο Βουκουρέστι. Πραγματικά απορώ γιατί ο κόσμος κόπτεται για την ηλικία της, για το αν φαίνεται νέα, για το αν αντέχει, για το αν της πάει το φόρεμα, για το αν της πάει το μαλλί, και άλλες τέτοιες μαλακίες. Γιατί ελάχιστοι εστιάζουν στο τι νιώθουμε όταν την ακούμε, δεν μπορώ να καταλάβω!

Τέλος πάντων. Ναι. Χάρμα η Βίσση. Την ώρα που είπε του Καρβέλα «το ευχαριστώ σου το λέω μέσα από τα μάτια μου» έτρεχαν αβίαστα τα δάκρυα πάνω στα μάγουλα μου χωρίς να κάμω την παραμικρή κίνηση. Απίστευτα πράγματα. Ε, να, έγιναν όλα αυτά κι έτσι ξεπέρασα γρήγορα τη «σύμπραξη της χρονιάς». Μετά κοιμήθηκα σαν πουλάκι!


Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2020

Βανδίσση

Εν έτει 2020 να ασχολούμαστε και να θεωρούμε τη συνάντηση της Άννας Βίσση με τη Δέσποινα Βανδή ως το κορυφαίο ελληνικό, καλλιτεχνικό δρώμενο της χρονιάς το λες και κατάντια, αλλά θα ήθελα να τοποθετηθώ μιας και είτε μου αρέσει είτε όχι, τη Βίσση εξακολουθώ να τη βλέπω στον ύπνο μου σταθερά μια φορά την εβδομάδα. Οπότε, αν δεν τοποθετηθώ εγώ, που με θεωρώ τον μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο θαυμαστή της Άννας, τότε ποιος;

Δεν έχω πρόβλημα να βρεθεί η Βίσση με τη Βανδή στην ίδια σκηνή σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, ακόμα και αν πρόκειται για το τραγικό Just The Two of Us. Ανοίγω μια παρένθεση - Αυτά έχουμε, αυτά βλέπουμε. Σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα θεωρούνταν trash show. Και τώρα trash είναι, αλλά ζούμε σε εποχή κατά την οποία έχουμε εξοικειωθεί με την παρακμή μας και «κάνουμε χαβαλέ», όπως θα έλεγε και η Ραΐσα στο Big Brother. Άμα ένα πρόγραμμα με συντελεστές τον Κοκλώνη και τον Τρύφωνα Σαμαρά θεωρείται η ναυαρχίδα των σόους στην Ελλάδα, αντιλαμβάνεσαι ότι το πηγάδι δεν έχει πάτο.

Κλείνει η παρένθεση.

Ας βρεθεί η Βίσση με τη Βανδή επί σκηνής. Σιγά τα ωά! Σιγά τη σύζευξη! Η Βίσση έχει κάνει ντουέτα επί σκηνής με άφθονους άφωνους ή μέτριους τραγουδιστές στις πίστες και τα κέντρα στα οποία εμφανίζεται τα τελευταία 40 χρόνια. Άλλη μία τέτοια σύμπραξη, δεν αλλάζει κάτι. Δεν θα έπρεπε να θεωρείται «η καλλιτεχνική συνάντηση της χρονιάς!» Θα έπρεπε να θεωρείται «άλλη μία συνεργασία στα πλαίσια μίας μαλακίας στην τηλεόραση».

Η κόντρα Βίσση – Βανδή δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας μας. Μπορεί να μην ήταν προσωπική (αν και ούτε γι’ αυτό δεν παίρνω όρκο), αλλά μια χαρά εξυπηρέτησε και τις δύο. Κυρίως όμως τη Βανδή που ήρθε να διεκδικήσει χώρο.

Αρχικά, η Βανδή δεν παρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό ως κλώνος της Βίσση. Ήταν μία συμπαθέστατη νέα τραγουδίστρια, μέτρια μεν, αλλά με προοπτικές. Είχε βγάλει τα σουξέ της, «γέλα μου», «αδιέξοδο», «δεν πεθαίνει η αγάπη», και ήταν πολλά υποσχόμενη. Εκεί που άρχισε να μας τη βιδώνει ήταν όταν άδραξε την ευκαιρία όταν η Άννα Βίσση αποφάσισε να αποσυρθεί στην Αγγλία για να παλέψει τη διεθνή αναγνώριση, και κάποια έπρεπε να καλύψει το κενό της «θεάς» στη μουσική αγορά. Όπου «θεά», βλέπε «τα κάνει όλα επί σκηνής και συμφέρει». Η Γαρμπή ήταν πολύ λαϊκή, η Ευρυδίκη πολύ ποπ, η Μαντώ και η Αλέξια έπνεαν τα λοίσθια. Ποια θα το κάλυπτε;

Και δεν με πειράζει που αποπειράθηκε να καλύψει το κενό. Με πειράζει που κάποιοι κουφοί εκεί στα μάρκετινγκ των εταιρειών την πίστεψαν και την προώθησαν.

Στο μεταξύ, ξεσήκωσαν όλη την καλλιτεχνική ομάδα που επιμελούνταν τις εμφανίσεις της Άννας και τους πάσαραν στη Βανδή. Χορογράφο, σκηνογράφο, σκηνοθέτη. Εξαιρετική χρονική στιγμή για να την πλασάρουν ως το αντίπαλο δέος που και σόου μπορεί να κάνει, και λαϊκό να πει, και την πίστα να γεμίσει. Έβαλαν και τον Φοίβο να γράψει 2-3 σουξέ τα οποία πατούσαν πάνω στις τότε συνταγές του Καρβέλα, σκηνοθέτησαν και δυο-τρεις αντιγραφές φουστανιών, μαλλιών και εμφανίσεων… Ε, δεν ήθελε και πολύ.

Το πρόβλημα ήταν και είναι ότι η Βανδή δεν μπορούσε να συγκριθεί κατ’ ουσία με την Άννα. Ούτε εφάμιλλη φωνή διέθετε, ούτε ίδια έκταση, ούτε πατούσε πάντα στις νότες όταν τραγουδούσε λαϊβ. Την έχω δει τρεις φορές τη Βανδή επί σκηνής. Το 1998 με τον Καρρά στο Χάος, το 2005 με τον Μαζωνάκη στο Ρεξ, και πιο πρόσφατα στο Μάμμα Μία. Καμία βελτίωση, καμία επαφή με τη μουσική. Η Μαγγίρα και η Μαριέλλα Σαββίδου ήταν πιο ορθόφωνες από εκείνην. Και δεν δηλώνουν καν τραγουδίστριες. Δεν είχε όμως, ούτε έχει σημασία. Υπήρχε κόσμος που αυτό το «αγόραζε». Τότε, κιόλας, ζούσαμε την εποχή των θεαμάτων. Αν η Βανδή μπορούσε να κάνει εντυπωσιακές εμφανίσεις και πουλούσε , όλα τα άλλα ήταν λεπτομέρειες. Και δεν έκανε απλώς εντυπωσιακές εμφανίσεις. Είχε και κάποια πολύ δυνατά τραγούδια, είχε και κέφι και όρεξη να δουλέψει και να εδραιωθεί. Έλειπε η ουσία, αλλά διανύαμε ούτως ή άλλως εποχές ανούσιες.

Μόλις κατέρρευσε όλο αυτό, εκεί γύρω στο 2005 και μετά που σταμάτησε και η δισκογραφία, άρχισε και η Βανδή, όπως πολλοί άλλοι, να καταρρέει. Δεν είναι τυχαίο που πλέον εργάζεται ως επί το πλείστο στην  τηλεόραση τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ το τραγούδι το άφησε σε δεύτερη μοίρα. Ειλικρινά πιστεύω ότι γνωρίζει και η ίδια ότι δεν είναι το φόρτε της. Είναι γοητευτική όταν μιλά, έχει δομημένο και σωστό λόγο, φιλόλογος γαρ, ξέρει και η ίδια ότι πλέον πρέπει να επενδύσει εκεί. Στο μπλα-μπλα. Έπρεπε να βρεθεί ο Θεοφάνους να την αναστήσει πρόσφατα με ένα πολύ καλό λαϊκό τραγούδι, το οποίο προβλέπω να την επαναφέρει στο προσκήνιο, για να θυμηθεί ότι παρεμπιπτόντως είναι και τραγουδίστρια. Too little, too late.

Η Άννα από την άλλη, ήταν κι αυτή ένα πολύ δυνατό προϊόν, αλλά είχε και την ουσία. Και δεν είναι μόνο η φωνή και η ορθοφωνία. Είναι η γενικότερη της στάση απέναντι στο τραγούδι και τη μουσική. Η Βίσση έκανε τις ατασθαλίες της και αυτή τα τελευταία χρόνια με τους Φουρθιώτηδες, αλλά έμεινε ταγμένη σε αυτό που αγαπά με μία ρομαντική και συγκινητική προσέγγιση που την κατατάσσει στους ακραιφνείς καλλιτέχνες. Το γεγονός ότι εμμένει στον Καρβέλα ακόμα κι αν κάποτε δεν της βγαίνει σε καλό, εμένα με καταγοητεύει. Η αφοσίωση της σε έναν άνθρωπο με τον οποίο βγάζει τραγούδια σαν δυο μωρά που συναντώνται ένα απόγευμα για να παίξουν, τη διαφοροποιεί από όλους τους άλλους τραγουδιστές της Ελλάδας. Ποια άλλη το κάνει αυτό; Ποια άλλη προσεγγίζει τη μουσική της τόσο παιδικά;  Το γεγονός ότι βγάζει όπερες τη μια χρονιά απλά και μόνο για να ικανοποιήσει το ψώνιο της και μετά πάει και βγάζει δίσκο με 80’s σάμπες, ροκ τσιφτετέλια, και ράντομ χασάπικα με τη Γιώτα Γιάννα, δείχνει ότι ουδόλως την ενδιαφέρει να ικανοποιήσει τις μουσικές επιταγές του 2020. Την νοιάζει να περνά καλά.

Πέρασαν τα χρόνια. Κανείς δεν θεωρεί τη μία αντίπαλον δέος της άλλης. Ούτε καν τα φαν κλαμπ που κάποτε έβγαζαν μαχαίρια έξω από τα νυχτερινά κέντρα εξ αιτίας τους. Σήμερα είναι η Άννα Βίσση που επιβιώνει μέσα στη μουσική της κοσμάρα, είναι και η Βανδή η οποία ακόμα και τον Φοίβο αποκαθήλωσε επειδή επαναλαμβανόταν άγρια. Άρα, ποια σύμπραξη; Ποιο ντουέτο; Με τη Χρύσπα να έβγαινε να τραγουδήσει η Άννα, ένα και το αυτό. Το ότι θα βγουν να κάνουν «διάλογο» με τα τραγούδια τους και να λέει η μία «πάλι στα χαμένα θα γυρνάω» και η άλλη «στα ‘δωσα όλα», θα συγκινηθεί κανείς; Κανείς!

Θέλω την Άννα στην τηλεόραση γιατί την πεθυμώ. Κακώς αυτό συμβαίνει μέσω του σόου του Κοκλώνη, κακώς θεωρείται η σύμπραξη με τη Βανδή ως «ιστορική στιγμή». Αλλά… 2020 είναι αυτό.

Τι πήγε καλά φέτος για να πάει αυτό;

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 21, 2020

Σαράντα

Ορίστε μας. Φτάσαμε και τα σαράντα! Δόξα σοι ο Θεός!

Σαράντα! ΩΘΜ!

Όταν άρχισα να γράφω σ’ αυτό το μπλογκ ήμουν 26!

Πότε πάτησα τα 40! Πότε;! Α, ναι! Σήμερα!

Είναι συγκλονιστικό το νούμερο. Το συνειδητοποίησα έτι περισσότερον όταν κάθισα να μοντάρω το επετειακό μου βίντεο από το 1980 μέχρι σήμερα. Είδα και θυμήθηκα πράματα και θάματα. Τα ξανάζησα όλα λεπτό προς λεπτό, και κυρίως, τα κατάλαβα και τα ξεδιάλυνα όλα. Πρέπει να απομακρυνθείς αρκετά ηλικιακά για να καταλάβεις τι συνέβαινε τότε, που αδυνατούσες να δεις τα προφανή.

Και ήταν ένα τεράστιο μάθημα αυτές οι ταινίες για μένα, γιατί ξαναβλέποντάς τες έβγαλα σπουδαία συμπεράσματα. Πρώτον και κύριο: οι σχέσεις καταναλώνονται και ολοκληρώνονται. Κανονικά σαν τα προϊόντα. Άτομα με τα οποία φάγαμε ψωμί και αλάτι σήμερα με το ζόρι ανταλλάζουμε ευχές στα σόσιαλ, για να μην μιλήσω για φυσική επαφή. Κι όμως, τα θεωρώ κοντά μου. Άδικο; Ναι, άδικο, αλλά ίσως ό, τι είχαν να δώσουν το έδωσαν. Μπορεί να το ήπιαμε μονορούφι και γι’ αυτό μας σώθηκε πρόωρα, αλλά αυτό ήταν. Τους άλλους που τους τρώμε με φειδώ, τους έχουμε ακόμα γύρω μας.

Δεύτερον. Για ό,τι γκομενικό δεν πήγε καλά και αστόχησε, ευθύνομαι μονάχα εγώ. Καμία άλλη. Μόνο εγώ. Παλιότερα κρυβόμουν πίσω απ’ το δάχτυλό μου, μου έφταιγε η τάδε, μου έφταιξε η άκαρδη δείνα. Καμία δεν έφταιγε. Οι προσεγγίσεις μου, τα πιστεύω μου, οι χειρισμοί μου από τα 17 και μετά ήταν τόσο ΓΤΠ (=Για Τον Πούτσο), που σήμερα αναγνωρίζω πλήρως την ενοχή μου και αναλαμβάνω κάθε ευθύνη. Καμία χυλόπιτα δεν ήρθε τυχαία και καμία δεν ήταν άδικη. Ήμουν ένας άλλος τότε και ό, τι πάθαινα προέκυπτε από το ξερό μου το κεφάλι. Έπρεπε να 40αρησω για να το δω, μα κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Είναι θλιβερό εν μέρει, μα το έχω πει πολλές φορές, έπρεπε να σκάσω κυριολεκτικά στα 30 μου για να γυρίσει ο διακόπτης και να πήξει ο νους μου. Η ζωή μου άρχισε στα 30 μου και μόνο σήμερα μπορώ να πω ότι έχω μια άλφα εικόνα για το πού πατώ και που πηγαίνω, αν και αυτό μερικές στιγμές παίζεται.

Θέλω να πω, υποτίθεται ότι στα σαράντα θεωρείται άντρας στα ντουζένια του, μία κάβλα, μία φαντασίωση για κάθε εικοσάρα, κι όμως εγώ για τα γενέθλιά μου παρήγγειλα ένα στρουμφοχωριό. Περισσότερα γι’ αυτό, αργότερα.

Οπότε ναι, γηράσκω αεί διδασκόμενος και καμιά φορά… απλά ανεπίδεκτος μαθήσεως.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2020

Ο Κόσμος Την Έλεγε Τρελή

Οι εικόνες στην τηλεόραση από την ανακήρυξη της Άννα-Μαρίας Ψυχαράκη ως νικήτριας του Big Brother την περασμένη Παρασκευή βράδυ μπορούν να χαρακτηριστούν ως ατυχείς και άβολες στην καλύτερη περίπτωση, κι ως κανιβαλισμός και εκμετάλλευση ενός ανθρώπου εν εξάλλω στη χειρότερη. Μία παίκτρια εμφανώς καταρρακωμένη ψυχολογικά (το δήλωσε και η ίδια ότι αισθανόταν «κουρασμένη» και δεν εννοούσε σωματικά), να παραληρεί στις κάμερες, αγκαλιάζοντας καναπέδες, πατώματα και ντουβάρια και να ανακαλιέται δηλώνοντας πόσο μόνη ένιωθε μέσα στο σπίτι, φέρνοντας τους πάντες σε αμηχανία. Ενδεικτικό και το μούδιασμα που επικρατούσε στο στούντιο από όσους έβλεπαν τις εικόνες και δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν, καθώς και η δήλωση της μητέρας της όταν κατάφερε να της μιλήσει, λέγοντάς της ένα επιτακτικό «Άννα-Μαρία, φτάνει!» 

Η Άννα-Μαρία δεν ήταν η αγαπημένη μου παίκτρια, αλλά κατάφερε και έγινε στην πορεία. Δεν θα την αποθεώσω όμως γιατί έβλεπα και τα κουσούρια της. Κουσούρια όμως, που φάνταζαν πταίσματα μπροστά στη Σκύλα και Χάρυβδη που είχε να αντιμετωπίσει μέσα στο σπίτι. Ναι, ήταν παλιομοδίτικη, ήταν ψυχολογικά ασταθής, επεδίωκε τη σημασία και την αποκλειστικότητα από όσους έκανε παρέα, είχε εμμονές και προκαταλήψεις, αλλά και ποιος φυσιολογικός άνθρωπος δεν έχει; Το να αναμένουμε ότι ξαφνικά όλος ο κόσμος ασπάστηκε την κορρεκτίλα και πρέπει να προσποιείται ότι όλα είναι εντάξει ενώ έζησε και μεγάλωσε με έναν άλφα τρόπο θα ήταν υποκριτικό και παράλογο.

«Πήρε η τρελή τα λεφτά!» διαβάζω από προχθές στα σόσιαλ.

Και ποιος να τα έπαιρνε, δηλαδή;

Εκατό φορές να τα πάρει η τρελή παρά το μπουζουκόσκυλο η Σοφία (το χειρότερο είδος ανθρώπου) με αισθητική και συμπεριφορά κερκίδας και πεζοδρομίου. Εκατό φορές να τα πάρει η τρελή παρά ο γκάνγκστερ ο Κεχαγιάς. Εκατό φορές η τρελή παρά η ηλίθια που πήγε και κινηματογραφήθηκε να παίρνει πίπες αγνοώντας την μεγάλη πιθανότητα να διαρρεύσει κάποτε το βίντεο, ειδικά σε καιρούς που και να κλάσεις μυρίζει όλο το διαδίκτυο. Εκατό φορές να τα πάρει η τρελή παρά οι αδιάφοροι κλαρινογαμπροί με προφορά Σάκη Ρουβά που τρεις μήνες απλώς κάθονταν και σφίγγονταν μπροστά στις κάμερες. Εκατό φορές η τρελή παρά ο εγωπαθής και οριακά καθυστερημένος αντιδήμαρχος. Εκατό φορές η τρελή παρά η ατάλαντη Αφροδίτη που πόνταρε την υγεία της προκειμένου να γίνει γνωστή. Εκατό φορές η τρελή παρά τα τικ-τοκ δίδυμα. Εκατό φορές η τρελή παρά ο Θέμης (τον οποίο κατά τα άλλα συμπαθώ) του οποίου όμως η κοσμοθεωρία εξαντλείται στο να πασαλείβεται μπογιές στα μούτρα του.

Πηγαίνετε και κλειστείτε εσείς 100+ μέρες μέσα σε ένα σπίτι τριών δωματίων με όλα αυτά τα κατακάθια και σφυράτε μου να δω αν θα βγαίνατε σώοι και αβλαβείς. Εδώ στην εστία του πανεπιστημίου συγκατοικούσαμε με ανθρώπους της τάξης μας και της ευφυΐας μας, δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να βλέπουμε τη φάτσα ο ένας του άλλου, κι όμως υπήρχαν μέρες που δεν αντέχαμε ο ένας τον άλλον. Θα αντέχαμε να συνυπάρξουμε με τη Σοφία και τον Κεχαγιά; Όχι καριολάκια! Όχι!

Η Άννα Μαρία είχε την τάση, αλλά δεν φταίει για το πώς ξέσπασε. Φταίει ο Skai που κράτησε τη Σοφία μέχρι τέλους μέσα για να τη τσιγκλάει (αδυνατώ να πιστέψω ότι την κρατούσε ο κόσμος μέσα, γιατί αν ισχύει αυτό, κλάψτε την Ελλάδα), να παίρνει ανάποδες και να έχει το πρόγραμμα τηλεθέαση. Γιατί αν υπάρχει μισός άνθρωπος που να ταυτίστηκε με τη μπουζουξού, δεν θέλω να ξέρω πού βαδίζουμε.

Εκατό φορές τα χρήματα στην τρελή, λοιπόν. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη. Και το κρίμα στο λαιμό σας για το θέαμα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2020

10 Xρόνια

Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που πέθανε ο πατέρας μου.

Ούτε που το κατάλαβα.

Για μένα όλα συνέβησαν, το πολύ, πέρσι.

Ομολογώ ότι άρχισα να τον πεθυμώ. Όχι επειδή τα πηγαίναμε καλά και μου λείπει. Αλλά επειδή πλέον δεν έρχεται στον ύπνο μου. Έχω δει τον πατέρα μου στον ύπνο μου τρεις φορές από τότε που έφυγε και ήταν και οι τρεις πολύ καθησυχαστικές και βαθιές επαφές. Μπορεί να απείχαν χρονικά μεταξύ τους, αλλά η παρουσία του και τις τρεις φορές ήταν πολύ έντονη και συνταραχτική, και με «κρατούσε».

Την πρώτη φορά που τον είχα δει ήταν τότε που πάλευα με τα μετά-τραυματικά προβλήματά μου και τις κρίσεις πανικού που με έπιαναν στα καλά καθούμενα εξ αιτίας της εγχείρησης. Ένα βράδυ που δυσκολευόμουν να κοιμηθώ άνοιξα τα μάτια μου και στεκόταν στην πόρτα του υπνοδωματίου μου (πάντα στην πόρτα τον βλέπω να στέκεται), και κάθε φορά κάνουμε την ίδια συνομιλία: «εσύ δεν πέθανες;» τον ρωτώ, και κάθε φορά μου απαντά κάτι άλλο. Την πρώτη φορά μου είπε «μην αγχώνεσαι και μην χάνεις τον ύπνο σου, δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου». Και έκτοτε ηρέμησα και το έδεσα ψιλό κόμπο ότι η υγεία μου πάει καλύτερα.

Τη δεύτερη φορά που τον είδα έκλαιγε και έβριζε. Και όταν τον ρώτησε «τι έγινε» συνέχιζε να βρίζει και να κλαίει αγνοώντας με, μέχρι που ξύπνησα. Την επόμενη μέρα έμαθα ότι μία πολύ στενή οικογενειακή μας φίλη είχε καρκίνο και ότι ήταν στα τελευταία της. Θεωρώ ότι αυτό ήθελε να μου πει.

Την τρίτη φορά που τον είδα, ήμασταν τάχα μου στο εξοχικό του Πρωταρά. Και πάλι του είπα «εσύ δεν πέθανες; Εδώ κρυβόσουν, στο εξοχικό;» και μου απάντησε «πέθανα, αλλά ήρθα να δω το μωρό» και χαμογέλασε. Μια βδομάδα μετά η Μπρέντα μου ανακοίνωσε ότι είχε καθυστέρηση και ότι εν τέλει ήταν έγκυος. Εγώ ύστερα έκανα τη σύνδεση και κατάλαβα ότι εκείνος το ήξερε πριν από όλους μας.

Όλα αυτά τα όνειρα τα οποία μπορεί να είναι και βλακείες του νου μου, εμένα με ηρεμούσαν. Ένιωθα μία μεταφυσική επικοινωνία και γαλήνευα. Ένιωθα ότι δεν τέλειωσαν όλα. Μία στο τόσο που ερχόταν μου έφερνε μαντάτα σημαντικά και ένιωθα δέος απέναντι στο υπερφυσικό του πράγματος. Ένιωθα ότι έχει τον έλεγχο, ξέρει τι γίνεται από εκεί πάνω και κατά κάποιο τρόπο μας προσέχει.

Το κακό είναι ότι έχω να τον δω στον ύπνο μου έκτοτε. Από το 2016. Δεν ξαναήρθε. Ούτε μια φορά. Και από τότε που έπαψε να έρχεται δεν γίνεται και τίποτε. Ούτε άλλο μωρό έρχεται, ούτε νιώθω αισιόδοξος για το παραμικρό. Δεν νιώθω  ασφάλεια. Και ενώ παλιά δεν τον έψαχνα τώρα άρχισα να διερωτώμαι πού είναι! Πού πήγε. Θύμωσε με κάτι; Βαρέθηκε; Ξέρει και δεν έχει μούτρα να μου πει; Δεν θέλει να μου πει; Τι να πω.

Και κάπως έτσι συνειδητοποιώ ότι τα δέκα χρόνια, όχι, δεν ήταν αρκετά. Ούτε πολλά. Δεν ήταν τίποτα.

Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2020

Στα Τέσσερα

Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ τη χαρά που θα έκανα κάθε χρόνο στα γενέθλια του γιου μου. Τέτοια χαρά, ούτε στα δικά μου, ούτε σε όλες τις αργίες και γιορτές μαζί ολόχρονα. Ξυπνώ από τις 7:00 και αισθάνομαι την ανάγκη να βάλω τα καλά μου. Τόσο πολύ. Σήμερα που τα γενέθλια του πέσανε Κυριακή, έτι περισσότερον. Ούτε που με ένοιαξε που έχασα τον πολύτιμο πρωινό μου ύπνο. Με το που τον άκουσα να φωνάζει «παπά», πετάχτηκα ίσια επάνω, άρπαξα την κάμερα και το δώρο που του αγοράσαμε και έτρεξα να του το πάω. Μου έκανε βέβαια παρατήρηση ότι «δεν ήρθατε να μου το φέρετε το δώρο στο κρεβάτι όπως πέρσι», και έμεινα κάγκελο από το τι θυμάται αυτό το παιδί.

Φέτος λόγω καραντίνας δεν μπορούσαμε να του οργανώσουμε κανονικό πάρτι, οπότε του φέραμε τρεις συμμαθητές του το πρωί, να κάνει γενέθλια, και το απόγευμα σε διαφορετικό σλοτ άλλους τόσους συγγενείς. Να τηρούνται τα πρωτόκολλα. Έσβησε δηλαδή δυο φορές κεράκια. Έγιναν όλα σαν παράσταση Κυριακής, πρωινή – παιδική και απογευματινή για τα ΚΑΠΗ. Αυτό ακουγόταν δελεαστικό στην αρχή, όμως μετά συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε ολοήμερα γενέθλια και ψοφήσαμε κυριολεκτικά στην κούραση.

Χαλάλι του βέβαια.

Το πρωί με τα παιδάκια, πέρασα τέλεια. Τα έβαλα μέσα στο δωμάτιο του γιου μου, τους είπα ότι θα ντυθώ φάντασμα και θα έρθω να τα φάω, κι εκείνα κρύφτηκαν μέσα σε ντουλάπες και κάτω από το κρεβάτι για να σωθούν. Έμπαινα μέσα, ούρλιαζαν από τον φόβο, μετά άρπαζαν ό, τι έβρισκαν μπροστά τους (φωτόσπαθα, σπαθιά, μαξιλάρια, και με χτυπούσαν να πεθάνω). Θυμήθηκα πόσο ωραία ήταν όταν ήμουν κι εγώ στην ηλικία τους και έπαιζα το αντίστοιχο «κούι-κούι» (έτσι το λέγαμε στα 80ς).

Φέτος το θέμα των γενεθλίων ήταν οι δεινόσαυροι. Ο γιος μου περνά τη φάση που συναρπάζεται με τους δεινόσαυρους και έχει μάθει όλα τα είδη (βροντόσαυρος, τρικέρατος, κλπ τα οποία προσωπικά δεν ξεχωρίζω) και μου τα εξηγεί. Του φέρανε όλοι σχετικά παιχνίδια και έχουμε γίνει εδώ μέσα κανονικό Τζουράσσικ Παρκ. Η τούρτα και η διακόσμηση ήταν κι αυτές σχετικές. Το Σάββατο πετάχτηκα στον Πέργαμο να παραλάβω τα μπαλόνια που παραγγείλαμε.

Φτάνω στο μαγαζί και είδα αυτόν τον τεράστιο δεινόσαυρο μπροστά μου. «Πού θα τον βάλω; Δεν χωρεί στο αυτοκίνητό μου» είπα στην πωλήτρια. Με κοίταζε με ύφος «χέστηκα πού θα τον βάλεις, μόνο πάρτον από ΄δω» Δεν θέλετε να ξέρετε πώς τον κουβάλησα στο σπίτι. Επιστρατεύτηκε όλο το σόι.


Όπως βλέπετε έφτασε στο σπίτι σώος και αβλαβής. Και κυρίως, χωρίς να φάμε πρόστιμο απ’ την τροχαία που καταφέραμε και τον μεταφέραμε εντελώς ανορθόδοξα.

Να μου ζήσει ο γιόκας μου! Μου άλλαξε όλη μου τη ζωή! Χαρές παρόμοιες σε όλους εύχομαι.