Τρίτη, Ιουλίου 25, 2017

Ακροαστικά

Χωρκάτικον είναι – ας το παραδεχτούμε, το ότι χθες πήγα στον ΩΡΛ για να μου αφαιρέσει μέσα από το αφτί ένα κομμάτι βαμβάκι που χάθηκε κάπου μέσα στον λαβύρινθο του αφτιού μου κατά τη διάρκεια καθαρισμού του μετά από το μπάνιο. Έζησα περίπου 24 ώρες με το βαμβάκι σφηνωμένο μέσα στο αφτί, άκουγα τα πάντα μονοφωνικά όπως το ραδιόφωνο του ΡΙΚ τη δεκαετία του ’80 και ήταν τουλάχιστον άβολο. Ο γιατρός πήρε μία λαβίδα και το αφαίρεσε σε δευτερόλεπτα, ξεκουφάθηκα αμέσως και επέστρεψα στο σπίτι όπου και το γιόρτασα με ένα δίωρο μουσικής ακρόασης.

Δεν ξέρω αν το έχω μοιραστεί ξανά αυτό το συνήθειο μου εδώ, αλλά ευκαιρίας δοθείσης ας τα ξαναπώ. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θεραπευτικό στον κόσμο από την ακρόαση μουσικής. Οποιουδήποτε είδους. Από πολύ μικρός αφιερώνω χρόνο τα απογεύματα στη μουσική. Όταν λέω ακροάζομαι μουσική δεν εννοώ αφήνω τον υπολογιστή ανοιχτό να παίζει ό, τι του κατεβεί. Εννοώ ότι παρατώ τα πάντα, ετοιμάζω μία λίστα με μουσική ανάλογα τη διάθεσή μου και την ακούω από την αρχή μέχρι το τέλος συγκεντρωμένα, αφοσιωμένα, ενίοτε τραγουδώντας, με την ίδια ευλάβεια με την οποία παρακολουθώ στο σινεμά μια ταινία ή μία διάλεξη που με ενδιαφέρει. Πάω ταξίδι.

Εκνευρίζομαι όταν με διακόπτουν την ώρα που ακούω μουσική. Δεν παίζω το πουλί μου εκείνη την ώρα. Πετώ. Δεν απαντώ τηλέφωνα, δεν κοιτάζω το κινητό μου, δεν σερφάρω στο διαδίκτυο. Ακούω μουσική. Είναι ειδική, ιερή διαδικασία. Κι όταν μικρότερος είχα τη μάνα μου μες τα πόδια μου να ανοίγει την πόρτα, να διακόπτει για να μου πει «έλα να φας, το φαΐ είναι έτοιμο» ήταν σαν να μου έμπηγαν καρφιά στους βολβούς των ματιών. Η μουσική δεν είναι απλά ένας background θόρυβος στο δωμάτιο. Είναι μία ιστορία που πρέπει να ειπωθεί. Για να ειπωθεί πρέπει οι υπόλοιποι να σκάσετε. Να αφήσετε τον ακροατή να την απολαύσει. Να παρασυρθεί, να τη βιώσει, να γιάνει.

Δεν έχω τεράστιο ρεπερτόριο. Κάπου στα 5.500 τραγούδια έχω όλα κι όλα που δεν θεωρούνται πολλά για τους συλλέκτες. Έχω μεγάλα κενά σε πολλά είδη. Ειδικά στο ροκ και στο λαϊκό, το παλιό. Αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αυτά τα 5.500 τα ξέρω απ’ έξω και ότι οι αναμνήσεις που κλείστηκαν στα τραγούδια αυτά ξυπνούν πατώντας το play. Τις αφήνω να γίνονται εικόνες που αιωρούνται στο δωμάτιο σαν προβολές που χορεύουν πάνω σε νερό και μετά τις ξαναμαζεύω και τις κλείνω στα κουτιά τους. Αν το καταφέρεις δεν ξέρεις τι κερδίζεις!


Είχα ρωτήσει κάποτε μία κοπέλα τι μουσική ακούει και μου απάντησε ότι δεν ακούει μουσική. Ότι ακούει ό, τι παίζει το ράδιο. Ούτε που ξανασχολήθηκα μαζί της. Αργότερα γνώρισα και μια άλλη που δεν ήξερε να σου πει καν ένα τραγούδι που σημάδεψε τη  ζωή της. Ούτε ένα τοπ5 με αγαπημένα της τραγούδια ή τραγουδιστές. Θεέ μου, τι κόσμος!

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2017

Ξανά Μαλά!

Χαρές και πανηγύρια σήμερα στο αγαπημένο μου κόμμα, το ΑΚΕΛ, αφού μετά από πολύωρες συσκέψεις και κατανάλωση άφθονης φαιάς ουσίας κατέληξαν στον υποψήφιό τους για τις εκλογές του 2018. Κάπου εκεί μεταξύ του «νέου Βασιλείου» και του «Κυπρίου Μακρόν» σκέφτηκαν, δεν βαριέσαι, και ο Μαλάς καλός είναι. Βάρεσε, λοιπόν, ο Άντρος Κυπριανού το γκονγκ και αίφνης πετάχτηκαν πυροτεχνήματα από τα έδρανα της Εζεκία Παπαϊωάννου. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε και η Ειρήνη Χαραλαμπίδου ξεπρόβαλε ντυμένη Χαβανέζα, με τουρμπάνι και φρούτα στο κεφάλι τραγουδώντας ένα δροσερό σουξεδάκι στα πρότυπα της Άννας Βίσση:

Δύσκολοι καιροί και τα απίδια κουνιούνται,
Όλοι στα ρηχά θέλουν να κυβερνιούνται.
Φεύγει ο ΔΗΣΥ κενώνονται θέσεις,
Υ-πο-ψη-φιό-τη-τα προλαβαίνεις να θέσεις.

Σκέψου όποιον θες, πλην του Κατσουρίδη,
ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ κάνουν ήδη παιγνίδι.

Το Κόμμα με τρώωωωει που συνεχώς ξευτιλίζεται,
Και μ’ απάτες καινούριες μόνο,
Παίρνει μπροστά και μετά από λίγο,
Πάλι ξανά και πάλι το ίδιο,

Στα-μα-τα, ξεκινά και ΞΑΝΑ ΜΑΛΑ,
Στα-μα-τα, ξεκινά και ΞΑΝΑ ΜΑΛΑ,
Στα-μα-τα, ξεκινά και ΞΑΝΑ ΜΑΛΑ,
Στα-μα-τα, ξεκινά:
ΞΑΝΑ ΜΑΛΑ!

Η Έλση Χριστόφια βαρούσε παλαμάκια, ο ακατονόμαστος σύζυγός της από δίπλα με ένα περιδέραιο από άνθη περασμένο στο λαιμό έπινε πίνια κολάντα, ενώ τα ανώτερα στελέχη του Κόμματος τρόμπαραν τα πνευστά. Στο φινάλε του τραγουδιού η Ειρήνη Χαραλαμπίδου με μία πιρουέτα που θα ζήλευε και η τσίγκολολέττα βρέθηκε στην αγκαλιά του Σταύρου Μαλά. Η Κουκουμά με τα ασημένια μαλλιά έσπασε στον αέρα έναν κύλινδρο γεμάτο κομφετί. Ο Συλυκιώτης έφτυσε μερικά που μπήκαν στο στόμα του κατά λάθος.

Υποψηφιότητα νίκης.

Πέρα από την πλάκα, εγώ θεωρώ ότι φτάνουμε αισίως στο τέλος του κόσμου. Δεν εξηγείται αλλιώς ο απροκάλυπτος εμπαιγμός που υφιστάμεθα ως λαός από όλα τα κόμματα και δη το ΑΚΕΛ που πλέον εντελώς απενεχοποιημένα παραδέχεται την ανικανότητα του να κυβερνήσει, και που μπαίνει στην κούρσα εμφανώς για να χάσει. Μια χαρά μας βολεύει εμάς αυτό, φυσικά. Ακόμα δεν ξεπεράσαμε τα ψυχολογικά της πενταετούς δικτατορίας του Χριστόφια. Ήταν τόσο έντονα, που τα πέντε χρόνια της απλά ανεκτής διακυβέρνησης Αναστασιάδη μας φάνηκαν σαν διακοπές στο βουνό. Αλλά τώρα; Γιατί όλοι αισθανόμαστε ότι όλα είναι στημένα προκειμένου να μείνει ο Νίκος στο τιμόνι και να «τελειώνει» τσουρούτικα με το Κυπριακό;

Μεγάλη συζήτηση. Θα την κάνουμε άλλη φορά.

Κι απορώ και με αυτόν τον άνθρωπο, τον Σταύρο τον Μαλά. Κοτζάμ επιστήμονας να δέχεται για δεύτερη φορά να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Εντάξει, την πρώτη φορά σκεφτήκαμε ότι κάποιο χατίρι του ξεπλήρωσε το ΑΚΕΛ προκειμένου να καεί για χάρη τους. Οι φήμες έδιναν και έπαιρναν για το ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο του, προκειμένου να ξεπλυθεί η πενταετία Χριστόφια. Αλλά, το δις εξαμαρτείν από άνθρωπο που έχει βγάλει και ένα άλφα Πανεπιστήμιο, που ασχολείται με τη γενετική και υποτίθεται ότι του κόβει, εμένα με εκπλήσσει πραγματικά.

Τώρα θα μου πεις, ο κύριος Μαλάς στο σπίτι του έχει ένα σαλόνι με κίτρινο τοίχο και κόκκινους καναπέδες. Θυμάστε την προηγούμενη φορά που έκανε και σχετική lifestyle φωτογράφιση σε ένα κυπριακό περιοδικό. Πώς να το ξεχάσουμε. Ε, με τέτοια αισθητική καθόμαστε και διερωτόμαστε τώρα γιατί δέχτηκε να τραβήξει ξανά κουπί για το ΑΚΕΛ; Προφανώς αν είχε συναίσθηση του πού μπλέκει δεν θα είχε βάψει και τους τοίχους του σε τόσο μπανάλ χρώματα.

Τι να πουν και οι Αμερικάνοι θα μου πεις, που έβγαλαν πρόεδρο τον Τραμπ. Tι να πουν και οι Εγγλέζοι που στα γεράματα αποφάσισαν ότι προτιμούν το Μπρέξιτ. Zούμε το τέλος του κόσμου λέμε!


Αχ, αγκαλιάστε σφιχτά το παιδάκι σας και προσευχηθείτε να είναι όλα αυτά προϊόντα της φαντασίας μας και ότι αύριο πρωί θα ξυπνήσουμε σε ένα χωριό κάπου στην Ελβετία να παράξουμε έμενταλ και να φάμε φοντού σοκολάτας. 

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2017

Nobody Cares

Τις προάλλες άνοιξα ένα φάκελο μέσα στον οποίο φυλάω διάφορα διαπιστευτήρια από τα πανεπιστήμια που τελείωσα και άλλα ενδεικτικά βαθμολογιών μου. Μάνα μου, συγκινήθηκα! Βρήκα μία αναφορά από το 3ο έτος της νομικής σχετική με την επίδοσή μου στο Διεθνές Δίκαιο. Να, δες.



“Displayed a master’s level of familiarity with the subject matter.”

Το πόσο καμάρωνα τότε που ο Δρ. Γουότερς έγραψε αυτό το πράμα για μένα δεν περιγράφεται. Και δεν είχα πάρει καν το πτυχίο, πόσο μάλλον να λέει ότι το επίπεδό γνώσεων μου συγκρινόταν με τους μαστεράδες! Με φαντασιωνόμουν, τότε, δίπλα στον Κόφφι Αννάν να λύνω το Κυπριακό. Ναι, ναι, πίστευα ότι αυτό το... "masters level of familiarity" θα έπιανε τόπο. Θα εκτιμούνταν στο μέλλον.

Αμ, δε! Σκατά - φατά. Μετά από αυτό, ήρθα στην Κύπρο. Στη χώρα του nothing really matters. Δεν θα ξεχάσω όταν προσγειώθηκα στη Λάρνακα και πήρα ένα ταξί για να έρθω στη Λευκωσία, που είχα πιάσει ψιλή κουβέντα με τον ταξιτζή. Ήταν η περίοδος του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Αννάν. Ο οδηγός μου πρόταξε το γνωστό και πάντα επίκαιρο επιχείρημα του «εκάμαμεν τζαι εμείς πολλά» οπότε έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να ψηφίσουμε ΝΑΙ «να τελειώνουμε με το Κυπριακό». Εντελώς ασυναίσθητα άρχισα να του εξηγώ το Διεθνές Δίκαιο. Τόσο μου έκοβε κι εμένα, απορώ πως την είχα δει, μην το ψάχνεις. Στα μισά της κουβέντας μετάνιωσα και είπα στον εαυτό μου «σκάσε ώσπου να φτάσουμε να κατεβείς να ησυχάσεις.»

Στα λέω αυτά για πολλοστή φορά γιατί σήμερα 15 χρόνια μετά κοιτάζω με νοσταλγία την πιο πάνω αναφορά του καθηγητή μου και πεθυμώ τον ενθουσιασμό που είχα τότε για τη γνώση, για το μέλλον που νόμιζα ότι θα ήταν λαμπρό. Πού να ήξερα ότι τόσο καιρό μετά θα ήμουν ακόμα εδώ και θα καβγάδιζα με δεκάδες αντίστοιχους ταξιτζήδες στα σόσιαλ μύδια για το τι προνοεί το Διεθνές Δίκαιο και πως πρέπει να προσεγγίζουμε ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Μου έχω νέα: nobody really cares. Εσπούδαζες για το χάζι. Χώνεψε το.

Καλά, δεν μου φταίνε μόνο οι «ταξιτζήδες.» Και οι βαλτοί διανοούμενοι μου φταίνε. Που έχουν καταστρατηγήσει τα πάντα για το συμφέρον. Ε, μα αποφασίστε ποια θα είναι η σταθερά μας να ξέρουμε να τοποθετούμαστε. Θα συζητούμε βάσει Διεθνούς Δικαίου, βάσει κομματικής γραμμής, βάσει ευσεβοποθισμού, βάσει της μαλακίας που δέρνει τον καθένα; Αποφασίστε και πείτε μου.

Δεν είναι μόνο η προσέγγιση του δικαίου ελαττωματική στη χώρα μας. Τα πάντα είναι. Τις προάλλες τσακωνόμουν με μια άλλη μαλακισμένη στο Facebook για θέματα φεμινισμού. Έγραφε η κυρία: «οι γυναίκες έχουμε αποδείξει την αξία μας σε όλους τους τομείς. Άντρες, τι δεν καταλαΜβαίνετε;» Καλά κυρά μου, έγινες 40 χρονών γαϊδάρα, απέδειξες την αξία σου σε όλους τους τομείς αλλά ακόμα δεν έμαθες ότι το καταλαβαίνω δεν γράφεται με μι; Της το υπέδειξα, και σαν απάντηση μου ανάρτησε ένα gif στο οποίο έγραφε «nobody cares».

Φυσικά και nobody cares. Δεν πα να έχεις περγαμηνές δεν πα να ξέρεις να γράφεις, σημασία έχει μόνο το τι πιστεύει η πλέμπα. Αν η πλέμπα πιστεύει ότι το Κυπριακό δεν είναι θέμα εισβολής και κατοχής, αν ακόμα αύριο αποφασίσει ότι την εισβολή την έκανε η ελληνοκυπριακή πλευρά και όχι η Τουρκία, αυτό ισχύει. Αν αύριο η πλέμπα αποφασίσει ότι το καταλαβαίνω θα γράφεται με μι, this will be the case.

Αχ, μάνα μου!

Ήταν μεγάλο λάθος η επιστροφή στην Κύπρο. Καλά να πάθω όμως γιατί ήμουν και είμαι κατά βάθος τεμπέλης και ήθελα την ευκολία μου, τις μικρές διαδρομές από το ένα σημείο στο άλλο, δεν άντεχα να παίρνω μετρό, λεωφορεία και τρένα για να πάω στη δουλειά μου και νόμιζα επιστρέφοντας ότι θα χαιρόμουν περισσότερο την παρέα των φίλων μου, την οικογένειά μου και θα αναβίωνα τα παιδικά μου χρόνια. Μου έχω νέα: Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Απεναντίας, έχω και την κάθε παλαβή και τον κάθε μαλάκα πάνω στο κεφάλι μου να μου αποδεικνύουν πως ό, τι έμαθα μέχρι σήμερα ακυρώνεται και δεν πιάνει μία.

Καλά να πάθω.


Αυτό το μωρό να δούμε πώς θα το σώσουμε τώρα… 

Σάββατο, Ιουλίου 01, 2017

Χαιρετίσματα

Τις τελευταίες δύο μέρες παίρνω το μωρό μου παραμάσχαλα και πάμε στο Mall της Λευκωσίας για απογευματινό προμενάντ. Όπως ήδη καταλάβατε, σκάει ο τζίτζικας και εγώ πρέπει να βρω ένα δροσερό μέρος να πάρω το τεκνό πριν το βρω ζαβό και παλαβωμένο από τα 45αρια του υδραργύρου μέσα στην κούνια του. Η Μπρέντα δεν μας ακολουθεί γιατί έχει στρωθεί στο διάβασμα, οπότε όλο το βάρος πέφτει στους σαθρούς ώμους μου. Νευριάζω τα μάλα που καταφεύγω στην εύκολη λύση του Mall – όταν παλιότερα έβλεπα άλλους γονείς να εξαπολύουν εκεί τα παιδιά τους για να βρουν την ησυχία τους θύμωνα – αλλά πού αλλού να βρω δροσιά στη Λευκωσία εύκολα και γρήγορα; 

Άλλο είναι όμως το θέμα μας. Εκεί που γυροφέρνω μεταξύ Debenhams και Zara και μεταξύ Public και Early Learning συναντώ τυχαίως πολλούς γνωστούς μου. Όχι φίλους μου, αλλά γνωστούς μου: παλιούς συμμαθητές από το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, γνωστούς από τον στρατό, φίλους των γονιών μου κτλ. Και πάνω που ετοιμάζομαι να τους χαιρετίσω διαπιστώνω εντελώς ξαφνικά ότι είμαι αόρατος. Ότι δεν με βλέπουν! Εκεί που διασταυρώνονται οι ματιές μας και αναγνωρίζουν τον ψηλόλιγνο γνωστόν τους με το καρότσι ξαφνικά ενεργοποιείται κάποιος υπερφυσικός μηχανισμός και με κάνει αόρατο με αποτέλεσμα να στρέφουν αλλού τη ματιά τους και να μην μπορώ να τους χαιρετίσω. Απίθανο;

Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει. Θα στο αντιπαραβάλω με κάτι εξίσου μαγικό το οποίο συμβαίνει όποτε πάμε στο εξωτερικό, απ' την ανάποδη. Όταν είχαμε πάει στη Νέα Υόρκη για τον μήνα του μέλιτος διαπιστώσαμε ότι στα καλά του καθουμένου έρχονταν διάφοροι άγνωστοι και μας άρχιζαν την πάρλα. Τι να πρωτοθυμηθώ. Μια οικογένεια σε ένα εστιατόριο στο κέντρο του Μανχάταν που γύρισε και μας ρώτησε αν μας αρέσει το φαγητό μας και αν επισκεπτόμαστε τη Νέα Υόρκη συχνά και καταλήξαμε να πιάνουμε φιλίες; Μία κοπέλα στην ουρά του αεροδρομίου που μας ρώτησε τι γλώσσα μιλούμε και από ποια χώρα ερχόμαστε; Μια οικογένεια μέσα στο λεωφορείο καθοδόν της Ντίσνεϊλαντ που κατάλαβε ότι είμαστε Έλληνες και μας έλεγε για τους δικούς της φίλους εξ Ελλάδος με τους οποίους κάνει παρέα και ο γιος τους; 

Μόλις γυρίσουμε στην Κύπρο, ίσως λόγω ζέστης, αυτό το χάρισμα εξαφανίζεται και επιστρέφουμε πάραυτα στο "κάνω πως δεν σε βλέπω."

Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι στο ψαροχώρι μας, όπου όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, δεν αντέχουμε το γεγονός ότι όπου πάμε πέφτουμε πάνω σε γνωστούς. Είναι ψυχοφθόρο να ξέρεις ότι μ’ αυτούς γεννήθηκες και μ’ αυτούς θε να σε θάψουν. Οπότε ο οργανισμός μας αναπτύσσει άμυνες ώστε όταν θες την ησυχία σου να κάνεις πως δεν βλέπεις τον άλλο, ώστε κι εκείνος να μπει στο νόημα και να σε αγνοήσει. Αντιθέτως, στις μεγαλουπόλεις όπου η μοναξιά είναι τεράστια και για να δεις συγγενή και φίλο πρέπει να είναι Πάσχα ή Χριστούγεννα, η κουβεντούλα στον δρόμο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στα πάρκα επιβάλλεται, είναι το αντίδοτο στην τρέλλα της απόλυτης, καθημερινής μούγκας. 

Παρόλα αυτά, αναρωτιέμαι. Πόσο δύσκολο είναι ρε γύφτοι να σηκώσετε το ξερόν σας και να γνέψετε του γνωστού σας έναν χαιρετισμό παρά να καταφύγετε στο αμήχανο και αγενές γράψιμο; Προτιμάτε να παίζετε θέατρα παρά να χαιρετίσετε και να ξεμπερδέψετε; Basic manners, μάνα μου, για να το πω στη γλώσσα σας. Απλοί, βασικοί κανόνες σωστής συμπεριφοράς. Βλέπεις κάποιον, τον χαιρετάς. Πας κάπου το πρωί, λες καλημέρα. Φεύγεις το βράδυ, εύχεσαι καλό βράδυ. Δεν σας τα έμαθαν; Τι πάει να πει βαριέστε; 

Κι εγώ σας βαριέμαι. Κι εγώ παρακαλώ να ανοίξει μια ρουφήχτρα να σας καταπιεί να μην σας βλέπω. Κι εγώ προτιμώ να πεθάνω παρά να αρχίσουμε στη μέση του πουθενά τα «να σου ζήσει ο γιος σου», «να τον χαίρεσαι», «ποιου μοιάζει;», «Τζοιμάστε; Τζοιμάστε;» "τρώει την γλυκοπατάτα του;" Αλλά αφού έσπασε που έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και έτυχε να συναπαντηθούμε, ας χαμογελάσουμε ο ένας του άλλου και ας πούμε ένα τυπικό, γεια. Δεν θα λύσουμε, δα, και το Κυπριακό. Μην φοβάστε, μιλήστε. Γιατί αλλιώς θα γίνουμε και επισήμως ζούγκλα. 

Αλλά! Αλλά μετά ξέρετε να μου κάμνετε friend request και likes στις σάχλες που γράφω στα σόσιαλ μύδια. Από κοντά βαριέστε να πείτε ένα καλημέρα, ένα γεια σας να ξεμπερδεύουμε όλοι μαζί μια κι έξω. 


Τι χώρα! Τι γελοίος λαός! 

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017

DNA

Η παράνοια της κυπριακής κοινωνίας και δη μιας μερίδας της που έχει λυσσάξει να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με συνοπτικές μπας και τους χαρίσει πίσω ο Τούρκος εισβολέας μισό οικοπεδάκι με γαϊδουράγκαθα θέριεψε και πάλιν το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Αφορμή μία μελέτη του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής που ανακάλυψε ότι οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι μοιράζονται πανομοιότυπο DNA ή κάτι τέτοιο (δεν εντρύφησα στην ουσία των ευρημάτων μιας και δεν είμαι βιολόγος, αλλά ούτε μου λέει κάτι το θέμα). Τα θερμά μας συγχαρητήρια στο Ινστιτούτο Νευρολογίας, ευχή μας μια μέρα να ανακαλύψει και την τασιηνόπιττα.

Στην ουσία το Ινστιτούτο Νευρολογίας μας είπε ότι πάνω κάτω έχουμε το ίδιο αίμα με έναν αδελφό μας που υιοθετήθηκε από άλλη οικογένεια. Πράγμα ήδη ευρέως γνωστόν αφού η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων ήταν Έλληνες που εξισλαμίστηκαν και το ξέρουνε και οι πέτρες. Προς τι οι πανηγυρισμοί; Δεν μας είπατε τίποτε καινούριο. Τζάμπα τα απογεύματα στο εργαστήριο. 

Το σχιζοφρενικόν του πράγματος όμως είναι οι αντιδράσεις της πιο πάνω μερίδας πληθυσμού. Αυτοί που χρόνια τώρα σκίζονται να μας πείσουν ότι δεν υφίσταται ελληνικό DNA και οι οποίοι ειρωνεύονται μετά βδελυγμίας όταν κάποιοι –εξίσου γραφικοί- ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Περικλή και της Ασπασίας, χρησιμοποιούν τώρα τα ευρήματα του ινστιτούτου ως ατράνταχτα τεκμήρια ύπαρξης κυπριακού DNA ή τέλος πάντων κάτι παραπλήσιου που μας ενώνει και μας καθιστά ομοιογενές μίγμα. «Ορίστε, μοιάζουν τα DNA μας, δεν μας χωρίζει τίποτα, μας ενώνει η επιστήμη, το αύριο μας ανήκει, ας ελευθερώσουμε δυο περιστεράκια ευκαιρίας δοθείσης, unite Cyprus now, welcome friends to Cyprus» κι άλλα παρόμοια γελοία που διαβάζω από χθες.

Λες και τα τουρκικά στρατεύματα δεν φεύγουν επειδή τόσα χρόνια δεν είχαμε λύσει το θέμα του DNA. Tώρα που ξεκαθαρίσαμε τίνος είναι βρε γυναίκα το παιδί, θα πάρει τα άρματά της και θα πάει στο καλό. Πέρα απ' την πλάκα, πραγματικά εντυπωσιάζομαι από την επιστράτευση κάθε μορφής σαχλαμάρας για να περάσει η μία μερίδα της κυπριακής κοινωνίας την όποια λύση στην άλλη. Λες και το Κυπριακό εξαρτάται από τα θέλω μας. Τα όποια θέλω μας. Ή λες και θα έχει ποτέ σημασία η γνώμη μας. Δεν είναι άλλοι που τα καθορίζουν. Οι υποστηριχτές του Νικόλα και του Λιλλήκα βάζουν φρένο στα όνειρά σας!

Ας επανέλθουμε, όμως, στο θέμα του DNA που είναι και το πιο αστείο. Άντε και αποδείχτηκε ότι έχουμε το ίδιο DNA. Ότι τι; Και με την αδελφή μου έχω το ίδιο DNA και ώρες ώρες μας χωρίζει η άβυσσος. Ξέρετε πόσοι εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν ότι είμαστε αδέλφια; Είναι λεπτό το ζήτημα βεβαίως και όχι της παρούσης. Αλλά συμβαίνει. Πόσες οικογένειες γνωρίζετε που μοιράζονται το ίδιο DNA αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν, να μοιραστούν  την ίδια κουλτούρα, την ίδια αισθητική, την ίδια οπτική στα ζωτικά ζητήματα της συνύπαρξης; Και το ανάποδο. Πόσα σύνολα ξέρετε που δεν έχουν τίποτα κοινό κι όμως συνεργάζονται κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς και πλαίσιο και συνυπάρχουν ειρηνικά; Σου είχα πει το παράδειγμα στην εστία του πανεπιστημίου όπου μοιραζόμασταν την ίδια κουζίνα οι εφτά φυλές του Ισραήλ και ουδέποτε είχαμε προβλήματα ακριβώς γιατί ίσχυαν οι ίδιοι κανόνες για όλους. Ελάχιστοι το κατάλαβαν. Δεν εκπλήσσομαι.

Ώσπου τα «αδέλφια μας» αντιλαμβάνονται διαφορετικά, για να μην πω λανθασμένα, απλές δημοκρατικές έννοιες, προωθούν ρατσιστικές λύσεις στη βάση δύο κοινοτήτων και λαών, λύση δεν θα υπάρξει. Δεν πα να έχουν το DNA της μάνας μου της ίδιας. Χέστηκα. Τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά και ο μόνος λόγος που τα περιπλέκουμε είναι για να έχουμε εσωτερική κατανάλωση και ψυχοθεραπεία. Όταν θα μου δείξετε μοντέλο σύγχρονου κράτους που λειτουργεί με εκ περιτροπής προεδρία, σταθμισμένη ψήφο, και με ζάρια στη δικαστική εξουσία να ξαναμιλήσουμε. Μην μιλήσω για τέσσερις ελευθερίες στους εγκληματίες - έποικους τώρα. Που αντί να τους παστώσουμε σε ένα αμπάρι και να τους ξαποστείλουμε ομαδικώς θα τους δώσουμε και ευρωπαϊκή υπηκοότητα από πάνω.

Τα περί κοινού DNA τ’ ακούω βερεσέ. Σήμερα διάβαζα μία είδηση ότι ένας πατέρας βίαζε την κόρη του και την εξωθούσε και στην πορνεία. Kαταδικάστηκε σε ισόβια. Τον σταμάτησε το κοινό DNA που μοιράζεται με την κόρη του από το να είναι κτήνος; Όχι. Οπότε μην ξανακούσω αηδίες περί ερευνών και λοιπών αηδιών. Όταν θα μοιραστούμε την ίδια παιδεία, την ίδια πολιτική αγωγή, το ξανανοίγουμε το ζήτημα. 

Μέχρι τότε κάντε μας τη χάρη γιατί έρχονται και ζέστες. 

Κυριακή, Ιουνίου 18, 2017

Η Μέρα Του Ανόητου Και Του Αυτονόητου

Το να είσαι πατέρας ή μάνα δεν είναι και κανένα κατόρθωμα για να το γιορτάζετε.

Πραγματικά απορώ κάθε χρόνο με τον ζήλο που επιδεικνύετε προκειμένου να μας καταστήσετε σαφές ότι η μάνα σας και ο πατέρας σας ήταν άψογοι γονείς όσο εσείς μεγαλώνατε και ως εκ τούτου τους χρωστάτε το σύμπαν και έναν διθύραμβο στο Facebook γαρνιρισμένο με την ανάλογη ρετρό φωτογραφία βεβαίως, βεβαίως.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί πατεράδες και πολλές μανάδες αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Δεν είναι λίγοι οι κακοί γονείς, ειδικά στις μέρες μας που τα μισά παιδιά μεγαλώνουν με την οικιακή βοηθό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πήχης κατεβαίνει αυτομάτως και ότι αξίζει να πάρει το όσκαρ ο μπαμπάς σου ή η μαμά σου επειδή έκαναν το αυτονόητο. Σε μεγάλωσαν καλά.

Αυτό ήταν εξαρχής το καθήκον τους και η αποστολή τους. Δεν μπορείς να επιβραβεύεσαι επειδή έπραξες το αυτονόητο. Δεν μπορεί ο φαντάρος να απαιτεί εύφημον μνεία επειδή έπραξε το καθήκον του και δεν αποκοιμήθηκε στη σκοπιά. Δεν μπορεί ο υπάλληλος να απαιτεί μισθολογική αύξηση επειδή ήταν εξυπηρετικός ως προς τους πελάτες του καταστήματος. Δεν μπορεί ο πυροσβέστης να ζητά μετάλλιο επειδή έσβησε τη φωτιά. Για να σβήνει φωτιές τον προσλάβαμε, όχι για να μας κόβει βεντούζες. Ούτε ο μαθητής μπορεί να απαιτεί ψηλότερο βαθμό από όσον αξίζει απλά επειδή… «δεν μιλά εν ώραν μαθήματος». Αυτό έλειπε!

Αν από την άλλη ο υπάλληλος επιδείξει υπερβάλλον ζήλο, εργάζεται σαββατοκύριακα αδιαλείπτως και έχει αυξήσει την παραγωγικότητά του πέρα από το αναμενόμενο, τότε ναι, να πάρει μία αντίστοιχη αύξηση. Ομοίως, αν ο φαντάρος καταφέρει να συλλάβει Τούρκους κατάσκοπους που απειλούν την ακεραιότητα της πατρίδας ή ο μαθητής καταφέρει με την επιμέλειά του να φτάσει τη γνώση του σε πανεπιστημιακά, πρωτόγνωρα επίπεδα εξυπακούεται ότι θα ανταμειφθεί. Η υπέρβαση εαυτού ναι, αναγνωρίζεται.

Ζούμε, όμως, σε εποχές που τα αυτονόητα δεν είναι αυτονόητα και πρέπει συνεχώς να επισημαίνονται. Ζούμε σε εποχές που όλοι βραβεύονται με του ψύλλου το πήδημα. Ζούμε σε εποχές που όλοι αξίζουν πέντε λεπτά δημοσιότητας και δημοσίου «σιουμαλίσματος». Ε, όχι, διαφωνώ, δεν αξίζουν όλοι τη δημόσια ευχαριστία. Και ειδικά αυτοί που απλά έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν. Ναι, υπάρχουν πολλοί γονείς- τέρατα εκεί έξω αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να στηθεί ανδριάντας στους υπόλοιπους επειδή απλώς δεν υπήρξαν μαλάκες.

Θυμήθηκα τώρα που είχαμε στο Λύκειο μια καθηγήτρια που το είχε πάρει απόφαση ότι δεν διαβάζαμε ποτέ το μάθημά της. Μιαν καλήν ημέρα ήρθε στην τάξη και μας είπε: «Έχω βάσιμες πληροφορίες ότι αύριο θα μας επισκεφτεί ο επιθεωρητής του Υπουργείου. Ξέρω ότι δεν διαβάζετε ποτέ αλλά κάντε μου μια χάρη και ανοίχτε κάνα βιβλίο ειδικά αύριο για να κάνουμε εντύπωση και εγώ σας υπόσχομαι ότι θα σας κεράσω σπιτικά μπουρέκια μετά». Τη λυπηθήκαμε την κακομοίρα, κάτσαμε όλοι και διαβάσαμε, όταν ήρθε ο επιθεωρητής η καθηγήτρια είχε 30 χέρια σηκωμένα στον αέρα να ζητούν να μιλήσουν και εκείνη κόρδωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι για την τάξη μας. Και εννοείται στο διάλειμμα δεν προλαβαίναμε να καθαρίζουμε το στόμα μας από την ζάχαρη άχνη. Κατάντια;

Ε, κάτι τέτοιοι έχουν καταστρέψει τον κόσμο και σήμερα εγώ πρέπει να θωρώ πατεράδες να δεσπόζουν στο timeline μου, απλά και μόνον επειδή ήταν σωστοί. Στο κάτω, κάτω αν τόσο καίγεστε να τους συγχαρείτε, πείτε τους το ευχαριστώ στον προσωπικό σας χρόνο. Δεν είναι ανάγκη να το μάθει όλο το Facebook. 

Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2017

Το Βάπτισμα Του Πυρός

Εχθές το πρωί, κάπου στον Πρωταρά, βάφτισα το γιούδιν μου σε στενό οικογενειακό κύκλο*.

Ευκαιρίας δοθείσης, σήμερα θα ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου σχετικά με δύο πολύ καυτά ερωτήματα που μου τίθενται από καιρού εις καιρόν σχετικά με το θέμα της βάπτισης. Πρώτον, «γιατί δεν αφήνεις τον γιο σου να επιλέξει ο ίδιος τη θρησκεία του;» και δεύτερον, «γιατί να πρέπει το παιδί να περάσει αυτό το μαρτύριο της κολυμπήθρας, τσίτσιδο, μπροστά σε τόσο κόσμο για να γίνει, τάχα μου, Χριστιανός;».

Εύλογα τα ερωτήματά σας, τα έχω συζητήσει πολλάκις τελευταίως με διάφορους καλοθελητές. Ήρθε η ώρα να πάρετε την απάντησή σας.

Το παιδί μου βαφτίζεται Χριστιανός γιατί Χριστιανοί είναι και οι γονείς του. Φυσικά, εγώ είμαι ο τύπος του Χριστιανού που δεν του καίγεται καρφί, δεν πάει ποτέ εκκλησία και τα θεωρεί όλα αυτά αναγκαία κακά δεδομένης της ισλαμικής απειλής ως μέτρα αντίστασης και πολιτικού αντίβαρου. Η μητέρα του άξιου τέκνου μου, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι είναι ουσιαστική Χριστιανή και δεν έχω κανέναν λόγο να την αμφισβητήσω, ασχέτως αν έχω συγκεκριμένη άποψη ως προς το τι ορίζεται ως ουσιαστική άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων. Τούτων λεχθέντων, το μωρό μας δεν θα μπορούσε παρά να ασπαστεί τη Χριστιανοσύνη.

«Και που είναι η ελεύθερη βούληση;» «Γιατί καταδικάζεις το παιδί σου στη Χριστιανοσύνη ενώ θα μπορούσε να επιλέξει μια άλλη θρησκεία;» Θα σου απαντήσω αμέσως: Το παιδί μου θα είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος κι όταν μεγαλώσει μπορεί να αποποιηθεί τη Χριστιανοσύνη και να επιλέξει μια άλλη θρησκεία. Αυτό όμως είναι απίθανο πρακτικά να συμβεί. Όχι μόνο για το παιδί μου, αλλά και για τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Είναι απίθανο γιατί υπάρχουν 4.200 αναγνωρισμένες θρησκείες στον κόσμο μας, και είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τις μελετήσεις όλες ενδελεχώς και να καταλήξεις ώριμα στο ποια σου κάθεται καλύτερα. Και θέλω να πιστεύω ότι ο γιος μου στα 20 του χρόνια, όταν θα είναι σε θέση να εντρυφήσει στις θρησκείες όλου του κόσμου θα έχει καλύτερα πράγματα να κάνει (παρτούζες, όργια, γκόμενες) από το να μελετά εναλλακτικές προτάσεις έναντι της Χριστιανοσύνης.

Έστω όμως ότι αποφασίζει να γίνει Βουδιστής, γιατί έτσι. Πώς και πού ακριβώς θα προσεύχεται, που το μόνο κοντινό σε παγόδα στη Λευκωσία είναι το ομώνυμο εστιατόριο; Πού θα βρει Βούδα να προσκυνήσει; Θα του φέρει η γιαγιά του έναν πορσελάνινο από την Ταϊλάνδη να τον βάλει στο σαλόνι να αρχίσει τις μετάνοιες; Πείτε μου πού θα βρει εκκλησία της σαϊεντολογίας αν μια μέρα του αναδόξει πως θέλει να γίνει ο νέος Τομ Κρουζ;

Αντιλαμβάνεστε ότι όλες αυτές οι νουθεσίες που ακούμε συνήθως από τους προοδευτικούς άθεους σχετικά, είναι σκέτη αντίδραση σε έναν κόσμο που τους γύρισε την πλάτη όταν είδε ότι από κάπου μπάζουν.

Δεν είναι δυνατόν να πιστεύει ακόμα κόσμος ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τη θρησκεία του. Η θρησκεία είναι σαν την ποδοσφαιρική ομάδα. Η ομάδα σού δίνεται με το που γεννιέσαι. Είναι κομμάτι του DNA σου. Αυτήν αρχίζεις να αγαπάς, να υποστηρίζεις, να συμπονάς. Δεν γίνεται να ξυπνήσεις μιαν ημέραν και να πεις εγώ έχω δικαίωμα να αλλάξω ομάδα. Ναι, μπορείς να το κάνεις, αλλά δεν μπορείς. Πώς να στο εξηγήσω. Είναι σαν να αποφασίζεις στα 40 σου να αλλάξεις επίθετο. Too late. Αν σε λένε Πελοπίδα Τσιμπούκη το κακό έγινε, η ρετσινιά έμεινε, deal with it.

Μπορεί να σε πονά που σου επέβαλαν την Ομόνοια και που τώρα είσαι αναγκασμένος να ζεις μέσα στις ντουλάπες, αλλά ερωτώ, σου πάει η καρδιά να αλλάξεις ομάδα; Με την ίδια ακριβώς λογική δεν μπορείς να αλλάξεις θρησκεία. Μπορείς να την αφήσεις να ατονήσει, μπορείς να την αφήσεις να πέσει στη λήθη σιγά, σιγά, μπορείς να αδιαφορήσεις, μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα με τη θρησκεία σου, αλλά να την αλλάξεις; Και ότι τι; Θα γίνεις απ΄ τη μια μέρα στην άλλη βουδιστής, μουσουλμάνος, καθολικός και θα λατρεύεις ξαφνικά τα θρησκευτικά βιβλία; Θα διαβάζεις προφητείες και θα αφιερώνεις πίτες στον Άγιο Φανούριο του Βούδα να σου βρει νύφη / γαμπρό / ενοικιαστή; Θα προσεύχεσαι παρέα με τον Χότζια τ' απογεύματα στην παλιά Λευκωσία και θα λες «πού κρυβόσουν ρε Χότζια τόσα χρόνια με τα ωραία σου; Δράμα περνούσαμε με το υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ρίξε τώρα έναν αμανέ να ανέβουμε λίγο! » Άσε μας κυρά μου με τα προβλήματά μας.

Τώρα, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ήτοι γιατί να πρέπει να υποβληθεί το παιδί στο μαρτύριο της βάπτισης, σου έχω κι εδώ νέα! Εξ όσων γνωρίζω εκ πείρας (και απορώ γιατί δεν γνωρίζεις κι εσύ αφού κι εσύ που με διαβάζεις τώρα εικάζω ότι έχει βαφτιστεί), η μνήμη του τέκνου στην ηλικία των έξι μηνών είναι τόσο υπανάπτυχτη που δεν μπορεί να συγκρατήσει την ταλαιπωρία της ιεροτελεστίας σε βαθμό που να το στιγματίσει εφ’ όρου ζωής. Εκτός κι αν είσαι ο γιος της Βανδή και είσαι μέχρι τα 8 σου έτη αβάπτιστος. Τότε ναι, να το δεχτώ, θα σου μείνει τραύμα να πρέπει να σε δουν γυμνό οι συγγενείς μες την πισίνα να σε λούζει ο παπάς. Αλλά για μωρά κάτω του ενός, σιγά το πατατράκ και την καρράμπα.

Δεύτερον, αν το μωρό είναι καθώς πρέπει, comme il faut, της αριστοκρατίας και του καλού κόσμου που λέμε, θα γνωρίζει ότι είναι τρε-μπανάλ να κλάψει και να προβεί σε υστερίες ενώπιων τόσων καλεσμένων με κάμερα κινητού στο χέρι, έτοιμοι να τον εκθέσουν σε όλα τα σόσιαλ μύδια.

Ο δικός μας, που είναι άξιος εκπρόσωπος της ιπποτικής συμπεριφοράς, δεν έβγαλε άχνα. Ούτε κιχ. Κύριος με το κου κεφαλαίο! Ήρθε, γδύθηκε, βαφτίστηκε και έφυγε σαν να μην συνέβη τίποτα. Ούτε σταγόνα δεν έχυσε έξω απ' τη κολυμπήθρα, που λέει ο λόγος. Σνομπαρία πρώτης τάξεως σαν τον πατέρα του που από χθες ψήλωσε άλλους δύο πόντους από την υποδειγματική συμπεριφορά του υιού του. 

Θα κάνω τρελό κόμμα με τον γιο μου μιαν ημέρα όχι και πολύ μακρινή. Μας βλέπω ήδη μπροστά μου να μεταναστεύουμε παρέα σε μια χώρα περιωπής και είμαι τόσο χαρούμενος!



*Τονίζω τον στενό οικογενειακό κύκλο, σε περίπτωση που δεν προσκλήθηκες, να ξέρεις το γιατί και να μην παρεξηγηθείς. Προσωπικά εκπλήσσομαι όταν κάποιος θίγεται από τη μη πρόσκληση σε βαφτίσια. Εγώ πανηγυρίζω όταν μας ξεχνούν.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2017

Αρνούμαι

Προσωπικά και γενικά τελώ υπό άρνηση όσον αφορά κάποια πράγματα.

Δηλαδή, τι κάποια πράγματα; Τελώ υπό άρνηση όσον αφορά τα πάντα.

Για παράδειγμα, αρνούμαι να δεχτώ ότι κάποια πράγματα τελείωσαν και πέρασαν στη σφαίρα της ιστορίας. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε η Βίσση με τον Καρβέλα. Για μένα θα είναι πάντα ένα και ζω για την ημέρα που θα δικαιωθώ μαθαίνοντας ότι ξανασμίξανε. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε ο Αλ Μπάνο απ’ τη Ρομίνα Πάουερ. Δεν αποδέχομαι ότι τελείωσαν αμφότερα τα 80ς και τα 90ς και ότι πήραν μαζί τους στον τάφο όλη την ποπ κουλτούρα της εποχής.

Δεν μπορώ να βάλω τελεία. Αν κάτι το αγάπησα και επένδυσα συναισθηματικά επάνω του, θέλω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έχω εξοικειωθεί με την έννοια του τέλους. Στο Δημοτικό, ας πούμε, είχα μια πολύ δεμένη παρέα την οποία υπεραγαπούσα. Στο Γυμνάσιο έπαψε να υφίσταται. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτόν μου πως επρόκειτο για «μια φάση» που θα περνούσε, κι ότι ύστερα θα ήταν όλα όπως παλιά, κι ότι η συμμορία θα έκανε τρανό καμ μπακ, πλανόμουν πλάνην οικτράν.

Ομοίως, στο Λύκειο. Η παρέα του Λυκείου που μου προσέφερε άπειρες στιγμές ευτυχίας, και είχε κάνει τη ζωή μου να συγκρίνεται με το Beverly Hills 90210, κι αυτή μας άφησε χρόνους. Και δεν προβλήθηκε καν στις επαναλήψεις. Οι όρκοι φιλίας μπορεί να κράτησαν, μπορεί ακόμη και σήμερα να ευφραίνεται η καρδούλα μου όταν από καιρού εις καιρόν συναντιόμαστε, αλλά η μαγεία της παρέας (που ως γνωστόν είναι και αυτή που γράφει την ιστορία), ξεθώριασε, πέρασε, τέζαρε. Και όλοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Που τι τους κόστιζε να τη διατηρήσουν εν ζωή; Τόσο ωραία περνούσαμε. Τίποτα. Κι όμως, στ’ αρχίδια τους όλα.

Μην θυμηθώ τώρα το πανεπιστήμιο και ειδικά την πρώτη μου χρονιά στην Αγγλία. Εκεί κι αν είχα απογειωθεί ως αυτοκρατορική προσωπικότητα. Εκεί κι αν νόμιζα ότι η Νιρβάνα που βίωνα από δωμάτιο σε δωμάτιο, από μαζοχο-έρωτα σε μαζοχο-έρωτα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο θα διαρκούσε αιώνια. Δεν παραπονιέμαι, μια χαρά απόλαυσα τα πάντα στη στιγμή τους. Αλλά δεν διήρκησαν όσο ήθελα. Στο 2ο έτος όλα ήταν ήδη παρελθόν. Και αυτό που μου τη σπάει είναι πως κανένας δεν είχε διάθεση να δώσει συνέχεια. Αυτό με προσβάλλει. Επειδή μειώνει, ξευτιλίζει κι ατιμώνει την ιστορία μας. Γιατί αν κάτι ήταν ωραίο το παλεύεις να το διατηρήσεις. Δεν το αφήνεις να ψυχομαχεί ώσπου να το πάρει ο Χάρος.

Σαν αυτό που αναρωτιέμαι καμιά φορά… Γιατί οι Ρέππας – Παπαθανασίου δεν συνεχίζουν τις Τρεις Χάριτες αφού τις θέλουμε τόσο πολύ; Γιατί ο Καπουτζίδης δεν αποπειράθηκε να συνεχίσει το Παρά Πέντε αφού έβλεπε πόσο το ζητούσε ο κόσμος; Για να μην κορεστούν και ξεχειλώσουν; Σιγά! Καλύτερα είμαστε τώρα που δεν έχουμε τι να δούμε; Εκατό φορές καλύτερα ένα ξεχειλωμένο σήριαλ, παρά ένα μέτριο καινούριο.

Ω, Θεοί. Όλα αναλώσιμα είναι. Και προπάντων οι άνθρωποι. Όλοι κάποτε τελειώνουν. Κανέναν δεν αξίζει να πιέζεις να συνεχίσει αν δεν του βγαίνει πηγαία από μόνου του.

Και ξέρεις ποιος είναι ο μεγαλύτερός μου φόβος σήμερα. Ότι θα ξεψυχήσει και η παρέα του θεάτρου. Που ήδη άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Πάνω που παίρνεις τα πάνω σου, βρε παιδί μου, πάνω που βρίσκεις τη θέση σου σε ένα σύνολο και λες «μα, τι ωραία που περνούμε εδώ στην εξοχή, επιτέλους βρήκα το crowd μου», κάποιος λακίζει, κάποιος εκτρέπεται, κάποιος αφαιρεί το κρίσιμο τουβλάκι από το Τζένγκα και timbeeerrrr… δεν υπάρχει ουδεμία διάθεση από τους υπόλοιπους να το ξαναχτίσουν. Παίρνουν τα κουβαδάκια τους και σ’ άλλη παραλία. Νατάσα, μην τυχόν και φέρεις εις γνώσιν τους το παρόν κείμενο, σ’ έφαγα!

Μου προκαλεί κατάθλιψη πλέον η πραγματικότητα. Όλα όσα φέρνει η ζωή ξέρω πως μια μέρα θα τα πάρει. Και ναι, έχω μάθει να το διαχειρίζομαι ως ένα βαθμό, απολαμβάνω τη στιγμή και ικανοποιώ όλους τους μαλάκες φιλόσοφους που έγραψαν διαχρονικές παπάρες επί του θέματος, ξέρεις περί ματαιότητας των πάντων κτλ, κτλ. Αλλά μία μόνιμη θλίψη κρέμεται από πάνω μου σαν δαμόκλειος σπάθη σε κάθε έκφραση ευτυχίας. Αγκαλιάζω τον γιο μου, ας πούμε, σκέφτομαι ότι τόση αγάπη και τόση χαρά δεν έχω ξαναζήσει, αλλά σκέφτομαι ότι σε 10 χρόνια θα είναι ένας μαντράχαλος που θα με κλωτσά και θα με αποφεύγει, που θα με βρίζει όποτε του πω να κάτσει να διαβάσει και σκέφτομαι ότι θα μου τελειώσει. Γιατί να πρέπει να περάσεις τότε αυτό το απόλυτο στάδιο ευτυχίας αφού θα καταλήξεις στον θάνατό του;

Είναι ψυχοφθόρο. Είναι κουραστικό. Είναι σισύφειο. Και μετά από μια ηλικία απλά αποκτηνώνεσαι και δεν νιώθεις τίποτα. Δεν σου καίγεται καρφί. Σαν τη γιαγιά μου, που στα 84 της μου ανακοινώνει ωμά ότι πέταξε όλα τα ζευγάρια παπούτσια που διαθέτει και έμεινε μόνο με τις παντόφλες γιατί ξέρει ότι μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει, και απλά περιμένει να πεθάνει.


Τα πάντα ρει και ουδέν μένει, τα πάντα ρέει και singinin the rain

Τρίτη, Μαΐου 23, 2017

Τερρορίστας

«Μα, έχεις και εσύ τώρα κέφια να τρολάρεις τον κόσμο που ταράχτηκε με τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Μάντσεστερ κι αλλού;»

Ναι, έχω.

Εκνευρίζομαι απίστευτα να πρέπει να τρώω στη μάπα αναλύσεις και διδακτικά μηνύματα από κόσμο που το 90% του χρόνου του, του το τρώει το Survivor (ουδέν πρόβλημα και εμένα μου τον τρώει), αλλά κάπου εκεί ανάμεσα σε Μισθοφόρο και Σπαλιάρα κρίνουν ότι πρέπει να διακόψουν το παιχνίδι, να πατήσουν για πέντε λεπτά το pause, για ένα σύντομο πολιτικό μήνυμα παγκόσμιας ειρήνης προς όλους τους followers and friends. Δελτίο Τύπου, κανονικά. "Η τρομοκρατία δεν θα νίκήσει", "Δεν μας τρομάζετε!", "Χτύπα κι άλλο θα τ' αντέξω".

Άσε μας κυρά μου! Το κατανοώ να φοβάσαι, το κατανοώ να απελπίζεσαι, το κατανοώ να τρέμεις στη σκέψη ότι έφερες το παιδί σου στον μάταιο τούτον κόσμο, αλλά είναι ένα το να εκδηλώσεις τους φόβους και τους προβληματισμούς σου για το τι μέλλει γενέσθαι, κι άλλο να μας κάνεις μαθήματα περί οφθαλμού αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντα, αναλύσεις επί φανατισμού, εξτρεμισμού και πολωνικού εξπρεσιονισμού κουνώντας μας το δάκτυλο. Γιατί εσύ ξέρεις πώς να σώσεις τον κόσμο, αλλά «δεν σ’ αφήνει το σύστημα!» Άντε τράβα να δεις Survivor που θες να μου αφήσεις και πολιτικό στίγμα. 

Δεν έμεινε κοκότα για κοκότα που δεν έγραψε τουίτ, δεν έγραψε status update σχετικό με το Μάντσεστερ. Το «Δεν θα περάσει η τρομοκρατία!» είναι αυτό στο οποίο συμφωνούν όλες χοντρά – χοντρά. Η τρομοκρατία μια χαρά περνά βλακούλες μου. Το είπατε μια φορά το σύνθημα, το είπατε δυο, το είπατε τρεις αλλά δεν είδα κάποια τρομοκρατία να μην περνά. Περνά και καλοπερνά. Καλύτερα από όλες! Οπότε μην το ξαναπείτε, παίζετε με τα νεύρα μας και θα την ακούσετε εσείς στο τέλος. Θέλετε να προσφέρετε στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας; Αρματωθείτε μία βόμβα και σπεύσατε να καθαρίσετε το κακό στη ρίζα του. Βρείτε έναν τζιχαντιστή και σφάξτε τον, ανατινάξτε τον. Όσο δεν το κάμνετε, τα διαδικτυακά μαθήματα προς εμάς που δεν έχουμε και διασυνδέσεις με το ισλαμικό κράτος σας μάραναν.

Εγώ έχω εξοικειωθεί με την νέα τάξη πραγμάτων. Και τα αεροπλάνα άρχισα να φοβάμαι ξανά, και τα ταξίδια τα αραίωσα (όχι μόνο λόγω οικονομικού), και κάτι συναυλίες που είχα κλείσει να πάω να δω στη Ρώμη τις ακύρωσα. Ύστερα μου πέρασε, ξεθάρρεψα λίγο, ως το επόμενο χτύπημα που πάλι με μούδιασε και ξανά-έκατσα στα αβγά μου. Δεν θα νικήσω εγώ την τρομοκρατία. Ούτε ξέρω πως μπορώ να την νικήσω με το να μην φοβάμαι. Εννοείται ότι θα φοβάμαι. Το φυσιολογικό είναι να φοβάσαι. Και όσο δεν λαμβάνουμε ομαδικώς δραστικά μέτρα, εννοείται θα φοβόμαστε για πολλές δεκαετίες ακόμη. Απλά θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεις «εσσιέξιξι» ή κατά το κυπριακότερον: "to hell with terrorism", θα μπω στο μετρό και αν πεθάνω, πέθανα.

Μέχρι τότε δείτε Survivor, ασχοληθείτε με τον Ντάνο και τη Βλαχαβάνη και αφήστε τα βαθιά νοήματα. Είναι πολύ βαθιά για να τα αναλύετε με 140 χαρακτήρες.


Άντε εντάξει, έβαλα και στο προφίλ την αγγλική σημαία για συμπαράσταση. Λέω να κατεβάσω και λίγη Αριάνα Γκράντε στον υπολογιστή. 

Everybody happy now?

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Πριν 10 Χρόνια

Έπαιζα με τις λίστες των τραγουδιών μου στο itunes και έπεσα πάνω σ’ αυτήν του 2007. Και συνειδητοποίησα ότι πέρασαν 10 χρόνια από τότε, όταν διένυα την τελευταία μου χρονιά ως φοιτητής, όταν τελείωνα το 2ο μου μάστερ, όταν ήμουν ακόμα στη Βρετανία και ήμουν σε εντελώς διαφορετική φάση από όπου βρίσκομαι σήμερα. Πόσα άλλαξαν μέσα σε δέκα χρόνια!

Το 2007 αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία. Γιατί πάντα ήθελα να γίνω δημοσιογράφος και να γίνω σαν τον Κωστόπουλο, ένας πλούσιος πορνόγερος που θα είχε όποια θέλει και θα εκδίδει τα πιο έξυπνα και μοδάτα περιοδικά της χώρας. Ο πατέρας μου έλεγε ότι απλά ήμουν ανώριμος και ότι ο πραγματικός λόγος που ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία ήταν α) για να μπορώ να πάρω συνέντευξη από τη Βίσση μια μέρα, β) για να αποφύγω την επιστροφή στην Κύπρο, γ) για να τους φάω λεφτά, δ) επειδή έχω γινάτι και κάνω πάντα το ανάποδο απ’ αυτό που μου λένε. Να πω την αλήθεια, ισχύουν λίγο πολύ όλα. Αλλά πάντα μου άρεσε να γράφω, οπότε δεν ήταν καπρίτσιο, ούτε κάτι άκυρο εκ μέρους μου. Και ξέρω ότι γράφω καλύτερα από τον μέσο όρο. Θέλω να πω, δικαιούμαι τον χώρο μου. Πιστεύω ότι θα μου πήγαινε να έχω δικό μου περιοδικό, ή δικό μου κανάλι, ή δική μου εκπομπή, με την προϋπόθεση βέβαια να μην απευθύνεται στο κοινό που τρέπεται και τέρπεται με Λούη Πατσαλίδη, Πρίγκιπα, Μπρούσκο, Δίδυμα Φεγγάρια, Παραδοσιακές Βραδιές, Όλγα Ποταμίτου, Βασιλική Χατζηαδάμου και λοιπές τσοκαρίες. Στο 90% των Κυπρίων, δηλαδή, που θα με εξωθούσε σε πιο φτηνές λύσεις για να καταφέρω να επιβιώσω.

Όλοι μου έλεγαν να μην πετάξω λεφτά για να σπουδάσω δημοσιογραφία. Ότι στην Κύπρο δεν ανθίζει η ερευνητική δημοσιογραφία, ότι όλα γίνονται copy paste από τα διεθνή ειδησεογραφικά πόρταλ, ότι κανείς δεν θα σε λαμβάνει σοβαρά υπόψιν δηλώνοντας δημοσιογράφος, ότι θα πρέπει να εργαστείς σαν σκυλί για την κάθε Ελίτα Μιχαηλίδου και τον κάθε Τσουρούλλη για να βγάλεις πενταροδεκάρες, ενώ με τα λεφτά που θα έβγαζα ως δικηγόρος θα απέφευγα όλον αυτόν τον διασυρμό. Δεν είχαν άδικο. Ειδικά στο θέμα της κάθε Ελίτας είμαι κάθετος. Να κάθομαι εγώ να δουλεύω βάρδιες για να βγαίνει η Ελίτα να παρουσιάζει εκπομπές και να παίζει την καμπόση, no sir, not me.

Τέλος πάντων, είναι τεράστιο θέμα και δεν έχω τώρα διάθεση να το αναλύσω. Όπως και να ‘χει, το μάστερ δημοσιογραφίας μπορώ να σε διαβεβαιώσω δέκα χρόνια μετά ότι ήταν αχρείαστο, μην σου πω δεν ξέρω καν που έχω καταχωνιάσει και το πτυχίο. Νομίζω το έχω χάσει σε μετακόμιση. Βαριέμαι και να το ψάξω. Δεν μετανιώνω όμως που το έκανα. Κατ’ αρχάς στο Κάρντιφ, το 2007 πέρασα μία από τις ωραιότερες χρονιές της ζωής μου. Είχα χαλαρώσει τόσο πολύ σε επίπεδο διαβάσματος μετά τη λαίλαπα της νομικής, που η δημοσιογραφία ήταν περίπατος. Διακοπές.

Το 2007:

Αυτό το μπλογκ γνώριζε αναπάντεχη απήχηση. Ήμουν ακόμα ανυποψίαστος ως προς την έκθεση στο διαδίκτυο, εκφραζόμουν πολύ πιο αθυρόστομα, ελεύθερα και δεν είχα να δώσω λογαριασμό σε κανένα για όσα έγραφα. Σήμερα έχω οικογένεια, δουλειά, εργοδότη, είμαι κατά κάποιον τρόπο υπόλογος. Και κυρίως, υποψιασμένος ως προς ποιος με διαβάζει.

Το 2007 ζούσε ακόμα ο πατέρας μου.

Μέναμε στο παλιό το διαμέρισμα δίπλα στη γιαγιά μου. Σήμερα η γιαγιά μου είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Νομίζει ότι έχουμε ακόμα 1990 (υπέροχη χρονιά, αλλά δεν!), είχα μακριά μαλλιά, κοιμόμουν ακόμα στο εφηβικό μου κρεβάτι. Η Μπρέντα μου λέει ότι αν με είχε γνωρίσει με μακριά μαλλιά δεν θα με ήθελε. Τα σιχαίνεται και χαίρεται που τα έκοψα. Κατ’ ακρίβεια δεν τα έκοψα επειδή τα βαρέθηκα. Τα έκοψα γιατί έκανα φαλάκρα. Ας είχα πλούσια μαλλιά και σήμερα θα ήταν ακόμα μακριά και βαμμένα ασημένια σαν του Καρβέλα.




Το 2007 αγόραζα ακόμα cds. Ήμουν εναντίον των mp3’s. Και ακόμα είμαι δηλαδή. Θέλω να αγοράζω τη μουσική υπό τύπον αντικειμένου. Αλλά τι να κάνω. Δεν μπορώ να σταματήσω την πρόοδο.

Το 2007 γνώρισα την Αγγελική, στο Κάρντιφ. Μπορώ να πω ότι δέκα χρόνια μετά, ότι την αγαπώ πιο πολύ από ό, τι τότε. Απώλεσε την ιδιότητα της «παλιάς συμφοιτήτριας», πλέον τη θεωρώ σαν οικογένεια μου στην Ελλάδα. Επίσης, είχα και μιαν άλλη καλή φίλη τη Μαρία, με την οποία ακόμα αγαπιόμαστε, αλλά εκ του μακρόθεν. Με καφέδες μια φορά τον χρόνο.

Το 2007 πήγα διακοπές στην Πορτογαλία και στη Γαλλία.


To 2007 δεν είχα γκόμενα. Όπως και πολλά άλλα χρόνια, φυσικά. Αλλά τότε ήταν που νομίζω ότι έφτασα στα άκρα της σεξουαλικής στέρησης. Σκεφτόμουν το σεξ εκατόν φορές τη μέρα. Το είχα διογκώσει στο κεφάλι μου τόσο πολύ που μόνο για εκείνο μιλούσα, μόνο εκείνο σκεφτόμουν, όλο μου το χιούμορ εστιαζόταν και περιστρεφόταν γύρω από αυτό. Πόσο λυπηρό και απελπισμένο. Ευτυχώς που πέρασε.

Παρόλα αυτά, το 2007 ήταν η τελευταία μου ξέγνοιαστη χρονιά. Αρκούσε μία βόλτα στο Bute Park ή γύρω από το Millenium Stadium για να ξεδώσω. Η αίσθηση ελευθερίας, η αίσθηση ότι βρίσκομαι χαμένος μέσα στις χιλιάδες των Ουαλών και ουδείς με γνωρίζει, κόπτεται για την παρουσία μου, όλη αυτή η ανωνυμία που στην Κύπρο δεν υφίσταται αφού όποια πέτρα κι αν σηκώσεις βρίσκεις γνωστόν σου, ήταν λυτρωτική.   


Σήμερα έχω την οικογένειά μου βέβαια, το γιούδιν μου το υπέροχο, το οποίο καλύπτει όλα τα κενά της ύπαρξής μου, αλλά ναι, τώρα που το playlist με πήγε 10 χρόνια πίσω, ένα σφίξιμο στο στήθος το ξανάνιωσα.