Τρίτη, Αυγούστου 13, 2019

Απολογούμαι

Προχθές, την Κυριακή, δεν κάναμε τίποτα. Μείναμε όλη μέρα σπίτι. Το να μένεις όλη μέρα σπίτι, τον Αύγουστο, με 45 βαθμούς κελσίου υπό σκιάν, με τα τζιτζίκια να σκάνε, δεν θέλει και πολύ να σκάσεις κι εσύ μαζί τους. Έπρεπε να απασχολήσουμε τον Αλέξη, να τον «κουράσουμε» για να μπορέσει να κοιμηθεί φυσιολογικά το βράδυ, και κάπως έτσι, με ένα δίχρονο πάνω στο κεφάλι μας πέρασε όλη η μέρα μες τη γκρίνια και τη μίρλα. Το βράδυ όταν επιτέλους ο Θεός μας έκανε τη χάρη και πήγε την ώρα στις 8:30, τον κάναμε μπάνιο, του δώσαμε το γάλα του και έλπιζα ότι θα ξεραινότανε μια κι έξω, χωρίς να ζητήσει να του διαβάσω κάποιο παραμύθι.

Ο Αλέξης συνήθως «γλαρώνει» όταν πίνει το γάλα του. Ξαπλώνει και το πίνει, και μετά εξαντλείται, θέλει «νάνι». Τον έβλεπα να αφήνεται σιγά-σιγά στα χέρια του Μορφέα και αναθάρρεψα, σκέφτηκα ότι θα γλιτώσουμε απόψε το μαρτύριο του παραμυθιού. Γενικώς απολαμβάνω τη διαδικασία της εξιστόρησης, αλλά όταν κάθε μήνα κολλά με ένα συγκεκριμένο παραμύθι και το επαναλαμβάνουμε κάθε νύχτα ώσπου να το κάνουμε εμετό, καταντά σισύφειο μαρτύριο. Αλλά φεύ! Προχθές, με το που τον σκέπασα και είπα «δόξα σοι ο Θεός ξέχασε ότι τώρα διαβάζουμε παραμύθι», γύρισε απότομα και μου είπε ολόχαρος: «θέλεις να διαβάσουμε…» κι εγώ εκεί τον έκοψα.

«ΟΧΙ! Τίποτα δεν θα διαβάσουμε! Πέσε τώρα για ύπνο!» του είπα.

Κι αυτός έπεσε. Και δεν είπε τίποτα. Έστριψε το κεφαλάκι του, γύρισε τη πλάτη του λυπημένα και εντός ενός λεπτού, ροχάλιζε.

Και ύστερα κατέβηκα κάτω, και όλη νύχτα δεν το συγχωρούσα του εαυτού μου ότι τόλμησα και του έκοψα το παραμύθι, επειδή εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ έτυχε να είμαι πιο κουρασμένος απ’ ό, τι συνήθως. «Γιατί του μίλησα τόσο απότομα, Θεέ μου!» και «Μήπως τον πλήγωσα; Δεν έφερε αντίσταση ο καημένος. Του έκοψα τη φόρα και αυτός απλά το δέχτηκε. Γύρισε στο πλάι και αποκοιμήθηκε τόσο φρόνιμα». «Μα τι υπάκουο μωράκι έχω, κι εγώ το τέρας το αποπήρα! Γιατί; Επειδή ζήτησε να διαβάσουμε παραμύθι. Τι έγκλημα! Που ούτως ή άλλως το παραμύθι είναι μέρος της ρουτίνας του».

Πέρα-δώθε μέσα στο σαλόνι, να τρώγομαι με τα ρούχα μου. Έκατσα να δω σειρά στο Νετφλιξ και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ από τις τύψεις. Πήγα και του ζήτησα συγγνώμη. Ο γιος μου είναι το πρώτο άτομο στον κόσμο που του ζητώ συγγνώμη χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για το αν την αξίζει. Αλοιφή τελείως μ’ έχει κάνει. Του έχω ξαναζητήσει συγγνώμη στο παρελθόν επειδή πάνω στα νεύρα μου του μίλησα πιο απότομα απ’ ό, τι άρμοζε στην περίσταση. Συνήθως δεν καταλαβαίνει τη σημασία και τη σημαντικότητα της συγγνώμης ως πράξη, αλλά προχθές μου είπε «εντάξει, άντε τώρα!» με ύφος «σημειώθηκε (η συγγνώμη), μα μην νομίζεις ότι θα ξεχαστεί τόσο εύκολα η συμπεριφορά σου».

Θεωρώ πολύ σημαντικό να απολογείσαι στα μωρά. Είναι καλό να απομυθοποιείται πού και πού ο ρόλος του φάδερ φίγκιαρ που καλούμαστε να παίξουμε. Αν δεν τους πεις εσύ συγγνώμη, πώς θα μάθουν να σου λένε και αυτά αργότερα όταν μεγαλώσουν; Οι δικοί μου γονείς ουδέποτε απολογήθηκαν για το οτιδήποτε. Πού να ρίξουν τα μούτρα τους; Να σου πουν τί; Οι δικοί μου καλά-καλά, δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσουν και να παραδεχθούν τα λάθη τους, πόσω μάλλον να αισθανθούν ότι οφείλουν να απολογηθούν γι αυτά. Ακόμα και σήμερα όταν θέτω τη μάνα μου προ των ευθυνών της, επινοεί ένα εκατομμύριο δικαιολογίες παρά να πει ένα φάκιν’ «συγγνώμη» να τελειώνουμε. Και έτσι καταφέρνει και με τσαντίζει έτι περισσότερον.

Με το να απολογούμαι στον δικό μου, και απολογούμαι ειλικρινά, κι όχι μόνο χάριν διαπαιδαγώγησης, ελπίζω ότι μια μέρα θα αντιληφθεί τη σημαντικότητα της έννοιας και θα την εφαρμόζει. Προς το παρόν, βέβαια, όταν κάνει αταξία και των ρωτώ «τι θα πεις;» μου απαντά «ευχαριστώ!»

(Θεέ μου, θα πεθάνω! Λέει ευχαριστώ αντί για συγγνώμη. Ούτε που καταλαβαίνει ακόμα τη διαφορά! Πώς θα τον πάω μια μέρα στο σχολείο για διάνοιες όπως πραγματικά του αξίζει;)

«Όχι ευχαριστώ. Κάτι άλλο πρέπει να πεις», του εξηγώ.

«Πα(ρ)ακαλώ!», μου ανταπαντά.

Εκεί δυσανασχετώ και λέω, εντάξει, άστον, είναι μεν διάνοια, αλλά μικρός ακόμα. 

Δευτέρα, Αυγούστου 05, 2019

Ευρωπαϊκά Προγράμματα Της Προκοπής

Δεν θυμάμαι αν έχω ξαναγράψει σχετικώς, μα εδώ και μερικά χρόνια διοργανώνεται από την EBU ο Διαγωνισμός της Γιουροβίζιον για Ευρωπαϊκές Χορωδίες.

Και ναι, έκατσα να τον δω. Τι θέλετε; Ακόμα να πάω διακοπές.

Ο Διαγωνισμός αυτός διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια. Ο πρώτος διοργανώθηκε το 2017 και τον κέρδισε μία χορωδία από τη Σλοβενία, ενώ ο φετινός διοργανώθηκε στο Γκόθενμπεργκ της Σουηδίας και τον κέρδισε μία χορωδία από τη Δανία (κλασικό σενάριο. Και στη Γιουροβίζιον την ‘κανονική’, πάντα οι Δανοί κερδίζουν σε σουηδικό έδαφος).

Ο λόγος για τον οποίο γράφω σήμερα γι’ αυτό το θέμα είναι επειδή βλέποντας το πρόγραμμα στο YouTube, νοστάλγησα το γκλάμουρ και την επισημότητα της παλιάς καλής γιουροβίζιον που βλέπαμε μικροί. Στις δεκαετίες 1980-1990. Αν τολμάτε και αντέχετε να παρακολουθήσετε λίγο, θα καταλάβετε τι εννοώ.

Κατ’ αρχάς με γοητεύει η «συστολή» ως φιλοσοφία του προγράμματος. Βλέπετε να συμμετέχουν σ’ αυτό άνθρωποι κανονικοί. Με καθημερινές φάτσες σαν τη δική μου και τη δική σας.  Δεν συμμετέχει η αφρόκρεμα των φρικιών της Ευρώπης. Βλέπεις φάτσες από κάθε χώρα που θα μπορούσαν να ήταν οι γείτονές μας. Άνθρωποι με χόμπι που συμμετέχουν σε έναν μεγάλο διαγωνισμό και το βρίσκουν μεν συναρπαστικό, αλλά ταυτόχρονα «καινούριο». Είναι άμαθοι. Δεν είναι απαραίτητα τηλεοπτικοί και ωραίοι, δεν είναι ξέκωλα, δεν είναι σέξυ χάριν του σέξινες. Είναι γοητευτικοί, όμως, επειδή φαίνεται να έχουν ζωή και προσωπικότητα.



Μπορείτε να φανταστείτε ενδεχόμενη συμμετοχή της Κύπρου από κάποια χορωδία; Βασικά υπάρχει κάποια χορωδία στην Κύπρο που να είναι παρουσιάσιμη στο εξωτερικό; Εγώ μόνο την χορωδία της Λαϊκής Τράπεζας είχα υπόψην η οποία σε ενδεχόμενη συμμετοχή θα είχε κατάληξη εφάμιλλη της τράπεζας. 

Λατρεύω την ύπαρξη της επιτροπής, αγαπώ τον τρόπο που μιλά ο Εγγλέζος επικεφαλής. Τα αγγλικά τα δικαστηριακά που αγάπησα, τα αγγλικά τα διανοούμενα. Αγαπώ την ύπαρξη της ζωντανής ορχήστρας. Το γεγονός ότι ανακοινώνονται οι νικητές και οι διαγωνιζόμενοι πανηγυρίζουν σεμνά χωρίς εξαλλοσύνες. Διάχυτο το class. 

Εντάξει, είναι λίγο σπασικλέ όλα αυτά, το παραδέχομαι. Αλλά έχουν κι αυτά τη γοητεία τους.

Σε άλλα νέα, διαβάζω για πολλοστή φορά ότι επανέρχονται τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα. Τα ξαναδιαβάσαμε τα νέα παλιότερα, αλλά η πρωτοβουλία της Γιουροβίζιον για European Super Games ναυάγησε και τώρα φαίνεται να επανέρχονται τα παλιά, τα αγαπημένα, μέσω του Canale5, γαλλικής προελεύσεως καναλιού. Σ’ αυτή την παραγωγή συμμετέχουν μεγαθήρια, Ρωσία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πολωνία, διαβάζω. Το μόνο αρνητικό είναι ότι τα δικαιώματα του τίτλου τα κατέχει η ιταλική ΡΑΙ και δεν τα παραχωρεί. Έτσι ναι μεν θα επιστρέψουν και μάλιστα με το γνωστό μουσικό θέμα που όλοι αγαπήσαμε, αλλά είναι ακόμα αμφίβολο αν θα διατηρηθεί ο γνωστός τίτλος, Jeux Sans Frontiers και το λογότυπο με το καπέλο του τζόκερ, που εκείνο ήταν το όλο θέμα.


Τραγικό το τρέηλερ, αλλά ελπίζω ότι δεν θα είναι αυτής της αισθητικής το τελικό πρόγραμμα. Επίσης, αν σκεφτούν έναν πιο πιασάρικο τελικό τίτλο για το πρόγραμμα, ακόμα καλύτερα. Επίσης, μπορείτε να φανταστείτε πιθανή συμμετοχή της Κύπρου; Ούτε γι' αστείο. Αν και θα πέθαινα να συμμετέχω σε ένα τέτοιο πρόγραμμα και ας ερχόμασταν πιο τελευταίοι και από τους τελευταίους. 

Στην Ελλάδα θα μεταδίδονται μέσω ΣΚΑΙ και φήμες θέλουν για παρουσιαστή τον Θέμη Γεωργαντά, ο οποίος δεν με χαλά καθόλου. Παλαιάς σχολής δημοσιογράφος, μια χαρά. Γυρίσματα δεν άρχισαν ακόμα αλλά θα γίνουν 6 εκπομπές, μία σε κάθε χώρα (χαίρομαι που θα υπάρχει ποικιλία και όχι αποκλειστικότητα σε μία μόνο χώρα όπως συνέβαινε στα ΠΧΣ από το 1995 και μετά). Είμαι πολύ περίεργος να δω τι θα βγει. 

Χαλάλι η αναμονή!

Τετάρτη, Ιουλίου 31, 2019

Στα Βαφτίσια Με Τους Βρυκόλακες

Μ’ έπιασε μια καταθλιψάρα πρωινή, πρωινή…

Μέσα στα πλαίσια της ψηφιοποίησης των κασεττών, έφερα να ψηφιοποιήσω και την κασέττα της βάφτισης μου. Καίγεσαι πολύ να δεις τον εαυτόν σου να βαφτίζεται, θα με ρωτήσεις. Όχι, ουδεμία καούρα έχω να με δω με τα βαφτιστικά μου. Σκέφτηκα όμως ότι είναι κρίμα να διασώζεται η Σοφία Μουαΐμη και η Φρύνη Παπαδοπούλου, και να μην έχω τίποτα προσωπικό από την εποχή εκείνη. Κλείνω τα σαράντα σε δυο χρόνια, θα ήταν καλό υλικό για ένα επετειακό βίντεο.

Τι ήθελα κι έβαλα να το δω; Ήταν σαν να άνοιξε μια μαύρη τρύπα και με κατάπιε. Είδα μια ταινία γεμάτη πεθαμένους. Ορίστε που πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν, για όσους διερωτάστε. Τρυπώνουν στις βιντεοκάσεττες. Εκεί να τους ψάξετε. Ήταν οδυνηρό. Ό, τι και να λέμε, ήταν οδυνηρό. Κάθε πλάνο κι από ένας πεθαμένος – ολοζώντανος! Ο παππούς μου, ο παπάς μου, ο άλλος μου παππούς. Η γιαγιά μου από τη μεριά του παπά μου, οι αδελφές της, οι αντράδες τους. Θείοι και θείες, κάτι άλλοι γέροι που μόνο ως φάτσες τους θυμάμαι. Πολλοί άνθρωποι χαρούμενοι, ντυμένοι με τα καλά τους, τώρα όλοι πεθαμένοι!

Θαυμάζω το πώς ο εγκέφαλος τους διατηρεί ζωντανούς σε κάποια γωνιά του μυαλού προκειμένου να αισθάνεται ασφάλεια. Σαν να τους έχει βάλει στη φορμόλη, σαν να τους έχει σε καταστολή, ‘till we meet again. Και είναι απίστευτο το πώς αντιλαμβάνεσαι πως όλοι αυτοί αποτελούν παρελθόν μόλις τους δεις ολοζώντανους μέσα από μία κασέττα να κινούνται, να μιλούν, να χαίρονται, να υπάρχουν. Και να μην υπάρχουν ταυτόχρονα. Μαγικό και συγκλονιστικό.

Ε, δεν ήθελα και πολύ. Στεναχωρήθηκα. Πάρα πολύ στεναχωρήθηκα! Και πάνω που βυθίστηκα μέσα στην κουνελλότρυπα και έπεφτα, έπεφτα σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων με αναμνήσεις να με περιβάλλουν και πρόσωπα να με στοιχειώνουν, το βίντεο έφτυσε την κασέττα. Την έκανε εμετό. Σαν να συμμερίστηκε τον πόνο μου και ήθελε να τον αποβάλει, όπως ο ανθρώπινος οργανισμός τους διάφορους ιούς. Η τηλεόραση μαύρισε, το βίντεο άρχισε να τραντάζεται και να μουγκρίζει σαν δαιμονισμένος που υφίσταται εξορκισμό. Η κασέττα φαγώθηκε, η μπροστινή θύρα του βίντεο άνοιξε ερμητικά και εκτόξευσε την κασέττα μες στα μούτρα μου, συνοδεία ταινίας που ξεκόλλησε και κυμάτιζε στον αέρα σαν σερπαντίνα.


Ήταν οι πεθαμένοι… Θύμωσαν, δεν ήθελαν επισκέψεις. Ήθελαν την ησυχία τους. Δεν γούσταραν δούναι και λαβείν με το 2019. Καλά ήταν εκεί μέσα στα βραστά τους, στο υπέροχο 1981. Τι ήθελα και τους ζωντάνεψα; Με ποιο θράσος διέκοψα τον ύπνον τους. «Δεν είναι ακόμα ώρα» σαν να μου έλεγαν. Και για να γλιτώσουν περαιτέρω επισκέψεις, κατέστρεψαν και το τελευταίο τεκμήριο της ύπαρξής τους. Μάσησαν την κασέττα ομαδικά και λυσσασμένα σαν τα σκυλιά που φυλάνε τον Άδη. «Στα τσακίδια! Δεν είμαστε διαθέσιμοι όποτε εσένα σου καπνίσει».


Στα χέρια της νοννάς μου, έτοιμος για τη κολυμπήθρα. Στο φόντο οι βρυκόλακες. Νταξ' μπορεί τα παιδάκια να ζουν, δεν τα αναγνωρίζω έτσι κι αλλιώς. Αλλά και να ζουν, είμαι σίγουρος ότι είναι σατανικά και θρέφονται με αίμα!

Αυτή είναι η γιαγιάκα μου. Η γιαγιά που ζει ακόμα και στην οποία αναφέρομαι από καιρού εις καιρόν στις διάφορες αναρτήσεις μου. Αυτή που μου χάρισε τις κασέττες. Ειδική μνεία και φωτογραφία για το αρχοντικό της λουκ. Πόσο Μάργκαρετ Θάτσερ! Πάντα δέκα χρόνια μπροστά από την εποχή της!

Δεν πρόλαβα να τους πω ότι κατάφερα και κατέγραψα κάποια λεπτά σε δίσκο dvd. Ούτε πρόλαβα να τους ενημερώσω ότι ξέρω τρόπο να διορθώσω την κασέττα κι ότι έβγαλα και τα πιο πάνω σκρίνσιοτς με το κινητό. Ίσως όμως και να το σεβαστώ. Να τους αφήσω στην ησυχία τους, 'till we meet again. 

Πάω βόλτα να αλλάξω περιβάλλον!

Παρασκευή, Ιουλίου 26, 2019

Παπάδες

Δεν σας αντέχω άλλο, μα αυτό δεν είναι νέο.

Έχει από χθες που ασχολείστε με τις δηλώσεις του Μητροπολίτη Μόρφου. Και τις επαναλαμβάνετε, τις αναπαράγετε, τις κακίζετε, απαντάτε, ανταπαντάτε. Και γίνεστε χειρότεροι.

Πάμε πάλι το μάθημα.

Γιατί ασχολείστε με τους παπάδες; Ξέρετε πολλύ φυσιολογικό κόσμο που αφήνει τα εγκόσμια για να πάει να γίνει παπάς; Όλοι οι τρελοί, όλοι οι ψυχικά διαταραγμένοι, πάνε και γίνονται παπάδες. Το να σας ενδιαφέρει η άποψή τους, είναι σαν να λαμβάνετε σοβαρά υπόψη τη Ρούλα Βροχοπούλου. Και σόρρι που θα το πω, αλλά η Ρούλα Βροχοπούλου έχει πολύ πιο λογική σκέψη από οποιονδήποτε παπά. Ναι, «δεν είναι όλοι οι παπάδες οι ίδιοι», μας το ξαναείπατε. Μπορεί ένα ποσοστό της τάξεως του 1% να είναι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι. Όλοι οι υπόλοιποι, όμως, από κάπου χάνουν εξ ου και προτιμούν να ζήσουν μ’ αυτή τη βρόμικη γενειάδα, μ’ αυτό το άπλυτο μαλλί και να διανύσουν το υπόλοιπο της ζωής τους φορώντας ράσα και τελώντας γάμους, βαφτίσεις και κηδείες, πράγματα που ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν αντέχει να ζήσει ούτε ένα σαββατοκύριακο τον μήνα. Αυτοί τα επαναλαμβάνουν και τα ζουν κάθε μέρα.
Οι παπάδες δεν είναι νορμάλ. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εκφράσουν και νορμάλ άποψη.

Σταματήστε να ασχολείστε με το τι λένε! Ούτε καν ως τρολάρισμα δεν μπορώ να το δεχτώ. Διότι δεν θα μπαίνατε στον κόπο να τρολάρετε την Ρούλα Βροχοπούλου, θα μπαίνατε; Θα λέγατε όλοι, «αχ την καημένη, της σάλεψε», μην την αποπαίρνετε, δεν ξέρει τι λέει. Μην πω ότι μερικοί θα έλεγαν ότι «ασκείται ψυχολογικός πόλεμος, ήτοι μπούλινγκ, σε γυναίκα που δεν είναι καλά». Τώρα γιατί δεν ισχύει το ίδιο για τον πάτερ; Επειδή εκφράζει το ιερατείο και τάχα μου την Χριστιανοσύνη; Μα, εξ όσων γνωρίζω και βλέπω, η συντριπτική πλειοψηφία που μας έχει πρήξει τα αρχίδια από χθες, είναι άνθρωποι δηλωμένοι άθεοι. Αν είστε άθεοι, δυο φορές αδικαιολόγητο το ότι ασχολείστε με το τι λέει ο καθένας.

Παρακολουθώ από ‘δω και από ‘κει συζητήσεις στο τουίτερ και στο φέησμπουκ, βλέπω κόσμο να τσακώνεται μεταξύ του και συχνά να προτάσσεται το επιχείρημα «δεν είσαι ειδικός, χεσμένη την έχω τη γνώμη σου». Τώρα γιατί δεν τη χέζετε τη γνώμη του παπά να ησυχάσουμε όλοι μας; Γιατί τα βάζετε με άνθρωπο αμόρφωτο κι ασπούδαστο;

Εγώ έχω ένα φίλο πολύ θρησκόληπτο που ισχυρίζεται ότι προερχόμαστε από τον Αδάμ και την Εύα. Το πιστεύει και σοβαρολογεί. Έχει ανάγκη να το πιστεύει και του κάνει καλό. Νευριάζω που είναι νέο παιδί και του έχει γίνει μια τέτοια πλύση εγκεφάλου, αλλά δεν του πάω κόντρα. Τον αφήνω να το λέει και να το χαίρεται. Δεν μπαίνω καν στον κόπο να τον συνετίσω, ούτε «να του την πω». Χάνω την ώρα μου να συζητώ μαλακίες και θα δείτε κι εσείς ότι στα 40 παρά κάτι ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια που μπορεί να απολαμβάνεις. Εσείς πού τον βρήκατε τόσο ελεύθερο χρόνο και έχει από χθες πλημμυρίσατε το δίκτυο με διαμαρτυρίες;

«Επειδή τα λόγια του επηρεάζουν κι άλλους και σπέρνει το μίσος;»

Ποιο μίσος ρε καημένοι; Ποιοι θα κάτσουν, πρώτον, να ακούσουν τι λέει και δεύτερον, να τον πιστέψουν; Πέντε-δέκα γραφικοί; Πέντε-δέκα γιαγιάδες, σύνολον δηλαδή είκοσι πλάσματα; Και εσάς πόσο θα αλλάξει η ζωή σας αν υπάρχουν και αυτοί γύρω μας; Αποδοχή στη διαφορετικότητα δεν θέλετε; Ε, ορίστε, αποδεχτείτε και τη βλακεία ως μέρος της ζωής και αγκαλιάστε την. Δώστε της χώρο. Αν δεν υπάρξει άφοβα κι αυτή, δεν θα φθαρεί. Δεν θα αποδομηθεί από μόνη της συν τω χρόνω.

Επιπλέον, νισάφι λίγο με το επιχείρημα ότι το μίσος σπέρνεται. Τίποτα δεν σπέρνεται και τίποτα δεν φυτρώνει. Αν ο παπάς μιλούσε για αγάπη, θα βγαίνατε να πείτε «μπράβο, μιλά για αγάπη και αυτή μεταλαμπαδεύεται;» Τίποτα δεν θα κολλούσε στην ξερή σας κεφαλή. Ούτε το μίσος, ούτε η αγάπη. Επειδή αυτά δεν εμφυτεύονται, δεν επιβάλλόνται, αλλά προκαλούνται από σειρά δράσεων ατομικά προς τον καθένα μας. Δεν είναι κουμπί να τα πατήσεις και να ενεργοποιηθούν. Οπότε ηρεμήστε, δεν κινδυνεύετε από κανένα συναίσθημα.

Αλλά, μου φαίνεται ότι εσάς είναι η κόντρα που σας ενδιαφέρει. Έχετε άχτι τους παπάδες και θέλετε καβγά ή απλά κάμνετε χάζι να τους μπαίνετε. Fair enough, αλλά να το παραδεχτείτε. Να βγείτε να πείτε, θέλουμε να τσακωθούμε με έναν βλάκα σήμερα, γιατί έτσι. Γιατί έχουμε νεύρα και κάπου πρέπει να τα βγάλουμε, κάπου να τα εκτονώσουμε. Και θα το δεχτώ, επειδή κι εγώ έχω νεύρα και που και που γουστάρω να τα βγάζω στον πρώτον άγνωστο στο ίντερνετ. Βέβαια, τότε είναι που πετάγεστε και μου λέτε «αποδοχή, χρυσέ μου, αποδοχή, acceptance όπως το λέτε εις την Τζύπρον!»

Ε, ωραία, τώρα αντιστρέφεται το επιχείρημα. Δεν σας χάλασε.

Έχω κουραστεί να απογοητεύομαι, να βλέπω ανθρώπους που εκτιμώ ως επιστήμονες κάθε φορά που μιλά ένας βλάκας παπάς να μπαίνουν στον κόπο να του απαντούν, να τον ειρωνεύονται, να τον βρίζουν. Είναι το ίδιο άσκοπο όπως το να τσακώνεσαι με ένα δίχρονο. «Είναι παιδί δεν καταλαβαίνει», ε, κι εδώ «είναι παπάς!» εξ ορισμού άτομο ειδικής μεταχείρισης! Χωνέψτε το και πάμε παρακάτω!


Σήμερα διάβασα ότι η Στέλλα Κυριακίδου του ΔΗΣΥ θα αναλάβει ένα πόστο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως εκ τούτου τη θέση της στη βουλή θα πάρει η πρώτη επιλαχούσα, δηλαδή, η Σάβια Ορφανίδου. Ούτε μύτη δεν άνοιξε με αυτή την είδηση. Ασχοληθείτε με τον παπά! Ως εκεί σας παίρνει!

Τετάρτη, Ιουλίου 24, 2019

1992, Μαζί Κι Αυτό Τον Χρόνο

Είχα πει θα κλείσω τον κύκλο με τα βίντεα του ΡΙΚ και ότι δεν θα ποστάρω άλλα. Έτσι κι αλλιώς το μοτίβο το πιάσαμε, το εμπεδώσαμε. Λίγη σάτιρα, λίγος αόρατος φακός, λίγη Βίσση, και πάει ο παλιός ο χρόνος. Όμως, σήμερα ψηφιοποίησα το Πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα του 1992 και έπεσα πάνω σε δύο διαμάντια που θέλω να τα δει όλος ο κόσμος, όλο το σύμπαν, γιατί λένε πολλά για το συνάφι μας. Παρακαλώ, δείτε τα προσπαθώντας να κλείσετε το στόμα σας και μετά προωθήστε τα όπου υπάρχουν άνθρωποι.


Το πρώτο βίντεο εκτυλίσσεται εν πτήσει κυπριακών αερογραμμών. Οι κυπριακές αερογραμμές, οι παλιές, οι καλές, οι ημι-κρατικές, που σου επέτρεπαν να ανεβάζεις δωρεάν μια βαλίτσα 100 κιλών, συν τρία ταψιά μακαρόνια του φούρνου, όλα τα βιβλία της νομικής και καμιά δεκαπενταριά τριμμένα χαλούμια σε τάπερ, δεν υπάρχουν πια. Πτώχευσαν. Βλέποντας το βίντεο μπορείτε να φανταστείτε μερικούς επιπλέον λόγους που συνέβαλαν σ’ αυτό. Πραγματικά, δεν έχω λόγια. Το ότι επιτράπηκε στο ΡΙΚ να στήσει φάρσες στον αέρα και οι ταξιδιώτες απλά χαλάρωσαν και το χάρηκαν χορεύοντας στο τέλος όλοι μαζί κυπριακούς χορούς, εμένα μου προκαλεί πολιτισμικό σοκ. Η Βάνια Κωνσταντίνου (η οποία υποδύεται τη γριά) ήταν στα φόρτε της τότε, μέσω των σκετς που έπαιζαν εμβόλιμα στο «ευχάριστο σαββατόβραδο», στον ρόλο της κυρίας Σάσας. Αιωνία της η μνήμη. 



Στο δεύτερο βίντεο, ηθοποιοί ντυμένοι γιατροί περιφέρονται σε δρόμους της Λάρνακας και νυχτερινά κέντρα της Πάφου, και ενημερώνουν τον κόσμο για την κάθοδο ενός ιού από την Τανγκανίκα της Αφρικής. Τα θύματα ξαφνιάζονται και οι γιατροί ζητούν να τους εξετάσουν επί τόπου. Οι ανυποψίαστοι πολίτες δεν αντιστέκονται, κάθονται και εξετάζονται κανονικότατα, βήχουν, ξεροβήχουν, βγάζουν έξω τη γλώσσα τους. Πραγματικά γελώ, απορώ, και αναρωτιέμαι. Πόθεν ήρταμεν!?!

Τρίτη, Ιουλίου 23, 2019

Από το '87 Στο '97

Η ψηφιοποίηση συνεχίζεται ακάθεκτη κι εγώ εντοπίζω διαμαντάκια. Τις τελευταίες δυο μέρες ανέβασα στο Youtube αποσπάσματα από τα πρωτοχρονιάτικα σόου του 1987 και 1997 αντίστοιχα. Το 1997 αν και δεν το αισθάνομαι μακρινό, εντούτοις πάνε πάνω από είκοσι χρόνια που εξέπνευσε, γι’ αυτό αξίζει κι αυτό να κριθεί λαογραφικά και κοινωνιολογικά. Το 1987 φαντάζει όντως αρχαίο, συγκεντρώνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αν και εγώ αλλού θέλω να εστιάσω την προσοχή μας. Στην εξέλιξη.

Όπως θα δείτε και πιο κάτω, από το 1987 μέχρι το ’97 πέρασαν δέκα χρόνια, βελτιώθηκε η εικόνα, βελτιώθηκαν τα τεχνικά μέσα, αλλά το περιεχόμενο έφθινε. Αυτό που λέμε ότι όσο περνούν τα χρόνια πάμε πίσω-πίσω, εγώ το πιστεύω ακράδαντα και αυτό διαφαίνεται στην ποιότητα των προγραμμάτων, του λόγου, της αίσθησης του χιούμορ. Αν συγκρίνουμε τα σκετσάκια, τον αόρατο φακό της κάθε εποχής θα δείτε ότι η γλυκιά, κυπριακή αφέλεια εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από τη σάχλα, το μόνο προϊόν που θα μπορούσε να εξάγει πλέον η Κύπρος και να ταυτίζεται πλήρως μαζί του.

Ας ξεκινήσουμε όμως από ένα σατιρικό νούμερο του 1987. Θεωρώ ότι για τα δεδομένα της εποχής, ήταν αξιοπρεπέστατο. Η Δώρα Κακουράτου και ο Κουκκίδης λένε τάχα μου τις ειδήσεις. Θα δείτε πολλούς πολιτικούς στο βίντεο να σατιρίζονται, θα δείτε και τον πρόσφατα μακαρίτη Αλέξη Γαλανό στα νιάτα του, θα δείτε παρασκήνια από τα προγράμματα του ΡΙΚ, θα δείτε ωραία πράματα τηρουμένων των αναλογιών, με μόνη εξαίρεση τη σάτιρα για το AIDS που τότε νόμιζαν ότι είναι μια ασθένεια που έχει να κάνει με το πολύ το σεξ, και αυτό από μόνο του το έβρισκαν τρισίλαρο. Εκ των υστέρων σοκάρομαι από την άγνοια τους. Εντάξει, παραδέχομαι ότι ως παιδάκι το έβρισκα πιο συναρπαστικό το όλο βίντεο, αλλά ακόμα και σήμερα στέκεται μόνο του μια χαρά.


Για περισσότερα βίντεο από το πρόγραμμα της ίδιας χρονιάς και μέρας μπορείτε να κάνετε κλικ εδώ, εδώ, κι εδώ

Το 1997, από την άλλη, το κυπριακό χιούμορ συνοψίζονταν σε σκετσάκια που αναπαριστούσαν ανέκδοτα. Το πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα δέκα χρόνια μετά, αυτό είχε να παρουσιάσει. Και πολλά μπουζούκια. Από τα κέντρα της Αθήνας. Που ούτε αυτά υφίστανται σήμερα. Πάρτε όμως μία γεύση από επίπεδο πνευματικότητας. Αν το συγκρίνετε με το σήμερα, θα καταλάβετε γιατί το 1997 δεν το αισθανόμαστε ιδιαίτερα μακριά. Είναι επειδή ακόμα στα ίδια μηδενικά επίπεδα κυμαίνεται το χιούμορ.



Αν θυμάστε, ήταν η εποχή του «Κώστα Κώστα στις 8:00» και η εποχή που έπαιρνες τηλέφωνο στα -090 για να ακούσεις ανέκδοτα «με τον Γιωργούλλη». Όχι τον Αλέξη Γιωργούλλη, τον νυν ευρωβουλευτή. Έναν άλλον, που θεωρούνταν ο Λούης Πατσαλίδης της εποχής. Ευτυχώς τα προσπεράσαμε.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν το 1997 πήγαινα ιδιαίτερα μαθηματικών σε μία καθηγήτρια στο σπίτι της, η οποία στις 8:00 ακριβώς μου τελείωνε το μάθημα αμάν-αμάν, για να κάτσει να δει από το Σίγμα τον «Κώστα Κώστα στις 8:00». Εγώ καθόμουν στο σαλόνι διακριτικά και περίμενα τους γονείς μου να έρθουν να με παραλάβουν και παρακολουθούσα με τεράστιο ενδιαφέρον την καθηγήτριά μου, η οποία ήταν ένα τέρας εξυπνάδας, να χαζογελά με έναν ταχυδακτυλουργό που έβγαζε τσιγάρα από τα ρουθούνια της μύτης του. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς μια γυναίκα που ήξερε να παίζει στα δάχτυλα τα ολοκληρώματα, τις ορίζουσες, τις πιθανότητες, κι όλες αυτές τις εξισώσεις που εγώ ουδέποτε κατάλαβα, και η οποία μου ενέπνεε τόσο σεβασμό, να κάθεται να χαχανίζει με τις σάχλες του Κώστα Κώστα! Κι όμως, κύριε μου!



Το 1997 είχε ξεκινήσει η μόδα να γιορτάζεται η αλλαγή του χρόνου στις πλατείες. Βλέπαμε βίντεο από τις πλατείες του Λονδίνου, της Ρώμης, της Νέας Υόρκης και ζηλεύαμε. Σκεφτήκαμε «γιατί όχι κι εμείς;» Και έκτοτε άρχισε η μόδα να συναθροίζεται ο κόσμος στην τότε Πλατεία Ελευθερίας. Ήταν λίγο μπανάλ σαν ιδέα, κι όσες φορές κι αν προσπάθησε ο Δήμος Λευκωσίας να προσελκύσει Λευκωσιάτες, απέτυχε. Στο τέλος μαζεύονταν όλοι οι αλλοδαποί και έριχναν κατάρες στη ξενιτιά. Στο πιο κάτω βίντεο θα δείτε την πρώτη απόπειρα του Δήμου. Συμπαθητική μου φαίνεται εκ των υστέρων, όπως και συμπαθητική μου φαίνεται η Πλατεία ως Πλατεία. Τι θέλαμε και την κατεδαφίσαμε και μας έμειναν τα γλυπτά - μπετά, ένας Θεός ξέρει…

Το 1997 μπορεί να ήρθε δέκα χρόνια μετά αλλά όπως σας είπα, σε πνευματικό επίπεδο ουδεμία πρόοδος ακολούθησε. Πλέον τα προγράμματα του ΡΙΚ παρουσιάζονταν από την Άντζι Ρήγα, μιαν εξ Ελλάδος παρουσιάστρια που εμένα μου έδινε την εντύπωση μόνιμα ότι βαριόταν τη ζωή της. Η Άντζι δεν έκανε κάτι παραπάνω από ό, τι έκανε η Ειρήνη Χαραλαμπίδου ως προκάτοχος. Συνέχισε κανονικότατα τα τηλεπαιχνίδια με τους χρωματιστούς φακέλους, τα οποία ομολογουμένως δέκα χρόνια μετά δυσκόλεψαν σε ερωτήσεις. Δεν σου δίνανε το  δώρο με το καλησπέρα σας, απλά ζητώντας σου να συμπληρώσεις έναν στίχο, αλλά έπρεπε και να απαντήσεις μία υποτυπώδη ερώτηση για να πάρεις τη φωτογραφική μηχανή. Άλλο λέβελ δυσκολίας, μιλάμε!



Στο πιο πάνω βίντεο θα δείτε ένα τέτοιο τηλεπαιχνίδι. Παράλληλα θα δείτε Έλληνες τραγουδιστές να εύχονται ελευθερία στην Κύπρο. Και την Άντζελα Δημητρίου σε τρελές ομορφιές να δηλώνει απερίφραστα ότι «η Κύπρος είναι ελληνική. Ήταν ελληνική και πάντα θα είναι ελληνική». Μην ξεχνάτε, διανύαμε εποχές με κλειστά ακόμα τα οδοφράγματα, ο Κύπριος εξακολουθούσε να εύχεται ελευθερία και όχι απλά επανένωση, εξακολουθούσε να ελπίζει και δεν είχε συνηθίσει την εθνική παρακμή του, σαν σήμερα.

Ωραία χρόνια, αλλά ως εκεί. Μετά το 2000, κατά τη γνώμη μου, ήρθε το τέλος του κόσμου από κάθε άποψη, και κυρίως τηλεοπτικά. Μετά το 2000 νομίζω δεν παρακολούθησα ποτέ ξανά τηλεόραση πλην του ετήσιου ραντεβού με το ΡΙΚ για τη Γιουροβίζιον, άντε και το Παρά Πέντε του Καπουτζίδη ενόσω ήμουν στην Αγγλία, για σκοπούς διατήρησης δεσμών με το ελληνικό τηλεοπτικό γίγνεσθαι. Κατά τα άλλα το μέσον πέθανε.

Και κάπου εκεί έμεινα μετέωρος και δεν ήξερα τι να κάνω με τη ζωή μου.  

Δευτέρα, Ιουλίου 22, 2019

The Heaters Gonna Hate

Δεν φαντάζεστε πόσο απολαμβάνω τον χαμό που προκλήθηκε τελευταίως με την κόρη του προέδρου μας, την κυρά Ινώ Αναστασιάδη μας.

Για εσένα τον τυχερό που ζεις εκτός Κύπρου και δεν παρακολουθείς την εγχώρια ζώου μπιζ, να σε ενημερώσω εν τάχει, ότι η κόρη του προέδρου της Δημοκρατίας μας, η οποία είναι κυρίως γνωστή υπό την ιδιότητα της πλούσιας, που διοργανώνει πάρτι με σελέμπριτις και ανεβάζει φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα, τόλμησε τις προάλλες να σηκώσει το γάντι και να απαντήσει σε μία πτωχή πλην τίμια φόλλοουερ κάτι που, μεταξύ άλλων, εμπεριείχε και το γνωστό ρητό «haters gonna hate».

Φυσικά, ο καλός Θεούλης που είναι πάντα με το μέρος των φτωχών και καταφρονεμένων, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην άκαρδη, πλούσια κόρη του Προέδρου. Αντί να γράψει «haters gonna hate», έγραψε «heaters gonna hate». «Οι σόμπες θα μισούν». Κάηκε η γούνα της από τη σόμπα, όπως καταλάβατε, αφού αυτή η αβλεψία, της κόστισε ένα δεκαήμερο τίγκα στο mobbing, το humiliation και το ridicule. Χρησιμοποιώ ξεπίτηδες αγγλικούς όρους που όσο να πεις, προσδίδουν άλλο πρεστίζ στην αριστοκρατία της Λεμεσού. Μην γράψω ότι έγινε σκέτα νέτα ρεντίκολο και τη φέρω μούρη με μούρη με την πραγματικότητα.

Δεν την έφτανε το πρώτο μαργαριτάρι, η προεδρική θυγα-τέρας ορθογραφίας το πήγε και ένα βήμα παραπέρα. Μας συμβούλεψε να ασχοληθούμε με τις ζωούλες μας και να ψάξουμε να βρούμε «inner piece». Ήθελε να γράψει peace, αλλά έγραψε piece. Όλο μου το βασίλειο για να μάθω πώς τα παίρνετε τα πτυχία! 

Λατρεύω που γράφει με κεφαλαία τις λέξεις που θέλει να τονίσει. Τόσο παλιακό! Επίσης, επειδή God is in the details, λατρεύω τη χρήση emoticon με καρδούλες όταν αναφέρεται στον εαυτό της. Ω, ναι! Και μόλις τώρα εντόπισα και ότι έγραψε "to short" αντί "too short". Τι το θέλετε το αγγλικό, αφού δεν σας κάθεται;

Και κάπου εκεί τελείωσε το πανηγύρι, μάλλον τηλεφώνησε ο Πρόεδρος και της είπε, «τιμωρία, 10 μέρες χωρίς i-pad», και μείναμε όλοι σύξυλοι, τελείωσε πάνω στο καλύτερο, πάνω που άνοιξε η όρεξη, πάνω που θέλαμε κι άλλο.

Διάβαζα ένα σχετικό άρθρο τις προάλλες το οποίο έλεγε ότι η κόρη του Προέδρου τον εκθέτει, και ότι δεν είχαμε στο παρελθόν παρόμοια κρούσματα σουσουραδισμού. Μάλιστα έλεγε ότι τα παιδιά του Χριστόφια, παρόλα τα όσα ακούγονταν κατά καιρούς, κρατούσαν γενικά αξιοπρεπή στάση (δεν θα συμφωνήσω, αλλά τι θέλουμε τώρα να θυμόμαστε αυτά τα καημένα, είδαμε και πάθαμε να τα ξεχάσουμε), ενώ τα παιδιά του Γιώργου Βασιλείου, δεν τα γνωρίσαμε ποτέ (ο πιο έξυπνος απ' όλους, τα καταχώνιασε και ησύχασε).

Ένα θα σας πω μελλοντικοί Πρόεδροι και βάλτε το καλά στο μυαλό σας. Παιδιά επίδοξων πολιτικών, ηθοποιών και τραγουδιστών, δεν βρίσκουν ποτέ αίσιο τέλος. Προστατέψτε τα όσο μπορείτε από μικρά. Άπειρα τα παραδείγματα, ας μην αναφερθώ ονομαστικά και βρω τον μπελά μου καλοκαιριάτικα. Η έκθεση των γονέων στη κοινή γνώμη, στα έντυπα και στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ καθιστά τα τέκνα ευάλωτα και μεγαλώνοντας και μη μπορώντας να διαχειριστούν όλο αυτό το τουμπουρλούκι τους σαλεύει μια και καλή. Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες που δυστυχώς πέρασαν και δεν ακούμπησαν το ντιενεϊ σας.

#dad&daughterlove, #myonlyone #presidad #unconditional_love, #besties, #vitaminsea, #proud
#evala_fkiora_pas_tin_kkelle_mou

Γι’ αυτό, μία είναι η λύση! Είτε τα στέλνετε σε κάποιο σχολείο στην Ελβετία με άλλο όνομα και επίθετο ελπίζοντας να μην επιστρέψουν ποτέ, είτε ζείτε μόνιμα με το άγχος για πότε θα ανοίξουν το στόμα τους και θα φανερώσουν όλα τα ψυχολογικά που κουβαλούν μια ζωή εξ αιτίας της δικής σας ματαιοδοξίας να σώσετε έναν τόπο, που ούτως ή άλλως δεν σώζεται.

«Μα, είναι τώρα σωστό να γενικεύεις; Τόσοι πολιτικοί, δεν άφησαν πίσω τους ένα άξιο τέκνο;» Κι όμως. Η βίδα είναι σ' όλους λασκαρισμένη, καρατσεκαρισμένο. Εδώ είναι λασκαρισμένη σε εμάς που δεν είχαμε καν τέτοια έκθεση στο ευρύ κοινό. Στα παιδιά πολιτικών, έτι περισσότερον. Έτσι που λέτε, η βίδα αργά ή γρήγορα χαλαρώνει, από κάπου χάνει, και μια μέρα γίνονται όλα Τσέρνομπιλ. 

Μπουμ!

Σάββατο, Ιουλίου 20, 2019

The (Lion) King Is Dead

Εξεπλάγην δυσάρεστα και με το παραπάνω όταν σήμερα έσπευσα να δω τη μεταφορά του «βασιλιά των λιονταριών» σε λάιβ άξιον έκδοση. Και εξεπλάγην διότι οι ταινίες με πρωταγωνιστές τα ζώα μου είναι αδιάφορες κι όμως από όλες τις πρόσφατες μεταφορές ταινιών της Ντίσνεϊ σε λάιβ άξιον, η αγαπημένη μου είναι «το βιβλίο της ζούγκλας». Μετά την επιτυχία που γνώρισε ο Μόγλης, η εταιρεία ανέθεσε στον ίδιο σκηνοθέτη να αναλάβει και το λάιον κινγκ. Δεν τους βγήκε, όμως. Μα καθόλου!

Είναι πολλοί οι λόγοι της αποτυχίας, κατά τη γνώμη μου.

Ο κυριότερος είναι ότι τα ζώα σε πραγματική μορφή δεν μπορούν να μορφάσουν όπως τα κινούμενα σχέδια. Δεν μπορούν να χαμογελάσουν, δεν μπορούν να λυπηθούν. Γενικώς, δεν μπορούν να εκφραστούν. Μπορείς να καταλάβεις αν είναι θυμωμένα, ή πεινασμένα αλλά κατά τα άλλα η μούρη τους δεν αλλάζει. Σε μία ταινία όπως η συγκεκριμένη, η οποία βασίζεται κυρίως στη μουσική και το συναίσθημα, αυτά δεν μεταδίδονται στον θεατή όπως πρέπει. Θέλω να πω, πέθανε ο Μουφάσα και δεν άνοιξε μύτη. Ήταν σαν να ψόφησε μια μεγάλη γάτα στη λεωφόρο Αθαλάσσας. Τίποτε παραπάνω. Και ο Σίμπα, φυσικά, δεν μπορούσε να τρίβεται επάνω του και να κλαψουρίζει όπως στο καρτούν. Πήγε και χώθηκε κάτω από το νεκρό του πόδι, κι αυτό ήταν όλο.

Εγώ θυμάμαι ότι το 1994 στη συγκεκριμένη σκηνή σπάραζε όλο το σινεμά. Θα μου πεις, μεγάλωσες έκτοτε. Μην το πεις, ακόμα κλαίω με του ψύλλου το πήδημα σε όλων των ειδών τις ταινίες. Η αίθουσα σήμερα ήταν επίσης γεμάτη από παιδάκια, κι όμως δεν άκουσα ούτε ένα σνιφάρισμα εκ μέρους τους. Ήταν σαν να βλέπαμε ντοκιμαντέρ στο οποίο ένα λιοντάρι πεθαίνει. Και το ίδιο συνέβη σε όλες τις σκηνές με συναισθηματική φόρτιση. Έβλεπες ζώα που κινούσαν το στόμα τους, έπαιζε κι από πάνω ένα υποτυπώδες voiceover κι αυτό ήταν όλο. Καμία άλλη έκφραση συναισθήματος.

Στο βιβλίο της ζούγκλας το ίδιο δεν συνέβαινε; Ναι, με την ειδοποιό διαφορά ότι εξισορροπούσε την κατάσταση ο Μόγλης που τον υποδυόταν πραγματικός άνθρωπος. Ο Μόγλης αντιδρούσε, έπαιζε και έσωζε την ταινία, δεν περίμενες από τον Μπαλού και τον Μπαγκίρα να δεις τη συγκίνηση. Επίσης, το βιβλίο της ζούγκλας δεν ήταν μία αυτούσια μεταφορά του καρτούν στη μεγάλη οθόνη. Έγινε ένα μεγάλο ρετουσάρισμα στην υπόθεση, άλλαξε αρκετά, έγινε πιο ενήλικο. Ο βασιλιάς των λιονταριών είναι ακριβώς το ίδιο με το κινούμενο σχέδιο, πιο αποστειρωμένο όμως, πιο νάσιοναλ τζιογκράφικ, πιο… λίγο.

Για να μην σχολιάσω τα τραγούδια, τα οποία επίσης βρήκα υποδεέστερα από ό, τι στο καρτούν. Τόσο από πλευράς νέας ενορχήστρωσης όσο κι από πλευράς φωνών. «Δεν σου φτάνει κοτζάμ Μπιγιονσέ;» Όχι, μια Μπιγιονσέ δεν φέρνει την άνοιξη. Επίσης, κάτι άλλο που πρόσεξα είναι ότι υποφωτίζονται οι ύαινες. Η Σένζι, ο Έντ και ο Μπανζαϊ είναι προσωπικοτάρες. Στην ταινία, καλά -καλά δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ποιος και τις περιθωριοποίησαν αρκετά.

Για να λέμε και τα καλά, η έναρξη είναι εξίσου μεγαλειώδης και συγκινητική. Καθώς επίσης και η σκηνή με το he lives in you όπου βλέπει στην αντανάκλασή του, ο Σίμπα, τον πατέρα του. Το τέλος, η μάχη του Σίμπα και του Σκαρ δηλαδή, είναι συμπαθητική, αλλά όλο το υπόλοιπο είναι δυστυχώς κατακρεουργημένο. Το Be prepared το σκοτώσανε, το I just cant wait to be king ούτως ή άλλως δεν μου άρεσε και ποτέ, αλλά ακόμα κι εδώ το χειροτέρεψαν, το Hakuna Matata περνά και δεν ακουμπά, το Can you feel the love tonight με το ζόρι βγάζει τα λεφτά του. Μόνο το Circle of life στην αρχή αποδίδεται όπως πρέπει. Πρόσθεσαν μία εκτενέστερη εκδοχή του The lion sleeps tonight βέβαια, που προκαλεί χαμόγελο, αλλά τι τα θες. Κάηκε ήδη ο μεζές! Γενικά οδηγούμαστε σιγά -σιγά στον επόμενο λόγο αποτυχίας. 

Στις προσδοκίες.

Έχω παρατηρήσει ότι όλες οι ταινίες που μεταφέρθηκαν σε λάιβ άξιον (βρείτε μου έναν ελληνικό όρο να αναφέρομαι στο λάιβ άξιον και σιχαίνομαι τον εαυτό μου που καταφεύγω στα εγγλέζικα), και προέρχονται από τη χρυσή δεκαετία της Ντίσνεϊ, την ούτω καλούμενη «αναγέννηση» βλέπε, Πεντάμορφη και το Τέρας, Αλαντίν και τώρα Βασιλιάς των Λιονταριών, απλά πάσχουν. Οι προσδοκίες μας ήταν πολύ υψηλές και δεν ευοδώθηκαν. Μόνο ο Αλαντίν, κατά τη γνώμη μου, περνά το τεστ. Κι αυτός οριακά. Τα άλλα δύο απλά δεν κατάφεραν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Από την άλλη, ο Ντάμπο και το βιβλίο της ζούγκλας, που κακά τα ψέματα, επρόκειτο για ταινίες καρτούν-μαλακίες, στο λάιβ άξιον με εντυπωσίασαν. Τις αναβάθμισαν στον υπέρτατο βαθμό. Το ίδιο περιμένω να γίνει και με τη Μουλάν του χρόνου. Η Μουλάν ήταν μία απογοήτευση, από τα χειρότερα που βγήκαν ποτέ, κατά τη γνώμη μου, κι όμως απ’ το τρέηλερ της ταινίας αντιλαμβάνεσαι ότι το πάνε αλλού. Αφαίρεσαν τα τραγούδια (δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι καλό 100%, γιατί και στη Σταχτοπούτα αφαίρεσαν τα τραγούδια και θεωρώ ότι ήταν άστοχο), εστίασαν στη ψυχοσύνθεση και τη ψυχολογία της Κινέζας πρωταγωνίστριας και πιστεύω ότι στο τέλος θα δικαιωθούν.

Γενικώς οι προσδοκίες παίζουν ρόλο. Και ο βασιλιάς των λιονταριών ήταν η πιο επικερδής ταινία της Ντίσνεϊ για 20 χρόνια, μέχρι να βγει το Φρόουζεν το 2013. Δεν γίνεται ένα προϊόν που σε συντηρεί τόσα χρόνια να το κακομεταχειρίζεσαι έτσι. Κατ’ εμέ, δεν τολμάς να το αγγίξεις καν. Αγόρασα το blue ray της ταινίας τις προάλλες, και η λάμψη του καρτούν ανταποκρίνεται στο μέγιστο, ακόμα και σήμερα. Δεν χρειαζόταν ρεκτιφιέ ο Σίμπα, δεν χρειαζόταν λίφτινγκ, δεν χρειαζόταν τίποτα.

Κι αν ήθελαν να το μεταφέρουν σε νέα διάσταση (όπως έκαναν στη θεατρική προσέγγιση στο Μπρόντγουεϊ), ας έφτιαχναν μια ταινία βασισμένη στο παραμύθι, με ανθρώπους ηθοποιούς όμως, κάπου στην Αφρική, για κάποιον φύλαρχο που δολοφονείται από τον αδελφό του και εξορίζει τον διάδοχο για να πάρει εκείνος τον θρόνο. Βάζεις μέσα και τους χωρικούς να τραγουδούν τα τραγούδια γύρω απ’ το τοτέμ, βάζεις ηλιοκαμένα κορμιά να ιδρώνουν για το μεροκάματο, ρίχνεις κι ένα παράπλευρο οικολογικό μήνυμα, ε, στο τσεπάκι έχεις το όσκαρ!

Μα, όλα εγώ;

Λοιπόν, ναι, ο Βασιλιάς των λιονταριών είναι η χειρότερη λάιβ άξιον ταινία που είδα μέχρι σήμερα απ’ τη Ντίσνεϊ. Και η Πεντάμορφη και το Τέρας η προτελευταία. Πρώτος έρχεται ο Μόγλης, δεύτερη η Σταχτοπούτα, τρίτος ο Ντάμπο. Διάβαζα πρόσφατα ότι μπαίνει και το νερό στ’ αυλάκι για τη μικρή γοργόνα, την οποία λέει, θα ενσαρκώσει μία μαύρη ηθοποιός, έτσι για την κορεκτίλα. Αντιλαμβάνεστε. Την Άριελ, που τη μάθαμε κοκκινομάλλα, τώρα θα πρέπει να τη συνηθίσουμε μαύρη! Γιατί; Γιατί έτσι! Ας τολμούσαν να δώσουν και τον ρόλο της Νάλα σε μια λευκή, ξανθιά, σκανδιναβή ηθοποιό, να σας πω εγώ αν το «μαύρο χόλιγουντ» θα σεβόταν την «ποιητική αδεία».

Άστε μας!

Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2019

1981-82

Ψηφιοποίησα μία κασέττα που έγραφε επάνω «Πρωτοχρονιά 1981-82». Έμεινα έκθαμβος. Κατ’ αρχάς να σου πω ότι όλες αυτές τις μέρες που ψηφιοποιώ υλικό παρατηρώ ότι η γιαγιά μου επάνω στις ετικέτες έγραφε, πέραν των περιεχομένων, και κριτική αυτών. Βρήκα, για παράδειγμα, μια κασέττα που έγραφε επάνω «Σόου Ρούλας Κορομηλά» και σε παρένθεση «πολύ ωραίο». Βρήκα και μιαν άλλη που έγραφε «Τραγούδια Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ» και σε παρένθεση «πολλή ώρα». Εννοώντας διάρκεια. Μάνα μου, τη γιαγιάκα μου!

Βρήκα το 1981, λοιπόν. Συναρπάστηκα. Πόσο τέλεια ήταν η τηλεόραση εκείνη τη δεκαετία και κατ’ επέκταση η Κύπρος. Το επίπεδο του λόγου στην τηλεόραση ήταν πολύ υψηλό. Σήμερα με τόσα κανάλια δίνεται βήμα σε όλα τα τσόκαρα. Τότε έπρεπε να ήσουν κάποιος για να πιάσεις το μικρόφωνο. Να, αυτά δεν μπορώ! Το ότι η Φρύνη Παπαδοπούλου και η Βαρβάρα της «Χριστιάνας» θεωρούνται συνάδελφοι! Τότε η κυπριακή τηλεόραση μιμούνταν το BBC. Το διακρίνεις και στην εκφορά λόγου των παρουσιαστών. Σήμερα, η κυπριακή τηλεόραση με το ζόρι προσομοιάζει στο TLC σε επίπεδο.

Επίσης, βάλε να δεις αόρατο φακό. Βάλε να δεις αθωότητα στις ψυχές των ανθρώπων. Πεθαίνω για το σημείο στο οποίο οι Παφίτες αποφαίνονται ότι «για να τους έκοψαν τη χρηματοδότηση για την ανέγερση του αεροδρομίου Πάφου, πάει να πει ότι… επίκειται Λύση του Κυπριακού και επανεκκίνηση λειτουργίας του αεροδρομίου Λευκωσίας!» Αυτά το 1981!



Βάλε να δεις αφελές και αγνό χιούμορ σε παρωδία των Τετράγωνων των Αστέρων, με παρουσιάστρια την Αλίκη Φεραίου, την Εύη Παπαμιχαήλ σε ηλικία 20 χρονών και τον ηθοποιό, Κώστα Βήχα, παιδάκι. Βάλε να δεις σάτιρα σε πολιτικούς που μόνο ακουστά τους είχαμε, πολιτικούς που δεν προλάβαμε να ζήσουμε επί προεδρίας Σπύρου Κυπριανού.

 

Και φυσικά, βάλε να δεις ένα τηλεπαιχνίδι γνώσεων (δεν διασώθηκε ολόκληρο δυστυχώς, η γιαγιά προφανώς ξέχασε να ξανά-πατήσει το record μετά τις διαφημίσεις), στο οποίο προσφέρονται δώρα της εποχής, καθώς επίσης βάλε να δεις ευχές και επισημότητες από το Δ/Σ του ΡΙΚ, με την αλλαγή του χρόνου.



Αυτά τα βίντεο κανονικά, είναι έγχρωμα. Όχι, δεν είμαστε τόσο παλιοί. Αλλά δυστυχώς με τα χρόνια οι βιντεοκασέττες και τα βίντεο τα 'παιξαν, και δεν ξέρω γιατί εμφανίζουν άχρωμη την εικόνα. 


Εγώ εκείνη την τηλεόραση αγάπησα, εκείνη την Κύπρο θέλω, από τα ‘90ς και μετά όλα πέθαναν, και ζω σε μία χώρα που δεν με εκφράζει το παραμικρό. Ας με έκλειναν και μένα μέσα σε μια κασέττα να ησυχάσω. Μου ήρθε ιδέα. Το φέρετρό μου να έχει σχήμα κασέττας. Να πάω με στυλ.

Σύντομα θα ανεβάσω και Πρωτοχρονιά του ’87. Βρήκα επεισόδιο του «Ίντα τζιαιρούς εφτάσαμεν», θεϊκό. 

Παρασκευή, Ιουλίου 12, 2019

Ώρα Για Ανέκδοτο

Πήγα στο παλιό μου διαμέρισμα, που σήμερα έχει γίνει αποθήκη, και γέμισα ένα μπαούλο με βιντεοκασέτες της δεκαετίας των ’80-’90 να αρχίσω τη ψηφιακή μετατροπή. Κάποτε πρέπει να γίνει κι’ αυτό πριν ψηφιοποιήσουν εμένα μια και καλή. «Γιαγιά, παίρνω τις κασέττες σου» της είπα. «Ποιες κασέττες;» μου είπε. «Ωραία», σκέφτηκα, μια χαρά πάει το αλτσχαϊμερ. Οι κασέττες της γιαγιάς μου είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσα να έχω απ’ εκείνην. Το υλικό που είχε καταγράψει για την πλάκα της, από τον καιρό που απέκτησε βίντεο, το θεωρώ πραγματικό θησαυρό. Τα ξαναείπαμε.

Πήρα διάφορες κασέττες μεταξύ των οποίων και μία του 1998. Είχε πάνω μία φιλανθρωπική εκδήλωση του Telethon στην οποία εμφανίστηκε η Άννα Βίσση με μία συμφωνική ορχήστρα από τη Ρωσία. Είναι γνωστή εμφάνιση και υπάρχει αποσπασματικά στο Youtube. Αυτό που δεν υπάρχει, όμως, είναι το αγαπημένο μου ενσταντανέ της βραδιάς. Η στιγμή που ο τέως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης ανεβαίνει στη σκηνή να ευχαριστήσει τη Βίσση για τη συμβολή της στην εκδήλωση.

Εκείνη τον παρακαλεί να πει ένα ανέκδοτο κι εκείνος δεν της χαλάει χατίρι. Άλλο που δεν ήθελε. Ήταν γνωστός στο ότι αρέσκετο να λέει ανέκδοτα με κάθε ευκαιρία. Της λέει το εξής υπέροχο:


Και εγώ σήμερα σκέφτομαι. Τι θα συνέβαινε αν το συγκεκριμένο ανέκδοτο ξεστομιζόταν από έναν πιο πρόσφατο πρόεδρο της ΚΔ ή οποιοδήποτε άλλο πολιτικό πρόσωπο; Θα είχαν ή δεν είχαν πέσει Κυβερνήσεις για το άκρως «σεξιστικό», «ρατσιστικό» και ό, τι άλλο θέλεις βάλε, αστείο του προέδρου; Θα είχαν ξεσηκωθεί κοινωνικές οργανώσεις καν και καν για να κακίσουν την ατυχή επιλογή του προέδρου να αναφερθεί, πρώτον σε Ζουλού (ρατσιστικό), δεύτερον, σε Σκανδιναβή (στερεότυπο), τρίτον, στην πατριαρχεία (σεξιστικό), τέταρτον, στο ασθενές φύλο που τρώει ξύλο (προώθηση βίας στην οικογένεια);  

Θα γινόταν ή δεν θα γινόταν της πουτάνας;

Εγώ τα νοσταλγώ τα ‘90ς. Όχι μόνο επειδή αναπόφευκτα εκεί διένυσα την πρώτη μου νιότη. Αλλά επειδή ήταν όλα πολύ απλά. Μπορούσες να μιλήσεις ελεύθερα και χωρίς να σκέφτεσαι ότι μετά θα πέσουν να σε φάνε όλοι οι κακογαμημένοι του κόσμου. Το ανέκδοτο του Κληρίδη σήμερα θα συζητιόταν δέκα μέρες με ατέρμονες γνώμες και αναλύσεις. Τότε ήταν απλά ένα «φάκιν ανέκδοτο» που ξεχάστηκε την ίδια νύχτα. Έτσι μεγαλώσαμε και τώρα δεν μπορούμε να συνηθίσουμε τη νέα τάξη πραγμάτων, την ποινικοποίηση των πάντων, ακόμα και της αναπνοής.

Άλλη ήταν η δική μου ένσταση. Το ότι ο πρόεδρος της Κύπρου είχε ώρα να λέει ανέκδοτα και το πλήθος από κάτω χειροκροτούσε εκστασιασμένο. Χειροκροτούσαν, οι ηλίθιοι, οι Κύπριοι με τον ίδιο ενθουσιασμό που μαθητές συναντούν ξαφνικά κάποιον καθηγητή τους σε χαλαρή εξωσχολική φάση να πίνει, να καπνίζει και εκπλήσσονται από την πιο καθημερινή του εικόνα. Μα, η Κύπρος είχε ανέκαθεν τρομερά εξωτερικά και εσωτερικά προβλήματα. Ο εκάστοτέ της Πρόεδρος δεν θα έπρεπε να διαθέτει ώρα να λέει ανέκδοτα με κάθε ευκαιρία. Ο εκάστοτε πρόεδρος θα έπρεπε να μην έχει ώρα να κοιμηθεί. Ο Κληρίδης όμως, προφανώς και είχε ώρα. Και ήταν πολύ αγαπητός. Ίσως ο πιο αγαπητός πρόεδρος που πέρασε από τη χώρα. Αντιλαμβάνεστε.


Τα έλεγε ωραία ο άτιμος, ομολογώ. Αλλά εν τέλει πίσω του άφησε μόνο τα ανέκδοτα και την κυρία Καίτη μας. Και δεν εννοώ τη Γαρμπή, βεβαίως, βεβαίως. 

Δευτέρα, Ιουλίου 08, 2019

Τσίπρας Free Και Εξαφανισμένοι Ναζί

Η χαρά μου που ξεκουμπίστηκε ο Τσίπρας δεν περιγράφεται.

Είναι ψυχολογική η ικανοποίηση βεβαίως, μιας και δεν θεωρώ ότι η Ελλάδα θα ορθοποδήσει ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής μου, ούτε ότι θα απαλλαχθεί ποτέ από μαλάκες κυβερνώντες. Και φυσικά, από τον Μητσοτάκη δεν περιμένω θαύματα, ούτε καν. Αλλά τουλάχιστον δεν θα βλέπω μπροστά μου εκείνο το σίχαμα των καταλήψεων να μου το παίζει πρωθυπουργός και θα μπορώ να ξανά-επισκεφτώ την Ελλάδα χωρίς να αηδιάζω μέσα μου και να φτύνω σε κάθε σοκάκι που περπατώ.

Δόξα τω Θεώ, κύριοι. Η αριστερά θα κάνει χρόνια να ξανακυβερνήσει σε Ελλάδα και Κύπρο. Τους δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξουν την αχρηστία τους, φθαρήκανε και παραφθαρήκανε μια χαρά (κι εμείς μαζί, αλλά χαλάλι αν αυτό εξυπακούει ότι δεν θα τους ξαναδούμε στο προσκήνιο για τα επόμενα πενήντα χρόνια). Χύστε νερά στα πατώματα να καθαρίσει η βρώμα, κάντε και μια αγκαλιά, και πάμε παρακάτω.

Πέραν των πιο πάνω, εγώ γελώ και με άλλα που διαβάζω σήμερα από απογοητευμένους αριστερούς, οι οποίοι μέσα στην απόγνωση τους παρηγοριούνται από την ήττα της Χρυσής Αυγής. Δεν τους έμεινε και τίποτε άλλο να ασχοληθούν. Τελικά κάποτε πρέπει να αποφασίσετε, είναι οι Έλληνες ψηφοφόροι «ναζί», όπως υποστηρίζατε πριν καμιά πενταετία, ή δεν είναι; Γιατί αν ήταν όντως ναζί τότε, πολύ εύκολα καταθέσανε τα όπλα. Δεν πρέπει να ήταν και πολύ hard core για να απαρνήθηκαν τη σβάστικα εν μία νυκτί. Αν πάλι επρόκειτο για ένα μερίδιο δυσαρεστημένων της ΝΔ οι οποίοι τοποθετήθηκαν στα άκρα προκειμένου να τιμωρήσουν το κόμμα, τώρα που επέστρεψαν σ’ αυτό ως τι επέστρεψαν; Ως ναζί που υποστηρίζουν τη ΝΔ, ή ως μετανοημένοι ΝΔ που κάποτε αμάρτησαν υποστηρίζοντας τα άκρα;

Είναι γελοίο και εντυπωσιακό ταυτόχρονα το πώς κολλούν ταμπέλες οι αριστεροί στον κόσμο, ο οποίος καθώς βλέπετε μεταβάλλεται τόσο εύκολα από εκλογική διαδικασία σε εκλογική διαδικασία και είναι πλέον δύσκολο να «χαρακτηριστεί» απόλυτα με οποιονδήποτε όρο. Μέχρι χθες ήταν οι «ναζί», σήμερα είναι «νεοδημοκράτες», αύριο θα είναι πάλι «ναζί» ανάλογα τα κέφια σας. Τελικά τι είναι; Βασικά άνθρωποι είναι, που ψηφίζουν κάθε φορά το μη χείρον βέλτιστον. Αυτό δεν μπορούν να το αποδεκτούν ως εκλογικό φαινόμενο οι εξ αριστερών. Δεν τους συμφέρει να μην υπάρχει εχθρός και μάλιστα χιτλερικός. Πρέπει σώνει και καλά να εφευρεθεί, προκειμένου να καλύψει τα κενά της ύπαρξης τους. Λες και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα νέο ΠΑΣΟΚ. Λες και δεν γιγαντώθηκε εξ αιτίας των δυσαρεστημένων Πασόκων, των οποίων τα μισά του μέλη πήραν μετεγγραφή στον ΣΥΡΙΖΑ για να απαλλαχθούν του Παπανδρεϊκού αμαρτήματος! Αυτά, παραβλέπονται.

Τέλος πάντων. Εμένα η «ταμπέλα» με καίει. Γι’ αυτήν γράφω τώρα. Τη ταμπέλα του «ναζί» η οποία πλάστηκε από κόσμο που κατά τα άλλα πολεμά τις κοινωνικές ταμπέλες. Οι άνθρωποι που πρώτοι και καλύτεροι πολεμούν τα κατεστημένα, τη σακουλοποίηση, οι οποίοι κόπτονται για την πολιτική ορθότητα, δημιουργούν όποτε τους καπνίσει τα αντίστοιχα δικά τους κλισέ, επειδή μόνο έτσι μπορούν. Επειδή είναι αριστεροί. 

«Ναζί» λοιπόν, που τώρα μάλλον «κάλμαραν».  

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν και ναζί. Υπάρχουν. Και υπάρχουν σε όλες τις χώρες. Αλλά, από το 13% που είχανε, να πέσανε σε ποσοστό που δεν εκπροσωπούνται καν, τα εξής τρία πράγματα μπορεί να σημαίνει: είτε μεταλλάχθηκαν (με κουμπί), είτε μετανόησαν (όλοι μαζί με χαρακίρι), είτε δεν υπήρξαν ποτέ (παρά μόνο ως αριστερή ονείρωξη). Αποφασίστε τι συνέβη εν πάση περιπτώσει γιατί αν όλα αλλάζουν τόσο εύκολα, μάλλον δεν μπορούν να ταμπελωθούν.


Αχ, τι ωραία μέρα η σημερινή! Τσίπρας free, ας το γιορτάσουμε με έναν Στράτο Διονυσίου, να ξεχάσουμε ότι κατά τα άλλα είναι Δευτέρα!