Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018

Στο Έκτο Πάτωμα

Χθες βράδυ λάβαμε εν τέλει την αφίσα για τη φετινή μας παράσταση και αρχίσαμε να την προωθούμε. Η αφίσα είναι καθοριστικής σημασίας για κάθε μας παράσταση. Άμα αποφασιστεί κι αυτή, είναι σαν να μπήκαμε στην τελική ευθεία. Δεν υπάρχει επιστροφή. Θα παίξουμε. Σας το ανακοινώνω και επίσημα, να τσακιστείτε να έλθετε.

Φέτος κλείνω δέκα χρόνια στο ερασιτεχνικό θέατρο με δεκατρείς παραστάσεις στην καμπούρα μου. Να σου πω ότι κουράστηκα; Ναι, κουράστηκα. Το να κάνω απογευματινές – βραδινές πρόβες με έγνοια ένα μωρό που πρέπει να λουστεί και να κοιμηθεί στο μεταξύ, είναι εξαντλητικό. Το να τρώω τα σαββατοκύριακά μου σε πεντάωρες εντατικές πρόβες, επίσης. Δεν σώνω άλλο.

Κάποτε, όταν είχαν πρωταρχίσει, το 2008, θυμάμαι ότι διάβαζα τα λόγια μια φορά και δεν χρειαζόταν δεύτερη. Κολλούσαν όλα στον εγκέφαλο. Υπήρχαν έργα που ήξερα όλους τους ρόλους απέξω, όχι μόνον τον δικό μου. Στεκόμουν στα παρασκήνια και τα έλεγα όλα ψιθυριστά, για να περάσει η ώρα να βγω να παίξω. Υπήρχαν έργα που και να έχανα μια ατάκα πάνω στο στρες της σκηνής το έσωζα χωρίς να το πάρει κανένας είδηση. Περασμένα μεγαλεία. Πλέον, και εκατό φορές να διαβάσω τα λόγια, δεν κολλούν στο μυαλό. Θα πω το νόημα αυτών που διάβασα, όχι την ατάκα αυτή καθεαυτή. Αν πάλι τα χάσω, θα αυτοσχεδιάσω τσάτρα πάτρα. Θα υπάρξει κενό, αμηχανία, οι θεατές θα το καταλάβουν. Δεν έχω τα αντανακλαστικά του παρελθόντος. Ίσως να φταίνε και τα χάπια που παίρνω που συχνά με χαντακώνουν. Μα, ναι, το έχω διαπιστώσει, έχω αισθανθεί τη διαφορά.

Να τα παρατήσω; Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν μείνει πολλά έργα που να θέλω να παίξω. Δυο τρία απωθημένα έμειναν για να είμαι ειλικρινής, τα οποία είναι και μεγαλεπίβολα και πολυέξοδα. Αλλά αν τα παρατήσω είναι σαν να παραδίνομαι. Τις προάλλες πήγα να δω τις «επικίνδυνες σχέσεις» στις Αποθήκες το ΘΟΚ και με το που πάρκαρα με έπιασε λύσσα από τη ζήλεια. Από πού κι ως που να παίζουν άλλοι σε ένα θέατρο που αγάπησα ως δικό μου τα τελευταία χρόνια με τις τόσες επιτυχίες της ομάδας; Ακόμη και η μυρωδιά του χώρου μου ήταν τόσο οικεία που ήθελα να μπω να τους ρωτήσω τι δουλειά έχουν όλοι αυτοί σ’ ένα θέατρο που μυρίζει την ομάδα μου.

Είχα πάει και είχα δει μία ερασιτεχνική παράσταση πριν πολύ καιρό, μιας ομάδας που ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 45. Ήταν άβολο το θέαμα. Είχα πει τότε, με το θράσος των ατίθασων νιάτων που με διακατείχε, ότι αν φτάσω τα 45 και ακόμα χτυπιέμαι στα σανίδια σαν καημένος κυριούλης, σας επιτρέπω να με πετροβολήσετε. Ε, να τα, τα 45! Μου κλείνουν το μάτι. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα υπάρξει τέλος σ’ όλη αυτή την δημιουργική διαδικασία και σ’ αυτό το παρεάκι. Μπορεί να δηλώνω πτώμα, αλλά η σκέψη ότι όλο αυτό θα ξεφουσκώσει του χρόνου, αφού όλοι πλέον θα έχουμε άλλες προτεραιότητες και υποχρεώσεις είναι σαν να μου λες, ετοιμάσου, σου βρήκαμε γηροκομείο.

Δεν ξέρω τι να σου πω. Ξέρω ότι κουράστηκα, αυτό είναι γεγονός. Ξέρω ότι δεν έχω τη λάμψη και τον ενθουσιασμό που είχα όταν ξεκινούσα πριν δέκα χρόνια, επίσης γεγονός. Αλλά να σου πω ευθαρσώς ότι θα το κόψω; Θα πεθάνω την ίδια ώρα!

Στο «Τελευταίο Πάτωμα» λοιπόν, και ας ευχηθούμε να μην είναι προφητικός ο τίτλος.



Να έλθετε, η Τάτση και η Μαριλένα έκαναν εξαιρετική δουλειά. Πήραν το κείμενο και του γάμησαν τα πάτερα, βγήκε κάτι άλλο, πολύ ανατρεπτικό, πειραματικό και παράξενο, το οποίο όμως τηρεί τις ισορροπίες ώστε να μην πείτε στο τέλος «τι ήταν αυτό που είδαμε».


Σας περιμένουμε, λοιπόν, και οι λεπτομέρειες επί της αφίσας. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2018

Ο Γιος Μου

Έκανα μπάνιο τον γιο μου, του έδωσα να πιει το γάλα του, και ξαπλώσαμε μαζί στο κρεβάτι ενώπιος ενωπίω, να αρχίσουμε τη διαδικασία του ύπνου. Ήταν πτώμα, φαινόταν στο βλέμμα του. Ήταν θέμα λεπτών να αποκοιμηθεί, αλλά εκείνα τα ολίγα που κρατιόταν ακόμη ξύπνιος παραμείναμε να κοιταζόμαστε. Το μισό μας πρόσωπο ήταν χωμένο στο μαξιλάρι, και με το ελεύθερο μας μάτι που εξείχε, καρφώναμε ο ένας τον άλλον. Χωρίς να μιλάμε.

Έτσι όπως τον κοίταζα, έπαιρνα όρκο ότι έβλεπα τον εαυτό μου στην ηλικία του. Θυμήθηκα μια φωτογραφία μου, που μου είχε τραβήξει ο θείος μου στη «φάρμα», όπου είμαστε ίδιοι. Και έτσι ξαφνικά με έπιασε μία απερίγραπτη μελαγχολία που προκειμένου να εκτονωθεί και να μην σκάσω, εξερράγη υπό τύπον δακρύου. Ξεπετάχτηκε από το μάτι μου, φούσκωσε, και άρχισε να ρέει πάνω στη μύτη μου πριν στάξει και κάψει το μαξιλάρι. Σε ξέρω καλά γιε μου! Σε ξέρω απ’ έξω και ανακατωτά. Και λυπάμαι που δεν μπορώ να σε σώσω από όλα όσα σε περιμένουν σ’ αυτή τη ζωή και τα οποία θα ζήσεις όπως τα έζησα κι εγώ. Τις απογοητεύσεις, τις απομυθοποιήσεις και όλες αυτές τις καταστάσεις που ούτε εγώ ο ίδιος δεν κατάφερα να διαχειριστώ και να χωνέψω ακόμα και σήμερα.

Σε βλέπω και με βλέπω και σφίγγεται η καρδιά μου. Σήμερα στο μάθημα ποδοσφαίρου μου ήρθε άλλη μία επιβεβαίωση (Ναι, καλά διαβάσατε, μπορεί καλά-καλά να μην περπάτησε, μα εμείς τον γράψαμε ποδόσφαιρο, μην το ψάχνετε τι και πώς, ξέρετε τώρα πώς είναι τα νέα ήθη). Έπαιζες αμερίμνος, κλωτσούσες τις μπάλες και έβαζες γκολ, αλλά μόλις σφύριξε ο προπονητής να σταθούμε στη γραμμή και να σουτάρουμε με επισημότητα άσκησης, κόμπιασες, αγχώθηκες και έτρεχες προς την έξοδο κλαίγοντας με αναφιλητά. Όπως ακριβώς κι εγώ. Που πήγαινα στα ιδιαίτερα μαθηματικών και έλυνα τις ασκήσεις όλες χαλαρά κι όμορφα, ενώ την επόμενη μέρα στο διαγώνισμα, κυριευμένος από το άγχος έπιανα μετά βίας τη βάση.

Πώς να σε σώσω, αφού δεν κατάφερα να σώσω εμένα;

Να σε συμβουλεύσω, εγώ, που κοντεύω τα σαράντα και δεν έμαθα ακόμα τίποτε; Πώς να σε νουθετήσω πλην του να σε αφήσω να φας τα μούτρα σου μόνος σου. Να σε αφήσω να σε διδάξει η απογοήτευση, η αποτυχία. Που είναι και η καλύτερη δασκάλα. Στεναχωριέμαι όμως, γιατί σε ξέρω. Και επειδή σε ξέρω, στο λέω από τώρα. Δεν θα είναι εύκολα εκεί έξω.

Η σχέση μου με τον γιο μου, όπως καταλαβαίνετε, είναι ελαφρώς μεταφυσική. Ή τουλάχιστον, εγώ έτσι θέλω να πιστεύω. Η κακή έως αδιάφορη σχέση που είχα με τον πατέρα μου με εξώθησε να επιζητώ μία τέλεια σχέση με τον γιο μου. Φυσικά, με το που πέθανε ο πατέρας μου εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις μας. Όχι μόνο επειδή πέθανε, μας άδειασε τη γωνιά και ησυχάσαμε. Αλλά επειδή ο εγκέφαλος έχει την ικανότητα να δημιουργεί τη ψευδαίσθηση πως ενόσω ζούσε κάποιος ήταν όλα τέλεια μαζί του. Και με τα χρόνια το πιστεύεις κι εσύ το παραμύθι. Εγώ ευχόμουν πάντα να αποκτήσω ένα γιο για να σπάσω αυτή την κατάρα. Και, ευτυχώς, φάνηκα τυχερός και τον έκανα. Και μάλιστα παραλίγο να γεννηθεί την ίδια μέρα με τη μέρα που πέθανε ο πατέρας μου. Τελικά γεννήθηκε μια μέρα πριν. Εκεί κι αν θα γεννιόντουσαν καινούρια ψυχολογικά τραλαλά. Να αρχίσω να πιστεύω στις μετεμψυχώσεις! Τέλος πάντων. Τι ήθελα να πω; Α, ναι. Ότι αυτός ο πόθος να αποκτήσω γιο για να διορθώσω τα λάθη, ουδέποτε σβήστηκε. Κάποια περίοδο με είχε πείσει η Μπρέντα ότι μου ταιριάζει καλύτερα μία κόρη. Αλλά έπρεπε να ήσουν από μια μεριά να μ' έβλεπες όταν η γιατρός μας ανακοίνωσε ότι βλέπει στην οθόνη του σαρωτή «μιαν πουλλού». Εγώ έκανα πέντε λεπτά να μιλήσω γιατί ήξερα ότι αν προσπαθούσα να αρθρώσω λέξη θα πλάνταζα. Και σκέφτηκα ότι υπάρχει Θεός και βλέπει. Ή τέλος πάντων ότι ο πατέρας μου από εκεί πάνω σκέφτηκε να επανορθώσει. Γιατί, θυμάσαι, στο είχα πει ότι τον είχα δει και όνειρο. Να μου ανακοινώνει, τάχα μου, πως «έρχεται ένα μωρό» κι εγώ να νομίζω πως αναφέρεται σ’ αυτό της αδελφής μου που ήταν τότε νεογέννητο.

Ναι, έχω πάθει ψύχωση με τον γιο μου. Ξέρω τι σκέφτεται, ξέρω τι θέλει να πει, ξέρω πότε βαριέται, ξέρω πότε περνά ωραία, ξέρω πότε θέλει να τον αφήσω στην ησυχία του. Και τα τηρώ όλα κατά γράμμα.

Έτσι όπως ξάπλωνα, ο μισός βυθισμένος στο μαξιλάρι και ο άλλος μισός στις πιο πάνω σκέψεις, με το μάτι ακόμα ορθάνοιχτο, καρφωμένο και αποξηραμένο, άκουσα τη φωνούλα του. «Παπά μου;» Σαν να ήξερε ότι κάτι με τρώει. Πετάχτηκα πάνω. «Παπά μου!» του είπα.

Κατάλαβε ότι όλα βαίνουν καλώς, άλλαξε πλευρό και αποκοιμήθηκε.

Τι ευτυχία Θεέ μου!

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2018

Φωνές

Ας μιλήσουμε με όρους της φυσικής πριν ξεκατινιαστούμε.

Κάθε δράση, ενέχει αντίδραση. Το θυμάστε, το διδαχτήκατε στη Δευτέρα Γυμνασίου. Δηλαδή, αν χτυπήσω το χέρι μου στο τραπέζι με δύναμη 100 νιούτον, αυτή η δύναμη επιστρέφει στο χέρι μου. Και θα αισθανθώ πόνο της τάξεως των 100 νιούτον. Εκατό νιούτον ακριβώς, ούτε ένα βαθμό παραπάνω ή λιγότερο. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε τι στο οποίο ασκείται μία δύναμη. Η δύναμη αυτή επιστρέφει σ’ αυτόν που την άσκησε. Κατανοητό; Και τώρα που έγινε η εμπέδωση, πάμε παρακάτω.

Ας μιλήσουμε και με όρους του πολέμου προτού ξεκατινιαστούμε.

Βάσει του Διεθνούς Δικαίου, θεωρείται νόμιμο μία χώρα που δέχεται επίθεση να απαντήσει με ιδίου βαθμού έντασης, επίθεση. Δηλαδή, αν στα καλά καθούμενα η Ελβετία φάει έναν πύραυλο από την Ιταλία, τότε νομιμοποιείται να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Να εκτοξεύσει τον ίδιο πύραυλο κατά της Ιταλίας. Αν αποφασίσει να ρίξει ατομική βόμβα, η Ελβετία χάνει το δίκιο της. Είναι κάτι δυσανάλογο. Η αντίδραση πρέπει να είναι αντάξια της δράσης. Πάντα. Εξηγηθήκαμε;

Και τώρα που έγινε και αυτή η εμπέδωση, ας ξεκατινιαστούμε.

Κατ’ εφαρμογή των πιο πάνω, όταν εγώ επηρεάζομαι από δράσεις σας, οφείλω να αντιδράσω. Στον ίδιο τόνο, στην ίδια ένταση, στον ίδιο βαθμό. Αν κρίνω από τον βαθμό της μαλακίας που σας δέρνει, νομιμοποιούμαι να πράξω τα εξής: α) Να σας πληρώσω με το ίδιο νόμισμα (που απαιτεί σχέδιο, πλάνο, προεργασία και δεν διαθέτω τόσο χρόνο να σας αφιερώσω), β) να έρθω εκεί που βρίσκεστε και να σας σπάσω στο ξύλο (το καλύτερο, μα άδικος κόπος, αφού δεν αξίζει να δείρεις γάιδαρο και να πληρώσεις γι’ άνθρωπο), γ) να έρθω εκεί που βρίσκεστε και να τα σπάσω όλα στο δωμάτιο (απορρίπτεται επίσης, δεν έχω λεφτά να σας αποζημιώνω), ή δ) να κάνω το πιο απλό από όλα, το πιο ακίνδυνο, το πιο εκτονωτικό. Να σας μπήξω τις φωνές και να τελειώνουμε.

Αντί να είστε ευγνώμονες που με μία μεγάλη μαλακία που διαπράξατε και η οποία επηρεάζει εμένα, γλιτώνετε με απλές φωνές, έχετε το θράσος να ζητάτε και τα ρέστα. «Γιατί φωνάζεις;»! Μα, είστε καθόλου καλά; Τι προτιμάτε; Να ασκήσω βία; Να προκαλέσω ζημιές; Να σας πάω στο νοσοκομείο; Οι φωνές είναι κάτι το άυλο. Δυνατόν να προκαλέσουν αναστάτωση, αλλά συγκριτικά με τη δική σας δράση, είναι η λιγότερο επικίνδυνη αντίδραση. Και εξάλλου, τι θα πάθετε με λίγες φωνές; Verba Volant! Μάθετέ το πριν καταργήσουν και τα Λατινικά. Και όσο πιο έντονα εκφράζονται, τόσο πιο γρήγορα εξατμίζονται.

Για κάποιο λόγο όμως, φοβάστε τις φωνές. Εγώ θεωρώ ότι τις φοβάστε επειδή ουδέποτε βιώσατε το πιο πάνω στάδιο, αυτό της μπάτσας, να δείτε τι πάει να πει «σοκ και δέος». Αλλά, σας έχω νέα, θα πρέπει να συνηθίσετε.

Παραδείγματα:

Πάω στη μάνα μου να φάω. Αρχίζουμε να μιλάμε – μέγα λάθος εξ αρχής. Μου ανακοινώνει τα χαΐρια της. Ανεβάζω πίεση 400. Τι να κάνω; Να της σπάσω το πιάτο στο κεφάλι; Να την αρπάξω από το μαλλί να της το βγάλω τρίχα- τρίχα; Τίποτα από όλα αυτά, τα οποία ομολογουμένως θα ήταν μία δίκαιη αντίδραση τηρουμένων των αναλογιών. Απλά φωνάζω. Και αντί να σκεφτεί ότι αυτός θα φωνάξει, θα εκτονωθεί και θα τη βγάλουμε καθαρή, αναίμακτα, το πάει ένα βήμα παραπέρα και προκαλεί: «Μην φωνάζεις!» και ακόμα χειρότερα, εμπλέκει τον γιο μου: «Πάμε, αγάπη μου να φύγουμε, έχεις μπαμπά τρελλό που φωνάζει!» (το ότι έχει και ανεκδιήγητη γιαγιά, βεβαίως, το παραβλέπει). Ω, ναι! Τόλμησε και έπαιξε το χαρτί του γιου μου! Ξέρει ότι φταίει, ξέρει ότι πρέπει να με αποκαταστήσει, αντ’ αυτού χρησιμοποιεί το μωρό εναντίον μου για να ξεμπερδέψει. Μα, νομίζεις δεν σας πήραμε χαμπάρι, τοξικοί άνθρωποι; Εγώ βλέπω Θέκλα Πετρίδου κάθε μεσημέρι! Ε, Ρίχνεις ή δεν ρίχνεις την ατομική;

Ούτε ο στρατός δεν με μαζεύει αν την ώρα που φωνάζω μου πεις να μην φωνάζω ή προσπαθήσεις να με πατρονάρεις. Επαναλαμβάνω, η φωνή είναι το λιγότερο. Φωνάζω και ουρλιάζω σαν τυραννόσαυρος στο Τζουράσσικ Παρκ, το παραδέχομαι. Μου έμεινε από την εκπαίδευση στα Τεθωρακισμένα. Στην εκπαίδευση, τότε, ο ίλαρχος ξεκινούσε τις μηχανές των αρμάτων και μας έλεγε ότι έπρεπε να μπήξουμε φωνή να ακουστούμε δυνατότερα από τα άρματα. Κυριολεκτώ. Εκεί άνοιξε η φωνή μου. Είναι λίγο τρομαχτικό το ηχητικό, το παραδέχομαι, αλλά τι εναλλακτικές εισηγείστε; Απλά να καταπίνω τα αίσχη σας και να μην αντιδρώ; Καλά, είπαμε, είμαι μαλάκας. Αλλά όχι κι έτσι. Να τα κατεβάζω όλα αμάσητα; Μεγάλη η χάρη σας! Όχι!

Δεύτερο παράδειγμα, παλιότερο. Υποδεικνύω σε συνάδελφο ένα λάθος που κάναμε από κοινού για να έχουμε τα μάτια μας δεκατέσσερα στο μέλλον. Δεν αποποιούμαι το μέρος της ευθύνης που μου αναλογεί. Αντί να πει «έχεις δίκιο, να προσέχουμε άλλη φορά να μην το επαναλάβουμε» και να λήξει το θέμα, βγάζει γλώσσα και από ενοχές αμύνεται, ενθυμούμενη παλιότερα δικά μου λάθη για να βγάλει την ουρά της απέξω. Συγκρατιέμαι στην αρχή, δεν της δίνω σχοινί. Επιμένει να μου παίζει τη δασκάλα, ενώ παράλληλα σηκώνει τους τόνους προκειμένου να ακούνε κι άλλοι συνάδελφοι και να γίνουμε θέαμα. Θέαμα να θέλεις! Σπάζω, φωνάζω. «Εγώ δεν ανέχομαι να μου φωνάζουν!» μου απαντά και μου κλείνει το τηλέφωνο. Τι δεν ανέχεσαι να σου φωνάζουν που μ' έχεις μια ώρα και μου κάνεις κήρυγμα σε κάτι που μπορούσε να λήξει εντός μισού λεπτού; Εγώ δηλαδή πρέπει να ανέχομαι να μου πουλούν υφάκι, εσύ όμως να μην ακούς φωνές; Νομίζω με άκουσαν μέχρι το Καζακστάν! Ήρθε μετά από το γραφείο μου να μου πει ότι "δεν της αρέσουν οι φωνές". Αχ, βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα, δεν της αρέσουν οι φωνές! Απορίας άξιο το πως δεν μας έγραψαν οι εφημερίδες.

Τέτοια παραδείγματα, πολλά και καθημερινά! Με όλες και όλους που θεωρούν θεμιτό και ΟΚ να σου ανακοινώνουν ελαφρά τη καρδία τα αίσχη και εσύ απλά να τα δέχεσαι στωικά. Μα αν νομίζετε ότι ζούμε στην Τόλμη Και Γοητεία που ερχόταν η Μπρουκ και ανακοίνωνε στον Ριτζ ότι έχει εξώγαμο απ' τον πατέρα του και αυτός απλά την κοίταζε με βλέμμα απλανές και τέλειωνε η σκηνή, λανθάνεστε. Εδώ στην καλύτερη περίπτωση θα βιώσετε σκηνή με τον Υπαστυνόμο Θεοχάρη από το Καλημέρα Ζωή στο σλόου μόσιον. Για να μην σας πω για σκηνή με τον Ρίκκο Μάππουρο. Και αν αυτά τα σήριαλ σας φαίνονται μπανάλ, τότε σταματήστε να είστε κι εσείς Πέπες, Ναστάζιες και Κάττοι.

Οι φωνές δεν είναι τίποτα. Ξεπεράστε τες. Έτσι κι αλλιώς σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει.


Κανονικά μάχαιραν δίνετε, μάχαιραν θα έπρεπε να λαμβάνετε!

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2018

Back To School

Είκοσι χρόνια κλείνουν φέτος από την αποφοίτηση της τάξης μου στο Λύκειο.

Ξαφνικά το τάιμλάιν μου στο φέησμπουκ γέμισε φωτογραφίες από εκείνη την εποχή.
Αναβρασμός, συζητήσεις για ανεύρεση χώρου και διοργάνωση ριγιούνιον.

Τι να το κάνετε, μάνα μου, το ριγιούνιον; Στα χρόνια του φέησμπουκ χρειάζεστε ριγιούνιον; Αφού είμαστε όλοι φίλοι με όλους. Ακόμα και με εκείνους που τότε δεν κάναμε παρέα. Ακόμα και με εκείνους που δεν χωνεύαμε. Ξέρουμε ποιοι παντρευτήκατε, ξέρουμε ποιοι χωρίσατε, ξέρουμε πόσα παιδιά κάνατε, ξέρουμε που μένετε, με τι ασχολείστε, που πήγατε διακοπές, πώς το πίνετε το φρέντο σας. Να βρεθούμε να πούμε τι; Αυτά που ήδη ξέρουμε;

Αν είχαμε ανάγκη ο ένας τον άλλον θα βρισκόμασταν ούτως ή άλλως με δική μας πρωτοβουλία.

Το ότι τόσα χρόνια δεν το πράξαμε, κάτι λέει.

Ακόμη και το πανό που είχαμε αναρτήσει τότε έχω κρατήσει στα πατάρια ως ενθύμιο. Πρόσφατα ανακάλυψα ότι ξεθώριασε, δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο επάνω, όλο το μελάνι εξαφανίστηκε. Σαν τους πεθαμένους που λιώνουν, και παραμένουν μόνο τα σάβανα. 

Βέβαια, αυτά για μένα δεν ισχύουν. Εμένα αν με ρωτήσεις ποιοι είναι οι φίλοι μου, αυθόρμητα θα σου απαντήσω ότι είναι οι συμμαθητές μου από το Λύκειο. Έκανα κι άλλους φίλους στην πορεία της ζωής μου, φυσικά, αλλά θεωρώ εκείνους τους «πρώτους» και «κύριους» φίλους μου. Και κράτησα ουσιαστική επαφή. Εκείνοι αναμεταξύ τους όμως, χάθηκαν. Τώρα αν πάμε στο ριγιούνιον, ο μόνος που θα νιώθει άνετα θα είμαι εγώ, ως συνδετικός κρίκος. Που με όλους διατηρώ επαφές πρώτης τάξεως, αλλά οι υπόλοιποι μεταξύ τους θα πρέπει να… «ξανασυστηθούν».

Εγώ απορώ με τον κόσμο που αφήνει τις σχέσεις του να ατονούν, να εξασθενούν και να χάνονται. Εγώ προσωπικά, μόνο με τον κόσμο του στρατού χάθηκα, πλην δύο αδελφικών φίλων. Χάθηκα ξεπίτηδες όμως, ανέκαθεν τους σιχαινόμουνα και ουδέποτε ήθελα να κρατήσω σχέσεις με το φανταριλίκι. Με όλους τους υπόλοιπους με τους οποίους συνδέθηκα όμως, είτε στο Δημοτικό, είτε στο Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο, Θέατρο κτλ, έχω άριστες σχέσεις. Ακόμη κι από τους πρώην χώρους εργασίας μου.

Αυτούς που ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους, ουδέποτε τους κατάλαβα. Πώς μπορούν να αποχωρίζονται ανθρώπους, καταστάσεις και να μην προσπαθούν να τις διατηρούν έστω κι αν είναι μάταιο να ελπίζεις πως με όλους θα είσαι το ίδιο για πάντα. Μπορεί το «πάντα» να μην υφίσταται, αλλά με το ίντερνετ, τουλάχιστον, διευκολύνεται.

Οπότε ναι. Τι να το κάνεις το ριγιούνιον όταν επί της ουσίας έχεις διαγράψει το παρελθόν. Για να βρεθούμε να χορέψουμε τα σουξέ της εποχής και να νιώσουμε γέροι; Μα, και τα σουξέ της εποχής για μένα είναι «σημερινά». Και πάλιν, χάρη της τεχνολογίας. Αφού μέσα στο αυτοκίνητο, στην πλειοψηφία του χρόνου μου, ακούω τα σουξέ της δεκαετίας του ’90. Για μένα το 1998 ήταν χθες. Μην πω, ήταν προ ολίγου. Είναι συγκλονιστικό το ότι η τεχνολογία έχει αναστήσει τα πάντα. Η γενιά του πατέρα μου δεν είχε τέτοιο προνόμιο. Είχε προνόμιο στη νοσταλγία, εμείς δεν έχουμε. Κατ’ αρχάς, εγώ έχω όλα τα πάρτι του λυκείου και όλες τις εκδρομές βιντεσκοπημένες σε VHS. Κάποια βίντεο τα έχω ψηφιοποιήσει και τα νεκρανασταίνω συχνά. Βλέπω ακόμα τα άθλια κουρέματα, τα επιτηδευμένα μας ρούχα, ξέρω επακριβώς πόση μαλακία μας έδερνε. Δεν ξεγράφτηκε τίποτε.

Ριγιούνιον, γιατί;


Θα μου επαναφέρετε την εποχή της αθωότητας; Θα ξαναγαπηθούμε ομαδικώς από την αρχή; Θα γίνετε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μου; Θα γίνετε η παρέα μου; Θα μιλούμε στο τηλέφωνο τρεις και τέσσερεις φορές τη μέρα όπως τότε; Ριγιούνιον γιατί; Για να συνειδητοποιήσω ξανά τη ματαιότητα των πάντων;

Τρίτη, Αυγούστου 28, 2018

Οι Δάσκαλοι

Ας μιλήσουμε για τους δασκάλους.

Αφού, από ό, τι βλέπω όλοι έχετε άποψη για  αυτούς και τα αιτήματα τους. Εγώ ακόμη δεν έχω καταλάβει τι αιτούνται. Και ούτε που με κόφτει, να σου πω την αλήθεια. Έχω αποφασίσει ότι αν δεν με επηρεάζει άμεσα μία κοινωνική μερίδα με τα προβλήματά της, δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με τα δράματά τους. Για παράδειγμα, ουδείς κόπτεται για τα αιτήματα των πατατό-παραγωγών. Ουδείς για τα δράματα των υπαλλήλων του Συνεργατισμού. Ουδείς θα εκόπτετο επίσης για τυχόν δράματα άλλων επαγγελμάτων. Για τους δασκάλους γιατί έχουν όλοι άποψη και μάλιστα έντονη; Και γιατί σπεύδουν να μας την παραθέσουν στα κοινωνικά δίκτυα, σαμπώς και τους ρωτήσαμε;

«Επειδή η παιδεία είναι ένα θέμα που αφορά όλους. Μια μέρα θα πάει και το δικό σου παιδί σχολείο και θα έχεις απαιτήσεις!»

Α, να με συγχωρεί η χάρη σας, αλλά ουδεμία απαίτηση δεν έχω από τους δασκάλους και δη το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου. Εγώ έχω εξοικειωθεί με την ιδέα πως ό, τι μάθει κανείς, το μαθαίνει από το σπίτι του. Εγώ στο σπίτι μου έμαθα ό, τι έμαθα, από τον μακαρίτη τον πατέρα μου που κάθε απόγευμα μου έκανε ιδιαίτερο, όλα τα κύρια μαθήματα. Χωρίς να είναι δάσκαλος. Επειδή πίστευε ότι αν περιμέναμε από την κυρία Γεωργία (μια μαλακισμένη σκατόγρια, ανάθεμά την όπου και να' ναι σήμερα) και την κυρία Ιωάννου (καλή αρχίδω και του λόγου της), σωθήκαμε!

Πιστεύω ακράδαντα πως στο σχολείο απλά σου δίνονται κάποια βασικά ερεθίσματα. Αν αυτά χτυπήσουν φλέβα, ο εκάστοτε μαθητής θα θελήσει κάποτε να τα καλλιεργήσει περαιτέρω - μόνος του. Κατά τα άλλα, σε μία κοινωνία, η πλειοψηφία της οποίας δεν ξεχωρίζει το ενεργητικό από το παθητικό ρήμα και δεν ξέρει τη διαφορά του «ενοικιάζεται» από το «ενοικιάζετε» γιατί εγώ να κάθομαι να χωλοσκάω για τα προβλήματα της παιδείας της; Ποιας παιδείας, γιε μου; Κοροϊδεύομαστε και μεταξύ μας; Είναι προφανές ότι η παιδεία σ’ αυτόν τον τόπο, εξαντλείται στα πολύ βασικά. Καταργήστε τα σχολεία, μην τα πληρώνουμε. Τζάμπα πάτε, αφού στούρνοι μπαίνετε, στούρνοι βγαίνετε. 

Οπότε προς τι όλος αυτός ο ζήλος περί των διδασκάλων από όλο το κυπριακό Facebook; Δεν θέλει και ρώτημα, μάνα μου. Προφανής η απάντηση: Ζήλεια! Ναι, ζήλεια – ψώρα! Ποτέ δεν χώνεψε ο μέσος υπαλληλάκος της Κύπρου ότι υπάρχει και ένα επάγγελμα που απολαμβάνει τριών μηνών αργίες! Και εγώ ο ίδιος το ζηλεύω. Κι αν είχα νου, θα πήγαινα να το σπούδαζα. Μπορεί να έσπαζαν τα αρχίδια μου κάθε μέρα με τα παιδιά του καθενός, που θα μου αντιμιλούσαν και εγώ δεν θα μπορούσα να τους αστράψω μιαν, να «λουβήσουν τα δόγκια τους», αλλά αργά ή γρήγορα θα έπαιρνα το νόημα, θα εφησυχαζόμουν, θα έλεγα «να πα να γαμηθούν – Θέλουν ας μάθουν, θέλουν ας μεν μάθουν» και θα απολάμβανα τον στάνταρ μισθό με τις τρίμηνες διακοπές.

Μα, αυτό δεν μας αξίζει, έτσι κι αλλιώς;

Καταντήσαμε τα σχολεία παρθεναγωγεία. Που το κάθε μαλακισμένο επικαλείται «άσκηση ψυχολογικής βίας» ήτοι bullying (ή μάλλον, buling καθώς το γράφουν οι αγανακτισμένοι γονείς στο Facebook) με το πρώτο ύψωμα της φωνής. Οι εκπαιδευτικοί έχουν πλέον ευνουχιστεί πλήρως. Είναι απλοί επιστάτες, επιτηρητές της τάξης. Πολύ θέλει να τα ρίξουν στον κόκορα; Τρεις μήνες διακοπές; Yes, please!

Την ξέρω αυτή τη ζήλεια, επειδή την εισπράττω κι εγώ. Μην ακούσουν ότι είμαι δημόσιος υπάλληλος, το τι ειρωνείες ακούω, δεν περιγράφεται. Ε, λοιπόν, σας έχω νέα. Κανένας δεν γεννιέται δημόσιος υπάλληλος. Κανένας δεν γεννιέται δάσκαλος. Δεν είναι κληρονομικός τίτλος, όπως π.χ. οι Λόρδοι στο αγγλικό Κοινοβούλιο, να γεννιέσαι και να πεθαίνεις ως τέτοιος. Εδώ πέρα είμαστε όλοι εν δυνάμει δάσκαλοι και εν γένει δημόσιοι υπάλληλοι. Όποιος θέλει σπουδάζει και γίνεται ένας τέτοιος, ή δίνει εξετάσεις και μπαίνει. Ναι, υπάρχουν εμπόδια, υπάρχουν τα Κόμματα, τα μέσα, οι συντεχνίες και γενικότερες συμπαιγνίες, αλλά αν είστε μάγκες καταργήστε τα. Ψηφίστε μια φορά ακομμάτιστα, εξολοθρεύστε τα καρκινώματα της κοινωνίας και χτίστε κρατική μηχανή χρήσιμη και λειτουργική. Όχι μόνο δεν το κάνετε, απεναντίας εγώ βρίσκομαι εν ζωή 37 χρόνια και μονίμως τα ίδια Κόμματα βλέπω να κάνουνε κουμάντο. Δεν είδα να καταποντίζετε κανένα με τη ψήφο σας. Και όταν σας λέω ότι η Κύπρος βρωμά σκατά, εσείς μου απαντάτε, «αφού δεν σ’ αρέσκει γιατί εστράφηκες;» Ε, φάτε την Κύπρο με τα κατεστημένα της τώρα και ανεχτείτε τις τριμηνιαίες διακοπές των δασκάλων και  τον μινωταυρισμό του Δημοσίου.

Και εγώ από τον ιδιωτικό τομέα ξεκίνησα, κύριοι. Δεν γεννήθηκα δημόσιος υπάλληλος. Άμα θέλετε, ελάτε κι εσείς να κάνουμε όλοι μαζί παρέα. Αν αντέχετε. Αν πάλι δεν θέλετε, πολύ καλώς δεν θέλετε. Κάτσετε στα αβγά σας, δουλέψετε ως αργά το απόγευμα, και μην παραπονιέστε.

Μας τα πρήξατε. Και επιτέλους. Για να συνοψίζουμε. Θεωρώ πώς το πραγματικό σας θέμα είναι η ζήλεια ως προς την κωλοφαρδία των δασκάλων και τους τρεις μήνες διακοπών, παρά ό, τι άλλο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το «ό, τι άλλο» ουδέποτε κατάλαβε κανείς ποιο είναι, και σε τι αφορά. Και που να μάθετε, θα πείτε "δεν μας κόφτει". 


Γεια σας! 

Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2018

Μιμητισμός Και Φάπα

Πάει καιρός που θέλω να θίξω αυτό το θέμα, αλλά δεν μου δινόταν η αφορμή. Σήμερα όμως, διάβασα ένα τεράστιο άρθρο-μαλακία σε μία από αυτές τις αριστερίστικες ιστοσελίδες που πωρώνουν περίτεχνα το ποίμνιό τους και δεν άντεξα άλλο! Ανέβασα πίεση 800!

Έλεγε, λοιπόν, ένας τύπος του οποίου ούτε το όνομα, ούτε την ιδιότητα συγκράτησα, ότι η κουλτούρα του Έλληνα διαμορφώθηκε από «το χαστούκι του Παπαμιχαήλ προς τη Βουγιουκλάκη». Θεωρεί, δηλαδή, ότι μέσα από τον παλιό, ελληνικό κινηματογράφο υποθάλπεται η βία κατά των γυναικών, και ότι κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με αυτά τα παλιό-πρότυπα.

Θυμήθηκα τον άλλον, έναν εξίσου βλάκα, που μου είχε πει ευθέως και ενώπιος ενωπίω, ότι δεν έπρεπε να είχαμε παίξει στο θέατρο το «Η Γυνή Να Φοβήται Τον Άντρα» γιατί προωθούσαμε παρωχημένα κοινωνικά πρότυπα. Ίδιος νους, μία κάλπη!

Εν μέρει αυτοί οι τύποι, έχουν δίκιο. Αν δεχτούμε ότι το σύνολο των αριστερών ψηφοφόρων είναι βλάκες και ότι καταπίνουν μία εικόνα αμάσητη κι αφιλτράριστη, όπως τους την παρουσιάσουν, τότε ναι! Είναι δυνατόν κάποιος να θεωρήσει ότι εν έτει 2018 προωθούμε το «στεφάνι» του γάμου επειδή είναι ντροπή μια γυναίκα να παραμένει άγαμη, ή ότι εγκρίνουμε το χαστούκι του Παπαμιχαήλ. Το «χαστούκι», εν τω μεταξύ, ακολούθησε και ένα παθιασμένο φιλί βουτηγμένο στην κάβλα, αλλά αυτό τεχνηέντως παραλείπεται.

Εγώ όμως δεν θέλω να πιστέψω ότι όλοι οι αριστεροί είναι άκριτοι, βλάκες. Κατ’ ακρίβειαν, βαθειά μέσα μου αυτό πιστεύω, αλλά ας πούμε ότι αυτή δεν είναι μία σοβαρή, επίσημη άποψη που θα υποστήριζα δημόσια. Μπορώ να υποστηρίξω ότι είναι άνθρωποι κομπλεξικοί με παιδικά, ψυχολογικά τραύματα που τους εξέλιξαν σε κοινωνικούς πρήχτηδες. Αυτό, μάλιστα! Αλλά το ότι είναι άκριτοι, επουδενί!

Εγώ μπορώ να σου φέρω δεκάδες παραδείγματα ανθρώπων που μεγάλωσαν με το χαστούκι της Βουγιουκλάκη αλλά μπορούν να αντιληφθούν την «παρανομία» του πράγματος και δεν νοούνται να το υιοθετήσουν. Όλος μου ο κοινωνικός περίγυρος, ας πούμε. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν αν μια εικόνα είναι λάθος. Δεν είναι χαζοί. Και εκατό φορές να δουν το χαστούκι, αν τα έχουν τετρακόσια, μπορούν να αντιληφθούν γιατί δεν πρέπει να το μιμηθούν. Όπως και μια δολοφονία. Το να απαιτείς να καταργηθούν οι ταινίες με φόνους επειδή μπορεί να βρουν μιμητές, δεν χρειάζεται να το αναπτύξω με επιχειρήματα ότι σε καθιστά έναν απλό βλάκα.

Αν βέβαια αναφερόμαστε σε κινούμενα σχέδια τα οποία στοχεύουν στο παιδικό κοινό, το οποίο ακόμα δεν έχει πήξει ο νους του και δυνατόν να μην μπορεί να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, τότε εν μέρει συμφωνώ. Εκεί να υπάρξει λογοκρισία. Αλλά, και τα παιδιά τη σήμερον ημέρα, είμαι σίγουρος ότι είναι πολύ εξυπνότερα από ό, τι νομίζουμε και δεν επηρεάζονται σοβαρά από όσα βλέπουν. Μπορεί για σκοπούς παιχνιδιού να γίνουν βίαια, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζουν ότι αυτό είναι λάθος. Το διαπράττουν επειδή γνωρίζουν ότι ως παιδιά ακόμα και το λάθος τους θα δικαιολογηθεί και θα περάσει στο ντούκου.

Εν πάση περιπτώσει, αφήνοντας τα παιδιά κατά μέρος, θεωρώ ότι αν είσαι ενήλικας και αγχώνεσαι ότι κάτι που προβάλλεται μπορεί να βρει μιμητές, είσαι απλά βλάκας. Εγώ για παράδειγμα, περπατώ στον δρόμο και δολοφονώ κόσμο. Νοητά. Με τη φαντασία μου. Βλέπω, ας πούμε, έναν αχώνευτο μαλάκα που μου τη σπάει και σκέφτομαι «τι ωραία που θα ήταν αν τον σκότωνα και τον κρέμαγα από μια τσιγγέλα». Δεν το διαπράττω όμως. Γνωρίζω τις συνέπειες του νόμου. Γνωρίζω τι πα να πει ισόβια. Γνωρίζω ότι δεν έχω δικαίωμα να αφαιρέσω τη ζωή οποιουδήποτε. Γνωρίζω ότι μπορεί να το μετανιώσω και να με φαν’ οι τύψεις. Γνωρίζω ότι μπορεί να υποστώ αντίποινα. Έτσι, δεν τον δολοφονώ. Καταπίνω τον θυμό μου και τον προσπερνώ. Οι αριστεροί, νομίζουν ότι αν δω ταινία με βία μπορεί να επηρεαστώ και όντως να δολοφονήσω! Ή ότι θα δείρω τη γυναίκα μου, α λα Παπαμιχαήλ! Ή ότι θα την πιέσω να βάλουμε στεφάνι α λα Μάρω Κοντού!

Τώρα θα μου πεις, «εσύ δεν επηρεάζεσαι» αλλά «άλλοι μπορεί να επηρεαστούν!» Ε, ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι που μπορεί να επηρεαστούν, ρε παιδιά; Πού τους είδατε; Κατονομάστε τους! Εσύ που με διαβάζεις αυτή τη στιγμή έχεις διαπράξει ποτέ σου κάποιο αδίκημα επειδή το είδες στο θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση; Μιμήθηκες ποτέ κάτι «μεμπτό» που είδες στη μεγάλη οθόνη; Αν ναι, πείτε το, να δούμε τι θα κάνουμε. Εγώ όποτε ρωτήσω ανοιχτά «πείτε μου ποιοι επηρεάζεστε από τα θεάματα» κανένας δεν μου απαντά. Είχα αυτήν ακριβώς τη συζήτηση μια φορά, καλεσμένος σε ένα σπίτι, περιτριγυρισμένος από φανατικούς ιδεαλιστές, και κανένας δεν ήξερε να μου απαντήσει. Ήθελαν να διώκεται η ρητορική μίσους επειδή βρίσκει μιμητές. Όταν τους ρώτησα αν οι ίδιοι επηρεάστηκαν από τη ρητορική μίσους κι αν άρχισαν να μισούν τον οποιονδήποτε επειδή άκουσαν φερ' ειπείν έναν παπά να λέει μαλακίες, όλοι απάντησαν αρνητικά. Αλλά δεν τους αρκεί το ότι οι ίδιοι δεν επηρεάζονται. Οι ίδιοι είναι ούτως ή άλλως άτρωτοι σε τέτοια. Ισχυρίζονται ότι "κάποιοι άλλοι" μπορεί να επηρεαστούν. Κι αυτό το θεωρούν αρκετό. Το ότι αυτοί οι "κάποιοι άλλοι" δεν μπορούν να κατονομαστούν, ούτε να υποδειχθούν ποτέ, δεν τους αρκεί. Είναι προτιμότερο να φιμώσουμε την έκφραση παρά να υπάρξουν "κάποιοι άλλοι, κάπως, κάπου, κάποτε" που θα μιμηθούν. 


Χούντα κανονική!

Σάββατο, Αυγούστου 18, 2018

RIP Imish

Έχω απορίες.

Πριν ανακαλυφθούν τα κοινωνικά δίκτυα τι κάνατε σε περίπτωση θανάτου διασήμου; Βγαίνατε στους δρόμους και διαλαλούσατε «Πέθανε ο τάδε, rest in peace, rest in peace;» Εγώ δεν θυμάμαι κανέναν να αντιδρούσε έτσι. Το πολύ να λέγαμε «πέθανε ο τάδε» και να αλλάζαμε αμέσως κουβέντα.

Γιατί μας πρήζετε όλοι τα ούμπαλα, τώρα, με απανωτά RIP όπου σταθείτε και όπου βρεθείτε; RIP στο Facebook, RIP και στο τουίτερ και στο ίνσταγκραμ. RIP Aretha Franklin, RIP Aretha Franklin. Αν το ξαναπείτε παίζει και να αναστηθεί. Και να ήταν η αγαπημένη σας καλλιτέχνις, να το καταλάβω. Ξέρετε πάνω από δυο τραγούδια της; Αμφιβάλλω. Εντάξει αυτό δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Αλλά, από ό, τι κατάλαβα, για όποιον πεθαίνει τα ίδια κάνετε. RIP εις τη δευτέρα. Τι στο διάολο, σε γραφείο κηδειών εργάζεστε και είναι μέρος των καθηκόντων σας;

Τρίτον. Τι πάει να πει RIP ρε μπαγλαμάδες;

Με τα RIP τους θάβατε στο χωριό σας; Εδώ εγώ που δεν είμαι από χωριό, και δεν τολμώ να πω RIP. Νιώθω μαλάκας. Εσείς πώς το ξεστομίζετε έτσι εύκολα σαν να μεγαλώσατε λίγο έξω απ’ το Μανχάταν; Πήγατε ποτέ να συλληπηθείτε στην εκκλησία, και είπατε στον συγγενή του πεθαμένου «rest in peace

 «Θεός ‘χωρέστoν», λέει ο κόσμος!

Και αν το θέλετε σώνει και καλά συντομογραφημένο: ΘΣΧΤΝ!

Ούτε RIP, ούτε «Καλό Παράδεισο» (άλλη μαλακία κι αυτή! Και πού ξέρετε εσείς ότι πήγε Παράδεισο ο μακαρίτης; Όλοι οι διάσημοι τίγκα στην αμαρτία, τα ναρκωτικά, τις παρτούζες και τις υπερβολές μου θέλουν και παράδεισο; Εμείς που είμαστε με τον σταυρό στο χέρι και ανεβοκατεβαίνουμε τον Γολγοθά σαν τον Σίσσυφο πού θα πάμε, δηλαδή; Κατευθείαν κόλαση;), ούτε «Καλό ταξίδι!», ούτε περαιτέρω φληναφήματα.

Θεός 'Χωρέστον!

Τέλος!

Τέλος, είπα!

Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2018

Ιρλανδία: All Kinds Of Everything

Η Ιρλανδία επιλέγηκε για διακοπές για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, επειδή είμαι ψυχαναγκαστικός και έπρεπε να κλείσω την τρύπα στον χάρτη. Όπως βλέπετε στον πιο κάτω προσωπικό «χάρτη των κατακτήσεων», έχω επισκεφτεί όλη τη δυτική Ευρώπη πλην της Ιρλανδίας. Ε, δεν μπορούσα να τη βλέπω λευκή. Τεντώνονταν τα νεύρα μου! Μόλις είδα ότι έβαλε η Κόμπαλντ απευθείας πτήσεις από Λάρνακα, δεν το σκέφτηκα δυο φορές. Έκλεισα αμέσως. Τώρα βέβαια έγιναν χειρότερα τα πράγματα, καθότι παραμένουν λευκά το Λουξεμβούργο και η Ανδόρρα, αλλά δεν θα κάτσω να πεθάνω κιόλας. Ας υποκριθούμε ότι δεν υπάρχουν!


Όπως βλέπετε, απομένει μόνο η ανατολική Ευρώπη και κλείσαμε. Φήμες λένε ότι όταν επισκεφτώ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η ήπειρος θα ανατιναχθεί. Με πορτοκαλί βλέπετε την τελευταία προσθήκη. Με ανοιχτό πράσινο όσες χώρες έχω επισκεφθεί μία φορά, με κλειστό πράσινο όσες χώρες έχω επισκεφθεί πάνω από μία φορά.

Δεύτερον, επειδή πλέον ταξιδεύουμε με το μωρό μαζί. Ασχέτως του ότι δεν είναι σε ηλικία που μπορεί να εκτιμήσει το τι βλέπει γύρω του, θεωρούμε ότι η διαδικασία του ταξιδιού είναι κομμάτι της διαπαιδαγώγησής του. Μαθαίνει διά της προσαρμογής του στα διάφορα απαιτούμενα ενός μεγάλου ταξιδιού. Έπρεπε όμως να επιλέξουμε ένα προορισμό φιλικό προς την ηλικία του, ή τέλος πάντων, έναν προορισμό που να μην καιγόμαστε να τα δούμε όλα. Και η Ιρλανδία προσφέρεται γι’ αυτό, αφού μπορεί να βρίθει κουλτούρας, αλλά δεν έχει και τα άπειρα μνημεία να δεις.

Ιρλανδία, λοιπόν! Δουβλίνο, Γκάλγουεϊ, Γκρεμοί του Μόερ και ένας ενδιάμεσος σταθμός ως βάση, το λεγόμενο Άθλοουν, ή όπως εγώ το βάφτισα εξ αιτίας της ασχήμιας του: «Τρισάθλοουν».


Το πράσινο χρώμα στη σημαία τους συμβολίζει τους Καθολικούς, ενώ το πορτοκαλί τους Προτεστάντες. Το άσπρο στη μέση συμβολίζει την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ τους. Κάτι παρόμοιο μυρίζομαι και στη δική μας νέα σημαία που ψήνεται. Μπλε, άσπρο, κόκκινο. Τουλάχιστον θα φέρνει κάτι από Γαλλία και θα είναι "σικ". Όχι σαν αυτόν τον πορτοκαλο-κίτρινο λεκέ με τα φυλλαράκια που χρησιμοποιούμε τώρα. 

Δεν ξέρω πόσο σε ενδιαφέρει να σου μιλήσω για τις πιο πάνω πόλεις. Να σου πω μόνο ότι το Δουβλίνο αγγλοφέρνει, αλλά μην τολμήσεις να το πεις στους ντόπιους μιας και είναι πολύ περήφανοι που αποτίναξαν από πάνω τους τον αγγλικό ζυγό και ανεξαρτητοποιήθηκαν. Το Δουβλίνο, λοιπόν, θα μπορούσε να ήταν μία οποιαδήποτε τρίτο-δεύτερη βρετανική πόλη, με τα καλά της πρωτεύουσας. Οι Ιρλανδοί την κάνουν ακόμα ομορφότερη αφού είναι ιδιαίτερα φιλικοί και ευπροσήγοροι, θυμίζουν εμάς σε πολλά, ειδικά στην εξυπηρέτηση του πελάτη που είναι εντελώς ζαμανφού και στ’ αρχίδια τους.

Τι ωραία χρώματα! Μία κλασική ιρλανδέζικη μπυραρία στο κέντρο του Δουβλίνου.


Ένα θρυλικό μπαρ στο κέντρο του Δουβλίνου, ονόματι Lilly's Brothel. Εκεί τραγουδούσε ο Τζόνι Λόγκαν στα Γιουροβίζιον πάρτυ του 1988. Υπάρχει και ένα inside joke αλλά μόνο οι συγγενείς της γυναίκας μου θα το καταλάβουν.


Μία "προδημοτική" που μου άρεσε και φωτογράφησα. Πολύ "παιδική" για τα δικά μας στάνταρντ, αφού εδώ στα νηπιαγωγεία δίνουμε ονόματα εμπνευσμένα από κλαμπ των late nineties, βεβαίως, βεβαίως.

Μία χαλαρή και πιο συμπαθητική Αγγλία εν ολίγοις.

Δεν κάναμε κάτι το αξιοσημείωτο. Με τη γυναίκα μου προσπαθήσαμε να καλύψουμε το κενό και τη φθορά που μας προκάλεσε η πρόσφατη ανακαίνιση και συγκατοίκηση με τα πεθερικά. Ξαναήλθαμε κοντά και δεν συζητήσαμε για πλακάκια, μπιντέδες και λοιπά μερεμέτια για πέντε μέρες. Χαρήκαμε τον γιο μας που, επιτέλους, τον εξαπολύσαμε ελεύθερο σε καταπράσινα πάρκα με δροσερά γρασίδια, σιντριβάνια, και πολύχρωμα λουλούδια. Ολόκληρα απογεύματα περάσαμε εκεί, όπως και στον ζωολογικό κήπο της πόλης, που βρίσκεται σε ένα πάρκο εφάμιλλο του Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ζήσαμε μία ζωή φυσιολογική, δηλαδή, που δεν εξαντλείται στο εκάστοτε Μωλ του Σιακόλα στο οποίο μεγαλώνουμε τον γιο μας στη Λευκωσία επειδή «έχει κλιματισμό» και είναι «επαρκώς μαντρωμένος». Ναι, εντάξει θεωρητικά έχουμε και εδώ πάρκα, αλλά συγκριτικά, έκλασαν τα ιρλανδικά και βγήκαν τα δικά μας!

Εντάξει, δεν φταίμε 100% εμείς για τα χάλια των πάρκων μας, αφού εδώ λόγω καιρού δεν μπορεί να βλαστήσει, ούτε να ανθίσει φυτό της προκοπής.

Αποπειραθήκαμε να επισκεφτούμε και τις φυλακές του Δουβλίνου. Το μέρος όπου οι Άγγλοι αποικιοκράτες δίκαζαν, βασάνιζαν και φυλάκιζαν όσους Ιρλανδούς πάλευαν για την ανεξαρτησία. Κάτι σαν τα δικά μας φυλακισμένα μνήματα, δηλαδή. Δεν τα καταφέραμε. Ο γιος μας έκρινε ότι όφειλε να σχολιάζει ό,τι έλεγε ο ξεναγός με διάφορα άναρθρα επιφωνήματα. Οι υπόλοιποι τουρίστες άρχισαν να δυσανασχετούν, οπότε φύγαμε κακήν κακώς. Προλάβαμε να δούμε και να ακούσουμε ελάχιστα πράγματα. Ομοίως, όταν επισκεφτήκαμε την υπέροχη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Τρίνιτι, στο κέντρο της πόλης, ο γιος μας έκρινε ότι έπρεπε να τρέχει πάνω κάτω στο παρκέ ωσάν να βρίσκεται σε γήπεδο και να ουρλιάζει σαν να μπήκε γκολ. Τον άρπαξα κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα και βγήκαμε έξω, στα χορτάρια, όπου συνέχισε το «τρέχω πάνω-κάτω» απτόητος. Μετά βίας πρόλαβα να βγάλω φωτογραφίες. Έχω αγάπη για τις βιβλιοθήκες και δη εκείνης της εποχής και αισθητικής. Ένθεν και ένθεν του διαδρόμου υπάρχουν οι προτομές διαφόρων φιλοσόφων. Στη δεξιά στήλη, οι μισοί εξ αυτών είναι Έλληνες.


Είχα πει κάποτε στη Μπρέντα ότι θα ήθελα έναν τοίχο του σπιτιού μας να τον μετατρέψουμε σε βιβλιοθήκη, με κινητή σκάλα κτλ. Με το που την είδα αυτήν στο Δουβλίνο ξαναφούντωσε μέσα μου η ιδέα. Το κακό βέβαια, ότι δεν έχουμε διαβάσει τόσα πολλά βιβλία στη ζωή μας, κι ότι μέχρι να τα διαβάσουμε δεν θα υφίσταται λόγος για δημιουργία της βιβλιοθήκης.


Το Δουβλίνο διασχίζει ο ποταμός Λάιφι ή Λίφι (δεν ξέρω πως ακριβώς προφέρεται) και οι Ιρλανδοί τον διακόσμησαν με πολλές γέφυρες ανά τις διάφορες χρονικές περιόδους. Η αγαπημένη μου είναι αυτή πιο κάτω, η πιο μοντέρνα απ’ όλες, η οποία φέρει και το όνομα του Σάμιουελ Μπέκετ. Στο φόντο φαίνεται και το νεόκτιστο συνεδριακό κέντρο, το οποίο οι φανς της Γιουροβίζιον αναγνωρίζετε από τη στιγμή της βαθμολογίας (το έχουν μεγάλο καμάρι προφανώς και το χρησιμοποιούν τα τελευταία χρόνια ως φόντο του εκάστοτε παρουσιαστή που δίνει την ιρλανδική βαθμολογία). Μιας και ανέφερα τη Γιουροβίζιον, να σας πω ότι έψαξα να βρω το Θέατρο Πόιντ στο οποίο έλαβε χώρα ο διαγωνισμός τα έτη 1994, 1995 και 1997, αλλά διάβασα ότι κατεδαφίστηκε το 2007, και στη θέση του χτίστηκε μία o2 Arena, συναυλιακός χώρος διπλάσιας χωρητικότητας. Κρίμα, γιατί είχε πολύ χαρακτηριστική, νεοκλασική πρόσοψη.

Η γέφυρα του Μπέκετ "καλατραβίζει" ελαφρώς, και δεν θέλετε και παπά να σας το πει, αφού πλέον έχουμε εμπεδώσει εμείς οι Έλληνες το στιλ του. Δεν είναι η μόνη γέφυρα που έχτισε στο Δουβλίνο, υπάρχει άλλη μία, όχι τόσο εντυπωσιακή, που λέγεται the millennium bridge, λίγα μέτρα πιο κάτω.

Το ταξίδι στην Ιρλανδία, φυσικά, δεν σημαδεύτηκε από τη διαμονή μας στο Δουβλίνο. Το ταξίδι αυτό στιγματίστηκε από την επίσκεψή μας στους Γκρεμούς Μόερ. Οι συγκεκριμένοι γκρεμοί βρίσκονται στην άλλη μεριά της χώρας, τέρμα δυτικά. Πιο δυτικά δεν έχει. Μετά βουτάς, κολυμπάς όλο ευθεία, και βγαίνεις στην Αμερική. Έχουν ύψος από 120 μέχρι 240 μέτρα και εκεί αισθάνεσαι το μεγαλείο της φύσης. Το όνομά τους το πήραν από το ομώνυμο φρούριο που βρίσκεται στην κορυφή τους. Η πρόσβαση εκεί δεν είναι απλή υπόθεση. Μπορείς να πας με λεωφορείο και τρένο, τα οποία όμως διαρκούν πολλές ώρες, και με τον Αλέξη μες τα πόδια μας θα ήτο σκέτη αυτοκτονία. Εδώ με το ζόρι άντεξε, ο δόλιος, την πεντάωρη πτήση. Ποιος τολμούσε να τον περιορίσει για εφτά ώρες με το τρένο ή άλλες πέντε με το λεωφορείο για να πάει να δει τα εν λόγω γκρεμοτσακίσματα; Κανένας!


Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πήγαν να βγάλουν μια φωτογραφία εκεί κοντά, γλύστρισαν και σκοτώθηκαν. Υπάρχει και μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη τους.

Οπότε η λύση ήταν να νοικιάσουμε αυτοκίνητο και να πάμε μόνοι μας. Εδώ έρχεται και το κλου του ταξιδιού. Εγώ έχω ένα θέμα με την οδήγηση. Δεν θεωρώ εαυτόν κακό οδηγό, αλλά δεν διακατέχομαι από αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να οδηγήσω στο εξωτερικό. Και στην Κύπρο ακόμα, μέχρις ώτου εξοικειωθώ με την οδική κουλτούρα του Κυπραίου είδα κι έπαθα. Ρωτήστε τους φίλους μου, τους οποίους σε ηλικία 18-19, μην πω και είκοσι χρόνων, ανάγκαζα να μου κάνουν τον σωφέρ όταν επρόκειτο να πάμε όλοι μαζί σε κάποια δύσβατη περιοχή. Τούτων δεδομένων, δεν διανοούμουν ότι θα οδηγούσα ποτέ στο εξωτερικό. Όμως! Κάθισα και σκέφτηκα. Και είδα ότι δεν προβλέπεται να ξαναπάω στην Ιρλανδία σύντομα. Σκέφτηκα, επίσης, ότι έχοντας πλέον ανδρωθεί και χαλυβδωθεί στην κυπριακή οδική κουλτούρα που είναι μία από τις χειρότερες του κόσμου, με αμέτρητους νεκρούς κάθε χρόνο και χάλια επίστρωση δρόμων, πόσο δυσκολότερο θα ήτο να οδηγήσω σε μία χώρα τόσο πολιτισμένη όσο η Ιρλανδία; Δεν χασομέρησα. Έκλεισα αυτοκίνητο, τους έβαλα μέσα, τους πήγα στους γκρεμούς, γυρίσαμε πίσω σώοι και αβλαβείς και το όλον ήταν και τεράστια κάβλα, οφείλω να ομολογήσω.

Από κάποιο μπέρδεμα που έγινε με το πρακτορείο, μου νοίκιασαν μια Μπεμβέ. Πρώτη φορά θα οδηγούσα Μπεμβέ, και τώρα έχω κακομάθει, από χθες κοιτάζω τη Τζουλιέτα μου και παρόλη τη φινέτσα της, την αισθάνομαι σαν κουβά που τρέχει στον κατήφορο. Να οδηγώ τη Μπεμβέ στον ιρλανδικό αυτοκινητόδρομο, να βλέπω τα μοσχομυρισμένα βοσκοτόπια αριστερά και δεξιά, να χαίρομαι τη συννεφιά και το ψιλόβροχο, να τραγουδώ Τζόνι Λόγκαν συνοδεία της συζύγου και να περιβάλλομαι και από τους πιο φιλήσυχους και νομοταγείς οδηγούς της Ευρώπης. Τι άλλο ήθελα στον κόσμο;! Γι’ αυτά είμαι!

Έκανε η μύγα κώλο…, ξέρω. Χθες βράδυ που γυρίσαμε, απορούσα πως καταδεχόμουν τόσο καιρό να οδηγώ σ’ αυτή τη φτηνή, κυπριακή άσφαλτο. Και με τον κάθε μπουρτζόβλαχο τριγύρω, που ανοίγει τα φώτα πορείας αδιαφορώντας για το αν μας τυφλώνει ή όχι! Μαύρη η ώρα που ξανανταμώνουμε!

Τέλος πάντων.


Ένα tick στο προσωπικό μου bucket list μόλις μπήκε. Μην τους βλέπετε έτσι, τους αδικεί η οπτική γωνία από όπου τραβήχθηκε η φωτογραφία. Από κοντά είναι θεόρατοι και εκατό φορές πιο εντυπωσιακοί. 

Πήγαμε στους γκρεμούς. Δέος! Φυσομανούσε. Πολλά τα μποφόρια, ούτε οι γλάροι δεν κατόρθωναν να πετάξουν. Βραχήκαμε. Σαν βελόνες έπεφταν οι σταγόνες, ο μικρός τρόμαξε και καταφύγαμε στην σμιλευμένη στον βράχο καφετέρια. Αλλά το σκηνικό, επικό! Δέκα χρόνια νεότερος να ήμουν θα είχα έτοιμη την κιλτ, την καμπανέλλα κρεμμασμένη και θα γύριζα βίντεο τύπου Μπρέηβχαρτ! Εκείνη η εκδρομή ήταν όλη η Ιρλανδία κατ’ εμέ.

Μείναμε εκεί δυόμιση ώρες. Φύγαμε όταν πλάκωσαν πολλοί τουρίστες. Εξ όσων έμαθα, επισκέπτονται το μέρος κατά μέσο όρο 5.000 τουρίστες κάθε μέρα. Ε, δεν χωράγαμε άλλοι. Έβγαλα άλλες τόσες φωτογραφίες και φύγαμε.



Στην επιστροφή κάναμε και μια στάση στο Γκάλγουεϊ. Είναι η τέταρτη ή η Πέμπτη μεγαλύτερη πόλη στη σειρά. Σαν τη Λάρνακα μου φάνηκε εμένα. Δυο δρόμοι όλοι κι όλοι, χαρούμενα σημαιοστολισμένοι, με διάφορα καταστήματα επαρχιακής αισθητικής. Συμπαθέστατο, αλλά όχι και για χόρταση. Γευματίσαμε, περπατήσαμε, ήπιαμε καφέ και γυρίσαμε στη βάση μας. Επιλέξαμε να έχουμε ως βάση το Άθλοουν, ένα μίζερο χωριό στη μέση της χώρας για να μοιράζουμε τις διαδρομές. Είμαι ασυνήθιστος στην πολύωρη οδήγηση και πάνω από ένα δίωρο αρχίζω και πονώ τη μέση μου. Γι’ αυτό και φάγαμε το Άθλοουν στη μάπα, πραγματικός άθλος το ότι το υπομέναμε. Συμπαθητικός ο κόσμος του, δεν λέω (μετρήσαμε δέκα άτομα στους δρόμους, το μάξιμουμ!) και όλοι τους με ένα καλό λόγο στο στόμα για το μωρό και τα λοιπά, αλλά όχι, δεν ζεις εκεί.


Η θέα από το λόμπι του ξενοδοχείου μας στο Άθλοουν. Φαίνεται συμπαθητικό. Δεν είναι. Δυστυχώς, ξέχασα να φωτογραφήσω κάποιες βιτρίνες από τα λιγοστά μαγαζιά της αγοράς του, με ρούχα που προορίζονται για μεσαιωνικές, πορσελάνινες κούκλες, ή κάτι ταγιεράκια τύπου Καμίλας του Καρόλου από το 1930. 


Για να τελειώνουμε.

Πέρασα πολύ ωραία στην Ιρλανδία κάνοντας τίποτε το σπουδαίο. Κι αυτό στην εποχή μας, δηλαδή το να μπορείς να ζεις φυσιολογικά με το μυαλό καθαρό από τις έγνοιες της ρουτίνας, είναι πλέον πολυτέλεια. Πέρασα ποιοτικό χρόνο με τον γιο μου, με τη γυναίκα μου και μας εξέλιξα. Αυτός είναι εν τέλει και ο σκοπός του ταξιδιού.


Δεν ξέρω αν πρέπει να σας συστήσω να πάτε στην Ιρλανδία. Εγώ δεν θα πλήρωνα για να ξαναπάω. Μόνο αν με στείλουν με τη δουλειά, θα το δεχόμουν με ευχαρίστηση. Όμως δεν μπορώ να πω ότι δεν πέρασα υπέροχα. Γύρισα άλλος άνθρωπος και ψυχικά πλουσιότερος.


Μα, τελείωσε το ποστ και δεν σας έγραψα πόσο λατρεύω αυτό το πλάσμα του Θεού; Είμαι τόσο πλήρης μαζί του. Μακράν ο καλύτερος μου φίλος. 


Δευτέρα, Ιουλίου 30, 2018

Τα Μαστόρια

Με την ανακαίνιση του σπιτιού μας δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα.

Για τους πιο κάτω λόγους.

Από νωρίς αντιλήφθηκα ότι «το σπίτι των ονείρων μου» δεν θα ζήσω να το δω. Ό, τι ιδέα είχα για εκείνο το σπίτι απορρίφθηκε λόγω κόστους και λόγω δυσκολίας στην εκτέλεση. Όλα αυτά που έβλεπα στα περιοδικά και ήθελα να τα υιοθετήσουμε, όλα εκείνα τα παράξενα και πρωτότυπα, θα παραμείνουν στα περιοδικά. Δυστυχώς. Εκεί έπεσε το πρώτο μεγάλο ξενέρωμα.

Το δεύτερο ξενέρωμα έπεσε όταν είδα να διακυβεύεται η ομαλή συμβίωση με τη σύζυγό μου εξ αιτίας των διαδικαστικών. Όταν αντιλήφθηκα ότι πέραν των καβγάδων της ρουτίνας θα πρόσθετα στο κεφάλι μου καβγάδες που αφορούσαν στο χρώμα του πατώματος της κουζίνας, στα χερούλια της πόρτας, στα πόμολα των ερμαριών, στα σχήματα των φωτιστικών του κήπου, ε, κάπου εκεί είπα φτάνει. Time out! Έθεσα μια-δυο κόκκινες γραμμές σε μερικά ζητήματα που είχα έντονη άποψη (π.χ. στο ενυδρείο, στο χρώμα του ταβανιού του υπνοδωματίου και στον διάκοσμο της εισόδου), και για τα υπόλοιπα δεν νοιάστηκα σταλιά.

Το τρίτο ξενέρωμα ήρθε όταν αντιλήφθηκα ότι που και που θα έπρεπε να έρχομαι σε επαφή με τα μαστόρια. Λίγο να με διαβάζεις, μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου όταν καλούμαι να συνεννοηθώ με τέτοιου είδους κόσμο. Εγώ μπλοκάρω με τους μαστόρους. Δεν ξέρω πώς να τους αντιμετωπίσω. Το «ρε, μάστρε», δεν μου περνά. Εγώ μιλώ στον πληθυντικό και μου απαντούν με το «ρε, φίλε». Δεν έχω πρόβλημα με το «ρε, φίλε» αλλά όταν βλέπω λάθη και το γυρίζω στο «ρε, μαλάκα», θίγονται. Αυτή η χαλαρή οριοθέτηση των επαγγελματικών μας σχέσεων, που δεν ξέρεις ακριβώς που αρχίζει και που τελειώνει εμένα με αποσυντονίζει.

Γι’ αυτό απείχα. Έπρεπε να με προφυλάξω από απανωτά εγκεφαλικά, έχω κι ένα παιδί να μεγαλώσω. Γι’ αυτό και το βάρος έπεσε στους ώμους της συζύγου, η οποία αποδείχτηκε άξια στην επίβλεψη του έργου σε συνεργασία βέβαια με την αρχιτέκτονά μας και άλλους σχετικούς.

Ναι, τα μαστόρια με αποσυντονίζουν. Μου θυμίζουν στιγμές απείρου κάλλους που έζησα στον στρατό. Που έλεγα το άλφα και γινόταν το βήτα. Που τους έδειχνες έναν τρόπο και το έκαναν με τον δικό τους, εννοείται λάθος. Στον στρατό βέβαια, χέστηκες. Θα έφευγες από εκεί μια μέρα. Στο σπίτι σου όμως, περνάς από το έμφραγμα ξυστά.

Άκου, τώρα, ιστορίες:

Τοποθέτησαν το γραμματοκιβώτιο ανάποδα! Άνοιξαν τη σχισμή για τα γράμματα από τη μέσα μεριά του φράκτη, και άφησαν τη μεγάλη τρύπα περισυλλογής στην εξωτερική πλευρά του φράκτη. Τους το επισημάναμε. Χρειάστηκε να ξαναχτίσουν τον τοίχο απ’ την αρχή. Η κοινή λογική δεν είναι τόσο κοινή.

Τοποθέτησαν βρύση του μπάνιου με τέτοιο τρόπο που όταν αυτή άνοιγε, το νερό δεν έρρεε μέσα στο μπάνιο, αλλά στο χείλος της μπανιέρας γύρω, γύρω. Κοινώς, έρρεε στο πάτωμα. Το επισημάναμε, έσπευσαν να αλλάξουν τη βρύση και να φέρουν μία μακρύτερη. Η κοινή λογική, ότι δηλαδή θα έπρεπε να το ελέγξουν από μόνοι τους πριν το ανακαλύψουμε εμείς, δεν είναι τόσο κοινή.

Τοποθέτησαν τη γκαρνταρόμπα δίπλα από τη σκάλα, βάσει σχεδίου. Δεν μέτρησαν σωστά το μήκος της, και έτσι όταν η πόρτα της γκαρνταρόμπας άνοιγε, χτυπούσε πάνω στο κεφαλόσκαλο. Πώς έκριναν ορθό να το διορθώσουν; Έσπασαν και έτριψαν το κεφαλόσκαλο, αντί να αντικαταστήσουν την πόρτα! Το να αφαιρέσουν την πόρτα του ερμαριού και να τοποθετήσουν μία σε μικρότερο μέγεθος δεν τους πέρασε από το μυαλό. Αντ’ αυτού, την πλήρωσε το σκαλοπάτι. Εννοείται, το αναφέραμε, διόρθωσαν το σκαλοπάτι φτιάχνοντας ένα καινούριο και φέρνοντας νέα πόρτα για τη γκαρνταρόμπα. Χάσαμε πολύτιμο χρόνο.

Περιττό να πω ότι μία μέρα περάσαμε από την οικοδομή και βρήκαμε τη μπανιέρα στο σαλόνι. «Θα την τοποθετήσουμε αύριο», μας είπαν. Περάσαμε την επόμενη. «Πού είναι η μπανιέρα; Γιατί δεν τοποθετήθηκε;» αναρωτηθήκαμε. «Τη σπάσαμε καθώς τη μεταφέραμε, θα σας αγοράσουμε άλλη!» Σαΐνια.

Τα μαστόρια πάντα σε εκπλήσσουν. Πού και πού αναλαμβάνουν και πρωτοβουλίες εσωτερικής διακόσμησης. Παραγγείλαμε γκρίζα ερμάρια για το μπάνιο. Αντ’ αυτού τοποθετήθηκαν λευκά. «Γιατί;» ρωτήσαμε. «Ε, νομίζω αυτά σας ταιριάζουν περισσότερο!» μας απάντησαν. Δεν το κάναμε θέμα, ήμασταν τόσο απηυδισμένοι και μανικωμένοι να μπούμε σπίτι μας, που είπαμε, δεν πειράζει, ας είναι λευκά τα ερμάρια!

Παρακάμπτω το γεγονός ότι όποτε πήγαινε κάτι λάθος έπρεπε να διεξαχθεί έρευνα για να ανακαλύψουμε το ποιος φταίει. Ουδείς αναλάμβανε την ευθύνη. Ο ηλεκτρολόγος έφταιγε τον υδραυλικό, ο υδραυλικός τον μπογιατζή, ο μπογιατζής τον πυροσβέστη, ο πυροσβέστης τον ασβέστη και ούτω καθεξής. Από αντεξέταση τους περνούσε η Μπρέντα κάθε φορά για να βγάλουμε άκρη. Δεν βγάζαμε άκρη, απλώς το διόρθωναν και η μαλακία περνούσε στη λήθη με μια καινούρια.

Το προσωπικό αγαπημένο όμως, είναι το παρακάτω:

Μπαίνει η Μπρέντα μία μέρα στην οικοδομή, να κόψει πρόοδο. Να πω εδώ, σαν παρένθεση, ότι όσες φορές κάναμε ντου στην οικοδομή να δούμε τι γίνεται, μπήκαμε σαν τους κλέφτες και ουδείς μας ρώτησε ποιοι είμαστε, αν έχουμε άδεια να βρισκόμαστε εκεί, αν είμαστε οι ιδιοκτήτες ή κάποιοι περίεργοι απ’ τη γειτονιά. Μπάτε σκύλοι αλέστε. Τέλος πάντων. Μπαίνει η Μπρέντα στη κουζίνα και βρίσκει τον μπογιατζή να βάφει με το κλιματιστικό ανοικτό (το οποίο δεν ξέρουμε πώς κατάφερε και το άναψε χωρίς το τηλεχειριστήριο). Είχε πολλή ζέστη, οπότε η Μπρέντα λυπήθηκε να του ορμήξει. «Άσε τον άνθρωπο να αναπνεύσει», σκέφτηκε. Προχωρά στα άλλα δωμάτια και έκθαμβη ανακαλύπτει ότι ο κύριος άναψε όλα τα κλιματιστικά του σπιτιού, προκειμένου να βάψει! Τα παράθυρα και οι πόρτες ορθάνοιχτα, εν τω μεταξύ, και όλα τα κλιματιστικά σε φουλ χρήση! «Μα, τι γίνεται εδώ;» τον ρώτησε. «Ε, να, ανάλογα το δωμάτιο που έβαφα άνοιγα και το κλιματιστικό να μην ζεσταίνομαι!» Ναι, αλλά δεν έκρινες ότι τελειώνοντας όφειλες να το κλείσεις, ενώ είχες και όλα τα παράθυρα και τις πόρτες ανοιχτές. Ποιος μαλάκας θα πληρώσει το ρεύμα στο τέλος του μήνα; Ρητορικό το ερώτημα. Εμείς, για να ανάψουμε κλιματιστικό πρέπει να φτάσουμε στα πρόθυρα λιποθυμίας και πάλι το σκεφτόμαστε διπλά, λόγω του ηλεκτρικού που χρεωνόμαστε. Ο κύριος άναψε και τα τρία, άνοιξε και όλα τα παράθυρα να μπαινοβγαίνει απτόητος, μας έστειλε και τον λογαριασμό!

Δεν ξέρω πώς να προσεγγίσω εγώ αυτούς τους ανθρώπους. Με μπλοκάρει η αναίδεια τους, με μπλοκάρει η λογική τους. Δεν μπορώ να τους βρίσω, δεν μπορώ να τους μιλήσω όπως μιλώ συνήθως γιατί τα μισά θα καταλάβουν από όσα θα τους πω, πραγματικά ΖΩ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ! Και να δω μετά, τι δουλειά θα πα να κάνουν! Τα ρομπότ που θα έχουν περισσότερο νου, περισσότερη ευγένεια, περισσότερη αποτελεσματικότητα.

Τέλος πάντων. Μπήκα σπίτι μου εδώ και τέσσερεις μέρες. Βρήκα την υγειά μου, γιατί είχα κουραστεί να ζω σαν τον πρόσφυγα στις συμπεθέρες (ετοιμάζεται βιβλίο για το τι έζησα μαζί τους πέντε μήνες). Χρειαζόμαστε restart. Και σαν ζευγάρι, και σαν οικογένεια και γενικώς.


Αμήν Παναγία μου!