Δευτέρα, Απριλίου 15, 2024

Στο Ίδιο Έργο Θεαταί

 

Είχα ένα σαββατοκύριακο τίγκα στις θεατρικές παραστάσεις.

Πήγα και το Σάββατο βράδυ στο θέατρο, πήγα και την Κυριακή στους «Τέλειους Ξένους» που ήρθε από την Ελλάδα. Εξαιρετική παράσταση και έργο, αλλά νομίζω αυτό είναι γνωστό, δεν χρειάζεστε εμένα να σας το επιβεβαιώσει.

Όταν έρχονται τέτοιες παραστάσεις από την Ελλάδα, δηλαδή όταν έρχονται καλές παραστάσεις (γιατί αν δεν είναι καλές, δεν μπαίνουν στον κόπο να τις φέρουν), είναι λίγο δώρο άδωρον για μένα. Οι παραστάσεις που έρχονται από την Ελλάδα ανεβαίνουν πάντα σε μεγάλα θέατρα και είναι πάντοτε sold out. Αυτό είναι καλό για τους επιχειρηματίες και τους ηθοποιούς, είναι όμως κακό για εμάς που αγαπούμε το θέατρο. Είναι κακό γιατί πρέπει να μοιραστούμε την αίθουσα και την εμπειρία με άλλους ανθρώπους οι οποίοι δεν έρχονται επειδή αγαπούν το θέατρο αυτό καθαυτό, αλλά γιατί θέλουν να δουν από κοντά τους διάσημους ηθοποιούς από την Ελλάδα, αυτούς που θαυμάζουν στις τηλεοπτικές σειρές και ως εκ τούτου δεν βγάζουν σκασμό κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Χθες βράδυ τα είδα όλα. Θα μου πεις, «κάθε φορά τα βλέπεις όλα». Ε, όχι, προφανώς γηράσκω αεί διδασκόμενος. Με το που μπήκα στο κατάμεστο θέατρο Λατσιών, τη μυρίστηκα τη δουλειά. Ειδικά όταν είδα ότι το 99% των θεατών ήταν γυναίκες και ήρθαν να δουν τον Λαγούτη. «Δεν θα μας αφήσουν να δούμε παράσταση» σκέφτηκα. Και επιβεβαιώθηκα. Το τι κους-κους έπεφτε κατά τη διάρκεια της παράστασης για την προσωπική ζωή του ηθοποιού από τις γύρω κυράτσες, δεν περιγράφεται. «Με ποια ήταν παντρεμένος, αν ήταν εθισμένος, αν έχει τώρα γκόμενα, πού παίζει, πόσων ετών είναι;» Έριχνα άγριες ματιές και έκανα εμφανή τη δυσφορία μου, μα ποια με υπολογίζει; Σκασμό δεν έβγαλαν ένα δίωρο, αλλά να πω την αμαρτία μου, γέλασα όταν άκουσα μία να λέει στη διπλανή της, να της εξηγήσει την υπόθεση. «Αν βγάζατε τον σκασμό μπορεί και να συγκεντρωνόσαστε στην υπόθεση» ήθελα να της πω. Το αποκορύφωμα ήταν όταν στο τέλος της παράστασης, μετά την υπόκλιση, κατά την έξοδο, την άκουσα να λέει «ήταν υπέροχη παράσταση!» Πότε την είδες; Αφού δεν την κατάλαβες. Αφού δεν έσκασες!

Χώρια η φωτεινότητα από τα κινητά. Κάθε πέντε λεπτά τσέκαραν όλες να δουν αν έλαβαν μήνυμα. Δεν έγινε ανακοίνωση στην αρχή για απενεργοποίηση των συσκευών; Έγινε. Ποιος το λαμβάνει υπόψιν; Δώστου μηνύματα οι κυράτσες μέσα στην αίθουσα. Μία ηλίθια που καθόταν μπροστά μου είχε και τεράστια fonts ένεκα τύφλας και μπορούσα να διαβάζω και τη συζήτηση: «Είμαι θέατρο! Δεν μπορώ να το απαντήσω! Έφαγες;!» Γλυκό το ενδιαφέρον εκ μέρους της, αλλά στο τσακ ήμουν να της πετάξω το πρόγραμμα στο κεφάλι.

Λίγο πριν αρχίσει η παράσταση μια άλλη κυρία έτρωγε σοκολάτα μέσα στο θέατρο και της έγινε παρατήρηση από την ταξιθέτρια. «Δεν επιτρέπεται η κατανάλωση φαγητού εντός της αίθουσας», «το ξέρω» απάντησε εκείνη και δάγκωσε μια μπουκιά. Όταν η ταξιθέτρια αποχώρησε απηυδισμένη η κυρία είπε στη διπλανή της «ε, τι, να την αφήσω στη μέση επειδή έτσι μου είπε;» Ποιος σε αρωτά, φάε τζαι ούσσου!

Άσχετο-σχετικό. Κάποτε, φιλοξενήσαμε μια ομάδα εργασίας από διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λευκωσία. Καθώς συντρώγαμε σε ένα δείπνο εργασίας με ρώτησαν γιατί στην Κύπρο δεν εφαρμόζεται μία συγκεκριμένη νομοθεσία και απάντησα εύθυμα «επειδή ζούμε στη χώρα στην οποία οι νόμοι εφαρμόζονται κατά το δοκούν, και βάσει διάθεσης της κυρίας Νίτσας». Κατάλαβα ότι αυτή η απάντηση προκάλεσε αμηχανία στους Ευρωπαίους, και δυσφορία στους δικούς μας που θεώρησαν ότι εκθέτω το συνάφι μας αχρείαστα.

Όχι, θα το εκθέτω το συνάφι μας όσο αυτό στέκεται εμπόδιο στις δικές μου απολαύσεις. Είναι απίστευτη η απειθαρχία και η αίσθηση δικαιωματισμού που επικρατεί σε αυτή τη χώρα. Είπε, κυρά μου, να σβήσετε τα κινητά επειδή η φωτεινότητα ενοχλεί; Δεν υπάρχει μα και μου. Υπακούμε. Δεν σ’ αρέσει; Ουστ! Στο Λονδίνο, τις προάλλες που είχαμε πάει να δούμε το Plaza Suite, όταν μία κυρία αποπειράθηκε να φωτογραφίσει τους χολλιγουντιανούς πρωταγωνιστές μπούκαραν αβλεπί στην αίθουσα δυο φουσκωτοί και ανάγκασαν πρώτον την κυρία να διαγράψει τις φωτογραφίες ενώπιόν τους, και δεύτερον να αποχωρήσει από τον εξώστη και να πάει στον αγύριστο. Στην Κύπρο γιατί τα θεωρούμε ακραία όλα αυτά, δεν μπορώ να καταλάβω.

Εντάξει, είναι χωριάτες, είναι απαίδευτοι, είναι για τον πούτσο, τα λέμε τόσα χρόνια, μα νισάφι. Έπρεπε στα 30 χρόνια που κάθομαι και τα γράφω να υπάρξει μια άλφα πρόοδος. Τίποτα! Απελπισία. Και είναι επιπλέον απελπιστικό το ότι γεμίζει η αίθουσα. Διότι αυτή η απαρτία δηλώνει και το μέγεθος του προβλήματος. Αν έπαιζε μία εγχώρια παραγωγή ζήτημα να είχε την Κυριακή το βράδυ τριάντα άτομα στην πλατεία. Ήρθαν όμως οι αθηναϊκές φίρμες; Θα το γεμίσουμε για να τους κουτσομπολέψουμε. Εντάξει, είναι και το κουτσομπολιό μέρος του παιχνιδιού, αλλά έχει την ώρα του, και τη δόση του. Δεν γίνεται να γεμίζει η αίθουσα μόνο και μόνο για να δούμε τον Λαγούτη και την Αλικάκη.

Τι να πω, όποτε βρεθώ σε μέρος με πάνω από 10 άτομα βγάζω εξανθήματα πλέον και διερωτώμαι που κινούνται όλοι αυτοί τις καθημερινές και δεν τους πιάνει το ραντάρ μου. Τέλος πάντων, για να μην χάνουμε το δάσος για το δέντρο, να επαναλάβω ότι πλην των θεατών οι οποίοι ήταν και το μοναδικό κουσούρι της όλης εμπειρίας, όλα τα υπόλοιπα ήταν μία απόλαυση. Ατάκες, ερμηνείες, αισθητική. Όλα όπως έπρεπε να είναι.

Πέρασα ωραία ασχέτως αν ήρθα σήμερα και έγραψα αυτό το κείμενο.

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2024

Και Τώρα Διαφημίσεις

Θα σας πω μια ιστορία που θυμήθηκα από τα χρόνια που δούλευα στις διαφημιστικές εταιρείες.

Ένα μεσημέρι, εκεί που καθόμουν και έγραφα ένα διαφημιστικό σενάριο, είχα πεινάσει και είχα παραγγείλει ντελίβερι. Θυμάμαι και από πού είχα παραγγείλει αλλά δεν πρέπει να το αναφέρω για να μην προδώσω πρόσωπα και καταστάσεις. Όταν ήρθε το φαγητό και άπλωσα επάνω στο γραφείο μου φαγητά και ποτά, μία συνάδελφος, έντρομη, μου ζήτησε να πετάξω το φαγητό μου, ή να το φάω γρήγορα, ή εν πάση περιπτώσει να πετάξω τα περιτυλίγματα το συντομότερο δυνατόν, γιατί αποτελούσαν προϊόντα ανταγωνιστικά εκείνων των οποίων διαφήμιζε η εταιρεία στην οποία ήμουν υπάλληλος.

Για να το πω λιανά. Δεν γίνεται να εργάζεσαι για την Άννα Βίσση αλλά την ώρα εργασίας σου να ακούς και να ευχαριστιέσαι Δέσποινα Βανδή.

Ήμουν 27 ετών τότε, χωρίς καμία σπουδή στο μάρκετινγκ. Με προσέλαβαν απλά και μόνο επειδή τους άρεσαν τα κείμενα μου, οπότε αντιλαμβάνεστε ότι η λογική του μαρκετίστα μου ήταν τουλάχιστον αστεία. Το τι λογικά επιχειρήματα παρέθεσα προκειμένου να πείσω ότι δεν έχει σημασία τι προϊόντα καταναλώνω εγώ, αλλά το πόσο συμβάλλω στις πωλήσεις των πελατών μας, δεν έπιασαν τον παραμικρό τόπο. Μου είπαν ότι όλα αυτά τα ακούγανε βερεσέ. Αν εργάζεσαι για μία εταιρεία η οποία δουλεύει για τους Χ, Ψ πελάτες, επιβάλλεται να υποστηρίζεις τους Χ, Ψ πελάτες ψυχή τε και σώματι, και με κάθε δυνατό τρόπο.

Διάφοροι συνάδελφοι που είχαν αντιληφθεί πόσο απέχω απ’ αυτό τον τρόπο σκέψης μου περίγραψαν άβολα περιστατικά στα οποία τους έγινε επίπληξη επειδή έτυχε να αγοράσουν αυτοκίνητο ανταγωνιστικής εταιρείας, επειδή στο σούπερ μάρκετ εθεάθησαν να αγοράζουν προϊόντα ανταγωνιστών, μέχρι και πιο ακραία περιστατικά που δεν θέλω να τα μοιραστώ. Εντάξει, γελάω ακόμη και σήμερα με τον ίδιο γάργαρο τρόπο, παρόλο που μπορώ να καταλάβω ότι αν σε αυτή τη ζωή το μόνο που σε κόφτει είναι το χρήμα μπορείς να γίνεις και δικτάτορας σκέψης για να το καβαντζώσεις.

Τέλος πάντων, μην σας τα πολυλογώ, εκείνο το μεσημέρι κατέληξα να ξεκολλώ ετικέτες από μπουκάλια αναψυκτικών και να πετάω τα κουτάκια του χάμπουργκερ και των πατατών, μην τυχόν και κατηγορηθώ ότι καταναλώνω ανταγωνιστικά προϊόντα και με απολύσουν.

«Και τι θα πεις στον πελάτη αν μας επισκεφτεί απρόοπτα και σε δει να καταναλώνεις προϊόντα ανταγωνιστή του;» μου είπαν.

«Θα του πω, πρώτον, φτιάξε καλύτερα φαγώσιμα ώστε να τα προτιμώ έναντι των ανταγωνιστών σου. Δεύτερον, το γεγονός ότι δουλεύουμε για σένα και προσπαθούμε να πείσουμε το ηλίθιο πόπολο ότι τρώγονται και τα δικά σου προϊόντα δεν αναιρεί την σκληρή πραγματικότητα, ούτε την ελευθερία επιλογής του εργαζόμενου ήτοι, το δικαίωμα να επιλέγουμε να φάμε ό,τι γουστάρουμε. Δουλειά κάνουμε εδώ πέρα, δεν δώσαμε όρκους αιωνίας, τυφλής και θρησκευτικής πίστης ή υποταγής. Αν θέλεις να εθελοτυφλούμε και να κοροϊδεύομαστε και μεταξύ μας ότι μόνο εσύ υπάρχεις στην αγορά, πέσε απ’ αυτό το πλευρό».

«Θα σας ειδοποιήσουμε».

Με αυτά τα ήθη τρομοκρατίας που επικρατούσαν, δεν ήταν τυχαίο ότι άντεξα το πολύ ένα χρόνο στο συγκεκριμένο μέρος. Παρεμπιπτόντως, μια χαρά το χώνεψα το γεύμα μου και ο πελάτης δεν το έμαθε, ούτε το αφεντικό το πήρε είδηση, και μια χαρά δούλεψα για το προϊόν του πελάτη μας και όλα μέλι-γάλα. Αλλά, μόνο να υστεριάζετε ξέρετε.

Πώς μου ήρθε τώρα αυτή η ιστορία; Διαβάζω ένα βιβλίο αυτή την εποχή, το οποίο λέγεται Free Thinking. Ανήκει σε κάποιον Simon McCarthy-Jones, και μεταξύ άλλων αναφέρεται και στη πλύση εγκεφάλου των διαφημίσεων και στο δικαίωμα του ανθρώπου να έχει την πολυτέλεια να σκεφτεί για την επιλογή που κάνει. Όχι μόνο όσον αφορά τις διαφημίσεις, αλλά γενικότερα στη ζωή, στα σόσιαλ μίντια, στον Δημόσιο βίο. Δεν το είχα εύκαιρο τότε να τους το τρίψω στη μούρη. Όχι ότι θα πτοούνταν, βέβαια.

Να σας πω και κάτι άσχετο-σχετικό που θυμήθηκα τώρα; Οι διαφημιστές πραγματικά πιστεύουν ότι ο κόσμος κόπτεται για τις διαφημίσεις τους. Ζουν σ’ αυτή τη διάσταση, δεν το κάνουν ως «μια δουλειά». Δεν ξέρω αν τους είπε κανένας ότι μόλις δούμε διαφήμιση όλοι οι υπόλοιποι ψάχνουμε το skip, μετρούμε αντίστροφα να τελειώσει το μαρτύριο ή βρίζουμε όσο αυτή διαρκεί. Το έχω παρατηρήσει. Λατρεύουν τις διαφημίσεις τους. Δεν λέω, καλά κάνουν και αγαπούν τη δουλειά τους, μόνο έτσι πας μπροστά, και ούτε υποστηρίζω ότι δεν υπάρχουν και πανέξυπνες διαφημίσεις (αλλά συνήθως προέρχονται από το εξωτερικό), και οι οποίες είναι μικρά διαμαντάκια, αλλά οκ, μια ρημάδα δουλειά είναι, και ειδικά στην Κύπρο που το 99% των καταναλωτών είναι ηλίθιοι και μανιπουλάρονται με τον αέρα, δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον υπάρχει στο να πωρώνεσαι με αυτή τη δουλειά. Με εντυπωσιάζει το πόσο προσκολλούνται στις καμπάνιες τους και πόσο ψηλά τις έχουν. Κατ’ ακρίβεια it makes me wonder. 

Τέλος πάντων.


Τετάρτη, Απριλίου 03, 2024

Κλάσε Καρβέλα Μου Να Πάρουμε Αέρα

Όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου μου είχε πει ένα ανέκδοτο, το οποίο δεν το θυμάμαι να σας το πω αυτή τη στιγμή, αλλά τελείωνε με την ατάκα: «Κλάσε αγάπη μου να πάρουμε αέρα». Επειδή ήμουν μικρός και δεν καταλάβαινα πού ήταν το αστείο, ο πατήρ μού εξήγησε ότι η κατάσταση ήταν τόσο ασφυκτική, που ακόμη και η κλανιά ήταν ανακουφιστική.

Αυτό το ανέκδοτο θυμήθηκα βλέποντας τη συνέντευξη του λατρεμένου μου Καρβέλα στη Νίκη Λυμπεράκη. Η στιγμή που της έκλασε στον αέρα ήταν για μένα η πεμπτουσία της συνέντευξης. Ελπίζω να το έκανε επίτηδες. Αν ήταν τυχαίο, ο Θεός του έστειλε την κλανιά τη συγκεκριμένη στιγμή. Έχω δει την εκπομπή τρεις φορές και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η κλανιά ήταν το χάιλαϊτ της. Και ότι ακόμη και αν δεν έλεγε τίποτε άλλο, και απλά πήγαινε στο στούντιο έκλανε και έφευγε, αρκούσε για να συνοψίσει τη θέση του για ό, τι θα ακολουθούσε της συνέντευξης.

Τα συρφετά των πρωινών έπεσαν να τον φαν. Αγενή τον είπαν, απαξιωτικό τον είπαν, ακόμη και για το ότι αποκάλεσε τη Βουλή «βόθρο» και τους βουλευτές «καραγκιόζηδες» τους έφταιξε. Αλήθεια, τι είναι η Βουλή και τι οι βουλευτές; Υπάρχει πολιτικός που δεν είναι βουτηγμένος μέσα στα σκατά; Και αν δεν είναι, υπάρχει κάποιος που σας πείθει ότι κατά βάθος δεν τα λιγουρεύεται; Ο Καρβέλας σας πείραξε που είπε αυτό που κατά βάθος όλοι ξέρουμε;

Σας πείραξε που είπε στην δημοσιογράφο ότι «θα ολοκληρώνω και μετά θα με ρωτάς;» Σιγά το πράμα! Κατ’ αρχάς, καλά της είπε. Πρώτα ολοκληρώνει ο καλεσμένος, μετά ρωτά ο δημοσιογράφος. Και αν περίμενε η δημοσιογράφος ότι θα κάνει διάλογο και ότι θα «στριμώξει» τον Καρβέλα για να του βγάλει λαβράκι, η δημοσιογράφος φταίει που δεν είχε καταλάβει με ποιον έμπλεξε. Εδώ προσκαλούν πολιτικούς που όλη την ώρα υπεκφεύγουν ή απαντούν άλλα ντ’ άλλων και δεν τους πιέζουν να τοποθετηθούν επί του προκειμένου. Οι πολιτικοί, οι άνθρωποι που υποτίθεται οφείλουν να δίνουν απαντήσεις στα προβλήματα. Ο Καρβέλας μας έφταιξε ξαφνικά ότι διακόπτει και ότι δεν απαντά σε ό,τι τον ρωτάνε.

Ακούστε, ο Καρβέλας δεν είναι ο κάθε ένας. Μπορεί ο ίδιος, από ταπεινότητα να ισχυρίζεται ότι είναι ένα απλό ανθρωπάριο, και ότι όλοι είμαστε οι ίδιοι, αλλά δεν ισχύει. Ο Καρβέλας είναι ειδική περίπτωση υπεραταλαντούχου ανθρώπου, και δικαιούται να είναι όπως είναι. Δικαιούται να κλάνει για να πάρουμε αέρα! Αν δεν σας αρέσει, να μην τον καλείτε στις εκπομπές σας. Οι απόψεις του, οι οποίες σας σόκαραν, είναι διαχρονικές. Αν βλέπατε στο youtube αποσπάσματα από δηλώσεις του στον Μαστοράκη, την Κορομηλά και τον Τριανταφυλλόπουλο θα διαπιστώνατε ότι τα ίδια λέει χρόνια τώρα, δεν έγινε 73 για να αποκρυσταλλωθούν μέσα του. Τον Καρβέλα περιμένατε να σας πει τι απάτη είναι η θρησκεία, και τί μαλάκες είναι οι βουλευτές μας.

Βρήκατε τώρα αφορμή να δικαιολογήσετε την ύπαρξη σας. Ήταν "άβολη συνέντευξη" τάχα μου.

Ήταν ό,τι καλύτερο είδαμε στην τηλεόραση τα τελευταία 20 χρόνια!