Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2019

Σκοτίστηκα!

Η υπέροχη γιαγιούλα μου, αυτή με τις κασέττες, για ένα πράγμα έμεινε στην ιστορία. Για το «σκοτίστηκα!»

Τη θυμάμαι από μικρός να το λέει. Όποτε συνέβαινε κάτι αρνητικό, άσχημο ή κακό απαντούσε «σκοτίστηκα». Ζούσε στην κοσμάρα της, και αρνούνταν να χαλαστεί για το παραμικρό. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να περνά ωραία. Καθόταν και έπλεκε στον ηλιακό, έμπαινε ο ένας, έβγαινε η άλλη, τις μετέφεραν διάφορες ειδήσεις, συνήθως άνοστες και η απάντηση ήταν πάντα αυτή. Σκοτίστηκα!

Εγώ που υιοθέτησα τα πάντα απ’ αυτήν και διανύω βίο εμπνευσμένο από εκείνην, γιατί ακόμα να υιοθετήσω το «σκοτίστηκα;» Αφού βλέπω πως δεν υπάρχει άλλη λύση. Χάνω τον ύπνο μου, στρεσάρομαι και καταθλίβομαι για πράγματα τα οποία δεν μπορώ να ελέγξω, ούτε να αλλάξω.

Καίγεται ο Αμαζόνιος; Χάνω τον ύπνο μου.

Εισβάλλει η Τουρκία στη Συρία; Χάνω τον ύπνο μου.

Σκοτώνονται παιδάκια; Χάνω τον ύπνο μου.

Εισβάλλει η Τουρκία στην ΑΟΖ; Χάνω τον ύπνο μου.

Αντικατάσταση του «χάνω τον ύπνο μου» με το «σκοτίστηκα», πάραυτα!

Ως πότε θα χάνω τον ύπνο μου για πράγματα τα οποία δεν μπορώ να αλλάξω; Και που δεν εφησυχάζω και κάθομαι και χολοσκώ τι κατάλαβα; Μου δώσατε βραβείο;

Σκοτίστηκα!

Χακούνα Ματάτα!

Χέστηκα!

Για να το πω με όσους περισσότερους τρόπους μπορώ. Θα κλείσω και το Τουίτερ, θα κλείσω και το Φέησμπουκ και θα μπαίνω μόνο στο Ίνσταγκραμ όπου όλα εκεί είναι τέλεια, όλοι είναι χαρούμενοι, όμορφοι, ευτυχισμένοι, καλοντυμένοι και θα δεν θα ξανασκοτιστώ στον αιώνα τον άπαντα, αμήν.


Καλημέρα σας!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 09, 2019

Τα Χτιτζιά Της Λάρνακας

Τι κάνετε αγαπημένοι συγκύπριοι;

Είσαστε καλά; Όλα οκ; Ηρεμήσατε από το περιστατικό με «τα χτιτζιά της Λάρνακας;»
Μα τι ωραίο βίντεο που ήταν αυτό, ε; Δεν χόρταινες να το βλέπεις. Και πόσο ηδονικό να παρακολουθείς όλες τις εξελίξεις μετά. Για τη μαλάκω που έχασε τη δουλειά της, για την αποσβολωμένη «ξανθιά» που κοίταζε χωρίς να ανακατεύεται, για την ταπεινή και τίμια Ρωσίδα που έπεσε θύμα ρατσισμού, για το καημένο το μωρό που παρακολουθούσε και βιαζόταν η αθώα ψυχούλα του, για το «άτομο κλειδί» που ήταν αυτόπτης μάρτυρας.

Μα, πόσο χωρκάτικη χώρα Θεέ μου!

Πόσο μπουρτζόβλαχοι!

Η ζωή σ’ αυτό το νησί από κάτι τέτοια παίρνει νόημα. Από τρεις βλαχάρες που σφάζονται μέσα σε ένα πάρκινγκ. Αυτά μας συναρπάζουν. Αυτά ξυπνούν τη χώρα. Εκεί βρίσκουμε τις παθογένειες της κοινωνίας. Χωρίς κάτι τέτοια, βαριόμαστε. Και δικαίως βαριόμαστε. Η Κύπρος πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να βαριέσαι και να καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που εδώ γεννήθηκες. Τα έχω ξαναγράψει εκατόν φορές.  

Εγώ βρίσκω εξαιρετικά υπέροχο το ότι η Τουρκία έχει εισβάλει στην ΑΟΖ μας, κλέβει τον φυσικό μας πλούτο και όχι μόνο μύτη δεν άνοιξε... Ούτε καν μια υποτυπώδης διαμαρτυρία από τον καναπέ μας δεν έγινε. Γιατί, το να βγούμε στους δρόμους δεν είναι καν επιλογή. Βαριόμαστε. Είναι τόσο μεγάλη η παρακμή μας, είναι τόσο μεγάλη η βλακεία μας που μόνο για ένα καβγά σε ένα πάρκινγκ μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη και άποψη. Για τα εθνικά θέματα, για την επιβίωσή μας, ποιος νοιάζεται. Όχι μόνο δεν υπάρχει επαρκής μόρφωση για να διατυπωθεί γνώμη επ’ αυτών. Δεν υπάρχει καν επαρκής νοημοσύνη για να αντιληφθούν το μέγεθος των κινδύνων οι οποίοι ελλοχεύουν. Είναι θέμα συνολικού, ομαδικού δείκτη νοημοσύνης και προτεραιοτήτων.

Τώρα θα μου πεις, εδώ τις προάλλες χτύπησε τον Πενταδάκτυλο αδέσποτος πύραυλος και ουδείς έχασε τον ύπνον του. Ούτε που μάθαμε ποτέ πόθεν προήλθε, ούτε που μας είπαν ποιον στόχευε. Σημασία έχει ότι δεν χτύπησε κανένας, κάηκαν μόνο κάτι σκατόχορτα στον Πενταδάκτυλο που είναι ούτως ή άλλως κατεχόμενος, οπότε και πολύ ασχοληθήκαμε. Το θέμα ξεχάστηκε μέσα σε δυο μέρες.

Αλλά εδώ… Εδώ κυρία μου έχουμε άποψη και θα την πούμε. Βροντερά! Και ρατσιστικά κίνητρα θα προσάψουμε (άλλωστε έχουμε πάρει μάστερ να εντοπίζουμε ρατσιστικές συμπεριφορές στη χώρα), και σεξιστικά κίνητρα θα προσάψουμε, και θρησκευτικά κίνητρα άμα λάχει, και αναλύσεις θα κάνουμε, και γελοιογραφίες θα τυπώσουμε, και memes ονλαϊν θα δημιουργήσουμε, αμέ. Γιατί εδώ, μπορούμε!

Τι κι αν ανοίξεις το Youtube και ψάξεις για παρόμοια βίντεα από ξένες χώρες. Δεκάδες βίντεα θα εμφανιστούν στην οθόνη σου από ξύλο που έπεσε σε αλάνες, σε σχολικές αυλές, σε υπεραγορές, σε χώρους στάθμευσης, σε λεωφορεία, σε τρένα, σε βαπόρια. Στο εξωτερικό, όμως, δεν ανάγονται σε εθνικά φαινόμενα. Εκεί ζουν εκατομμύρια κόσμου, έχουν μάθει να ζουν μ’ αυτά, δεν είναι τίποτα. Μπίζνες ες γιούζουαλ. Στην Κύπρο που είναι όλη κι όλη μια γειτονιά, αυτές οι συμπεριφορές παίρνουν διαστάσεις. Είναι θέματα για τα Δελτία Ειδήσεων. Είναι θέματα για να τοποθετηθούν οι Επίτροποι, οι Αστυνομικοί, οι Εισαγγελείς. Μόνον ο Αναστασιάδης δεν τοποθετήθηκε ακόμα! Τόση πολλή, εθνική σημασία σε έναν γυναικοκαβγά. Δεν μπορούν απλώς να πουν «τρεις χωρκάτισσες έδειξαν τον νουν τους, τις έπιασε υστερία και ξεσάλωσαν, ας τους φέξουμε δυο μπάτσες να συνέλθουν» και να ασχοληθούμε με πραγματικά, σοβαρά ζητήματα.



Το επικό και ιστορικό βίντεο σε λεωφορείο της Θεσσαλονίκης με τίτλο "τη μάνα σου να γαμήσεις". Πάλι μία Ελληνίδα καταφέρεται εναντίον μιας Ρωσίδας. Δεν το αναλύσαμε σε πανεπιστημιακό επίπεδο, ούτε στα Δελτία Ειδήσεων το προβάλαμε, ούτε πρωτοσέλιδο στον Τύπο έγινε. Το ανέβασε ένας αστείος τύπος στο ίντερνετ, γελάσαμε, είπαμε "Θεέ μου που ζούμε" και το ξεχάσαμε. 



Πάρτε ένα ακόμα ξεκατίνιασμα από το Μετρό της Αθήνας. Και γενικότερα αν δεν χορταίνετε καβγάδες κάντε ένα search στο Youtube με τη λέξη "καβγάς" να έχετε να παίρνετε ανάλογα περιστατικά από όλα τα μήκη και πλάτη. Μόνο στην Κύπρο ανακαλύψαμε ξαφνικά την τασιηνόπιττα. 

Πέραν του ότι δόθηκε τρομερή σημασία σε μία μαλακία, εκείνο που με εντυπωσιάζει έτι περισσότερον είναι πως όλοι εντυπωσιάστηκαν από τη συμπεριφορά της «κυρίας». Δεν έτυχε να υπηρετήσουν στον στρατό να δουν ότι το 90% του πληθυσμού έτσι ομιλεί και έτσι σκέφτεται. Με ένα "εν πουτούτο που θέλεις" κοιμούνται και ξυπνούν. Δεν έτυχε να μπουν σε αεροπλάνο με άλλους Κυπρίους ταξιδιώτες οι οποίοι στα πέντε λεπτά κοινωνικής συναναστροφής θα εκφραστούν παρομοίως. Ο κόσμος ξαφνικά έπεσε απ’ τα σύννεφα!

Μα γιατί νομίζετε σιχαίνομαι την Κύπρο; Από βίτσιο; Τη σιχαίνομαι γιατί τη γνώρισα, αγάπες. Και όχι μόνο τη γνώρισα, την έφαγα με το κουτάλι σε εποχές που ήμουν ακόμα άμαθος, σοκαριζόμουν ακόμα και όταν άκουγα τον διπλανό μου να ξεστομίζει ένα εφηβικό «ρε, μαλάκα». Και όταν αναρωτιόμουν πόθεν ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί, η απάντηση ήταν «έτσι είναι ο κόσμος προσαρμόσου». Δεν προσαρμόστηκα, και καλά έκανα. Αλλά πλέον διασκεδάζω με τα χάλια σας και έκτισα και τείχη γύρω μου να μην σας πολυβλέπω. Και τους μεν και του δε. Και τους απενεχοποιημένους, δηλαδή τους βαρβάτους χώρκατους, αλλά και τους δήθεν σωτήρες, που είναι εξίσου εκνευριστικοί με την επιφανειακή τους προσέγγιση.

Γενικώς, είστε αμφότεροι μια απόλαυση και ευτυχώς που συμβαίνουν τέτοια περιστατικά για να επιβεβαιώνουν όλα όσα πιστεύω για αυτή τη χώρα. 


Βρήκα κι αυτό! Από σούπερ μάρκετ στο Μαρούσι. Μια κυρία τσακώνεται με έναν ηλικιωμένο που μπαίνει μπροστά της στην ουρά για το ταμείο. Σαν να βλέπεις επεισόδιο του "Ρετιρέ".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2019

Κουράγιο, Σελίν

Η Σελίν Ντιόν ανακοίνωσε πως θα εντάξει και την Κύπρο στα πλαίσια της παγκόσμιας της περιοδείας με τίτλο «Courage», δηλ. «Κουράγιο» και νομίζω πως δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τίτλος.

Μα που μας θυμήθηκε η Σελίν στα γεράματα; Η τελευταία φορά που ασχοληθήκαμε σοβαρά μαζί της είχαμε 1998! Ωραιότατη χρονιά, δεν λέω, αλλά έκτοτε πέρασαν και είκοσι χρόνια. Και ενώ όλοι νομίζουμε πως θα εμφανιστεί ενώπιόν μας αυτή που όλοι γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε,


Ετοιμαστείτε να πάθετε σοκ όταν θα αντικρύσετε απέναντί σας, αυτήν:


"Τι ειν' αυτό, Τέτη μου;"

Τίποτα δεν έμεινε να θυμίζει εκείνο τα φρέσκο κορίτσι, εκ Καναδά ορμώμενο, το οποίο αγαπήσαμε εξ αιτίας της στιλιστικής της ατασθαλίας επί Γιουροβίζιον 1988. Λέτε να πει το ομώνυμο; Δεν θα το πει. Ποτέ της δεν το είπε λαϊβ. Το σιχαίνεται όσο τίποτα. Ακούει Γιουροβίζιον και βγάζει καντήλες. Ούτε ζωγραφιστό δεν το θέλει το Ne Partez Pas Sans Moi. Η κομπλεξάρα. Εδώ έχει δηλώσει πως έχει σιχαθεί να τραγουδά το My Heart Will Go On, που της χάρισε και Όσκαρ! Στο γιουροβιζιακό τρας θα πει «ναι»;

Θα εμφανιστεί στο ΓΣΠ και θα τραγουδήσει 240 μπαλάντες. Πόση ώρα αντέχεις να κάθεσαι στο ΓΣΠ και να ακούς μπαλάντες; Τις ακούς και από το σπίτι σου. Τη Σελίν ούτως ή άλλως, από τις οθόνες θα τη βλέπεις, θα τρως στη μάπα κυπριακή πλέμπα και υγρασία συνδυασμένη σε αφόρητο ποσοστό. Ε, και το Because you loved me να πει, δεν αντισταθμίζει την κατάσταση.

Θα ήθελα να πήγαινα στη Σελίν, δεδομένου ότι ήμασταν μέσα στο κλιματιστικά άρτιο Παλάτι του Καίσαρα στο Λας Βέγκας, δεδομένου ότι θα είχα λογική σκηνική απόσταση από την καλλιτέχνη και κάλλιστη οπτική επαφή με τη σκηνή, και όχι την κυπριακή πανήγυρη για περιβάλλον. Και αν ήμουν ελαφρώς πλουσιότερος. Να δούμε πόσα θα πάει το μαλλί.

Ναι, αγαπώ το Its all coming back to me now, έχω άλλα 2-3 τραγούδια της που τα θεωρώ ιστορικά, αλλά ως εκεί.

Μπαρντόν, Σελίν, θα φας μαλλί της γριάς και σίταρο που δεν κολλά στα δόντια, μόνη σου.

Α τουτ αλλέρ!

* Courage θα πει δύναμη στα γαλλικά. Για καθαρά χιουμοριστικούς λόγους το ερμηνεύω ως κουράγιο στα ελληνικά, αν και οι λέξεις είναι επί της ουσίας συνώνυμες.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 26, 2019

Ήβρα Σε Πάλε, Ρε!

«Σαν να σου πέρασε η Βίσση» μου είπαν πρόσφατα.

«Ε, μα σαρανταρίζω!» απάντησα. Δεν είναι ότι δεν την αγαπώ, ότι δεν σέβομαι την ιστορία μας, ότι δεν κάθομαι και την ακούω όταν ξεκλέβω λίγο χρόνο μόνος μου ή μέσα στο αυτοκίνητο. «Αλλά δεν είμαι και πρώτο νιάτο να ντύνομαι Καρβέλας ή να κρεμιέμαι από τα καγκέλια όπως έκανα στα νιάτα μου. Δεν είμαι πια για να τρέχω στα στάδια από τις 18:00 το απόγευμα για να μπω πρώτος στην αρένα. Αυτά, πάνε τελειώσανε».

Εχθές, όμως, παρόλο που η συναυλία ήταν στη Λάρνακα, ήθελα να πάω. Τα «Ηλιοτρόπια» δεν τα άκουσα ποτέ λαϊβ, έχασα και πέρσι τη συναυλία στο Κούριο, ε, πήγαινε πολύ. Πήγα στη μάνα μου, παρέδωσα το τέκνο και της είπα ορθά, κοφτά: «Δεν ξέρω πώς θα τον χειριστείς. Θα μείνει μαζί σου. Δεν σε έχει συνηθίσει, μπορεί να κλαίει, μπορεί να μας ψάχνει, αλλά ολίγον με ενδιαφέρει, εγώ θα πάω στη Βίσση, στη Λάρνακα, και ο Θεός να κατεβεί δεν επιστρέφω να σε σώσω. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!» Tης τον άφησα πάνω στο κρεβάτι, πακέτο, και έφυγα. 

Φτάσαμε στο Παττίχειο πτώματα και οι δύο μας. Μπήκαμε στο θέατρο, ξεραθήκαμε πάνω στο τσιμέντο (δεν ξέραμε να φέρουμε μαζί μας μαξιλαράκια όπως οι πλείστοι Λαρνακείς), και σκεφτόμασταν με τύψεις το εγκαταλειμμένο τέκνο. «Αν κλαίει και μας ψάχνει, με τι ψυχή θα τραγουδήσουμε εμείς απόψε το Χωρίς Το Μωρό Μου;» Δεν έλεγε να αρχίσει και στην ώρα της η συναυλία, η σύζυγος άρχισε τα «αν δεν αρχίσει σε μισή ώρα θα φύγω με ώτοστοπ!» Αυτή ήταν η ψυχολογία και η διάθεσή μας. Στο μεταξύ, αρχίσαμε και να νυστάζουμε, ερείπια πραγματικά. Όλο αυτό ορίζεται ως η «συναυλία στη Βίσση ως γονέας!»

Βγήκε, επιτέλους, η Βίσση. Κουκλάρα, φωνητικά πολύ καλή, αλλά πρόσεξα και κάτι επιπλέον το οποίο δεν είχε στις τελευταίες της εμφανίσεις στη Λευκωσία. Είχε απίστευτο κέφι η ίδια. Ήταν τρομερά χαρούμενη. Χόρευε, αστείευε, είχε ενέργεια επιπέδου ‘90ς. Δεν έκανε καν διάλειμμα γιατί καθώς φαινότανε περνούσε πολύ ωραία για να το διακόψει. Και δεν βιάστηκε να τελειώσει να πάει σπίτι της όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη Σχολή Τυφλών, αλλά δεχόταν και παραγγελιές, και απ’ όλα.

Πολύ ωραία περνούσα, αλλά ένιωθα πλέον ένας απλός θεατής. Δεν ήμουν πια ο γνωστός χούλιγκαν. Ώσπου άρχισαν τα κυπριακά τραγούδια. Και ήρθε κοντά εκεί που καθόμουνα, να χαιρετίσει κάποιες κοπέλες που χόρευαν. Δεν έκανα την παραμικρή προσπάθεια να με δει. Περνώντας από μπροστά μου απλά της χαμογέλασα και ανταλλάξαμε βλέμματα. Με κατάλαβε αμέσως. Άστραψαν τα μάτια μας αμφότερων. Σοκ εγώ! Γυρίζει και μου λέει: «Ήβρα σε πάλε, ρε!»

«Ήβρα σε πάλε, ρε!» Μα μπορεί να είναι και η πιο ωραία ατάκα που μου είπαν τελευταίως! Πρώτον, με θυμάται (η τελευταία φορά που με είδε, ήταν φευγαλέα το 2014 στο Χίλτον, επί Ρέμου και «Ένα ή Κανένα»), δεύτερον, «με ήβρε», δηλαδή «εγύρευκεν με!» ή τουλάχιστον εγώ έτσι θέλω να φαντασιώνομαι. Ε, δεν ήθελα και πολύ να εκτοξευτώ στους ουρανούς! Εκεί που ήμουν ένα ταγάρι πεταμένο στην κερκίδα, ξαφνικά ένιωσα να κρατώ το κλειδί της πόλης! Μου έδωσε και το μικρόφωνο να φανταστείς και τραγούδησα «Τα Ριάλια!» Θέλω να πω, αυτό κι αν ήταν υπέρβαση λόγω ενθουσιασμού!


Κάπου στο instagram υπάρχει και το βίντεο. Δεν είναι ανάγκη να το δείτε. 

Το ξαναείπα. Τα Κυπριακά τραγούδια τα αγάπησα εξ αιτίας της φωνής της. Ακόμα και το «αρκείς τζαι επέθανα» το αγνοούσα ως άσμα πριν το εντάξει στο πρόγραμμά της. Έκτοτε το κατέβασα και το ακούω συχνά, αν και με τη φωνή του Μιχάλη Βιολάρη, που δεν μου λέει τίποτε.

Τέλος πάντων, αλλού είναι το νόημα αυτής της ανάρτησης. Πρώτον, έζησα ένα αναπάντεχα ευτυχισμένο βράδυ με αυτή την έκπληξη. Είναι δικαίωση για όλους τους σχολικούς καβγάδες στους οποίους έπρεπε να εξηγούμαι γιατί ακούω Βίσση (κουφοί ήσασταν και δεν μπορούσατε να καταλάβετε;), είναι δικαίωση για τα cds που αγόραζα και μοίραζα στους ξένους συμφοιτητές μου για να ξεστραβωθούν και να διαδώσω τον βισσισμό απ' άκρη σ' άκρη, είναι τα νεύρα που ήρθε 9η στη Γιουροβίζιον το 2006, είναι οι κασέττες της γιαγιάς μου που ψηφιοποιούνται για να τη δουν όλοι πόσο πουρέκκα ήταν στα '80ς, είναι το ερωτευμενάκι και η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη που τραγουδούσαμε με τον πατέρα μου στη σάλα, είναι η αδελφή μου ντυνόταν με τα φουστάνια της μάνας μου κρατώντας το ουΐσκυ για να γυρίσω εγώ το βίντεο κλιπ του δεν θέλω να ξέρεις όταν ήμασταν 15 και 13 χρονών. Είναι όλα!

Το περιστατικό με την περούκα του Καρβέλα συνέβη τον Ιούλιο του 2010. Θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί κι αυτό μέσα στην ενότητα «τα τελευταία δέκα χρόνια». Θέλω να σας πω ότι όταν βλέπω στο Youtube εκείνο το περιστατικό, δεν με αναγνωρίζω. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι εκείνος. Όποιος και αν είναι, τον συμπαθώ και χαίρομαι με τη χαρά του. Αλλά δεν νιώθω ότι είμαι εκείνος ο τύπος με την περούκα πλέον. Σήμερα, δηλαδή, πολύ δύσκολα θα το έκανα. Δεν ξέρω πως μου την είχε βιδώσει εκείνη τη μέρα. Ήταν ακόμα πρόσφατη η εγχείρηση καρδίας και ήμουν σε φάση «μια φορά ζούμε». Με ρώτησε χθες η Άννα «που είναι η περούκα σου;» και εγώ αντ’ αυτού άκουσα «που είναι η σουρτούκα σου;» Σουρτούκα αποκαλώ τη Μπρέντα καμιά φορά χαϊδευτικά. Και εγώ της έδειξα τη Μπρέντα και της είπα «να, την!» Έμεινε και με κοίταζε. Ύστερα κατάλαβα ότι ρώτησε για την περούκα. Ε, βέβαια, είναι λογικό να ξέρει η Βίσση περί Σουρτούκας; Εκείνη την ώρα απλά δεν επικοινωνούσα από τον ενθουσιασμό μου.

Όπως ξαναέγραψα, η συναυλία ήταν κεφάτη πολύ και τα τραγούδια εξαιρετικά διαλεγμένα. Δεν μας έριξε ούτε δευτερόλεπτο. Χάρηκα που ξανάκουσα το Θιβέτ, που είχε να το πει από το 2008, χάρηκα που είπε τα καινούρια της, παρόλο που ήθελα και τα «Χειρότερα» και τα «Λεφτά». Το δώρο της «Mαύρης Bροχής» απρόσμενο, η επικοινωνία μέσω σκάιπ με τη Γιώτα Γιάννα συγκινητική. Γενικά πέρασα καταπληκτικά, ήταν σε μεγάλη φόρμα και όπως είπε και η Μπρέντα στο τέλος, «μην ανησυχείς, αυτή έχει τουλάχιστον ακόμα δέκα χρόνια μπροστά της ακμαίων εμφανίσεων». Μου το είπε επειδή εμένα ο μεγαλύτερος μου φόβος μετά το παιδί μου και την κλιματική αλλαγή, είναι το πώς θα διαχειριστώ την ανακοίνωση ότι η Βίσση και ο Καρβέλας δεν θα ξαναβγάλουν τραγούδια.



Πάρτε δώρο και ένα chart με τα 25 τοπ τραγούδια που έβγαλαν τη δεκαετία που μας αφήνει. Τα τελευταία των ηλιοτροπίων δεν συμπεριλαμβάνονται. Παραδέχομαι ότι κάποια πιο μέτρια τραγούδια ευνοήθηκαν στα plays αφού βγήκαν παλιότερα, ενώ άλλα πιο νεότερα διαμάντια είναι πιο κάτω στην κατάταξη. 
  

Γεια σας!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2019

Τα Τελευταία Δέκα Χρόνια

Από σήμερα ξεκινώ μία νέα ενότητα κειμένων εδώ στο μπλογκ, η οποία θα συνοψίζεται στον τίτλο: «τα τελευταία δέκα χρόνια».

Από καιρό ήθελα να κάνω ένα αφιέρωμα στα τελευταία δέκα χρόνια που μας αφήνουν, σε λίγους μήνες, χρόνους. Πότε ήρθαν, πότε τα ζήσαμε, πότε περάσανε. Ο Θεός και η ψυχή τους.

Και όμως, να! Από το 2010, που καλά-καλά δεν ξέραμε τι είναι το wifi, φτάσαμε αισίως στο 2019, να το θεωρούμε αυτονόητο ακόμα και εν πτήσει.

Θα σου πω πολλά για τα τελευταία δέκα χρόνια, για τις μουσικές μου, για τα βιβλία μου, για τους φίλους μου, για τη ζωή μου, για τις ανύπαρκτες προοπτικές μου, για τα πρόσωπα της δεκαετίας. Θυμάσαι; Το ίδιο είχα κάνει και το 2009, επιλέγοντας τα 10 πιο σημαντικά πρόσωπα που είχα γνωρίσει μεταξύ 2000 και 2009. Ε, τώρα μετά βίας μπορώ να σου βρω πέντε άτομα που σημάδεψαν θετικά τα τελευταία δέκα χρόνια. Βέβαια, είναι διαφορετικό να σε περιτριγυρίζουν φοιτητές, και διαφορετικό δημόσιοι υπάλληλοι.

Λοιπόν, άκου.

Παρόλο που η δεκαετία δεν έκλεισε επίσημα και το θεωρώ ολίγον τι γρουσούζικο να τη μνημονεύουμε πριν ολοκληρωθεί και τυπικά, τολμώ να ομολογήσω πως ήταν τρομερά συναρπαστική για μένα. Και τι δεν έζησα!

Η δεκαετία μπήκε με εμένα φρεσκο-εγχειρισμένο και με δεκάδες ψυχολογικά προβλήματα (με τα οποία συχνά ακόμα παλεύω), το θάνατο του πατέρα μου και με εμένα να έχω αποδεχτεί ότι θα ζήσω ως μπακούρι το υπόλοιπο της ζωής μου.

Πριν προλάβει να εκπνεύσει το 2010 γνώρισα τη Μπρέντα στη θεατρική ομάδα. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι θα ήταν αυτή η γυναίκα της ζωής μου. Ούτε κι εκείνης της πέρασε το αντίστοιχο. Ώσπου να αποχαιρετίσουμε τη χρονιά, ήμασταν ζευγάρι.

Ακολούθησαν τέσσερα πολύ όμορφα και ξέγνοιαστα χρόνια. Η ντόλτσε βίτα που λέμε. Μπορεί να πάθαινα κρίσεις πανικού με το θέμα της υγείας μου και το πού πάει όλο αυτό – στον τάφο πάει, πού να πάει; Αλλά είχα αρχίσει ψυχοθεραπεία και ήμουν εμφανώς καλύτερα. Η σχέση μου με τη Μπρέντα ήταν και είναι τρικυμιώδης, αλλά νομίζω αυτό είναι που μας κρατά μαζί, το ότι με τούτα και με εκείνα, δέκα χρόνια μετά νιώθουμε ότι προχθές γνωριστήκαμε και ότι έχουμε πολλά ακόμα να εξερευνήσουμε ο ένας στον άλλον. Κάναμε άπειρα ταξίδια μαζί εκείνα τα τέσσερα χρόνια, νομίζω καμιά δεκαπενταριά μέσα σε τέσσερα χρόνια. Για μένα η γυναίκα μου είναι συνώνυμη του ταξιδιού. Εκεί αντιλαμβάνομαι γιατί την αγαπώ και γιατί θέλω και πρέπει να είμαι μαζί της. Ήμουν ευκατάστατος  τότε, όταν ταξιδεύαμε δηλαδή, και επιπλέον ζούσα μία έντονη κοινωνική ζωή μαζί της, όμοια της δεν είχα ξαναζήσει ποτέ.

Το 2014 μετακομίσαμε μαζί σε ένα κωλοδιαμέρισμα στην Αγλαντζιά, και το 2015 παντρευτήκαμε. Καθίσαμε άλλο ένα χρόνο στο ίδιο διαμέρισμα και στις αρχές του 2016 η Μπρέντα έμεινε έγκυος. Εκείνη η χρονική περίοδος ήταν από τις ομορφότερες της ζωής μου. Δεν υπάρχει ωραιότερο συναίσθημα από το να ανυπομονείς να γνωρίσεις το παιδί σου και να φαντάζεσαι το πώς θα είναι. Ύστερα που γεννιέται αντιλαμβάνεσαι ότι δεν ήρθε στον κόσμο ο νέος Ιησούς, ούτε ο νέος Αϊνστάιν, αλλά ένα εξτένσιον εσού και της συμβίας σου και λες «αυτό περίμενα εννέα μήνες;» Εντάξει, αστειεύομαι. Και οι πέτρες ξέρουν πόσο λατρεύω τον γιο μου.

Το 2017 δεν το πολυθυμάμαι. Ήταν ευτυχές, αλλά με τις φάσεις του μωρού να αλλάζουν γρήγορα πέρασε και μόνο ζαλάδα άφησε. Το θυμάμαι με ευτυχία, αλλά όταν βλέπω φωτογραφίες στο κινητό από τότε, σκέφτομαι «πότε έγιναν όλα αυτά;»

Το 2018 ήταν μέτριο προς κακό. Μετακόμιση στη μάνα μου, ανακαίνιση στο σπίτι μας, δάνειο, δόσεις, και ένα παιδί που μεγαλώνει και βρίσκεται στη δυσκολότερη του φάση, εκείνη όπου περπατά με το ζόρι, επικοινωνεί με το ζόρι και στο τέλος το απορροφάς όλο εσύ. Το ζόρι. 

Το 2019 ήταν κατά τι καλύτερο, μόνο και μόνο επειδή ο Αλέξης μεγάλωσε και συνεννοείται, μπορείς να τον εμπιστευτείς ότι δεν θα βάλει το χέρι στην πρίζα και μπορείς να κάνεις ένα ντους χωρίς να αγχώνεσαι ότι μπορεί να πηδήξει από το παράθυρο. Κατά τα άλλα, είμαστε πλουσιότεροι από ποτέ σε εμπειρίες και φτωχότεροι από ποτέ σε λεφτά. Αυτό είναι το τραγικόν του πράγματος. Όταν είσαι μόνος σου έχεις λεφτά, όταν ζεις με άλλους είσαι πιο ισοζυγισμένος ψυχολογικά, αλλά δεν σου μένει ευρώ για δείγμα.

Συνοψίζοντας: Τα τελευταία δέκα χρόνια-
·         Έκανα εγχείριση καρδιάς
·         Έπαιξα σε 9 ερασιτεχνικές, θεατρικές παραστάσεις
·         Έθαψα πατέρα
·         Έζησα ψίθυρους καρδιάς
·         Παντρεύτηκα
·         Έγινα πατέρας
·         Ταξίδεψα σε 19 καινούριες χώρες
·         Ανακαίνισα σπίτι

Καθόλου άσχημα. Α, ναι. Μπήκα και στο Δημόσιο. Αυτό ξέχασα να το γράψω. Είναι για να καταλάβεις πόσο πια το εκτιμώ. 

Τι μέλλει γενέσθαι; Δεν ξέρω. Πρέπει να αυξήσω το εισόδημά μου χθες, και αν θέλει ο Θεός να μου στείλει το τζακ ποτ, ήτοι δύο παιδάκια ακόμα κατά προτίμηση μία κόρη και ένα ακόμα γιο, θα ήταν απλά τέλεια. Τα ταξίδια μπορούν να μπουν στην αναμονή, άλλωστε μόνο δυο χώρες θέλω να επισκεφτώ διακαώς και αυτές είναι η Αυστραλία και η Ιαπωνία. Για να πάμε εκεί πρέπει να πουλήσω και τα δυο νεφρά, οπότε δεν νομίζω να μπουν στις προτεραιότητες. Κατά τα άλλα, ό, τι βρέξει ας κατεβάσει.

Φτάνουμε τα σαράντα, ένας αριθμός που κάποτε με τρόμαζε. Θυμάμαι όταν ήμουν 12 χρονών που είχε πεθάνει ένας φίλος των γονιών μου στα 42 του και σκέφτηκα «γιατί κλαίνε, τα είχε φάει τα ψωμιά του ο σκατόγερος». Αντιλαμβάνομαι πλέον ότι πέρασα στη φάση της καμίας ηλικίας. Αισθάνομαι ότι ζω σε μια ευθεία γραμμή που δεν μετρούν ούτε οι μέρες, ούτε οι μήνες, ούτε οι εποχές (ποιες εποχές;), ούτε τα χρόνια. Απλά υπάρχω, ίπταμαι. Δεν ανυπομονώ για τίποτα, όλα έρχονται γρήγορα, πριν προλάβω να τα ευχηθώ και να τα συνειδητοποιήσω. Το θέμα είναι να καταφέρω να τα απολαύσω. Εκεί έγκειται η μαγκιά στη φάση μου.


Πολλοί λένε ότι τα καλύτερά τους τα έζησαν μεταξύ 40 και 50. Ίδωμεν. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 09, 2019

Μαντηλοφορεμένο

Το μπανάλιτι που με περιτριγυρίζει δεν έχει τέλος.

Ασχολούνται άπαντες στη χώρα με τη μαντήλα μιας μουσουλμάνας.

Και επικεντρώνονται στο «δικαίωμα» της να φορεί ό, τι θέλει για να εκφράσει τη θρησκεία της.

Ας τους πει κάποιος ότι δεν υπάρχει Θεός να τελειώνουμε.

Ας τους πει ότι και να υπάρχει Θεός, ποτέ δεν θα ενέκρινε ένα κακόγουστο ένδυμα σαν αυτό το τσεμπέρι για το κεφάλι για έκφραση της λατρείας Του.

Ας τους πει περαιτέρω ότι η θρησκεία, ως έννοια, είναι τόσο αόριστη που αύριο μπορεί ο καθείς να κρεμά ό, τι θέλει στο κεφάλι του και να υποστηρίζει ότι το επιτάσσει η θρησκεία του.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον Λάκη Γαβαλά να κατεβαίνει στο σχολείο με ένα αγγούρι κρεμασμένο στον λαιμό και να ισχυρίζεται ότι αυτό απαιτεί η θρησκεία που ακολουθεί. Θα μου πεις, «αν είναι αναγνωρισμένη θρησκεία, γιατί όχι;»

Τι «γιατί όχι», χρυσοί μου. Επειδή θα γίνουμε μπάχαλο. Κι αν εν έτει 2019 σου επιβάλλει η θρησκεία σου πώς θα παρουσιαστείς στον έξω κόσμο, τότε έχεις πρόβλημα. Τι το θες το σχολείο; Αφού μέχρι εκεί σε παίρνει! Δεν προβλέπεται να ανοίξει περαιτέρω ο νους σου. Δεν είσαι ελεύθερο πνεύμα. Δεν έχεις προσωπικότητα!

Σεβασμό στη διαφορετικότητα να δείξω, ναι. Δεν θα την πάρω και με τα σκάγια την καημενούλα επειδή αποφάσισε να ντυθεί σαν «τη Μαρικκού που τα Λεύκαρα», 17 χρονών παιδάκι. Οίκτο να δείξω όσον θέλετε. Αλλά μην μου κάνετε και μαθήματα.

Το πρόβλημα σ’ αυτή τη χώρα είναι ότι αν σας αφήσουμε να ντυθείτε όπως θέλετε θα κυκλοφορείτε σαν λέτσοι, και θα μας κάνετε ρεζίλι, ενώ αν σας επιβάλουμε στολή θα φταίμε που σας καταπιέζουμε. Βασικά, άπαξ και γεννηθήκατε χωρκάτες, δεν έχετε σωτηρία.

Ας το παραδεχτούμε, μέση λύση δεν υπάρχει, οτιδήποτε ενδιάμεσο στο θέμα στολή, ενέχει κινδύνους. Βασικά  εγώ είμαι συγχυσμένος. Από τη μια πρέπει να καταργηθούν τα θρησκευτικά, αλλά από την άλλη όλοι έχουν δικαίωμα έκφρασης των πιστεύω τους… Αντιλαμβάνεστε πόσο λεπτή γραμμή είναι αυτή και πόσο παράδοξο το εγχείρημα.

Μα, γιατί ασχολούμαι ακόμα με χώρα ηλιθίων, εγώ δεν εκατάλαβα.


Άτε γεια σας!

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2019

Septemberfest

Εριξα τα μούτρα μου εχθές βράδυ και πήγα στο Septemberfest της Αγλαντζιάς.

Αν δεν το φαντάστηκες ήδη, το εν λόγω πανηγύρι το βδελύσσομαι. Όχι μόνο γιατί διοργανώνεται δυο δρόμους πιο κάτω από το σπίτι μας και κάθε νύχτα επί μία βδομάδα αναγκαζόμαστε να κοιμόμαστε με τα παράθυρα κλειστά για να αποφύγουμε τα σκυλάδικα που αντηχούν στην πλάση. Αλλά και επειδή προκαλούν περαιτέρω αυτοκινητική συμφόρηση, παρόλη την επέμβαση της τροχαίας. Φέτος, όμως, δεν ξέρω ποιος φούρνος γκρεμίστηκε, οι διοργανωτές με εξέπληξαν ευχάριστα. Έφεραν μεγάλα ονόματα να τραγουδήσουν και δεν προκαλείται η συνήθης ηχορύπανση. Νατάσα Θεοδωρίδου, Σάκης Ρουβάς, Μέλισσες, Μπίγαλης, Μαντώ, Σοφία Βόσσου, Δάκης, Στέλιος Ρόκκος, Μπλε, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Ευτυχώς απουσίαζαν οι Μακρόπουλοι, οι Μαζωνάκηδες και λοιποί τουρκογύφτοι με το ντέφι, που έφερναν τα περασμένα χρόνια.

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι φέτος μανικώθηκα, περίμενα πώς και πώς να έρθει η 31η Αυγούστου να δω λάιβ τους αγαπημένους μου 90ντο καλλιτέχνες και να με ξεγελάσω, για λίγο, ότι εκείνη η υπέροχη εποχή ζει και μας καθοδηγεί. Να αισθανθώ ότι δεν θα πεθάνω και θα πρέπει να ακούω Sinboy, Demy, Stan, Otherview, και άλλους παρόμοιους ξευτύλες (μα, γιατί δεν έχουν ελληνικά ονόματα, ντρέπονται; Εγώ κάποτε κορόιδευα την «Αλέξια» ότι σνόμπαρε το «Αλεξία». Πλέον μας ακούγονται ελληνικά τα Tamta και τα Foureira, αν είναι δυνατόν!).

Εμφανίστηκαν, που λες, οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες και ήταν σαν να έφυγε πάνω από το σώμα μου η σκουριά και άρχισαν ξανά τα μέλη του σώματός μου να κινούνται και να νιώθουν ζωντανά. Και το χάρηκα και το καταπόλαυσα, τόσο πολύ, που ούτε το γεγονός ότι είχα τον Αλέξη μέσα στο καρότσι να κοιμάται μέσα στην υγρασία, την κάπνα και το μαύρο χώμα δεν με έκοψε. Το μόνο που με χάλασε ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν γύρω μου κι άλλοι άνθρωποι. Και δεν εννοώ την παρέα μου. Εννοώ το ευρύ κοινό. Σας έχω ξαναπεί πόσο μισώ να πηγαίνω σε συναυλίες στις οποίες πάει κι άλλος κόσμος;

Σιχαίνομαι το κυπριακό πλήθος. Το σιχαίνομαι σε όλες του τις εκφάνσεις. Αλλά ειδικά στις συναυλίες. Επειδή δεν μπορεί να πωρωθεί, δεν μπορεί να τραγουδήσει με τη ψυχή του, δεν μπορεί να χορέψει σαν να μην υπάρχει αύριο. Στέκεται εκεί και χάσκει, κρατά μια μπύρα και με το ζόρι να χειροκροτήσει στο τέλος του άσματος. Αν δεν σας αρέσουν τα τραγούδια τι ήρθατε να κάνετε, ρε καημένοι; Γιατί δεν καθόσασταν στα αβγά σας; Η Βόσσου είδε και έπαθε να πείσει τον κόσμο να χτυπά ρυθμικά την ώρα που τραγουδούσε. Μόνο, λίγο, εκεί που είπε το «ετοιμάζω ταξίδι» και το «δικός σου για πάντα» υπήρξε ένας σχετικός ενθουσιασμός. Τότε αναθάρρεψε και η ίδια και είπε από μικροφώνου «έτσι, δόξα σοι ο Θεός!».

Πιο μουρόχαβλο κοινό, πεθαίνεις. Και γιατί το κάνω θέμα; Τι με κόφτει αν οι γύρω μου κοιμούνται όρθιοι; Με κόφτει, κύριε! Με κόφτει! Το κάνω θέμα επειδή τους καλλιτέχνες που αγαπώ, καλώς ή κακώς, τους οικειοποιούμαι. Τους θεωρώ δικούς μου ανθρώπους, τους θεωρώ οικογένεια. Νευριάζω να έρχονται να τραγουδούν και οι άλλοι από κάτω να σφυρούν αδιάφορα ή να μην παθιάζονται με αυτό που ακούν ή βλέπουν. Αν δεν φύγεις από τη συναυλία άφωνος, με πρησμένες αμυγδαλές, ή τουλάχιστον βραχνός, να μην πας! Είσαι κακό κάρμα και για τον καλλιτέχνη, και για τύπους σαν εμένα που θέλουν να μοιραστούν τη χαρά τους και δεν βρίσκουν συμμάχους.

Όταν ήμουν μικρός, κάποτε, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο πατέρας μου με πήγε σε μία συναυλία της Μαρινέλλας. Την περισσότερη ώρα εγώ κοιμόμουν στα πόδια της μάνας μου. Αλλά θυμάμαι ότι βγήκε να τραγουδήσει, έκανε μία γκράντε έναρξη με το «Άνοιξε Πέτρα» και ύστερα ακολούθησε ένα χλιαρό χειροκρότημα. Ούτε η ίδια δεν άντεξε να μην το σχολιάσει: «α, πα, πα, πα, μου το ‘λεγαν ότι η πρωτεύουσα είναι πιο σνομπ, αλλά δεν το πίστευα». Τότε δεν κατάλαβα τι σήμαινε η σπόντα, αλλά το θέμα συζητήθηκε έντονα εντός της οικογένειας την επόμενη μέρα και μου εξήγησαν τι εννοούσε. Εκ των υστέρων, έχω να συμπληρώσω κι άλλα κυρά Μαρινέλλα μου. Δεν είναι σνομπ η πρωτεύουσα. Καθυστερημένη είναι, όπως όλη η χώρα. Στην Ελλάδα και ο τελευταίος πουθενάς να βγει να τραγουδήσει, οι καλαμαράδες ρίχνουν τα τείχη. Εδώ, και η Βίσση να έρθει, με το ζόρι να βγάλουν λίγο κέφι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ψυχοφάρμακων κατ’ αναλογία πληθυσμού σε όλη την Ευρώπη.

Για να μην πω τι παθαίνω όποτε πάω στη Βίσση, μια που το ‘φερε η κουβέντα. Που θέλω να σηκωθώ όρθιος και να χτυπιέμαι πάνω κάτω, αλλά δεν το σηκώνει το κλίμα. Πρέπει να φτάσουμε στο τρίτο μέρος, στα τσιφτετέλια για να ανάψουν τα αίματα. Ε, ναι, πρέπει να βρει ο γύφτος τη γενιά του για να αγαλλιάσει η καρδιά του. Εμένα βέβαια μέχρι τότε μου έχει πέσει η στύση. Δεν έχω όρεξη να ξαναπροσπαθήσω. Ξενέρωσα, θέλω να σηκώσω το παντελόνι και να φύγω.

Έτσι και χθες βράδυ. Ξεδιπλωνόταν το παρελθόν μπροστά μου και αντί να το αποθεώνουν οι χιλιάδες παρευρισκόμενοι σαν να μην υπάρχει αύριο, οι περισσότεροι απλώς… περιφέρονταν άσκοπα. Εντάξει, είχε και πολλούς φοιτητές οι οποίοι ήταν αγέννητοι όταν η Μαντώ και ο Μπίγαλης μεσουρανούσαν. Τους δικαιολογώ, εν μέρει, που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν το brilliance του «αυτό το καλοκαίρι» και του «αχ, μελισσούλα-μελισσάκι». Οι άλλοι;

Γι’ αυτό σου λέω, μάνα μου. Δεν είναι το χάσμα γενεών το πρόβλημα. Είναι η μαννοσύνη του Κυπραίου.


Μεγαλώνω, βάζω κάθε μέρα νερό στο κρασί μου για να επιβιώσω εδώ μέσα και ακόμα δεν σας χώνεψα!

Σάββατο, Αυγούστου 31, 2019

Βαλς Για Τρεις

Πάνε και οι διακοπές!

Πάνε!

Πάνε και δεν ξέρω τώρα πότε θα ξαναπάμε. Φάγαμε και το τελευταίο σεντ, κυρίες και κύριοι. Του δώσαμε και κατάλαβε βέβαια, δεν τσιγκουνευτήκαμε το παραμικρό, αλλά από δω και μπρος πρέπει να κάνουμε το σκατό μας παξιμάδι για να ξαναπάμε οπουδήποτε. Ούτε καν για μια Αθήνα δεν έχουμε φράγκο, που λέει ο λόγος. Δεν πειράζει, τα λεφτά είναι για να τρώμε. Με το να καθόμαστε να τα κλωσσάμε δεν βγαίνει ιδιαίτερο νόημα. Αντιθέτως, άμα σε βλέπει ο Θεός ότι κάθεσαι και τα βράζεις σου στέλνει μια αρρώστια για να αντιληφθείς το νόημα της ζωής και πολλές φορές αυτή είναι και ανίατη. Τα φάγαμε τα ψωμιά μας, τα φάγαμε τα λεφτά μας, λοιπόν, αλλά τα φχαριστηθήκαμε.

Πήγαμε στην Αυστρία. Στην Αυστρία είχα ξαναπάει. Το 2008, τότε, στο Euro, όπου συμμετείχε και η Εθνική Ελλάδος. Είχα πάει με τους κολλητούς μου, όμως, οι οποίοι από νωρίς μου ξεκαθάρισαν ότι θα επρόκειτο για «ποδοσφαιρικές διακοπές». Εμμέσως πλην σαφώς, «μην μας πρήξεις με αξιοθέατα, μουσεία και τα συναφή». Το μόνο που κάναμε τότε ήταν να φωνάζουμε στις πλατείες συνθήματα, πίνοντας μπίρες. Οπότε, στην Αυστρία ήταν σαν να μην έχω πάει ποτέ. Επί της ουσίας δεν είχα δει τίποτε, ούτε ένα μουσείο.

Έτσι που λέτε, όταν η Μπρέντα μου πρότεινε να πάμε στην Αυστρία δεν έφερα ιδιαίτερη αντίσταση. Είναι προορισμός φιλικός προς τα ζευγάρια που έχουν μωρό παιδί, οπότε συναίνεσα, παρόλο που τους Αυστριακούς, γενικότερα, δεν τους χωνεύω. Προκειμένου να προσθέσουμε κάτι πέραν των τετριμμένων και να αποφύγουμε τις παραδοσιακές φάρμες, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι που ούτε εγώ δεν γνώριζα μέχρι πρότινος ότι είναι εφικτό. Πήγαμε στο Σάλτσμπουργκ και κλείσαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο όπου γυρίστηκε Η Μελωδία Της Ευτυχίας. Γνώριζα πως υπήρχε το εν λόγω κτήριο στην πραγματικότητα, αλλά δεν γνώριζα ότι ήταν ξενοδοχείο και ότι ήταν προσβάσιμο στο κοινό. Δεν το συζήτησα πάνω από πέντε λεπτά. Εκεί θα μέναμε!

Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο ονομάζεται Schloss Leopoldskron Hotel. Για προφανείς λόγους από εδώ και στο εξής θα το λέμε «το σπίτι των Βον Τραπ». Το ξενοδοχείο δεν εκμεταλλεύεται στο έπακρον τη σύνδεσή του με την αγαπημένη μας ταινία. Θα μπορούσε να είχε μετατραπεί ολόκληρο σε ένα ξενοδοχείο 100% προσαρμοσμένο στην ταινία και να συνωστίζονται ουρές απέξω οι θαμώνες. Κι όμως, όχι. Πλην δυο αυτόγραφων από τους πρωταγωνιστές στην είσοδο του λόμπι, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να αποτίει φόρο τιμής στην ταινία που στιγμάτισε τα παιδικά μας χρόνια.

Τώρα θα μου πεις, η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει στοιχειώσει τα πάντα. Τη λίμνη, τους κήπους, το δωμάτιο που προγευματίζαμε, το δωμάτιο με το «κουκλοθέατρο» (το οποίο δεν υφίσταται πια, δεν το κράτησαν καν ως σουβενίρ), το βουνό που ορθωνόταν αγέρωχο απέναντι. Ναι, κατά μία έννοια, η Τζούλι Άντριους είναι παντού. Δεν χρειαζόταν να την κάνουν ταπετσαρία στο μπάνιο για να εκτιμήσουμε το που μέναμε. Εγώ, προσωπικά όμως, θα ήθελα κάτι παραπάνω. Βέβαια, εγώ χάνω και το μέτρο συχνά.

Έτσι που λέτε, το γεγονός ότι περπατούσα στους χαρακτηριστικούς κήπους με τα γνωστά αγάλματα, το γεγονός ότι ξυπνούσα και αντίκρυζα τη λίμνη όπου τα παιδιά Βον Τραπ βαρκάρανε με τη Φροϊλάιν Μαρία και το γεγονός ότι τρώγαμε μέσα στο παλάτι και αναγνώριζα σκηνές και καταστάσεις ήταν το κλου της εκεί επίσκεψής μας. Δεν έχω να θυμάμαι τίποτα άλλο από το Σαλτσμπουργκ, και ούτε με ενδιαφέρει κιόλας.


Μόνο για φανς. Η θέα προς τη λίμνη. Τα άλογα μνημειώδη. Σαν να ζεις μέσα στην ταινία. Μεγαλειώδες. 


Περιττό να πω ότι σ' αυτούς τους κήπους αποπειράθηκα να ξαναγυρίσω σε βίντεο κλιπ τα τραγούδια της ταινίας με εμάς πρωταγωνιστές. 


Για όσους θυμούνται: πιο κάτω βλέπετε το δωμάτιο στο οποίο είχαν τοποθετήσει το κουκλοθέατρο. Τώρα είναι αίθουσα σερβιρίσματος του προγεύματος. Ολίγον άχαρος ο νέος ρόλος του, αλλά όπως προείπα, δεν τους ενδιαφέρει να αναδείξουν το παλάτι ως σκηνικό της ταινίας. 



Πιο κάτω: το αυτόγραφο της Άντριους καδρωμένο στη ρεσεψιόν. Έχει κι ένα από τον Πλάμμερ, αλλά βαρέθηκα να το φωτογραφήσω. 



Σ' αυτές τις φωτογραφίες βλέπετε τη βιβλιοθήκη του ξενοδοχείου. Μεγαλεία! Το δέος που αισθάνεσαι όταν περιδιαβαίνεις σ' αυτά τα δωμάτια, απερίγραπτο. Γι' αυτά είμαι αγαπητέ αναγνώστη. Τέτοια θέλω. Μπαρόκ παλάτια, βιβλία, αντίκες, λιβάδια, τζάκια και τα συναφή. Τι δουλειά έχω εγώ στις Αγλαντζιές και στο κυπριακό Δημόσιο;!


Κάτω: Η πρόσοψη του σπιτιού των Βον Τραπ! Εκεί που ξεχωρίζουν οι ομπρέλες έχει μπαλκόνι και εκεί προγευματίζεις αν θέλεις. 


Τις τρεις μέρες που μείναμε εκεί συμπέσαμε με το διάσημο Μουσικό Φεστιβάλ της πόλης. Παντού στους δρόμους περπατούσαν άνθρωποι με ημίψηλα καπέλα, φράκα και κυρίες ντυμένες με μακριές τουαλέτες, μποά και φανταχτερές τσάντες, καθώς επίσης, πολλά γκέι ζευγάρια. Όλοι συναθροίζονταν έξω από το θέατρο όπου κάθε νύχτα είχε διάφορα αφιερώματα στον Μότσαρτ. Τον Μότσαρτ τον έχουν Θεό εκεί πέρα, κάθε δρόμος και σοκάκι έχει το όνομά του. Από το πανεπιστήμιο μέχρι την τελευταία καφετέρια. Εμείς καθόμασταν εκεί κοντά, τρέχαμε τον Αλέξη από πίσω «να μην βγει στον δρόμο και τον πατήσει καμία άμαξα» και τρώγαμε παγωτά. Έκανε πολλή ζέστη στην Αυστρία, χειρότερη κι από την Κύπρο. Γαμώ την κλιματική αλλαγή, δεν έμεινε δροσερό μέρος στον πλανήτη. Ε, αντιλαμβάνεστε ότι δεν ήταν δύσκολο το χάιλαϊτ των διακοπών να ήταν αυτή καθεαυτή η παραμονή μας στο σπίτι των Βον Τραπ.

Φωτογραφία που έβγαλα από την πλατεία του Σάλτσμπουργκ. Πρόσθεσαν αυτή την τεράστια σφαίρα από την προηγούμενη φορά που είχα πάει. Κότσαραν πάνω και ένα άγαλμα ενός παιδιού, που κοιτάζει προς το κάστρο, τάχα μου βαθυστόχαστο καλλιτεχνικό ινστολλεϊσιον. Μαλακίες. 


Α! Ξέχασα να σας πω. Πήγαμε και μια εκδρομούλα αυθημερόν από το Σάλτσμπουργκ στα γύρω χωριά. Εδώ βλέπετε πανοραμικά το Σαιντ Γκίλλεν, ένα χωριό χτισμένο γύρω από μία τεράστια λίμνη την οποία μοιράζονται τέσσερα-πέντε χωριά. Τόσο μεγάλη είναι. Πήραμε το τελεφερίκ και ανεβήκαμε στην κορυφή του βουνού (εξαιρετική εμπειρία, μας ήρθε αυθόρμητα και το κάναμε, ρίξαμε πολλύ γέλιο εκεί), όπου βρήκαμε ένα σαλέ-εστιατόριο και γευματίσαμε. Είχε και αγελάδες ελεύθερες να βόσκουν τριγύρω μας, αντιλαμβάνεστε, ακούγαμε τις κουδούνες τους και κατευθυνόμασταν αντίθετα. Το τι "Αλέξη πρόσεχε μην πέσεις από τον γκρεμό" αντήχησε στις Άλπεις εκείνη τη μέρα δεν περιγράφεται. 


Μετά το Σάλτσμπουργκ ξεκινήσαμε να πάμε στη Βιέννη. Στον σταθμό του τρένου έγινε μία ανακατωσούρα και χάσαμε το τρένο. Βασικά μπήκαμε μέσα και ήταν υπερπλήρες. Μας είπαν πάρτε το επόμενο. Το επόμενο τρένο ήρθε μετά από δυο ώρες, δεν είχαμε κλείσει θέσεις οπότε τη βγάλαμε στο όρθιο, χώρια που αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε νέα εισιτήρια. Κάποιες κυρίες που μας λυπηθήκανε έδωσαν μία θέση στη Μπρέντα να καθίσει, εγώ την έβγαλα δυόμιση ώρες να κάθομαι στα σκαλοπάτια του βαγονιού σαν τον λαθραίο, αγκαλιά με τις βαλίτσες. Ο Αλέξης πηγαινοερχόταν, γνώριζε μωρά μες τα βαγόνια, τους μιλούσε και τσαντιζόταν που δεν του απαντούσαν. Του εξηγούσαμε ότι δεν μιλούν Ελληνικά, αλλά δεν καταλάβαινε τη διαφορά. Φτάσαμε στη Βιέννη με οκτώ ώρες παρέκκλισης από το πρόγραμμα μας. Ταλαιπωρημένοι, εκνευρισμένοι, ελαφρώς τσακωμένοι. Συμβαίνουν κι αυτά.

Στη Βιέννη έκανε επίσης πολλή ζέστη. Να φανταστείτε ότι κάηκε ο αυχένας μου που ήταν εκτεθειμένος. Δεν κάναμε πολλά στη Βιέννη. Πήγαμε στο Σιομπρούνν, το παλάτι της Μαρίας Θηρεσίας, προκειμένου να εξαπολύσουμε ελεύθερο το τέκνο, να τρέξει ανέμελο στους κήπους. Έχει ζωολογικό κήπο εκεί μέσα. Γιατί νομίσαμε ότι ο γιος μας θα επιδείξει ενδιαφέρον για τα άγρια ζώα αφού προέρχεται από δυο γονείς που ουδόλως ενθουσιάζονται με τέτοια, δεν μπορώ να το καταλάβω. Πιο πολύ ενθουσιάστηκε σε ένα παιδικό μουσείο όπου τα παιδιά μπορούσαν να ντυθούν Λουδοβίκοι και Μαρίες Αντουανέτες παρά με τον ελέφαντα και την καμηλοπάρδαλη. Περάσαμε εκεί τα 2/3 της ημέρας μας. Ήταν ξεκούραστα. Φεύγοντας, περάσαμε και από το μουσείο της μουσικής. Υπερεκτιμημένο το βρήκα. Το μωρό το χάρηκε, βέβαια, μέχρι και την συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης διηύθυνε μέσω προτζέκτορα και υπολογιστή. Aλλά εγώ το περίμενα καλύτερο και πιο... χορταστικό. Πάντως από όλα όσα είδε, ο μικρός μόνο για το μουσείο μουσικής μιλάει από χθες που επιστρέψαμε.

Το κάστρο της Μπρατισλάβας, στη Σλοβακία. Καλό είναι. Δεν μπήκαμε μέσα. Ανεβήκαμε τον λόφο με τα πόδια. Ξεποδαριαστήκαμε. Κάψαμε όλες τις πίτσες και τα μακαρόνια που τρώγαμε πέντε μέρες εκεί. Όταν είδα ότι έπρεπε να ανέβω άλλα δέκα σκαλιά για να φτάσω στον περίβολο, είπα, "καλά είναι κι από εδώ". Βγάλαμε φωτογραφίες και φύγαμε. Ε, μα! Και 45 λεπτά ανηφορά, και να σπρώχνω και το καρότσι με το μωρό επάνω... Όση γυμναστική δεν έκανα ολόχρονα, την έκανα σε πέντε μέρες! 


Πεταχτήκαμε και στη Μπρατισλάβα. Α, βέβαια, είναι κρίμα να μην δούμε και ολίγη από πρώην Τσεχοσλοβακία μιας και απείχαμε μόλις πενήντα λεπτά με το λεωφορείο. Συμπαθέστατη η Μπρατισλάβα. Για οχτώ ωρίτσες επίσκεψη, ό, τι πρέπει. Αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Συμπαθέστατο το ιστορικό της κέντρο, ωραία επιβλητικά κτήρια, κατάλοιπα από την αυτοκρατορία της αυστρο-ουγγαρίας, μια χαρά κληρονομιά τους άφησαν τους Σλοβάκους. Που κατά τα άλλα, είναι για να τους κλαιν’ οι Ρέγγες. Τυχεροί που έχουν τη Βιέννη κοντά και πετάγονται τα σαββατοκύριακα και ξαναγίνονται άνθρωποι. Μια φορά, πάνω που ετοιμαζόμουν να πω ότι η Μπρατισλάβα είναι πιο βαρετή κι από τη Λευκωσία, εν τέλει δεν είμαι σίγουρος. Η παλιά πόλη είναι σαφώς καλύτερη από τη Λήδρας, σαφώς καθαρότερη, σαφώς πιο περιποιημένη, όσο για το υπόλοιπο, εντάξει. Αποπνέει κομμουνισμό, αλλά κι αυτοί, ας πρόσεχαν. Μας κερδίζουν στα σημεία, θα έλεγα.



Με πορτοκαλί η νέα προσθήκη. Με ανοιχτό πράσινο οι χώρες που επισκέφτηκα μια φορά, με σκούρο πράσινο οι χώρες που επισκέφτηκα πάνω από μια φορά. 

Όπως και να ‘χει, ο προσωπικός χάρτης γεωγραφικών κατακτήσεων επεκτάθηκε. Πρόσθεσα και τη Σλοβακία στις κατακτήσεις και σιγά-σιγά ολοκληρώνεται το παζλ. Τώρα, αν έχω διάθεση να πάω ανατολικότερα ή να εξερευνήσω περαιτέρω τα Βαλκάνια, μην ρωτάς. Έτσι κι αλλιώς, και όρεξη να βρεθεί, λεφτά γιοκ! [Τριανταδύο χώρες έχω επισκεφτεί μέχρι σήμερα, not bad σε σχέση με τον πατέρα μου που πίστευε ότι αν επισκέφτηκες τη Ρώμη, την Αθήνα, το Παρίσι και το Λονδίνο δεν υπάρχει λόγος να πας αλλού]. 

Την τελευταία μέρα της εκεί παραμονής μας τη βγάλαμε στο Πράτερ. Το γνωστό Λούνα Παρκ της Βιέννης. Ξεπαραδιαστήκαμε κι εκεί. Ο γιος μας ήθελε να βγει σε όλα τα καρουζέλ και σε όλα τα αυτοκινητάκια που βρήκε μπροστά του. «Αυτά τα βρίσκεις και στην Κύπρο», του έλεγα. Τίποτα αυτός. Αντί να εκμεταλλευτεί το πού βρισκόταν και να δοκίμαζε κάτι πιο άγριο, ήθελε τα σίγουρα. Στα άλλα φοβόταν. «Είναι για μεγάλα παιδάκια» μου έλεγε. Να το θυμάμαι αυτό, μην τον πάω στη Ντίσνεϊλαντ πριν τα δεκαπέντε του και αναγκάζομαι να κάθομαι σε όλα τα τρενάκια μόνος μου.



Στο Πράτερ έχει μία ρόδα 150 χρονών, κάτι σαν το Λάντον Αϊ στο πιο βίντατζ, από την οποία μπορείς να δεις τη Βιέννη από ψηλά. 


Στο Πράτερ πιο ωραία από όλους πέρασα εγώ. Πήγα και μπήκα σε εξομοιωτή ελεύθερης πτώσης. Δες το βίντεο πιο κάτω. Έχει πλάκα. Μα, πάντα ήθελα να το κάνω! Είναι σαφώς πιο δύσκολο από όσο νομίζουμε. Έκανα και μισή ώρα μάθημα πριν μπω στον σωλήνα, τρομάρα μου, για να μην «πέσω». Αλλά… «έπεσα!» Μα, είναι απίστευτο, δεν είναι; Από ένα ολόκληρο γκρουπ το οποίο απαρτιζόταν κατά το ήμισυ από παιδιά κάτω των δέκα ετών, δυο κοπέλες που φοβόντουσαν, και άλλους δυο χαζοτουρίστες, μόνο εγώ κατάφερα και γκρεμοτσακίστηκα! Δεν είμαι εγώ τέτοια. Μόνο για τα θέατρα κάνω, μάνα μου. Να το εμπεδώσουμε! Δεν είμαι για σπορ! Ποτέ δεν ήμουν. Γιατί το παλεύω ακόμα στα σαράντα παρά κάτι, δεν έχω κατάλαβει. Επειδή μου άρεσε η ιδέα να πετάξω; Ε, εντάξει. Ψιλό-αιωρήθηκα. Μπήκαμε, σκοτωθήκαμε, ρεζιλευτήκαμε, το εξορκίσαμε κι αυτό το απωθημένο. Οι Ειδικές Δυνάμεις, μια φορά, μπορούν και χωρίς εμάς. Όλα κι όλα, ο γιος μου με βρήκε «τέλειο». «Τόσα καταλαβαίνεις κι εσύ, καημένο» ήθελα να του πω, αλλά δεν του το χάλασα. «Ευχαριστώ γιε μου!» του είπα όλος καμάρι. Πάμε να φύγουμε τώρα πριν διαδοθεί.


Μα, έχει η Βίσση τραγούδι για κάθε περίσταση; Ναι, έχει. 

Οι διακοπές αυτές ήταν δυσκολότερες από τις περσινές στην Ιρλανδία. Πέρσι ο Αλέξης έλεγε 2-3 λεξούλες όλες κι όλες. Δεν είχε γνώμη και άποψη όπως είχε φέτος για το πού θα πάμε, πόσο θα κάτσουμε και δεν ήθελε παιχνίδι για να μην βαριέται. Κουραστήκαμε περισσότερο φέτος. Παρόλα αυτά, στις διακοπές είναι που αγαπιόμαστε και δενόμαστε σαν οικογένεια. Αυτό κατάλαβα και πέρσι και φέτος. Τρώγαμε συνέχεια μαζί, κοιμόμασταν όλοι μαζί, βαριόμασταν όλοι μαζί, τσακωνόμασταν μαζί, τα βρίσκαμε μαζί. Ήταν ο ορισμός του «μαζί». Τώρα βέβαια, θέλω δυο μέρες "χώρια" για να συνέλθω, και οι άλλοι φαντάζομαι το ίδιο, αλλά ναι. Στις διακοπές καταλαβαίνω την αξία της οικογένειας. Τη σημαντικότητά της, τη σοβαρότητα της. Κατά μία έννοια αυτό το ταξίδι ήταν μέρος της διαπαιδαγώγησης του Αλέξη, αλλά και μάθημα άσκησης γονικής μέριμνας για εμάς. Μας πήρε ομαδικώς ένα βήμα παραπέρα. Για του χρόνου θα επέλεγα κάπου που να μην χρειάζεσαι να αλλάξεις αεροπλάνο, τρένο, μετρό, λεωφορείο και βαπόρι με ένα καρότσι, μια βαλίτσα και ένα τρίχρονο υπό μάλης. Θα πήγαινα κάπου, όπου ιδανικά να μην μπορείς να κάνεις τίποτα πέραν του να ξαπλώνεις. Αλλά, σίγουρα το φετινό ήταν πρόκληση και ευτυχώς τη φέραμε εις πέρας. Και προ πάντων, τη χαρήκαμε.

Νιώθω ότι λείψαμε ένα μήνα, ενώ λείψαμε μόνο έξι μέρες! Αυτό τα λέει όλα.

Καλό υπέροχο χειμώνα σε όλους μας, ει δυνατόν όπως τον περσινό. Στα ανάθεμα οι βρωμοπυράδες και οι ζέστες. Αμήν!