Σάββατο, Ιουλίου 08, 2017

Nobody Cares

Τις προάλλες άνοιξα ένα φάκελο μέσα στον οποίο φυλάω διάφορα διαπιστευτήρια από τα πανεπιστήμια που τελείωσα και άλλα ενδεικτικά βαθμολογιών μου. Μάνα μου, συγκινήθηκα! Βρήκα μία αναφορά από το 3ο έτος της νομικής σχετική με την επίδοσή μου στο Διεθνές Δίκαιο. Να, δες.



“Displayed a master’s level of familiarity with the subject matter.”

Το πόσο καμάρωνα τότε που ο Δρ. Γουότερς έγραψε αυτό το πράμα για μένα δεν περιγράφεται. Και δεν είχα πάρει καν το πτυχίο, πόσο μάλλον να λέει ότι το επίπεδό γνώσεων μου συγκρινόταν με τους μαστεράδες! Με φαντασιωνόμουν, τότε, δίπλα στον Κόφφι Αννάν να λύνω το Κυπριακό. Ναι, ναι, πίστευα ότι αυτό το... "masters level of familiarity" θα έπιανε τόπο. Θα εκτιμούνταν στο μέλλον.

Αμ, δε! Σκατά - φατά. Μετά από αυτό, ήρθα στην Κύπρο. Στη χώρα του nothing really matters. Δεν θα ξεχάσω όταν προσγειώθηκα στη Λάρνακα και πήρα ένα ταξί για να έρθω στη Λευκωσία, που είχα πιάσει ψιλή κουβέντα με τον ταξιτζή. Ήταν η περίοδος του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Αννάν. Ο οδηγός μου πρόταξε το γνωστό και πάντα επίκαιρο επιχείρημα του «εκάμαμεν τζαι εμείς πολλά» οπότε έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να ψηφίσουμε ΝΑΙ «να τελειώνουμε με το Κυπριακό». Εντελώς ασυναίσθητα άρχισα να του εξηγώ το Διεθνές Δίκαιο. Τόσο μου έκοβε κι εμένα, απορώ πως την είχα δει, μην το ψάχνεις. Στα μισά της κουβέντας μετάνιωσα και είπα στον εαυτό μου «σκάσε ώσπου να φτάσουμε να κατεβείς να ησυχάσεις.»

Στα λέω αυτά για πολλοστή φορά γιατί σήμερα 15 χρόνια μετά κοιτάζω με νοσταλγία την πιο πάνω αναφορά του καθηγητή μου και πεθυμώ τον ενθουσιασμό που είχα τότε για τη γνώση, για το μέλλον που νόμιζα ότι θα ήταν λαμπρό. Πού να ήξερα ότι τόσο καιρό μετά θα ήμουν ακόμα εδώ και θα καβγάδιζα με δεκάδες αντίστοιχους ταξιτζήδες στα σόσιαλ μύδια για το τι προνοεί το Διεθνές Δίκαιο και πως πρέπει να προσεγγίζουμε ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Μου έχω νέα: nobody really cares. Εσπούδαζες για το χάζι. Χώνεψε το.

Καλά, δεν μου φταίνε μόνο οι «ταξιτζήδες.» Και οι βαλτοί διανοούμενοι μου φταίνε. Που έχουν καταστρατηγήσει τα πάντα για το συμφέρον. Ε, μα αποφασίστε ποια θα είναι η σταθερά μας να ξέρουμε να τοποθετούμαστε. Θα συζητούμε βάσει Διεθνούς Δικαίου, βάσει κομματικής γραμμής, βάσει ευσεβοποθισμού, βάσει της μαλακίας που δέρνει τον καθένα; Αποφασίστε και πείτε μου.

Δεν είναι μόνο η προσέγγιση του δικαίου ελαττωματική στη χώρα μας. Τα πάντα είναι. Τις προάλλες τσακωνόμουν με μια άλλη μαλακισμένη στο Facebook για θέματα φεμινισμού. Έγραφε η κυρία: «οι γυναίκες έχουμε αποδείξει την αξία μας σε όλους τους τομείς. Άντρες, τι δεν καταλαΜβαίνετε;» Καλά κυρά μου, έγινες 40 χρονών γαϊδάρα, απέδειξες την αξία σου σε όλους τους τομείς αλλά ακόμα δεν έμαθες ότι το καταλαβαίνω δεν γράφεται με μι; Της το υπέδειξα, και σαν απάντηση μου ανάρτησε ένα gif στο οποίο έγραφε «nobody cares».

Φυσικά και nobody cares. Δεν πα να έχεις περγαμηνές δεν πα να ξέρεις να γράφεις, σημασία έχει μόνο το τι πιστεύει η πλέμπα. Αν η πλέμπα πιστεύει ότι το Κυπριακό δεν είναι θέμα εισβολής και κατοχής, αν ακόμα αύριο αποφασίσει ότι την εισβολή την έκανε η ελληνοκυπριακή πλευρά και όχι η Τουρκία, αυτό ισχύει. Αν αύριο η πλέμπα αποφασίσει ότι το καταλαβαίνω θα γράφεται με μι, this will be the case.

Αχ, μάνα μου!

Ήταν μεγάλο λάθος η επιστροφή στην Κύπρο. Καλά να πάθω όμως γιατί ήμουν και είμαι κατά βάθος τεμπέλης και ήθελα την ευκολία μου, τις μικρές διαδρομές από το ένα σημείο στο άλλο, δεν άντεχα να παίρνω μετρό, λεωφορεία και τρένα για να πάω στη δουλειά μου και νόμιζα επιστρέφοντας ότι θα χαιρόμουν περισσότερο την παρέα των φίλων μου, την οικογένειά μου και θα αναβίωνα τα παιδικά μου χρόνια. Μου έχω νέα: Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Απεναντίας, έχω και την κάθε παλαβή και τον κάθε μαλάκα πάνω στο κεφάλι μου να μου αποδεικνύουν πως ό, τι έμαθα μέχρι σήμερα ακυρώνεται και δεν πιάνει μία.

Καλά να πάθω.


Αυτό το μωρό να δούμε πώς θα το σώσουμε τώρα… 

Σάββατο, Ιουλίου 01, 2017

Χαιρετίσματα

Τις τελευταίες δύο μέρες παίρνω το μωρό μου παραμάσχαλα και πάμε στο Mall της Λευκωσίας για απογευματινό προμενάντ. Όπως ήδη καταλάβατε, σκάει ο τζίτζικας και εγώ πρέπει να βρω ένα δροσερό μέρος να πάρω το τεκνό πριν το βρω ζαβό και παλαβωμένο από τα 45αρια του υδραργύρου μέσα στην κούνια του. Η Μπρέντα δεν μας ακολουθεί γιατί έχει στρωθεί στο διάβασμα, οπότε όλο το βάρος πέφτει στους σαθρούς ώμους μου. Νευριάζω τα μάλα που καταφεύγω στην εύκολη λύση του Mall – όταν παλιότερα έβλεπα άλλους γονείς να εξαπολύουν εκεί τα παιδιά τους για να βρουν την ησυχία τους θύμωνα – αλλά πού αλλού να βρω δροσιά στη Λευκωσία εύκολα και γρήγορα; 

Άλλο είναι όμως το θέμα μας. Εκεί που γυροφέρνω μεταξύ Debenhams και Zara και μεταξύ Public και Early Learning συναντώ τυχαίως πολλούς γνωστούς μου. Όχι φίλους μου, αλλά γνωστούς μου: παλιούς συμμαθητές από το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, γνωστούς από τον στρατό, φίλους των γονιών μου κτλ. Και πάνω που ετοιμάζομαι να τους χαιρετίσω διαπιστώνω εντελώς ξαφνικά ότι είμαι αόρατος. Ότι δεν με βλέπουν! Εκεί που διασταυρώνονται οι ματιές μας και αναγνωρίζουν τον ψηλόλιγνο γνωστόν τους με το καρότσι ξαφνικά ενεργοποιείται κάποιος υπερφυσικός μηχανισμός και με κάνει αόρατο με αποτέλεσμα να στρέφουν αλλού τη ματιά τους και να μην μπορώ να τους χαιρετίσω. Απίθανο;

Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει. Θα στο αντιπαραβάλω με κάτι εξίσου μαγικό το οποίο συμβαίνει όποτε πάμε στο εξωτερικό, απ' την ανάποδη. Όταν είχαμε πάει στη Νέα Υόρκη για τον μήνα του μέλιτος διαπιστώσαμε ότι στα καλά του καθουμένου έρχονταν διάφοροι άγνωστοι και μας άρχιζαν την πάρλα. Τι να πρωτοθυμηθώ. Μια οικογένεια σε ένα εστιατόριο στο κέντρο του Μανχάταν που γύρισε και μας ρώτησε αν μας αρέσει το φαγητό μας και αν επισκεπτόμαστε τη Νέα Υόρκη συχνά και καταλήξαμε να πιάνουμε φιλίες; Μία κοπέλα στην ουρά του αεροδρομίου που μας ρώτησε τι γλώσσα μιλούμε και από ποια χώρα ερχόμαστε; Μια οικογένεια μέσα στο λεωφορείο καθοδόν της Ντίσνεϊλαντ που κατάλαβε ότι είμαστε Έλληνες και μας έλεγε για τους δικούς της φίλους εξ Ελλάδος με τους οποίους κάνει παρέα και ο γιος τους; 

Μόλις γυρίσουμε στην Κύπρο, ίσως λόγω ζέστης, αυτό το χάρισμα εξαφανίζεται και επιστρέφουμε πάραυτα στο "κάνω πως δεν σε βλέπω."

Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι στο ψαροχώρι μας, όπου όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, δεν αντέχουμε το γεγονός ότι όπου πάμε πέφτουμε πάνω σε γνωστούς. Είναι ψυχοφθόρο να ξέρεις ότι μ’ αυτούς γεννήθηκες και μ’ αυτούς θε να σε θάψουν. Οπότε ο οργανισμός μας αναπτύσσει άμυνες ώστε όταν θες την ησυχία σου να κάνεις πως δεν βλέπεις τον άλλο, ώστε κι εκείνος να μπει στο νόημα και να σε αγνοήσει. Αντιθέτως, στις μεγαλουπόλεις όπου η μοναξιά είναι τεράστια και για να δεις συγγενή και φίλο πρέπει να είναι Πάσχα ή Χριστούγεννα, η κουβεντούλα στον δρόμο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στα πάρκα επιβάλλεται, είναι το αντίδοτο στην τρέλλα της απόλυτης, καθημερινής μούγκας. 

Παρόλα αυτά, αναρωτιέμαι. Πόσο δύσκολο είναι ρε γύφτοι να σηκώσετε το ξερόν σας και να γνέψετε του γνωστού σας έναν χαιρετισμό παρά να καταφύγετε στο αμήχανο και αγενές γράψιμο; Προτιμάτε να παίζετε θέατρα παρά να χαιρετίσετε και να ξεμπερδέψετε; Basic manners, μάνα μου, για να το πω στη γλώσσα σας. Απλοί, βασικοί κανόνες σωστής συμπεριφοράς. Βλέπεις κάποιον, τον χαιρετάς. Πας κάπου το πρωί, λες καλημέρα. Φεύγεις το βράδυ, εύχεσαι καλό βράδυ. Δεν σας τα έμαθαν; Τι πάει να πει βαριέστε; 

Κι εγώ σας βαριέμαι. Κι εγώ παρακαλώ να ανοίξει μια ρουφήχτρα να σας καταπιεί να μην σας βλέπω. Κι εγώ προτιμώ να πεθάνω παρά να αρχίσουμε στη μέση του πουθενά τα «να σου ζήσει ο γιος σου», «να τον χαίρεσαι», «ποιου μοιάζει;», «Τζοιμάστε; Τζοιμάστε;» "τρώει την γλυκοπατάτα του;" Αλλά αφού έσπασε που έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και έτυχε να συναπαντηθούμε, ας χαμογελάσουμε ο ένας του άλλου και ας πούμε ένα τυπικό, γεια. Δεν θα λύσουμε, δα, και το Κυπριακό. Μην φοβάστε, μιλήστε. Γιατί αλλιώς θα γίνουμε και επισήμως ζούγκλα. 

Αλλά! Αλλά μετά ξέρετε να μου κάμνετε friend request και likes στις σάχλες που γράφω στα σόσιαλ μύδια. Από κοντά βαριέστε να πείτε ένα καλημέρα, ένα γεια σας να ξεμπερδεύουμε όλοι μαζί μια κι έξω. 


Τι χώρα! Τι γελοίος λαός!