Το 1998 είχα μία τραυματική εμπειρία η οποία έκτοτε μου έχει δημιουργήσει τεράστια ευαισθησία ως προς την εξοικονόμιση του νερού.
Τον Ιούλιο του 1998 είχα επιστρέψει από το στρατόπεδο και βρωμοκοπούσα χώματα και ιδρώτα. Φορούσα εκείνα τα απαίσια άρβυλα που ζύγιζαν από μόνα τους πέντε κιλά, κάτι μάλλινες κάλτσες που περιείχαν όλων των ειδών τους μύκητες, κι εκείνο το τζόκεϊ που είχε βαρύνει τόσο από τους «μήνες» όσο κι από τη βρωμιά που είχε συσσωρεύσει. Ήθελα να κάνω μπάνιο και η μάνα μου μου έριξε τη χαριστική βολή: «μας έκοψαν το νερό».
Δεν είχαμε ακόμη μονάδες αφαλάτωσης τότε, και ήταν συχνό φαινόμενο να κόβουν το νερό ακόμη και μέσα στη μέρα.
Το καλοκαίρι του 1998 ήταν ό,τι χειρότερο είχα ζήσει σε θερμοκρασίες μέχρι εκείνη τη χρονιά της ζωής μου. Το να μείνω άλουστος και ειδικά μετά από μια καλοκαιρινή μέρα στο στρατόπεδο ήταν σαν να με καταδικάζανε σε κάποιο βασανιστήριο στα καζάνια της κολάσεως. Δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω έτσι οπότε η μόνη λύση ήταν να πάρω σβάρνα τα συγγενικά σπίτια τηλεφωνικώς και να τους ρωτώ «εάν έχουν νερό!» Και όχι μόνο αν έχουν νερό, αλλά κι αν προτίθενται να το μοιραστούν! Αντιλαμβάνεστε την τριτοκοσμικότητα του εγχειρήματος. 💦
Νερό είχε ο θείος μου, ο οποίος έμενε δέκα λεπτά μακριά με το αυτοκίνητο, οπότε σηκώθηκα και πήγα σπίτι του να λουστώ. Τα γράφω τώρα και κουνώ το κεφάλι μου αναλογιζόμενος το τότε κατάντημα.
Έκτοτε, και επειδή δεν πίστευα ποτέ μου ότι θα ζούσα καταστάσεις ζητιανιάς νερού, είμαι πολύ προσεκτικός με την κατανάλωση του. Σε όρια ψύχωσης. Κλείνω το ντουζ όταν σαπουνίζομαι, το ίδιο όταν κάποτε πλένω τα πιάτα, δεν αφήνω τα μωρά να παίζουν άσκοπα μ’ αυτό, και γενικώς προσπαθώ να καλλιεργήσω μια κουλτούρα σεβασμού προς το νερό. Έχω καταπιεστεί πολύ εξ ου και όποτε πάμε στο εξωτερικό και δη σε χώρα που δεν αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα (αν και πλέον ακόμη και η Αγγλία αντιμετωπίζει πρόβλημα λειψυδρίας), του δίνω και καταλαβαίνει. Στην Ιταλία το περασμένο πάσχα έκανα τέσσερα μπάνια την ημέρα. Έμπαινα από κάτω αβίαστα και το απολάμβανα. Δεν ήθελα να βγω. Φυσικά, και πάλι έχω μία υποσυνείδητη έγνοια να αναχαιτίσω την όποια ασυδοσία με κυριαρχεί, αλλά ναι, εκτός Κύπρου το εκμεταλλεύομαι όσο μπορώ.
Ζούμε με τα ψυχολογικά σ’ αυτή τη χώρα.
Πώς να μη ζούμε όμως όταν βλέπουμε με τα μάτια μας την κλιματική αλλαγή. Ήμουν τυχερός γιατί έχω αναμνήσεις από χειμώνες. Και όταν λέω χειμώνες εννοώ κανονικούς χειμώνες και όχι αυτές τις φλωριές που διανύουμε τα τελευταία 20-25 χρόνια και νομίζουμε ότι... κρυώνουμε. Εγώ θυμάμαι Χριστούγεννα με βροχή. Θυμάμαι Οκτώβριους με σακάκια και Σεπτέμβριους με ζακέτες. Θυμάμαι να κάνω μάθημα και να χαζεύω την βροχή απέξω. Θυμάμαι ότι την 1η μέρα που άνοιξαν τα σχολεία στις αρχές Σεπτεμβρίου, στο Λύκειο κιόλας, ξύπνησα από το κρύο αεράκι που έμπαινε απ’ το παράθυρο και έσπευσα να το κλείσω γιατί με είχε διαπεράσει και τουρτούρησα. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει «βάλε ζακέτα γιατί μπήκε ο Σεπτέμβρης!» Αυτά είναι πλέον αδιανόητα για Σεπτέμβριο τον οποίον αντιμετωπίζουμε ως τα απόνερα του Αυγούστου και τίποτα παραπάνω. (Και υπάρχουνε και ανώμαλοι που τους αρέσει αυτό!)
Θυμάμαι να κάνουμε Πάσχα στο εξοχικό του Πρωταρά σκεπασμένοι με κουβέρτες τα βράδια. Τις κουβαλούσε η μάνα μου από τη Λευκωσία γιατί το εξοχικό δεν ήταν εξοπλισμένο για χειμώνες. Απρίλης του 1992 ή του 1993 νομίζω, με κουβέρτες για Ανάσταση! Τώρα, οι πιο τολμηροί κάνουνε και μπάνια από το Πάσχα. Τότε δεν το διανοούμασταν.
Τις προάλλες έβλεπα ένα ρετρό βίντεο από τη ζωή στη Λάρνακα που είχε ανεβάσει κάποιος στο Facebook. Ήταν ένα ρεπορτάζ από ένα τοπικό κανάλι το οποίο γυρίστηκε τον Ιούνιο του 1999 και έλεγε «έσπευσαν στις παραλίες οι Λαρνακείς ώστε να πολεμήσουν τον καύσωνα των 32 βαθμών κελσίου!» Τριάντα δύο βαθμούς τώρα έχουμε στις αρχές Μαΐου και θεωρείται άνοιξη.
Εξ ου και το βρήκαμε παγκύπρια αστείο ότι οι δυτικοευρωπαίοι τα φτύσανε με το τελευταίο κύμα καύσωνα που έπιασε 45αρια. Εμείς τα 45αρια τα τρώμε πια για πρόγευμα. Ξέρω, δεν είναι ίδια η αίσθηση, αλλιώς είναι το 45αρι στην Αγγλία με το σπίτι το τούβλινο και αλλιώς στην Κύπρο. Σιγά βέβαια τα σπίτια που έχουμε. Κρύα σαν ψυγείο τον χειμώνα, φούρνοι τα καλοκαίρια. Χαμένοι από χέρι σε κάθε εποχή είμαστε. Αλλά, τουλάχιστον, σκληραγωγημένοι! 😆
Ζήσαμε τη διάκριση των τεσσάρων εποχών και αυτό ήταν τεράστιο προνόμιο. Τα παιδιά μου δεν έχουν πια αυτή την ευλογία. Το φθινόπωρο στην Κύπρο έχει καταργηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Μπαίνουμε κατευθείαν στον χειμώνα που δεν είναι και κάτι ακραίο. Όσο για την άνοιξη, το πολύ να διαρκεί ένα μήνα κι αυτή ξώπετσα. Δεν προλαβαίνει να ανθίσει τίποτα, όλα μαραίνονται απ' τη δεύτερη μέρα. 🥀
Γιατί τα γράφω όλα αυτά τώρα; Επειδή χθες έβρεξε και παραξενεύτηκα. Και δεν παραξενεύτηκα μόνο, αλλά χάρηκα κιόλας, και βγήκα και έξω και βράχηκα επίτηδες και το απόλαυσα που μύριζε βρεγμένο χώμα και καθάρισε η ατμόσφαιρα. Σκεφτόμουν ότι αν κάποιος επιχειρήσει να κάψει τα βουνά όπως συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια, θα δυσκολευτεί. Και χάρηκα διπλά. ⛰
Εκεί καταντήσαμε. Να βλέπουμε νερό και να το αντιμετωπίζουμε ως χρυσό.