Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2023

Αχ, Μάνα Μου Ελλάς

 

Θυμάμαι που ήμουν μικρό παιδάκι και ένα απόγευμα κάθισε κάτω ο πατέρας μου και μου εξήγησε τι πα να πει «Κυπριακό» και τι συνέβη στη χώρα μου με τους Τούρκους. Φαίνεται θα με είδε αγχωμένο με τις πληροφορίες και τότε πρόσθεσε στα όσα έλεγε ένα «μην φοβάσαι γιατί αν τολμήσουν να ξανάρθουν (οι Τούρκοι), θα έρθει η Ελλάδα με τον στρατό της να μας σώσει και τότε θα μετανιώσουν την ώρα και τη στιγμή που τα έβαλαν μαζί μας». Ακόμα το θυμάμαι, σαν να ήταν χθες. 

Αυτό το παραμύθι το ‘χαψα με την πρώτη. Όχι μόνο το ‘χαψα, αλλά με παρηγορούσε, με κατεύναζε, και με καθόρισε μεγαλώνοντας αφού η Ελλάδα στα μάτια μου δεν έγινε απλά η μητέρα πατρίδα αλλά και η προστάτιδα μας, το δέος, ο φόβος και ο τρόμος της Μεσογείου. Οι Αρχαίοι Έλληνες πάντα νικούσαν στη μυθολογία και στην ιστορία, γιατί όχι και τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια και όσο να πεις, εκμοντερνίστηκαν και μόνο μπροστά θα μπορούσαν να πάνε.

Ομολογώ ότι μου πήρε πολλά χρόνια να απομυθοποιήσω την Ελλάδα. Ακόμη και ως έφηβος η Ελλάδα ήταν για μένα το Big Apple, η γη της επαγγελίας, μία υπέροχη χώρα γεμάτη με πλούσια θέατρα, φανταστικά μπουζούκια, ωραίες γυναίκες που ξέρουν να μιλούν και να σε καβλώνουν με την προφορά τους, περιοδικά με πνευματώδη κείμενα, πάμπολλα τηλεοπτικά κανάλια με υπέροχες τηλεοπτικές σειρές που εμείς στην Κύπρο κάναμε αμάν για να δούμε. Η Ελλάδα ήταν για μένα όλα όσα θα ήθελα να έχει και η Κύπρος αλλά δεν έχει.

Το πόσο ήθελα να γίνω κομμάτι της δεν περιγράφεται. Ακόμη κι όταν σπούδαζα, και όφειλα να έχω αρχίσει να οσφραίνομαι την πραγματικότητα, κοιμόμουν ύπνο βαθύ. Εκείνη τη λαμπερή περίοδο του 2000-2005 που η Ελλάδα αναλάμβανε τους Ολυμπιακούς, κέρδιζε Ευρωμπάσκετ, Γιουροβίζιον και όλα φάνταζαν υπέροχα ο στόχος μου ήταν ένας. Να πάρω το πτυχίο και να κατέβω στην Αθήνα με τα τσαρούχια, να ζήσω μόνιμα, να βρει ο γύφτος της γενιά του, να αγαλλιάσει η καρδιά του. Μετά ξέσπασε η οικονομική κρίση και αντί η Ελλάδα να απορροφά εμάς, άρχισε η Κύπρος να απορροφά Ελλαδίτες. Ευπρόσδεκτοι και όσοι περισσότεροι τόσο το καλύτερο. Κάποτε θα άλλαζε η ρότα και θα επιστρέφαμε στην κανονικότητα. Αυτή η κανονικότητα ακόμα δεν ήρθε. Και αν έρχεται, έρχεται καβάλα στο καβούκι μιας χελώνας που καταφθάνει από την Κίνα. 

Με τα τελευταία νέα από την Ελλάδα, με τις πυρκαγιές, την πτώση του canadair και την έκρηξη στις αποθήκες πυρομαχικών στρατοπέδων σε περίοδο, μάλιστα, ειρήνης, βεβαιώθηκα ότι αυτό το μπουρδέλο δεν θα ισιώσει ποτέ, και ότι αργά ή γρήγορα πρέπει να βάλω ένα Χ στη φαντασίωση της Μεγάλης Ελλάδας, της σωτήρος με την οποία εγώ μεγάλωσα. Τώρα θα μου πεις, και πού θα στραφείς σε ώρα ανάγκης; Πάντα στη μάνα μας στρεφόμαστε σε ώρα ανάγκης. Δεν θα αλλάξει αυτό. Απλώς πλέον την αποτιμούμε και την τοποθετούμε στη σωστή της διάσταση. Δεν είμαι απ’ αυτούς που ξαφνικά αλλάζουν τροπάρι. Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες. Αλλά ναι, δεν είναι χώρα αυτή.

Αναγκάστηκα και εγώ να μιλήσω στον γιο μου για το Κυπριακό και την κατάσταση με τους Τούρκους πριν λίγα χρόνια, όταν ήταν 3-4 ετών. Και αυτό γιατί είδε τη σημαία του ψευδοκράτους στον Πενταδάκτυλο να αναβοσβήνει και με ρώτησε έκθαμβος «τι είναι εκεί». Όταν του εξήγησα ότι ζούμε σε χώρα στην οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει πόλεμος και θα πρέπει να πολεμήσουμε για να την υπερασπιστούμε έμεινε λίγο σιωπηλός. Θυμάμαι ότι ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο και κάπου πηγαίναμε. Έσπασε την αμήχανη σιωπή μετά από λίγο και μου είπε «Παπά, έχουμεν όπλα; Επειδή εγώ έχω δυο σπαθιά!»

Δύο σπαθιά από φελιζόλ, ξέρετε, αγορασμένα από το Jumbo. Κατά μία έννοια, και αυτά μας κάνουν. Αυτά που διαθέτουμε δεν είναι και πολύ καλύτερα.

Θεέ μου, σε τι χώρες γεννηθήκαμε!

Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2023

Πάμε Στο Ρυάκι

Έχω να γράψω ένα μήνα επειδή διανύω τη φρικτή χρονική περίοδο την οποία η πλέμπα αποκαλεί «καλοκαίρι».

Δεν υπάρχει αυτό το κακό.

Από την ώρα που θα ξυπνήσω μέχρι την ώρα που θα κοιμηθώ, δεν κάνω τίποτε άλλο, απλά περιμένω πότε θα νυχτώσει, να φύγει αυτός ο καύσωνας. Η γη πλέον μυρίζει στάχτες. Κι ας μην έχει πιάσει κάπου φωτιά. Χθες βράδυ στη δύση του ηλίου στεκόμουν στον κήπο και η γη βρωμούσε καμένα. Το δε αεράκι που φυσούσε είχε την ίδια αίσθηση με όταν ανοίγεις το φούρνο μετά από 50’ ψήσιμο. Κόλαση.

Πότε δεν μου άρεσαν τα καλοκαίρια. Ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που το αντηλιακό δεν ήταν επιβεβλημένο, τη ζέστη δεν την άντεχα. Είμαι χριστουγεννιάτικος τύπος.

Το μόνο που κάνω όλο τον Ιούλιο είναι να παίρνω τα μωρά και να περιφέρομαι μέσα στο μωλ ασκόπως για να εκμεταλλευτούμε το δωρεάν έαρκοντίσιον. Το Σάββατο το περάσαμε στο the mall of Cyprus και την Κυριακή στο Nicosia Mall. Το τραγικό είναι ότι συναντήσαμε κι άλλες γνωστές μας οικογένειες να πράττουν το ίδιο. Σβάρνα τα μωλ προς επιβίωση απ’ τον καύσωνα. Σε δέκα χρόνια θα ζούμε μόνιμα μέσα στα μωλ, θα είναι απαγορευμένο να βγεις εκτός. Όπως κάνουν οι αραπάδες. Έχουμε και στο σπίτι έαρκοντίσιον, βέβαια, αλλά γιατί να το πληρώνω εγώ; Και πόση ώρα νομιζεις ότι μπορείς να μαντρώσεις ένα εξάχρονο και ένα δίχρονο σε τέσσερεις τοίχους; Πας στο μωλ, τους ξα-mall-ας, και παίζεις τον σωστό πατέρα.  

Η καρδιά μου μαύρη και με τις πυρκαγιές στην Ελλάδα. Δεν θα μείνει τίποτε. Θα ζήσουμε να δούμε όλη τη μεσογειακή Ευρώπη καμένη. Θα γίνουμε οικολογικοί μετανάστες και καμία βόρεια χώρα δεν θα μας δέχεται. Θα πεθάνουμε.

155 μέρες ως τα Χριστούγεννα! Αυτό με παρηγορεί. Αν ήμουν το Jumbo θα είχα βγάλει κιόλας τη διαφήμιση με τη σακούλα.

Κάνω υπομονή και τρία μπάνια την ημέρα.