Τετάρτη, Απριλίου 29, 2026

Άννα ΟΑΚΑ

 

Το Sold Out του ΟΑΚΑ δεν το σχολιάσαμε.

Ήμουν στη Gardaland την ημέρα που άνοιξαν τα εισιτήρια. Ήμουν σίγουρος ότι τέτοια θα ήταν η τύχη μου που θα άνοιγαν τις πωλήσεις μία μέρα που θα έλειπα, ή δεν θα είχα άπλετο χρόνο στη διάθεσή μου να καθίσω στη διαδικτυακή ουρά για εισιτήριο. Η πείρα από το Καλλιμάρμαρο ήταν πικρή (εκεί έπρεπε να περιμένω 17 ώρες!), αφού δεν αξιωθήκαμε να βρούμε εισιτήριο και όλως τυχαίως εντόπισε δύο εισιτήρια τελευταία στιγμή στις θέσεις VIP η Μπρέντα στις 6:00 το πρωί της επόμενης μέρας, όταν είχε ξυπνήσει και σέρφαρε για πλάκα στο διαδίκτυο για να περάσει την ώρα της. Το ίδιο φοβόμουν ότι θα παθαίναμε και τώρα με το ΟΑΚΑ.

Και φυσικά ό,τι φοβάσαι το παθαίνεις. Έπρεπε να κάτσουμε στην online ουρά ενώ ταυτόχρονα περιφερόμασταν στο θεματικό πάρκο, με ένα κινητό μόνιμα συνδεδεμένο! Να ανεβαίνουμε στα τρενάκια του πάρκου και ταυτόχρονα να ελέγχουμε μήπως ήρθε η σειρά μας για να κλείσουμε. Εγώ τσιτωμένος φουλ, να το έχω πάρει απόφαση ότι τελικά δεν θα τα καταφέρουμε. Η πλάκα είναι ότι είχαμε ήδη κλείσει τα αεροπορικά γιατί είδαμε ότι οι τιμές ανέβαιναν. «Να το δεις που θα πάμε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου και εισιτήριο για να μπούμε στο ΟΑΚΑ δεν θα έχουμε!» Μην σας τα πολυλογώ εισιτήρια βρέθηκαν αλλά χάριν στους κουμπάρους μας στη Λευκωσία, οι οποίοι πρόλαβαν και μπήκαν στο σάιτ πριν από εμάς. Έκλεισαν για όλους μας.

Ήμουν μέσα στο Jumanji με τα παιδιά εκείνη την ώρα. Άπαξ και βγήκα και μου είπαν ότι «κλείσαμε» ήταν τα ωραιότερα νέα! Μου έφυγε και το άγχος και τα νεύρα που κουβαλούσα από το πρωί.

Θεού θέλοντος, θα είμαστε και στο ΟΑΚΑ, λοιπόν!

Πόσο απολαμβάνω την επιτυχία της Βίσση μας! Αυτά τα μεγαλεία με το ΟΑΚΑ και το νέο της τραγούδι το «Αιγαίο», φτάνουν σε ανεξήγητα επίπεδα και συχνότητες. Επίπεδα που μας παραπέμπουν στον χαμό που γινόταν μαζί της στα late ‘90s και early ‘00ς. Όχι ότι δεν το αξίζει, βέβαια, έχω ξαναπεί ότι για μένα η Βίσση είναι η καλύτερη τραγουδίστρια παγκοσμίως. Αλλά αναρωτιέμαι κάποτε γιατί χρειάστηκε να βγει το «Αίμα» και το «Σε Περίπτωση Που» για να τη μάθει η νέα γενιά. Γιατί έπρεπε να βγει το Τικ-Τοκ για να εμπεδώσουν το «Προτιμώ». Δεν πειράζει, κάλλιο αργά παρά ποτέ, η νέα γενιά ξεστραβώθηκε και έμαθε τι πάει να πει Άννα Βίσση.

Για να βάζουμε κάποια πράγματα στη θέση τους, η «κάμψη» την οποία πέρασε, με βάση τα λεγόμενα εκείνου του μίζερου και άθλιου στιχουργού (ο οποίος είναι και φανατικός Συριζαίος άρα εξ ορισμού χαμηλής αντίληψης), δεν έγκειτο στην καλλιτεχνική της υπόσταση ή στην ποιότητα των τραγουδιών της. Η όποια «κάμψη» (εγώ διαφωνώ ότι η χρήση αυτής της λέξης είναι ορθή), συνέβη επειδή η γενιά που την αποθέωσε αποσύρθηκε λίγα χρόνια ώστε να κάνει παιδιά και αφοσιώθηκε στην οικογενειακή ζωή, ενώ η νέα γενιά ήταν πολύ μικρή και δεν είχε και τα μέσα ώστε να την γνωρίσει και να εκπαιδευτεί στα τραγούδια της. Τώρα που οι μεν «ξιπαιθκιώσανε» γιατί τα παιδιά μεγάλωσαν και οι δε «ξεστραβωθήκανε» χάριν της τεχνολογίας, η Άννα κάθεται ξανά στον θρόνο της με όλη την αίγλη που της αξίζει.

Στο ΟΑΚΑ θα μαζευτούν άνθρωποι απ’ άκρη σ’ άκρη (δεν ξέρω πόσοι είδατε τον παγκόσμιο χάρτη με τις πωλήσεις εισιτηρίων – θα έρθουν από την Αυστραλία μέχρι τη Βραζιλία φανς ειδικά για τη συναυλία), αλλά πάνω απ’ όλα θα μαζευτεί και όλη η Κύπρος. Δεν φαντάζεστε πόσοι συμπολίτες μου έκλεισαν εισιτήρια να πάνε, οι οποίοι μάλιστα δεν ακούνε Βίσση στα δικά μου φανατικά επίπεδα. Είναι σκέτοι casual listeners. Γιατί ξαφνικά όλοι αυτοί θα πάρουν αεροπλάνο για να πάνε να τη δουν; Επειδή η Βίσση δεν είναι μία απλή τραγουδίστρια. Είναι και σύμβολο.

Ανέκαθεν πίστευα ότι η Βίσση είναι το alter ego κάθε Κύπριου. Κι αυτό γιατί η Άννα κατάφερε αυτό που ονειρεύεται κάθε δύσμοιρος πολίτης γεννημένος σ’ αυτό εδώ το χαροκαμένο νησί. Να σπάσει τα σύνορα της καταγωγής της. Δεν έφυγε απλά από τη Λάρνακα και πήγε στην Αθήνα. Πήγε και κατάκτησε την Ελλάδα και έγινε κάπως γνωστή και στο εξωτερικό (ναι, οκ, δεν έκανε διεθνή καριέρα όπως τη Μαντόνα, αλλά δεν φαντάζεστε και πόσοι ξένοι τη γνωρίζουν, ειδικά στην Ευρώπη. Τις προάλλες μου έλεγε γνωστός μου ότι πήγε στην Αλγερία (!) και όταν είπε στον ταξιτζή ότι ήρθε από την Κύπρο, ο άραβας άρχισε να του φωνάζει «Άννα Βίσση» και του έπαιξε στο ράδιο τραγούδια της!)

Η Βίσση, επιπλέον, είναι σύμβολο για κάθε καταπιεσμένη Κύπρια που δεινοπαθεί και θέλει να χειραφετηθεί. Η Άννα μέσω της προσωπικής της ζωής απέδειξε ότι μπορείς να έχεις το πάνω χέρι στη σχέση σου, να είσαι η ηγέτιδα αυτής, να έχεις συντρόφους ακόμα και 20 χρόνια νεότερους και αυτό να είναι ΟΚ, γιατί έτσι γουστάρεις, γιατί μπορείς, γιατί η επαγγελματική της υπόσταση διέγραφε οτιδήποτε κοινωνικά κατακριτέο ίσχυε πριν 20 και 30 χρόνια.

Όλα τα παραπάνω συνδυασμένα αλλά και ξεχωριστά την έχουν κατατάξει στο πάνθεον που βρίσκεται σήμερα. Δεν είναι μόνο τα τραγούδια, τα πλείστα των οποίων αποδείχτηκαν διαχρονικά. Είναι το σύνολο της προσωπικότητας το οποίο έχει κάνει όλους μας να την έχουμε ως κοινή συνισταμένη. Είναι άτομο καθολικής αποδοχής και σήμαντρο. Εξ ου και τα ναυλωμένα αεροπλάνα, εξ ου και το ότι και η κουτσή Μαρία θα είναι στο ΟΑΚΑ.

Δεν πειράζει, καιρός ήταν.

Και για να συνοψίσουμε, το πόσο απολαμβάνω την αμηχανία του ελληνικού δήθεν «σοβαρού» και «εντέχνου» πενταγράμμου με τα όσα συμβαίνουν μαζί της, δεν περιγράφεται. Χαιρετίσματα και στον Νταλάρα σας, και στην Αλεξίου σας, και στη Γαλάνη σας, και σε όλο εκείνο το συρφετό που κάποτε έπρεπε να δηλώνεις ότι το ακούς περισπούδαστα για να σε παίρνουν οι άλλοι δήθεν σοβαρά.

Πήρες τον άνεμο, πήρες τα κύματα απ’ το Αιγαίιιιιοοοοο. Τίποτε δεν άφησες όρθιο!


Τετάρτη, Απριλίου 22, 2026

Μετά-ιταλική Κατάθλιψη

 

Πήγαμε μια βδομάδα στο Μιλάνο και ήταν σαν να έλειπα ένα μήνα.

Στο Μιλάνο είχα πάει στην ηλικία των 16 με τους γονείς μου, στα 23 με τους κολλητούς μου και φέτος με την οικογένεια μου. Μόλις φέτος ήμουν σε θέση να εκτιμήσω το μεγαλείο του. Όπως μας είπε και η κουμπάρα μας που σπούδασε εκεί, «το Μιλάνο είναι πόλη ενηλίκων». Ε, ναι. Δεν υπάρχει λόγος να εκθειάσω περαιτέρω τη συγκεκριμένη πόλη. Η Ιταλία γενικότερα είναι άλλο επίπεδο, όπως γράφω και στο μπλογκ της Γιουροβίζιον, δεν υπάρχει τίποτε που να μην λατρεύεται εκεί πέρα: η μόδα, τα αυτοκίνητα, η μουσική, το φαγητό, τα τοπία, η ιστορία. Όλα στην πένα!

Γι’ άλλο λόγο γράφω αυτό το κείμενο.

Μία εκ των εκεί ημερών μας πήγαμε τα παιδιά στο Μουσείο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Εκεί μέσα υπάρχουν όλες οι εφευρέσεις του, από τον πρώτο φούρνο και την πρώτη μηχανή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι και προβολές στους τοίχους από τους πιο διάσημους πίνακές του (Η Μόνα Λίζα παρακάμφθηκε για κάποιο λόγο). Ανάμεσα στους δυο ορόφους του μουσείου υπάρχει και ένα τμήμα αφιερωμένο στη διαστημική δράση των Ιταλών, η οποία είναι ξεχωριστή από τα έργα του Ντα Βίντσι. Παρόλα αυτά, είναι άκρως ενδιαφέρουσα και διαδραστική, οπότε απορρόφησε για πολλή ώρα την ενέργεια εμού και των παιδιών μου.

Σε εκείνη την αίθουσα, μεταξύ άλλων, υπάρχει και ένα μικρό δείγμα ορυκτού από μία αποστολή των Ιταλών αστροναυτών στη σελήνη. Το συγκεκριμένο πέτρωμα φυλάσσεται μέσα σε μία μικρή σφαίρα με συντηρητικό υγρό και θυμίζει αναμνηστική χιονόμπαλα που πουλούν στα καταστήματα σουβενίρ. Χάζεψα μπροστά σ’ αυτή την πετρούλα για πολλή ώρα. Σκεφτόμουν ότι ένα τόσο δα πετραδάκι ήταν ικανό να εξάψει τη φαντασία μου και να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου σε βαθμό που τα αριστουργήματα του Ντα Βίντσι πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.




Και θέτω το ζήτημα. Πόσο δύσκολο ήταν να δημιουργήσουν και στην Κύπρο κάτι αντίστοιχο; Πήγανε και χτίσανε στα περίχωρα της Λευκωσίας Πλανητάριο (τάχα μου), και το διαφημίζουν ως εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά εκεί πέρα δεν υπάρχει τίποτε σχετικό πλην ενός κοίλου σινεμά το οποίο προβάλλει παιδικές ταινίες για τη δημιουργία του κόσμου (υπό την έγκριση της Μονής που το χρηματοδότησε, πάντα). Πέραν μερικών πλαστικών ομοιωμάτων από στολές αστροναυτών δεν υπάρχει το παραμικρό που να εκπαιδεύει ουσιαστικά τα παιδιά για το διάστημα. Φυσικά, δεν εκπλήσσομαι ποσώς. Το «Πλανητάριο» είναι στην πραγματικότητα ένας παιδότοπος (με χάλια φαγητό παραμπιπτόντως), που προσελκύει οικογένειες που βαριούνται να ξοδέψουν άλλο ένα σαββατοκύριακο με τα παιδιά τους στα κλιματιζόμενα Μωλ. Έβλαπτε να φέρνανε μερικά ορυκτά απ’ τη Σελήνη να τα δείχνουν εκεί να διεγείρουν τους εγκεφάλους των παιδιών μας; Και εδώ που τα λέμε ξέρουμε αν το ορυκτό που επιδεικνύουν οι Ιταλοί προέρχεται όντως απ’ το φεγγάρι; Μπορούμε να το αποδείξουμε; Όχι. Θα μπορούσε να ήταν ένα κομμάτι βράχου απ’ οπουδήποτε, όπως τα μισά αγάλματα που εκτίθενται στη Ρώμη είναι ψεύτικα και μπήκανε εκεί ως διακοσμητικά για να μη φαίνεται άδειο το ιστορικό ερείπιο. Ας κάναμε το ίδιο κι εμείς με το σεληνιακό ορυκτό! Το θέμα είναι ότι οι Ιταλοί είχαν όραμα. Οι Κυπραίοι στραβωμάρα.

Δεν φαντάζεστε πόσες φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στην Ιταλία σκέφτηκα «γιατί να μην το κάναμε κι εμείς αυτό στην Κύπρο;» Επειδή είμαστε χώρα ηλιθίων. Η κοσμοσυρροή μπροστά στο Ντουόμο και η ομορφιά εκείνης της πλατείας είναι απερίγραπτη. Τι είναι το Ντουόμο; Ένας επιβλητικός καθεδρικός ναός είναι. Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο; Έχουμε τη Φανερωμένη, αλλά πάλι, δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι θεόρατο και καλαίσθητο ώστε να γίνει πόλος έλξης. Τολμούμε; Σιγά μην τολμήσουμε, να πέσουν οι Αριστεροί να μας φάνε ότι «αντί για νοσοκομεία, η Αρχιεπισκοπή χτίζει θεόρατες εκκλησίες». Ποτέ δεν αντιληφθήκαμε ότι το θέμα δεν είναι η εκκλησία αυτή καθαυτή. Και ο Παρθενώνας ως εκκλησία χτίστηκε. Ας φτιάξουμε κάτι παρόμοιο και ας είναι άδειο από μέσα. Ας μην χρησιμοποιείται καν. Το θέμα είναι το «εφέ». Να υπάρχει σκηνικό, πως το λέμε. Να λέμε «πάμε εκεί να φωτογραφηθούμε». Είπε ποτέ κανείς σας «πάμε στη Φανερωμένη να φωτογραφηθούμε;» Είδατε ποτέ τουρίστα να κόπτεται να φωτογραφηθεί οπουδήποτε στην Κύπρο - πλην των θαλασσών και των λαγκαδιών που κι αυτά χρόνο με το χρόνο ρυπαίνονται και μολύνονται σε βαθμό που σε λίγο δεν θα βλέπονται ούτε αυτά. Στο Ντουόμο βγάλαμε πάνω από 20 φωτογραφίες, σε κάθε πλευρά και από κάθε οπτική γωνία, καθίσαμε στα σκαλιά του και ήπιαμε καφέ, φάγαμε παγωτό, παίξανε τα παιδιά, τσακωθήκαμε, αγαπηθήκαμε. Από τη Φανερωμένη τι έχετε να θυμάστε; Το τάβλι που παίζατε στα Καλά Καθούμενα; Κάτι πάει να γίνει με την πλατεία Ελευθερίας αλλά κι εκεί τσακωθήκαμε ως κοινωνία ώσπου να συμφωνήσουμε αν το σχέδιο της μας αρέσει ή όχι (εμένα μου αρέσει, αλλά το θέμα ήταν να αρέσει στους πολλούς και όχι σε πέντε-έξι).



Αυτό δεν είναι το Ντουόμο. Είναι αναπαράσταση του Ντουόμο με τουβλάκια Lego όπως εκτίθεται σε ένα τμήμα της Gardaland όπου έφτιαξαν όλα τα ιταλικά μνημεία σε μικρογραφίες. Ωραιότατα! Ούτε κάτι τέτοιο δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε στον επισκέπτη. Ας είναι κι από κομμάτια πολυστερίνης.  


Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας επισκεφτήκαμε και τη Λίμνη Γκάρντα για να πάμε στη Γκάρταλαντ, ένα θεματικό πάρκο απομίμηση της Ντίσνεϊλαντ. Θα το ξέρετε μάλλον, άλλωστε εκεί ήταν τίγκα στους Ελλαδίτες και τους Κύπριους (πέσαμε επάνω και σε οικογένειες απ’ το σχολείο του γιου μας). Ακόμη και σ’ αυτή τη δευτεράντζα των Ιταλών, κατάφεραν και έμπηξαν ένα ενυδρείο το οποίο οι Ιταλοί πουλούν ως «full day experience» και μας πούλησαν εισιτήριο για να περάσουμε εκεί τη μέρα. Μαλακίες! Ένα βασικό ενυδρείο ήταν, το θέμα ήταν ότι με το μάρκετινγκ το παρουσίασαν λες και επρόκειτο να επισκεφτούμε τα εργαστήρια του Υβ Κουστώ! Εμείς εδώ στην Κύπρο που είμαστε νησί και οφείλαμε να προφυλάσσουμε και να επιδεικνύουμε τον θαλάσσιο πλούτο μας δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Έχουμε κάτι «μουσεία θαλάσσης» και ένα ενυδρείο της κακιάς ώρας στο Παραλίμνι, αλλά δεν χρειάζεται να περιγράψω σε τι κατάσταση βρίσκονται και πόσο αφορούν τον οποιονδήποτε. Αυτό είναι το πρόβλημα αυτής της χώρας. Ότι όλα είναι «μισοδότζειν» και παρατημένα. Από τις τέχνες και τις επιστήμες, μέχρι τις υπηρεσίες. Όλα μισοδότζειν, μαύρα τζαι γέριμα!




Αυτό το κείμενο μυρίζει 2009. Θα μπορούσα να το είχα γράψει τότε όπου άρτι αφιχθείς απ' τις σπουδές μου δεν μπορούσα να χωνέψω ότι δεν θριάμβευσα στα εξωτερικά και ήρθα στην τρύπα του αλουπού να ζήσω. Με τα χρόνια έχω συνηθίσει και αποδεχτεί την Κύπρο και κάποτε τρομάζω επειδή φοβάμαι ότι άρχισα και την αγαπώ, και αυτό είναι σύμπτωμα κατακαθίσματος στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό. Μερικές φορές πάω περίπατο στη Λευκωσία και κοιτάζοντας γύρω σκέφτομαι ότι τελικά δεν είναι και τόσο χάλια να ζεις εδώ. Ειδικά από τότε που έκανα παιδιά και κατά κάποιον τρόπο ρίζωσα εδώ μια και καλή και έχω συνδέσει τους απογόνους μου με τον τόπο. Ύστερα όμως πάω ταξίδι και αναρωτιέμαι: Τι αμαρτίες κάναμε στην προηγούμενη ζωή και γεννηθήκαμε εδώ πέρα; Πείραζε να μας στείλει ο Θεός στην Ιταλία; Ας ήταν και σ’ ένα από τα χωριά γύρω από τη λίμνη της Γκάρντα που υποψιάζομαι ότι σε μη τουριστική περίοδο κόβουν φλέβες. Δείτε πιο πάνω τη φωτογραφία. Τι πειράζει να ξυπνάς και να κοιτάς αυτό; Κι εκεί, στην Ιταλία, όλα ξεχαρβαλωμένα είναι κατά κάποιο τρόπο, μεσόγειοι γαρ, αλλά πολύ ανώτεροι από εδώ που μυρίζει παντού ψοφίμια.

Δεν μου έκατσε καλά η επιστροφή.