Πέμπτη, Απριλίου 14, 2022

Νύχτες Πατρότητας

Αποφάσισα να τον ταΐσω για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία ύπνου εμπρόθεσμα. Η Μπρέντα του ετοίμασε κάτι μακαρόνια με βοδινό κιμά ο οποίος μου βρωμούσε από το χιλιόμετρο. Παρόλο που σιχαίνομαι τη μυρωδιά του κρέατος κατάπια την αηδία μου και κάθισα δίπλα του να τον πιέσω να φάει γιατί αν καθίσει στην τηλεόραση δεν υπάρχει περίπτωση να φάει πριν το ξημέρωμα. Μπουκιά τη μπουκιά, στράτα – στρατούλα, το έφαγε. Στο μεταξύ πεταγόμουν επάνω, στη Μπρέντα η οποία θήλαζε, να δηλώσω ότι αυτό το βοδινό βρωμάει και δικαίως αρνείται να το φάει. «Σταμάτα να μεταδίδεις τις ιδιοτροπίες στον γιο σου, μια χαρά είναι το βοδινό». 

 

ΟΚ. Στις τέσσερις το πρωί ξύπνησε και είπε: «Παπά, εμετό!» Ώσπου να προλάβω να φέρω τον κάλαθο από το γραφείο του, ο μικρός ξέρασε το βοδινό στο πάπλωμα. Σε δύο δόσεις. Ούτε τη δεύτερη την πρόλαβα. Μύρισε το σπίτι ξερατό, άρχισε ο καβγάς ξημερώματα για τα told you so. “Μια χαρά ήταν το βοδινό!” ΟΚ, ας μην το συζητήσουμε περαιτέρω ώρα που είναι. Έλα να αλλάξουμε σεντόνια. “Και μαξιλαροθήκη παπά”, μου δείχνει τον λεκέ και στο μαξιλάρι του. Πάμε στο μπάνιο να πλυθεί γιατί ξέρασε και πάνω στα χέρια του, λερώθηκαν οι πυτζάμες του, αλλάξαμε τα πάντα, από κάλτσες μέχρι βρακί.

 

Πέφτω να κοιμηθώ μαζί του για να είμαι βέβαιος ότι είναι καλά. Κοιμάσαι, με ρωτά ο εγκέφαλος. Προσπαθώ του λέω. “Τα μωρά στην Ουκρανία βομβαρδίζονται και δεν έχουν που να μείνουν”. Θεέ μου! “Έχεις πού να πας όταν θα μουντάρουν οι Τούρκοι;”, “Ο πλανήτης καταστρέφεται. Είσαι σίγουρος ότι ήθελες να φέρεις παιδιά στον κόσμο; Νόμισες θα ζήσουν κι αυτά δεκαετία του ’80 και ’90;” Παρανοώ. Ο Αλέξης δίπλα μου στριφογυρίζει, δεν κοιμάται. “Είσαι καλά γιε μου;” Δεν απαντά. Μετά από λίγο ξανακοιτάζω να δω πώς είναι. Κολλώ επάνω του να δω αν αναπνέει. Δεν καταλαβαίνω. Τον σπρώχνω με τρόπο ώστε να αναγκαστεί να αντιδράσει και να βεβαιωθώ ότι ζει. Θεέ μου, στο τρελάδικο θα με πάει η έγνοια. 

 

Πήγε έξι το πρωί, το κατάλαβα από τα πουλάκια που άρχισαν να τουιτάρουν έξω από το παράθυρο. Ο μικρός ήταν ανήσυχος όλο αυτό το διάστημα, τον κατάλαβα ότι δεν έκλεισε μάτι ούτε αυτός. “Γιε μου είσαι καλά;” “Πονώ εδώ!” μου δείχνει κάτι απροσδιόριστο μεταξύ καρδιάς και κοιλιάς. “Εδώ πού; Εκεί που δείχνεις δεν έχει κάτι να πονέσεις!” Επιμένει ότι κάτι πονάει. Πάω κάτω, ξυπνώ τη Μπρέντα. “Το μωρό δεν είναι καλά, να τον πάμε στον γιατρό!” Ώσπου να τσακωθούμε για τρίτη φορά κατά πόσο όλα αυτά προκλήθηκαν από το βρώμ0-βοδινό ή από κορωνοϊό ή από κάποια άλλη μυστήρια νόσο ήρθε κι αυτός κάτω: “Παπά, έχω καλά και κακά νέα! Τα καλά είναι ότι έκανα ξανά εμετό αλλά ευτυχώς όλα μέσα στον κάλαθο. Τα κακά νέα είναι ότι μου ήρθε και διάρροια και την έκανα πάνω μου!” Δεν έκανε μόνο διάρροια, έκανε και πιπί πάνω στο χαλί το οποίο τώρα που ξημέρωσε κατάλαβα πόσο κιτρίνησε. 

 

Έβαλα άδεια, έμεινα σπίτι μαζί του. 


Για μεσοβδόμαδα, καθόλου άσχημα. Τα νέα σας;

Πέμπτη, Απριλίου 07, 2022

Όταν Μεγαλώσεις Θα Καταλάβεις

 

Δεν υπάρχει χειρότερη τιμωρία στον κόσμο από το «όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις».

Μισούσα τον πατέρα μου όταν ήμουν μικρός όποτε μου το έλεγε. «Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις». Σήμερα μισώ τον εαυτό μου που το λέει στον γιο μου. «Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις».

Αυτή η μοναξιά. Όταν είσαι μικρός τσαντίζεσαι που η ανωριμότητα δεν σου επιτρέπει να συνεννοηθείς, να κατανοήσεις τι είναι αυτό που το μυαλό σου αδυνατεί να συλλάβει και να δει. Τι ακριβώς συμβαίνει και η νεαρή ηλικία σε εμποδίζει να το καταλάβεις. Κι όταν μεγαλώσεις πια και καταλάβεις, και γίνεις πατέρας αισθάνεσαι την ίδια και χειρότερη μοναξιά που ο γιος σου είναι πολύ μικρός για να αντιληφθεί το τι συμβαίνει και να συμμεριστεί τον πόνο σου.

Το «όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις» είναι το απόσταγμα της αδυναμίας για σύναψη ενδο-οικογενειακών συμμαχιών. Είναι η απόδειξη ότι ο δρόμος είναι ξεκάθαρα μοναχικός και πως όταν ο συνοδοιπόρος θα είναι έτοιμος να σε ακολουθήσει, εσύ θα έχεις φύγει. Όπως έφυγε και ο πατέρας σου, μόνος του και αδικαίωτος.  

Βασικά, το «όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις» είναι ο ορισμός της τραγικής ειρωνείας.

Μεγάλωσα και τα κατάλαβα όλα, και τώρα «κλαίω» που ο μόνος που μπορεί να με καταλάβει δεν έχει μεγαλώσει ακόμα. Ή τουλάχιστον, όχι πλήρως.