Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2020

Φλας Μπακ στο 1992

 Ένας διαδικτυακός φίλος που ξέρει πόσο εκτιμώ αυτές τις παλιατζούρες μου απέστειλε ταχυδρομικώς ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Φλας, από το σωτήριον έτος 1992. Τον ευχαριστώ βαθύτατα καθότι βρήκα θέμα για ανάρτηση, πολυσήμαντο και γοητευτικό. Για το «Φλας» τα έχουμε ξαναπεί σε παλιότερη ανάρτηση, ήταν ένα νεανικό περιοδικό της εποχής, στα πρότυπα του ελλαδικού Κατερίνα, το οποίο βέβαια ήταν κλάσεις κατώτερο από κάθε άποψη, ερασιτεχνικό μέχρι αηδίας. Παρόλα αυτά, δεν υπήρχε άλλο, ήταν μονοπώλιο, και θέλοντας και μη το διαβάζαμε. Εγώ το αγόραζα γιατί είχε μία εμμονή και αγάπη με τη Γιουροβίζιον, την οποία εκτιμούσα, και κάθε χρόνο, στις μέρες του διαγωνισμού, είχε ένθετο με τους στίχους όλων των συμμετοχών. Το αγόραζα, τα διάβαζα, τα μάθαινα απ’ έξω, και στο τέλος καμωνόμουν πως μιλούσα 22 γλώσσες!

Το επίμαχο τεύχος φωτογραφήθηκε και παρατίθεται πιο κάτω για νοσταλγία και στοχασμό. Δείτε τα πρότυπα της τότε νεολαίας, τους προβληματισμούς της και τα ενδιαφέροντά της. Φρίξετε με την ησυχία σας. 



Αυγουστιάτικο εξώφυλλο, εννοείται θα είχε μοντέλα με μπικίνι, κάθε χρόνο η ίδια συνταγή. Καθώς βλέπουμε, ήταν η εποχή που μας άφησε η Τζένη Καρέζη, εξαιρετική περίοδος για να τη συνδυάσουμε με θέμα σχετικό με το τι καίει και τι δροσίζει τον Ανδρέα Αργυρίδη. 



Το περιοδικό είχε και ψυχολογικά τεστ. Μην κοιτάτε που φτάσατε το 2020 και σας τσεκάρουν για το αν πάσχει το παιδί σας από ΔΕΠΥ. Τότε ήταν απλά τα πράγματα, το πιο ακραίο συναίσθημα που μπορούσες να νιώσεις στην εφηβεία ήταν η απογοήτευση. 

Σαββιδάκης στα ντουζένια του και στην προ «της Ελλάδος τα παιδιά» εποχή. 



Έβγαλες φωτογραφία με τον Μίστερ Γιουροβίζιον; Φυσικά και αξίζεις μία θέση στο περιοδικό μας, ας είναι και στην τελευταία σελίδα. 



Αυτός είναι ο θησαυρός αυτού του τεύχους. Ποιηματάκι από πονεμένη ψυχή στον αγαπητικό της που υπηρετούσε τη θητεία του. Το ότι υπογράφει ως «φκιόρο», ενδεικτικό γιατί σήμερα συγκροτούνται επιτροπές και με το ζόρι σας λαμβάνουν υπόψιν. 


Η Μάρω Κοντού σε εξομολόγηση περί ηλικίας. Υπάρχει κι άλλος τίτλος στην άλλη σελίδα, τον οποίο δεν φωτογράφησα που λέει «τρελή γιαγιά, ετών πενήντα!» Αχ, Φλας μου! Σήμερα στα 50 προσπαθούμε ακόμα να γίνουμε γονείς!


Τα είδωλα της εποχής σε αφίσες. Ευρυδικάρα που ήταν must, η Αρβανιτάκη που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έγινε διάσημη, και οι New Kids On The Block (NKOTB σε συντομογραφία. Πάντα αναρωτιόμουν τι πάει να πει ΝΚΟΤΒ, νόμιζα ότι είναι αρχικά συντεχνίας δημοσίων υπαλλήλων, μέχρι που μου εξήγησαν ότι ήταν το όνομά τους στα αγγλικά!)



Ω, μα φυσικά και η Λία μας εδώ, η αγαπημένη μου πόλη! Χαμογέλα λίγο πια, τι σου ζητήσανε, για το Φλας ποζάρεις κι όχι για το ψηφοδέλτιο!


Σαχλίτσες της εποχής. Γελοιογραφίες με πρόσωπα της επικαιρότητας. Κάτω βλέπετε το τότε προεδρικό ζεύγος να παίζει με τον σκύλο του. 



«Πέφτει ξύλο με σίδερα και λάστιχα!» καταγγελία καταπέλτης! «Αρχίζουν με βρισιές για τις μανάδες τους!» This is not my Cyprus!


Πέρασαν 28 χρόνια από το 1992 κι όμως ουδεμία πρόοδος σημειώθηκε. Ορίστε ότι και τότε κάποιοι μας προετοίμαζαν για τις επιπτώσεις από την πιθανή Λύση του Κυπριακού, ενώ κάποιος άλλος έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου σε περίπτωση αποστρατικοποίησης της νήσου. Προσωπικό αγαπημένο, όμως, το «Φωτογράφηση γυμνών νεοσυλλέκτων και αδιαφορία» που μου προκαλεί έως και αμηχανία. Ιδιαίτερα το καταληκτικό σχόλιο της γράφουσας ήτοι «…όπως και για την πιθανότητα να μην ήθελε να γυμνωθεί μπροστά σε γυναίκες. Ίσως να έχει ορισμένους που θα τους δημιουργούσε ψυχολογικό πρόβλημα». Αξιολογώντας το με τα ήθη του 2020, υπέροχο για χίλιους πεντακόσιους λόγους. 

Καμαρώνουμε εδώ τα βλαστάρια της Κύπρου μας που διεκδικούν τον τίτλο της Μις Κύπρος 1992. Ξεχωρίζουμε την Μαρία Ιωάννου κάτω αριστερά που σήμερα είναι γνωστή ηθοποιός. Από ό, τι βλέπουμε δεν έχει αλλάξει και πολύ. Δεν ξέρω αν αυτό το γράφω για καλό. 



Και Κρις Ντε Μπεργκ και Χούλιο Ιγκλέσιας μέσα στην ίδια χρονιά. Ορίστε μας. Αυτές ήταν χρονιές. Δύο παγκοσμίου φήμης είδωλα στη χώρα μας. Αυτά να βλέπει το 2020 που ούτε μισή Σελίν Ντιόν δεν μπορεί πια να πατήσει το πόδι της εδώ χάμω. 


Η εκπομπή της Στέλλας Σουρμελή και της Ρούλας Σχίζα «Το πλοίο που σαλπάρει στις 10:30» στο Ράδιο Πρώτο. Η Ρούλα Σχίζα είναι αυτή που καταλαμβάνει τη θέση στη Βουλή τώρα που παραιτήθηκε ο Συλλούρης. Όλες ήταν πιο συμπαθητικές όταν έκαναν απλά τη δουλειά τους και δεν ανακατεύονταν με τα πίτουρα. Όνομα και μη χωριό.   

Τραγουδώντας με τ’ αστέρια – Τραγουδώντας με τους μακαρίτες, καλύτερα. 


Αυτά τα χρόνια τα έχω μυθοποιήσει στο μυαλό μου αλλά όποτε έχω κάτι χειροπιαστό μπροστά μου αναρωτιέμαι γιατί. Προφανώς ό, τι έχει συνδυαστεί με την πρώτη μου νιότη μου προκαλεί θαλπωρή και ασφάλεια, μα ως εδώ. Σήμερα είμαστε πολύ καλύτερα. Μπορεί να γκρινιάζω για την έλλειψη περιεχομένου, για την εξαφάνιση των περιοδικών, των εφημερίδων, και για τον κατακλυσμό μας από ανούσιες ιστοσελίδες, μα κοιτάξτε εδώ το Φλας και πείτε μου αν άξιζε τα δέντρα που κόπηκαν για να τυπωθεί. Ασφαλώς και όχι. Τουλάχιστον τα σαχλά κυπριακά σάιτς δεν προκαλούν οικολογική καταστροφή.

Είμαι ευγνώμων που έζησα τις δεκαετίες ’80 και ’90 και δεν μου έμεινε τίποτε άλλο από το να τις νοσταλγώ, αλλά δυστυχώς όλα είναι στο μυαλό μου παραφουσκωμένα και αγιοποιημένα. 


Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2020

200 Χρόνια Ελληνική Επανάσταση

Αρνούμουν σθεναρά να πατήσω το play στο πιο κάτω βίντεο για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, γιατί όσο κι αν τρελαίνομαι για τέτοια, αντιλαμβάνομαι ότι εν έτει 2020 αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν είναι το κράτος που επιθυμεί να προβάλει προς τα έξω. Έχει δεκάδες σοβαρά προβλήματα και τα πανηγύρια για την επανάσταση μόνο ως πυροτέχνημα μπορούν να ερμηνευθούν. Τρίζουν τα κόκκαλα και του Μιαούλη, και του Κολοκοτρώνη και της Μπουμπουλίνας όταν βλέπουν τον σημερινό ορυμαγδό. Το τούρκικο πλοίο σχεδόν προσάραξε στο Καστελλόριζο, εμείς εδώ ετοιμάζουμε φιέστες. Ας ζούσε ένας ήρωας του ’21 να έβλεπε τα σημερινά χάλια, να σας πω εγώ τι θα έλεγε.  

Με έπεισε όμως η Μπρέντα να κάτσω να το δω, γιατί μου είπε «δεν είναι τίποτα». Άντε να της εξηγήσεις ότι εγώ κλαίω αβίαστα με λυγμούς όταν βλέπω τέτοια. Σήμερα το πρωί πάτησα το play, κατασπάραξα κανονικά στο κλάμα, με τη διαφορά όμως ότι πλέον δεν έχουμε τις συνθήκες του 2004. Τι ωραίο που ήταν το 2004! Ήμασταν νέοι, αθώοι, όλα ήταν ακόμα ανθηρά και αισιόδοξα, κερδίζαμε γιουροβίζιον, κερδίζαμε ευρωμπάσκετ, η Αθήνα ήταν μια κούκλα, περπατούσες και έβλεπες Έλληνες… Τώρα τι να γιορτάσεις;

Αχ, Ελλάδα μου, αχ, Αθήνα μου! Μόνο ο Αργυρός αξίζει πλέον να σε τραγουδά.  

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2020

Θα Κορωνομελαγχολήσω

 Έχω βαρεθεί!

Άρχισα να δυσανασχετώ. Δεν υποτιμώ τον κορωνοϊό και τις επιπτώσεις του, αλλά εγώ κοντεύω να πάθω κατάθλιψη με την κατάσταση. «Θα πάθεις πολύ χειρότερα αν αρρωστήσεις» θα μου πεις και θα έχεις δίκιο. Αλλά είμαι να σκάσω. Κυριαρχεί μια μαυρίλα απερίγραπτη στα πάντα.

Δεν μπορώ να παίξω θέατρο. Έκοψα το θέατρο. Έκανα αμάν να ψήσω την ομάδα να επανέλθει στα δρώμενα προκειμένου να έχουμε μία απογευματινή διαφυγή, αλλά με τα προσφάτως ανακοινωθέντα 100 κρούσματα επικρατεί και πάλι ένα μούδιασμα. Και θέατρο να τους πείσω να παίξουμε, επικρατεί τέτοια αβεβαιότητα ως προς τις συνθήκες που θα επικρατήσουν στον χώρο των θεαμάτων που δεν έχουμε ιδέα αν θα βγούμε ποτέ πρεμιέρα. Αυτή η αβεβαιότητα με αποσυντονίζει και με ρίχνει.

Όπου πάω, και όπου βγω, είμαι με τον φόβο. Ακόμη κι όταν τον αψηφώ σκέφτομαι διπλά και τριπλά πριν αποφασίσω κάτι. Δεν μπορείς να βγεις ξέγνοιαστα να πας πουθενά. Ούτε για μπίρες με τους φίλους σου, ούτε στο μωλ για βόλτα. Εδώ βγαίνω βόλτα με το ποδήλατο τα απογεύματα και άρχισα να υποπτεύομαι τους υπόλοιπους ποδηλάτες που περνούν ξυστά από μένα μην τυχόν μου μεταδώσουν σωματίδια με τον ιδρώτα τους. Παράνοια! Για να καταλάβετε, την Κυριακή έκλεισα να πάω να δω θέατρο με τη γυναίκα μου και νιώθω ότι θα φορέσουμε σκάφανδρο για να αντεπεξέλθουμε.

Δεν πάμε καλά. Πεθύμησα να ταξιδέψω. «Ουδείς σε εμποδίζει», θα μου πεις. Όχι, θέλω να ταξιδέψω με τις συνθήκες του 2019. Βλέπω ταινίες από τα παλιά μας οικογενειακά ταξίδια και αναρωτιέμαι αν θα επιστρέψουμε ποτέ σ’ εκείνη την ανεμελιά. Πώς καταντήσαμε έτσι; Να μας φαίνεται ανέμελο το 2019 που ήταν ούτως ή άλλως ΓΤΠ. Όλα σχετικά!

Δεν μπορώ να κάνω κανένα σχέδιο, κανένα πλάνο. Θέλαμε να καλέσουμε φίλους στο σπίτι σε λίγες μέρες, πάει κι αυτό για ματαίωση αφού οι καλεσμένοι θα ήταν περισσότεροι από δέκα. Κλείνω τα σαράντα τον Δεκέμβρη και πάντα ονειρευόμουν ένα πάρτι υπερπαραγωγή με πάμπολλους καλεσμένους, σαν σε γάμο. Πάει κι εκείνο. Γενικώς, όλα πάνε! Πού θα πάει αυτή η κατάσταση. Πού μας πηγαίνουνε, τι θα μας κάνουνε, κανείς δεν ξέρει!

Γαμώ την Κίνα μου, γαμώ!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2020

This Is Not My Cyprus

Η νέα γελοιότητα η οποία κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μετά την πρόσφατη αποκάλυψη του σκανδάλου με την πώληση κυπριακών διαβατηρίων σε αλλοδαπούς, εγκληματίες και μη, έχει να κάνει με την αντίδραση μερίδας του κόσμου η οποία «έπεσε απ’ τα σύννεφα». Δεν περίμενε τόση σήψη και διαφθορά. Έξαλλοι όλοι τους διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση πως «δεν είναι η Κύπρος τους» αυτή.

Το επιχείρημα «δεν είναι η Κύπρος μου αυτή», δεν είναι καινούριο. Μου το παρέθεταν πολλάκις διάφοροι ανώνυμοι σχολιάστες κάτω από τα κείμενα αυτού του μπλογκ όταν αυτά ήταν στο φόρτε τους, πριν δέκα και βάλε χρόνια. Κάθε φορά που έγραφα ένα κείμενο στο οποίο έθαβα την Κύπρο, έπεφταν από κάτω να με φάνε με αντιστοίχου κάλλους επιχειρήματα. Χειρότερα τα έκαναν τα πράγματα.

Προφανώς, αγαπητοί μου, η Κύπρος για τον καθένα σημαίνει διαφορετικά πράγματα. Η Κύπρος και η πατρίδα του καθενός είναι τα βιώματά του, η οικογένειά του, η γειτονιά του, τα παιδικά του χρόνια. Αν με ρωτήσεις εμένα για την Κύπρο μου, θα σου πω για την Έγκωμη, τον Κύκκο Α’ και τις οικογενειακές μας στιγμές. Ομοίως, «η Αγγλία μου» την οποία κατά τα άλλα βδελύσσομαι, δεν είναι μόνο η όξινη χώρα που ανέκαθεν υπέσκαπτε τα συμφέροντα της πατρίδας μας. Είναι και η χώρα στην οποία σπούδασα και μορφώθηκα και από την οποία έχω να θυμάμαι τα καλύτερα.

Έτερον εκάτερον! Η υποκειμενική αντίληψη δεν καθορίζει την πραγματικότητα. Υπάρχουν αντικειμενικοί δείχτες που καθορίζουν ποια είναι η Κύπρος σου, και αν βαστάς να τους ελέγξεις μπες στο ευρωβαρόμετρο να δεις που στεκόμαστε σε επίπεδα διαφθοράς, σεβασμού προς το περιβάλλον, στην οικονομία, τον ρατσισμό, την ανεργία, τον πολιτισμό. Εκεί θα δεις «ποια είναι η Κύπρος» και πίστεψέ με, θα απογοητευτείς τόσο πολύ, που δεν θα τολμήσεις να ξανακοιτάξεις τους πίνακες όσο ζεις. Παίζει να πρωτεύουμε και σε κάποιες πτυχές της ζωής όπως για παράδειγμα «πόσο ευτυχείς αισθάνονται οι κάτοικοι στη χώρα την οποία ζουν», αλλά κι αυτό το ερμηνεύω ως ένδειξη αυταπάτης, αφέλειας και άγνοιας.

Μερικοί πήγαιναν και ένα βήμα παραπέρα το επιχείρημα και καταδείκνυαν το κυπριακό φυσικό περιβάλλον ως αυτό που μας ξεχωρίζει. Με συγχωρείτε που θα σας χαλάσω πάλι τη φαντασίωση αλλά αν αυτή η ξεραΐλα σας προκαλεί θαυμασμό, προφανώς δεν έχετε ταξιδέψει αρκετά. Η Κύπρος είναι συμπαθητική αν την συγκρίνεις με τη Μάλτα και τις γύρω αραβικές χώρες. Με όλες τις υπόλοιπες απλά υποτιμάς τις υπόλοιπες.

«Αυτή είναι η Κύπρος μας» λοιπόν, είτε σας αρέσει είτε όχι. Είναι συγκινητικό εν μέρει που υποστηρίζετε το σπίτι σας για να μην πέσει να σας πλακώσει, αλλά μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια. Όλοι συμβάλαμε γι’ αυτά τα χάλια, και με το να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας δεν πρόκειται να προοδέψει κάτι.

Απλώς διαιωνίζεται το χάλι μας.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2020

Δήθεν Εξιλαστήρια Θύματα

Στην Κύπρο συμβαίνει το εξής, το οποίο υποθέτω συμβαίνει σε όλα τα μικρά μέρη.

Η διαφθορά είναι αντιστρόφως ανάλογη του πληθυσμού.

Πιστεύω ότι όλοι έχουμε κάποιον γνωστό μας, κατά τα άλλα ευυπόληπτο πολίτη, με όνομα στην κοινωνία, ο οποίος μια καλή μέρα συνελήφθη και δικάστηκε για κάποια μαφία. Για κάποιο έγκλημα «λευκού κολλάρου» που λέγαμε και στην Αγγλία.  

Η μαλακία είναι η εξής: Αυτοί οι καταδικασθέντες, συνήθως έχουν παιδιά, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν να διηγηθούν μία διαφορετική εκδοχή της ιστορίας προκειμένου να ξεπλύνουν το όνομα της οικογένειάς τους. Πάντα σ’ αυτή την εκδοχή της ιστορίας οι γονείς τους είναι αθώοι και αν μπήκαν στη φυλακή αυτό συνέβη γιατί κάποιος τους… «την έστησε». Κάποιος τους πρόδωσε, κάποιος αλλοίωσε στοιχεία, κάποιος είχε διασυνδέσεις και τη γλίτωσε και την πλήρωσε ο δικός τους γονιός. Το εξιλαστήριο θύμα.

Ξέρω τουλάχιστον τρία τέτοια τέκνα, τα οποία όποτε συναντιόμαστε διαδίδουν… «την αλήθεια τους» όπως θα έλεγε και η Άννα Βίσση, η οποία πόρρω απέχει από τη δικαστική απόφαση.

Το κακό είναι ότι δεν μπορείς να διαφωνήσεις μαζί τους. Σέβεσαι τον πόνο τους, σέβεσαι το γεγονός ότι δεν γνωρίζεις τίποτε ουσιώδες για να εκφράσεις άποψη, ενώ η πιθανότητα της διαπλοκής, το «κάτι που μας κρύβουν» είναι πάντα γοητευτικό και εύκολο να το καταπιούμε. Γιατί υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα. Τι ξέρουμε άλλωστε εμείς για το βρακί της αλληνής;

Θα ήθελα να βρεθεί κάποτε ένα τέκνο με παγαπόντη πατέρα που θα αναγνωρίσει το λάθος του γονιού του και θα το πει ευθαρσώς. «Ήταν απατεώνας, καλά έκαναν και τον μπουζουριάσανε!» Πιο πολύ θα ανέβαινε στην εκτίμησή μου. Αναρωτιέμαι αν πραγματικά αυτή η τυφλή υποστήριξη, αν αυτή η φανατική άρνηση να δουν την αντικειμενική αλήθεια και πραγματικότητα, είναι συνειδητή ή όχι.

Φαντάζομαι είναι κάτι αντίστοιχο με την άρνηση που νιώθει ο γονιός όταν οι καθηγητές ανακοινώνουν τα χαΐρια του τέκνου τους. Θυμάμαι, φερ’ ειπείν ότι το 1994 όταν κάποιοι καθηγητές έκαναν τσακωτούς συμμαθητές μου να καπνίζουν, είχαν εντυπωσιαστεί με την άρνηση των γονέων τους να αποδεχτούν την πραγματικότητα. «Ο γιος μου; Να καπνίζει; Αποκλείεται!»

«Μα βρωμάει σαν δέκα καπνοδόχους, μαντάμ!» Καμία συνεργασία, καμία αμφισβήτηση της ηθικής τους. Τι να πω, εγώ αν με έπαιρναν τηλέφωνο να μου καταγγείλουν τον Αλέξη θα τους έλεγα «έχετε δίκαιο, πιάστε μια τανάλια και βγάλτε του τα νύχια, να μάθει!» Εντάξει, υπερβάλλω. Τρόπος του λέγειν! Αλλά τις προάλλες που η δασκάλα του νηπιαγωγείου μου είπε ότι «ο γιος σας θέλει συνέχεια να παίρνει τον λόγο και να απαντά τις ερωτήσεις χωρίς να σηκώνει το χέρι του» η απάντησή μου ήταν «να τον βάλετε τιμωρία να πήξει η βάκλα του» και το ύφος μου ήταν τόσο επιτακτικό που η ίδια η νηπιαγωγός τρόμαξε.

Ναι, είναι δύσκολο να δεχτείς ότι υπάρχει ένα μαύρο στίγμα πάνω στην άσπρη σου ψυχή. Είναι δύσκολο να δεχτείς ότι έχεις γονιό απατεώνα, και γιο αλήτη.

Πού θα πάει, θες δεν θες, μια μέρα θα το αποδεχτείς.


Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2020

Μουσικές Εποχές

Μεγάλωσα με την «κασέτα που ακούγαμε στο κόκκινο αυτοκίνητο».

Εκείνη η κασέτα, στο αυτοκίνητο της μάνας μου, περιείχε σουξέ της δεκαετίας του ’80. Ακόμα και σήμερα όταν ακούω κάποια απ’ αυτά τα τραγούδια, ξέρω ότι είναι τραγούδια από την κασέτα του κόκκινου αυτοκινήτου της μάνας μου. Είναι τραγούδια που καθόρισαν μια ολόκληρη εποχή.

Όταν ήρθε το cd και η κασέτα πέρασε σε δεύτερη μοίρα, η εποχή καθοριζόταν από το τι περιείχαν τα cd. Τα cd γίνονταν δώρα και τα παίρναμε σε φίλους σε πάρτι. Διανύαμε την εποχή των cd και ανάλογα τη ψυχολογική μας κατάσταση τα αγαπούσαμε, τα μισούσαμε, κι αυτά και τα τραγούδια που περιείχαν.

Στο μεταξύ οι κασέτες εξαφανίζονταν και τα τραγούδια που περιείχαν ξεθώριαζαν μαζί τους. Θυμάμαι ότι όταν προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 άρχισαν οι εταιρείες να κυκλοφορούν δίσκους του ’80 σε cd, ήταν σαν να αναστήθηκε νεκρός. Έπαιζα τα cd και το κόκκινο αυτοκίνητο της μάνας μου έβγαινε από τη χωματερή άθικτο και ήταν έτοιμο να με ξαναπάει βόλτα.

Φαντάζομαι ότι τα ίδια βίωσαν και όσοι μεγάλωσαν με το βινύλιο. Ο πατέρας μου είχε αρκετούς δίσκους τους οποίους μου χάρισε και μου είπε «ελπίζω κάποτε αυτά τα τραγούδια να ξαναπαίξουν». Τα τραγούδια του ξαναπαίζουν, βέβαια, αλλά σε άλλη μορφή. Η εποχή του αναβιώνεται αλλά όχι με τον τρόπο που φαντάστηκε. Τα ακούμε όπως και όποτε θέλουμε χωρίς να χρειαστεί να βγάλουμε τα βινύλια από τη δισκοθήκη.

Τι θέλω να πω. Θέλω να πω ότι εμείς είμαστε οι τελευταίοι που απολαύσαμε τη μουσική συνδέοντάς τη με την εποχή που διανύαμε. Ξέραμε ότι βινύλιο θα πει 1960-1980, ξέραμε ότι κασέτα θα πει 1980-1990, και ότι cd θα πει 1990-2000. Τα τραγούδια που ακούγαμε εκπροσωπούσαν ολόκληρες εποχές και καταστάσεις. Δεν ήταν όλα παντός καιρού. Ήταν τα τραγούδια του «Δημοτικού», του «Γυμνασίου», του «Λυκείου», του «Πανεπιστημίου». Επειδή η μουσική ήταν αντικείμενο. Για να παίξει έπρεπε να την κουβαλήσεις μαζί σου μαζί με τον ανάλογο εξοπλισμό. Δεν ήταν ένα σύννεφο όπως τώρα που το ξεκλειδώνεις όπου είσαι και το χαίρεσαι.

«Και δεν χαίρεσαι γι’ αυτό;» θα μου πεις. Και χαίρομαι και δεν χαίρομαι. Ο γιος μου δεν θα έχει αναμνήσεις από το κόκκινο αυτοκίνητο του πατέρα του όταν μεγαλώσει. Γιατί εκεί μέσα ακούει τα πάντα. Ακούει πάνω από 6.000 τραγούδια από το 1950 μέχρι το 2020, ανάλογα τι θα επιλέξει το μηχάνημα. Πώς να του εντυπωθούν; Πώς να καθορίσουν την ηλικία και την εποχή του; Θα ακούσει μια μέρα τυχαία «το τραμ το τελευταίο» και θα πει «α, τι εποχές, ακούγαμε αυτό το τραγούδι στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε νηπιαγωγείο;» Επ’ ουδενί. Εμένα η παιδική μου ηλικία στιγματίστηκε από 50 τραγούδια. Η παιδική ηλικία του γιου μου έχει στη διάθεσή της ολόκληρο το μουσικό σύμπαν!

Και αυτό είναι καλό γιατί έχει πρόσβαση ανά πάσα στιγμή όπου θέλει και μπορεί να εξερευνήσει και να μάθει τα πάντα. Αλλά εγώ που μπορώ να σου πω κατά πάσα χρονιά τί ακούγαμε, πού ήμασταν, τι σκεφτόμασταν, ποια θέλαμε, με ποιον τσακωθήκαμε κτλ, στεναχωριέμαι. Τα χρόνια θα είναι όλα τα ίδια. Πείτε μου εσείς ένα τραγούδι που καθόρισε την εποχή από το 2005 και μετά. Δεν υπάρχει! Το My Number One εξαιρείται λόγω συνθηκών. Όλα τ' άλλα είναι τα ίδια. Και είναι όλα τα ίδια γιατί το τσουνάμι των προηγούμενων δεκαετιών ήρθε και ξεπέρασε το σήμερα. 

Πώς ξεχωρίζετε τα σουξέ του 2010 από τα σουξέ του 2020; 

Πιστεύετε θα διαφέρουν από τα σουξέ του 2030;


Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2020

O Πανικός Του Μελλοθάνατου

Μια φορά πριν πολλά χρόνια, είχα πετύχει μία διάσημη Ελληνίδα σελέμπριτι σε ένα ξενοδοχείο της Λευκωσίας να τσακώνεται με τον σερβιτόρο, επειδή το wifi του ξενοδοχείου ήταν αδύναμο και δεν μπορούσε να μπει στο ίντερνετ από το κινητό της. Δεν τσακωνόταν απλώς. Υστερίαζε, φώναζε και έβριζε τραβώντας όλα τα βλέμματα κατά πάνω της.

Η κοπέλα αυτή πέθανε λίγες βδομάδες μετά, από μία γνωστή ασθένεια, και αυτό ήταν πασίγνωστο σε όλους μας μέσω των διαφόρων πρωινών εκπομπών. Θυμάμαι πως μου είχε κάνει εντύπωση πώς είναι δυνατόν μία κοπέλα που πάσχει από μία τόσο σοβαρή νόσο και τόσο αυτή, όσο κι εμείς, ξέρουμε πως είναι μετρημένα τα ψωμιά της, έχει το σθένος να κάνει χαμό και να γίνεται αγενής με το προσωπικό του ξενοδοχείου για το γαμημένο το wifi. «Έτσι θέλει να τη θυμόμαστε;» αναρωτήθηκα.

Σκέφτηκα πως έτσι, μάλλον, αισθάνονται όσοι ξέρουν ότι το τέλος πλησιάζει. Δεν μπορούν να εκραγούν από θλίψη απλά και μόνο επειδή «το τέλος βρίσκεται προ των πυλών», γιατί θα γίνουν ρεζίλι. Κάπου αλλού πρέπει να διοχετεύσουν το άγχος τους και να ξεσπάσουν. Έτσι, τους φταίει το αδύναμο wifi, ή το ότι ο σερβιτόρος τους έφερε την κόκα κόλα με λεμόνι στο ποτήρι ενώ είχαν ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελαν πάγο και λεμόνι μέσα. Είναι κατανοητό, αλλά ταυτόχρονα, λίγο κρίμα.

Έτσι αντιδρά και η κυπριακή κοινωνία στον επερχόμενο θάνατό της.

Βρίσκω εξαιρετικά γελοίο, άβολο και κρίμα το γεγονός ότι οι Τούρκοι προελαύνουν στην Αμμόχωστο, την ανοίγουν και την εποικίζουν και εμείς εδώ σφυρίζουμε αδιάφορα και τσακωνόμαστε για άλλα θέματα που μπροστά στην Αμμόχωστο και την ευρύτερη επιβίωσή μας, ωχριούν. Το άνοιγμα της Αμμοχώστου συνέπεσε με τη Δίκη της Χρυσής Αυγής. Περιττό να πω ποιο θέμα μας απασχόλησε περισσότερο. Και δεν υποβιβάζω τη σημαντικότητα της Δίκης. Για μένα όμως, η Χρυσή Αυγή είναι τόσο 2015. Η Αμμόχωστος είναι το τώρα.

Επίσης, σήμερα, κάθονται οι Κυπραίοι και τσακώνονται για το αν ένα περιοδικό, το People (που δεν το διαβάζει και κανένας) έβαλε στο εξώφυλλό του τρεις γυναίκες πολιτικούς και σχολίαζε τα ρούχα τους. Σεξισμός! Σεξισμός! «Γιατί δεν κάνουν το ίδιο και για άντρες πολιτικούς;» Ποιος άντρας κόπτεται, κυρά μου, για το ρούχο του αλλουνού; Ξέρεις άντρα που αναρωτιέται «από πού αγόρασε ο τάδε Υπουργός τη γραβάτα του, να πάω να πάρω μίαν ίδια;» Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ασχολούνται με τη μόδα είναι γυναίκες. Λογικό εκεί να εστιάζει το περιοδικό. Δεν είναι υπόχρεο να διατηρεί την πολιτική ορθότητα. Ξέρει το τάργκετ γκρουπ του. Ξέρει τι θέλουν οι αναγνώστες του. Έλεος πια.

Όμως εγώ όλα τα παραπάνω τα δικαιολογώ. Επειδή όλοι ξέρουμε ότι μια μέρα οι Τούρκοι θα μας φάνε. Και όσο είμαστε τυχεροί και περνούν οι δεκαετίες και τη γλιτώνουμε, έχει καλώς. Τα περιθώρια στενεύουν βέβαια, και σιγά σιγά η προέλαση θα επεκταθεί και σε άλλες πόλεις και γειτονιές και μια μέρα θα ξυπνήσουμε και θα δούμε τα τανκς να διασχίζουν τη Μακαρίου και δεν θα ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε. Θα ξέρουμε ότι πόλεμο δεν μπορούμε να κάνουμε, ότι δεν είμαστε άξιοι να πολεμήσουμε καν, γι’ αυτό θα πρέπει να βρούμε κάτι άλλο να διοχετεύσουμε την ανασφάλειά και τον εκνευρισμό μας. Ο σεξισμός είναι πάντα ένα καλό και διαχρονικό θέμα, ο φασισμός επίσης ανεξάντλητος (ει δυνατόν να είναι εγχώριος γιατί ο φασισμός του Ερντογάν δεν συμφέρει, προϋποθέτει εξέγερση και είμαστε αρκετά κότες για να τον αντιμετωπίσουμε), βάλε και λίγο ρατσισμό ή και ομοφοβία και είμαστε έτοιμοι.

Τι λαός για κλάματα!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2020

Gotcha! Ημίσιημου!

«Παπά, όταν παίζουμε κυνηγητό στο σχολείο και πιάσουμε ένα παιδάκι, ξέρεις τι λέμε;»

«Τι λέτε;»

«Gotcha!»

Α, μάνα μου! Ο γιος μου λέει gotcha! Σαν αμερικανάκι της σειράς! Σαν αππωμένος νεοκύπριος! Θεέ και Κύριε!

Όχι, ψύχραιμα το αντιμετώπισα. Έκανα πως δεν καταλαβαίνω. Όταν μου εξήγησε ότι gotcha θα πει «σ’ έπιασα!» υποκρίθηκα ότι τότε άρχισα να βγάζω νόημα και του υπογράμμισα ότι «εδώ μέσα είμαστε Έλληνες και Ελληνικά μιλούμε. Εμένα Ελληνικά θα μου μιλάς!» Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Σήμερα του είπα να δούμε μαζί μια ταινία του Ντίσνεϊ και όταν τον σήκωσα στους ώμους μου για να διαλέξει μία από το ράφι μου είπε «Διαλέγω… this one

Μπρέντα, το δίκαννο!

Μου γυρίζει το μάτι ανάποδα όταν τον ακούω να μιλά αγγλικά. Εντάξει, θέλω να τα μάθει. Είναι παγκόσμια γλώσσα. Εννοείται θα τα μάθει. Αλλά όχι και να μου τα πετά στα μούτρα με στιλ εκατόν πενήντα λόρδων! Έχω που έχω να αντιμετωπίσω καθημερινά μία σιχαμερή κοινωνία που μετά βίας χρησιμοποιεί αξιοπρεπώς τη μητρική της γλώσσα, έχω τώρα και τον Αλέξη να μιμείται τα μαλακισμένα στο σχολείο του, που πριν πουν «μαμά», είπαν «how do you do

Μα, είμαι να σκάσω. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι σου δίνεται το δώρο της Ελληνικής ως μητρική γλώσσα, και όλοι ηδονίζονται με τα εγγλέζικα! Την πιο εύκολη και ξευτυλισμένη γλώσσα του κόσμου! Πόσα απωθημένα πια; Πόσο κόμπλεξ; Είναι δυνατόν να γνώρισες τη γλώσσα του Ελύτη και του Σεφέρη και εσύ να τρέπεσαι στα Αγγλικά; Και να πω ότι χρησιμοποιείς λεξιλόγιο του Σέξπηρ. Πάει στο διάλο! Σαν μαλάκες Youtubers μιλάτε οι περισσότεροι.  

Ο μόνος λόγος που ακόμα δεν έχω συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο για τη χρήση της αγγλικής από τον Αλέξη είναι επειδή στο παρόν στάδιο τα Ελληνικά του γιου μου είναι πολύ ανώτερα από τον μέσο όρο των παιδιών της ηλικίας του. Όλοι μας το λένε και καμαρώνω. Αν ρίχνει και κανένα εγγλέζικο μέσα-μέσα, εξ αιτίας των μυξιάρικων με τα οποία συναγελάζεται στο νηπιαγωγείο, δεν πειράζει. Αν όμως αισθανθώ ότι η μητρική περνά σε δεύτερη μοίρα χάριν κοινωνικού ακκίσματος, θα γίνει το σώσε!

Έχουμε και μια γνωστή μας, μαλακισμένη κυράτσα σοσιαλιτέ, η οποία από τη μέρα που γεννήθηκε το παιδί της του μιλά στα Αγγλικά. Δεν ξέρουμε γιατί. Από ένα περίχωρο της Λευκωσίας προέρχεται η μανδάμ, με το «εσού τζαι το εγιώνι» συνεννοείται η μάνα της, δεν ξέρω πώς την είδε η ίδια και μιλούσε στο βρέφος της απ’ την πρώτη μέρα στα Εγγλέζικα. Μεγάλωσε το παιδί και πλέον δεν καταλαβαίνει Ελληνικά. Μας είπε τις προάλλες σχεδόν δυστυχισμένη: «με αυτό το παιδί δεν συνεννοούμαστε στα Ελληνικά! Λες και μεγάλωσε στην Αγγλία! Μα, είναι ν’ απορείς γιατί μου απευθύνεται στα εγγλέζικα!» Ένας Θεός ξέρει πώς συγκρατήθηκα και δεν της άστραψα τον πάτσο.

Πραγματικά, δεν ξέρω πώς θα αντέξω να μεγαλώσω τον γιο μου σωστά, να μην γίνει μισάνθρωπος σαν εμένα, αλλά ταυτόχρονα να αποφύγει την επαφή με όλα αυτά τα νούμερα τα οποία πλέον αποτελούν το 99% του πληθυσμού μας.

Μου έλεγε κι ένας φίλος τις προάλλες, «πού να έρθει να σου πει ότι θέλει να βγει στη γύρα με τους φίλους του και να χτυπούν τις πόρτες λέγοντας ‘φάρσα ή κέρασμα’; Το βλέπουν στην πριγκίπισσα Σοφία και το υιοθετούν όλα!» Τι μαλακισμένα μεγαλώνουμε στον κόσμο, Θέ μου!

Αν έρθει παιδάκι και μου πει ‘φάρσα ή κέρασμα’ θα του τεθεί ανάλογο δίλημμα εκ μέρους μου: «αποτέφρωση ή ενταφιασμός;»

Αλλά, ναι! Ήρθε και μου είπε Gotcha! Ε, όχι και gotcha ο κύριος Αλέξης μας! Ε, όχι και gotcha ο κύριος Αλέξης μας!

Τούρου τούρου τουρού τουρού…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2020

Όσα Μου Έμαθε Η Ψυχανάλυση

Εχθές είχα τη ψυχολόγο απέναντί μου στην πολυθρόνα για τελευταία φορά (συγκινητική μουσική στο μπακγκράουντ).

«Αφού είναι όλα καλά, γιατί ήρθες;» με ρώτησε.

«Για να κλείσουμε τον κύκλο» της είπα. Για να αποχαιρετιστούμε.

Ήταν ο τρίτος κύκλος ψυχανάλυσης που ολοκλήρωσα στη ζωή μου. Και μπορώ να σας πω ότι ήταν και ο πιο κρίσιμος, ο πιο χρήσιμος και ο πιο καθοριστικός.

Με την ιδέα της ψυχανάλυσης φλέρταρα για πολλά χρόνια αλλά πάντα απέφευγα να μπω στη διαδικασία γιατί ουσιαστικά αρνούμουν να αναλάβω τις ευθύνες μου, ή να παραδεχτώ στον εαυτό μου το μερίδιο του φταιξίματος μου. Και είναι εύκολο όταν είσαι νεαρότερος και ανωριμότερος να φταιν όλοι οι άλλοι για τα κακά της μοίρας σου. «Όποιος έχει φίλους δεν χρειάζεται ψυχανάλυση» έλεγα και έγραφα, ακόμη κι εδώ στο μπλογκ. Λάθος! Οι φίλοι τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν την τύφλα τους, συχνά απλώς επιχαίρουν ρουφώντας με καλαμάκι τον καφέ τους, και όποιος δεν πληρώνεται δεν έχει απέναντί σου την παραμικρή ευθύνη και σκασίλα να σου υποδείξει τον… άλλο δρόμο.  

«Δεν πειράζει, η ψυχανάλυση για να πετύχει πρέπει να έρθει στο σωστό timing. Αν την έκανες νωρίτερα μπορεί και να μην πετύχαινε», μου είπε και η ίδια η ψυχολόγος.

Σωστά. Όλα γίνονται όταν αρχίσεις να καταλαβαίνεις πώς δρα ο κόσμος και πρωτίστως πώς αντιδρά ο εαυτός σου. Είναι ένα τεράστιο ταξίδι αυτογνωσίας που δεν μπορείς να το διανοηθείς πριν το ξεκινήσεις. Ακόμα και αν νομίζεις ότι το διανοείσαι, κατά τη γνώμη μου, είσαι λάθος.

Η ψυχολόγος μου είπε σαν επίλογο να γράψω δυο τρία πράγματα για το πώς με ωφέλησε η όλη διαδικασία και να της τα στείλω. Τι έμαθα όλο αυτόν τον καιρό. Λοιπόν, είναι εύκολο:

Έμαθα πως για ό, τι σε βασανίζει δεν φταίει κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό σου. Για τα πάνδεινα και τα εφτά κακά της μοίρας σου δεν φταίει ποτέ κανένας άλλος, παρά μόνο εσύ που τους έδωσες χώρο και τους επέτρεψες να σε επηρεάσουν. Καλείσαι να αναπτύξεις άμυνες, να μάθεις να προστατεύεις τον εαυτό σου, όπως ξέρεις να φοράς γυαλιά ηλίου όταν σε ενοχλεί ο ήλιος και όπως έμαθες να ανοίγεις ομπρέλα όταν βρέχει. Δεν μπορεί να σου φταίει μόνιμα ο καιρός. Πρέπει κάποτε να σου φταίει ο εαυτός σου που δεν ξέρει να προφυλάγεται. Δεν είναι εύκολη άσκηση αυτή, ο καιρός είναι απρόβλεπτος και συχνά δεν ξέρεις από πού θα σου ‘ρθει, γι’ αυτό ακριβώς όμως πρέπει να εκπαιδευτείς ώστε να τη βγάζεις αβρόχοις ποσίν, παντός καιρού και διά πάσα μαλακία.

Δεν μπορείς να σταματήσεις τον ήλιο, ούτε τη βροχή. Εγώ προσπαθούσα να σβήσω τον ήλιο και να μαζέψω τη βροχή. Δεν γίνεται! Αποδέχεσαι ότι ο καιρός είναι άστατος, και φεύγεις, προφυλάσσεσαι.

Κάποτε μου είχε γράψει μία ανώνυμη σχολιάστρια εδώ, ότι όταν σε ενοχλεί το φως της λάμπας δεν προσπαθείς να σβήσεις τη λάμπα. Απλά φεύγεις για να μην σε ενοχλεί το φως της. Δεν είχα καταλάβει τότε γιατί. Σε μένα ακουγόταν πολύ απλό να πατήσεις τον διακόπτη και να τη σβήσεις. Δεν πάει έτσι. Η λάμπα θα λάμπει, και αν τη σβήσεις θα βρεθεί άλλος να την ξανά ανοίξει. Αν δεν το αντέχεις, πας και κοιμάσαι σε άλλο δωμάτιο.

Το δεύτερο πράγμα που έμαθα από όλη αυτή τη διαδικασία είναι το εξής: Η ζωή είναι ένα μικρό διάλειμμα από την αιωνιότητα της ανυπαρξίας. «Από μια μαύρη τρύπα ερχόμαστε και σε μια άλλη μέσα θε να μπούμε» που λέει και ο Καρβέλας στο άσμα του. Ακριβώς γι’ αυτό, ο σκοπός στη ζωή δεν πρέπει να είναι κανένας άλλος από την ηδονή και την απόλαυση. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αντιδράς με τρόπο που οι βιοχημικές αντιδράσεις του εγκεφάλου σου, να σου προσφέρουν χαρά. Αυτό θα επιτευχθεί μόνο επιλέγοντας σε κάθε δεδομένη στιγμή αυτό που σου προξενεί απόλυτη χαρά και ικανοποίηση. Τέρμα οι ενοχές, τέρμα η καταπίεση, τέρμα οποιαδήποτε μορφή δουλοπρέπειας.

Αν κάθεσαι στο γραφείο και τσαντίζεσαι, απλά σήκω και φύγε. Πήγαινε μια βόλτα και ξαναγύρνα, βγες και αγόρασε κάτι που μπορεί και να μην χρειάζεσαι. Αν σε τσαντίζει η τάδε συνάδελφος, βρίστην. Μετά ζήτα της συγγνώμη. Αν σου πει ότι η συγγνώμη είναι μισό χέσιμο, συμφώνησε. Θα έχεις ήδη χαρεί από την έκπληκτη φάτσα της. Αν επιμένει, πες της ότι δεν άκουσε καλά και ότι όλα τα έβγαλε από το μυαλό της. Βγάλτην τρελή. Γάμησέ της το μυαλό. Αν πάει στον διευθυντή και σε καταγγείλει παραδέξου ότι την έβρισες αλλά πες του ότι το καταπόλαυσες και ότι θα έπρεπε να το δοκιμάσει κι ο ίδιος. Βρίστε την μαζί! Αν θέλεις να φας τυρόπιτα, φάε! Αν θέλεις να ακούσεις τσιφτετέλια, άκου τα. Αν θέλεις να φύγεις από το πάρτι που δεν περνάς καλά, φύγε και πες τους το κατάμουτρα ότι φεύγεις επειδή δεν περνάς ωραία. «Είστε όλοι βαρετοί». Γίνε αγενής αν αυτό σου προξενεί χαρά. Γίνε ευγενής αν αυτό σου προξενεί ακόμα περισσότερη χαρά. Κάνε ό, τι θέλεις! Είσαι σαράντα. Ζήτημα να σου απομένουν άλλα τόσα (αντικειμενικά λίγα και αμφιβόλου ποιότητας) χρόνια μπροστά σου. Μην στερείς του εαυτού σου ούτε λεπτό ηδονής. Θέλεις να κάνεις σεξ; Κάνε! Δεν θέλεις; Μην κάνεις. Δες Νετφλιξ. Βγες για μπύρα. Δεν έρχεται κανένας μαζί σου; Βγες μόνος σου. Πήγαινε βόλτα με το ποδήλατο, πότισε τα δέντρα, ξάπλωσε χάμω και γίνε ολόλασπος και μετά τρόμαξε τη γριούλα που περπατά στο μούχρωμα για να κάψει τη χοληστερίνη. Κάνε ό, τι θέλεις. Αυτό κάνω εγώ φέτος. Και είναι τέλειο γιατί άμα σε καταλάβουν ότι έτσι πλέον πορεύεσαι και δεν είσαι διατεθειμένος να σταματήσεις οπουδήποτε, λίγοι τολμούν να μπουν τροχοπέδη στα θέλω σου. Τον τρελό και τον φοβούνται και τον σέβονται.

Αυτά μου έμαθε η ψυχοθεραπεία, αυτά μου έμαθε ο Καρβέλας, αυτά μου έμαθε ο Σοπενχάουερ. Ελπίζω να μην χρειαστεί ποτέ ξανά να καθίσω στο ντιβάνι. Η ψυχοθεραπεία είναι πανάκριβη, αλλά επέμενα να την κάνω ακόμα και στους χαλεπούς καιρούς όπου έπρεπε να δουλεύω στο μωλ για να τα βγάζω πέρα. Ήταν μία επένδυση για τη γαλήνη μου. Μία ψυχή την έχω, και δεν θα σας έκανα τη χάρη να μου τη βγάλετε πριν την ώρα μου. Αμήν!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2020

60 Χρόνια Κύπρος

Σε τρεις μέρες θα γιορτάσουμε την 60η επέτειο διακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τι να πει κανείς για την Κυπριακή Δημοκρατία, πλέον έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι ότι σήμερα είναι, αύριο δεν είναι, πρόκειται για ξεκάθαρο πολιτικό πείραμα, παύλα (πάρα)μόρφωμα.

Δεν θα διαφωνήσω, πλέον έχω αντιληφθεί ότι αυτό το σχεδόν κράτος έχει ημερομηνία λήξης και τρέμω με την ιδέα για το πού και πότε ακριβώς θα καταλυθεί, αν αυτό θα γίνει από μόνο του, διά της βίας, ή με την υπογραφή μας, και γι’ αυτό έχω πάψει προ πολλού να παρακολουθώ ειδήσεις, γιατί είχα φτάσει στο σημείο να χάνω τον ύπνο μου. Από τον καιρό που έκανα παιδί, έτι περισσότερον!

[Η ενημέρωση που λαμβάνω για το τι συμβαίνει γύρω μας, είναι εντελώς συμπτωματική. Για τον πόλεμο Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν σήμερα τα έμαθα, κουτσά στραβά απ’ το τουίτερ. Μόνο για το Big Brother μπορώ να εκφέρω εμπεριστατωμένη άποψη στη φάση που βρίσκομαι].

Πίσω στο θέμα μας, όμως.

Εξήντα χρόνια Κύπρος. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα κατορθώματα αυτού του κράτους και αυτού του λαού; Υπάρχει κάτι σ’ αυτή την μικρή πορεία και ιστορία για το οποίο αισθάνεστε υπερήφανοι που είστε Κύπριοι πολίτες; Πέραν της 2ης θέσης που έφερε η Φουρέιρα, εννοώ. Πιστεύετε ότι αφορούμε κανέναν; Θα έπρεπε να αφορούμε κανέναν; Το Μαυροβούνιο, η Ανδόρρα και το Λουξεμβούργο αφορούν κάποιον; Γιατί εμείς να θεωρούμε ότι αξίζουμε περισσότερη σημασία; Τι επιδείξαμε όλα αυτά τα χρόνια πλην μιας πλήρους σύγχυσης ως προς την εθνική μας ταυτότητα, ως προς το ποιοι είμαστε και προς τα πού θέλουμε να πορευτούμε;

Η Κύπρος είναι ένα καταραμένο μέρος, κατά τη γνώμη μου. Ένα μέρος με κακό φενγκ σούι, εξ αιτίας της ατυχέστατης γεωγραφικής του θέσης. Έχει, ή μάλλον είχε, κάποιες φυσικές ομορφιές στις οποίες μπορούσες να ζητήσεις αναψυχή και απόλαυση αλλά θεωρώ ότι με την κλιματική αλλαγή ξεθώριασαν κι αυτές.

Βρήκα ένα βίντεο από τους αντίστοιχους εορτασμούς του 1990 για τα τριαντάχρονά μας. Γραφικότατο σε βαθμό συγκίνησης. Μαθητές και στρατιώτες σχηματίζουν την Κύπρο μέσα στο κατάμεστο Μακάρειο Στάδιο και σχολές χορού χορεύουν κυπριακούς παραδοσιακούς χορούς. Σε κάποια φάση παιανίζει και η Βέμπο με το «παιδιά της Ελλάδος». Στις κερκίδες αχνοφαίνονται Έλση και Χριστόφιας. Φαντάζομαι ήταν όλη η πολιτική συμμορία παρούσα. Θα μπορούσε να ήταν μία μίνι τελετή έναρξης κάποιας μπανάλ Ολυμπιάδας. Δείτε το, τουλάχιστον τα χαϊλάιτς. Εγώ δεν θυμόμουν καν ότι μεταδόθηκε τέτοιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, τότε.

Για τα εξηντάχρονα δεν ξέρω αν σχεδιάστηκε οτιδήποτε. Άλλωστε με τον κορωνοϊό, τι πλάνα να’ χεις; Αυτά που έγιναν το 1990 πάντως ήταν συγκινητικά. Καταμαρτυρούν πως τότε υπήρχε ακόμα κόσμος που την πίστευε την καημένη την Κυπριακή Δημοκρατία. Τη νοιαζόταν και την καμάρωνε. Μετά από τόσα στραπάτσα και τόση απροκάλυπτη διαφθορά αμφιβάλλω αν πλέον κανένας ενδιαφέρεται για την επιβίωσή της, τόσο σε εσωτερικό όσο και εθνικό επίπεδο. Να ‘ναι καλά η Ευρώπη, με τα καλά της και τα κακά της, που αν γίνει ποτέ ένα μπαμ θα μας περιμαζώξει, όσοι επιβιώσουμε, να μας μπήξει σε κάποιο βαλκανικό περίχωρο, να στήσουμε εκεί το γκέτο της «νέας Κύπρου» και να σκάσουμε.

Καλά στερνά!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2020

Μουλάν

Η Μουλάν είναι άλλη μία μέτρια και σχεδόν αποτυχημένη προσπάθεια από τη Ντίσνεϊ να μεταφέρει τα κλασικά της στην μεγάλη οθόνη με πραγματικούς ηθοποιούς.

Πήγαμε και την είδαμε σύσσωμοι, το Σάββατο. Αψηφώντας τον φόβο για τον κορωνοϊό εντός μίας κλειστής αίθουσας κινηματογράφου. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα είχε κόσμο, κι’ όμως, ήμασταν αρκετοί. Καμιά πενηνταριά. Καθίσαμε ο καθένας ξεχωριστά, σαν άγνωστοι, με το μωρό να κάθεται μια πάνω μου, μια πάνω στη μητέρα του. Μισή χαρά, τζάμπα το family time που επεδίωκα.

Τέλος πάντων, τι να λέμε τώρα για την ταινία. Κατ’ αρχάς δεν είναι από τις αγαπημένες μου, έτσι κι αλλιώς. Η τέχνη της, τα γραφικά της, δεν μου άρεσαν ούτως ή άλλως και από όλες τις ταινίες που κυκλοφόρησε η εταιρεία μέσα στα ‘90ς είναι η χειρότερή μου. Ο μόνος λόγος που άρχισα να τη συμπαθώ είναι επειδή αρέσει του γιου μου (γελώ γιατί μπορεί να μην φοβάται τους Ούννους, αλλά όποτε δούμε την ταινία με βάζει να του προσπερνώ τη σκηνή με την προξενήτρα, την οποία τρέμει).

Πίστεψα ότι ακριβώς επειδή το καρτούν ήταν ψιλό-μούφα, θα ήταν εύκολο για την ταινία να την υπερκαλύψει και να την προσπεράσει. Μετά δυσκολίας το κάνει. Το μεγαλύτερο ατού του καρτούν, που ήταν η μουσική, απουσιάζει από την ταινία. Ήθελαν να την κάνουν πιο ‘σοβαρή’, τρομάρα τους. Ακούγεται σε κάποιο σημείο το reflection, αλλά μόνο ορχηστρικά, και ελάχιστα. Όλα τα άλλα μουσικά θέματα, απλά και εγκληματικά, αγνοήθηκαν.

Η Μουλάν δεν είναι κυριολεκτική μεταφορά του καρτούν. Στην ταινία απουσιάζουν οι πρόγονοι και μετενσαρκώνονται όλοι σε ένα Φοίνικα που πετά συνέχεια πάνω από το κεφάλι της πρωταγωνίστριας σαν φύλακας άγγελός της. Επίσης, απουσιάζει η γιαγιά, προστέθηκε μία αδελφή, απουσιάζει ο Μούσιου, η ακρίδα, ενώ ο γοητευτικός λοχαγός Λι υποφωτίζεται και παραμερίζεται στην πλειοψηφία του έργου. Καλά, καλά δεν υπάρχει φλερτ. Το φόκας είναι αλλού, εκεί που ξερνάς. Καλά καταλάβατε, στο φεμινιστικό του πράγματος!

Η Ντίσνεϊ, τα έχουμε ξαναπεί, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει πια. Θέλει να δημιουργεί πριγκίπισσες γιατί αυτές ελκύουν τα κοριτσάκια, αλλά δεν τις θέλει αρκετά θηλυκές, τις θέλει και λίγο μάγκισσες για να είναι σύγχρονες και πολιτικά ορθές, ώστε να αρέσουν και στους γονείς. Εξ ου και η Έλσα φορεί μακρύ φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ αλλά ξέρει και να εκτοξεύει το χιόνι της στις ίδιες πόζες όπως ο Spiderman. Για να εντυπωσιάζονται και τα αγόρια και όσα κορίτσια αισθάνονται αγόρια. Η Μουλάν έχει νοσήσει εξίσου. Είναι μεν επαναστάτρια και ολίγον τι φορτηγατζής, αλλά στο τέλος θέτει πάνω απ’ όλα την οικογένειά της και επιστρέφει σπίτι της να καλοπαντρευτεί. Ακροβατεί ανάμεσα στη χειραφέτηση αλλά και στα family values τα οποία ως γνωστόν αποτελούν κορωνίδα των Αμερικάνων, μη χέσω. Ένας αχταρμάς.

Στην ταινία προστέθηκε και ένας νέος γυναικείος χαρακτήρας, μία πολεμίστρια από τη μεριά των Ούνων, η λεγόμενη... Ουνάρα, όπως διάβασα κάπου στο τουίτερ και γέλασα, η οποία είναι το αντίστοιχο πρότυπο της Μουλάν στο πιο παλιό, στο πιο περιθωριοποιημένο, εξ ου και στο τέλος τη βοηθά να σώσει τον αυτοκράτορα αφού καταλαβαίνει πως στη φυλή της δεν πρόκειται να αναγνωριστεί η συμβολή της. Έτσι αποφασίζει να τους τη φέρει εκ των έσω. Παντού φεμινιστικά υποβόσκοντα μηνύματα, ένας εμετός.

Για να λέμε και τα καλά, η ταινία έχει και ωραίες και συγκινητικές στιγμές, έχει ωραία τοπία, κάποια φαίνονται πολύ ψεύτικα, κάποια πολύ πραγματικά και εξωτικά. Κάποιες σκηνές είναι αργές, αλλά έτσι είναι όλα τα κινέζικα βασανιστήρια, τι να κάνεις.

Δεν είναι πάντως η χειρότερη μεταφορά της Ντίσνεϊ ως τώρα. Είδαμε και πολύ χειρότερα. Μέχρι στιγμής το τοπ μου από την καλύτερη στη χειρότερη, είναι το εξής:

1.   The Jungle Book

2.   Aladdin

3.   Cinderella

4.   Beauty and The Beast

5.   Mulan

6.   Dumbo

7.   Maleficent (Sleeping Beauty)

8.   The Lion King

Ο γιος μου σχετικά κάθισε φρόνιμος και παρακολούθησε την ταινία. Του αγοράσαμε να τρώει Pringles και ήθελε να φάει όλο το κουτί. Η μάνα του από τη μπροστινή σειρά άρχισε να θυμώνει ότι θα πάθει τίποτα απ’ το πολύ το αλάτι, έτσι εγώ αναγκάστηκα να του τα πάρω από τα χέρια και να τα ακουμπήσω στη χειρολαβή της καρέκλας. Σε ολόκληρη την ταινία προσπαθούσε να τα αρπάξει να φάει κι άλλα, και προκειμένου να μην γίνουμε θέαμα του τα έδωσα γιατί συμφώνησε πως «θα τα κρατώ μόνο, δεν θα τα φάω άλλα». Ύστερα τον τσάκωσα να χώνει μέσα στο κυλινδρικό κουτί το χέρι του και να τα ανακατεύει. Τον αγριοκοίταξα και εκείνος μου είπε «θέλω μόνο να τα αγγίζω, δεν θα τα φάω». Ύστερα από λίγο έμπηξε τη μύτη του μέσα στον κύλινδρο και τον αγριοκοίταξα πάλι. Μου εξήγησε ότι «δεν θα τα φάει απλά ήθελε να τα μυρίζεται» και στο τέλος έδωσε ο Θεός και του έπεσαν όλα κάτω και δεν έμεινε κανένα μέσα στο κουτί. 

Η Μουλάν πάλευε με τους Ούνους και ο γιος μου πάλευε να τα περισώσει από το πάτωμα. Τον έπεισα ότι έληξε το πάρτι, δεν θα έτρωγε άλλα και σ’ όλη την υπόλοιπη ταινία ήταν με κατεβασμένα μούτρα. 

Ωραία ήταν.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2020

Τα Όρια Της Τέχνης

 Άκου μια πραγματική ιστορία.

Κάποτε, περί το 2013 ή και 2014, δεν θυμάμαι ακριβώς, είχα βγει με φίλους μου σε ένα μπαρ και σχολιάζαμε την επικαιρότητα. Ήταν τότε που ο Κασιδιάρης επιτέθηκε στην Κανέλλη στον αέρα μίας εκπομπής και όλοι έσπευσαν να καταδικάσουν τη «βία προς μία γυναίκα», παρά τη «βία» γενικότερα. Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, αλκοόλ και ξηρού καρπού, η συζήτηση πήρε την ελαφρότητα που της άξιζε, οπότε κι εγώ ξεστόμισα ένα χαρακτηρισμό προς την Κανέλλη και τη σεξουαλική της ταυτότητα, ο οποίος παραλίγο να με βάλει σε μπελάδες.

Την επόμενη μέρα το πρωί, με κάλεσε ο προϊστάμενος μου στη δουλειά και άρχισε να προσπαθεί με τρόπο να μου πει να προσέχω πώς εκφράζομαι. Εγώ δεν κατάλαβα πού το πήγαινε, νόμισα ότι διάβασε κάτι στο μπλογκ μου και θίχτηκε, ή άθελά μου πρόσβαλα κάποια συνάδελφο, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να μη μου λέει ευθέως τι του έφταιγε. Στα πολλά, κατάλαβα πως δεν ήταν υπηρεσιακό το πρόβλημα, ήταν κάτι που του μεταφέρθηκε απ’ έξω. Αρνούνταν να μου εξηγήσει, απλώς κατέληξε με μία συμβουλή «σαν πατέρας προς υιό» (έτσι μου είχε πει). «Στη ζωή δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, υπάρχει και το γκρίζο» μου είπε.

«Με γρίφους μιλάς γέροντα», ήθελα να του πω. Εξήλθα του γραφείου του γεμάτος απορίες και δεν πήγαινε ο νους μου τι συνέβη και έπρεπε να γίνει αυτή η άβολη κουβέντα. Την επόμενη μέρα, όμως, έμαθα από τους ψιθύρους των διαδρόμων ότι καταγγέλθηκα τηλεφωνικώς, επειδή την προηγούμενη νύχτα στο μπαρ, καθώς τα έπινα με δυο φίλους μου εκφράστηκα όπως εκφράστηκα για τη Λιάνα Κανέλλη. Την καταγγελία έκανε μία… Κύπρια «Κανέλλη», η οποία καθόταν στο πίσω τραπέζι και κρυφάκουγε τη συζήτηση μας. Έπρεπε να το είχα καταλάβει νωρίτερα, διότι επρόκειτο για μια αντιπαθέστατη συμπλεγματική αρχίδω που με γνώριζε από τις θεατρικές, απογευματινές μου ασχολίες. Προφανώς έστησε αφτί, αναγνώρισε στα σχόλια μου για την Κανέλλη τον εαυτό της, και έκρινε ότι έπρεπε να ενημερωθεί ο προϊστάμενός μου.

Φυσικά, πέραν της «φιλικής συμβουλής από πατέρα προς υιό» έληξε αναίμακτα η φάση στο γραφείο. Κοίτα όμως νοοτροπία. Η κυρία έκρινε ότι έπρεπε να μου δημιουργήσει πρόβλημα, καταγγέλλοντάς με για τις απόψεις μου στον προϊστάμενό μου, τις οποίες εξέφρασα σε ιδιωτική συνομιλία (μπορεί να ήμασταν σε δημόσιο χώρο αλλά η συζήτηση δεν έπαυε να ήταν ιδιωτική), την οποία συνομιλία κρυ-φα-κου-σε! Θράσος! Για την ιστορία να σου πω ότι τη συγκεκριμένη Κατίνα την ξαναπέτυχα έξω πολλάκις, βρεθήκαμε και σε παραστάσεις άπλετες φορές, αλλά ουδέποτε της έκανα τη χάρη να της ζητήσω τα ρέστα για το συμβάν, γιατί θεωρώ ότι έχει τρομερά προσωπικά προβλήματα και κόμπλεξ, προβλήματα που δεν μπορούν να της τα λύσουν ούτε δέκα ψυχολόγοι μαζί, οπότε πάντα της χαμογελώ και της πιάνω τη κουβέντα σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Τη βλέπω που «χαλιέται» λίγο όποτε της απευθύνω τον λόγο και τη χαιρετώ ευγενικά, αν και εγώ ηδονίζομαι που ταυτόχρονα τη φαντασιώνομαι γυμνή να σουβλίζεται στη φωτιά, στην πίσω αυλή μου.

Όλα αυτά γιατί συνέβησαν; Γιατί όλοι οι κακομάζαλοι άνθρωποι που μεγάλωσαν στο περιθώριο θέλουν να εκδικηθούν για τη χαμένη παιδική τους ηλικία θέτοντας φραγμούς στην έκφρασή μας. Στην έκφρασή μου. Κι εγώ, όπως ήδη θα καταλάβατε όσοι με διαβάζετε χρόνια, δεν μπορώ να στρογγυλεύω τα λόγια μου. Το βρίσκω βαρετό να λέω εύσωμη, αντί χοντρή. Να λέω ομοφυλόφιλη αντί λεσβία. Να λέω πόρνη αντί πουτάνα. Να λέω κομματικό στέλεχος αντί κομματόσκυλο. Συμφωνώ ότι οι λέξεις λειαίνουν τον πόνο αλλά δεν αλλάζουν τα νοήματα.

Εν πάση περιπτώσει, φτάσαμε στο 2020 και κάποια πράγματα θεωρούνται πλέον ανεπίτρεπτα, γιατί έχουν τα πάντα αποστειρωθεί και τα πάντα ευνουχιστεί. Δεν μπορείς να μιλήσεις για τη γυναικεία περίοδο, αυτόματα είσαι σεξιστής. Δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ούτε καν το κίνημα μπλακ λαϊβς μάττερ γιατί ακόμα κι αν τα κίνητρά σου είναι αγνά, θεωρείσαι ρατσιστής. Δεν δικαιούσαι να πεις ότι ο Θέμης του Μπιγκ Μπράδερ βάφεται σαν ξόανο, γιατί είσαι ομοφοβικός. Γενικώς, δεν μπορείς να εκφραστείς. Πρέπει να μετρούμε κάθε λέξη και να τη ζυγίζουμε. Διανύουμε την εποχή που η συναισθηματική νοημοσύνη είναι το παν! Διανύουμε την εποχή που η Έλενα Ακρίτα μας μαθαίνει τι εστί «κακοποιητικός λόγος» στο θέατρο και καλεί τον Σεφερλή να σταματήσει το έργο του αποκαλώντας το, ελαφρά τη καρδία, “trash!”, επειδή οι ρόλοι του αφορούν σε στερεότυπα που πρέπει να εκλείψουν.

Τη βλέπω τη λογική σε όλα αυτά. Δεν συμφωνώ, θεωρώ ότι το παραχέσαμε, αλλά βλέπω το σκεπτικό.

Και μετά από όλα αυτά, μετά που μας έχουν γίνει τα αρχίδια ΤΟΣΑ, με τα περί hate speech και πολιτικής ορθότητας, μετά που μας βάλατε να μετρούμε μέχρι το δέκα πριν μιλήσουμε μπας και υπερβούμε τα εσκαμμένα και σας θίξουμε, έρχεται η αριστερά να μας πει ότι «Δεν Υπάρχουν Όρια στην Τέχνη». Και ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τον κάθε σκερβελέ που απεικονίζει τον Ιησού γυμνό να πανηγυρίζει τη νίκη της Ομόνοιας γιατί έτσι προκαλείται η κοινή γνώμη, γίνεται συζήτηση και η τέχνη πετυχαίνει τον σκοπό της! Αν είναι δυνατόν! Από χθες όλη η κυπριακή αριστερά ανακάλυψε την τέχνη και τα όριά της. Από πού να το πιάσεις. Από το ότι βλέπω τη λέξη «κυπριακή αριστερά» και «τέχνη» στην ίδια πρόταση;

Η τέχνη είναι πολύ αόριστο πράγμα. Στο μουσείο Μπομπιντού στο Παρίσι υπάρχουν δυο πίνακες του Μιρό οι οποίοι είναι άδειοι. Σκέτος λευκός καμβάς. Αυτό θεωρείται τέχνη. Αντιλαμβάνεστε, δεν είναι κάτι για το οποίο μπορούμε όλοι να εκφράσουμε εμπεριστατωμένη άποψη. Η τέχνη είναι αόριστη έννοια. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να συζητούμε και για τα όριά της. Η τέχνη δεν έχει όρια, συμφωνώ. Τέχνη είναι και ο λευκός καμβάς, τέχνη είναι και η καταστροφή της Χίου του Ντε Λα Κρουά, τέχνη είναι και ο Παππούς με το Τσιμπούκι, τέχνη είναι και ο Παρθενώνας, τέχνη είναι και το ιγκλού, τέχνη είναι και ο Καρβέλας, τέχνη είναι και ο Μπουγάς, τέχνη είναι και οι ταινίες του Ντίσνεϊ, τέχνη και οι κυπριακές σειρές. Όμως η τέχνη δεν παύει να είναι κι αυτή μια μορφή έκφρασης. Εφόσον την έκφραση την έχετε ευνουχίσει, της έχετε θέσει χαλινάρι, τη στρογγυλέψατε και την σμιλέψατε όπως σας συμφέρει για να μην γίνεται αλάτι στις πληγές σας, έτσι πρέπει να γίνει και με την εικαστική τέχνη. Από τη στιγμή που καταργήσαμε οποιαδήποτε μορφή λεκτικής έκφρασης η οποία πιθανώς να προσβάλλει το ποιόν σας, από πού κι ως πού θυμηθήκατε ότι ξαφνικά η εικαστική δεν έχει όρια;

Εσείς δεν είστε που λυσσάξατε να αλλάξουν τίτλο οι «δέκα μικροί νέγροι» της Άγκαθα Κρίστυ; Εσείς δεν είστε που ασκήσατε πιέσεις να κοπεί η σκηνή με τη μαύρη δούλα στο «όσα παίρνει ο άνεμος;» Εσείς δεν θέλετε να σταματήσουν τα χαστούκια του Παπαμιχαήλ προς τη Βουγιουκλάκη επειδή θρέφουν την ενδοοικογενειακή βία; Εσείς δεν είστε που καταργήσατε όλες τις «άβολες» σκηνές στις ταινίες του Ντίσνεϊ επειδή «μολύνουν την παιδική ψυχή;» Ξαφνικά η τέχνη δεν έχει όρια και δώστου προσβολές στα Θεία και στα εθνικά σύμβολα;

Άντε ρε παπάρες, καθόμαστε και σας παίρνουμε και στα σοβαρά! Βρίστε τα Θεία όσο θέλετε, είχαμε μια σκασίλα τώρα αν βάλατε τον Ιησού πάνω στη μοτοσυκλέτα ή πάνω σε καρουζέλ να καθαρίζει κρεμμύδια. Στ' αρχίδια μας και αν βάλατε το σκύλο να κατουρά στον Γρίβα. Αλλά θα βρίζω κι εγώ, και θα σας ξευτυλίζω όσο θέλω! Και τολμάτε να έρθετε να με καταγγείλετε για έλλειψη πολιτικής ορθότητας και ευαισθησίας, να σας πω εγώ για πότε θα ανάγω τις ύβρεις σε τέχνη ώστε να δικαιούμαι «ασυλία». Πάνε τώρα 48 ώρες δεν κάνουμε άλλη δουλειά, καθόμαστε και ασχολούμαστε με τις μουντζούρες ενός ατάλαντου, και τον κάναμε και ήρωα!

Αϊσιχτίρ από δω’ χάμω!

Καλημέρα.