Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2021

Chart Show: Πολιτική Ορθότητα

Θυμάστε τα χρυσά χρόνια αυτού του μπλογκ στα οποία παίζαμε Chart Show και σας παρέθετα λίστες με διάφορα τραγούδια που μ’αρέσουν, ανά κατηγορία; Ε, πάνε πια αυτά καθώς έχετε κι εσείς προσέξει. Ούτε κέφι διαθέτω, ούτε χρόνο για τέτοια. Σήμερα όμως, ήμουν στο αυτοκίνητο κι άκουγα ένα υπέροχο τραγούδι από τη δεκαετία του ’80 και σκεφτόμουν «Ααχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», και «Δεν γράφονται πλέον τέτοια τραγούδια». Μα την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα ότι το συγκεκριμένο τραγούδι δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει εν έτει 2021. Θα έπεφταν όλοι να φάνε τους δημιουργούς για παραβίαση της πολιτικής ορθότητας.

Γνωρίζετε πόσο απεχθάνομαι την πολιτική ορθότητα και πόσο καταδυναστευτική τη βρίσκω. Τα έχω ξαναγράψει σε αντίστοιχο κείμενο για τις ταινίες του Ντίσνεϊ. Τη θεωρώ μία μορφή σύγχρονου φασισμού, με την ουσία όμως του όρου. Τη θεωρώ μάστιγα, βραχνά, μία μαλακία στο τετράγωνο. Αποφάσισα να κάνω ένα έκτακτο Chart Show και να σας παραθέσω μία πρόχειρη λίστα παλαιοτέρων ελληνικών τραγουδιών τα οποία στις μέρες μας θα κατακρίνονταν και πιθανόν να λογοκρίνονταν από το ελληνικό ραδιόφωνο. Μερικά τα παραθέτω για πλάκα, αλλά υπάρχουν και δύο-τρία που θεωρώ ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τα εσκαμμένα.  

Ας τα εξετάσουμε:

«Θες δεν θες, τώρα θα το κάνουμε. Θες δεν θες, σταμάτα να κλαις!»

Θα μπορούσε να λέγεται και «θα σε βιάσω». Όχι μόνο την απειλεί ότι θα την βιάσει, αλλά της λέει να σταματήσει να κλαίει γιατί δεν αντέχει να την ακούει. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί δεν συζητήθηκε η ύπαρξη αυτού του τραγουδιού. Θα μου πεις, επειδή μόνο εσύ θα μπορούσες να ξέρεις την ύπαρξη του. Ε, όχι και μόνο εγώ. Τότε ο Καρβέλας μεσουρανούσε. Αν έβγαζε αυτό τον στίχο σήμερα, στις εποχές των μεσημεριανών πάνελ, θα γινόταν χαμός. Ας εστιάσουμε αλλού όμως. Στο κατά πόσο ο στίχος του τραγουδιού επηρέασε τους ακροατές. Κατά πόσο ο στίχος αποτελεί παρακίνηση στη διάπραξη εγκλήματος. Πόσοι φανς του Καρβέλα μεγαλώνοντας έγιναν πιο επιρρεπείς σε τέτοιες συμπεριφορές και πράξεις; 


Σοκαριστική λεπτομέρεια: Ανάμεσα στους θεατές στο βίντεο κλιπ είναι και η μικρή Σοφία Καρβέλα!



«Έλα κρυφά, έλα λαθραία, τη νύχτα αυτή που κρυφά ακροβατώ, παράνομα κι ωραία!»

Μα τι λόγια είναι αυτά; «Δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι!»

Έλα τώρα χρυσή μου που δεν υπάρχουν λαθραίοι. Που διπλο-κλειδαμπαρώνεσαι κάθε βράδυ πριν πέσεις για ύπνο. Πού δεν τολμάς να κατέβεις στη Λήδρας μόνη σου για βόλτα το βράδυ. Που βλέπεις αλλοδαπό στο δρόμο και αυτόματα κοιτάζεις αν έχεις κλειδώσει τις πόρτες του αυτοκινήτου σου. Που έβαλες κάμερες στο σπίτι να κοιτάζουν περιμετρικά μέχρι και τα Δημοτικά Όρια της παραπλήσιας πόλης. Τη μέρα που θα ξανακοιμηθείς με την πόρτα ανοιχτή, όπως τον Αντώνη Ρέμο, να το ξανασυζητήσουμε. 




«Ο Κύρης Του Σπιτιού»

Αν είναι δυνατόν να προωθείται η πατριαρχεία κατ’ αυτόν τον τρόπο! Πώς την προωθούμε κυρία μου; Δεν ακούτε τον στίχο; Αφού υπάρχει και αντίστιξη. Λέει «είμαι ο κύρης» και απαντά ο άλλος «είσαι κακομοίρης!» Δεν έχει σημασία, ο τίτλος για άλλα μας προετοιμάζει. Πώς τολμάτε να προσβάλλετε τόσες μάνες που περνούν των παθών τους τον τάραχο για να συνδυάσουν καριέρα και οικογένεια κατ’ αυτόν τον άκομψο τρόπο; Πώς αποδίδετε τα εύσημα μόνο στον πατέρα; Ο σωστός ο τίτλος, ο πολιτικά ορθός, απαιτεί όπως υπάρξει ισότητα. «Ο κύρης και η κυρά του σπιτιού!» Να πούμε και για την κυρά την κακομοίρα ως αντίστιξη, επίσης; Ε, όχι δα! Δεν θα υποθάλπετε τον μισογυνισμό μέσα από τα ευτελή σας σουξεδάκια. Σα δεν ντρέπεστε! Φτου σας!






«Ο Σκύλος Μου Είναι Γκέι»… Και για μένα μόνο κλαίει!

Ομοφοβία πασπαλισμένη με χιούμορ; Όχι ευχαριστούμε. Δεν θα εκτονώνει ο Καρβέλας τα κόμπλεξ και τα σύνδρομά του ασκώντας «μπούλινγκ» σε μία τόσο βασανισμένη μερίδα πληθυσμού, καταλάβατε; Όχι, εσείς δεν καταλάβατε. Το άσμα δεν αφορά στην ομοφυλοφιλία. Ο Καρβέλας έγραψε ένα τραγούδι για ένα μοναχικό άνθρωπο που ζει με τον σκύλο του και ο οποίος μοναχικός άνθρωπος χαριτολογεί όταν βλέπει τον  σκύλο του να εκτονώνεται ενστικτωδώς επάνω στο πόδι του όποτε συναντιόνται. Είναι μεταφορικός ο στίχος. Επί της ουσίας αναφέρεται στη μοναξιά και όχι στην ομοφυλοφιλία. «Τους γκέι δεν θα τους πιάνετε εσείς στο στόμα σας! Ούτε καν χάριν ευφυολογήματος!» Μα το εξήγησε ο ίδιος ο Καρβέλας σε συνέντευξη στην Ρούλα Κορομηλά, δεν έχει να κάνει με την ομοφυλοφιλία το τραγούδι. «Και τι ξέρει ο Καρβέλας για να πιάνει τους ΛΟΑΤΚΙ στο στόμα του, «τον γάρο μας μόνον εμείς τον δέρνουμε!». Μάλιστα, εντάξει, καταλάβαμε.






«Σκελετούλα σ’ αγαπάω σκελετούλα. Με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα»

Η νευρική ανορεξία δεν είναι θέμα για ποπ σαχλοσουξεδάκια, εντάξει; Τι πάει να πει με τα χέρια σου της κλείνεις τη μεσούλα; Body shaming απ’ την ανάποδη; Δεν φτάνει που η καημένη η κοπέλα παρασύρθηκε από τα προβληματικά πρότυπα που προωθούνται από όλα αυτά τα μυσογυνιστικά περιοδικά του Κωστόπουλου, έχουμε και τον Δάντη να γράφει σουξέ στην πλάτη μας; Ε, όχι!

«Μήπως θέλετε να γράψει κάτι άλλο, για plus size models που είναι και της μοδός;»

«Για να βάλει στο στόχαστρο τις ευτραφείς; Ούτε να το διανοείστε!»

« Ε, πού θα πάει η ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη; - Άμα θέλει ελευθερία έκφρασης να εστιάσει στους τσουροπαπάδες, στους εθνικιστές και στους φασίστες. Εμάς δεν θα μας πιάνετε στο στόμα σας!»





«…Κι όταν εσύ θα λες ΟΧΙ, σαν να έχω ακούει το ΝΑΙ θ’ αντιδρώ, γιατί η καρδιά μου πια το ‘χει κι έτσι απλά δεν θα υποταχθώ!»

Άλλο ένα ηθικό δίλημμα συγκατάθεσης εγείρεται στο εν λόγω άσμα. Όχι θα πει όχι, και ναι θα πει ναι, παίδες. Απλά πριν προχωρείτε σε κάθε βήμα θα πρέπει να ρωτάτε διπλά και τριπλά. Όπως όταν σβήνετε ένα αρχείο από τον υπολογιστή. Που σε ρωτά εκατό φορές «are you sure you want to delete this file?» Έτσι και στο κρεβάτι: «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μπω;» Εν ανάγκη να το ζητάτε γραπτώς και μάλιστα ενώπιον μαρτύρων. Scripta manent! Με την υπογραφή της. Δεν θέλετε μπλεξίματα στα γεράματα. Είδατε τι περνά σήμερα η ελληνική θεατρική σκηνή!




«Μελαμψές Βεδουίνες, ξελογιάστρες, τσαχπίνες

χορεύουνε τα βράδια τους χορούς της αγάπης, ενώ το ταμ-ταμ

το χτυπάει ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο μπλάκ, ταμ, ταμ, ταμ

Ταμ, ταμ, ταμ, χτυπάει ο σκυλάραπας.

 

Η μικρή από τ’ Αλγέρι, που ’χει βέρα στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι, της λένε γι’ αγάπη, ενώ η μικρή

γουστάρει τον αράπαρο, τον μαύραρο, τον σκύλαρο, τον μπλάκ

Ταμ τουμου τάμ, Ταμ τουμου τάμ, Ταμ ταμ τάμ

 

Γουστάρει κι αγαπάει, τον μαύρο, τον σκύλο, τον αράπη,

τον σατράπη, τον χασάπη, τον μανάβη, τον μπακάλη,

τον κουρέα, τον Αντρέα, τον Σαλέα, τον μαλέα,

τον Πελέ, τον χαβαλέ, τον λεχρίτη, τον κοπρίτη, τον κοιλιά,

τον φαταούλα, τον Σακουλέα, τον χλαμπαλέα,

τον Λέων, τον Τιμολέων, τον Ναπολέων,

τον Άρη, τον Θεοχάρη, τον σαλιάρη, τον μαλλιάρη, τον κουταλιάρη,

τον Αράπηηη.»

Αυτοί είναι οι στίχοι του τραγουδιού.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.





«Η Σκλάβα σου ήμουν, η σκλάβα σου είμαι και σκλάβα θα μείνω!»

Αυτό έγινε όντως θέμα πρόσφατα, όταν η Ήβη Αδάμου τραγούδησε το συγκεκριμένο τραγούδι κατά τη διάρκεια του Mad Walk. Μία ανώνυμη κοπέλα της άφησε σχόλιο στο ίνσταγκραμ ότι «έπεσε απ’ τα σύννεφα» που η νεαρή τραγουδίστρια «προωθούσε ένα τόσο κακό πρότυπο στα νεαρά κορίτσια». Το ότι επρόκειτο για στίχο της δεκαετίας του 1950 που ζούσαμε σε άλλο κόσμο βέβαια, δεν μπορούν να βάλουν το μυαλό τους να το φιλτράρει. Καμία ηθογραφική προσέγγιση. Όλα κυριολεκτικά. Εγώ αν ήμουν, θα άλλαζα το «σκλάβα» σε «δούλα» να τους σπάσω περαιτέρω τα νεύρα. Ε, συγγνώμη χρυσή μου, έχει κι η υπομονή τα όριά της!




Ξεκινά και λέει η χορωδία:

«Πριν πατήσει τα δεκάξι

Ήταν όλα της εντάξει

Οι καμπύλες και τα φρούτα της τα γνώριμα

μέσα σ’ ένα δύο μήνες γίναν ώριμα»

Μετά μπαίνει και η ίδια η Μπέμπα στο τραγούδι και λέει:

«Ένας θειος μου που κοντά του, μ’ έπαιρνε στα γόνατά του,

Τελευταίως πια μου ρίχνει άλλα βλέμματα, και μου κάνει κομπλιμέντα

και παινέματα…

Όλο έρχεται και πάει,

Τρέμει όταν μ’ ακουμπάει, και προχτές το βράδυ πάλι γύρισε,

Και με τρόμο στην κουζίνα μου ψιθύρισε…

Μπέμπα, έχεις γίνει σαν τη φράπα, Μπέμπα, Μπέμπα,

Έλα πίσω απ’ τη ντουλάπα να μην μας δει και ο μπαμπάς!»

 OK! Ξέφυγε η κατάσταση. 



Για το τέλος άφησα το τραγούδι που ενέπνευσε τη σημερινή ανάρτηση:


Θα σου ξεκουμπώνω το πουκάμισο τα βράδια

θα σε ξεκουράζω στα στηθάκια μου με χάδια,

θα ‘μαι μια σκλάβα σου τρελά ερωτευμένη,

θα ‘σαι ο σουλτάνος μου και θα’ μαι το χαρέμι

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.

 

Το πρωί θα φέρνω τον καφέ σου στο κρεβάτι,

και προτού να σηκωθείς ένα μασάζ στην πλάτη,

θα σου ντύνω, θα σου δένω μέχρι τη γραβάτα,

θα σε περιμένω σαν ερωτευμένη γάτα.

 

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

για το χατίρι σου, αγόρι μου, θα γίνω

Ανατολίτισσα, ανατολίτισσα

να με φιλάς εσύ κι εγώ…

να σβήνω.



Πόσο μοιραίο timing θα είχε αυτό το τραγούδι αν κυκλοφορούσε σήμερα, εν καιρώ Ταλιμπάν, μπούρκας και Αφγανιστάν. Ευτυχώς που κυκλοφόρησε το 1988 όταν ακόμα ο κόσμος είχε λίγο χιούμορ.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 08, 2021

Don't Shut Them Down

 Tους Abba τους έμαθα από τον πατέρα μου όταν κατά τη διάρκεια διακοπών στην Αγία Νάπα το μακρινό 1992 αγόρασε σε κασέτα το άλμπουμ με τα best of τους, το πασίγνωστο πλέον, "Abba Gold". Σε εκείνες τις διακοπές λοιπόν, η κασέτα έπαιζε σε επανάληψη χωρίς σταματημό σε όλες τις διαδρομές από τη θάλασσα στο εξοχικό, και οι παιδικοί και χαρούμενοι τόνοι του συγκροτήματος εντυπώθηκαν στο μυαλό μου μια για πάντα. Ακόμα και σήμερα, όταν ο κόσμος αναφέρεται στους Abba, πρώτα θυμάμαι τον πατέρα μου, και μετά όλα τα υπόλοιπα που έρχονται συνειρμικά. Έτσι λοιπόν, από εκείνον έμαθα το συγκρότημα- ούτε καν από τη Γιουροβίζιον. Περιττό δε να πω ότι το Waterloo, παρόλη τη σημασία που έχει για τον διαγωνισμό, εγώ δεν αντέχω να το ακούω.

Στις 2 Σεπτεμβρίου φέτος λοιπόν, οι Abba έβγαλαν δύο νέα τραγούδια. Θα βγάλουν ένα ολόκληρο άλμπουμ τον Νοέμβριο το οποίο θα περιέχει 10 τραγούδια αλλά μέχρι στιγμής μας παρουσίασαν μόνο δύο. Πώς τους ήρθε; Πάνε χρόνια που φημολογείται η επανένωση του συγκροτήματος, αλλά οι δημιουργοί το διέψευδαν κατηγορηματικά. Μάλιστα ήταν κάθετοι και δήλωναν πως «τέλος θα πει τέλος και πρέπει να μάθουμε να το εννοούμε και εσείς να το χωνέψετε». Δεν ξέρω τι μεσολάβησε και άλλαξαν τροπάρι. Τους είχαν τάξει άπειρες φορές λαγούς με πετραχήλια για περιστασιακά reunions μα όλες οι προτάσεις έπεφταν στο κενό. Τους ήθελαν στα 50χρονα της Γιουροβίζιον το 2005, δεν πήγαν. Τους ήθελαν ως guests στη Γιουροβίζιον του 2013, αρνήθηκαν. Τους ζήτησαν να κάνουν cameo εμφανίσεις στα γυρίσματα της ταινίας Mamma Mia το 2009, με το ζόρι δέχτηκαν να εμφανιστούν στους τίτλους τέλους ως Θεοί του Ολύμπου, κι εκεί μόνον οι άντρες του συγκροτήματος.

Υπήρχε γενικά μια άρνηση, μια απαξίωση, η οποία εμένα γενικότερα μου προκαλεί απομυθοποίηση όποτε την εντοπίζω σε καλλιτέχνες που δήθεν ξεπέρασαν το παρελθόν τους. Αυτοί που το απαρνούνται και δεν τιμούν τους φανς τους, έστω με επιλεκτικές και συλλεκτικές εμφανίσεις με ξενερώνουν. Βλέπε Αλέξια Βασιλείου. Δεν είπαμε να γίνουν και Πύξ Λάξ και να εμφανίζονται κάθε χρόνο στην «τελευταία τους συναυλία». Αλλά κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις θα μπορούσαν να γίνουν για τη νοσταλγία του πράγματος.

Εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρουμε γιατί και πως, μα άλλαξαν γνώμη. Και είναι ξανά εδώ, αν και είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ. Αν ακούσετε τα τραγούδια τους θα δείτε ότι γράφτηκαν για να θυμίζουν τα παλιά τους, ή μπορεί και να μην μπορούν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Κατά μία έννοια καλώς πράττουν αφού δεν θα μπορούσαν με τίποτα να παρουσιάσουν κάτι σύγχρονο που να ανταποκρίνεται στις επιταγές της εποχής του Weeknd, της Dua Lipa και της Lady Gaga. Κατά μία άλλη έννοια, πολύ κακώς, αφού δεν μπορούν να φανούν αντάξια της ιστορίας τους. Τα νέα τραγούδια μοιάζουν σαν ξεχασμένα demos από τους δίσκους που έβγαζαν τότε, ελαφρώς ραφιναρισμένα και προσαρμοσμένα στην ψηφιακή εποχή.

Χαρήκαμε για την έκπληξη της επανένωσης; Ναι, φυσικά. Χαρήκαμε για τα τραγούδια; Ναι χαρήκαμε. Γενικώς χαρήκαμε. Απλά αυτή η πάντα ευπρόσδεκτη επανεμφάνιση άργησε. Και ήρθε σε φάση που είχαμε χωνέψει ότι «ο πατέρας έφυγε». Δεν χρειαζόταν να μας τον φέρετε πίσω… χωρίς να μας τον φέρνετε. Αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Τα δύο νέα τραγούδα λέγονται I still have faith in you, και Don’t shut me down. Προτιμώ το δεύτερο το οποίο και παραθέτω πιο κάτω. Οι Γιούροφανς δηλώνουν ενθουσιασμένοι. Μάλιστα άρχισαν να διαδίδουν και φήμες, ότι αφού η EBU αποδέχεται στον διαγωνισμό οποιοδήποτε τραγούδι κυκλοφορεί μετά την πρώτη Σεπτεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς του διαγωνισμού, οι Abba κυκλοφορώντας τα τραγούδια στις 2/9 μας κλείνουν το μάτι με νόημα. Το αποκλείω, αλλά μου αρέσει να σπέρνονται τέτοιες χαριτωμένες φήμες.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2021

Καλλιτεχνικές Απώλειες

Σήμερα πέθανε ο Mad Clip, σήμερα πέθανε και ο Μίκης Θεοδωράκης.

Αυτό θα πει ανατρεπτικό ντουέτο!

Οι θανάτοι των διασήμων είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα, ειδικά όταν πρόκειται για καλλιτέχνες χωρίς ευρεία αποδοχή.

Το κατάλαβα όταν είχα γράψει τα χειρότερα για τον Παντελή Παντελίδη και την επόμενη μέρα σκοτώθηκε, κι από τις τύψεις μου αναγκάστηκα να σβήσω την ανάρτησή μου. Ένιωσα ότι τον «γλωσσόφαγα».

Όλα αυτά τα χρόνια έχω κάτσει και σκεφτεί το ζήτημα ενδελεχώς και έχω καταλήξει σε κάτι πολύ σοφό και χιλιοειπωμένο: «Αν δεν έχεις να πεις κάτι καλό, καλύτερα να μην πεις τίποτα». Η σιωπή αρκεί.

Το αν η μουσική του Mad Clip ήταν για τα σκουπίδια, είναι κάτι το υποκειμενικό. Και δεν ευθύνεται αυτός για το πού τον κατεύθυνε η αγορά. Γιατί να ευθύνεται ο Mad Clip για τους στίχους του αν η νεολαία με αυτά ευφραίνεται; Γιατί δεν φταίει η νεολαία και η ανύπαρκτη παιδεία μας που με αυτά μεγαλώνει; Γιατί δεν φταίει η νεολαία που δεν έχει ιδέα για το έργο του Μίκη Θεοδωράκη;

Δεν θα σωθεί το ελληνικό τραγούδι με τον χαμό του Mad Clip. Όπως δεν σώθηκε με τον χαμό του Παντελίδη. Θα βρεθούν άλλοι τύποι παρομοίου μουσικού υποστρώματος να αναπληρώσουν το κενό με στίχους που πιθανόν να ωραιοποιούν τοξικές καταστάσεις. Γιατί το κοινό αυτά θέλει. Και όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούμε να παρακαλούμε να πεθάνουν όλοι οι ράππερ, όλοι οι τράππερ και όλοι σκυλάδες. Είναι πολλοί και νικάνε.

Αυτούς τους ανθρώπους με τα καλά τους και τα κακά τους κάποια μανούλα τους κλαίει. Ας τη σεβαστούμε κι ας αφήσουμε τα «καλά να πάθει». Τα έπαθαν από το ξερό τους το κεφάλι, ναι συμφωνούμε, και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Η μουσική στην Ελλάδα μια φορά, θα παραμείνει η ίδια.

Εμένα το αντίστροφο με εκπλήσσει και ακόμα δεν το έχω ξεδιαλύνει μέσα μου. Το αν αξίζει ο θρήνος όταν πεθαίνουν ιδιοφυίες με παρόμοια και ακόμα χειρότερα κουσούρια. Θέλω να πω, κανένας δεν θα έλεγε «καλά να πάθει» ο Freddy Mercury των Queen, «…που πήγε και κόλλησε AIDS, ας μην σκυλογαμιόταν με όποιον έβρισκε ο πούστης». Εκεί όλοι μιλήσαμε για το «δυσαναπλήρωτο κενό». Κανείς δεν είπε «ψόφο στον παιδεραστή τον Michael Jackson» κανείς δεν είπε «καλά να πάθει η μπεκρού και εξαρτημένη Amy Winehouse». Κανείς δεν είπε «καλά να πάθει που γκρεμοτσακίστηκε στη μπανιέρα το τζάνκι η Whitney Houston». Είμαστε έτοιμοι να συγχωρέσουμε τα μεγάλα ταλέντα ακόμα και για χειρότερα εγκλήματα.

Το σπουδαίο έργο πάντα λειτουργεί ως ελαφρυντικό, μάλλον.

Ας σιωπήσουμε λοιπόν για σήμερα. Στο κάτω κάτω, αν το έργο τους έχει διάρκεια, θα παραμείνουν αθάνατοι. Αυτή ίσως είναι τελικά η απάντηση.  


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2021

Η Βίσση Στα Χρόνια Του Κορωνοϊού

 

Πώς λέμε «ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας;» Ε, κάπως έτσι.

Πρώτη φορά πήγα σε συναυλία από την εμφάνιση του κορωνοϊού και μετά.

Τι να σου πω. Τρεις ώρες σε συναυλία με μάσκα; Δεν άντεξα! Είχε και τόση πολλή υγρασία χθες βράδυ που με το πέρας μίας ώρας την αφαίρεσα. Ε, δεν θα καθόμουν να σκάσω. Όχι ότι κάθισε να σκάσει και κανείς άλλος. Το 90% των θεατών ήταν χωρίς μάσκα. Αν αυξηθούν από σήμερα τα κρούσματα, να ξέρετε, ήμασταν όλοι στη συναυλία της Βίσση. Όταν, δε, μερακλώσαμε με τα λαϊκά και αρχίσαμε να τραγουδούμε, ήμασταν η χαρά της διασποράς! Σήμερα ξύπνησα μπουκωμένος και πονώ τον λαιμό μου. Δεν ξέρω αν είναι ψυχολογικό, ή αν φταίει που τραγούδησα με τη ψυχή μου μετά από πολύ καιρό και πρήστηκαν οι φωνητικές μου χορδές. Θα πάω να κάνω rapid test μεθαύριο να δούμε.

Καθίσαμε πίσω από δύο μαλακισμένες στη συναυλία, τι να σου λέω τώρα! Η μοίρα μου το 'χει, μην βρεθεί στον διάβα μου άνθρωπος φυσιολογικός. Είχε ένα ξανθό κοντοπούτανο μπροστά μου, το οποίο παρόλες τις οδηγίες των ταξιθετών να παραμείνουμε άπαντες καθήμενοι καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας για τήρηση των μέτρων, δεν είχε κάτσιμο ο κώλος της. Σηκωνόταν όρθια και χόρευε συνέχεια. Οι ταξιθέτες τη σημάδευαν με το laser pointer για να συμμορφωθεί, αλλά τίποτα, αγρόν ηγόρασεν. Τους έβλεπε και τους αγνοούσε. Μέχρι και η Βίσση της είπε «κάτσε κάτω βρα» υπό τύπον αστείου, μα τίποτα. Στα παπάρια της! Επίσης, κρατούσε συνέχεια το κινητό της και έκανε ζωντανή μετάδοση στο instagram όλη τη συναυλία, αλλά δεν μετέδιδε την Άννα, αλλά τον εαυτό της να χορεύει. Έστελνε φιλάκια και έκανε νάζια στο κινητό, σαν να έκανε εκπομπή α λα Μαρίνα Κουντουράτου. Επίσης, κρατούσε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο και μας ντουμάνιαζε, κάτι το οποίο επίσης απαγορευόταν. Ο Θεός τη φώτισε και αποχώρησε πέντε λεπτά πριν τη λήξη της συναυλίας γιατί έτοιμο το είχα το μπουκάλι που θα έτρωγε στο κεφάλι. Καθόταν δίπλα από μία άλλη ανεκδιήγητη, είχαν έρθει μαζί, η οποία είχε νύχια μήκους μισό μέτρο το καθένα, και η οποία δεν κατάλαβα αν επρόκειτο για πραγματική γυναίκα ή τραβεστί.

Δεν κάνω για να παρακολουθώ συναυλίες της Άννας με άλλους. Δεν μπορώ να συνυπάρχω χωρίς να ασκώ την πρέπουσα βία. Στο τσακ γλίτωσαν οι χθεσινές.

Η συναυλία δεν ήταν κάτι άλλο από αυτό που έχουμε δει τα τελευταία 10 χρόνια των εμφανίσεων στο Hotel Ερμού. Είναι πλέον ένα… «μνημόσυνο» στα χρυσά χρόνια της νιότης μας. Δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος ξεσαλώνει όποτε ακουστούν τα «τραύματα» και οι «ατμόσφαιρες ηλεκτρισμένες». Ποθούμε όλοι την εποχή που ήμασταν είκοσι χρονών. Την εποχή της «Κραυγής». Την εποχή που ήμουν φοιτητής, τα καλύτερα μας χρόνια. Στα δε λαϊκά της, τα οποία μου θυμίζουν και τον πατέρα μου, δεν μπορώ να τραγουδήσω από τη συγκίνηση γιατί όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο τα ταυτίζω μαζί του και νιώθω περίεργα. Σαν να είναι εκεί και ακούει. Αυτό δεν μου συνέβαινε παλιότερα. Τώρα που μεγάλωσα αισθάνομαι το υπερφυσικόν του πράγματος. Τα χρόνια περνούν, φίλε. Τα «ερωτευμενάκια» μένουν, οι «μεθυσμένες καρδιές» επίσης. Δεν υπάρχει πια καινούριο δισκογραφικό υλικό. Κι αν υπάρχει μια στο τόσο κάνα συμπαθητικό «λουλακί», δεν μας αφορά και τόσο. Στη Βίσση πλέον πάμε για να θυμηθούμε πώς ήταν όταν ήμασταν ζωντανοί.

Στη μία το πρωί πέσαμε να κοιμηθούμε και στις 7:00 το πρωί σήμερα, είχαμε εγερτήριο. Πρώτη μέρα στο σχολείο για τον γιόκα μας, ο οποίος επιστρέφει στο νηπιαγωγείο. Από το άγχος του σηκώθηκε μόνος του να ετοιμαστεί. Ίδιος εγώ!

Επιτέλους ξεκουμπίστηκε το βρώμο-καλόκαιρο. Καλό φθινόπωρο να ευχηθώ, αν και τι φθινόπωρο, που σήμερα το πρωί είχε περισσότερη άπνοια και από Ιούλιο;!

Τα λέμε.

Πέμπτη, Αυγούστου 26, 2021

Εξηγώντας Τον Θάνατο

 

Το γιούδι μου το υπέροχο ήρθε στο δωμάτιό μας χθες βράδυ με τα ματάκια του βουρκωμένα και ζήτησε να κοιμηθεί μαζί μας. Πάνε μήνες που του κόψαμε το συνήθειο να πέφτει στο κρεβάτι μας, αλλά χθες για κάποιο ανείπωτο λόγο επέμενε. Παραμείναμε ανένδοτοι ώσπου έπαιξε το χαρτί του «θέλω να κάνω εμετό», κι εμείς σπεύσαμε να φέρουμε τον κουβά από το πλυσταριό, να τον βάλουμε αμέσως να κοιμηθεί ανάμεσά μας και να τον παρακολουθούμε ανά δέκα λεπτά να δούμε αν είναι εντάξει. Τίποτα δεν είχε τελικά, θεώρησα ότι είναι όλα απότοκα της μεταβατικής περιόδου που διανύει.

Σήμερα το πρωί ο Αλέξης είπε στη μαμά του ότι ο λόγος που ήρθε στο δωμάτιο μας με τα μάτια του βουρκωμένα και ήθελε να κοιμηθεί μαζί μας ήταν επειδή σκεφτόταν στο κρεβάτι του «τι θα γίνει όταν εσύ και ο μπαμπάς πεθάνετε και πάτε στον ουρανό; Τι θα κάνω εγώ εδώ μόνος μου;». Προφανώς ένιωθε άβολα να το θίξει χθες βράδυ όταν ερωτήθηκε σχετικώς. Κουνάω το κεφάλι μου, γιατί η συνειδητοποίηση του θανάτου είναι ένα ζήτημα τρομερά δύσκολο το οποίο εγώ ο ίδιος στα σαράντα μου ακόμα καλά-καλά δεν έχω χωνέψει, ούτε αποδεχτεί. Πώς να το λειάνεις στο σχεδόν πεντάχρονο;

Θυμάμαι ότι κι εγώ πέρασα από αντίστοιχο σοκ, αλλά στην ηλικία των οκτώ. Έχω ξαναγράψει την ιστορία εδώ στο μπλογκ, όταν το πρώτο-άνοιξα. Ας την επαναλάβω εν τάχει. Είχα πέσει για ύπνο ένα βράδυ, και σκεφτόμουν ότι ακόμα κι αν με θάψουν, εγώ δεν επρόκειτο να πεθάνω. Θα έσπρωχνα με τα πόδια μου το καπάκι του φέρετρου και θα έβγαινα έξω, και θα τους έκανα όλους έκπληξη. Έκανα και πρόβα στο κρεβάτι μου μέσα με τις κουβέρτες και τα σεντόνια. Όταν όμως το καλοσκέφτηκα και συνειδητοποίησα ότι ως νεκρός δεν θα ήμουν σε θέση να κλωτσήσω κανένα καπάκι, άρα αυτό ήταν, «τετέλεσται», έβαλα τα κλάματα, πήγα στο σαλόνι που οι γονείς μου έβλεπαν τηλεόραση και έκλαιγα με λυγμούς λέγοντας «δεν θέλω να πεθάνουμε, θέλω να μείνουμε όλοι όπως είμαστε να περνούμε ωραία». Με χίλια ζόρια και καλοπιάσματα ηρέμησα και πήγα ξανά για ύπνο εξαντλημένος. Μέχρι το επόμενο πρωί το είχα ξεχάσει ώσπου πήγα στο σχολείο και με το που κάναμε προσευχή και βγάλαμε πάνω τα βιβλία μας, ο δάσκαλός μας, ο κ. Μυλωνάς, είπε στην τάξη: «Δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανείς εδώ μέσα που να κλαίει και να λυπάται που θα πεθάνει!» Εκείνη την ώρα τρόμαξα με τη σύμπτωση και κρύφτηκα πίσω από τον μπροστινό συμμαθητή μου. Εννοείται δεν τόλμησα να πω κιχ. Όταν σχόλασα επιτέθηκα στη μάνα μου που τα ξέρασε όλα στον δάσκαλο πριν καλά-καλά ανοίξουμε το μάτι μας, αλλά μέχρι και σήμερα αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση.

Έτσι ήξεραν να διαχειριστούν το ζήτημα στα υπέροχα 80ς! «Δεν πιστεύω να φοβάται κανείς ότι θα πεθάνει, θα του κόψω εγώ τα πόδια!»

Έχουμε ήδη θίξει το θέμα του χαμού στον γιο μας. Για παράδειγμα, γνωρίζει ότι ο παππούς του, ο πατέρας μου δηλαδή, έχει «πάει στον ουρανό κι έγινε αστέρι». Το ξέρει από μικρός και μάλιστα κάποτε το έβρισκε και συναρπαστικό. «Ο παππούς μου πήγε στον ουρανό και έγινε αστέρι» έλεγε και καμάρωνε. Μεγαλώνοντας, όμως, άρχισε να το αμφισβητεί. Πριν λίγο καιρό βρήκε μία φωτογραφία του πατέρα μου στο κινητό μου. Καθώς τον περιεργαζόταν γύρισε και μου είπε με δυσπιστία: «τώρα, αυτός πέθανε και πήγε στον ουρανό;» Ναι, του είπα, κι άλλαξα θέμα.

Τα παιδιά μεγαλώνουν γρηγορότερα στους χρόνους μας. Η δική μου συνειδητοποίηση ήρθε στα οκτώ, αυτού του ήρθε στα πέντε! Δεν μπορείς να αποφεύγεις το ζήτημα επ’ άπειρον αλλάζοντας το θέμα. Γι’ αυτό κι εγώ θα του πω την αλήθεια. Ότι δηλαδή, όλοι θα πεθάνουμε Αλέξη μου, αλλά ελπίζω όχι πολύ σύντομα. Ελπίζω, όμως, ότι θα φύγω πριν με απομυθοποιήσεις, πριν αρχίσω να σου γίνομαι βάρος, και κυρίως πριν αρχίσεις να παρακαλάς να πεθάνω για να κληρονομήσεις τα κατσάβραχα που έχω στην κατοχή μου. Τα οποία μπορεί σήμερα να είναι κατσάβραχα μηδαμινής αξίας, αλλά ως το 2050 που θα έχουν λιώσει ολοκληρωτικά οι πάγοι και θα βυθιστεί η μισή Κύπρος, θα αποκτήσουν απίστευτη αξία. Ήλεγξα τον χάρτη του National Geographic που υποδεικνύει τις περιοχές που θα πληγούν και δεν βρίσκονται μέσα σ' αυτές που θα βουλιάξουν. Θα γίνεις πάμπλουτος και θα μπορείς να μην εργάζεσαι, να μην έχεις κανέναν πάνω στο κεφάλι σου και κυρίως ουρά τις γκόμενες να θέλουν να σε παντρευτούν. Ο θάνατός μου, η ζωή σου. 

Έτσι θα του το θέσω. Ωμά. Κυνικά. Επιχειρηματικά. Έτσι θα του το θέσω και γαία πυρί μειχθήτω.

Τετάρτη, Αυγούστου 25, 2021

Εξωγήινα Μωρά

 

Τα μωρά μας είναι πλέον εξωγήινα.

Τα παρατηρούσα κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών. Οι γονείς να καθόμαστε και να τρώμε στα εστιατόρια και αυτά να κρατούν το κινητό στο χέρι για «να μας αφήσουν ήσυχους να πούμε καμιά κουβέντα». Βλέπουν βίντεα στα Youtube. Κάτι ηλίθια παιδάκια από τη Ρωσία που ξετυλίγουν δώρα και ευφραίνονται. Με ανησυχεί αυτό, πάρα πολύ. Δεν είχαν την παραμικρή καούρα να συζητήσουν μεταξύ τους. Να γνωριστούν καλύτερα, να παίξουν. Να αλληλοεπιδράσουν. Mood: «Πήραμε το κινητό, ποιος σας χέζει τους μεγάλους!»

Ποιος φταίει; Εμείς φταίμε. Μα τι άλλο να κάνουμε; Όταν μεγαλώναμε εμείς και πηγαίναμε στα εστιατόρια με τους γονείς μας μπορούσαμε να παίζουμε. Να τρέχουμε πάνω- κάτω ανάμεσα στους θαμώνες. Να παίζουμε στην αυλή, να σκαρφαλώνουμε, να τραυματιζόμαστε, να τσακωνόμαστε, να συμφιλιωνόμαστε. Πλέον αυτά, δεν υφίστανται για πολλούς λόγους. Πρώτον γιατί είναι απρεπές να εξαπολύεις τα τέκνα σου στα εστιατόρια σαν τους Ούννους που επιτίθενται στο Πεκίνο. Υποδηλοί κακούς τρόπους. Πλέον υπάρχουν και τα μέτρα κατά του Κόβιντ. «Κάτσετε και μην ταράξετε από τη θέση σας». Επιβλήθηκε η ακινησία.

Επίσης, τα παιδιά γενικότερα μεγαλώνουν μέσα στο νάιλον. Απαγορεύεται διά ροπάλου να πειραματιστούν, να τραυματιστούν, να γδάρουν το γόνατο, να ματώσουν, να τσακωθούν. Ένα μωρό απ’ την παρέα να βρεθεί να πει «μπαμπά, ο τάδε μου είπε αυτό κι αυτό» ή «μαμά, δεν μοιράζεται το παιχνίδι του», οι γονείς το παίρνουμε πατριωτικά το ζήτημα. Δεν υπάρχει πια το «δεν πειράζει κόψτε τον λαιμό σας και βρείτε τα». Υπάρχει το «σε πρόσβαλε το μπαστάρδι του αλλουνού; Έλα αγάπη μου το κινητό και άστον να κουρεύεται».

Δεν υπάρχει πια διάθεση διαπαιδαγώγησης. Ούτε ξέρουμε να τους διδάξουμε ανοχή, παραδοχή, συμβιβασμό, συγχώρεση, και επαναπροσέγγιση. Ούτε παλιά είχαν διάθεση να μας τα διδάξουν, αλλά τουλάχιστον μας άφηναν να βγάλουμε μόνοι μας τα κάρβουνα απ’ τη φωτιά. Γινόταν κόλαση, αλλά κάτι μαθαίναμε μέσω της εμπειρίας. Πλέον, αν κάηκες, απλά απομακρύνσου από τη φωτιά. Δεν πρόκειται να χάσουμε περαιτέρω τον χρόνο μας, και «έλα, πάρτε το κινητό και δείτε βίντεο αφού δεν είστε άξιοι να παίξετε και αφήστε μας ήσυχους να πούμε δυο κουβέντες».

Από την άλλη όλα έχουν μεταφερθεί σε cyber επίπεδο. Γιατί να εξαιρεθεί η επικοινωνία των τέκνων απ’ αυτό; Δεν θα ξεχάσω που πριν λίγα χρόνια μία παρέα πέντε εφήβων στο διπλανό τραπέζι δεν μιλούσαν μεταξύ τους, απλά κοίταζαν τα κινητά τους. Πού και πού χαχάνιζαν ομαδικώς και τότε κατάλαβα ότι επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω viber! Σε φυσική παρουσία! Τι να πει κανείς! Άκουσα και κάτι άλλο, ότι στις τάξεις των 20αρηδων δεν υφίσταται φλερτ. Πας στο πάρτι κι άμα σου γυαλίσει μια κοπέλα, απλά βρίσκεις το Instagram της. Από εκεί την προσεγγίζεις. Τηλέφωνο και ατάκα πεσίματος; Τόσο παλιακά πράγματα!

Πού πάει αυτός ο κόσμος;!

Έβλεπα τις προάλλες στο Νέτφλιξ ένα ντοκιμαντέρ για την ύπαρξη εξωγήινων. Οι συνεντευξιαζόμενοι ήταν άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι είχαν απαχθεί στο παρελθόν από εξωγήινους. Ένας απ’ αυτούς έλεγε ότι όταν τον απήγαγαν οι εξωγήινοι τον μετέφεραν στο διαστημόπλοιό τους, τον έβαλαν να ξαπλώσει σε ένα τραπέζι σαν αυτά του χειρουργείου και άρχισαν να τον εξετάζουν με ακτίνες λέιζερ. Ο επικεφαλής των εξωγήινων επικοινώνησε μαζί του τηλεπαθητικά και του είπε να χαλαρώσει και να μην φοβάται, ότι θα τον εξέταζαν μόνο και μετά θα τον άφηναν να πάει στο καλό. Δεν χρησιμοποίησε γλώσσα για να επικοινωνήσει, έγιναν όλα τηλεπαθητικά. Ο άνθρωπος τα κατάλαβε όλα.

Ε, μπορεί στο μέλλον έτσι να είναι και οι άνθρωποι. Εξωγήινοι. Να μην μιλούν μεταξύ τους. Να κάνουν μόνο like ο ένας του άλλου και να επικοινωνούν μέσω viber.

Τετάρτη, Αυγούστου 18, 2021

Διανθισμένο Καλοκαίρι

 

Πρώτη φορά στη ζωή μου πήγα διακοπές στην Πάφο.

Γενικά έχω ξαναπάει στην Πάφο, αλλά μόνο στο Λατσί. Στην πόλη της Πάφου πρώτη φορά πήγα και πρώτη φορά έμεινα. Τρεις νύχτες ήταν υπέρ-αρκετές ώστε να μην βάλω την κάννη του περίστροφου στο στόμα και να τραβήξω τη σκανδάλη. Τόσο-όσο. Είχαμε καλή παρέα οπότε γέμιζε τα κενά, μέναμε και σε ωραίο ξενοδοχείο οπότε δεν είχα λόγους για να αρχίσω τα γνωστά μου βλ. «τι γυρεύουμε στην Κύπρο», «ποιος Θεός μας καταράστηκε και μας έστειλε τον κορωνοϊό και τρέμουμε να ταξιδέψουμε όπως παλιά» και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Το καλό είναι ότι με τον γιο μου να βρίσκεται ακόμα σε ηλικία πνευματικής άνθησης, τα πάντα έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Για παράδειγμα, του έταξα ότι θα πηγαίναμε βόλτα στο κάστρο και το μυαλό του σκέφτηκε κάτι εφάμιλλο του Grayskull. Μπορεί να μην είδε ακριβώς το κάστρο που είχε κατά νου, και φρόντισα να του αποκρύψω πως επρόκειτο για ένα απλό φρούριο του οποίου η τελευταία χρησιμότητα ήταν ως αποθήκη αλατιού στα χρόνια της αγγλοκρατίας, αλλά φροντίσαμε να του δώσουμε  μυθικές διαστάσεις, ώστε να μην μουρμουρά. Τρέχαμε πάνω κάτω στη γέφυρα της εισόδου και φανταζόμασταν δράκους, ιππότες, καταπέλτες, πριγκίπισσες, μυστικά περάσματα, πυρσούς, μυστικές καταπακτές και θησαυρούς. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ, άρχισα να κτίζω περαιτέρω το σενάριο και βγάλαμε όλο το απόγευμα παίζοντας και επιβιώνοντας με αλχημείες.

Το ίδιο κάναμε και όταν επισκεφτήκαμε το Ναυάγιο στην Πέγεια. Τι να του έλεγα; Ότι μια κακήν ημέρα ξεκίνησε ένα πλοιάριο να μεταφέρει… γυψοσανίδες και εξαιτίας της φουρτούνας τσακίστηκε στα βράχια; Πολύ μπανάλ. Ακούς εκεί «γυψοσανίδες», έλεος πια! Αρχίσαμε να λέμε για το Κράκεν του βυθού, το τεράστιο, γιγάντιο καλαμάρι που βρήκε το συγκεκριμένο ναυάγιο με τα πτώματα πειρατών μέσα στον βυθό της θάλασσας και το ξέβρασε στα βράχια. Καθόμασταν και περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή να ξεπροβάλει το πλοκάμι, να τυλίξει το πλοίο και να το πάει αλλού. Κάτι σαν το τέρας του Λόχνες στο πιο κυπριακό του. Μόνο με τέτοιες ιστορίες κρατάς το πεντάχρονο σε εγρήγορση και μόνο με μύθους δίνεις αξία σε οτιδήποτε στην Κύπρο.


Μυθικά τα χρώματα, το αναγνωρίζω. Αλλά το ότι μας προσέλκυσε ένα μάτσο σίδερα που βούλιαξαν, ποιου να το πεις;

Ήταν άλλη μια συνειδητοποίηση για μένα γιατί τα πράγματα πρέπει πάντα να… διανθίζονται. Γιατί αλλιώς δεν παλεύονται. Η ζωή στην Κύπρο είναι τρομερά πληκτική. Αν την περιγράψεις με ρεαλισμό, κανέναν δεν ενδιαφέρει. Αν όμως της προσθέσεις αλατοπίπερο, ενίοτε αν διαστρεβλώσεις την ιστορία, μπορεί να αξίζει να περάσεις μερικά από τα παιδικά σου χρόνια εδώ. Ελπίζω ο γιος μου να μην απομυθοποιήσει την Κύπρο νωρίτερα από ό, τι εγώ. Και κυρίως, όταν το κάνει, να έχει τα κότσια να φύγει μια για πάντα από αυτόν τον πυρωμένο και άγονο βράχο και να με πάρει και μαζί του. Δεν θα ενοχλώ. Σε μια σοφίτα θα κάθομαι να διαβάζω και να γράφω και άμα θέλω τίποτα θα πηγαίνω με το ποδηλατάκι μου να ψωνίζω. 

Ο Θεός να μας λυπηθεί, να καταλαγιάσει λίγο η πανδημία και του χρόνου να ταξιδέψουμε εκτός πιο άνετα και άφοβα.

Τρίτη, Αυγούστου 17, 2021

Βαρυστομαχιάσαμε

 

Τα προβλήματα μας είναι πλέον παγκόσμια.

Δεν ζούμε στο 1980, δυστυχώς, όπου αν συνέβαινε κάτι στο Αφγανιστάν θα το μαθαίναμε τρεις μέρες αργότερα από το Δελτίο Ειδήσεων του ΡΙΚ και θα περνούσε στα ψιλά την επομένη κιόλας μέρα. Πλέον τα πάντα μας αφορούν και για τα πάντα έχουμε άποψη. Ο κόσμος μίκρυνε, μας αφορούν τα πάντα. Λιώνουν οι πάγοι, πνιγόμαστε όλοι, καίγονται τα δάση της Τουρκίας, καιγόμαστε κι εμείς, τρώνε μία νυχτερίδα στην Κίνα, εμβολιαζόμαστε απ’ άκρη σ’ άκρη, βγαίνει η Κάμαλα Χάρρις αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, πανηγυρίζουν εδώ οι δικές μας.

Μόνο άμα συμβεί κάτι σε εμάς δεν αφορά κανέναν άλλον, αλλά αυτή είναι δυστυχώς η μοίρα του λεπρού.

Τέλος πάντων. Το θέμα μου είναι ότι όλα αυτά μου πέφτουν πολλά και βαριά. Δεν μπορώ κάθε μέρα να έχω ένα καινούριο μέτωπο ν' αντιμετωπίσω. Δεν μπορώ να μαζεύω λεφτά για τους πυρόπληκτους στην Εύβοια, να στέλνω ελικόπτερο να κατασβήσει φωτιές στην Τουρκία και ταυτόχρονα να αγχώνομαι για τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Θα πνιγώ. Δεν μπορώ να τα καταπιώ όλα απνευστί. Κάθε μέρα και μία νέα λαίλαπα. Μια νέα καταστροφή για την οποία θα εκφράσουμε άποψη και αγωνία. Να τα εκφράσουμε να τα εκτονώσουμε, δεν αντιλέγω. Αλλά επί της ουσίας τι κάνουμε; Τίποτα. Και στις περισσότερες φορές δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτε.

Και αυτό είναι το χειρότερο γιατί ανεβάζουμε τα επίπεδα άγχους άσκοπα. Έβλεπα τους Αφγανούς προ ολίγου να κρεμαλίζονται από το αεροπλάνο εν κινήσει για να γλιτώσουν από τους Ταλιμπάν και έλιωσε η ψυχή μου. Τι να κάνω όμως; Να πάρω και Αφγανό στο σπίτι μου; Δεν μου φτάνει ο Σύρος; Δεν μου φτάνουν οι λάθρο-Αφρικάνοι; Σπίτι έχω, όχι ξενοδοχείο. Καλά, εννοείται δεν θα πάρω κανέναν. Αλλά καταλαβαίνετε πού το πάω. Πού θα φτάσει αυτό το πράμα; Μέχρι πού εξαντλείται η αγωνία για το τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του πλανήτη όταν επί της ουσίας και λόγω μεγέθους η βοήθεια που μπορείς να προσφέρεις είναι πενιχρή και δεν αλλάζει επί της ουσίας την κατάσταση. Κάθε βοήθεια μετρά θα μου πεις. Μετρά αν έχεις μία καταστροφή τον χρόνο. Αν πρέπει να αντεπεξέλθεις σε μια νέα καταστροφή κάθε μέρα, δεν μετρά τίποτε. Έχουμε και δουλειές. 

Εδώ δεν μπορούμε να φέρουμε βόλτα τα του οίκου μας. Και όταν αναφέρομαι σε οίκο εννοώ και την Κύπρο εν γένει, αλλά και το δικό μας σπιτικό.

Εκατό φορές να ζούσαμε στο ’80 και να μην προλαβαίναμε να μάθουμε τίποτε. Δεν μπορώ να αγχώνομαι και για τη μπούρκα των Αφγανών, και για τον κορωνοϊό, και για τις φωτιές και για τους Ταλιμπάν. Δεν μπορώ! Από την άλλη, δεν μπορώ να υποκρίνομαι ότι ζω στην Χώρα του Ποτέ, και να μην μπαίνω στα σόσιαλ, να μη βλέπω με τα μάτια μου τι συμβαίνει στον κόσμο. Δεν είμαι ιδιώτης. Αλλά δεν είμαι και σωτήρας, δυστυχώς.

Σάββατο, Αυγούστου 07, 2021

Τόσα Καλοκαίρια Μου'Χαν Φύγει Από Τα Χέρια

 Δεν έχω χειρότερο από το καλοκαίρι.

Τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο δεν βγαίνω από το κλιματιστικό. Πρέπει να πάει 7:00 το βράδυ για να τολμήσω να ξεμυτίσω. Και μετά τις 9:00 πάλι το ανάβω γιατί δεν αντέχω την υγρασία.

Αν εκτεθώ σε πάνω από 30 βαθμούς κελσίου πονοκεφαλιάζω. Ιδρώνω εύκολα, μυρίζω. Δεν απολαμβάνω το παραμικρό. Κάθε 1η Σεπτεμβρίου πανηγυρίζω το τέλος του μαρτυρίου αν και με την κλιματική αλλαγή αν δεν μπει ο Νοέμβριος δεν βλέπουμε πια δροσιά.

Τα ντουβάρια του σπιτιού καίγονται. Μην μιλήσω για το τι συμβαίνει στη σοφίτα. Έχω κάτι συλλεκτικές φιγούρες του Ντίσνεϊ από πλαστικό οι οποίες απ’ τη ζέστη παραμορφώθηκαν. Και να φανταστείτε ότι έχω κατεβασμένα τα στόρια μόνιμα. Μόνο και μόνο από την αύξηση της θερμοκρασίας στη σοφίτα, έλιωσαν. Μην μιλήσω για τις ηλεκτρικές συσκευές και τους υπολογιστές μου οι οποίοι είναι βραχυκυκλωμένοι μόνιμα όλο το καλοκαίρι.

Δεν θέλω το καλοκαίρι, η χειρότερη εποχή του χρόνου! Ούτε τη θάλασσα απολαμβάνω, ούτε τα βουνά. Βασικά δεν θέλω τίποτα αν δεν είναι δροσερό. Και η θάλασσα έχει γίνει ζεστή σαν κάτουρο και τα δάση είδος προς εξαφάνιση.

Το σπίτι της αδελφής μου στο Κρυονέρι στο τσακ γλίτωσε χθες. Αν γλίτωσε δηλαδή. Γιατί η φωτιά μπορεί αυτή τη στιγμή που σου γράφω να έχει σβήσει αλλά είχε σβήσει και προχθές και μετά αναζωπυρώθηκε. Στις 3:00 το πρωί της Πέμπτης μας έστειλε μήνυμα ότι έπιασε την κόρη της και έφυγαν κακήν κακώς να φιλοξενηθούν στον κουμπάρο τους σε παρακείμενο Δήμο μπας και σωθούν. Ο παρακείμενος Δήμος βέβαια, άρπαξε φωτιά λίγο μετά και εκκενώθηκε επίσης την ίδια μέρα. Δύο μέρες τώρα, έψαχναν σπίτια φίλων για να φιλοξενηθούν. Σαν τους πρόσφυγες!

Κάποια στιγμή μας έστειλε μήνυμα «το σπίτι μας θα καεί μάλλον». Πήγε ο γαμπρός μου με ένα ημιφορτηγό, μάζεψε ρούχα, σημαντικά έγγραφα και την τηλεόραση και έφυγε. Δύο μερόνυχτα ζούσαν με την αγωνία αν κάηκε το σπίτι. Εν τέλει οι γείτονες συνασπίστηκαν, δημιούργησαν ομάδες και κατέβρεχαν τους τοίχους ο ένας του άλλου. Έκοψαν ξερά δέντρα γύρω από τα οικόπεδά τους και τα κατέβρεχαν για να δημιουργήσουν τείχη προστασίας. Μετά, ο γαμπρός μου ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα και έκανε γύρες στην περιοχή μαζεύοντας γκαζάκια μέσα από το δάσος. Αν είναι δυνατόν! Σήμερα πέρασαν να ρίξουν μια ματιά από το σπίτι. Δεν κάηκε, αλλά με το βουνό και τη φύση καμένα γύρω τους είναι σαν να κάηκε. Δεν έχουν ρεύμα, ούτε νερό. Χαμός.

Μισώ τα καλοκαίρια. Και για τη ζέστη, και για τις επετείους της εισβολής, και για την κλιματική αλλαγή και για τις πυρκαγιές. Ποτέ δεν τα απόλαυσα και δεν νομίζω και να προλαβαίνω να τα απολαύσω ποτέ.