Πέμπτη, Φεβρουαρίου 25, 2021

El Diablo

 

Κυκλοφόρησε χθες το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει στη Γιουροβίζιον φέτος, το λεγόμενο El Diablo με την Έλενα Τσαγκρινού.

Μην το ψάξετε στο YouTube, δεν υπάρχει ολόκληρο, διατίθεται μόνο μέσω του επίσημου σάιτ της Panik Records το οποίο γενικώς σέρνεται και όποτε θυμάται συνεργάζεται. Ποιο σαΐνι σκέφτηκε να κοινοποιηθεί εκεί, παρά στο YouTube όπου έχει πρόσβαση το παγκόσμιο, δεν ξέρω. Από χθες ταλαιπωρείται το σύμπαν με το θέμα.  

Το τραγούδι γράφτηκε από ξένους καταξιωμένους συνθέτες και παραγωγούς, των οποίων τα ονόματα εμένα προσωπικά δεν μου λένε τίποτα (ναι, έχω καταντήσει η Χρυσούλα Διαβάτη σ’ αυτά τα θέματα), και έχει ένα ρεφρέν κλεμμένο από το Bad Romance της Lady Gaga. Νεότεροι σε ηλικία φίλοι μου, λένε ότι τα κουπλέ παραπέμπουν σε άλλα τραγούδια της Rita Ora, κι εδώ πάλι πετιέται η Χρυσούλα και λέει «ποια είναι αυτή, δεν την ξέρω».

Παρόλο που η αντιγραφή του ρεφρέν είναι σκανδαλώδης και νομικά οριακή, δεν θα φέρω ένσταση. Το Bad Romance είναι ένα από ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ και χαίρομαι όταν ακούω την ομοιότητα. Φτιάχνει η διάθεσή μου. Προφανώς και δεν πρόκειται για μουσική ποιότητας, αλλά εδώ γελάνε και τα πόμολα, στη Γιουροβίζιον είμαστε. Είναι ένα τραγούδι στα πρότυπα της ξευτυλισμένης εποχής που ζούμε. Άλλωστε και η Σουηδία κέρδισε το 2015 με τραγούδι αντιγραφή από David Guetta ενώ ο Doron Medalie που έγραψε το Toy για το Ισραήλ το 2018 παραδέχτηκε την ομοιότητα με το Seven Nation Army και πλήρωσε εκούσια χρήματα στους συνθέτες.

 Τη γνώμη μου για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθούμε στη Γιουροβίζιον τη λέω συνέχεια, ξέρετε πολύ καλά ότι εγώ είμαι υπέρ του λαϊκού τραγουδιού άντε το πολύ του έθνικ. Αφού όμως επιμένουν στο ΡΙΚ να επενδύουν σ’ αυτό που έρχεται από το εξωτερικό, στο ετοιματζίδικο, ας είναι. Το El Diablo θα κάνει τη δουλειά μια χαρά.

Tώρα το τι θέση θα πάρει δεν ξέρω. Σίγουρα δεν θα πάει τόσο χάλια όσο το Replay. Εξαρτάται και από τον ανταγωνισμό, όμως, που φέτος είναι υψηλός. Βέβαια, κυριαρχεί η 80τίλα στις πλείστες συμμετοχές (άτιμο Blinding Lights!), και το δικό μας αποφεύγει αυτή την τακτική, ευτυχώς. Υπάρχει όμως ένα ρεύμα από πέρσι υπέρ της Λιθουανίας, της Ισλανδίας και ίσως της Ρωσίας, που δύσκολα θα σπάσει για να κατέβει ο διαγωνισμός τόσο σύντομα ξανά στη Μεσόγειο. Μου είχαν πει άτομα που έχουν άμεση σχέση με τον διαγωνισμό ότι η EBU θέλει διακαώς να κερδίσουμε τον διαγωνισμό για να αποδείξει στα μικρά κράτη που αποχώρησαν, ότι η νίκη δεν είναι ουτοπία (βλ. Μονακό, Ανδόρρα, Μαυροβούνιο) και να ξαναφέρει μέσα τους πελάτες. Αν η Κύπρος δεν το επιδιώξει να είστε σίγουροι ότι θα πριμοδοτηθεί ως διά μαγείας η Ισλανδία (ήδη ο Γιον Όλα Σαντ είχε δηλώσει πριν 2 χρόνια σε συνέντευξη αυτολεξεί «πιστεύω ότι η Ισλανδία θα κερδίσει μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια!» Αλήθεια πώς το ξέρει; )

Aυτά για την ώρα, ας ελπίσουμε, λοιπόν, ο διάβολος να βάλει το χέρι του!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 24, 2021

Ε, Όχι Και "Μαζί"

 

Σε συνέχεια προηγούμενου κειμένου, και για να καταλάβετε το μέγεθος της ηλιθιότητας των περισσότερων υποψήφιων βουλευτών, κάθονται και λανσάρουν προεκλογικές εκστρατείες χρησιμοποιώντας ακόμα και εν έτει 2021 σλόγκαν που μόνο τον γέλωτα προκαλούν.

Σήμερα το πρωί βρήκα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού μου διαφημιστικό φυλλάδιο ενός υποψηφίου του ΔΗΣΥ, ο οποίος έλεγε, μεταξύ άλλων, ότι θα πορευτούμε «Μαζί». Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται κατά κόρον στα σλόγκαν των 9 στους 10 υποψήφιων.

Πραγματικά, τόσα επιτελεία έχουμε! Δεν σκέφτηκε ένας ότι αυτή η λέξη δεν φτουρά; Τι πάει να πει «Μαζί;»

Ο βουλευτής είναι ένας υπάλληλος του λαού. Εμείς τον προσλαμβάνουμε με την ψήφο μας για να κάνει μία δουλειά. Εν προκειμένω, να νομοθετήσει. Από πού κι ως πού θα νομοθετήσουμε μαζί; Αν ξέραμε να νομοθετήσουμε, αν μπορούσαμε να κάνουμε τη δουλειά μόνοι μας, δεν θα τον είχαμε ανάγκη. Γιατί να νομοθετήσουμε «μαζί;» Να νομοθετήσει μόνος του, με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Πόσο δύσκολο είναι να το επικοινωνήσουν σωστά;

Όταν προσλαμβάνω έναν ηλεκτρολόγο ή έναν αρχιτέκτονα, ή οποιονδήποτε άλλον παρέχει υπηρεσίες, πουθενά δεν βλέπω τη λέξη μαζί. Δεν μου λέει ο Piperaris ότι θα εγκαταστήσουμε τον συναγερμό «μαζί». Ούτε έρχεται ο καθαριστής της πισίνας να μου πει ότι θα ρίξουμε τα χημικά στο νερό «μαζί». Ο πιλότος όταν μας απευθύνεται λίγο πριν την απογείωση δεν λέει ότι θα πετάξουμε το αεροπλάνο «μαζί». Το κάνει μόνος του. Επειδή μπορεί. Και έτσι είναι το σωστό. Αυτή την παπάρα που πρέπει να τα κάνουμε όλα «μαζί» για να μοιραστούμε και το φταίξιμο εξίσου όταν θα γίνει η στραβή, εμένα μου σηκώνει τις τρίχες της κεφαλής μου. Όχι χρυσέ μου! Μόνος σου θα τα κάνεις, μόνος σου θα φταίξεις, και όλοι μας θα καρπωθούμε τα θετικά της πολιτικής σου, αν υπάρξουν. Θέλει αλτρουισμό το βουλευτιλίκι.  

Ο γιος μου, όταν θέλει να ανέβει στη σοφίτα στην οποία κάθομαι και ξεκουράζομαι, μου φωνάζει να κατέβω να τον βοηθήσω γιατί φοβάται να ανέβει τη στριφογυριστή σκάλα. Μου λέει «παπά, θέλω μαζί!» Επειδή του εξηγήσαμε ότι αν πέσει θα χτυπήσει και έκτοτε φοβάται. Το «μαζί» υποδηλώνει φόβο και ανικανότητα. Ας βρεθεί ένας να μας πει «ψηφίστε με και θα καθαρίσω εγώ για πάρτι σας». Ουδείς μέχρι στιγμής.

Καταλαβαίνεις με τι αδιάφορους ανθρώπους έχεις να κάνεις από το «μαζί». Είναι ανίκανοι να σκεφτούν κάτι ευφάνταστο, κάτι πρωτότυπο, κάτι χιουμοριστικό, κάτι πέρα από τα τετριμμένα και καταφεύγουν όλοι στα ετοιματζίδικα που τους επιβάλλουν τα διαφημιστικά τους γραφεία με την έγκριση των επικεφαλής των κομμάτων. Τόσο άτολμοι. Κατά τα άλλα θέλουν να μας πείσουν ότι μπορούμε να τους εμπιστευτούμε. Ούτε να προβάλουν τους εαυτούς τους δεν είναι άξιοι, κατά τα άλλα θα μας σώσουν!

Ψυχούλες μου!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2021

Γεροντική Άνοια

Η υπέροχη γιαγιάκα μου, αυτή που μου χάρισε όλες εκείνες τις κασέτες VHS τις οποίες ψηφιοποιώ κατά καιρούς και σας τα πρήζω, πάσχει πλέον από άνια. Ή από αλτσχαϊμερ αν προτιμάτε. Είναι το ίδιο πράγμα. Ευτυχώς ακόμα μας αναγνωρίζει και θυμάται ποιοι είμαστε, μπορεί και κάνει μπάνιο, πάει τουαλέτα και τα συναφή, αλλά η μνήμη της έχει τεράστια προβλήματα, δεν θυμάται καμία πληροφορία για πάνω από 1-2 δευτερόλεπτα. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα από όσα της λέμε και μας τηλεφωνά κάθε 2-3 λεπτά για να επιβεβαιώσει ό, τι της είπαμε.

Έχουμε φτάσει στα όριά μας οικογενειακώς. Η γιαγιά μου τηλεφωνεί καμιά 30αριά φορές στη μάνα μου καθημερινά για να τη ρωτήσει το ίδιο πράγμα, κι άλλες τόσες τηλεφωνεί στον θείο μου. Συνήθως τους ρωτά «πού είναι τα λεφτά μου», «ποιος μου τα πήρε;» ή «τι ώρα θα έρθετε να με πάρετε για να πάμε στο τάδε μέρος». Έχει να βγει από το σπίτι μήνες, αλλά δεν το θυμάται. Καθημερινά τηλεφωνά και ρωτά τι ώρα θα περάσουν να πάνε στην τράπεζα, στο κομμωτήριο, κτλ. Εν τω μεταξύ μένει μαζί της μία κοπέλα από το Νεπάλ, η οποία την προσέχει, αλλά απηύδησε κι αυτή να απαντά στα ίδια και τα ίδια και έτσι την αφήνει να παραμιλά μόνη της.

Έχω μπει και εγώ στο παιχνίδι. Όταν η γιαγιά μου τηλεφωνεί για 50η φορά, η μάνα μου και ο θείος μου σταματούν για λίγο να της σηκώνουν το τηλέφωνο γιατί φτάνουν στο αμήν. Η γιαγιά μου τότε θυμάται ότι έχει και εμένα στον κόσμο και αρχίζει να με παίρνει να με ρωτήσει γιατί δεν της απαντά κανένας το τηλέφωνο. «Το κινητό της μάνας σου είναι το τάδε; Το κινητό του γιου μου είναι το τάδε;» Τα επιβεβαιώνω και κλείνει. Ξαναπαίρνει δυο λεπτά μετά να μου πει «δεν μου απαντούν, μήπως άλλαξαν αριθμό;» Της εξηγώ ότι ίσως κάνουν κάποια δουλειά και δεν μπορούν να απαντήσουν αλλά δεν πτοείται λεπτό.  «Μα τους παίρνω συνέχεια και δεν απαντούν! Πάρτους, Χρίστο μου, να δούμε μην τυχόν έπαθαν κάτι!» Της εξηγώ ότι ίσως αυτό να είναι το πρόβλημα, το ότι τηλεφωνεί συνέχεια αλλά δεν καταλαβαίνει. Δεν θυμάται ότι τηλεφωνεί συνέχεια.

Σήμερα από το πρωί μου τηλεφώνησε 15 φορές για να μου πει ότι έχασε τα λεφτά της και πρέπει να πάει στην τράπεζα επειγόντως να τραβήξει μετρητά γιατί έρχονται, τάχα μου, Χριστούγεννα και πρέπει να μας κάνει δώρα! Δεν μπήκα στη διαδικασία να της εξηγήσω τι μήνα έχουμε, ούτε πως δεν έχει πια χρήματα στην τράπεζα, ούτε πως μεγαλώσαμε και δεν θέλουμε δώρα. Της έλεγα συνέχεια «εντάξει γιαγιά μου, μην αγχώνεσαι είναι όλα υπό έλεγχο, ξάπλωσε και δες τηλεόραση!» Την κατεύναζα για λίγο, ηρεμούσε και το κλείναμε, αλλά πέντε λεπτά μετά μου ξανατηλεφωνούσε για τον ίδιο λόγο. «Δεν έχω λεφτά εδώ και πρέπει να πάω να σας αγοράσω δώρα για τα Χριστούγεννα!» Κάθε φορά με το ίδιο άγχος χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι αυτή η στιχομυθία επαναλήφθηκε πολλές φορές μέσα σε 10 λεπτά.

Μπαίνω πολύ συχνά σε πειρασμό να την μπλοκάρω κι εγώ και να βρω την ησυχία μου, αλλά φοβάμαι τις τύψεις που θα νιώθω μετά. Κάθε φορά που παίρνει σκέφτομαι «κι αν είναι η τελευταία;» Τι κοστίζει να της απαντήσεις να της πεις το ποίημα; Ούτε ένα λεπτό δεν θα μου πάρει. Το κάνω. Νευριάζω, κουράζομαι κι εγώ, φυσώ και ξεφυσώ αλλά το απαντώ και επαναλαμβάνω το κατεβατό πριν καν με ρωτήσει. «Γιαγιά μου, είναι όλα υπό έλεγχο, μην αγχώνεσαι, ξάπλωσε και δες τηλεόραση!»

Θυμάμαι μια ιστορία.

Όταν ήμουν 4-5 χρονών, οι γονείς μου με έμαθαν να παίρνω στο τηλέφωνο τη γιαγιά μου. Είχαμε σταθερό τηλέφωνο με σύρμα και  κουμπιά, και όχι με καντράν. Ήταν πιο εύκολο να απομνημονεύσω τα νούμερα. Εκείνο το βράδυ που έμαθα τον 6ψηφιο αριθμό της γιαγιάς μου νομίζω της τηλεφώνησα απανωτά 150 φορές! Της έλεγα «γεια σου γιαγιά» και της το έκλεινα. Και φτου κι απ’ την αρχή. Θυμάμαι ότι μου το απαντούσε κάθε φορά, και ούτε μια φορά δεν έδειξε στον τόνο της φωνής της να κουράζεται, ή να χάνει τον ενθουσιασμό της που με άκουγε. Οι γονείς μου που ήταν παρόντες είχαν κουραστεί και έδειχναν δυσφορία. Μου έλεγαν «φτάνει», «άσε την να κοιμηθεί, είναι 8:00 το βράδυ, πήγαινε και εσύ για ύπνο και της τηλεφωνείς αύριο πάλι» αλλά εγώ απτόητος. Και η γιαγιά μου, επίσης, δεν είπε το παραμικρό. Σκεφτείτε κιόλας ότι δεν είχε καν τηλέφωνο στο δωμάτιό της, σηκωνόταν από το κρεβάτι για να το απαντήσει αν και εικάζω ότι στεκόταν από πάνω και το απαντούσε επιμελώς ώσπου να βαρεθώ. Το θυμάμαι πεντακάθαρα όλο το περιστατικό.

Αυτό σκέφτομαι. Και γι’ αυτό της το απαντώ ανελλιπώς. Σφίγγομαι αλλά το κάνω και προσπαθώ να μην δείχνω δυσφορία. Γιατί, γιαγιά μου, δυστυχώς, ανταλλάξαμε θέση, και σου χρωστώ τον ενθουσιασμό που μου έδειχνες!

Αυτά.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2021

Η Πιο Μεγάλη Απάτη Είναι Ο Έρωτας

Και τώρα που μεγάλωσα και αναπολώ τους κατά καιρούς μου έρωτες, ένα μπορώ να σου πω μετά βεβαιότητας.

Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ τον πραγματικό εαυτό της κοπέλας που κυνηγούσα. Ερωτευόμουν αυτό που έβλεπα σε συνάρτηση με έναν φαντασιακό εαυτό που εγώ έπλαθα για να καλύψω την ανάγκη μου να ερωτευτώ.

Κοιτάζοντας πίσω με καθαρό μυαλό παρατηρώ ότι άλλες ερωτεύτηκα, κι άλλες εκείνες ήταν. Γι’ αυτό και ποτέ δεν δούλεψε. Έβλεπα ένα ωραίο παρουσιαστικό και κολλούσα μία προσωπικότητα που μου άρεσε, για να πάνε ασορτί. Εκείνες κολακεύονταν, δεν μου το έκοβαν ούτε φρόντιζαν να το απομυθοποιήσουν, κάποιες το εκμεταλλεύτηκαν κιόλας ώστε να συνεχίσω να τους ανεβάζω το ηθικό, και τέλος.

Σήμερα που γνωρίζω πόσο απείχε η πραγματικότητα από την προσωπικότητα που εγώ είχα πλάσει στο μυαλό μου, απορώ με μένα και το μυαλό που κουβαλούσα. Πώς μπορούσα να επιμένω τόσα χρόνια σε γυναίκες που ουσιαστικά δεν υπήρχαν; Που ήταν φαντάσματα;

Θυμάμαι μία φίλη που μου είχε πει μια φορά στο Ρέντινγκ: «Η γυναίκα που μου περιγράφεις δεν υπάρχει». Ήθελε να πει ότι είχα ερωτευτεί μία πτυχή της που είτε ήταν πολύ καλά κρυμμένη και την έβλεπα μόνο εγώ (πράγμα πολύ αισιόδοξο και φιλόδοξο για να είναι αληθινό), ή ότι είχα ερωτευτεί μία περσόνα που έπλασα ο ίδιος και την κότσαρα στο συγκεκριμένο παρουσιαστικό.

Εκ των υστέρων καταλήγω ότι ταλαιπωρηθήκαμε όλοι, κι εκείνες κι εγώ, άδικα. Αλλά αυτό είναι ο έρωτας. Μία ασθένεια, μία φενάκη. Μία προβολή των θέλω μας πάνω σε μία τυχαία ύπαρξη που έτυχε να μας καβλώσει λίγο παραπάνω. Προβολή.

Εξ ου και οι μεγαλύτεροι έρωτες ήταν αποτέλεσμα κινηματογραφικών απεικονίσεων.

Ευτυχώς μας πέρασε, ευτυχώς τα τελευταία δέκα χρόνια βρήκαμε την υγειά μας. 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 09, 2021

Γίνεται Της Αρχαίας Αθήνας

Η Αρχαία Αθήνα ανέκαθεν μου ασκούσε μία αχαλίνωτη γοητεία και πρόκειται για μία ιστορική περίοδο που λατρεύω να εξερευνώ. Δεν ξέρω αν θα άντεχα να ζω τότε, ούτε αν θα μπορούσα να είμαι ένας ήρωας της τότε κοινωνίας, αλλά ένας άλλος εαυτός βαθειά σφηνωμένος μέσα μου, θα το ήθελε. Είναι η μόνη ιστορική περίοδος που ενδιαφέρθηκα να εντρυφήσω ως μαθητής και το μόνο διαγώνισμα ιστορίας στην μαθητική μου θητεία για το οποίο επιβραβεύθηκα με 20/20, στην Πρώτη Γυμνασίου.

Αυτό τον καιρό διαβάζω ένα συμπαθέστατο σχετικό βιβλιαράκι που ονομάζεται «24 Ώρες Στην Αρχαία Αθήνα» από τον Philip Matyszak και συνειδητοποιώ ότι λίγα άλλαξαν από τότε. Μπορεί η σύγχρονη Αθήνα να μην κάνει θαύματα και να μην μπορεί να αντικρούσει τους αντίστοιχους Πέρσες με επιτυχία, αλλά η κουλτούρα και η νοοτροπία της είναι πάνω κάτω η ίδια.

Θα σας αντιγράψω εδώ δύο αποσπάσματα που με εντυπωσίασαν και τα οποία είναι πιο επίκαιρα από ποτέ:

«Ο Οπλίτης Παρενοχλείται»

Ο Σοφοκλής (ο γνωστός, ο τραγωδός) λέει στους φίλους του που κάθονται μαζί του στο τραπέζι: «Να ένας από τους ήρωες της πόλης, τους οπλίτες, που φροντίζουν για την ασφάλειά μας». Κάνει νόημα στον νεαρό να πλησιάσει. Ο οπλίτης διστάζει αλλά πρόκειται για τον Σοφοκλή. Δεν υπάρχει περίπτωση να αρνηθεί.

(Ακολουθούν δύο σελίδες στις οποίες περιγράφονται πώς ο Σοφοκλής την έπεσε στον οπλίτη, τον μέθυσε και τον φίλησε, τις οποίες βαριέμαι να αντιγράψω). Καταλήγουμε:

«Ο οπλίτης κάνει επίσημη καταγγελία. Όμως ο αρχηγός τον αποπαίρνει. Όλοι ξέρουν πώς είναι ο Σοφοκλής. Ο οπλίτης θα έπρεπε να περιμένει κάτι τέτοιο όταν κάθισε στο τραπέζι για να πιει κρασί μαζί του. Άλλωστε τώρα πια δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η βάρδια του, οπότε ο Σοφοκλής δεν τον παρακώλυε. Ο οπλίτης θα μπορούσε να ζητήσει από τον πατέρα του να κάνει εκείνος την καταγγελία εκ μέρους του, αλλά έτσι θα δημιουργούσε εχθρούς άσκοπα. Δεν αξίζει. Ξέρει ότι το καλύτερο είναι να ξεχάσει το όλο επεισόδιο. Στο κάτω-κάτω, ένα απλό χονδροειδές αστείο ήταν.

Δεύτερο απόσπασμα,

«Ο Φρουρός Του Ναού Θυμάται»

Στο πιο κάτω απόσπασμα περιγράφονται τα αίσχη του Περικλή και του γλύπτη Φειδία.

«… Κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Φειδίας καλούσε γυναίκες ευγενούς καταγωγής δήθεν να δουν την πρόοδο του έργου (σημ. των έργων στην Ακρόπολη), ενώ ο πραγματικός σκοπός ήταν να τις οδηγήσει στην αγκαλιά του Περικλή για να τις αποπλανήσει ο τελευταίος. Οι εχθροί του Περικλή αποφάσισαν ότι μπορούσαν να τον βλάψουν κηλιδώνοντας τον Φειδία. Έτσι λοιπόν έπεισαν έναν υπάλληλο του γλύπτη να καταθέσει ότι ο Φειδίας είχε καταχραστεί το χρυσάφι που προοριζόταν για το ένδυμα της Αθηνάς. Το χρυσάφι ήταν πολύ, γιατί το άγαλμα της Παρθένου Αθηνάς δεν προοριζόταν να γίνει απλώς το στολίδι της Αθήνας, αλλά επρόκειτο να αποτελέσει και το αποθεματικό ταμείο της πόλης. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, το χρυσάφι από τον μανδύα της θεάς μπορούσε να αφαιρεθεί και να χρησιμοποιηθεί για τη ναυπήγηση πλοίων και για τη συντήρηση των στρατευμάτων αρκεί να το αντικαθιστούσαν έπειτα.»

«Ο Περικλής είχε προβλέψει τον κίνδυνο της κατάχρησης και τις πιθανές πολιτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας κατηγορίας. Συνεπώς είχε διατάξει τον Φειδία να φροντίσει να κάνει τα χρυσά ενδύματα της θεάς αποσπώμενα έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ζυγιστούν αν χρειαζόταν. Όταν έγινε αυτό, αποδείχτηκε ότι δεν έλειπε καθόλου χρυσάφι. Τότε ο δόλιος βοηθός του Φειδία είπε «Α, είπα χρυσό; Εννοούσα ελεφαντόδοντο. Καταχράστηκε κάποια ποσότητα από το ελεφαντόδοντο από το ποίο είναι φτιαγμένο το άγαλμα.» Το ελεφαντόδοντο ήταν αναπόσπαστο τμήμα του αγάλματος και δεν μπορούσε να αφαιρεθεί για να ζυγιστεί. Έτσι λοιπόν ο Φειδίας, ανίκανος να αποδείξει την αθωότητά του, βρέθηκε ένοχος και ρίχτηκε στη φυλακή!»

Βρίσκω τρομερά συναρπαστικά τα πιο πάνω. Για την ιστορία να σας πω ότι μπορεί να φυλάκισαν τον Φειδία, αλλά λίγο αργότερα τον αποφυλάκισαν γιατί δεν έβρισκαν κάποιον αντάξιο του να συνεχίσει και να τελειώσει τα έργα στην Ακρόπολη και δεν ήθελαν να τα αφήσουν στη μέση.

Πόσο Ελληνικά όλα αυτά; Πόσο σύγχρονα!


Σάββατο, Φεβρουαρίου 06, 2021

Προεκλογική, Μήνα Φεβρουάριο

Με θυμήθηκε απρόσμενα μια φίλη προχθές και είπα «δεν θα ‘ναι για καλό». Κοιτάζω το ιστορικό των συνομιλιών μας στο μέσσεντζερ και παρατηρώ ότι η τελευταία φορά που με θυμήθηκε ήταν για να ψηφίσω συγκεκριμένο υποψήφιο στις εκλογές του 2018. Έκτοτε μούγκα. Ούτε καν στα γενέθλιά μου. Τώρα με ξαναθυμήθηκε για να μου πει να ψηφίσω συγκεκριμένο υποψήφιο στις βουλευτικές του 2021. Έμεινα άναυδος.

«Συγγνώμη, τον Μάιο δεν είναι οι εκλογές;» Τόλμησα να ρωτήσω.

«Ναι, αλλά αρχίζουμε την προώθηση από τώρα!»

Κοιτάζω το ημερολόγιο, έλεγε 3 Φεβρουαρίου 2021.

Μα, από πού να το πιάσεις το πράμα, αγαπητέ αναγνώστη.

Πρώτα απ’ όλα για ποιον με πέρασαν; Εμένα αυτό με πρόσβαλε περισσότερο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι νομίζουν ότι είμαι ο κάθε ένας που επηρεάζεται στην ψήφο του και ότι μπορεί να ψηφίσω κάποιον επειδή έτσι μου είπαν. Τι είμαι, καμιά γιαγιά 100 χρονών να θέλω υποβολέα; Κύριε ελέησον! Από κόσκινο τους περνώ τους υποψήφιους και ξέρω ότι έτσι κι αλλιώς το 99% είναι για τον πούτσο. Ψηφίζω πάντα με γνώμονα το ποιος ΔΕΝ θέλω να εκλεγεί και με αρνητική στρατηγική. Δηλαδή ψηφίζω πάντα τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο αυτού που δεν θέλω να εκλεγεί. Εσάς περίμενα να έρθετε να μου κάνετε υποδείξεις στα σαράντα μου, τόσο για το κόμμα, όσο και για τον υποψήφιο!

Δεύτερον. Το ότι θεωρούν ότι θα μπορούσα να ψηφίσω εγώ ποτέ μου το κόμμα που ανέδειξε στην εξουσία τον Δημήτρη Χριστόφια και από τη διακυβέρνηση του οποίου εγώ προσωπικά ακόμα να συνέλθω σε σημείο που θεωρώ τα όσα αισχρά βιώνουμε από τον Αναστασιάδη ως λιακάδα, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.

Τρίτον. Είναι αρχές Φεβρουαρίου κυρίες και κύριοι. Και από τώρα άρχισαν την προεκλογική για τον Μάιο. Τρεις μήνες πριν! Εν μέσω κορωνοϊού, που δεν ξέρουμε ποιοι θα ζούμε μέχρι τότε. Αυτά τα σαΐνια θεωρούν ότι είναι γόνιμο το έδαφος για ψηφοθηρία. Μίλα μου για προτεραιότητες! Οι μισοί δεν θα έχουμε εμβολιαστεί μέχρι τότε, νομίζουν ότι αν η Κυριακή των εκλογών είναι ελεύθερη και ενδείκνυται για θάλασσα ή εκδρομή, θα χάσουμε την ώρα μας να πάμε να τους ψηφίσουμε. Λατρεύω τον τρόπο σκέψης τους.

Τέταρτον και θλιβερότατον. Έφτασα αισίως στην ηλικία κατά την οποία αυτοί που γεμίζουν τα ψηφοδέλτια είναι γνωστοί μου, συνομίληκοί μου, άνθρωποι που γνώρισα προσωπικά και έχω προσωπική άποψη για το ποιόν τους. Αυτή είναι μία νέα διάσταση απογοήτευσης. Όταν είσαι 20 χρονών στα μάτια σου οι πολιτικοί μπορεί να είναι διεφθαρμένοι, αλλά λόγω ηλικίας και απειρίας υπάρχει ένα πέπλο μυστηρίου γύρω τους. Νομίζεις ότι κάτι γνωρίζουν περισσότερο από σένα, που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς. Όταν σαρανταρίζεις και έχεις φάει ψωμί κι αλάτι με τους καραγκιόζηδες οι οποίοι κατεβαίνουν στην αρένα, γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη η πραγματικότητα.

Έχω συμμαθητές, συμφοιτητές, άντρες και γυναίκες που κατέρχονται στις εκλογές. Μακάρι να μπορούσα να σας πω ονομαστικά ιστορίες που να αποδεικνύουν τον χαμηλό δείκτη νοημοσύνης τους. Μπορώ να σας τα πω κατ’ ιδίαν. Κατά τα άλλα θέλω το κεφάλι μου ήσυχο και μηδέν μπλεξίματα μαζί τους. Έρχονται πολύ άσχημοι καιροί, να το θυμάστε.

Σκάψτε λαγούμι και κρυφτείτε.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2021

Voila

Καιρό έχουμε να συζητήσουμε τα γιουροβιζιακά θέματα.

Λίγο τα σαράντα που φέρνουν μαζί τους μεγαλύτερα προβλήματα από το ποιος θα μας εκπροσωπήσει και τι θέση θα πάρουμε, λίγο ο κορωνοϊός που ακύρωσε την περσινή διοργάνωση και ξεχάσαμε ότι υπάρχει κι αυτό στην τηλεοπτική μας ζωή, με έκανε να πεθυμήσω λίγο τον αγαπημένο μου διαγωνισμό.

Γράφω αυτό το κείμενο, λοιπόν, επειδή απόψε η Γαλλία επίλεξε την εκπρόσωπό της και το τραγούδι της. Voila, λοιπόν.


Χάρηκα πάρα πολύ γι’ αυτή την επιλογή. Μου θυμίζει παλιές καλές εποχές Γιουροβίζιον μεταξύ 1980-1990. Εντάξει, η κοπέλα και το στιλ παραπέμπουν σε Εντίθ Πιάφ προσαρμοσμένη στο σήμερα, αλλά ας είναι κι έτσι. Παρά τον αχταρμά που επικρατεί στην παγκόσμια μουσική σκηνή, εκατό φορές καλύτερα μία παλιακή που εμπνεύστηκε από την Πιάφ (και τη Λία Βίσση στο «το κατάλαβα αργά» το 1985 όσον αφορά την κόμη).

Οι Γάλλοι επιτέλους άρχισαν να επενδύουν στο προϊόν τους. Θέλοντας και μη. Έχουν κερδίσει τη Τζούνιορ έκδοση του διαγωνισμού τον περασμένο Νοέμβριο και ήδη ανέλαβαν να διοργανώσουν την επόμενη έκδοση τον Νοέμβριο του 2021. Άτυπα ή και... ηθικά, αν θέλετε, έχουν υποχρέωση προς την EBU να πάρουν στα σοβαρά και την ενήλικη Γιουροβίζιον. Έτσι κι αλλιώς από το 2016 έχει υπάρξει μεταστροφή στην προσέγγιση. Έπαψαν να τον κοροϊδεύουν τον διαγωνισμό και μέχρι και εθνικό τελικό διοργανώνουν (τον μεταδίδουν από το 2ο κανάλι τους που δεν το παρακολουθούν πολλοί βέβαια, αλλά κάτι είναι κι αυτό).

[Δεν θα ξεχάσω όταν το 2005 είχε κερδίσει η Παπαρίζου και μας είχαν βρει στην αυλή της εστίας οι Γάλλοι συμφοιτητές μας να πανηγυρίζουμε το πόσο γέλασαν για το ότι παίρνουμε στα σοβαρά τη Γιουροβίζιον και μάχονταν να μας πείσουν ότι δεν έπρεπε να τη βλέπουμε καν.]

Το Voila μου αρέσει γιατί έχει χαρακτήρα. Το ακούς και ξέρεις ότι αυτό το πράμα είναι γαλλικό. Και αυτό θα εκτιμηθεί. Έχει επίπεδο, έχει σκοπό. Έχει αυτό που δεν έχουν πλέον οι ελληνικές και κυπριακές συμμετοχές. Πόσες φορές να τα πω; Εμείς είμαστε πια ένα σουηδικό παράρτημα που εκπροσωπείται από δευτερό-τριτες τραγουδίστριες της Αθήνας. Δεν με ενοχλεί. Για τα μέτρα και σταθμά μας είναι ΟΚ. Αλλά θεωρώ ότι αν είχαμε εθνική ταυτότητα, τη σεβόμασταν και την προβάλλαμε θα ήταν πολύ καλύτερη η μοίρα μας στον διαγωνισμό. Και ακόμη κι αν δεν ήταν, δεν θα νιώθαμε ότι τα λεφτά πήγαν χαμένα.

Για την Τσαγκρινού που θα μας εκπροσωπήσει φέτος, μόνο καλά λόγια έχω να πω. Είχα γράψει και ανάρτηση κάποτε γι’ αυτήν, για το πόσο όμορφη τη βρίσκω. Το τραγούδι φημολογείται ότι είναι πολύ καλό, έχω ακούσει κόσμο που το άκουσε λαθραία να λέει ότι είναι επιπέδου Φουέγκο και όχι σαν το άλλο το ημιτασιόν της Τάμτα που κανείς δεν το θυμάται. Αυτό είναι καλό, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μου για μια αξιοπρεπή εκπροσώπηση, αλλά είναι μόνο η μισή δουλειά. Βέβαια, όσο σκέφτομαι ότι πέρσι θα πηγαίναμε με εκείνον τον τύπο που έμοιαζε σαν να είχε βγει από πορνοταινία σιωπώ και λέω δόξα σοι ο Θεός.

Ας κερδίσει η Γαλλία ή έστω μία σαν τη Γαλλία. Ο διαγωνισμός αξίζει να ξαναβρεί τον χαρακτήρα του και θα ήταν μία καλή συνέχεια μετά την νίκη της Ολλανδίας το 2019.

Για Λιθουανία, που παίζει ψηλά, ούτε καν!

Θα τα λέμε στην πορεία.


Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2021

Η Λέξη Είναι 'Κακοποίηση'

 Με όλα αυτά τα γελοία που συμβαίνουν με τον Κιμούλη σκέφτομαι διάφορα.

Κατ’ αρχάς, εγώ τον Κιμούλη ελάχιστα τον γνωρίζω. Δεν τον έχω δει ποτέ στο θέατρο, ούτε με ενδιέφερε ποτέ σαν προσωπικότητα να τον γνωρίσω περαιτέρω. Τον είχα δει στον ΑΝΤ1 να παίζει τον Ψυχίατρο τη δεκαετία του ’90 και γελούσα με τη γιαγιά που είχε άνοια, αλλά μέχρι εκεί. Με τις καταγγελίες που δέχτηκε τις τελευταίες μέρες για κακοποίηση τον έψαξα λίγο παραπάνω και πέτυχα ένα βίντεο στο οποίο ξεδιπλώνει τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Είναι ΚΚΕ, οπότε ό, τι του σύρουν χαλάλιν του.

Από εκεί και πέρα ας συζητήσουμε τα περί κακοποίησης. Πού ζείτε, χρυσά μου; Πού;!

Η ζωή είναι μια ζούγκλα, καλημέρα σας.

Ο σκηνοθέτης που φωνάζει σας μάρανε; Δουλέψατε ποτέ σε κάποια επιχείρηση να σας φωνάζει από το πρωί μέχρι το βράδυ το αφεντικό; Έχετε πάει στρατό να δείτε σε πόσα ντεσιμπέλ σας απευθύνεται ο λοχαγός; Έχετε αντιμετωπίσει προϊστάμενο; Πού ζείτε και μου θέλετε κι ευγένειες; Στη Νορβηγία; Εδώ είναι Ελλάδα και Κύπρος. Αυτά είναι τα δεδομένα.

Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να τα ανέχεστε. Εμένα δυο φορές σε εργασία μου ύψωσαν τον τόνο της φωνής τους, και τους είπα ευθαρσώς «εγώ αυτά δεν τα ανέχομαι», «με τι μπουρτζόβλαχους έμπλεξα πάλι», κι έφυγα την ίδια στιγμή. Να κάνετε το ίδιο. Ανέχεστε, ανέχεστε τέτοιες συμπεριφορές και ξαφνικά μια μέρα βγαίνετε να μιλήσετε για «κακοποίηση». Εσείς με τη στάση σας εκθρέψατε την κακοποίηση. Αν σε κάθε «κακοποίηση» ορθώνατε ανάστημα και δεν σκύβατε το κεφάλι σαν τρίτης διαλογής σκλάβοι, σήμερα θα είχαν και λιγότερο τουπέ τα αφεντικά. Το επιχείρημα «τι να έκανα, να έχανα τη δουλειά μου;» σ’ εμένα δεν φτουρά. Τι να την κάνεις τη δουλειά σου αν σου συμπεριφέρονται σαν σκουπίδι. Θα αρρωστήσεις στο τέλος. Όταν δεν σε αντιμετωπίζουν σαν επαγγελματία, φεύγεις! Πας αλλού, όσο γίνεται καλύτερα. Αν κάθεσαι και τις τρως, εν μέρει γίνεσαι συνένοχος.

Αυτά τα ολίγα για τα αφεντικά.

Κατά τα άλλα, νισάφι λίγο με την «κακοποίηση». Μάθατε εκεί μια λέξη και την πιπιλάτε από το πρωί μέχρι το βράδυ, μας κάνατε τα αρχίδια ΤΟΣΑ! Η κακοποίηση θα έπρεπε να έχει συγκεκριμένη έννοια. Να ορίζεται, να έχει αρχή και τέλος. Δεν γίνεται να τη χρησιμοποιεί ο κάθε μη μου άπτου για να κερδίζει λίγα ψίχουλα σημασίας και τηλεθέασης. Θα σας δώσω παραδείγματα.

Πριν πολλά χρόνια σε μία παράσταση είχαμε στην ομάδα ένα συνάδελφο, εξαιρετικό παιδί γενικά, ο οποίος θεωρούσε ότι τον κακοποιούσαμε επί σκηνής και δεν επιδεικνύαμε τον δέοντα σεβασμό στο πρόσωπό του. Αυτό γιατί σε μία σκηνή έπρεπε να λιποθυμήσει, οι υπόλοιποι θα έπρεπε να τον τυλίξουμε σε ένα χαλί και να τον κρύψουμε για να μην βρει η αστυνομία το «πτώμα». Ο συνάδελφος ισχυριζόταν ότι την ώρα που τον τυλίγαμε στο χαλί επιδεικνύαμε βαναυσότητα, και αυτό τον μείωνε σαν προσωπικότητα. Σε μία πρόβα άρχισε να κλαίει και να λέει ότι δεν μπορεί να δεχτεί τέτοια αντιμετώπιση. Του εξηγήσαμε ότι οι πράξεις μας καθορίζονται από τους ρόλους και το θεατρικό κείμενο και ότι δεν τίθεται κάτι προσωπικό. Οποιοσδήποτε και να έπαιζε, με τον ίδιο τρόπο θα τον τυλίγαμε στο χαλί, αφού επρόκειτο για πτώμα. Κι όμως, ο ίδιος θεωρούσε ότι η συμπεριφορά μας ήταν κακοποιητική και είδαμε και πάθαμε να του αλλάξουμε γνώμη ώστε να μην τιναχθεί η παράσταση στον αέρα.

Κι άλλη ιστορία.

Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο, είχε ξεσπάσει μείζον θέμα επειδή ένας καθηγητής έδωσε τον λόγο σε μία συμμαθήτρια να πει το μάθημα, κι επειδή του διέφυγε το όνομά της, την αποκάλεσε «η κοπέλα με τα γυαλιά». Η συμμαθήτρια είπε το μάθημα και αμέσως ξέσπασε σε κλάματα. Δεν καταλάβαμε τι έγινε, διακόπηκε η παράδοση, βγήκαμε για διάλειμμα και έκπληκτοι διαπιστώσαμε ότι κατέβηκαν στο σχολείο οι γονείς της, έγινε ολόκληρη συνεδρίαση στον καθηγητικό σύλλογο, επειδή ο καθηγητής απευθύνθηκε στη μαθήτρια με ένα χαρακτηριστικό της το οποίο η ίδια έκρινε ως μειωτικό για την προσωπικότητά της. Έγινε χαμός, ο καθηγητής αναγκάστηκε να ανακαλέσει ενώπιον ολόκληρης της τάξης, απολογήθηκε, εξήγησε ότι δεν είχε κακή πρόθεση κι ότι απλώς την αποκάλεσε έτσι επειδή δεν θυμόταν το όνομά της. Εμάς τα αρχίδια μας έγιναν πάλι ΤΟΣΑ, επειδή μία έφηβη δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι είχε μυωπία και να εξοικειωθεί με την ιδέα. Ναι! «Κακοποίηση» επειδή την είπε «η κοπέλα με τα γυαλιά!» Αν έβγαινα εγώ να επικαλούμουν κακοποίηση κάθε φορά που με αποκαλούσαν «ο ψηλός»…

Η έννοια της κακοποίησης κατά τη γνώμη μου παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Προ ολίγων μηνών παραλίγο να τσακωθώ και με τη ψυχολόγο μου επειδή προσπαθούσε να με πείσει ότι είναι κακοποιητικό για τον γιο μου να τον αγκαλιάζω παρά τη θέλησή του. «Αν πει το παιδί ‘φτάνει’ οφείλεις να σταματήσεις αλλιώς το κακοποιείς!» Ναι, αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στα θέλω του μωρού και στα πρέπει του γονιού. Προφανώς η αγκαλιά δεν εμπίπτει στα «πρέπει» για να επιμείνω, αλλά γιος μου είναι, αν θέλω να τον πάρω αγκαλιά θα τον πάρω, κι αν εκείνη την ώρα παίζει και βαριέται τις τρυφερότητες ας με κλωτσήσει να κάνω πέρα, σιγά το πράμα! «Δίνεις λανθασμένα μηνύματα» μου είπε. «Είναι σαν να λες του παιδιού δεν με ενδιαφέρει αν εσύ δεν θέλεις, εγώ θα σου επιβληθώ». Βλέπω τη λογική του επιχειρήματος, αλλά βλέπω και την υστερία του πράγματος. Αν φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε κακοποίηση την αγκαλιά προς το παιδί από τον ίδιο του τον γονιό, θεωρώ ότι έχουμε τρελαθεί ομαδικώς. Δεν είπα τίποτα στη ψυχολόγο εκείνη την ώρα, έγνεψα καταφατικά γιατί δεν είχα όρεξη να της πω «καλή είσαι και του λόγου σου» γιατί γενικότερα την εκτιμούσα. Αλλά ναι, η υστερία, της υστερίας, την υστερία, ω! υστερία!

Αν φτάσαμε σε καιρούς όπου χρησιμοποιούμε την κακοποίηση ως όπλο επειδή κάποιος έθιξε τη μυωπία μας, ή επειδή θεωρούμε ότι εν είδει ρόλου τον τυλίξαμε με βία στο χαλί, πάει να πει ότι έχουμε κι εμείς τα θεματάκια μας. Η κακοποίηση ερμηνεύεται πλέον πολύ γενικά όπως όλες οι ξεχαρβαλωμένες έννοιες, του ρατσισμού του σεξισμού και της μαλακίας. Θεωρώ ότι στο μέλλον ο παροξυσμός θα επεκταθεί, θα θεωρείται κακοποίηση η κόρνα στο φανάρι, θα θεωρείται κακοποίηση το καχύποπτο το βλέμμα στο ασανσέρ, θα θεωρείται κακοποίηση το «με προσπέρασε στον αυτοκινητόδρομο».

Ναι, δεν συμμερίζομαι, ούτε υποστηρίζω τις αγενείς και ακραίες συμπεριφορές στον εργασιακό χώρο ή και αλλού. Αλλά ούτε υποστηρίζω το κλάμα και τον οδυρμό με του ψύλλου το πήδημα. Βρείτε τρόπο να το διαχειρίζεστε. Που αυτό είναι κατά βάθος η δυσκολία σας. Η ισορροπία!

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2021

Παρενοχλημένο Ποστ

Θα σου διηγηθώ τέσσερεις ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, δύο εκ των οποίων εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μου και δύο εκ των οποίων μου τις εξιστόρησαν τα ίδια τα θύματα.

Ας αρχίσουμε με εκείνες που βρήκα πιο ενδιαφέρουσες, εκείνες που μου εξιστόρησαν τα θύματα:

Η πρώτη αφορά σε φίλο, ερασιτέχνη ηθοποιό, ο οποίος κλήθηκε να παίξει ως κομπάρσος σε μία επαγγελματική παράσταση προ αμνημονεύτων. Κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος πήγε στις τουαλέτες να νίψει το πρόσωπό του και ενόσω ήταν σκυφτός πάνω απ’ τον νιπτήρα μπήκε ο πρωταγωνιστής της παράστασης, γνωστός γκέι επαγγελματίας ηθοποιός, ο οποίος δεν έχασε την ευκαιρία, του χούφτωσε τον πισινό λέγοντάς του: «είσαι σφιχτός, α;!» Ο φίλος μου σηκώθηκε, άρπαξε τον γνωστό ηθοποιό από τα μαλλιά και του χτύπησε το πρόσωπο με δύναμη στον νιπτήρα. Ο ηθοποιός μάτωσε τα χείλη και τη μύτη του και σωριάστηκε στο πάτωμα της τουαλέτας. Δέκα λεπτά αργότερα, ο σκηνοθέτης της παράστασης κάλεσε όλο τον θίασο για να του δώσει οδηγίες. Ο φίλος μου ένεκα του συμβάντος άργησε να παρευρεθεί, το ίδιο και ο γνωστός ηθοποιός. Όταν τελικά εμφανίστηκαν με λίγα λεπτά διαφορά και οι συνάδελφοί τους αντίκρυσαν τη θλιβερή κατάσταση του πρωταγωνιστή, ουδείς έκανε ερωτήσεις. Όλοι κατάλαβαν τι είχε γίνει. Ο φίλος μου είπε ενώπιον όλων «να του πείτε αν με ξαναπλησιάσει θα τον σκοτώσω».

Η δεύτερη ιστορία αφορά πάλι σε θεατρικό σκηνικό. Μία φίλη επαγγελματίας ηθοποιός δέχτηκε κατά τη διάρκεια των προβών επίθεση από γηραιότερο συνάδελφό της, ο οποίος την άρπαξε από πίσω και της χούφτωσε το στήθος μέσα στο καμαρίνι στο οποίο άλλαζε και το οποίο ήταν άδειο εκείνη τη στιγμή. Η φίλη μου ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά της, του έδωσε μία κλωτσιά στα αρχίδια και τον άφησε διπλωμένο να ουρλιάζει στο καμαρίνι, τον στόλισε με βρισιές από πάνω ως κάτω και έφυγε. Ο ηθοποιός για να την εκδικηθεί άρχισε να διαδίδει έκτοτε ότι επρόκειτο περί ατάλαντης και τη δυσφημούσε σε όλα τα μήκη και πλάτη του επαγγέλματος. Τότε κι εκείνη άρχισε να διαδίδει τι της έκανε.

Και πάμε τώρα σε αυτά που είδα με τα ίδια μου τα μάτια:

Το 1994 είχαμε πάει κρουαζιέρα στους Αγίους Τόπους. Ενόσω περιδιαβαίναμε στο παζάρι της Ιερουσαλήμ, στο οποίο όσοι έχετε πάει γνωρίζετε τι χαμός επικρατεί, μία κυρία από το γκρουπ μας άρχισε να βρίζει σε άπταιστα γαλλικά και να χτυπά με τη τσάντα της έναν νεαρό ζητιάνο. Γυρίσαμε το κεφάλι και είδαμε τον νεαρό στο πάτωμα να προσπαθεί να γλιτώσει τις τσαντιές κακήν κακώς, ενώ η κυρία του έλεγε «… για να μάθεις να μαζεύεις τα ξερά σου, μπάσταρδε!» Δεν χρειάστηκε ο ξεναγός να μας εξηγήσει τι συνέβη, όλοι καταλάβαμε.

Το 1996, στα ιδιαίτερα των μαθηματικών στο σπίτι ενός καθηγητή μαζί με μία συμμαθήτριά μου, ο καθηγητής -γνωστός πορνόγερος- σηκώνει τη συμμαθήτρια να λύσει άσκηση άλγεβρας στον πίνακα. Με το δεξί του χέρι της χαϊδεύει την πλάτη ενόσω εκείνη έλυνε την εξίσωση. Η συμμαθήτρια δεν αντέδρασε στο «χάδι». Απορούσα αν μπορούσε να αντιληφθεί την κακοποίηση που υφίσταντο εκείνη τη στιγμή. Απορούσα και με τον εαυτό μου, αν δηλαδή μου έπεφτε λόγος να επέμβω, ή αν θα με έβγαζαν τρελό ότι οι ορμόνες της εφηβείας χτυπάνε μπιέλες και φαντασιώνομαι πράγματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν σχολίασα, ούτε είπα σε κανέναν τίποτα. Δυο χρόνια μετά ο συγκεκριμένος καθηγητής ήταν talk of the school επειδή μια άλλη μαθήτρια τον κατήγγειλε για σεξουαλική κακοποίηση. Τότε σιγουρεύτηκα.  

Γιατί αναφέρω όλα τα πιο πάνω παραδείγματα. Τα αναφέρω γιατί θέλω να πω ότι οι εκστρατείες που θέλουν τη γυναίκα να μιλά και να καταγγέλλει είναι όλες καλές και ευπρόσδεκτες, αλλά οι εκστρατείες που θα έκαναν τη γυναίκα ή και τον άντρα δυνατούς να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις είναι πολύ πιο ευπρόσδεκτες και κάλλιστες. Καλό το «άνοιξε το στόμα σου και μίλα», καλύτερο όμως το «όρμα στον μαλάκα και κάντον άχρηστο», όπως τις πρώτες τρεις ιστορίες που σας ανέφερα πιο πάνω. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι όλα τα θύματα τα ίδια. Δεν έχουν όλες και όλοι τη δύναμη να αντιδράσουν αντανακλαστικά. Πολλοί αισθάνονται αμήχανα και δεν προλαβαίνουν καλά-καλά να αντιληφθούν ότι η κακοποίηση τους συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Αλλά πείτε μου, ποιο είναι πιο ωφέλιμο; Να περιμένω τον κλέφτη να μπει στο σπίτι μου, να πάρει ότι θέλει, να μου το ρημάξει και μετά να τον καταγγείλω, πολλές φορές σε μια αστυνομία η οποία θα εμφανιστεί με καθυστέρηση; Ή να οχυρώνω το σπίτι μου με κάθε τρόπο ώστε ο κλέφτης, ο διαρρήκτης ή και ο δολοφόνος να μην τολμούν να περάσουν ούτε απ’ έξω;

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Το να αναμένουμε ότι θα εκλείψουν οι κλέφτες, οι λωποδύτες, οι δολοφόνοι και οι βιαστές είναι το ίδιο με το να περιμένουμε ότι θα πάμε σε κλαμπ και δεν θα μας σκουντήσουν οι παστωμένοι σαν σαρδέλες, θαμώνες. Μπορούμε όμως να μεγαλώνουμε πολίτες (άντρες και γυναίκες) σαν Σπαρτιάτες και να καθαρίζουν μόνοι τους, παρά να εξοικειώνονται με την αδράνεια μίας οκνηρής και αδιάφορης κοινωνίας η οποία εν τέλει τους θυματοποιεί, ώστε να έρχονται να καταγγέλλουν καταστάσεις 20 χρόνια παλιότερες που αφορούν σε αδικήματα που λόγω παρέλευσης χρόνου έχουν παραγραφεί και καλά-καλά δεν μπορούν ούτε να αποδειχτούν.

Θα μου πεις ότι ζητώ πολλά. Πάντα ζητώ πολλά, τα λίγα δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Αλλά εκατό φορές να πιάνεις τη ζωή από τα μαλλιά και να της επιβάλλεσαι, παρά να είσαι ένα αιώνιο θύμα που επαιτεί τον οίκτο.  

(Αυτό το κείμενο δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να το δημοσιοποιήσω. Οι καιροί είναι αβάσταχτοι και οποιοσδήποτε τολμά να εκφράσει μία άποψη πέραν οποιασδήποτε άλλης η οποία προκαλεί συναισθήματα «μάνα μου ρε», δέχεται σωρηδόν επιθέσεις από τον όχλο, πράγμα που στην ηλικία μου δεν αντέχεται μιας και δεν με αφορά και άμεσα. Σκέφτομαι όμως ότι είναι καλύτερο να σκέφτεσαι και να μιλάς παρά να σιωπάς. Αυτό δεν θέλουν να κάνουν και τα θύματα άλλωστε;»)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2021

Άλλο Ένα Νοσταλγικό Κείμενο

Σήμερα έχει γενέθλια μία φίλη μου εξ Ελλάδος, την οποία γνώρισα όταν πρωτοπήγα να σπουδάσω στο Ρέντινγκ, το 2000. Τηλεφώνησα να της ευχηθώ και θέλοντας και μη θυμήθηκα «εκείνα τα χρόνια» τα υπέροχα και με έπιασε μία απέραντη νοσταλγία, μία θλίψη απύθμενη. Κάθομαι τώρα και ακούω τα τραγούδια της εποχής και είμαι σαν Επιτάφιος.

Το 2000 ήμουν σαν βασιλιάς, κυρίες και κύριοι. Λίγες περιόδους στη ζωή σου μπορείς να δηλώσεις ότι ήσουν σα βασιλιάς. Εγώ ευτυχώς την έζησα τρεις φορές. Η μία ήταν στην Έκτη Δημοτικού που ένιωθα πρωταγωνιστής, η δεύτερη στο Πανεπιστήμιο και η τρίτη με τη θεατρική ομάδα όταν αυτή ήταν στις δόξες της.

Πόσο μου λείπει η εποχή και το μπάχαλο της εστίας. Τότε που ήμασταν ο ένας κυριολεκτικά και μεταφορικά μέσα στο βρακί του άλλου. Που οι πόρτες ήταν ανοιχτές, τα ραδιόφωνα στη διαπασών να παίζουν διαφορετική μουσική από κάθε δωμάτιο. Σε κάθε κουζίνα και ένα διαφορετικό πάρτι, με τους Έλληνες, με τους Εράσμους, με τους Άραβες, με τους Λατίνους. Την άλλη μέρα να κουτσομπολεύουμε μέχρι το μεσημέρι τι έγινε την προηγούμενη.

Έγραφα ημερολόγιο κάθε μέρα τότε. Μπορεί να έγραφα και πέντε σελίδες από νέα και ειδήσεις. Αυτός χώρισε, αυτή φιλήθηκε με εκείνον, πήγαμε στο τάδε πάρτι και φύγαμε στις 5:00 το πρωί, ο τάδε μας αποκάλυψε ότι είναι γκέι, η τάδε τον ερωτεύτηκε και δεν ξέρουμε πώς να της πούμε ότι δεν πάει με γυναίκες, η τάδε απατά τον γκόμενο με έναν από άλλη εστία, η δική μου πότε θα γίνει κατά-δική μου;

Ήταν μία χρονιά που δεν ήθελα να τελειώσει. Όταν είχαν 0λοκληρωθεί οι τελικές εξετάσεις και έπρεπε να πακετάρουμε για Κύπρο ήμουν ο τελευταίος που έφυγε. Μάζευα τα πράγματά μου και ήλπιζα μέχρι την τελευταία στιγμή ότι κάτι θα γίνει και θα παραταθεί όλο αυτό. Τίποτα δεν έγινε. Και δυστυχώς η επόμενη χρονιά δεν ήταν τόσο λαμπερή όσο η πρώτη.

Εκείνη η χρονιά μου λείπει και για άλλους λόγους. Μου λείπει η «ταλαιπωρία» της. Δεν είχαμε wifi, δεν είχαμε καν ίντερνετ στο δωμάτιό μας. Έπρεπε να πάμε στη βιβλιοθήκη για να έχουμε σύνδεση με τον έξω κόσμο. Και μην φανταστείτε ότι υπήρχαν ελληνικές ιστοσελίδες να ενημερωθείς. Θυμάμαι ότι υπήρχε μόνο το Mad.gr, για ελληνική μουσική ενημέρωση και για να ανοίξει μια σελίδα έπαιρνε και 5-6 λεπτά. Με το ζόρι λειτουργούσε και η μία κυπριακή διαδικτυακή εφημερίδα, η ‘Σημερινή’. Κινητό τηλέφωνο δεν είχα την πρώτη χρονιά. Για να μιλήσω με τους γονείς μου έπρεπε να με πετύχουν στο δωμάτιο. Τύχαινε να περάσουν και 3-4 μέρες κάθε φορά για να με πετύχουν μέσα.

Είχα ακόμα λαχτάρα να γνωρίζω νέο κόσμο. Είχα κέφι να πιάνω κουβέντα με τον καθένα στην τραπεζαρία που τρώγαμε όλοι μαζί, και να μου λέει τις ιστορίες του από την πατρίδα του. Μου ήταν όλα τόσο έντονα και χρωματιστά. Ακόμα και το Ρέντινγκ που είναι ένα ρημαδοχώρι, ένα προάστιο του Λονδίνου πια, με δυο δρόμους κεντρικούς όλους κι όλους μου φαινόταν τεράστιο. Το δε Oracle (το κεντρικό πολυκατάστημα), μου φαινόταν αχανές που νόμιζα ότι δεν θα προλάβω να το εξερευνήσω ολόκληρο για όσο θα ζούσα εκεί. Θυμάμαι ότι είχα  γράψει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιο μου ότι ήμουν τόσο ευτυχισμένος και πλήρης που δεν με ενδιέφερε να επιστρέψω ποτέ στην Κύπρο, ούτε να συνεχίσω επαφές με τους φίλους μου στην Κύπρο. Ήμουν πεπεισμένος ότι θα έμενα εκεί για πάντα και αυτό όχι μόνο ήταν ΟΚ, αλλά ήταν ένα είδος δικαίωσης, ήταν μάννα εξ ουρανού.

Πήγα και άνοιξα το σχετικό φωτογραφικό άλμπουμ. Βρήκα μία φώτο μου με τη Μπάρμπαρα, από την Ιταλία. Καθίσαμε μαζί στο “formal dinner” καλωσορίσματος των Εγγλέζων. Θυμάμαι πόση χαρά έκανα που γνώριζα για πρώτη φορά μία Ιταλίδα από κοντά. Ήταν και τσαχπίνα, ήταν και άκρατο τα μεσογειακό της ταμπεραμέντο, λαλίστατη και πολλά υποσχόμενη, η άβγαλτη φύση μου πανηγύριζε εν εξάλλω ότι απ’ εκεί που τόσα χρόνια έπαιζαν τις δύσκολες οι εγχώριες μουστακαλούδες, ξαφνικά βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα με τοπ κλας γυναίκες. Θωρώ τη λαχτάρα στα μάτια μου, τον ενθουσιασμό του καινούριου, τη γοητεία του αγνώστου και σκέφτομαι ότι αυτά δεν θα ξανάρθουν. Κατά μία έννοια πάλι καλά που τα βίωσα.  

Ω γουέλ.

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2021

Τρεις Βδομάδες Καραντίνα

Τι να μου πουν, χρυσέ μου, οι τρεις βδομάδες καραντίνα;

Τι να προλάβω να κάνω μέσα σε τρεις βδομάδες;

Έχω πέντε μυθιστορήματα στο κομοδίνο που περιμένουν τη σειρά τους. Έχω τουλάχιστον τρεις σειρές στο Νετφλιξ που θέλω να αρχίσω. Έχω κήπο να περιποιηθώ. Έχω αποθήκη να ξεσκαρτάρω, έχω τρεις ταινίες home video να μοντάρω, έχω ένα θεατρικό έργο να γράψω. Έχω τόσα πολλά πράγματα στο μυαλό μου, που τρεις εβδομάδες ίσον τίποτα!

Βλέπω τον κόσμο να πανικοβάλλεται στην ιδέα της απομόνωσης και αγχώνομαι μην είμαι εγώ ο παράξενος που περνά καλύτερα μόνος του. Αφού και να βρεθούμε δεν συμφωνούμε σε τίποτε. Γιατί να το κουράζουμε; Είδα και τα Χριστούγεννα που ήταν «επιβεβλημένο» να βρεθούμε και το μόνο που κάναμε ήταν να κάθεται ο καθένας σε μια άκρη του καναπέ και να παίζει με το κινητό του υπομένοντας στην τηλεόραση του μαρτύριο του Λούη Πατσαλίδη. Ποτέ ξανά!

Ξεκίνησα να γράφω ένα θεατρικό έργο πριν δύο χρόνια. Το παράτησα γιατί δεν μου έβγαινε. Πάνω σε ένα τσακωμό με μία ηλίθια στο φέησμπουκ όμως, απέκτησα πολλά νεύρα (και έμπνευση), και έπρεπε κάπου να τα εκτονώσω. Βρήκα το αρχείο και το εμπλούτισα με όλο το φορτίο που μου προκάλεσε ο τσακωμός. Έγραψα καμιά τριανταριά σελίδες στην καθισιά μου. Πρώτη φορά μου συνέβη κάτι τέτοιο. Το ξαναπαράτησα. Σκέφτομαι ότι είναι κρίμα να μην το τελειώσω. Έτσι κι αλλιώς έχω ως αρχή ότι αρχίζει να μην μένει στη μέση. Χθες βράδυ κάθισα και έκανα διορθώσεις. Ιδέαν δεν έχω που θέλω να πάει η πλοκή, ιδέαν δεν έχω πώς θα καταλήξει, δεν έχω ιδέα αν είναι καν αστείο. Αλλά σάμπως κι έχουν όλοι οι άλλοι που γράφουν;

Αυτό ήταν το αιώνιο μου πρόβλημα. Η έκθεση. Ακόμα κι αν γράψω κάτι αξιοπρεπές που θα μπορεί να ανέβει από κάποιο θίασο κάποια μέρα, δεν μου αρκεί. Θέλω να γράψω ένα αριστούργημα. Μία αποκάλυψη. Και δεν είμαι ικανός γι’ αυτό. Ούτε έχω υπομονή και επιμονή να δουλέψω πάνω σε αυτό. Θέλω να έρθει η επιφοίτηση ουρανοκατέβατη και να με φωτίσει. Να πιάσει ο Θεός το χέρι μου και να γράψουμε ένα έπος. Προς το παρόν, γράφουμε ένα πέος.

Η γραφή έχει πολλούς κανόνες τους οποίους βαριέμαι. Θέλει να σμιλέψεις χαρακτήρες και αυτοί οι χαρακτήρες πρέπει να έχουν ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ο κάθε χαρακτήρας θέλει το βιογραφικό του, θέλει τον ψυχολόγο του. Γενικώς θέλει πολύ κύριε ελέησον. Προσπαθώ να το τηρήσω, αλλά έτσι χάνω τον εαυτό μου. Και πάντα η αρχή μου στη γραφή είναι να γράφεις αυτό που διασκεδάζει εσένα. Αν βρεθεί ένας ακόμα να διασκεδάσει πέτυχες τον στόχο σου. Αν γράφεις για να χαρεί η μάζα, χέσε ψηλά κι αγνάντευε. Και ιδού το δίλημμα: Να γράφω για να γελώ εγώ και ακόμα 2-3 συμπάθειες; Ή να γράψω για να δώσει το ΟΚ του ο ΘΟΚ;

Έχω ξεκινήσει άπειρα κείμενα τα οποία έμειναν μισοτέλειωτα. Κυρίως από έλλειψη έμπνευσης, αλλά και από ξεχείλισμα αυτογνωσίας, ότι δηλαδή αυτή η μαλακία δεν αξίζει την εκτύπωση, πόσο μάλλον την έκδοση. Βέβαια, γνωρίζω κόσμο που τυπώνει ακόμα και την κλανιά του και πουλά βιβλία με αυτήν, οπότε ο πήχης είναι πολύ χαμηλά. Εύκολα χωρούσε κάπου και η δική μου η κλανιά. Αλλά, όχι. Δεν αντέχω να μπει το όνομά μου δίπλα σε μία μετριότητα, δίπλα από κάτι που δεν αξίζει βραβείου, δίπλα από κάτι που θα με βάλει στο πάνθεον των συγγραφέων.

Ας πεθάνω άδοξα.

Αυτά είχα να πω, γεια σας. Όπως βλέπετε έχω πάρα πολλά να σκεφτώ σ’ αυτή την καραντίνα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2021

Περασμένος, Ξεπερασμένος

Έχω γράψει και στο παρελθόν (όλα τα έχω ξαναγράψει στο παρελθόν, δεν έμεινε τίποτε καινούριο να σας γράψω), ότι αισθάνομαι ξεπερασμένος.

Ξεπερασμένος από την εποχή.

Το επιβεβαίωσα χθες βράδυ όταν έγιναν τα επεισόδια στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ. Μία μέρα πριν, η ανθρωπότητα μαχόταν στα σόσιαλ για τα μέτρα κατά του κορωνοϊού. Σφάζονταν τα αντίπαλα στρατόπεδα για τις παρενέργειες του εμβολίου. Για τη στάση της εκκλησίας, για το κωλοδάχτυλο της πιστής την ώρα που εξέρχονταν από την λειτουργία των Φώτων. Μέχρι να προλάβουμε να τα καταπιούμε και να τα χωνέψουμε όλα αυτά, ξεμύτησε ο «βίκινγκ με τη γούνα» και η «κατάλυση της Δημοκρατίας στην Αμερική». Ήταν πολλά για ένα μόνο εικοσιτετράωρο.

Θυμάμαι ότι, το 1986, όταν έγινε η έκρηξη στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, μόνο αυτό μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των Ειδήσεων για τουλάχιστον ένα εξάμηνο. Στο Δημοτικό μας μίλησαν για τη ραδιενέργεια και μας εξήγησαν χονδρικά τι συνέβη. Θυμάμαι ότι το συμβάν είχε στιγματίσει ολόκληρη τη χρονιά, έγινε συνώνυμο του 1986, μόνο γι’ αυτό μιλούσανε «οι μεγάλοι». Στο 2020 ένα αντίστοιχο Τσέρνομπιλ θα ήταν ένα συμβάν που θα μας απασχολούσε πολύ λιγότερο, γιατί κάποιο καινούριο νταράκουλο θα ερχόταν να πάρει τη θέση του την επόμενη κιόλας ώρα.

Οι ταχύτητες είναι άπιαστες πια. Τουλάχιστον για μένα, για τα δικά μου μέτρα και σταθμά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τι γίνεται. Μεγάλωσα σε μία χώρα που το πρώτο θέμα ειδήσεων από τη μέρα που γεννήθηκα ήταν το Κυπριακό και οι εξελίξεις του. Πλέον το Κυπριακό παίζει τρίτο και τέταρτο θέμα στις Ειδήσεις. Δεν υφίσταται καλά-καλά. Λογικό από μια άποψη, άμα σκεφτείς ότι ο κόσμος έχει σοβαρότερα προβλήματα. Μα, για εμάς είναι κάτι που δεν λύθηκε ακόμα και μας πονάει. Βρίσκω συναρπαστικό και ταυτόχρονα τρομερά ενδιαφέρον το ότι πλέον η ειδησεογραφία είναι τόσο γρήγορη και καυτή που έχει καπακώσει διαχρονικά μας προβλήματα. Τα ξεπέρασε.

Γι’ αυτό κι εγώ δεν σώνω να τα παρακολουθήσω. Αναπόφευκτα διαβάζω τίτλους από ‘δω κι από ‘κει επειδή είμαι συνέχεια ονλάιν και μαθαίνω τα θέματα σος. Αλλά ο εγκέφαλός μου αρνείται να απορροφήσει τόσα γεγονότα και πληροφορίες. Δεν προλαβαίνει να αναλύσει τίποτα. Καταλήγει να πανικοβάλλεται. Έτσι έχω αποσυρθεί εκουσίως από την ώρα των Ειδήσεων. Με το που πέσουν οι τίτλοι παίρνω το μωρό επάνω και αρχίζουμε τη διαδικασία του ύπνου. Μέχρι να τελέψω έχουν τελειώσει τα πάντα και πέφτω κι εγώ ξερός. Είμαι τουλάχιστον δυο χρόνια απών από τα γεγονότα. Μετά βίας ξέρω τα ονόματα των Υπουργών και των Κυβερνώντων αυτής της χώρας. Δεν ήμουν έτσι, εγώ κάποτε σπούδαζα Διεθνή Δημοσιογραφία και ήταν επιβεβλημένο να ξέρω ακόμα και το όνομα της Προέδρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας – ήταν μια Κινέζα τότε. Έτσι μας έλεγαν οι καθηγητές. «Δεν είναι δυνατόν να μην γνωρίζετε καίρια ονόματα, σε υψηλά πόστα, ενώ θέλετε να γίνετε δημοσιογράφοι».

Χθες βράδυ με τα καραγκιοζιλίκια του Τραμπ βεβαιώθηκα. Έχω ξεπεράσει αυτόν τον κόσμο. Δεν με αφορά τίποτα, αλλά και να με αφορούσε δεν προλαβαίνω να το παρακολουθήσω. Τελειώνει και αρχίζει ένα άλλο τσίρκο την ίδια μέρα.  

Οδεύω ακάθεκτος προς την ευτυχία της άγνοιας, και την ευρύτερη Μακαριότητα.

 

 

[Υ.Γ. Θυμήθηκα, παρεμπιπτόντως, όταν είχα πάει σε μία συνέντευξη για δουλειά το μακρινό 2007, όπου ένας από το Πάνελ με ρώτησε αν ήξερα ποιος ήταν ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εγώ απάντησα, ορθά, πως ήταν ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Ξύνισε λίγο που το βρήκα, το κατάλαβα απ’ τα μούτρα του ότι δεν ήθελε να το βρω, και για να με δυσκολέψει περαιτέρω ώστε να δικαιολογηθεί η απόρριψη που ψηνόταν, με ρώτησε από ποια χώρα καταγόταν (Ο Μπαρόζο). «Ε, χέσε μας» ήθελα να του πω, «είχα μια σκασίλα από που προέρχεται, πάλι καλά να λες που τον θυμήθηκα και τον είπα», αλλά «Ιταλός» είπα στην τύχη αφού αυτό το Μπαρόζο μου έκανε λίγο Σικελικό. «Είναι λίγο Πορτογάλος» μου απάντησε ειρωνικά ο εξεταστής και κάτι σημείωσε στο χαρτί μπροστά του. Στάνταρ θα γράφτηκε στα Πρακτικά ότι απορρίφθηκα επειδή δεν ήξερα ότι ο Μπαρόζο είναι Πορτογάλος. Αντιλαμβάνεστε τι θα απαντούσα αν πήγαινα σήμερα στο ίδιο ίντερβιου. Σήμερα δεν έχω ιδέα αν υφίσταται καν Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πόσω δε μάλλον να ξέρω ποιος προεδρεύει αυτής. Δεν έχω ιδέα αν είμαστε ακόμα μέλος της ΕΕ!]