Παρασκευή, Μαΐου 03, 2019

Θανατικό

Η μάνα μου ισχυρίζεται, και ποιος είμαι εγώ που θα την αμφισβητήσω, ότι μετά από τις κηδείες δεν κάνει να επιστρέφουμε αμέσως στο σπίτι μας. Mεταφέρουμε, λέει, το θανατικό μαζί μας γι’ αυτό καλό θα ήταν πριν φτάσουμε στο σπίτι, να πεταχτούμε κάπου άλλου για να πάει εκεί ο Χάρος. Εγώ αυτά δεν τα πιστεύω, αλλά από τότε που έκανα μωρό δεν μπορώ να ρισκάρω το παραμικρό. Οπότε υποκύπτω στις επιταγές της κάθε δεισιδαιμονίας. Τώρα δεν ξέρω αν ο φούρνος της γειτονιάς κατατάσσεται στα υποστατικά που έχουν συμβληθεί στο να απορροφούν και να ξορκίζουν το κακό, εγώ πάντως δεν βολεύομαι να πάω αλλού. Οπότε, όποτε έχω κηδεία, μετά περνώ από ‘κει.

Σήμερα που θάψαμε τον θείο, και πάλι απ’ τον φούρνο πέρασα. Μπήκα μέσα διστακτικά, αφού κατ’ ουσία δεν χρειαζόμουν ν’ αγοράσω κάτι, και απλά κοίταζα πέρα δώθε αμήχανος.

«Να σας εξυπηρετήσω;» ρώτησε η υπεύθυνη που με ήξερε οπτικά.

Τι να της έλεγα ο καψερός;

«Δεν χρειάζομαι κάτι. Πέρασα να σας αφήσω λίγο θανατικό».

«Τι μου λέτε, θανατικό!»

«Ναι, ορίστε (εμφανίζω πιατάκι καλυμμένο με ασημόχαρτο)».

«Για να δω. Φρέσκο;»

«Πιο φρέσκο δεν έχει. Της ώρας. Τώρα, πριν λίγο βγήκα από το Κωνσταντίνου και Ελένης».

«Α, δίπλα. Ποίου είναι;»

«Του θείου.

«Nέος;»

«Ογδοντάρης».

«Πρώτο πράμα δηλαδή».

«Ναι λέμε!»

«Πάντως οπτικά σκίζει. Στη γεύση να δούμε πώς του βγήκε».

«Την οξύτητα δεν ξέρω αν πέτυχε…»

«Μισό να δω (Βάζει το δάχτυλό της μέσα στο ταπεράκι και δοκιμάζει λίγο). Όνειρο! Μπορεί να μην τον ξέραμε τον θείο, αλλά το πέτυχε. Γεια στα χέρια του!»

«Ευχαριστώ. Να σας το αφήσω;»

«Ναι, χρειάζεται ψυγείο;»

«Ε, δεν θα χρειάζεται; Βάλτε το όπου νομίζετε».

(Φωνάζει από μέσα μία υπάλληλο του ανατολικού μπλοκ) «Ντορίνα! Ο κύριος έφερε θανατικό, έλα να επιληφθείς του θέματος».

Η Ντορίνα υπακούει. Έρχεται και παραλαμβάνει το ταπεράκι και εξαφανίζεται με την όπισθεν προς την κουζίνα.

«Πολύ χαίρομαι που σας άρεσε!»

«Σοβαρά;»

«Ναι, γιατί αγχώθηκα λίγο μήπως παρεγηξήσετε. Λέω θα σας αρέσει, δεν θα σας αρέσει, θα σας κακοφανεί, δεν θα σας κακοφανεί…»

«Μα, για όνομα του Θεού! Εμείς ευχαριστούμε που μας σκεφτήκατε. Θέλετε και τίποτε άλλο να σας πακετάρω ή μόνο για το θανατικό ήρθατε;»

«Όχι, μόνο για το θανατικό και κατ’ ακρίβεια βιάζομαι».

«Να ‘στε καλά! Να ζήσετε να τον θυμάστε».

Επανεμφανίζεται η Ντορίνα μέσα από τη δίφυλλη πόρτα του φούρνου.

«Κυρία! Εδοκιμάσατε λλίον που τούτο; Εν τέλειο!»

«Πελλαμός Ντορίνα μου, τωρά το έλεα του κύριου!»

Χαιρέτισα και έφυγα. Μέχρι το απόγευμα είχαν ψοφήσει και η φουρνάρισσα και η Ντορίνα.

Επόμενος στόχος: ο βενζινάς!

Τετάρτη, Απριλίου 24, 2019

Συγκλονισμένη Η Κοινή Γνώμη

Ακούστε να δείτε.

Σ’ αυτή τη χώρα βαριόμαστε.

Βαριόμαστε γιατί είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε σε νησί, και μάλιστα σε μικρό νησί – δεν είμαστε η Βρετανία που θεωρείται επίσης νησί, να μπορούμε να οδηγήσουμε πέντε ώρες για να αλλάξουμε περιβάλλον. Βρισκόμαστε σε νησί στο οποίο μέσα σε δυόμιση ώρες κάνεις την περίμετρο του με το αυτοκίνητο. Αντιλαμβάνεστε. Όταν ζεις σαράντα χρόνια σε έναν τόπο που τον έχεις φάει με το κουτάλι, αναπόφευκτα βαριέσαι.

Για να πάμε οπουδήποτε εκτός, χρειαζόμαστε αεροπλάνο. Αλλά και αεροπλάνο να πάρουμε, ο πιο κοντινός προορισμός της προκοπής, είναι η Αθήνα. Όσο μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει την Αθήνα «προορισμό της προκοπής» στα χρόνια του Τσίπρα. Δεν έχουμε γύρω μας τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, να πηγαίνουμε όπου επιθυμήσουμε με το αυτοκίνητο. Μπορούμε να πάμε στη Συρία, στο Ισραήλ, στην Τουρκία, στον Λίβανο. Σε χώρες, δηλαδή, που είτε έχουν πόλεμο, είτε είναι εχθρικές και άσχημες, και στις οποίες κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θέλει να πάει από μόνος του. Δεν είμαστε οι Βρυξέλλες να μπορούμε κάθε βδομάδα να πεταγόμαστε σε μία άλλη συγκροτημένη, ευρωπαϊκή πόλη να ξεδίνουμε να ανανεωνόμαστε και να επιστρέφουμε φρέσκοι και αναζωογονημένοι να ξαναχωθούμε στο σκατό.

Είμαστε εγκλωβισμένοι.

Αυτό είναι αρκετό ψυχολογικό βάρος για να δικαιολογείται η αδιαφορία που έχουμε αναπτύξει για τα πάντα. Ριγμένοι σε ένα νησί, το μισό κατεχόμενο, γύρω-γύρω θάλασσα και πιο γύρω άλλες πέντε-έξι προβληματικές χώρες. Οι φυλακές του Αλκατράζ καλύτερες μου ακούγονται. Οκέι, δεν γεννηθήκαμε και στο τελευταίο χωριό των Μασάι, συμφωνώ, αλλά δεν είμαστε και κανένα κελεπούρι. Θέλω να πω, δικαιολογώ τη διαφθορά μας. Είναι αποτέλεσμα συνειδητοποίησης της (κακό)μοίρας μας.  

Εκτός αυτού, είμαστε και λίγοι. Πληθυσμιακά εννοώ. Γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας. Και στο τελευταίο καφενείο της Κύπρου να πας, θα βρεις γνωστούς σου. Αυτό κι αν είναι δυσβάσταχτο. Γεννιέσαι μαζί με μερικές χιλιάδες κόσμου και πεθαίνεις με αυτούς. Μέχρι τα 18 σου χρόνια τους έχεις γνωρίσει όλους – ξέρεις κι από ποια μεριά του κρεβατιού κοιμούνται, που λέει ο λόγος. Δεν υπάρχει ανανέωση σε κανένα τομέα, δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον, αλλά μία συνεχής ανακύκλωση προσώπων, ιδεών, γεγονότων. Βαριέσαι!

Γιατί τώρα όλοι διερωτάστε πως προέκυψε η πρόσφατη κοινωνική αναλγησία; Πτώμα από ‘δω, πτώμα από εκεί, πτώμα παραπέρα. Δεν κόφτει ιδιαίτερα κανέναν. Και εγώ το καταλαβαίνω, δεν το κατακρίνω. Το δικαιολογώ. Γιατί να μας κόφτει; Βαριόμαστε ήδη πολύ για να ασχοληθούμε με το οτιδήποτε. Και στο κάτω, κάτω, αυτά στο εξωτερικό τα ζουν με το καλημέρα σας. Εμείς που δεν έχουμε μισό πλεονέκτημα απ’ αυτά που απολαμβάνουν στο εξωτερικό, γιατί να χάσουμε τον ύπνο μας; Αρκετή υπαρξιακή κατάθλιψη δεν έχουμε ήδη στο κεφάλι μας;

Συγκλονίζεστε, τάχα μου! Άντε σκάστε, που θα μας πείτε ότι συγκλονίζεστε κιόλας. Κόσμος που ολόχρονα δεν νιώθει τίποτε, οργασμός δεν ξέρει τι σημαίνει, ξαφνικά συγκλονίστηκε! Πορδές!

Εγώ βαριέμαι τρομερά και δεν με ενδιαφέρει τίποτε. Διέγραψα και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία (ο Θεός να τα κάνει!) από τα timelines μου, έτσι μόνο τυχαία μαθαίνω τι συμβαίνει. Βλέπω μόνο Netflix τα βράδια και ταινίες του Ντίσνεϊ τα απογεύματα με τον γιο μου. Πάω και κανένα περίπατο στα ενδιάμεσα με τα ακουστικά στ’ αφτιά για να κινείται λίγο το αίμα μου και να εκτονώνομαι. Έτσι περνούν οι μέρες μου. Συμπαθητικά και ήσυχα. Αλλά αρνούμαι και να συγκλονιστώ, αρνούμαι και να εντυπωσιαστώ, αρνούμαι και να συμπονέσω.


Δεν με κόφτει τίποτε! Νιώθω σαν να είμαστε όλοι μες τη φυλακή, στην οποία μάλιστα κάνουν κουμάντο οι εκάστοτε φατρίες με τα αθέμιτα μέσα, και κάπου εκεί, μαθαίνουμε στο μπαϊ δε γουεϊ, ότι σφάξανε έναν στο παραδίπλα κελί. Πέντε λεπτά αναστάτωση, δήθεν συγκλονισμός και μετά τα ίδια. 

Δεν αξίζει τον κόπο. 

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2019

Θυμήθηκα Μια Φίλη Παλιάς Σχολής

Στην εστία που έμενα το 2007, στο Κάρντιφ, έκανα παρέα με μία καταπληκτική κοπέλα από την Ινδία. Είχε μια υπέροχη πληθωρική προσωπικότητα, χαιρόσουν να συνομιλείς μαζί της. Είχε ζήσει πολλά χρόνια σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και είχε άλλον αέρα, δεν ήταν η κλασική Ινδή που φαντάζεσαι με το πολύχρωμο ράσο και τη βούλα στο κούτελο. Ήταν μοντέρνα, ήταν ψαγμένη, μου έκανε πλάτες και για μια κοπέλα που μου άρεσε τότε, και επειδή έμενε στο ίδιο φλατ μαζί της, την παρακολουθούσε εκ μέρους μου. Μάλιστα θυμάμαι μια φορά που μου τηλεφώνησε και μου είπε «γύρισε αυτή αν θέλεις να έρθεις να της μιλήσεις». Κι όταν εγώ έσπευσα, εκείνη έκρινε ότι είχα «πεσμένη ενέργεια» (κάτι σαν τη δική μας βασκανία) έπιασε το χέρι μου και είπε από μέσα τις κάτι προσευχές και κατέληξε: «γιου νιντ γουότερ!» Με έστειλε στο δωμάτιό μου να πιω ένα λίτρο νερό και να ξαναγυρίσω.

Με την κοπέλα αυτή πήγαμε μαζί σινεμά, βγήκαμε για φαγητό, πήγαμε θέατρο, κάναμε περίπατους στους παραπόταμους της Ουαλίας και πραγματικά την αισθάνθηκα φίλη μου. Όταν τελείωσε το μάστερ μου είπε ότι χάρηκε που με γνώρισε και μου ευχήθηκε καλή τύχη. Σαν να μην την ενδιέφερε να κρατήσουμε επαφές. Δεν την ξαναείδα. Δεν βρίσκεται στο Φέησμπουκ ούτε χρησιμοποιεί κανένα άλλο κοινωνικό δίκτυο. Έμαθα ότι το κύμα τη ξέβρασε στην Ολλανδία. Έκανε ένα διάλειμμα γυρνώντας στην Ινδία για να θρηνήσει τη μητέρα της, και ξαναγύρισε. Στην Ολλανδία έμενε σε ένα διαμέρισμα-βάρκα, απ’ αυτά που ρίχνουν άγκυρα κάτω από τις γέφυρες του Άμστερνταμ, ως φιλοξενούμενη ενός Ολλανδού πολλά χρόνια μεγαλύτερού της, τον οποίο αργότερα παντρεύτηκε. Όλα αυτά τα έμαθα από μια άλλη κοινή μας φίλη, η οποία την επισκέφτηκε 1-2 φορές.

Όταν ρώτησα την κοινή μας φίλη γιατί η αγαπημένη Ινδή πέταξε μαύρη πέτρα πίσω της, αυτή μου απάντησε πως θεωρεί ότι τώρα οι ζωές μπήκαν σε άλλη τροχιά και δεν υπήρχε λόγος να το παλεύουμε. Ούτε καν μέσω του διαδικτύου. «Πιστεύει πως όλα κάποτε ολοκληρώνουν τον κύκλον τους, και πως όταν το τέλος έρχεται πρέπει να το δεχόμαστε και να το αγκαλιάζουμε, σαν να το περιμέναμε καιρό. Έτσι θα αναγκαστούμε να εκτιμήσουμε και να χαρούμε το τώρα και το  όσο είμαστε ακόμα μαζί». Γλυκόπικρη στάση ζωής. Το σεβάστηκα, το αποδέχτηκα, δεν την έψαξα, δεν την κυνήγησα, ούτε ρέστα ζήτησα. «Πάντως χάρηκε που έμαθε νέα σου, πραγματικά ενδιαφέρθηκε να μάθει τα νέα σου, και μου είπε να μην πάρεις προσωπικά την εξαφάνισή της».

Το να μπορείς να εξαφανίσεις τα ίχνη σου εν έτει 2019, το βρίσκω έως και λυτρωτικό. Παλιότερα σκεφτόμουν πως μόνο οι πειραγμένοι δεν μπορούν να εκτιμήσουν το πλεονέκτημα που σου δίνει η επικοινωνία στο ίντερνετ, το δώρο του να μπορείς να κρατήσεις επαφή με τους πάντες απ’ άκρη σ’ άκρη. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια που είμαστε όλοι μέσα στον κώλο του άλλου το ψιλοβαρεθήκαμε. Έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα, ο χρόνος, ο χώρος, η απόσταση, οι σχέσεις. Τείνω να εκτιμώ όσους επιμένουν και τα καταφέρνουν να ζουν τον ρομαντισμό των έρλι ‘90ς αυτούσιο.


Πληρότητα, μάνα μου. Αυτό έχουν. Δεν χρειάζονται κανέναν τριγύρω για πάντα προκειμένου να νιώθουν ασφάλεια. Ούτε εύχονται ότι μέσα στους εκατοντάδες ακόλουθους, αναγνώστες, φριεντς και τα λαϊκς θα βρεθεί κάποιος ή κάποια να τους σώσει. 

Τετάρτη, Απριλίου 17, 2019

Τσάι Με Την Έλενα

Αυτό το βίντεο πρέπει να το έχω δει καμιά εκατοστή φορές.



Κατ’ αρχάς, ερωτεύτηκα την Έλενα Τσαγκρινού. Δεν ήξερα ποια ήταν, τη γκούγκλαρα για να την ανακαλύψω περαιτέρω, και βρήκα κάτι απαίσιες παλιές φωτογραφίες της, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν τον άγγελο που βλέπω εδώ να λικνίζεται έτσι δροσερά, δροσερά στους ήχους του τραγουδιού. Μια φορά στα δέκα χρόνια βρίσκω μια γυναίκα σελέμπριτι να μου αρέσει τόσο πολύ. Δεν είναι φυσιολογικό, το ξέρω, αλλά ανέκαθεν ήμουν δύσκολο πλάσμα. Σ’ αυτό το βίντεο, απλά δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Είναι γυναικάρα. Η κορμοστασιά της, το περπάτημα της, ο χορός της, ο ρυθμός της, το μαλλί της που μου θυμίζει κάτι από Βάσια Παναγοπούλου, Σοφία Αλιμπέρτη, και όλες τις ‘80ς πρωταγωνίστριες που έβλεπα μικρός, όλα αυτά μαζί είναι απλά αναζωογονητικά. Το σέξινες όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. Δεν δείχνει τίποτε, κι όμως μου τα δείχνει όλα. 

Η ιδέα να αναστηθεί το «Τσάι Με Λεμόνι», απλά εκπληκτική. Θέλω να μου πείτε ποιος το σκέφτηκε. Η συμφωνική ορχήστρα του δίνει πραγματική υπόσταση, αλλά γενικότερα, μες την ελαφρότητά του το βρίσκω ιδιοφυές. Έχει στίχους που δεν σημαίνουν τίποτε απολύτως, κι όμως η επιλογή των λέξεων, αυτό το λ-μ-ν, συνδυασμένο με τα πιο βαριά μπ-λκ-ν, είναι γλύκα στο αφτί. «Λεμόνι-Μπαλκόνι», «Επιτέλους Μόνοι». Είναι ήχοι, δεν είναι λέξεις. Τις ακούς και είναι σαν να καταπίνεις λιωμένο παγωτό σοκολάτα-φράουλα που ενώ είναι συμπυκνωμένα στην ίδια κουταλιά, ξεχωρίζουν στη γεύση καθώς κάνουν τσουλήθρα στον οισοφάγο σου.

Η μόνη παραφωνία της υπόθεσης σ’ αυτό το βίντεο είναι ο Δάκης. Δεν μπορώ να τον βλέπω. Αλλά ΟΚ, ας αποδοθεί ένας ελάχιστος φόρος τιμής σ’ αυτόν που έκανε το τραγούδι γνωστό.

Ας το ξαναδώ μιας που μου φτιάχνει τόσο τη διάθεση.

Τρίτη, Απριλίου 16, 2019

Η Δική Μας Νοτρ Νταμ

Αν ήσασταν έξυπνοι, και έκοβε λίγο παραπάνω η ξερή σας, σήμερα δεν θα γκρινιάζατε που οι παπάδες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησία καταμεσής του δημοσίου κήπου της Πάφου. Αδράξετε την ευκαιρία και ζητήστε να χτιστεί εκεί μία νέα Νοτρ Νταμ. Όχι μια ρέπλικα αυτής που κάηκε στο Παρίσι, και για την οποία θρηνούμε σύσσωμοι σήμερα, αλλά μια νέα, κυπριακή Νοτρ Νταμ, η οποία θα φέρει μαζί της όλα τα συμπαρομαρτούντα που γοητεύουν τον τουρίστα.

Γιατί εγώ κλαίω για τη Νοτρ Νταμ; Επειδή την ήξερα και από χθες! Αλλιώς είναι να καίγεται ένα μνημείο για το οποίο γράφτηκαν βιβλία, για το οποίο γράφτηκαν μιούζικαλ και για το οποίο γυρίστηκαν ταινίες, και αλλιώς να καίγεται η τελευταία εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου σε μια βρομογειτονιά του Παρισιού. Θρησκευτικώς πονάει το ίδιο, αλλά ποιος νοιάζεται για το «θρησκευτικώς». Εμάς μας νοιάζει το «πολιτιστικώς». Και αυτό ευθύνεται που ο κόσμος ενίσταται στην ανέγερση της εκκλησίας στην Πάφο. Επειδή θα είναι μία κακόγουστη κουμούτσα στη μέση του κήπου που δεν θα λέει απολύτως τίποτε σε κανέναν.

Βάλτε της ένα χρυσό καμπαναριό, βάλτε της ένα βιτρό της προκοπής, χτίστε γοτθικά τόξα γύρω, γύρω, εμπλουτίστε την με τρομαχτικά αγάλματα στα αετώματα, πληρώστε και έναν μυθιστοριογράφο να πλάσει μία ιστορία σχετική η οποία θα εμπνεύσει τα πλήθη και τότε να σας πω εγώ αν θα δείτε κανέναν να διαδηλώνει εναντίον.

Σκεφτείτε πόσους τουρίστες, πόσα μαγνητάκια, πόσα key rings, πόσα βιβλία θα πουλούσαμε, αν η νέα εκκλησία αφορούσε στην ιστορία του… Γιωρκή και της Αννούς που κλέφτηκαν από το Κρίτου Τέρρα και τα Άνω Ακουρδάλια και κρύφτηκαν στο καμπαναριό για να γλιτώσουν από τους μαινόμενους γονείς της ατιμασμένης νύφης. Ο Γιωρκής θα κρύψει την Αννού στο καμπαναριό και αυτή κάθε που χαράζει θα βγαίνει και θα τραγουδά τον καημό της με φωνή… καμπάνα! Η φωνή της ανασταίνει όλη την πλάση, ανθίζει τα γαϊδουράγκαθα και σκοτώνει τις μύγες της περιοχής. Βάλτε τον Γ. Θεοφάνους να γράψει το εν λόγω τραγούδι. Μετά πείτε τους και τη συνέχεια. Οι γονείς της Αννούς ανακαλύπτουν την κρυψώνα τους και κατεβάζουν όλο το χωριό να περικυκλώσει την εκκλησία, για να σκοτώσουν τον Γιωρκή. Ο Γιωρκής κρύβεται στο ιερό και προσεύχεται ώσπου οι χωριανοί βάζουν φωτιά στην εκκλησία. Ο πάτερ Γεράσιμος μπαίνει μέσα να πείσει τον Γιωρκή να κάνει ηρωϊκή έξοδο με την Αννού. Η Αννού στο μεταξύ με δυσκολία αναπνέει από τις αναθυμιάσεις του βιτρό που καίγεται. Νομίζει ότι οι καπνοί έπνιξαν ήδη τον Γιωρκή της στο εσωτερικό του ναού κι έτσι βγαίνει στο καμπαναριό και ερμηνεύει αγέρωχα την «άρια του καμένου έρωτα», με το γνωστό σε όλους ρεφραίν «θέλω την τέφρα σου να φάω, μόνο εσένα αγαπάω, την τέφρα σου μανάρι, παλαμάρι του βαρκάρη». Μετά βάζει φωτιά στο φουστάνι της και πουφ! Παρ’ την κάτω. Σκάει στο έδαφος σαν σακί και αίφνης το πτώμα της μεταμορφώνεται σε χιλιάδες πεταλούδες που πετάνε σαν ανέμελα σμήνη στον παφίτικο αγέρα. Ο Γιωρκής που στο μεταξύ πείστηκε από τον πάτερ Γεράσιμο να εξέλθει, πρόλαβε να τη δει να πέφτει, και την έβγαλε και μια φωτογραφία ντοκουμέντο. Δεν έπιανε καλά όμως το 4G, γαμώ την ΜΤΝ μου γαμώ, και δεν κατάφερε να την ανεβάσει πουθενά, παρόλο που είχε έτοιμα τα hashtags: #burninglove, #wifey, #loveu2themoon&back. Θρήνος μεγαλύτερος και από αυτόν της Αρετούσας.

Έτσι χτίζονται οι εκκλησιές! Με μύθους και θρύλους. Δεν μπορείς να πουλάς μια εκκλησιά στο πλήθος αν δεν του δώσεις και λίγο δράμα. Δεν σας κάμνει ο μύθος του Γιωρκή και της Αννούς, σκεφτείτε έναν καλύτερο. Σκεφτείτε, πάντως, κάτι. Και τάξετε στον περιπτερά και τον σαντουιτσή του περιβόλου, τουρισμό εξ αιτίας του! Εκεί θα θαφτούν αμέσως τα επιχειρήματα περί κοσμικού κράτους, περί πολύ-πολιτισμικότητας, περί, περί, περί…

Κατά τα άλλα. Και εμένα πόνεσε η καρδούλα μου στη θέα της Νοτρ Νταμ σήμερα το πρωί. Πάρα πολύ κρίμα. Κι άμα ούτε οι Γάλλοι δεν το πρόλαβαν, τι απαιτήσεις να έχω από τους δικούς μας, αν αύριο πιάσει φωτιά η Ακρόπολη; Ευτυχώς που είναι όλα κατάξερα εκεί πάνω και με δυσκολία καίγεται η πέτρα και το μάρμαρο.  

Κυριακή, Απριλίου 07, 2019

Αχ, Τα Γεράματα!

Σήμερα περπατούσαμε οικογενειακώς αμέριμνοι στη Λήδρας και εκεί που περίμενα τη σύζυγο να αγοράσει για όλους μας παγωτό είδα απέναντι μου να έρχεται ένας γέρος με τρία παιδιά και τη σύζυγο του. Ένας κακομοίρης στην όψη τον οποίο για ένα δευτερόλεπτο τον λυπήθηκα από την μιζέρια και την κούραση που εξέπεμπε στο πρόσωπό του. Δεν μου πήρε πολύ να συνειδητοποιήσω ότι ο συγκεκριμένος κύριος ήταν ένας γνωστός μου από τον στρατό. Είχα να τον δω από το 1998 βέβαια, το θέμα όμως είναι πως επρόκειτο για συνομίληκό μου και αυτό πόνεσε.

Γεράσαμε.

Το αντιλαμβάνομαι κάθε μέρα πιο πολύ. Κατ’ αρχάς εγώ ξυπνώ κάθε πρωί και νιώθω έτοιμος για την κάσα. Είμαι πιασμένος παντού, μα ειδικά στον αυχένα. Επίσης, πονάει η μέση μου, όλη μου η σπονδυλική στήλη και έχω σχεδόν καθιερώσει δεκάλεπτη γυμναστική στο δάπεδο για να ξυπνήσω το σώμα μου. Από προχθές άρχισα να πονώ και τις αρθρώσεις μου. Μέχρι και το σαγόνι μου πονάω, αν είναι δυνατόν.

Πάω να πλύνω τα δόντια μου και να νίψω το πρόσωπό μου στο μπάνιο και αντικρύζω κι εγώ ένα πρόσωπο κουρασμένο και ταλαιπωρημένο που όσο πάει μου θυμίζει όλο και περισσότερο τον πατέρα μου, στα τελευταία του, αφού ο καρκίνος πρόλαβε να μην αφήσει όργανο χωρίς να το σαπίσει. Τα μαλλιά αραιώνουν όλο και περισσότερο, τα δόντια μου όσο και αν τα γυαλίζω θαμπώνουν μετά το πρώτο γεύμα, το δε δέρμα αν δεν το τρίψω με γυαλόχαρτο και "ττελλούδιν" δεν δείχνει υγιές. 

Και είναι λυπηρό γιατί καμιά φορά παρατηρώ φωτογραφίες εμού και της συζύγου από τον μήνα του μέλιτος, που είχαμε πάει μόλις πριν 4 χρόνια και βλέπω δυο μπουμπούκια, με αστραφτερή επιδερμίδα και σπίθα στο βλέμμα που ουδεμία σχέση έχουν με τα κινητά λείψανα που είμαστε σήμερα.

Μας ρουφά όλη τη ζωή ο γιος μας. Χαλάλι του, δεν λέω. Με τρομάζει πάντως η ταχύτητα με την οποία ξεραινόμαστε. Και ακόμα δεν αποκτήσαμε δεύτερο παιδί που το θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ. Εκεί θα είναι που θα δεκτούμε την χαριστική βολή από κάθε άποψη. Άμα τώρα με το ζόρι αντεπεξερχόμαστε. 

Το κακό το παρατηρώ και στους συμμαθητές μου. Που αλλιώς τους θυμάμαι, αλλιώς τους έχω εγκαταστημένους στη μνήμη μου και αλλιώς τους βλέπω όποτε συναντηθούμε. Περιμένω πως θα εμφανιστούν μες την τρελή ενέργεια και χαρά, νέοι και ακμαίοι, ενώ αυτοί καταπονημένοι από την καθημερινότητα και τα παιδιά τους, μοιάζουν πλέον με την καταστροφή της Παλμύρας. Μου κακοφαίνεται.

Είχα πει ότι μέσα στους στόχους του 2019 θα ήταν και η επιστροφή στην υγιεινή διατροφή και τα γυμναστήρια. Μαλακίες. Τίποτα δεν κάνω. Προσπαθώ με νύχια και με δόντια να διατηρώ τη διατροφή σε κάποια πιο ομαλά επίπεδα, αλλά με την πρώτη κατάθλιψη που μου προκαλείται από τα χίλια δυο που με ταλαιπωρούν, υποτροπιάζω και τρώω τις πίτσες τρεις-τρεις για να ξεχαστώ. Εντάξει, ξεκίνησα να πηγαίνω πιο συχνά περπάτημα. Τρεις φορές το τελευταίο δίμηνο. Χα! Την πρώτη φορά το σώμα μου έκαιγε από το σοκ. Περπάτησα μια ώρα και ένιωσα λες και βγήκα απ’ τη φορμόλη. Μην σας πω για τα πόδια μου που έτρεμαν μετά τα πρώτα εκατό βήματα. Αφού είμαι πια ο ορισμός της καθιστικής ζωής. Γραφείο οκτάωρο, ύπνος οκτάωρος και στο ενδιάμεσο καναπές. Τραγικό.

Καλά, δεν ήμουν ποτέ και για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Αλλά τέτοιο πάτο δεν έπιασα ποτέ ξανά προηγουμένως.


Γεράσαμε. Και σωματικά και ψυχικά και απ’ όλα. 

Τετάρτη, Απριλίου 03, 2019

Όχι Άλλο Βουράτε Γειτόνοι

Η μεγαλύτερη μου φαντασίωση αυτές τις μέρες είναι η εξής:

Μπαίνουν οι 46.000 Κύπριοι που έσπευσαν να δουν την ταινία «Βουράτε Γειτόνοι» στους κινηματογράφους και αίφνης οι αίθουσες κλειδαμπαρώνονται πίσω τους με έναν εκκωφαντικό κρότο. Οι πόρτες σφραγίζονται μέσω ενός ηλεκτρονικού συστήματος ασφαλείας, και ούτε καν τα τεθωρακισμένα δεν μπορούν να τις ρίξουν κάτω. Προκαλείται ένας άλφα πανικός. Στη συνέχεια σβήνουν απότομα τα φώτα, και ενώ όλοι προετοιμάζονται να δουν την ταινία, από τον εξαερισμό των αιθουσών αρχίζουν να ψεκάζονται πυκνά, δηλητηριώδη αέρια. Οι θεατές αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά και καλύπτουν τα πρόσωπά τους με τα ρούχα τους. Στην πορεία τα παιδάκια ουρλιάζουν, μάνες υστεριάζουν, εικόνες υπέροχου μακελειού εκτυλίσσονται μπροστά μας. Στην οθόνη του κινηματογράφου εμφανίζεται ο Ρίκκος και η Πέπα Μάππουρου με μάσκες των anonymous και γελούν σατανικά. Μέσα σε πέντε λεπτά ψοφούν όλοι. Εν τω μεταξύ, έξω η πλάσις αναγεννάται. Ουράνια τόξα σκίζουν τον αιθέρα, γάργαρα νερά ξεχειλίζουν από τους φράκτες, πεταλούδες σε λαμπερά χρώματα πετούν σαν να χορεύουν μελωδίες βιεννέζικων βαλς, ενώ εξωτικά λουλούδια φύονται από παντού και αγκαλιάζουν τα γκρίζα κτήρια της πόλης. Αντίο Βουράτε Γειτόνοι, καλημέρα ζωή!

Ξεφυσώ και ερωτώ: Γιατί γελάτε με τους «γειτόνους» πτωχά μου παιδιά; Τι είδους πνευματική τροφή βρίσκει σ’ αυτούς η λειψή ψυχούλα σας; Κατανοώ το ποσοστό ταύτισης, δεν το κατακρίνω αυτό. Όλοι πάνω-κάτω σε κάποιον χαρακτήρα προσομοιάζουμε. Το έλεγε και ο Διοικητής μου στον στρατό για να δικαιολογήσει τα διάφορα ευτράπελα. «Τι να κάνουμε, είμαστεν Κυπραίοι». Δεν είναι κακό. Είδαμεν και τους λόρδους τους Εγγλέζους με τα του Μπρέξιτ τι γελοίοι αποδείχτηκαν. Αλλά να σπας κάθε ρεκόρ προβολών; Να ξεπερνάς σε εισιτήρια τον «Τιτανικό» απλά και μόνο για να ακούσεις για χιλιοστή φορά βδελυρές ατάκες του τύπου «βουρά με ο χώρκατος» και «θα σου σσιήσω την κκελλέν σου να πητά το γαίμαν;»

Την εμμονή με τα Κυπριακά δεν την καταλαβαίνω γενικότερα. Γιατί γελάτε περισσότερο με τη διάλεκτο; Αλλάζει το νόημα του έργου αν οι ηθοποιοί προφέρουν τη λέξη με την τοπολαλιά; Θέλετε να πείτε ότι αν οι ταινίες του παλιού, ελληνικού κινηματογράφου ήταν στα κυπριακά θα είχαν παραπάνω χάζιν; Αν ο Γιώργος Κωνσταντίνου, στα Χτυποκάρδια, έτρωγε «το καλόν το πράμαν» αντί για «προφιτερόλ» θα γελούσατε πιο δυνατά; Γελάτε με τη λέξη ή με το δρώμενο; Δεν σας καταλαβαίνω. Άμα είναι έτσι να τα μεταφράζουμε όλα, να γίνονται ανάρπαστα. Και τις αμερικάνικες σειρές, και τις αγγλικές κωμωδίες. Όλα! Να μιλά κυπριακά η βασίλισσα Ελισάβετ στο Crown να την νιώθετε στα μέτρα σας. Να την ντουμπλάρουν και να λέει:

ΑΛΙΣΑΒΟΥ: Ποτάβρισ’μου το καππελλίν μου τζαι εννάρτει ο θκειος σου ο Τσιώρτσιλ όπου να’σαι, να υπογράψομεν.

ΜΑΣΤΡΕ - ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Κκιάορκα σου, Ρήγαινα, έφαα τους τόπους.

ΚΑΜΑΡΙΕΡΕΣ (τραγουδιστά, εν είδει τσιαττιστού): Έφαα τους τόπους…

ΜΑΣΤΡΕ – ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Πού στ’ ανάθθεμαν το έμπηξες, γαμώ τους ιπποκόμους!

ΚΑΜΑΡΙΕΡΕΣ: Γαμώ τους ιπποκόμους, γαμώ τους ιπποκόμους…

ΑΛΙΣΑΒΟΥ: Ου, στραβάρα μου, έτο, εν πας την κκελλέν μου, εφόρουν το τόσην ώρα, χο, χο, χο!

Φύρνουνται οι Κυπραίοι.

Το γελοίον αυτό φαινόμενο το βλέπω και στο θέατρο με την κατακρεούργηση των νεοελληνικών κειμένων και την προσαρμογή τους στην κυπριακή. Έβλεπα τις προάλλες το «Φούστα Μπλούζα» των Ρέππα – Παπαθανασίου σε μία αφίσα, με σήμανση επάνω «στα κυπριακά!» Θέ μου! Πόσα εγκεφαλικά! Λες και αν το παίξετε στα κυπριακά αποτελεί κίνητρο για να το δούμε! Λες και θα βγάλει παραπάνω γέλιο η ατάκα, στο ούτως ή άλλως άθλιο έργο (κατά τη γνώμη μου το συγκεκριμένο είναι από τα χειρότερά των συγγραφέων). Αν αντί για «τι λες μωρή», πείτε «ίντα μπου λαλείς κόρη μου;» θα γελάσουμε περισσότερο.

Υπάρχει βέβαια μια εξήγηση, με άφθονη δόση αλήθειας, που όμως δεν θα σας αρέσει. Η αλήθεια είναι πως η μέση εκφορά λόγου του Κύπριου ηθοποιού δεν πείθει κανέναν θεατή με το «τι λες μωρή». Αλλιώς θα το εκφέρει η Ελένη Καστάνη, αλλιώς η Πέπα Μάππουρου. Αλλιώς θα το πει η Ντίνα Κώνστα, αλλιώς θα το πει η κάθε τραγική «Κικίτσα». Σε κάθε περίπτωση, η πικρή μου αλήθεια είναι πως απλώς πάσχουμε καλών ηθοποιών. Με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, οι Κύπριοι ηθοποιοί που μπορούν να υποστηρίξουν το «τι λες μωρή» με την εκφορά του λόγου τους, αλλά και με τη… φάτσαν τους, μετρούνται στα δάκτυλα. Πώς τη λέγανε εκείνη την ηθοποιό που τα είχε με τον Διονύση Τσακνή; Α, ναι, η Μονογιού! Η Άννα Μονογιού, κατά τη γνώμη μου, πείθει. Μπορεί να υποστηρίξει εξίσου και το «ίντα μπου λαλείς κόρη μου» και το «τι λες μωρή». Με το ζόρι, όμως, να σου βρω δέκα τέτοιες.   

Μέχρι να στις βρω, βουρ στα κωλομέρια, ή μάλλον, βουρ…άτε στα κωλομέρια.


Τραγικό. 

Τετάρτη, Μαρτίου 27, 2019

Τα Ευπώλητα

Καιρό τώρα σκέφτομαι διάφορους τρόπους για να αυξήσω το εισόδημά μου.

Προσπαθώ να σκεφτώ πατέντες, τέντες, ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσα να κάνω για να κερδίζω το κατιτίς παραπάνω. Δυστυχώς, ό, τι κι αν σκεφτώ είναι είτε παράνομο, είτε δυσανάλογα κοπιαστικό, ή υπέρμετρα χρονοβόρο. Κι εγώ δεν προτίθεμαι να στερήσω ποιοτικό χρόνο από το τέκνο μου. Ας πεθάνουμε νεόπτωχοι. Όμως, κάθισα και σκέφτηκα και είδα ότι με αγαπάς, θα μπορούσα να γράψω βιβλία στην καθισιά μου, τα οποία να είναι εμποτισμένα με το κουλέρ λοκάλ αυτής της χώρας και να γίνουν ανάρπαστα. Όταν αναφέρομαι σε κουλέρ λοκάλ, δεν αναφέρομαι σε πιθανές ιστορίες που να αφορούν τον ιστορικό κόσμο της υπαίθρου, τον οποίο δυστυχώς κατακερματίσαμε σε κάθε σίριαλ που γυρίζεται στην κυπριακή τηλεόραση. Αναφέρομαι σε ιστορίες που θα μπορούσαν να τύχουν σε καθημερινούς ανθρώπους που μας περιτριγυρίζουν, εμποτισμένες με μία δόση αμερικανιάς και Χόλλιγουντ, ώστε να αποκτήσουν περαιτέρω ενδιαφέρον, ίσως και λόγον ύπαρξης.


Με τούτα και με εκείνα κάθισα και σχεδίασα τα εξώφυλλα των βιβλίων που προτίθεμαι να γράψω και τα οποία προβλέπω να σπάζουν ταμεία. Πάρτε μια γεύση και ετοιμαστείτε να μου στείλετε τις παραγγελίες σας:

Ένα ψυχολογικό θρίλερ. Ένα υπόγειο στην Αγλαντζιά, πάροδος της λεωφόρου Κυρηνείας. Μία καταπακτή. Οκτώ πτώματα μέσα. Ο δαιμόνιος ιατροδικαστής Παναγιώτης Ιορδάνους αποφαίνεται πως τα πτώματα ανήκουν στις οκτώ οικιακές βοηθούς που εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο 2000-2008 στη Λευκωσία, και οι οποίες φαίνεται να κατασπαράχτηκαν από άγρια Ροντβαϊλερ. Τι σχέση έχει η νέα κληρονόμος της οικίας με τους φόνους; Τι σχέση μπορεί να έχει η ακελική ψυχοκόρη της που χτύπησε πρόσφατα ένα Ροντβαϊλερ για τατού στην αριστερή ωμοπλάτη; Βρίσκονται στα ίχνη μίας ρατσιστικής σέχτας που δολοφονεί οικιακές βοηθούς; Διαβάστε να ξεστραβωθείτε. 


Πολιτικό μυθιστόρημα με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Ο μυστικός πράκτορας της Κυβέρνησης και υπερήρωας, Μάριος Χατζηττοφής, λαμβάνει διαταγή στις 4:00 τα ξημερώματα για μια μυστική αποστολή. Επιβιβάζεται στο ιδιωτικό τζετ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και με βοηθό του την σύμβουλο του Προέδρου, Άντρη Καραμανόλη, σπεύδει να αποτρέψει την κατοχύρωση του Σιουσιούκκου ως προϊόν του Βασιλείου της Δανίας. Ο Χατζηττοφής ως ο πρώτος Κύπριος πολίτης φτιαγμένος εξολοκλήρου από Σιουσιούκκο, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει όλες τις υπερδυνάμεις του προκειμένου να παρεισφρύσει στα ενδότερα του παλατιού, να αποκτήσει την εύνοια του Δανού Πρωθυπουργού και να τον πείσει να ανακαλέσει την απόφασή του.


   Έρως στους Αγίους Τριμιθιάς! Βιβλίο παραλίας, ρομαντικής διάθεσης, φάρμακο στην κακογαμησιά. Ένα πάρα πολύ ωραίο και πρωτότυπο μυθιστόρημα. Είναι για δύο που ερωτεύονται στους Αγίους Τριμιθιάς!

Θρίλερ. Αυτό που περιγράφεται στο εξώφυλλο.


Πολιτικό, επίκαιρο, με ολίγη από Braveheart. Σε paperback έκδοση, ό,τι πρέπει για το αεροπλάνο. Ομοίως, το πιο κάτω:


Ρομαντική κομεντί με κυπριακή σαντιγί- Εμφανίζεται ενώπιόν του χωρίς τα μπαντς της. Η αυστηρότητα του Εντιμότατου που τη στέλνει να πάει να τα φορέσει, δρα καταλυτικά στην ψυχολογία της νέας ασκούμενης δικηγόρου. Της κόβει τον τσαμπουκά. Κανείς στο παρελθόν δεν το είχε καταφέρει αυτό πλην του μπαμπά. Η Μαριάννα Πρωτοκολλητή δεν θα το αφήσει να περάσει έτσι. Η μέρα που θα μεταμορφωθεί από τελευταία της σειράς σε κυρία Δικαστού δεν θα αργήσει. Μία ιστορία για γερά δικόγραφα. 


Αυτού την υπόθεση δεν την έχω σκεφτεί ακόμη. Μπορεί και να μην βάλω υπόθεση. Αλλά ο τίτλος και το εικαστικό, μου αρέσουν. 
   

Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2019

Μπρέξιτ Φωτιά Στη Στράτα Μου

Το πόσο απολαμβάνω τον χαμό που γίνεται στην Αγγλία με το Μπρέξιτ δεν περιγράφεται.

Έχουν συνειδητοποιήσει και οι ίδιοι ότι το συμφέρον τους υποδεικνύει παραμονή στην ΕΕ αλλά η ψωροπερηφάνεια τους δεν τους επιτρέπει να το παραδεχτούν. Ροκανίζουν χρόνο, περιπλέκουν τα πράματα ώσπου να μας ανακοινώσουν ότι άκρη δεν βγάζουν και πως το Μπρέξιτ αναβάλλεται. Να προσέξετε, παρακαλώ, τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσουν. Ουδέποτε θα σου πουν ότι το Μπρέξιτ ματαιώνεται. Δεν θα παραδεχτούν ήττα. Θα σου πουν ότι το Μπρέξιτ «αναβάλλεται». Και ως γνωστόν, ουδέν μονιμότερον… Ώσπου να επανέλθει το θέμα στις καλένδες, θα έχουν πεθάνει και τα εγγόνια μας.

Είχα πάει σε ένα γάμο, και μην ρωτάς πώς και γιατί, με έβαλαν να καθίσω στο ίδιο τραπέζι με έναν Άγγλο που ήταν πρέσβης του ΗΒ σε μία τρίτη χώρα. Συμπαθέστατος, ευγενέστατος, είχε και μία τσαπερδόνα σύζυγο που χόρευε όλη νύχτα στην πίστα και με τραβούσε μαζί της. Λίγο πριν επιδοθούμε στα γνωστά, ρεζίλικα χορευτικά σαν μια παρέα, ανοίξαμε συζήτηση περί Μπρέξιτ. «You don’t think it’s gonna happen?» με ρώτησε. «Είμαι σίγουρος ότι δεν θα συμβεί» του απάντησα. Δεν είμαι βέβαια, ειδικός, ούτε μάντης. Αλλά έτσι όπως εξελίσσεται η ΕΕ, ποιος μπορεί πια να της γυρίσει την πλάτη; Λίγο European Law να διάβασες στα πλαίσια ενός τριμήνου, ξέρεις το γιατί. Ο πρέσβης, βέβαια, λόγω θέσης δεν μπορούσε να εκφραστεί. Αρκέστηκε σε ένα λακωνικό και ελαφρώς αμήχανο: «Well, Brexit is happening».  

Εντάξει. Άμα γίνει σφύρα μου. Όταν καταφέρετε να πείσετε τον μέσο Εγγλέζο ότι μπορεί να συνυπάρξει και με τις μπαναλαρίες της ανατολικής Ευρώπης τότε θα ανατραπεί και το Μπρέξιτ. Εδώ καταφέραμε και μετριάσαμε τον αρχαιο-ελληνικό τσαμπουκά του Έλληνα. Γιατί ο Εγγλέζος δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το αυτοκρατορικό του προφίλ θα μετουσιωθεί σε ευρωπαϊκό; Πόσο δύσκολο είναι πια να το χωνέψει! Και τι θα καταλάβετε αν μείνετε μόνοι σας; Υπάρχει κράτος τη σήμερον ημέρα που τα καταφέρνει μόνο του; Ειδικά με τον κόσμο να έχει συρρικνωθεί σε μέγεθος αμοιβάδας; Δεν βλέπετε τι γίνεται; Θα κάνουν ντου Κινέζοι, Ρώσοι, Αράπηδες, δεν θα ξέρουμε από πού μας ήρθε. Καλύτερα μαζί.

Η Ευρώπη εξελίσσεται σε υπερκράτος. Μπορεί να μην ζήσουμε να το χαρούμε, αλλά που να χτυπιέστε χάμω, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Αυτά ήταν ευρήματα εργασιών δικών μου όταν ακόμα σπούδαζα, προ αμνημονεύτων χρόνων. Έκτοτε πέρασαν και δεκαπέντε χρόνια. Βασικά, η ΕΕ είναι ήδη κράτος, αλλά δεν το ξέρει. Δεν το λέμε ανοιχτά για να μην πάθουν κρίσεις πανικού οι ευρω-σκεπτικιστές. Αν βάλει μπρος ο Μακρόν και τον ευρω-στρατό, τίποτα δεν μας σταματά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα είναι ένα βήμα πριν την ολοκλήρωση. Εμείς βέβαια θα είμαστε η Χαβάη της υπόθεσης, αλλά κάλλιο Χαβάη παρά κράτος-Χαϊβάνι όπως το υφιστάμενο.

Τέλος πάντων, όλα αυτά τώρα είναι κουβέντες και προσεγγίσεις του καφενέ. Μια φορά, ο πανικός στην Αγγλία είναι τα μάλα διασκεδαστικός. Αποδεικνύει ότι όταν είσαι νησί, είσαι αλλού ξημερωμένος. Έξ ιδίων και ηλιθίων τα αλλότρια. 

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Ο Χαρταετός Πεθαίνει Στον Αέρα, Ελεύθερος Και Δυνατός

Επειδή τώρα έγινα πατέρας και είμαι φοβερή πατριαρχική μορφή, έπρεπε να φορτώσω το τέκνο και να το πάω στην κυπριακή ύπαιθρο να πετάξουμε χαρταετό, προχθές, την Καθαρά Δευτέρα. Γιατί, ξέρετε, πρέπει να δημιουργήσουμε ευτυχισμένες αναμνήσεις του τέκνου. Μην τυχόν και μεγαλώσει και δεν θυμάται με συγκίνηση τον γέρο του να προσπαθεί να πετάξει χαρταετό μέσα στα κατσάβραχα του Τσερίου. Θα είναι δυσαναπλήρωτο μέσα του το κενό. Οπότε, ναι, έπεσα στην παγίδα. Επειδή στο μυαλό μας είναι όλα εύκολα και νομίζουμε ότι θα τρέχουμε σε αργή κίνηση μέσα στα ολόδροσα λιβάδια, ο χαρταετός θα πετά αγέρωχος σαν μπόινγκ 747, και η πλάση όλη θα τραγουδά let’s go fly a kite με όλο το καστ της Μαίρη Πόππινς μαζεμένο.

Κούνια που μας κούναγε.

Εμείς πήγαμε στα λιβάδια πάντως. Αποπειράθηκα να πετάξω τον χαρταετό και προς έκπληξη μου τα κατάφερα. Αλλά το τέκνο δυσανασχέτησε. Δεν ήθελε να πετά ο χαρταετός στον αέρα, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τον χάσει. Ήθελε να τον κρατά και να τον τραβά από το σχοινί του, κωλοσύρνοντάς τον στο έδαφος σαν σκύλο. «Δεν είναι έτσι που λειτουργεί ο χαρταετός, Αλέξη μου!» Καμία συνεργασία. Έτσι ήθελε, έτσι έγινε. Θα κάτσω να σκάσω; Αφού όταν τον είδε να πετάει υστερίασε, έπεσε στα χώματα και φώναζε πάλι ότι θέλει να φύγει να «πάει δουλειά», το γνωστό τροπάρι που μας λέει όποτε τσαντιστεί.

Εγώ όπως σας ξαναείπα, δεν εκπλήσσομαι ούτε πανικοβάλλομαι απ’ αυτές του τις εκρήξεις. Θυμάμαι πολύ καλά ότι το 1985 όταν εγώ ήμουν στη θέση του, έκανα παρόμοια. Ο παππούς μου, που έπιαναν τα χέρια του, μου είχε φτιάξει ένα «πετάσι» με καλάμια και σπάγκο. Όταν βρεθήκαμε μου είπε «Χρίστο, να ένα πετάσι που σου έφτιαξα!» και εγώ νευρίασα επειδή η λέξη «πετάσι» δεν έβγαζε νόημα. Εγώ ήξερα ότι η λέξη ήταν χαρταετός και όχι πετάσι. «Πετάσει» ήταν η κυπριακή μορφή προστακτικής τρίτου προσώπου του ρήματος πετώ. «Να πετάσει» (πετάξει). Ποιος να… πετάσι παππού; Ακούς εκεί «το πετάσι». Τι δουλειά κάνεις και μιλάς έτσι, πατάτες πουλάς;

Το «πετάσι» πάνω, το «πετάσι» κάτω, δεν άντεχα να το ακούω. Νομίζω το έσκισα από τα νεύρα μου. Οπότε ναι, αφού κι εγώ έκανα παρόμοια, γιατί να εκπλαγώ που σόι πάει το βασίλειο; Τυλίξαμε τον χαρταετό, τον ρίξαμε στο καπό και γυρίσαμε Λευκωσία. Εννοείται πως όλο αυτό είχε διάρκεια μία ώρα μάξιμουμ. Στις 12:00 φύγαμε από τη Λευκωσία, στη μία είχαμε γυρίσει. Δεν μπορείς να πεις, θα έχει μπόλικες αναμνήσεις να θυμάται το τέκνον όταν μεγαλώσει.


Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να τηρούμε όλα αυτά τα χαζά έθιμα κάθε χρόνο. Αντιλαμβάνομαι να τηρούνται εν είδει αντίστασης προς την μουσουλμανική λαίλαπα που θα μας έρθει όταν και εφόσον λυθεί το Κυπριακό και θα μας τα απαγορεύσουν όλα για να μην «προκαλούμε». Αλλά από μόνοι μας, τι θέλουμε και ταλαιπωριόμαστε; Αν εξαιρέσεις τα Χριστούγεννα που είναι λαμπερά, ζεστά, γκλάμορους, γεμάτα πάρτι και ανθρώπους καλοντυμένους, όλες οι άλλες γιορτές και αργίες είναι πέραν για πέρα αχρείαστες. Θυμίστε με όταν γίνω αυτοκράτωρ να τα καταργήσω και όσους αντιστέκονται να τους απαγχονίσω.  

Δεν είναι υπέροχο πώς σε ξεγελά μια φωτογραφία; Ωραίοι κάμποι, καθαροί ουρανοί, έντονα χρώματα, οικογενειακή ευτυχία, ελευθερία, χαρά και ξεγνοιασιά. 500 likes! Κρίμα που δεν μπορείτε να δείτε και τις κάμπιες που τραγουδούν σε πλήρη συντονισμό με τους συμπαθέστατους τυφλοπόντικες που ξεπροβάλλουν μέσα από τις τρύπες τους και σιγοντάρουν στο ρεφραίν.

Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2019

Για Την Ισότητα Και Άλλες Μαλακίες

Κάθε χρόνο στην ημέρα της γυναίκας γράφω ένα σχετικό κείμενο αλλά ποτέ δεν τολμώ να το δημοσιεύσω. Λίγο πριν το δημοσιεύσω, πάντοτε το σβήνω. Για ευνόητους λόγους. Φέτος λέω να το επιχειρήσω, γιατί θεωρώ ότι ο κόσμος προχώρησε και μπορεί να εκτιμήσει μία ειλικρινή και ελεύθερη άποψη – ακούγονται μέχρι το φεγγάρι τα χαχανητά μου.

Ξέρετε, σήμερα θα αρχίσουν τα γνωστά τροπάρια περί ισότητας. Όχι της κοινωνιολογικής ισότητας την οποία οι γυναίκες επικαλούνται και υπερασπίζονται μόνον όποτε τις συμφέρει. Αλλά τα περί ισότητας στον εργασιακό τομέα και τα περί ισότητας στην εκπροσώπηση στα αξιώματα και στον μισθό έναντι των αντρών.

Η προσωπική μου εμπειρία από χώρους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα που αποτελούνταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία από γυναίκες, μου έμαθε ότι δεν υπάρχει γυναίκα υπάλληλος που να αξίζει, και να μην πληρώνεται ισότιμα ή και παραπάνω από τον κάθε άλλο. Θα ήταν και τρελό εκ μέρους του εργοδότη να έχει μία υπάλληλο που να του τα φέρνει και να μην την καλοπληρώνει για να την κρατήσει. Κι αν αυτή αισθάνεται αδικημένη ας πάει αλλού που της δίνουν περισσότερα, ελεύθερη αγορά έχουμε.

Ζούμε την εποχή της απόλυτης εξατομίκευσης. Δεν υπάρχουν, μάνα μου, πλέον φύλα. Τα φύλα τα επικαλούνται πλέον οι μέτριοι. Όσοι δηλαδή ξέρουν ότι δεν είναι αναντικατάστατοι και όσοι έχουν κατά βάθος επίγνωση της μετριότητάς τους. Μία γυναίκα που τα καταφέρνει και πληρώνεται με το παραπάνω σε σχέση με τους άντρες συναδέλφους της, δεν αισθάνεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι γυναίκα. Αισθάνεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι άξια. Μία γυναίκα που αδικείται εξ αιτίας της μετριότητάς της, προτάσσει πάντα το επιχείρημα «είναι επειδή είμαι γυναίκα».

Κι επειδή το πιο πάνω είναι δύσκολο να στα αποδείξω, θα σου φέρω διεθνή παραδείγματα. Πιστεύετε ότι η Μαντόνα θα αποδεχόταν ποτέ εκπτώσεις στο κασέ της επειδή είναι γυναίκα; Πιστεύετε ότι η Άννα Βίσση πληρώθηκε ποτέ λιγότερα από έναν άντρα στο σχήμα που τραγουδούσε ως πρώτο όνομα επειδή... «είναι γυναίκα;» Πιστεύετε ότι η Lady Gaga πληρώθηκε λιγότερα από τον Bradley Cooper στην τελευταία τους ταινία επειδή... «είναι γυναίκα;» Πιστεύετε ότι η Βουγιουκλάκη πήρε ποτέ λιγότερα από τον Παπαμιχαήλ; Πιστεύετε θα το ανέχονταν; 'Η θα έπαιρναν το καπελάκι τους και θα φεύγανε εντός ενός λεπτού όταν θα μυρίζονταν την αδικία να ψήνεται; Τα φέρνανε, τα παίρνανε.

Οι καιροί είναι τόσο αμείλικτοι, ο καπιταλισμός τόσο αδυσώπητος, που χέστηκε ο εκάστοτε εργοδότης για το φύλο μας. Αν τα φέρνεις, λογικά τα παίρνεις. Κι αν στα στερεί ο συγκεκριμένος μαλάκας εργοδότης, θα στα δώσει άλλος ή θα τα πάρεις μόνη σου εν καιρώ, όταν θα κινηθείς ιδιωτικά. Εγώ όταν κάποτε αισθάνθηκα αδικημένος στον χώρο εργασίας μου δεν σκέφτηκα ότι πληρώνομαι λιγότερο επειδή είμαι άντρας. Σκέφτηκα ότι πληρώνομαι λιγότερα γιατί η συνάδελφος που με τάπωσε ήταν καλύτερη. Κατάπια το εγώ μου, προσπάθησα να γίνω καλύτερος για να τη φάω ζωντανή, και ήλπιζα να αποδώσω σε τέτοιο βαθμό ώστε να γύρει επάνω μου η μισθολογική ζυγαριά. Έτσι πάει, κυρίες μου.

Επίσης, σε συνέχεια του πιο πάνω επιχειρήματος, σας λέω και το εξής: Καταλαβαίνετε ότι οι καιροί έχουν περάσει σε άλλη διάσταση; Εδώ διαβάζαμε πρόσφατα ότι καταργείται ο όρος «μητέρα» και «πατέρας». Υπάρχουν μόνο «γονείς». Αυτό κι αν αποδεικνύει ότι ουδείς κόπτεται αν είσαι άντρας ή γυναίκα. Το θέμα είναι να ανταποκρίνεσαι στις υποχρεώσεις σου απέναντι στο τέκνο στο οποίο ασκείς γονική μέριμνα. Αν ανταποκρίνεσαι, πολλά συγχαρητήρια, αλλά δεν μας κόφτει αν πίσω από το «γονέας» κρύβεται ένας άντρας ή μια γυναίκα, ή δυο γυναίκες, ή δύο άντρες, ή σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά.

Αν θέλετε, να σας το πάω κι ένα βήμα παρακάτω.

Τη σήμερον ημέρα δεν υπάρχουν στάνταρ ρόλοι (δυστυχώς). Ούτε στο θέατρο, ούτε στην πραγματική ζωή. Όπως ένας άντρας ηθοποιός μπορεί να παίξει ένα γυναικείο ρόλο με μεγάλη επιτυχία, και όπως μια γυναίκα μπορεί να παίξει έναν αντρικό ρόλο εξίσου, έτσι και στην πραγματική ζωή: κανείς δεν είναι αμιγώς άντρας ή αμιγώς γυναίκα όπως τουλάχιστον το βιώσαμε όταν ήμασταν παιδιά. Το ζητούμενο είναι να φέρεις τον ρόλο εις πέρας με επιτυχία. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι άντρας, είμαι σε ένα ποσοστό αρσενικό, σε ένα άλλο ποσοστό είμαι γυναίκα, είμαι μάνα, είμαι πολύ πατέρας, είμαι Έλλην, κάποτε είμαι Κύπριος, εν γένει είμαι Ευρωπαίος, είμαι και ανατολίτης όταν βλέπω τη γούρνα γεμάτη πιάτα, είμαι και αμερικανάκι. Είμαι λίγο φιλελεύθερος, είμαι συντηρητικός, είμαι σε κάποιο ελαφρύ βαθμό προοδευτικός, άμα νευριάσω μπορώ να γίνω και ναζί. Όλα αυτά μαζί σε διάφορες δόσεις, ανάλογα την περίσταση.

Αυτά στα λέω επειδή θεωρώ γελοίο να θεωρεί ο οποιοσδήποτε τον εαυτόν του ως απόλυτον εκπρόσωπο μιας ομάδας είτε αυτή είναι κοινωνική, φυλετική, θρησκευτική, ή εθνική. Και μάλιστα να ταυτίζεται μ’ αυτή τόσο φανατικά και απόλυτα. Είμαστε όλοι λίγο απ’ όλα. Πολλά πράγματα μαζί. Εγώ δεν τσαντίζομαι όταν λένε ότι όλοι οι άντρες είναι γουρούνια. Δεν θεωρώ ότι εκπροσωπώ όλους τους άντρες για να σπεύσω να τους υποστηρίξω ωσάν να μου θίξανε τα ιερά και τα όσια. Εγώ είμαι ο Αντίχριστος, έχω μια άλφα προσωπικότητα κράμα πολλών χαρακτηριστικών, γιατί να μπω στον κόπο να θεωρήσω πως ό, τι μου συμβαίνει μου συμβαίνει επειδή είμαι άντρας; Αντίθετα, μία γυναίκα θεωρεί ότι πολλά απ’ αυτά που της συμβαίνουν, γίνονται επειδή είναι γυναίκα και αδικείται σεξιστικά. Σπάνια να παραδεχτούν πως αυτά που τους συμβαίνουν δεν έχουν να κάνουν με τη φύση τους έναντι των αντρών, αλλά με χίλιους δυο άλλους παράγοντες.

Τις προάλλες, για παράδειγμα, ήμουν στο τσακ να σκοτωθώ στο φέησμπουκ με μία που έγραφε ότι κακοπληρώνεται επειδή είναι γυναίκα, ενώ ένας άντρας συνάδελφός της που έχει τα ίδια με εκείνη καθήκοντα και προσόντα αμοίβεται περισσότερο. Δεν ήθελα να της το πω κατάμουτρα ότι κακοπληρώνεται γιατί είναι μέτρια στη δουλειά της και ότι ο άλλος είναι γνωστό πως είναι πολύ καλύτερος (είναι γνωστή η φήμη και των δύο), και ότι εγώ ως έξω απ’ τον χορό, μπορώ και το «βλέπω» πιο ψύχραιμα. Ούτε ήθελα να της πω ότι σε περίπτωση που δεν ισχύει και κάθεται και το ανέχεται "καλή μαλάκω και του λόγου της". Την άφησα να πιστεύει ότι συμβαίνει αυτό που συμβαίνει επειδή είναι γυναίκα, για να παρηγοριέται. Πού να ανοίξεις συζήτηση, να πέσουν πάνω σου να σε φάνε και να μην σ’ αφήσουν σε ησυχία με τα νοτιφικεϊσιονς όλη την υπόλοιπη μέρα…


Το έγραψα το κείμενο. Ας πατήσω το κουμπί να το ανεβάσω. Ας ανατιναχθεί το σύμπαν!

Πέμπτη, Μαρτίου 07, 2019

Replay & Better Love

Τα άκουσα και τα δύο τραγούδια.

Εμένα τα θέματά μου είναι πολιτικά. Είναι θέματα στρατηγικής. Τα τραγούδια αυτά καθεαυτά είναι μια χαρά και τα δύο, έκαστο στο είδος του και από εκεί και πέρα περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Έχω όμως ενστάσεις.

Τον περασμένο Οκτώβριο έτυχε να γνωρίσω τον πρόεδρο του Δ.Σ. του ΡΙΚ σε μία δεξίωση. Πήγα και του συστήθηκα. Πολύ ευπροσήγορος άνθρωπος. Του εξήγησα ποιος ήμουν και τον συνεχάρη για την επαγγελματική προσέγγιση που επέδειξε το ίδρυμα με την περσινή μας εκπροσώπηση. Χάρηκε που τα άκουγε. Συνέχισα λέγοντας ότι θα ήταν λάθος για το 2019 να ακολουθηθεί η ίδια συνταγή γιατί αφενός δεν είναι κάθε χρόνο του Άη Γιαννιού και αφετέρου, δυο χρονιές συνεχόμενες το ίδιο κυρελέησον το βαριέται και ο παπάς. Μου απάντησε χαμογελώντας «δεν είναι δική μου δουλειά αυτή», και δεν επέμεινα. Ήλπιζα όμως να το μεταφέρει σ’ αυτόν που ήταν δική του δουλειά.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Βγήκε το Ριπλέι, μια απ’ τα ίδια. Τα «ίδια» μια χαρά είναι βέβαια. Ριπλέι, όνομα και πράμα. Έχει από χθες που ακούω το τραγούδι στο ριπλέι και ομολογώ ότι έχω πιο θετική εικόνα από όταν πρωτοβγήκε το Φουέγκο. Δεν ξέρω όμως αν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκέφαλος μου έχει ήδη απορροφήσει αρκετό Φουέγκο για το υπόλοιπο της ζωής του και βρήκε το Ριπλέι πιο ευκολοχώνευτο, αφού ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο τραγούδι. Έβγαλαν το κλαρίνο, πρόσθεσαν το τρομπόνι, έτοιμο το τραγούδι στο πιάτο. Δεν το απορρίπτω. Έτσι είναι όλες οι επιτυχίες. Τα μάθαμε κι από τον Φοίβο και τον Καρβέλα τόσα χρόνια. Τραγούδια ντούμπλε φας, εύκολα στο αφτί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κατ’ ανάγκη φτηνά. Αυτό είναι η ποπ μουσική.

Αλλά δεν θεωρώ σωστή κίνηση να κινηθούμε στα «σίγουρα νερά» δυο χρονιές συνεχόμενες. Μάλλιασε η γλώσσα μου να τα γράφω κάθε χρόνο. Έχουμε τόσο πλούσια κουλτούρα και τόσους υπέροχους καλλιτέχνες στην Ελλάδα οι οποίοι παραμένουν αναξιοποίητοι. Εγώ, για να καταλάβεις, θέλω να πάει μια Θεοδωρίδου να πει ένα τραγούδι τύπου «Κόκκινη Γραμμή». Θα εκπλαγείτε πόσο καλά θα πάμε. Και που να μην πάμε, δεν πειράζει. Θα είναι τόσο μεγάλο το hype που θα δημιουργηθεί στο εσωτερικό, που θα ξαναζήσουμε ατμόσφαιρα ολυμπιακών αγώνων, μουντομπάσκετ και γιουροβίζιον επί Ρουβά και Παπαρίζου, όπου όλη η χώρα έπαιρνε πατριωτικά το θέμα και κρεμμόταν από τα μπαλκόνια.

Υπερβολικό, ξε-υπερβολικό, μια χαρά προωθούνταν η Γιουροβίζιον ως τηλεοπτικό προϊόν.

Τώρα για παράδειγμα ποιος νοιάζεται να μετρά τις μέρες ως τον Μάιο για την κάθε Κατερίνα Ντούσκα; Στείλτε μωρέ μια Βανδή, έναν Ρέμο, μία φίρμα τέλος πάντων κι ας είναι και άφωνη, που μου ξεθάψατε την κάθε πικραμένη για να προωθήσετε «τα ευρωπαϊκά ακούσματα», την «intellectual pop μουσική» (εσάς περίμενε η Ευρώπη). Και η Ελλάδα στην Ευρώπη είναι. Και το μπουζουκάκι ελληνικό είναι και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκό. ΟΚ, καλός είναι και ο πειραματισμός. Δεν λέω κάθε χρόνο να στέλνουμε μπουζούκια. Στείλε τη Ζουγανέλη, στείλε την Μποφίλιου. Στείλτε κάποια που να καθηλώσει το έθνος. Όχι την κάθε μία που έμαθε τη Γιουροβίζιον από σπόντα, στα γεράματα.

Και για να μην λέτε, εγώ το τραγούδι της Ελλάδας το βρήκα εξαιρετικό. Εντάξει, όχι να κόψω και τη φλέβα μου. Αλλά είναι όντως πολύ καλό, δουλεμένο, καθόλου πρόχειρο, και στέκεται επάξια στο εξωτερικό. Δεν είναι κονσέρβα. Αλλά ναι, θέλω να πηγαίνουν οι φίρμες στον Διαγωνισμό. Κι αν δεν πάει μια φίρμα, να πάει κάποια που έχει ένα τραγούδι εκτός του κόσμου τούτου που θα εγγυάται την πρωτιά και θα δικαιολογεί την εξαίρεση στον κανόνα. Ε, αυτό δεν συμβαίνει φέτος.

Εν πάση περιπτώσει, κακώς το ψηρίζουμε αφού ούτε η Κύπρος προβλέπω να κερδίζει, ούτε η Ελλάδα. Θα πάνε καλά αμφότερες - εμείς ίσως λίγο καλύτερα μιας και έχουμε και τους Σουηδούς από πίσω να μας σπρώχνουν. Αλλά ναι, διαφωνώ με τη στρατηγική που ακολουθούμε. Δεν θα πάμε και στον πόλεμο. Αλλά θεωρώ ότι μπορούμε πολύ καλύτερα από αυτά. Δεν ξέρω γιατί δεν το παλεύουμε και έχουμε εφησυχαστεί με ευκολίες και δηθενιές.

Έχουμε δυο τραγούδια πάντως για τα οποία δεν μπορούμε να ντρεπόμαστε, όπως άλλες χρονιές. Οπότε, από μια άποψη το καθήκον έγινε. Τώρα πόσο ψηλά θα τερματίσει το καθένα, ο Θεός και η ψυχή μας.


Θα τα ξαναπούμε την εβδομάδα του διαγωνισμού.