Δεν θυμάμαι ποια ήταν η τελευταία φορά που διάβασα κάτι ενδιαφέρον στα μπλογκς. Τα περισσότερα από τα αγαπημένα μου είτε είναι αδρανή, είτε σπάνια ανανεώνονται. Και αν ανανεώνονται, με χίλια ζόρια έχουν να παρουσιάσουν κάποια ενδιαφέρουσα, αστεία ή σοκαριστική ιστορία. Όλοι με τη ρουτίνα και τα προβλήματα της καθημερινότητας καταπιάνονται, καταβάλλοντάς τη διάθεσή μου ακόμη περισσότερο. Παλιά, ήταν όλα λίγο αλλιώς. Σήμερα, παρακμή. Όλα πεθαμένα.
Όχι πως το δικό μου διανύει τη χρυσή του περίοδο, βεβαίως, βεβαίως. Και εδώ τα ίδια και χειρότερα. Με το ζόρι βρίσκω πράγματα να γράψω. Όλο τα ίδια και τα ίδια...
Και το χειρότερο είναι ότι από την πρώτη του μηνός πήγα σε νέα δουλειά, πιο σοβαροφανούς φύσεως και αισθάνομαι ότι θα πρέπει να γίνω κι εγώ πιο άχρωμος, άοσμος και ουδέτερος για να μην δίνω δικαιώματα στους συναδέλφους που με διαβάζουν. Ένας εφιάλτης. Αλλά προτιμώ να πεθάνω παρά να αρχίσω να «στρογγυλεύω» πράγματα για χάρη της δουλειάς. Θα μπορούσα να «κλειδώσω» το ιστολόγιο και να απευθύνομαι μόνο σε προσκεκλημένους χρήστες, αλλά δεν θέλω να νικήσει η κυπριακή νοοτροπία. Από την άλλη, δεν θέλω και μπλεξίματα. Οπότε…
Δεν μας φτάνει το επαγγελματικό περιβάλλον, έχουμε και το σόι! Άρχισαν να με «παρακολουθούν» οι γονείς, τρομάρα τους. Λες και το είχα ποτέ κρυφό. Τις προάλλες ήρθαν με ύφος «σε πιάσαμε» και μου ανακοίνωσαν: «Ξέρουμε τι γράφεις και γίνεσαι παγκυπρίως ρεζίλι!» Ήθελα να τους δείξω κάτι αδένες χαμηλά, χαμηλά που άρχισαν να μελανιάζουν, αλλά κρατήθηκα. Γουστάρω να γίνομαι ρεζίλι, τι ζόρι τραβάς; Ποιο είναι το πρόβλημά σου; «Είσαι κι εσύ εξίσου συνένοχος με μένα που έκανα το dvd» έλεγε η Τζούλια στην Τατιάνα πριν λίγους μήνες. Ε, το ίδιο σου απαντώ κι εγώ. Αν με διαβάζεις, είσαι εξίσου ρεζίλης! Εν πάση περιπτώσει, το θέμα μας είναι ότι το μπλογκ μου, δηλαδή, εγώ, αισθάνομαι να βάλλεται από μία ανίατη, μεταδοτική ασθένεια που ακούει στο όνομα κυπρίλα. Και δεν την βλέπω να περνά σύντομα.
Δεν ξέρω τι θα κάνω... Μια φορά, ότι θα πρέπει να φορέσω το διπλωματικό μου προσωπείο, είναι γεγονός. Και θα φτάσω στο σημείο να με μισήσω. Και δεν θέλω. Έτσι είναι: το κουστούμι σε καλουπώνει. Θύμισέ με την επόμενη φορά που θα με δω στον καθρέφτη να με φτύσω. Με απέχθεια.
Τώρα θα μου πεις, ας έγραφες ανώνυμα. Πόσο ανώνυμα πια; Λίγο να με ξέρεις, μια παράγραφο από το κείμενο μου να διαβάσεις, θα με αναγνωρίσεις. Άσε που θεωρώ πως το να γράφεις εντελώς ανώνυμα είναι ένδειξη μεγάλης δειλίας...




