Παρασκευή, Μαΐου 06, 2016

This Is Stockholm Calling

Μπήκε ο Μάης, μύρισε Γιουροβίζιον και εμείς αντί να ασχολούμαστε με αυτό το σοβαρό ζήτημα, συζητούμε για τις βουλευτικές εκλογές και χάνουμε τον χρόνο μας. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί υπάρχει κόσμος που ακόμα σνομπάρει τον εν λόγω διαγωνισμό και τον θεωρεί ευτελές πανηγυράκι. Είναι αδιαμφισβήτητα ό, τι πιο προηγμένο τεχνολογικά υπάρχει στον τηλεοπτικό τομέα, συγκεντρώνει εκατομμύρια τηλεθεατές, όσο πάει αυξάνεται, πληθύνεται και διευρύνεται (φέτος θα μεταδοθεί ζωντανά στην Κίνα και την Αμερική, ενώ από χρόνου θα διοργανωθεί στην Αυστραλία και ο πρώτος αντίστοιχος διαγωνισμός για τις χώρες της Ασίας). Μόνο ο κομπλεξικός ο Τσακνής της ΕΡΤ, κάτι γραφικοί Κυπραίοι και οι βλάκες οι Εγγλέζοι συνεχίζουν να τον σνομπάρουν, δεν κοιτάν τα χάλια τους, λέω εγώ.

Αγωνιώ και φέτος. Σαν να είναι ακόμα 1990 που πρωτοείδα τον διαγωνισμό. Ας κουτσομπολέψουμε λίγο μερικά τραγούδια που φαίνεται να ξεχωρίζουν.

Φέτος δεν έχω προσωπικό αγαπημένο τραγούδι. Έχω 5-6 που ακούω συχνά, αλλά δεν έχω κάποιο που να θέλω διακαώς να κερδίσει. Φαβορί θεωρείται η Ρωσία, με ένα τραγούδι του Κοντόπουλου που ερμηνεύει ο αντίστοιχος Ρώσος Ρουβάς, ονόματι Σεργκέι Λάζαρεβ, και το οποίο περιέχει όλα τα κλισέ του διαγωνισμού. Δηλαδή, την χιλιοφορεμένη χορογραφία του Ευαγγελινού, το τηλεοπτικό εύρημα που φέτος πρόκειται για την περσινή οθόνη με τα γραφικά του Σουηδού προσαρμοσμένη στο 2016, και στίχο εμπνευσμένο από την Παπαρίζου. Είναι μια συμμετοχή που φωνάζει από μακριά ότι θέλει να κερδίσει, και η οποία συμπληρώνεται από τον Άλεξ Παναγή σαν δάσκαλο φωνητικής και άλλες γνωστές φυσιογνωμίες της Γιουροβίζιον που φέτος συντάχθηκαν με τη Ρωσία, αφού η συριζαϊκή Ελλάδα τους είπε «λεφτά-πάπαλα».



Παρόλο που πρόκειται για ένα χιτάκι του συρμού, που δεν προσθέτει τίποτα στην όποια μουσική ιστορία του θεσμού, δεν θα χαλαστώ αν κερδίσει. Να μάθει ο Τσακνής να μου το παίζει ειδήμων και να διώχνει τους Έλληνες. Να στέλνει τους δικούς του, που έχουμε να δούμε τέτοιο χάλι από τον καιρό της Διονυσίας Καρόκη, και η αφρόκρεμα της καλλιτεχνικής Αθήνας να τρέπεται στους Ρώσους. Τι κατάντια!

Η Γαλλία έχει ένα τραγούδι που βγαίνει σιγά, σιγά από την εξωτερική. Τα φαν κλαμπς το ανέδειξαν και το έβγαλαν πρώτο στην μεταξύ τους ψηφοφορία. Πρόκειται για πολύ φρέσκο πράμα, με πολύ σημερινό ήχο, ενώ και ο τραγουδιστής, Αμίρ, είναι συμπαθέστατος. Πολύ θα ήθελα να επανέλθει ο διαγωνισμός στη Γαλλία μετά από 39 χρόνια, αλλά με τις συμμαχίες υπέρ των Ρώσων και τη χλιαρή προσέγγιση του γαλλικού τηλεοπτικού δικτύου προς τον διαγωνισμό, χλωμό το κόβω να κάνει την έκπληξη. Μόνο οι επιτροπές θα το σπρώξουν, όσο το σπρώξουν.



Η Λετονία έχει επίσης ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Λέγεται Heartbeat και το έγραψε η περσινή εκπρόσωπος της χώρας, η αφρικανή Αμινάτα. Είναι άλλο ένα πολύ σύγχρονο τραγούδι με ελαφρές πινελιές ντίσκο αισθητικής. Στο διαδίκτυο υπάρχει και μια εναλλακτική βερσιόν στην οποία ο τραγουδιστής το εκτελεί στο πιάνο, που κατ’ εμέ είναι εξίσου ενδιαφέρουσα:



Καλά τραγούδια που αναμένεται να μπουν στη δεκάδα έχουν επίσης η Αυστραλία, η Βουλγαρία -που για πρώτη φορά στην ιστορία της θεωρείται φαβορί, η Τσεχία -με μία πανέμορφη τραγουδίστρια που προκαλεί δέος, η Ουκρανία με τον τουρκο-αμανέ που απεχθάνομαι, και η Ουγγαρία με μια μπαλάντα που σε μένα όμως δεν λέει απολύτως τίποτα. Την Ιταλία δεν την αναφέρω, γιατί για μένα είναι πάντα νικήτρια, κάθε χρόνο υπέροχη. Μεροληπτώ υπέρ της γιατί θεωρώ πως η αυθεντία αυτής της χώρας σε κάθε τι καλλιτεχνικό είναι αδιαμφισβήτητη και είναι απλά τιμή μας που την έχουμε μαζί μας.




Τέλος θα ήθελα να κάνω ειδική μνεία στη δική μας συμμετοχή. Όπως θα γνωρίζετε όσοι με διαβάζετε χρόνια, εγώ με τους Minus One ουδέν μουσικό κοινό έχω, ουδεμία ταύτιση μπορώ να νιώσω και ουδόλως μπορώ να θεωρηθώ φαν τους. Παρόλα αυτά, τους βγάζω το καπέλο για τους παρακάτω λόγους:

Προσέγγισαν εξαρχής τον διαγωνισμό με σεβασμό και μελέτησαν και σχεδίασαν με απόλυτο επαγγελματισμό το κάθε τους βήμα. Έγραψαν ένα τραγούδι που ικανοποιούσε τα στάνταρτς τους, χωρίς να θεωρείται εναλλακτικό για το ύφος του διαγωνισμού. Έψαξαν και βρήκαν τους καλύτερους ανθρώπους για να συνεργαστούν, βλέπε τον Σουηδό Thomas G:son που έγραψε αρκετές επιτυχίες του διαγωνισμού, ενώ επιστράτευσαν τη χορογράφο της Loreen, που χορογράφησε το Euphoria, για να επιμεληθεί τη σκηνική τους παρουσία. Δεν έχασαν ευκαιρία να προωθήσουν το τραγούδι και ταξίδεψαν στη Μόσχα, στο Άμστερνταμ και στο Λονδίνο για να παρευρεθούν σε αντίστοιχα πάρτι. Γύρισαν ένα βίντεο κλιπ που δεν εξέπεμπε φτήνια, πράγμα σπάνιο δεδομένης της γιουροβιζιονικής μας ιστορίας, μα πάνω απ’ όλα δείχνουν να το διασκεδάζουν χωρίς να το θεωρούν αρπαχτή. Αν τους παρακολουθήσεις στα κοινωνικά δίκτυα θα δεις ότι παρόλο που δεν απευθύνονται σε ροκ ακροατήριο, δεν δείχνουν να βαριούνται λεπτό. Εγώ στη θέση τους θα βαριόμουν.

Αυτοί οι άνθρωποι δυστυχώς δεν κατάφεραν να βρουν ούτε ένα χορηγό για να χρηματοδοτήσει την πορεία τους σ’ αυτό το φεστιβάλ. Ούτε ένας κυπριακός οργανισμός δεν θεώρησε σωστό να τους σπρώξει λίγο. Αν σκεφτείτε ότι η τραγωδία / εμετός που στείλαμε το 2013 με τη Δέσποινα Ολυμπίου, και η οποία ήρθε προτελευταία στον ημιτελικό της, είχε σπόνσορα τη Cytamobile Vodafone, μπορείτε να αντιληφθείτε πόσο σωστά ιεραρχεί αυτή η χώρα τις μουσικές της προτεραιότητες ή τέλος πάντων, πόσο σκαμπάζει γενικότερα από μουσική.

Χίλια μπράβο στους Minus One, δεν μπορώ να βρω ούτε ένα ψεγάδι σ’ αυτή τους την απόπειρα. Μέχρι στιγμής τα κάνουν όλα όπως πρέπει. Μακάρι να πάρουν την πιο ψηλή θέση που πήρε ποτέ η Κύπρος, κι ας φάνε και τη Βίσση, χαλάλι. Θέτουν τον πήχη πολύ ψηλά και εύχομαι να αποτελέσουν την αρχή για μια σειρά από αντίστοιχου επιπέδου συμμετοχές στο μέλλον. Η Γιουροβίζιον δεν θα έπρεπε να θεωρείται το εφαλτήριο του κάθε επαρχιώτη που ονειρεύεται καριέρα στην Αθήνα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν και κατά κόρον τη δεκαετία του ’80 και ’90 (άλλες εποχές τότε βέβαια). Η Γιουροβίζιον θα έπρεπε να θεωρείται το κάρμα του κάθε καλλιτέχνη. Η επισφράγιση της καριέρας του, η ολυμπιακή του καταξίωση.

Τούτων λεχθέντων, κηρύσσω την έναρξη της πιο ενδιαφέρουσας τηλεοπτικής και όχι μόνο, βδομάδας του έτους (χτυπώ το γκογκ). 

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2016

Έξι Στραγγαλισμένα Παιδάκια Στη Ζούγκλα

Λόγω του ότι το Jungle Book μου άρεσε υπερβολικά, έψαχνα αφορμή να το ξαναδώ. Και τι καλύτερο άλλοθι θα μπορούσα να βρω από το να «αναγκάσω» τον 8χρονο ανιψιό μου να με ακολουθήσει σε μία επαναληπτική θέαση, γιατί πρόκειται «περί αριστουργηματικής ταινίας, θα πάθεις πλάκα με τα γραφικά και τα λοιπά, και τα λοιπά», ασχέτως αν τα 8χρονα πλέον θεωρούν αυτού του είδους τις ταινίες ολίγον τι ξεπερασμένες για την ηλικία τους.

Ας έρθω όμως στο προκείμενο. Η δεύτερη θέαση της ταινίας θα έπρεπε να γίνει στη μεταγλωττισμένη έκδοση για ευνόητους λόγους. Κόψαμε εισιτήρια για την ελληνική βερσιόν – που παρεμπιπτόντως είναι χάλια συγκριτικά με την αυθεντική, μία βερσιόν που προϋποθέτει ατσάλινα νεύρα καθότι σ' αυτήν συναθροίζονται παρέες παιδιών με μέσο όρο ηλικίας τα δέκα χρόνια. Πράγμα που για σένα που είσαι γονέας μπορεί να αποτελεί ρουτίνα, όμως διά εμέ που ακόμα είμαι σκέτος θείος, είναι κάτι το πρωτόγνωρο και όπως θα δεις, κάτι το μαρτυρικό.

Μπαίνουμε στην αίθουσα του σινεμά, καθόμαστε κάτω, κλείνουμε τα κινητά μας, αρχίζουμε να τρώμε τα ποπ κορν μας και ξαφνικά γινόμαστε κοινωνοί της εξής τραυματικής εικόνας: Μία παρέα από έξι ασυνόδευτα παιδιά εισέρχεται στην αίθουσα. Μπροστάρης ο μεγάλος αδελφός, περί των δέκα ετών, ακόλουθοι τα αδέλφια – ξαδέλφια του, που κυμαίνονταν από τεσσάρων μέχρι οκτώ χρονών. Ο μεγάλος αδελφός με βήμα καμαρωτό, με το που πατά το ξερό του σε μία αίθουσα που με δυσκολία περιείχε άλλα 30 άτομα, βροντοφώναξε: «αγάπη μόνο!»

Αν δεν ξέρεις τι πάει να πει «αγάπη μόνο» και αν δεν γνωρίζεις ποιος μαλάκας το έκανε μόδα, σε παραπέμπω στο πιο κάτω βίντεο:



Όπως βλέπετε, τα τέκνα αυτής της δοξασμένης χώρας, το αύριο της ανθρωπότητας, εμπνέεται από ζώα σαν και το πιο πάνω για να πουλάνε μούρη στους φίλους τους. Βλέπουν τον συγκεκριμένο τύπο και αντί να κάνουν επί τόπου εμετό, θεωρούν πως είναι αρκετά διασκεδαστικός ώστε να τον μιμηθούν. Γιατί δεν βρίσκεται κάποιος να τους πνίξει και τον μεν και τους δε, είναι άξιον απορίας. Το «αγάπη μόνο» βούιξε στην αίθουσα άνευ λόγου και αιτίας, τουλάχιστον 4-5 φορές ώσπου να αρχίσουν να πέφτουν οι διαφημίσεις στην οθόνη. Τα αδελφάκια του έβρισκαν πολύ χαριτωμένο που ο μπιγκ μπράδερ πουλούσε πνεύμα κατ’ αυτόν τον τρόπο και χαριεντίζονταν αναλόγως, ξεσπώντας σε υστερικά γέλια.

Περίμενα πώς και πώς να δω ποιος θεόβλαχος γονέας θα έσκαγε μύτη να συνοδεύσει τα συγκεκριμένα παιδάκια, εις μάτην. Παρέμειναν και τα έξι ασυνόδευτα. Δεν ήξερα ποία ήταν η θέση μου, κι αν έπρεπε να βρω έναν υπεύθυνο του σινεμά να αναφέρω το γεγονός, αλλά ήμουν σίγουρος πως όπως και να είχε δεν θα είχαμε καλά ξεμπερδέματα με δαύτα. Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στον πολιτισμένο θείο που δείχνει το καλό παράδειγμα στον ανιψιό του, και ο οποίος ευγενικά υποδεικνύει στα παιδάκια ότι δεν μπορούν να συμπεριφέρονται σαν να τους ανήκει το σύμπαν, και προ πάντων να μην αμολούν το «αγάπη μόνο» σε υψηλά ντεσιμπέλ εντός της αιθούσης, και ανάμεσα στον πραγματικό μου εαυτό που με πρόσταζε να τα αρπάξω και τα έξι, ένα-ένα, από το λαρύγγι και να τα σφίξω ώσπου να μελανιάσουν και να ζητούν οίκτο λίγο πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή μέσα στο K Cineplex.

Έκανα υπομονή και απλά παρακολουθούσα έκθαμβος. Όταν είδα ένα από τα δύο κοριτσάκια να βγάζει από τη τσέπη του ένα κινητό και να δείχνει στον μεγάλο της αδελφό τη φωτογραφία ενός τύπου που πρόβαλλε στον φακό το μεσαίο του δάκτυλο, τύπου κωλοδάχτυλο, και όταν ο αδελφός της, της απάντησε με πλήρη φυσικότητα «στρούμπωσε να σου το μπήξω, κόρη», είχα ήδη μπήξει τα νύχια μου στην πολυθρόνα για να μην εκτοξευτώ στο διάστημα από τα νεύρα. Ο ανιψιός μου, που με ψυχολόγησε άψογα, γύρισε και μου είπε «τι γαϊδούρια!»

Αυτό ήταν! Με αυτή του τη φράση ήταν σαν να έχω το ΟΚ του να επέμβω. Χτυπώ τα χέρια μου πάνω στην μπροστινή μου πολυθρόνα προκειμένου να έχω την προσοχή τους. Γυρίζουν και με κοιτούν. «Λοιπόν! Σκάστε αυτήν τη στιγμή γιατί θα γίνει το σώσε!» τους είπα. Τα χωρκατόπαιδα με κοίταξαν αφ’ υψηλού με εκείνο το γνωστό υφάκι που υποδηλούσε ότι ήξεραν πως σαν παιδιά έχουν το ακαταλόγιστο, πως έχουν το πάνω χέρι και το κινητό της Λήδας Κουρσουμπά αποθηκευμένο στο κινητό τους και ότι κανείς δεν θα τολμούσε να δείρει παιδιά εν έτει 2016 και πως στην τελική ‘ποιος είσαι εσύ κύριος που τολμάς να μας κάνεις παρατήρηση;' και με αγνόησαν επιδειχτικά.

Πόσο πιο εύκολο μου το έκαναν! Σηκώθηκα όρθιος, ξαναβάρεσα τα χέρια μου στην πολυθρόνα και κοίταξα κατάματα τον ‘μεγάλο αδελφό’ με ένα βλέμμα που μιλούσε από μόνο του και έλεγε λίγο πολύ τα εξής: «Πρόσεξε καημένε μου, και μην μου παίζεις εμένα τον καμπόσο, γιατί ένα ‘αγάπη μόνο’ να ξανακούσω εδώ μέσα θα βάλω τον Μόγλη να σε ανασκολοπίσει με τον Μπαλού, ενώ η μάνα σου θα το 'φχαριστιέται από τον Μπαγκίρα τον πάνθηρα, γαμώ το σπίτι σας γαμώ, μαλακισμένα κωλόπαιδα!» Όλα αυτά μαζί συμπτύχθηκαν, οι λέξεις έγιναν πόλτός μέσα στο μάτι μου το οποίο είχε αρχίσει να αστράφτει, και μετουσιώθηκαν σε ένα ακόμα ηχηρό: «ΣΚΑΣΤΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΣΩΣΕ!» Και αυτά προφανώς πήραν το μήνυμα, το αποκωδικοποίησαν, το έκαναν εικόνα και αμέσως το βούλωσαν, γύρισαν μπροστά τους, και δεν έβγαλαν άχνα για όσο διαρκούσε η ταινία.

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο ‘μεγάλος αδελφός’ γύρισε με την άκρη του ματιού του να με κοιτάξει περιφρονητικά, να δοκιμάσει τα όριά μου, αλλά ευτυχώς έτυχε και τις δυο φορές να τον καρφώνω με το βλέμμα μου (τυχαία), το βλέμμα το γνωστό, το «ετοιμάσου για Δίκη κεκλεισμένων των θυρών», οπότε και έστριψε αμέσως το κεφάλι του μπροστά.

Μα «αγάπη μόνο» και «στρούμπωσε να σου το μπήξω»; Μωρά οκτώ χρονών να εκφράζονται έτσι, μόνα τους μέσα στο σινεμά; Και δεν βρίσκεται ένα γραφείο ευημερίας να τα μαζέψει; Ένας γιατρός να στειρώσει τους γονείς τους; Ένας ελεύθερος σκοπευτής να τους πυροβολήσει; Πόσο μαλάκες είστε που τα αμολάτε μέσα στο Mall για να σας αφήσουν ήσυχους καθώς εσείς απολαμβάνετε τα ψώνια σας; Εγώ για να πω «γαμώ το» και «μαλάκα» έφτασα 18 χρονών, που λέει ο λόγος. Ποιος λόγος; Τόσο είχα πάει. Ο κολλητός μου ακόμα με περιπαίζει που έπρεπε να ενηλικιωθώ για να βρίσω. Και να βλέπω κοριτσάκια και αγοράκια σαν τον ανιψιό μου να εκφράζονται έτσι; Ξύλο στους γονείς ώσπου να λιποθυμήσουν!

Επίσης, να πω ότι μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι στην αίθουσα υπήρχαν κι άλλοι γονείς, μεγαλύτεροι από εμένα, οι οποίοι έδειχναν μεν τη δυσφορία τους για το ότι ο μικρός φώναζε «αγάπη μόνο» επανειλημμένα, μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν να αλλάξουν ακόμα και θέση για να μην τον έχουν πίσω τους ή μπροστά τους, όμως ουδείς μπήκε στον κόπο να τον ρωτήσει «πού είναι η μάνα σου», «γιατί είστε ασυνόδευτα έξι παιδιά μέσα στο σινεμά» ή τέλος πάντων να τον συνετίσουν. Τώρα θα μου πεις, εσύ γιατί δεν έπραξες κάτι αντίστοιχο;

Ε, μα δεν έχω τόση ψυχραιμία. Εγώ με κάτι τέτοια παθαίνω σοκ. Πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου παρέστην σε προβολή ταινίας σε παιδική ζώνη και δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα είχα να αντιμετωπίσω και τα μούλικα του καθενός. Ίσως ήταν λάθος μου, αλλά πραγματικά, το μόνο που μου πέρασε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή ήταν να τα πνίξω. "Αγάπη μόνο, θέλω αγάπη (συνοδεία ιαχής ινδιάνου)". Και το «σκάστε γιατί θα γίνει το σώσε» ήταν το πιο πολιτισμένο που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, λειτούργησε, δούλεψε. Γιατί ο πολιτισμός μας μάρανε εδώ που τα λέμε. Αν τους έλεγα «έχετε την ευγενή καλοσύνη, γλυκά μου παιδιά, να μην εκφράζεστε σαν τα πουτανοκαθυστερημένα και να σεβαστείτε τους υπόλοιπους θεατές» θα το εκτιμούσαν απείρως και τα έξι.

Θα έχω τεράστιο θέμα όταν θα γίνω πατέρας και πρέπει να αρχίσω να το δουλεύω από τώρα. Αν στα 35 μου έχω κάπως συμβιβαστεί με το κυπριακό χωρκαθκιόν και έμαθα να το διαχειρίζομαι (όσο το διαχειρίζομαι) για την προσωπική μου ψυχική υγεία, όταν θα γίνω πατέρας θα πρέπει να κάμω πραγματικό πόλεμο ώστε να μην μολυνθούν τα παιδιά μου από τον ιό της Κύπρου. Κλειδαμπαρωμένα μέσα στο σπίτι θα τα έχω όλη μέρα. Από συνέντευξη θα περνούν οι φίλοι τους πριν μας επισκεφτούν. Και από διαγώνισμα Ελληνικών. Όσοι γράφουν κάτω από 17/20, έσσω τους! Ακούς εκεί «στρούμπωσε να σου το μπήξω!» και «Αγάπη μόνοοοο». Ζώα!

Κατά τα άλλα, ο 8χρονος ανιψιός μου με εντυπωσίασε. Μπορεί να είναι οκτώ, αλλά έχει ήδη μυαλό για 18. Ό,τι πήγαινα να του εξηγήσω, το είχε ήδη καταλάβει ή το θεωρούσε αυτονόητο. Εκεί που πραγματικά με πέθανε όμως, ήταν όταν εμφανίστηκε το φίδι Κάα στην ταινία με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον. «Γιατί το φίδι το υποδύεται γυναίκα; Επειδή είναι πονηρό;»

Πέθανα! Τον αγαπώ!

Σάββατο, Απριλίου 30, 2016

Το Βιβλίο Της Ζούγκλας


«Το βιβλίο της Ζούγκλας» ήτοι «Ο Μόγλης» ουδέποτε αποτέλεσε μία από τις αγαπημένες μου ταινίες του Ντίσνεϊ. Μικρός δεν άντεχα να τον παρακολουθήσω ολόκληρο. Έκλεινα το βίντεο λίγο μετά το “Bare Necessities”. Έβρισκα φρικτά βαρετή την ιστορία και την πλοκή, σοβαρά τώρα, ποιος χέστηκε στην ηλικία των δέκα για ένα Ινδιανάκι που μεγαλώνει με λύκους στη ζούγκλα και πολεμά έναν τίγρη. Η κινηματογραφική μεταφορά όμως, εν έτει 2016, είναι εξαιρετική και με κράτησε σε εγρήγορση μέχρι τέλους.

Εντάξει, παραδέχομαι ότι κάποιες σκηνές θα μπορούσαν να ήταν συντομότερες, εντούτοις στρογγυλοκάθισα στο σινεμά μια χαρά και δεν κοίταξα ούτε λεπτό το ρολόι μου μέχρι να τελειώσει.

Τα highlights της ταινίας των κινουμένων σχεδίων, που για μένα είναι τα τραγούδια και ειδικότερα το επικό “bare necessities” και το τζάζι “I wanna be like you”, λειτουργούν δυστυχώς συμπληρωματικά στην πλοκή. Τα δε υπόλοιπα, βλέπε “Trust in Me” και το εμβατήριο των ελεφάντων, παρακάμφθηκαν πλήρως. Ναι, τα τραγούδια παρουσιάζονται σαν φόρος τιμής στους φαν, δεν εξυπηρετούν την υπόθεση, δεν τονίζονται, ούτε αναγάγουν το έργο σε μιούζικαλ, κάτι που με ξενέρωσε εν μέρει, αλλά αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο δεν θέλησαν να «γαμήσουν» το έργο. Στο ενδεχόμενο να απουσίασουν πλήρως βέβαια, δηλώνω ευχαριστημένος ακόμη κι έτσι. Δες τι εννοώ:



Αυτό ήταν όλο. Πάντως είναι πιο πετυχημένη αυτή η μεταφορά, παρά η περσινή Σταχτοπούτα, και γενικότερα πρόκειται για πολύ πιο πιστή μεταφορά του καρτούν του ΄67, παρά αυτή της Maleficent πρόπερσι, που αν και με καθήλωσε, εντούτοις τράβηξε την ιστορία της ‘Κοιμωμένης Καλλονής’ απ’ τα μαλλιά προκειμένου να εξυπηρετηθεί η περσόνα της κυρά Τζολί.

Εν ολίγοις να το δείτε, αξίζει. Γυρίστηκε όλο μέσα σε στούντιο και δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή γυρισμένη σε φυσικό περιβάλλον.



Του χρόνου έρχεται η «Ωραία και το Τέρας» σε πλήρη συμφωνία με το καρτούν και με όλα τα τραγούδια παρόντα, φαντάζομαι και προσδοκώ να παρουσιάζονται in full glory.

Πόσο χαίρομαι που ο Ντίσνεϊ βρήκε τον τρόπο να με κρατά ακόμα παιδί και να μου αποδεικνύει ότι δικαίως επένδυσα και επενδύω πάνω του όλη μου την παιδικότητα.

Δευτέρα, Απριλίου 25, 2016

Στο Ντιβάνι

Αυτές τις μέρες με έχουν καταπνίξει τα γνωστά ψυχολογικά δαιμόνια, τύπου «τι γυρεύω εγώ σ’ αυτή τη χώρα» και «τι κοινά έχω εγώ με όλους αυτούς γύρω μου», δαιμόνια τα οποία καταφέρνω και δαμάζω ως ένα βαθμό ώστε να επιβιώνω, μα τα οποία από καιρού εις καιρόν θεριεύουν και με «βουρλίζουν», που λέει και η Λαίδη.

Υπήρξα τυχερός στη ζωή μου και αυτό γιατί πήγα σε καλά –και προ πάντων δημόσια- σχολεία. Οι φίλοι μου και οι συμμαθητές μου σήμερα αποτελούν την αφρόκρεμα, έκαστος στο είδος του. Έτσι, μέχρι τα 18 μου ουδέν πρόβλημα αντιμετώπιζα με την κυπριακή πραγματικότητα. Αν θέλεις το πιστεύεις, την Κύπρο την είχα περί πολλού. Γινόμουν ταύρος αν άκουγα κάτι υποτιμητικό γι αυτήν. Η Κύπρος, όμως, ήταν το σύνολο των φίλων και συγγενών μου, εξ ου και επρόκειτο για παράδεισο. Ή τέλος πάντων, για ένα ωραιότατο μέρος για να ζεις.

Στα 18 κατετάγην στον στρατό. Και εκεί κατάλαβα ότι οι συμμαθητές μου και οι συγγενείς μου δεν ήταν ακριβώς αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι πάει να πει Κύπρος. Στον στρατό (από τον οποίο γενικότερα έχω ωραίες αναμνήσεις), είδα κι έμαθα τι πάει να πει Κύπρος επί της ουσίας. Εκεί άρχισε η απομυθοποίηση που σήμερα μετουσιώθηκε σε σκέτη αηδία και πλήρη απαξίωση.

Ξέρω ότι βαριέστε τις ιστορίες του στρατού, αλλά το τι είχαν δει τότε τα μάτια μου, αξίζει ειδικής μνείας. Από στρατιώτες -συνομίληκούς μου- που πηδούσαν κατσίκες για να ξεχαρμανιάσουν ή κακοποιούσαν ζώα για να περάσει η ώρα τους, μέχρι αγράμματους αξιωματικούς οι οποίοι δεν άντεχαν το γεγονός ότι ήμασταν ισόβαθμοι, με τους ίδιους να έχουν βγάλει μετά βίας μισό γυμνάσιο. Χαρακτηριστικά θυμάμαι που νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Απορούσα πού κρύβονταν όλοι αυτοί τόσα χρόνια και γιατί ξαφνικά μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί στο ίδιο μέρος.

Κοίτα τώρα δείγματα γραφής. Δε θα ξεχάσω τη μέρα που ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας και ο Διοικητής με ειρωνεύτηκε εντόνως επειδή παρήγγειλα ντελίβερι από τη Πίτσα Χατ και δεν προτίμησα τα σουβλάκια που είχε παραγγείλει ο ίδιος από την τοπική ταβέρνα. Το εξέλαβε ως σνομπισμό εκ μέρους μου. Λες και αν ήθελα να τον σνομπάρω, στα σουβλάκια θα κολλούσα. Δεν αρκούσε ο τρόπος που έγραφε και μιλούσε που παρέπεμπαν σε άτομο με ειδικές (αν)ικανότητες... Κομπλεξαρίστηκε από την πίτσα, λες και επρόκειτο για χαβιάρι μπελούγκας. Εννοείται ότι πέραν της προσωπικής μομφής, το θέμα συζητήθηκε και στην εβδομαδιαία συνάντηση στελεχών, σε πλήρη απαρτία. Γιατί ο εχθρός του στρατού δεν ήταν ποτέ η απειθαρχία και η ημιμάθεια, αλλά ο Αντίχριστος που τόλμησε να φάει Πίτσα Χατ, σνομπάροντας τα σουβλάκια του Διοικητή. Εις θάνατον! Εννοείται ότι σε τέτοιες επιθέσεις παρόλο που σε χέζουν μπροστά στα μούτρα σου, δεν σου επιτρέπουν να δικαιολογηθείς, ούτε να πεις τη δική σου άποψη (Παρεμπιπτόντως, δεν τρώω κρέας, ούτε σουβλάκια, ούτε κοτόπουλα, ούτε τίποτε. Ό,τι θέλω θα παραγγέλνω και λογαριασμό δεν θα σας δώσω). 

Παρόμοια «επίπληξη» μου είχε γίνει όταν μία μέρα έφτασα στο στρατόπεδο με το αυτοκίνητο του πατέρα μου (ήμουν 18 χρονών τότε, δεν είχα δικό μου) και ο διοικητής θεώρησε προσβλητικό το ότι εκείνος έφτανε με το υπηρεσιακό τζιπ, ενώ εγώ «με μία λιμουζίνα» (όπου λιμουζίνα βλέπε ένα γκρίζο passat της wolksvagen). Με συμβούλευσαν να το αποφεύγω στο μέλλον, αν ήθελα να περάσω καλά το υπόλοιπο της θητείας μου. Για να σε προλάβω, όταν είχα εκφράσει κι εγώ επιθυμία να μεταβαίνω στο στρατόπεδο με το υπηρεσιακό όχημα, εισέπραξα δυσφορία καθότι από το δρομολόγιο δεν μπορούσε να παρακαμφθεί η Λακατάμια και να συμπεριληφθεί η εξωτική Έγκωμη. Θα αργούσαν οι Ίλαρχοι. Και θα έπρεπε ο οδηγός να ξυπνά νωρίτερα για να μας προλάβει όλους, άκουσον – άκουσον, φρικτή ταλαιπωρία!

Θυμήθηκα και άλλο περιστατικό. Μια φορά τσακώθηκα με δυο γυναίκες υπαξιωματικούς. Οι οποίες ήταν αρκετά μάχιμες και αρχιδάτες ώστε να καταταγούν εθελοντικά στον στρατό, αλλά αρνούνταν το βράδυ να βγουν σε περιπολία διότι φοβούνταν μην τυχόν τους επιτεθεί άσεμνα κάποιος στρατιώτης σε κάποια απόμερη σκοπιά. Όταν τους υπέδειξα το σχιζοφρενικό του πράγματος, ότι δεν γίνεται να υπηρετείς χωρίς ουσιαστικά να υπηρετείς, μία εξ αυτών (που ήταν έγκυος και κάπνιζε ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα αδιαφορώντας προκλητικά για την υγεία του εμβρύου) μου απάντησε πως «έννεν που τη δουλειά μου» και ότι αν επέμενα να βγουν στην περιπολία θα μου έκαναν γραπτή αναφορά.

Αυτά τα χαζά, και άλλα τόσα που δεν προλαβαίνω να παραθέσω εδώ γιατί θα γράφω μέχρι μεθαύριο, στα λέω για να καταλάβεις τι πάει να πει Κύπρος. Γιατί πολλοί από εσάς νομίζετε ότι η Κύπρος είναι τα δροσερά βουνά, οι ζεστές παραλίες και τα ξερά λαγκάδια. Δεν είναι. Η Κύπρος είναι όλα τα πιο πάνω που περιέγραψα. Ένα κουβάρι από επαρχιώτικο κόμπλεξ που χρήζει αφανισμού με τη χαντζάρα.

Μετά τον στρατό έφυγα για να σπουδάσω και έζησα μια υπέροχη δεκαετία με ελάχιστους Κύπριους μες τα πόδια μου. Είχα προσαρμοστεί παντού με ευκολία, είχα φίλους από ένα εκατομμύριο χώρες, ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Και πάνω στην ευτυχία ξεχνάς τα ρεζιλίκια του στρατού, νομίζοντας πως επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά, υπό ειδικές συνθήκες, και σε πιάνει ο νόστος. Επιστρέφεις στην πατρίδα αναζητώντας τη θαλπωρή των παιδικών σου χρόνων, αλλά εισερχόμενος στην κυπριακή κοινωνία, σαν ενήλικας αυτή τη φορά, συνειδητοποιείς ότι τα πάντα είναι όπως τον κυπριακό στρατό.

Κατ’ ακρίβεια είναι πολύ χειρότερα και απελπιστικά. Ο στρατός είχε διάρκεια μόλις δυο χρόνια. Ήξερες πως θα τελειώσει κάποτε και έκανες υπομονή. Επίσης, το νεαρό της ηλικίας σου δεν σου επέτρεπε να τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς. Μα, δυστυχώς η κυπριακή πραγματικότητα στα ενήλικα χρόνια, παύει μόνο με το δικό σου τέλος. Όλοι αυτοί που πηδούσαν κατσίκες, κακοποιούσαν ζώα, έμεναν άπλυτοι και κοιμούνταν με τα άρβυλα για μέρες, όλες αυτές που το έπαιζαν χειραφετημένες ενώ ήταν σκέτες κότες, και όλοι αυτοί που ενοχλούνταν επειδή οδηγείς καλύτερο αυτοκίνητο από το δικό τους και θίγονταν επειδή εσύ τρως πίτσα ενώ αυτοί σουβλάκια (γελώ αλλά έτσι γίνεται), υπάρχουν παντού.

Σε όποια πέτρα κι αν σηκώσεις. Στο κυπριακό Δημόσιο, στην πολιτική, στο facebook. Και δεν πέφτει ούτε ένας λιμός, ούτε ένας καταποντισμός, ούτε μία οστρακιά, δεν γίνεται μισός σεισμός να μας απαλλάξει από αυτή την  βρόμα και τη δυσωδία.

Μόνο στους Τούρκους μπορώ να ελπίζω και στη συνθήκη του Σένγκεν. 

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2016

Hacer La Mudanza*

Ο Μάιος προβλέπεται ένας ωραιότατος μήνας.

Κι αυτό γιατί επιτέλους θα μετακομίσουμε σε σπίτι της προκοπής.

Όταν πήραμε την απόφαση να παντρευτούμε με τη Μπρέντα, τον Ιούνιο του 2014, είχαμε μόνο 6 μήνες μπροστά μας για να οργανώσουμε τον γάμο. Πέραν αυτής της διαδικασίας, έπρεπε να βρούμε και ένα διαμέρισμα να συγκατοικήσουμε, γιατί «πώς θα παντρευτείτε αν δεν συγκατοικήσετε πρώτα;» και «πού ξέρετε αν ταιριάζετε;» και άλλα τέτοια γραφικά που φροντίζει να σου υπενθυμίζει ο αγαπητός περίγυρος όταν ανακοινώνεις ότι θέλεις να παντρευτείς χωρίς πρώτα να έχεις συγκατοικήσει.

Θυμάστε τι είχε γίνει. Πήραμε σβάρνα τη Λευκωσία με πολλούς και τρισάθλιους μεσίτες κατά πόδας, για να βρούμε διαμέρισμα. Σας τα είχα γράψει τότε τα χαΐρια μας. Και βρήκαμε τελικά. Στην αρχή χαρήκαμε, αφού βρήκαμε το μη χείρον βέλτιστον, αλλά ύστερα από μερικές βδομάδες κοιταζόμασταν μεταξύ μας και σκεφτόμασταν γιατί κάναμε στους εαυτούς μας τέτοιο κακό. Μισούσαμε τον καναπέ του ΙΚΕΑ, που ήταν τόσο ανθεκτικός ώστε σχημάτισε τα οπίσθιά μας στις μαξιλάρες του πριν καν τελειώσει το πρώτο σήζον του how to get away with murder, μισήσαμε τα μπάνια που ήταν τόσο μικρά, που αν έκλανες εκεί μέσα ανατιναζόταν μαζί τους και όλο το οικοδομικό τετράγωνο, μισήσαμε τη γειτονιά που παρέπεμπε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, γενικώς ήταν η πιο επιπόλαιη απόφαση που πήραμε.

Και όλα αυτά, για να συγκατοικήσουμε πριν τον γάμο και να μην μας πουν «μα παντρευτήκατε χωρίς να ξέρετε αν ταιριάζετε;»

Μα, για τι μας περάσατε; Ήμαστε τίποτα 20χρονα που παντρεύονται αμάν, αμάν με το πρώτο καρδιοχτύπι; Κάπου εκεί στα 30 και βάλε παντρευτήκαμε σαν τα γεροντοπαλίκαρα. Με τη Μπρέντα γνωριζόμασταν ήδη από την καλή και από την ανάποδη, είχαμε ταξιδέψει μαζί σε 8 διαφορετικές χώρες, ήξερα τα χούγια της, ήξερε τα δικά μου, ήξερα ότι ήταν ακατάστατη, ήξερε ότι είμαι ιδιότροπος, ήξερα ότι πετά τα παπούτσια της όπου βρεθεί, ήξερε ότι δεν ξέρω να μαγειρεύω και ότι θέλω να μου κόβει τη σαλάτα και να με αντιμετωπίζει σαν σουλτάνο, και εν γνώσει όλων αυτών των παραγόντων προχωρήσαμε σε γάμο. Δεν ήταν ανάγκη να στριμωχτούμε στα μπουντρούμια της Αγλαντζιάς για να το επιβεβαιώσουμε.

Κλείνουμε 21 μήνες στο νοίκι και ξοδέψαμε €11.130 γι αυτό. Με τα ίδια λεφτά πέρσι ταξίδεψα σε 5 εξωτικές χώρες για τρεις βδομάδες κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος. Τι κατάλαβα που τα ξόδεψα στη σπιτονοικοκυρά; Τίποτα!

Να μπει ο Μάης, Παναγίτσα μου, να μετακομίσουμε στο σπίτι της Μπρέντας και τι στον κόσμο. Άσκοπα έξοδα, και αχρείαστο ψυχολογικό κόστος, απλά και μόνο για να μην πει ο κόσμος «αυτοί παντρεύτηκαν και δεν έζησαν πριν μαζί». Αντί να γίνουμε πρωτοπόροι υποπέσαμε στη λούμπα της κάθε θείτσας.

Μα, από πότε με κόφτει τι θα πει ο κόσμος, και από πότε υπακούω εγώ σε αυτές τις μικροαστικές δεισιδαιμονίες;


Καλά να πάθω κι εγώ. Κλάψε τώρα τις 11 χιλιάδες που πέταξες. 

*Hacer la mudanza θα πει μετακομίζω. Να μαθαίνουμε και τίποτα καινούριο μιας που τα ξαναπιάσαμε τα Ισπανικά. 

Κυριακή, Απριλίου 17, 2016

Το Δέκα Το Καλό


Μπράβο Ρούλα

Λυσσάξατε με την Κορομηλά και γιατί να νεκραναστήσει το "Μπράβο" και γιατί να έχουμε εμμονή με τα '90ς. 

Έχουμε εμμονή με τα '90ς κυρία μου γιατί ήταν μακράν η καλύτερη μας δεκαετία. Με αυτά μεγαλώσαμε, αυτά νοσταλγούμε σήμερα, αυτά θέλουμε. Τι καλύτερο υπάρχει δηλαδή εν έτει 2016 και το προτιμάτε; Ένα βρακί μας έμεινε κι εκείνο μπαλωμένο και ξαφνικά σας πείραξε ένα εγχείρημα που επιχειρεί να επαναφέρει λίγη από την αίγλη εκείνης της εποχής στους δέκτες μας;

Άμα σας αρέσει η μιζέρια του Τσίπρα και η κατάντια του 2016, τιμή σας και καμάρι σας, αλλά, no monsieur, δεν θα πάρουμε. Εκατό φορές να βλέπω τον Ρουβά να εισέρχεται εντελώς στημένα στο στούντιο και να κάνει την Κορομηλά να συγκινείται τόσο γελοιωδέστατα, παρά να βλέπω ξένα φόρματ να πνίγουν τόσο ξεδιάντροπα την ελληνική τηλεόραση. Και εκατό φορές να τον ακούω να τραγουδά πλεημπάκ το "ξανά" με διαφορετική, νεότερη φωνή, παρά να βλέπω 150 βλαχοτάλεντ σόους που όποτε τελειώσουν δεν αφήνουν μισή καριέρα πίσω τους. 

Δεν το είδα το "Μπράβο", ήμουν έξω. Είδα όμως βιντεάκια από διάφορα σάιτς σήμερα και με δυσκολία κρατήθηκα να μην συγκινηθώ. Γιατί ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα και επειδή εκείνη η υπέροχη εφηβεία και εκείνη η πρώτη νεότητα θέλω να επαναληφθούν. Φέρτε μου και τη Βίσση την ερχόμενη βδομάδα να πει τα "εκατομμύρια" με το κίτρινο το φόρεμα, ξανανοίξτε και το Νίτρο, το περιοδικό, και ό,τι θέλετε!

Η Ρούλα σας πείραξε που κάνει μια τα ίδια, βαρετοί άνθρωποι. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο απέναντι κανάλι που πίνει την ίδια ρακή εδώ και 20 χρόνια με εναλλάξ αφιερώματα από τον Θεοδωράκη στον Ξαρχάκο και τούμπαλιν, παρέα με κάτι γέρους είναι ΟΚ, αλλά η Κορομηλά να καεί στην πυρά που έμεινε στα '90ς. Άσε μας! Ρούλα, φέρε ξανά τον Φιλιππίδη, φέρε ξανά τον Καρβέλα, φέρε ξανά τη Βανδή, την Πόπη Χατζηδημητρίου, τον Καληώρα, τη Μαντώ, την Ευρυδίκη, τον Καλλίρη, τον Λιβιεράτο, τον Αλκαίο, τον Σχοινά και τη Γαρμπή, τον Ricky Martin, φέρε όποιον θέλεις, άμα θέλεις φέρε και τους συγγενείς τους να τους κάνουν έκπληξη... 

Απλά πάρε με μακριά από το 2016. 





Δευτέρα, Απριλίου 11, 2016

Αποτέφρωση Ή Ενταφιασμός;

Μεγάλη ήτο η ανακούφιση πληθώρας συμπολιτών μου, όταν ήκουσαν προσφάτως στα επίκαιρα πως η απερχόμενη Βουλή των Κυπρίων πρόλαβε και υπερψήφισε το Νομοσχέδιο που αφορά στην καύση των νεκρών. Ένα ρίγος ευτυχίας τους διαπέρασε που όταν με το καλό ψοφήσουν θα αποτελέσουν εξαίρεση στον στίχο του λαϊκού και βδελυρού άσματος «τούτη η γη που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε».

Περιττό να υποδείξω την ψυχοπάθεια του πράγματος. Εξακολουθεί να με εκπλήσσει το γεγονός ότι ανάμεσά μας διακινείται κόσμος που έλυσε όλα του τα εν ζωή προβλήματα ώστε να κόπτεται σφόδρα για το τι θα απογίνει το σαρκίον του, όταν η μαύρη ψυχή του το εγκαταλείψει. Φυσικά και αναγνωρίζω το ατομικό δικαίωμα του καθενός να αποφασίσει ο ίδιος για το τι θα απογίνει το σώμα του μετά θάνατον, αλλά ταυτοχρόνως μου ακούγεται πολύ δήθεν και αστείον το πράγμα, οσάκις ένα έμβρυο να έχει άποψη για το αν θα γεννηθεί διά της φυσικής οδού ή διά καισαρικής τομής, ή και αν θα γεννηθεί γενικώς.

Κατ’ εμέ ένα δικαίωμα είναι σημαντικό μόνον όταν καθίσταται αγώγιμη η καταπάτησή του. Εφόσον το αντικείμενο της αγωγής δεν θα υφίσταται στον πραγματικό χρόνο ώστε να επωφεληθεί οποιασδήποτε ουσιαστικής αποζημίωσης, το αν σε κάψανε, το αν σε θάψανε, ή το αν σε δώσανε βόρα στα σκυλιά για να σε φάνε, ολίγον ενδιαφέρει τους ζωνταντούς, πόσω μάλλον τους πεθαμένους.

Υπάρχει βέβαια ένας καλός λόγος για να προτιμήσεις το θάψιμο έναντι της καύσης. Και αυτός ο λόγος δεν είναι θρησκευτικός, σε περίπτωση δηλαδή που έχεις αναπτύξει απέχθεια προς τους παπάδες επειδή όταν ήσουν παιδάκι σου χουφτώναν το κωλαράκι. Ο λόγος αυτός είναι καθαρά πατριωτικός. Εξ ου και δεν αρμόζει σε όλους μας. Εφόσον γεννήθηκες, μεγάλωσες και έζησες σε μία πατρίδα που υποτίθεται ότι τη νοιάζεσαι και ονειρεύεσαι τη συνέχειά της, καλό θα ήταν να θάψεις τα κοκαλάκια σου σ’ αυτήν, ώστε οι απόγονοί σου να μπορούν να αποδείξουν ότι κάποτε υπήρχε και μία χώρα που τη λέγανε Κύπρο, και σ’ αυτή ζούσαν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, με συγκεκριμένη γλώσσα, ήθη και έθιμα και αν δεν μας πιστεύετε ορίστε τα κοκαλάκια τους ως τεκμήρια, αναλύστε το DNA τους και επιβεβαιώστε το.

Κατεχόμενο, λεηλατημένο νεκροταφείο στην Άσσια.

Γιατί νομίζετε ότι οι εκάστοτε κατακτητές αυτής της χώρας, με πιο βάρβαρο και απτό παράδειγμα τους τελευταίους σκύλους απέναντι, αρχίζουν τις λεηλασίες από τα νεκροταφεία και συνεχίζουν με την αλλαγή των τοπωνυμίων και των χωριών; Γιατί νομίζετε ότι ξεθάβουν τους νεκρούς και πετούν τα κόκαλα των παππούδων μας στα σκυλιά; Για να μην μπορείς ποτέ να αποδείξεις ότι εκείνη η Γη ήτο κάποτε δική σου. Και επειδή ακριβώς το κόκαλο δεν αποσυντίθεται είναι και ο μόνος τους πραγματικός εχθρός. Η μνήμη, η ιστορία και τα γεγονότα εύκολα αλλοιώνονται. Τα θαμμένα κόκκαλα, ποτέ. 

Τούρκοι μοντέλα ποζάρουν στα κατεχόμενα νεκροταφεία. Τα αδέλφια μας, με τα οποία αύριο θα χτίσουμε ένα κράτος μαζί τους, με αμοιβαίο σεβασμό και υποχωρήσεις.  Υπό μία έννοια, αν η εκκλησία επέτρεπε έκτοτε την αποτέφρωση θα γλιτώναμε τουλάχιστον σήμερα αυτόν τον εξευτελισμό.


Βέβαια, η πιο πάνω σχολή σκέψης προϋποθέτει και την ελάχιστη ύπαρξη εθνικής συνείδησης, την ύπαρξη μίας στοιχειώδους φιλοπατρίας, την ένδειξη ελαχίστου προϊόντος σκέψης, που ως γνωστόν αυτός ο λαός δεν διαθέτει ούτε παράγει (ασχέτως αν τυρβάζει μέρα νύχτα ο κάθε πικραμένος πως η Κύπρος μας είναι το παν). Και εφόσον δεν τη διαθέτει, ορθώς επιλέγει να καεί, μπας και κάποτε ξεχαστεί ότι ζήσαμε εδώ παρέα μαζί του, και ότι τον ανεχτήκαμε μέχρι τέλους, και γελάνε με τα χάλια μας και οι τελευταίοι κλίβανοι.

Εν κατακλείδι, θα ήτο τέλειο αν μπορούσαμε μερικούς να τους είχαμε κάψει ήδη ζωντανούς. Το να καείτε αφού μας κάψετε τα δικά μας εγκεφαλικά κύτταρα με ακκισμούς του είδους «θέλω να καώ, να γίνω τέφρα στον γλυκό ωκεανό / να με πάρει ο άνεμος της Μεσαρκάς / σκόνη και θρύψαλα να γίνομαι μαζί σου / δεν θέλω να ξέρεις πως για σένα είμαι σκόνη, είμαι χώμα» και λοιπά ποιητικά, δεν εξυπηρετεί κανέναν πλην της αντιδραστικής και ματαιόδοξης φύσης σας. Και κυρίως δεν εξυπηρετεί την πατρίδα για την οποία υποτίθεται κόπτεστε.

Για να μην κλείσω μες την πίκρα και τη ξινίλα όμως, θα σου αναφέρω κάτι άσχετο-σχετικό. Γνωρίζατε ότι στο Walt Disney World στη Φλόριδα υπάρχουν πινακίδες μέσα στο πάρκο όπου απαγορεύεται ρητώς να σκορπίζεις τέφρα εκλειπόντων μέσα στις λίμνες του πάρκου; Πολλοί Αμερικανοί γονείς αποφασίζουν να σκορπίσουν την τέφρα των παιδιών τους μέσα στη λίμνη που περιβάλλει το κάστρο της Σταχτοπούτας (τώρα που το σκέφτομαι, στάχτη, σταχτοπούτα, χμ…), για να ζήσουν το υπόλοιπο της ύπαρξής τους σε ένα χαρούμενο μέρος, όπως η Ντίσνεϊλαντ.


Καλή, κι αυτών, η μαλακία τους.

Παρασκευή, Απριλίου 08, 2016

Χτύπα Σαν Άντρας

Αν έχεις δουλέψει στον χώρο της διαφήμισης, θα γνωρίζεις πολύ καλά ότι για να γίνει μία διαφήμιση όπως αυτή της Άντζελας πιο κάτω, πρέπει να ευθυγραμμιστούν οι πλανήτες. Τουλάχιστον! Πρέπει να διαθέσεις πολλά λεφτά για να πείσεις τον καλλιτέχνη να παραμερίσει το εγώ του ώστε να εκτεθεί και να σαρκαστεί τοιουτοτρόπως, να έχεις έξυπνο κειμενογράφο, να έχεις ανοιχτόμυαλο πελάτη με άφθονο χιούμορ. Αυτοί οι παράγοντες σπανίως συναντιόνται. Στην Κύπρο μάλιστα, δεν συναντιόνται ποτέ. Οπότε, αντιλαμβάνεσαι τη χαρά μου όταν περιήλθε στην αντίληψή μου η νέα πασχαλινή διαφήμιση του Τζάμπο. Θεωρώ πως πρόκειται περί αριστουργήματος.



Και ενώ εσύ την παρακολουθείς ολόχαρος και όταν τελειώνει πατάς επανειλημμένα το “watch again”, συνειδητοποιείς ότι υπάρχει κόσμος που α) την παίρνει στα σοβαρά και β) θεωρεί την καταληκτική ατάκα «χτύπα σαν άντρας» προσβλητική για τις γυναίκες που κακοποιούνται από τους συζύγους τους. Είδες, δηλαδή, την Άντζελα να τσουγκρίζει αβγό τραγουδώντας και παραφράζοντας το "ποια θυσία" και εσύ το ερμήνευσες ως προτροπή στη βία. Τα συγχαρητήρια μου. Ε, λοιπόν, αν αυτή είναι η αντίληψή σου και το χιούμορ σου, και αν στην ακραία / απίστευτη περίπτωση έχεις άντρα σπίτι σου, πες του να σε δείρει να συνέλθεις.

Το ίδιο βράδυ βέβαια, κάθεσαι σαν καλή κοκότα στον καναπέ σου, παρακολουθείς Βουγιουκλάκη να τρώει χαστούκια από τον Παπαμιχαήλ και σκέφτεσαι «αυτοί ήταν άντρες», «αυτές ήταν εποχές» και το χαίρεσαι. Και όλα αυτά γιατί η Άντζελα, λαϊκιά και δεύτερη ούσα χρειάζεται προστασία από το βαρύ χέρι του μπουζουκογαμπρού της, αλλά η Βουγιουκλάκη επειδή ήταν ωραία, πλούσια και πρώτη, δεν βαριέσαι, και να φάει καμιά στραβή από το κουλτουριάρικο χέρι του Παπαμιχαήλ, δεν χάλασε κι ο κόσμος. Η παρανόηση σε όλο της το μεγαλείο.



Αν θέλεις να πάμε τη συζήτηση και ένα βήμα παραπέρα, εμένα με ενοχλεί που ακόμα υπάρχει κόσμος που θεωρεί ότι η τηλεόραση είναι ικανή να προωθήσει πράγματα και να δημιουργήσει πρότυπα. Ότι δηλαδή μία γυναίκα θα δει την Άντζελα να θέλει να φάει τη μπάτσα της (μέσα στα πλαίσια της διαφήμισης), και ότι αυτό θα γίνει αντικείμενο μιμητισμού ή λόγος θυματοποίησης από άλλες γυναίκες. Ήμαρτον. Ότι θα δω εγώ αύριο στην τηλεόραση κάτι και δεν θα μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι καλό ή κακό και θα σπεύσω να το αναπαραστήσω. Πόσο υποτιμητικό για τη νοημοσύνη μας είναι όλο αυτό; Σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε δική μας κρίση, ότι η διαφήμιση του Τζάμπο θα μας διαπαιδαγωγήσει και πρέπει να πατήσουμε πόδι, γιατί υπάρχουν αρνιά που θα επηρεαστούν. Γκουντ Γκοντ!

Όταν μας βγάζετε ξινές κάτι τέτοιες φάσεις σαν κι αυτή της εν λόγω διαφήμισης, μόνο την αντιπάθειά μας κερδίζετε. Ούτε τη συμπόνια μας, ούτε την κατανόησή μας. 

Τρίτη, Απριλίου 05, 2016

Ένα Άλφα που Έγινε Βήτα

Χθες εξέπεμψε για πρώτη φορά ένα σχετικά νέο κανάλι στην Κύπρο, ο Άλφα. Ο γνωστός. Αυτός της Ελλάδος που τώρα γέννησε για χάρη μας τον Άλφα Κύπρου.

Το τελευταίο διάστημα γέμισε όλη η χώρα από αφίσες γνωστών και πολύ αγαπητών τηλεπαρουσιαστών, βλέπε Μενεγάκη, Χατζηβασιλείου και Φερεντίνο, οι οποίοι μας κοίταζαν με νόημα και μας έλεγαν πως τον Απρίλη θα έρχονταν σπίτι μας. Κι εμείς αγαλλιάσαμε, καθότι τον τελευταίο καιρό τείναμε να πιστέψουμε ότι μόνο η Αριστοτέλους υφίσταται στις οθόνες μας.

Έκατσα χθες με έναν παιδικό ενθουσιασμό να δω το «νέο» του πρόγραμμα, σαν κι αυτόν τον ενθουσιασμό που με διακατείχε και το 1993 όταν πρωτο-εξέπεμψε ο ΑΝΤ1 και είχε την Κορομηλά και τον Παπαδάκη να μας υποδέχονται στη νέα πραγματικότητα. Και αντί να χαρώ και να αναθαρρέψω, ξενέρωσα. Διότι δεν είχα λογαριάσει έναν σημαντικό παράγοντα. Ότι όλοι αυτοί ναι μεν θα έρθουν σπίτι μας, αλλά θα φέρουν και τους Κυπραίους μαζί τους. Τον ιό που απειλεί και μολύνει τα πάντα.

Πού ήσουν να δεις τη Μενεγάκη να συζητά με Κυπραίους τηλεθεατές. Στιγμές απείρου κάλλους. Και καλά η Μενεγάκη, αυτή είναι η δουλειά της. Δεν θα συνομιλούσε με κόσμο από το CERN, με τη Μαρούλα και την Τούλα θα συνομιλούσε. Αλλά μου χαλά τη φαντασίωση. Εκεί που πείστηκα ότι τηλεμεταφέρθηκα στην Αθήνα και γλίτωσα από όλο αυτό το περιβάλλον, βρέθηκα να βλέπω τον Φερεντίνο να παίζει τηλεπαιχνίδι με άθλιους Κύπριους παίχτες, οι οποίοι μας εξέθεταν ομαδικώς.

Δεν με νοιάζει να παίζει μία ομάδα από τα Τρίκαλα ή την Καρδίτσα και να αποδεικνύουν ότι δεν δικαιούνται να ψηφίζουν. Αλλά να παίζουν Κύπριοι, και δη Κύπριες και να μην ξέρουν ποια είναι η Τζοκόντα και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ή να τις ρωτούν να πουν ένα κτήριο που έχει πάνω την ελληνική σημαία και να απαντούν «Ο Παρθενώνας» και το «Σύνταγμα», εμένα προσωπικά με προσβάλλει. «Τσαχπίνες.Cy» βέρσους “Typical Κυπραίοι» (ευφάνταστα ονόματα αν μη τι άλλο). Πρώτη φορά στη ζωή μου παρακολούθησα τηλεπαιχνίδι στο οποίο οι ομάδες είχανε συγκεντρώσει πιο πολλά μηδενικά από ποτέ. Να λέει ο Φερεντίνος «ρωτήσαμε 100 ανθρώπους σε ποιο σημείο τους αρέσει να τους φιλούν» και να απαντά η ηλίθια «στη θάλασσα». Σημείο σώματος εννοεί βλάκα, όχι σημείο στον πλανήτη Γη! Να τις ρωτά να του πουν μία σύνθετη λέξη που να αρχίζει με την πρόθεση «επί» και να μην απαντούν καν. Να κοιτάζουν αποσβολωμένες λες και τους ζήτησε να του λύσουν ορίζουσες και ολοκληρώματα στο όρθιο. Αφού ούτε τη γλώσσα δεν μιλάτε, τι τα θέλετε τα τηλεπαιχνίδια ρε δείγματα; Μόνο για κερκίδα γηπέδου είστε.  

Πότε θα γίνω βασιλιάς να τους σφάξω όλους να ησυχάσουμε; Πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγετε από το στάτους του πίθηκου σ’ αυτή τη χώρα; Πόσο!

Αν δω και το «Πακέτο» με την υπέροχη, μιλφάρα – φαντασίωση Χατζηβασιλείου μου και δω ότι έχει θέμα με Κυπραίους, εμένα ξεχάστε με από τηλεθεατή. Έβαλα XBMC και κατεβάζω σειρές εδώ και ενάμιση χρόνο και βρήκα την υγεία μου, δεν θα το αποχωριστώ ποτέ ξανά, ούτε καν για μια εξαίρεση. Τώρα που το σκέφτομαι, αν το «Πακέτο» έχει όντως θέμα με τους συμπατριώτες μου, καλό θα ήταν να το παίξουν ανάποδα. Τύπου σας πληρώνω να τους πακετάρετε. Για κάπου μακριά.

Ύστερα είδα και λίγο τις ειδήσεις. Παναγία μου! Είδα δυο παρουσιαστές που έμοιαζαν με λυκειόπαιδα που διανύουν την εβδομάδα εργασίας τους να εκφωνούν ειδήσεις. Ναι, το στούντιο μοιάζει με εργαστήριο της ΝΑΣΑ, υπερσύγχρονο και τα λοιπά, αλλά οι παρουσιαστές ήταν σαν δυο παιδάκια που έπαιζαν μπάλα στο δίπλα χωράφι, που ξαφνικά τους φόρεσαν κοστούμι και τους είπαν «θέλετε να πείτε τα νέα, να κάμετε χάζι;» Κανένα κύρος, καμία επιβλητικότητα, μην μιλήσω για εκφορά λόγου και τοποθέτηση φωνής και γελάσουν και τα πόμολα της πόρτας. Και όταν έχεις απέναντι τον ψαρωτικό Φουρλά και τον επιβλητικό Ευθυμίου, αυτοί απλώς «δεν κάνουν γι αυτή τη δουλειά», που λέει και ο Θεοφάνους στα X-Factor.

Έτσι που λες, ναι χαρήκαμε που ήρθατε στο σπίτι μας, αλλά το κουλέρ λοκάλ θα μπορούσε να λείπει. Το θέμα ήταν να με πάτε εμένα στην Αθήνα να ξεχαστώ. Όχι να μου φέρετε την Αθήνα σε έκδοση Κύπρου.


Κατά τα άλλα, μέσα σε όλη αυτή την απελπισία χθες κάθισα και είδα την ταινία της Βουγιουκλάκη στο Σίγμα, με την γυναίκα μου αγκαλιά, και θυμήθηκα γιατί η παλιά τηλεόραση, ο παλιός κινηματογράφος, και γενικά ό, τι παλιό και κλασικό υπάρχει, θα συνεχίσει να είναι το φάρμακό μου σε όλο αυτό το κακό που με περιβάλλει σήμερα.  

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2016

Ο Μαρίνος Από Την Ορόκληνη


Με ρώτησε μια φίλη γιατί δεν έγραψα τίποτα για την αεροπειρατεία.

Δεν έγραψα γιατί βαριέμαι μέχρι θανάτου να αντιμετωπίσω τις παρθενόπες που θα θεωρήσουν τη διακωμώδηση του γεγονότος ως bullying. Έχετε δει πόσα εξοργισμένα άρθρα ακολούθησαν του επεισοδίου κακίζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η «άκαρδη κοινωνία» τη Μαρίνα από την Ορόκληνη;

Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Συμφωνώ ότι κακώς δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία της συγκεκριμένης κυρίας. Και πολύ κακώς και πολύ χυδαίως χρησιμοποιήθηκε η φωτογραφία της από γνωστό χωρκατο-σάιτ που αναρωτιόταν αν «αυτή η γυναίκα άξιζε την αεροπειρατεία». Αυτά τα θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ.

Αλλά ο χαβαλές στο τουίτερ και στο φέισμπουκ, από πού κι ως πού να ερμηνευθούν ως bullying; Η επικαιρότητα ανέκαθεν ήταν η πηγή της σάτιρας και του κοινωνικού σχολιασμού. Καλώς ή κακώς ακούστηκε ένα όνομα, που για να λέμε και την αλήθεια, για την πλειοψηφία του κόσμου δεν σημαίνει απολύτως τίποτα (θα μπορούσε να ήταν η Μαρικκού που τα Λεύκαρα, ένα αόριστο όνομα από ένα ακόμα πιο αόριστο χωριό, το ίδιο μας κάνει) και εκ πρώτης όψεως φάνηκε ότι εξ αιτίας αυτού έγινε μια αεροπειρατεία. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε κάτι τέτοιο να περάσει απαρατήρητο; Θα μπορούσε να περάσει στα ψιλά, και ασχολίαστο; Θα μπορούσε να μην αποτελέσει έμπνευση για σάτιρα; Πόσο αποστειρωμένοι είστε;

Επίσης, για πόσο ακόμα νομίζετε ότι θα ασχολούμαστε με το συγκεκριμένο θέμα; Το ξεχάσαμε ήδη. Ο εκφοβισμός είναι κάτι που έχει διάρκεια και καταντά εμμονή. Bullying είναι αυτό που κάνει ο Λαζόπουλος στη Ντενίση. Είναι αυτό που έκανε κάποτε ο Πανούσης στον Νταλάρα και τώρα στον Ρέμο. Το να σου κάνουν καζούρα για 24 ώρες επειδή συνδέθηκε το όνομά σου με μια αεροπειρατεία δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του bullying. Έτσι λειτουργεί η επικαιρότητα. Καλώς ή κακώς εμπλέκεσαι σε ένα θέμα που τάραξε όλους μας από τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητας, αναπόφευκτα θα σου βγάλουν ανέκδοτα. Έτσι λειτουργούν τα ΜΜΕ και το ίντερνετ. Καλωσήρθατε στο σήμερα.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι το εξής. Αν η Μαρίνα ήταν Μαρίνος, το όνομα του οποίου συνδεόταν με την αεροπειρατεία που διέπραξε μία τρελή Αιγύπτια με την οποία απέκτησε κάποτε 3 παιδιά και η οποία τον χώρισε πριν 20 χρόνια, θα τολμούσε κανένας να θεωρήσει την όλη αντίδραση του κόσμου ως bullying; Φυσικά και όχι. Δεν λέω, το συμβάν σίγουρα θα προξενούσε μία έκπληξη και μία αναστάτωση στον ίδιο, αλλά θα τολμούσε οποιοσδήποτε δημοσιογράφος να ζητήσει από την κυπριακή κοινωνία να σταματήσει το «bullying» απέναντι στον καημένο και βασανισμένο Μαρίνο και να απαιτήσει να του ζητήσει συγγνώμη; Θα ζητούσε ο οποιοσδήποτε κολουμνίστας να διασωθεί η χαμένη αξιοπρέπεια του Μαρίνου; Χμ, δεν νομίζω. Και αυτό γιατί οι χωρκάτες οι Κυπραίοι θεωρούν αυτόματα τη χωρισμένη γυναίκα βασανισμένη, κατατρεγμένη και άξια οίκτου, ενώ τον χωρισμένο άντρα ως «καλό-μαλάκα-να-δούμε-τι-της-έκανε».

Έχω βαρεθεί να ζω σε μία κοινωνία που θεωρεί εκ των προτέρων πως όλες οι κοινωνικές μειονότητες χρήζουν αυτόματα και εξ ορισμού, προστασίας. Πρώτα απ’ όλα δεν πιστεύω στην ύπαρξη των κοινωνικών μειονοτήτων. Ο καθένας είναι ανεξάρτητη, μοναδική προσωπικότητα και ό, τι σπείρει, θερίζει. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα που δεν είναι της παρούσης.

Έχω βαρεθεί φρικτά με όλες αυτές τις μητέρες Τερέζες που επειδή είναι πρώτα απ’ όλα οι ίδιες μίζερες θεωρούν πως πρέπει να μας κάνουν μαθήματα καλής συμπεριφοράς για το πώς θα πρέπει να συμπεριφερθούμε «εμείς οι κακοί» που τολμήσαμε να πούμε μία μαλακία παραπάνω για την αεροπειρατεία. Λες και από την ώρα που ξυπνάμε ως την ώρα που κοιμόμαστε πρέπει να στεναχωριόμαστε και να συμπονούμε το κρίμα τους.

Δεν υπάρχουν άνθρωποι που είναι κρίμα επειδή έτυχε να είναι ό, τι είναι. Υπάρχουν ανάπηροι ας πούμε, που θίγονται όταν τους αντιμετωπίζεις ως «ανάπηρους» γιατί είχαν ακριβώς το ψυχικό σθένος να παλέψουν και να προσαρμόσουν την αναπηρία τους στις απαιτήσεις του σήμερα και να πορεύονται σαν να μη συνέβη τίποτε. Με αυτό ως δεδομένο δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να θεωρηθεί bullying λίγη πλάκα για μια αεροπειρατεία λες και είναι κάνα φαινόμενο, κάποια μάστιγα που συμβαίνει κάθε μέρα, ξέρω γω, και πρέπει να καταπολεμηθεί στη ρίζα του.

Και μην ακούσω τώρα επιχειρήματα του τύπου "δεν ξέρεις τι τράβηξε η συγκεκριμένη κυρία γι αυτό μιλάς" γιατί ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Δεν με ενδιαφέρει τι τράβηξε εφόσον είναι προσωπικό της δεδομένο και ούτε εσείς που την υποστηρίζετε δεν θα έπρεπε να το προτάσσετε ως επιχείρημα υπέρ της, εφόσον ιεραρχείτε τη διακριτικότητα πάνω απ' όλα. Εγώ ξέρω ότι ακούστηκε πως έγινε μια αεροπειρατεία για μια γυναίκα, αυτό από μόνο του είναι αστείο, και δικαιούμαι να κάνω χιούμορ. Από εκεί και πέρα, το να το προσαρμόζετε στις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης γυναίκας ακυρώνει τον σκοπό για τον οποίο την υποστηρίζετε.
Τι κάθομαι και σκάω, λες και θα καταλάβει καμία τίποτα...