Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2019

Οι Καλύτεροι Της Δεκαετίας

Στα πλαίσια της ενότητας “τα τελευταία δέκα χρόνια” πρέπει κάπου εδώ να σου μιλήσω και για τα “πρόσωπα της δεκαετίας”, όπως ακριβώς έπραξα και όταν έκλεινε η προηγούμενη, το μακρινό πια 2009. Οι παλιοί και τακτικοί αναγνώστες θα θυμάστε ότι τότε είχα κάνει ολόκληρο βίντεο για να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα άτομα που σημάδεψαν τη δεκαετία μου 2000-09 (η παρουσίαση, μάλιστα έγινε υπό τύπον Chart Show, που μεταδιδόταν τότε στην τηλεόραση του Alpha και του οποίου προγράμματος ήμουν φανατικός τηλεθεατής), αν το ψάξετε στα αρχεία μου θα το βρείτε. 

Τώρα, λοιπόν, καλούμαι να σας παρουσιάσω τα καινούρια δέκα πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία, αλλά φοβάμαι ότι θα σας απογοητεύσω. Πρώτον γιατί την τελευταία δεκαετία δεν περιτριγυρίζομαι από χιλιάδες φοιτητές, όπως την προηγούμενη. Δεν κάνω 500 γνωριμίες κάθε χρόνο όπως όταν ζούσα στην Αγγλία και κάθε χρονιά ήταν μια καινούρια έκπληξη με τις προσωπικοτάρες που έβρισκα στον διάβα μου. Περασμένα μεγαλεία! Εγώ τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι πια δημόσιος υπάλληλος. Κάνω αμάν να εντυπωσιαστώ από οτιδήποτε ευχάριστο και ευφάνταστο. Πόσες ευχάριστες εκπλήξεις μπορεί να κρύβει μία δημόσια υπηρεσία άλλωστε, της οποίας μάλιστα, οι υπάλληλοι δεν ανανεώνονται ποτέ, αλλά οδεύουν ακάθεκτοι και ομαδικώς προς στον ίδιο τάφο; Ρητορικόν το ερώτημα.

Επομένως καλά το προβλέψατε. Αυτή τη δεκαετία δεν μπορώ να βρω δέκα ολόκληρα άτομα να σας παρουσιάσω ότι και καλά “με σημάδεψαν”. Θα σου πω τα προφανή, που είναι εύκολο να τα μαντέψετε και μόνοι σας, δηλαδή τον γιο μου, τη γυναίκα μου, τη θεατρική ομάδα (ως σύνολο όμως) και τη Μαρίνα. Η Μαρίνα μπαίνει επάξια στη λίστα, είναι μια καινούρια φίλη που έκανα τα τελευταία δέκα χρόνια και είναι κρίμα που δεν μπορώ να τη συγκρίνω με άλλα 7 άτομα για να φανεί η υψηλή της θέση στη λίστα των πιο σημαντικών ανθρώπων. Είναι σαν μία μεγαλύτερη αδελφή που δεν έχω, ένα υπέροχο πλάσμα με το οποίο η μαυρίλα και ο κυνισμός μου ήρθαν κι έδεσαν, ε, αυτά. Δεν θέλει να τη λιβανίζω δημοσίως, εκείνη ξέρει κι αυτό αρκεί.

Το ερώτημα δεν θα έπρεπε να ήταν “ποια είναι τα πρόσωπα της δεκαετίας”. Το ενδιαφέρον ερώτημα θα έπρεπε να είναι τι απέγιναν τα προηγούμενα δέκα πρόσωπα και γιατί εξαφανίστηκαν και τα κατάπιε το μαύρο χώμα; 

Δεν αναφέρομαι σε όσους φίλους ζουν εκτός Κύπρου. Με τη πλειοψηφία εξ αυτών έχω επαφές, έστω και διαδικτυακές, και όσες φορές οι συνθήκες το ευνοούσαν καταφέραμε και βρεθήκαμε. Ήρθαν στον γάμο μου, πήγα εγώ στους δικούς τους. Κατ’ ακρίβειαν αν εξαιρέσω δυο μαλακισμένες με τις οποίες τσακώθηκα και με τις οποίες δεν θέλω πλέον επαφές, οι υπόλοιποι οκτώ βρίσκονται ακόμα στα πέριξ. Κι  εδώ έγκειται το δράμα μου, εδώ υπάρχει το ζουμί. Αφού βρίσκονται στα πέριξ γιατί σπανίως βρισκόμαστε, γιατί σπανίως τα λέμε, γιατί μια φορά τον χρόνο στην καλύτερη περίπτωση, κανονίζουμε καφέ και τα συναφή; 

Εγώ αυτό το πράμα δεν το καταλαβαίνω. Πώς γίνεται άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύεσαι, τα βρίσκεις, τους πας και σε παν, να φτάνεις μια καλήν ημέρα μαζί τους στο τέλμα. Δεν πιστεύω ότι δεν αγαπιόμαστε πια. Αγαπιόμαστε. Απλώς αναλωθήκαμε. Ξεζουμιστήκαμε. Τελειώσαμε το μπουκάλι. Και αυτό είναι ως ένα βαθμό φυσιολογικό, αλλά ταυτόχρονα, βέρι σαντ! Γιατί εγώ πιστεύω ότι όταν το μπουκάλι αδειάζει, αν περνάς καλά με την παρέα, παραγγέλνεις κι άλλο ή τέλος πάντων πας μόνος σου στη βρύση και το ξαναγεμίζεις. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι απλά αποδεχτήκαμε ότι οι ζωές μας γι’ αλλού τραβήξανε και γίναμε απλά ωραίες αναμνήσεις. Ειδικά σε μια χώρα σαν τη Κύπρο στην οποία και να κλάσεις πέφτεις πάνω σε γνωστό σου. 

Έχω μερίδιο ευθύνης, δεν λέω. Αλλά δεν είδα και καμία άλλη να παίρνει πρωτοβουλία. Όλοι φταίμε. Τώρα θα μου πεις εδώ άλλες κι άλλες σχέσεις πρώτου βαθμού ξεθωριάζουν και σβήνουν. Σωστά! Θα διαιωνιστούν σχέσεις που άνθισαν λόγω των περιστάσεων; Απ’ την άλλη, γιατί όχι; Οι σχέσεις είναι σαν τα φυτά. Ώσπου τις ποτίζεις ανθίζουν. Φτάνει το πότισμα να είναι συστηματικό. Και ποιος δεν θα ήθελε ένα ωραίο κήπο με ωραία, υγειή φυτά, να λέει τον πόνο του και να τον συμπονούν; Καταντήσαμε να τον λέμε μόνο του ψυχολόγου και μάλιστα με το αζημείωτο. 

Με αγχώνει και με λυπεί το γεγονός ότι και οι καινούριες  προσωπικοτάρες θα περάσουν μια μέρα στη λήθη του βολέματος και της καθημερινότητας. Με στεναχωρεί και με αποθαρρύνει να επενδύω σε ανθρώπους όταν τελικά όλοι καταλήγουμε να επικοινωνούμε μόνο όταν πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία σε κάποιο χώρο στάθμευσης. 


Τι τα θέλεις, μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε, δεν παίρνουμε μαζί μας κανέναν για παρέα. 

Έτσι λοιπόν. Δεν υπάρχουν δέκα πρόσωπα για τα οποία να μπορώ να σου μιλήσω αυτή τη δεκαετία. Για αυτά τα τέσσερα που ανέφερα έχω αναφερθεί πολλάκις. Θα ήταν πλεονασμός και πρήξιμο να στα ξαναπώ. Ας πιούμε στα επόμενα δέκα, τότε! 


Αμήν. 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2019

Η Κοντή Με Το Γιαούρτι

Συνέβη προ ολίγου.

Στεκόμουν στην ουρά για το ταμείο, μέσα στον φούρνο όπου πετάγομαι κάθε Τετάρτη για μεσημεριανό, και περίμενα να πληρώσω. Μπροστά μου ήταν μία κυρία περί τα πενήντα έτη η οποία ξεκάπνιζε από το κακό της επειδή δεν έφτανε το ράφι με τα γιαούρτια στο ψυγείο, και έψαχνε έναν υπάλληλο να της κατεβάσει ένα. Ναι, επρόκειτο για κοντή. Μην ρωτάς πόσο κοντή. Πολύ κοντή. Πιο κοντή κι απ’ την «κοντή» της Θεοπούλας. «Τάπα». «Στούμπα» που λένε και στις ελληνικές σειρές. Και μιας και τις ανέφερα, αν θέλετε να το κάνετε εικόνα, φανταστείτε την εκνευριστική «κυρία Θάλεια» από το «Ρετιρέ» σε κυπριακή έκδοση. Ακολουθεί το λογύδριο παύλα παραλήρημα που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου εις άπταιστον κυπριακή, προς καλύτερη απόδοση της πραγματικότητας.

«Εξαναείπα σας τα γιαούρκια να μεν τα βάλλετε στο ψηλόν το ράφι για να τα φτάννουμεν. Αναγκαζούμαστεν να πατήσουμεν πάνω στα ράφκια του ψυγείου τζαι να σκαρφαλλώνουμεν για να φτάσουμε τα γιαούρκια. Τζαι αν ο καθένας που θέλει γιαούρτι αρκέψει να πατά μες το ψυγείο τι θα σας πει το υγειονομείον αν πει τζαι έρτει να σας ελέγξει; Βάλτε ένα σκαμνίν σιόρ, να πατούμεν πάνω να τα φτάνουμε, ή αλλάξετε τους ράφιν!»

Απαντά η ταμίας:

«Το μετέφερα και την προηγούμενη φορά στη διεύθυνση για να βάλουμε ένα σκαμνάκι αλλά δεν είχα περαιτέρω οδηγίες. Αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να γεμίζουμε όλα τα ράφια, αναπόφευκτα κάποια προϊόντα θα τοποθετηθούν εκεί ψηλά!»

«Ναι, αλλά εμείς που εν τα φτάνουμε ίντα μπου εν να κάμουμεν; Να γυρεύκουμεν μες το φούρνον υπάλληλον να μας εξυπηρετήσει; Βιαζούμαστεν, εν τζαι μπορούμε να χάνουμεν την ώρα μας για έναν γιαούρτιν».

«Το ξέρω, αλλά εγώ αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο!»

«Αρέσκει σας να πατούμεν μες το ψυγείον; Αρέσκει σας;»

«Πείτε μου ποιο γιαούρτι θέλετε να πάω να σας το φέρω» ανταπαντά ήρεμα και καρτερικά η ταμίας.

«Οϊ να μεν πάεις να μου το φέρεις! Οϊ να κάτσεις δαμέ που κάθεσαι. Μείνε δαμέ να δεις τωρά τι εν να γίνει!»

Η «κυρία Θάλεια» αποθέτει τα ταπεράκια της ψησταριάς στον πάγκο του ταμείου, ανοίγει ταχύ βήμα και κατευθύνεται απειλητικά στο ψυγείο με τα γιαουρτάκια. Οι υπόλοιποι στην ουρά κοιτάζουμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Όπου «υπόλοιποι», βλέπε εμένα που με τα σχεδόν δύο μέτρα ύψος όλα αυτά μου φαίνονται τραγελαφικά, και ένα ζευγάρι ασιάτες, Κινέζοι, πίσω μου, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει και ομιλούν παραξενεμένοι μεταξύ τους στη γλώσσα τους. Ο σουρεαλισμός μετέβη σε άλλο επίπεδο όπως καταλαβαίνετε.

Η «κυρία Θάλεια» ανοίγει την πόρτα του ψυγείου, απλώνει το κουλό της και βλέποντας ότι δεν φτάνει το τέταρτο ράφι με τα γιαούρτια χώνει μέσα την ποδούκλα της, σκαρφαλώνει στο πρώτο ράφι με τα γάλατα, αρπάζεται από το δεύτερο ράφι με τα τυριά, και με μία αστραπιαία κίνηση, χρρρραπ, αρπάζει ένα κουβά γιαούρτι από το τέταρτο ράφι. Ήταν Χαραλαμπίδης-Κρίστυς, η μωβ συσκευασία. Επιστρέφει κορδωτή-κορδωτή στο ταμείο, μπαίνει μπροστά μου, μας ρίχνει και ένα «άρεσεν σας;», πλήρωσε κι έφυγε. Κανένας δεν της απάντησε.

Και ήρθε η στιγμή, αγαπητέ αναγνώστη, κατά την οποία η πραγματικότητα συναντά τη φαντασία. Δεν το συγχώρεσα του εαυτού μου που δεν έβγαλα το κινητό πάνω να βιντεογραφήσω το συμβάν, να το ανεβάσω στα σόσιαλ να γίνει βάιραλ υπό τον τίτλο «η κοντή με το γιαούρτι», και επιπλέον δεν μου το συγχωρώ που δεν επενέβη σε όλο αυτό το σκηνικό να τελειοποιήσω επ ιδίω κινδύνω το επεισόδιο του Γιάννη Δαλιανίδη. Εδώ μπαίνει ήχος από άρπα και θολώνει η οθόνη:

«Δεν μου λες κυρά μου, γιαούρτι θες; Γιαούρτι να θες!»

«Μα, τι κάνετε εκεί κύριε μου, πού με πάτε;»

Τη αρπάζω από το μπράτσο και την τραβολογώ στα ψυγεία. «Έλα, έλα και θα δεις. Να φας γιαούρτι να χορτάσεις!»

«Μα, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά, θα φωνάξω το εκατό!»

Ανοίγω το ψυγείο με τα γιαούρτια και τα αδειάζω ένα-ένα στο κεφάλι της. «Γιαούρτι δεν ήθελες; Γιαούρτι θα λάβεις! Πάρε και το ολόπαχο, πάρε και λάιτ!»

«Βοήθεια, βοήθεια!»

Αδειάζω όλα τα κουτάκια στο κεφάλι της, όλους τους κουβάδες, τα γιαούρτια ΦΑΓΕ με το μέλι στο πλάι, τα γιαούρτια τα φρουτώδη, τα παγωτά γιαούρτια! Με τη χούφτα μου φτυαρίζω το γιαούρτι απ’τα κουτάκια και της μπήγω στο στόμα ολόκληρες γιαουρτομπάλες που τη πνίγουν.

«Κάνε ααα μωρή κοντή!»

«Μμμμ, μμμμ, βοήθεια, βοήθεια!»

«Όλο μέσα! Ε, ρε γιαούρτι που θα πέσει!»

«Μμμμμ, μμμμμ, μμμμ!» τσιρίζει αβοήθητη.

Την πασαλείβω ολόκληρη. Μούτρα, μαλλιά, αφτιά, ρουθούνια όλα γεμάτα φρέσκο γιαούρτι!

Με το πόδι μου τραβώ κι ένα σκαμνάκι που βρέθηκε εκεί τυχαία. «Βγες εκεί πάνω, τώρα!»

Η κυρία Θάλεια ανεβαίνει στο σκαμνί ξευτυλισμένη και άκρως γιαουρτωμένη. Βγάζω πάνω το κινητό, βγάζω σέλφι!


«Αϊσιχτίρ, δέκα λεπτά στην ουρά με το σκατογιαούρτι σου!»

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2019

Σκοτίστηκα!

Η υπέροχη γιαγιούλα μου, αυτή με τις κασέττες, για ένα πράγμα έμεινε στην ιστορία. Για το «σκοτίστηκα!»

Τη θυμάμαι από μικρός να το λέει. Όποτε συνέβαινε κάτι αρνητικό, άσχημο ή κακό απαντούσε «σκοτίστηκα». Ζούσε στην κοσμάρα της, και αρνούνταν να χαλαστεί για το παραμικρό. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να περνά ωραία. Καθόταν και έπλεκε στον ηλιακό, έμπαινε ο ένας, έβγαινε η άλλη, τις μετέφεραν διάφορες ειδήσεις, συνήθως άνοστες και η απάντηση ήταν πάντα αυτή. Σκοτίστηκα!

Εγώ που υιοθέτησα τα πάντα απ’ αυτήν και διανύω βίο εμπνευσμένο από εκείνην, γιατί ακόμα να υιοθετήσω το «σκοτίστηκα;» Αφού βλέπω πως δεν υπάρχει άλλη λύση. Χάνω τον ύπνο μου, στρεσάρομαι και καταθλίβομαι για πράγματα τα οποία δεν μπορώ να ελέγξω, ούτε να αλλάξω.

Καίγεται ο Αμαζόνιος; Χάνω τον ύπνο μου.

Εισβάλλει η Τουρκία στη Συρία; Χάνω τον ύπνο μου.

Σκοτώνονται παιδάκια; Χάνω τον ύπνο μου.

Εισβάλλει η Τουρκία στην ΑΟΖ; Χάνω τον ύπνο μου.

Αντικατάσταση του «χάνω τον ύπνο μου» με το «σκοτίστηκα», πάραυτα!

Ως πότε θα χάνω τον ύπνο μου για πράγματα τα οποία δεν μπορώ να αλλάξω; Και που δεν εφησυχάζω και κάθομαι και χολοσκώ τι κατάλαβα; Μου δώσατε βραβείο;

Σκοτίστηκα!

Χακούνα Ματάτα!

Χέστηκα!

Για να το πω με όσους περισσότερους τρόπους μπορώ. Θα κλείσω και το Τουίτερ, θα κλείσω και το Φέησμπουκ και θα μπαίνω μόνο στο Ίνσταγκραμ όπου όλα εκεί είναι τέλεια, όλοι είναι χαρούμενοι, όμορφοι, ευτυχισμένοι, καλοντυμένοι και θα δεν θα ξανασκοτιστώ στον αιώνα τον άπαντα, αμήν.


Καλημέρα σας!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 09, 2019

Τα Χτιτζιά Της Λάρνακας

Τι κάνετε αγαπημένοι συγκύπριοι;

Είσαστε καλά; Όλα οκ; Ηρεμήσατε από το περιστατικό με «τα χτιτζιά της Λάρνακας;»
Μα τι ωραίο βίντεο που ήταν αυτό, ε; Δεν χόρταινες να το βλέπεις. Και πόσο ηδονικό να παρακολουθείς όλες τις εξελίξεις μετά. Για τη μαλάκω που έχασε τη δουλειά της, για την αποσβολωμένη «ξανθιά» που κοίταζε χωρίς να ανακατεύεται, για την ταπεινή και τίμια Ρωσίδα που έπεσε θύμα ρατσισμού, για το καημένο το μωρό που παρακολουθούσε και βιαζόταν η αθώα ψυχούλα του, για το «άτομο κλειδί» που ήταν αυτόπτης μάρτυρας.

Μα, πόσο χωρκάτικη χώρα Θεέ μου!

Πόσο μπουρτζόβλαχοι!

Η ζωή σ’ αυτό το νησί από κάτι τέτοια παίρνει νόημα. Από τρεις βλαχάρες που σφάζονται μέσα σε ένα πάρκινγκ. Αυτά μας συναρπάζουν. Αυτά ξυπνούν τη χώρα. Εκεί βρίσκουμε τις παθογένειες της κοινωνίας. Χωρίς κάτι τέτοια, βαριόμαστε. Και δικαίως βαριόμαστε. Η Κύπρος πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να βαριέσαι και να καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που εδώ γεννήθηκες. Τα έχω ξαναγράψει εκατόν φορές.  

Εγώ βρίσκω εξαιρετικά υπέροχο το ότι η Τουρκία έχει εισβάλει στην ΑΟΖ μας, κλέβει τον φυσικό μας πλούτο και όχι μόνο μύτη δεν άνοιξε... Ούτε καν μια υποτυπώδης διαμαρτυρία από τον καναπέ μας δεν έγινε. Γιατί, το να βγούμε στους δρόμους δεν είναι καν επιλογή. Βαριόμαστε. Είναι τόσο μεγάλη η παρακμή μας, είναι τόσο μεγάλη η βλακεία μας που μόνο για ένα καβγά σε ένα πάρκινγκ μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη και άποψη. Για τα εθνικά θέματα, για την επιβίωσή μας, ποιος νοιάζεται. Όχι μόνο δεν υπάρχει επαρκής μόρφωση για να διατυπωθεί γνώμη επ’ αυτών. Δεν υπάρχει καν επαρκής νοημοσύνη για να αντιληφθούν το μέγεθος των κινδύνων οι οποίοι ελλοχεύουν. Είναι θέμα συνολικού, ομαδικού δείκτη νοημοσύνης και προτεραιοτήτων.

Τώρα θα μου πεις, εδώ τις προάλλες χτύπησε τον Πενταδάκτυλο αδέσποτος πύραυλος και ουδείς έχασε τον ύπνον του. Ούτε που μάθαμε ποτέ πόθεν προήλθε, ούτε που μας είπαν ποιον στόχευε. Σημασία έχει ότι δεν χτύπησε κανένας, κάηκαν μόνο κάτι σκατόχορτα στον Πενταδάκτυλο που είναι ούτως ή άλλως κατεχόμενος, οπότε και πολύ ασχοληθήκαμε. Το θέμα ξεχάστηκε μέσα σε δυο μέρες.

Αλλά εδώ… Εδώ κυρία μου έχουμε άποψη και θα την πούμε. Βροντερά! Και ρατσιστικά κίνητρα θα προσάψουμε (άλλωστε έχουμε πάρει μάστερ να εντοπίζουμε ρατσιστικές συμπεριφορές στη χώρα), και σεξιστικά κίνητρα θα προσάψουμε, και θρησκευτικά κίνητρα άμα λάχει, και αναλύσεις θα κάνουμε, και γελοιογραφίες θα τυπώσουμε, και memes ονλαϊν θα δημιουργήσουμε, αμέ. Γιατί εδώ, μπορούμε!

Τι κι αν ανοίξεις το Youtube και ψάξεις για παρόμοια βίντεα από ξένες χώρες. Δεκάδες βίντεα θα εμφανιστούν στην οθόνη σου από ξύλο που έπεσε σε αλάνες, σε σχολικές αυλές, σε υπεραγορές, σε χώρους στάθμευσης, σε λεωφορεία, σε τρένα, σε βαπόρια. Στο εξωτερικό, όμως, δεν ανάγονται σε εθνικά φαινόμενα. Εκεί ζουν εκατομμύρια κόσμου, έχουν μάθει να ζουν μ’ αυτά, δεν είναι τίποτα. Μπίζνες ες γιούζουαλ. Στην Κύπρο που είναι όλη κι όλη μια γειτονιά, αυτές οι συμπεριφορές παίρνουν διαστάσεις. Είναι θέματα για τα Δελτία Ειδήσεων. Είναι θέματα για να τοποθετηθούν οι Επίτροποι, οι Αστυνομικοί, οι Εισαγγελείς. Μόνον ο Αναστασιάδης δεν τοποθετήθηκε ακόμα! Τόση πολλή, εθνική σημασία σε έναν γυναικοκαβγά. Δεν μπορούν απλώς να πουν «τρεις χωρκάτισσες έδειξαν τον νουν τους, τις έπιασε υστερία και ξεσάλωσαν, ας τους φέξουμε δυο μπάτσες να συνέλθουν» και να ασχοληθούμε με πραγματικά, σοβαρά ζητήματα.



Το επικό και ιστορικό βίντεο σε λεωφορείο της Θεσσαλονίκης με τίτλο "τη μάνα σου να γαμήσεις". Πάλι μία Ελληνίδα καταφέρεται εναντίον μιας Ρωσίδας. Δεν το αναλύσαμε σε πανεπιστημιακό επίπεδο, ούτε στα Δελτία Ειδήσεων το προβάλαμε, ούτε πρωτοσέλιδο στον Τύπο έγινε. Το ανέβασε ένας αστείος τύπος στο ίντερνετ, γελάσαμε, είπαμε "Θεέ μου που ζούμε" και το ξεχάσαμε. 



Πάρτε ένα ακόμα ξεκατίνιασμα από το Μετρό της Αθήνας. Και γενικότερα αν δεν χορταίνετε καβγάδες κάντε ένα search στο Youtube με τη λέξη "καβγάς" να έχετε να παίρνετε ανάλογα περιστατικά από όλα τα μήκη και πλάτη. Μόνο στην Κύπρο ανακαλύψαμε ξαφνικά την τασιηνόπιττα. 

Πέραν του ότι δόθηκε τρομερή σημασία σε μία μαλακία, εκείνο που με εντυπωσιάζει έτι περισσότερον είναι πως όλοι εντυπωσιάστηκαν από τη συμπεριφορά της «κυρίας». Δεν έτυχε να υπηρετήσουν στον στρατό να δουν ότι το 90% του πληθυσμού έτσι ομιλεί και έτσι σκέφτεται. Με ένα "εν πουτούτο που θέλεις" κοιμούνται και ξυπνούν. Δεν έτυχε να μπουν σε αεροπλάνο με άλλους Κυπρίους ταξιδιώτες οι οποίοι στα πέντε λεπτά κοινωνικής συναναστροφής θα εκφραστούν παρομοίως. Ο κόσμος ξαφνικά έπεσε απ’ τα σύννεφα!

Μα γιατί νομίζετε σιχαίνομαι την Κύπρο; Από βίτσιο; Τη σιχαίνομαι γιατί τη γνώρισα, αγάπες. Και όχι μόνο τη γνώρισα, την έφαγα με το κουτάλι σε εποχές που ήμουν ακόμα άμαθος, σοκαριζόμουν ακόμα και όταν άκουγα τον διπλανό μου να ξεστομίζει ένα εφηβικό «ρε, μαλάκα». Και όταν αναρωτιόμουν πόθεν ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί, η απάντηση ήταν «έτσι είναι ο κόσμος προσαρμόσου». Δεν προσαρμόστηκα, και καλά έκανα. Αλλά πλέον διασκεδάζω με τα χάλια σας και έκτισα και τείχη γύρω μου να μην σας πολυβλέπω. Και τους μεν και του δε. Και τους απενεχοποιημένους, δηλαδή τους βαρβάτους χώρκατους, αλλά και τους δήθεν σωτήρες, που είναι εξίσου εκνευριστικοί με την επιφανειακή τους προσέγγιση.

Γενικώς, είστε αμφότεροι μια απόλαυση και ευτυχώς που συμβαίνουν τέτοια περιστατικά για να επιβεβαιώνουν όλα όσα πιστεύω για αυτή τη χώρα. 


Βρήκα κι αυτό! Από σούπερ μάρκετ στο Μαρούσι. Μια κυρία τσακώνεται με έναν ηλικιωμένο που μπαίνει μπροστά της στην ουρά για το ταμείο. Σαν να βλέπεις επεισόδιο του "Ρετιρέ".