Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Ο Χαρταετός Πεθαίνει Στον Αέρα, Ελεύθερος Και Δυνατός

Επειδή τώρα έγινα πατέρας και είμαι φοβερή πατριαρχική μορφή, έπρεπε να φορτώσω το τέκνο και να το πάω στην κυπριακή ύπαιθρο να πετάξουμε χαρταετό, προχθές, την Καθαρά Δευτέρα. Γιατί, ξέρετε, πρέπει να δημιουργήσουμε ευτυχισμένες αναμνήσεις του τέκνου. Μην τυχόν και μεγαλώσει και δεν θυμάται με συγκίνηση τον γέρο του να προσπαθεί να πετάξει χαρταετό μέσα στα κατσάβραχα του Τσερίου. Θα είναι δυσαναπλήρωτο μέσα του το κενό. Οπότε, ναι, έπεσα στην παγίδα. Επειδή στο μυαλό μας είναι όλα εύκολα και νομίζουμε ότι θα τρέχουμε σε αργή κίνηση μέσα στα ολόδροσα λιβάδια, ο χαρταετός θα πετά αγέρωχος σαν μπόινγκ 747, και η πλάση όλη θα τραγουδά let’s go fly a kite με όλο το καστ της Μαίρη Πόππινς μαζεμένο.

Κούνια που μας κούναγε.

Εμείς πήγαμε στα λιβάδια πάντως. Αποπειράθηκα να πετάξω τον χαρταετό και προς έκπληξη μου τα κατάφερα. Αλλά το τέκνο δυσανασχέτησε. Δεν ήθελε να πετά ο χαρταετός στον αέρα, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τον χάσει. Ήθελε να τον κρατά και να τον τραβά από το σχοινί του, κωλοσύρνοντάς τον στο έδαφος σαν σκύλο. «Δεν είναι έτσι που λειτουργεί ο χαρταετός, Αλέξη μου!» Καμία συνεργασία. Έτσι ήθελε, έτσι έγινε. Θα κάτσω να σκάσω; Αφού όταν τον είδε να πετάει υστερίασε, έπεσε στα χώματα και φώναζε πάλι ότι θέλει να φύγει να «πάει δουλειά», το γνωστό τροπάρι που μας λέει όποτε τσαντιστεί.

Εγώ όπως σας ξαναείπα, δεν εκπλήσσομαι ούτε πανικοβάλλομαι απ’ αυτές του τις εκρήξεις. Θυμάμαι πολύ καλά ότι το 1985 όταν εγώ ήμουν στη θέση του, έκανα παρόμοια. Ο παππούς μου, που έπιαναν τα χέρια του, μου είχε φτιάξει ένα «πετάσι» με καλάμια και σπάγκο. Όταν βρεθήκαμε μου είπε «Χρίστο, να ένα πετάσι που σου έφτιαξα!» και εγώ νευρίασα επειδή η λέξη «πετάσι» δεν έβγαζε νόημα. Εγώ ήξερα ότι η λέξη ήταν χαρταετός και όχι πετάσι. «Πετάσει» ήταν η κυπριακή μορφή προστακτικής τρίτου προσώπου του ρήματος πετώ. «Να πετάσει» (πετάξει). Ποιος να… πετάσι παππού; Ακούς εκεί «το πετάσι». Τι δουλειά κάνεις και μιλάς έτσι, πατάτες πουλάς;

Το «πετάσι» πάνω, το «πετάσι» κάτω, δεν άντεχα να το ακούω. Νομίζω το έσκισα από τα νεύρα μου. Οπότε ναι, αφού κι εγώ έκανα παρόμοια, γιατί να εκπλαγώ που σόι πάει το βασίλειο; Τυλίξαμε τον χαρταετό, τον ρίξαμε στο καπό και γυρίσαμε Λευκωσία. Εννοείται πως όλο αυτό είχε διάρκεια μία ώρα μάξιμουμ. Στις 12:00 φύγαμε από τη Λευκωσία, στη μία είχαμε γυρίσει. Δεν μπορείς να πεις, θα έχει μπόλικες αναμνήσεις να θυμάται το τέκνον όταν μεγαλώσει.


Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να τηρούμε όλα αυτά τα χαζά έθιμα κάθε χρόνο. Αντιλαμβάνομαι να τηρούνται εν είδει αντίστασης προς την μουσουλμανική λαίλαπα που θα μας έρθει όταν και εφόσον λυθεί το Κυπριακό και θα μας τα απαγορεύσουν όλα για να μην «προκαλούμε». Αλλά από μόνοι μας, τι θέλουμε και ταλαιπωριόμαστε; Αν εξαιρέσεις τα Χριστούγεννα που είναι λαμπερά, ζεστά, γκλάμορους, γεμάτα πάρτι και ανθρώπους καλοντυμένους, όλες οι άλλες γιορτές και αργίες είναι πέραν για πέρα αχρείαστες. Θυμίστε με όταν γίνω αυτοκράτωρ να τα καταργήσω και όσους αντιστέκονται να τους απαγχονίσω.  

Δεν είναι υπέροχο πώς σε ξεγελά μια φωτογραφία; Ωραίοι κάμποι, καθαροί ουρανοί, έντονα χρώματα, οικογενειακή ευτυχία, ελευθερία, χαρά και ξεγνοιασιά. 500 likes! Κρίμα που δεν μπορείτε να δείτε και τις κάμπιες που τραγουδούν σε πλήρη συντονισμό με τους συμπαθέστατους τυφλοπόντικες που ξεπροβάλλουν μέσα από τις τρύπες τους και σιγοντάρουν στο ρεφραίν.

Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2019

Για Την Ισότητα Και Άλλες Μαλακίες

Κάθε χρόνο στην ημέρα της γυναίκας γράφω ένα σχετικό κείμενο αλλά ποτέ δεν τολμώ να το δημοσιεύσω. Λίγο πριν το δημοσιεύσω, πάντοτε το σβήνω. Για ευνόητους λόγους. Φέτος λέω να το επιχειρήσω, γιατί θεωρώ ότι ο κόσμος προχώρησε και μπορεί να εκτιμήσει μία ειλικρινή και ελεύθερη άποψη – ακούγονται μέχρι το φεγγάρι τα χαχανητά μου.

Ξέρετε, σήμερα θα αρχίσουν τα γνωστά τροπάρια περί ισότητας. Όχι της κοινωνιολογικής ισότητας την οποία οι γυναίκες επικαλούνται και υπερασπίζονται μόνον όποτε τις συμφέρει. Αλλά τα περί ισότητας στον εργασιακό τομέα και τα περί ισότητας στην εκπροσώπηση στα αξιώματα και στον μισθό έναντι των αντρών.

Η προσωπική μου εμπειρία από χώρους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα που αποτελούνταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία από γυναίκες, μου έμαθε ότι δεν υπάρχει γυναίκα υπάλληλος που να αξίζει, και να μην πληρώνεται ισότιμα ή και παραπάνω από τον κάθε άλλο. Θα ήταν και τρελό εκ μέρους του εργοδότη να έχει μία υπάλληλο που να του τα φέρνει και να μην την καλοπληρώνει για να την κρατήσει. Κι αν αυτή αισθάνεται αδικημένη ας πάει αλλού που της δίνουν περισσότερα, ελεύθερη αγορά έχουμε.

Ζούμε την εποχή της απόλυτης εξατομίκευσης. Δεν υπάρχουν, μάνα μου, πλέον φύλα. Τα φύλα τα επικαλούνται πλέον οι μέτριοι. Όσοι δηλαδή ξέρουν ότι δεν είναι αναντικατάστατοι και όσοι έχουν κατά βάθος επίγνωση της μετριότητάς τους. Μία γυναίκα που τα καταφέρνει και πληρώνεται με το παραπάνω σε σχέση με τους άντρες συναδέλφους της, δεν αισθάνεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι γυναίκα. Αισθάνεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι άξια. Μία γυναίκα που αδικείται εξ αιτίας της μετριότητάς της, προτάσσει πάντα το επιχείρημα «είναι επειδή είμαι γυναίκα».

Κι επειδή το πιο πάνω είναι δύσκολο να στα αποδείξω, θα σου φέρω διεθνή παραδείγματα. Πιστεύετε ότι η Μαντόνα θα αποδεχόταν ποτέ εκπτώσεις στο κασέ της επειδή είναι γυναίκα; Πιστεύετε ότι η Άννα Βίσση πληρώθηκε ποτέ λιγότερα από έναν άντρα στο σχήμα που τραγουδούσε ως πρώτο όνομα επειδή... «είναι γυναίκα;» Πιστεύετε ότι η Lady Gaga πληρώθηκε λιγότερα από τον Bradley Cooper στην τελευταία τους ταινία επειδή... «είναι γυναίκα;» Πιστεύετε ότι η Βουγιουκλάκη πήρε ποτέ λιγότερα από τον Παπαμιχαήλ; Πιστεύετε θα το ανέχονταν; 'Η θα έπαιρναν το καπελάκι τους και θα φεύγανε εντός ενός λεπτού όταν θα μυρίζονταν την αδικία να ψήνεται; Τα φέρνανε, τα παίρνανε.

Οι καιροί είναι τόσο αμείλικτοι, ο καπιταλισμός τόσο αδυσώπητος, που χέστηκε ο εκάστοτε εργοδότης για το φύλο μας. Αν τα φέρνεις, λογικά τα παίρνεις. Κι αν στα στερεί ο συγκεκριμένος μαλάκας εργοδότης, θα στα δώσει άλλος ή θα τα πάρεις μόνη σου εν καιρώ, όταν θα κινηθείς ιδιωτικά. Εγώ όταν κάποτε αισθάνθηκα αδικημένος στον χώρο εργασίας μου δεν σκέφτηκα ότι πληρώνομαι λιγότερο επειδή είμαι άντρας. Σκέφτηκα ότι πληρώνομαι λιγότερα γιατί η συνάδελφος που με τάπωσε ήταν καλύτερη. Κατάπια το εγώ μου, προσπάθησα να γίνω καλύτερος για να τη φάω ζωντανή, και ήλπιζα να αποδώσω σε τέτοιο βαθμό ώστε να γύρει επάνω μου η μισθολογική ζυγαριά. Έτσι πάει, κυρίες μου.

Επίσης, σε συνέχεια του πιο πάνω επιχειρήματος, σας λέω και το εξής: Καταλαβαίνετε ότι οι καιροί έχουν περάσει σε άλλη διάσταση; Εδώ διαβάζαμε πρόσφατα ότι καταργείται ο όρος «μητέρα» και «πατέρας». Υπάρχουν μόνο «γονείς». Αυτό κι αν αποδεικνύει ότι ουδείς κόπτεται αν είσαι άντρας ή γυναίκα. Το θέμα είναι να ανταποκρίνεσαι στις υποχρεώσεις σου απέναντι στο τέκνο στο οποίο ασκείς γονική μέριμνα. Αν ανταποκρίνεσαι, πολλά συγχαρητήρια, αλλά δεν μας κόφτει αν πίσω από το «γονέας» κρύβεται ένας άντρας ή μια γυναίκα, ή δυο γυναίκες, ή δύο άντρες, ή σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά.

Αν θέλετε, να σας το πάω κι ένα βήμα παρακάτω.

Τη σήμερον ημέρα δεν υπάρχουν στάνταρ ρόλοι (δυστυχώς). Ούτε στο θέατρο, ούτε στην πραγματική ζωή. Όπως ένας άντρας ηθοποιός μπορεί να παίξει ένα γυναικείο ρόλο με μεγάλη επιτυχία, και όπως μια γυναίκα μπορεί να παίξει έναν αντρικό ρόλο εξίσου, έτσι και στην πραγματική ζωή: κανείς δεν είναι αμιγώς άντρας ή αμιγώς γυναίκα όπως τουλάχιστον το βιώσαμε όταν ήμασταν παιδιά. Το ζητούμενο είναι να φέρεις τον ρόλο εις πέρας με επιτυχία. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι άντρας, είμαι σε ένα ποσοστό αρσενικό, σε ένα άλλο ποσοστό είμαι γυναίκα, είμαι μάνα, είμαι πολύ πατέρας, είμαι Έλλην, κάποτε είμαι Κύπριος, εν γένει είμαι Ευρωπαίος, είμαι και ανατολίτης όταν βλέπω τη γούρνα γεμάτη πιάτα, είμαι και αμερικανάκι. Είμαι λίγο φιλελεύθερος, είμαι συντηρητικός, είμαι σε κάποιο ελαφρύ βαθμό προοδευτικός, άμα νευριάσω μπορώ να γίνω και ναζί. Όλα αυτά μαζί σε διάφορες δόσεις, ανάλογα την περίσταση.

Αυτά στα λέω επειδή θεωρώ γελοίο να θεωρεί ο οποιοσδήποτε τον εαυτόν του ως απόλυτον εκπρόσωπο μιας ομάδας είτε αυτή είναι κοινωνική, φυλετική, θρησκευτική, ή εθνική. Και μάλιστα να ταυτίζεται μ’ αυτή τόσο φανατικά και απόλυτα. Είμαστε όλοι λίγο απ’ όλα. Πολλά πράγματα μαζί. Εγώ δεν τσαντίζομαι όταν λένε ότι όλοι οι άντρες είναι γουρούνια. Δεν θεωρώ ότι εκπροσωπώ όλους τους άντρες για να σπεύσω να τους υποστηρίξω ωσάν να μου θίξανε τα ιερά και τα όσια. Εγώ είμαι ο Αντίχριστος, έχω μια άλφα προσωπικότητα κράμα πολλών χαρακτηριστικών, γιατί να μπω στον κόπο να θεωρήσω πως ό, τι μου συμβαίνει μου συμβαίνει επειδή είμαι άντρας; Αντίθετα, μία γυναίκα θεωρεί ότι πολλά απ’ αυτά που της συμβαίνουν, γίνονται επειδή είναι γυναίκα και αδικείται σεξιστικά. Σπάνια να παραδεχτούν πως αυτά που τους συμβαίνουν δεν έχουν να κάνουν με τη φύση τους έναντι των αντρών, αλλά με χίλιους δυο άλλους παράγοντες.

Τις προάλλες, για παράδειγμα, ήμουν στο τσακ να σκοτωθώ στο φέησμπουκ με μία που έγραφε ότι κακοπληρώνεται επειδή είναι γυναίκα, ενώ ένας άντρας συνάδελφός της που έχει τα ίδια με εκείνη καθήκοντα και προσόντα αμοίβεται περισσότερο. Δεν ήθελα να της το πω κατάμουτρα ότι κακοπληρώνεται γιατί είναι μέτρια στη δουλειά της και ότι ο άλλος είναι γνωστό πως είναι πολύ καλύτερος (είναι γνωστή η φήμη και των δύο), και ότι εγώ ως έξω απ’ τον χορό, μπορώ και το «βλέπω» πιο ψύχραιμα. Ούτε ήθελα να της πω ότι σε περίπτωση που δεν ισχύει και κάθεται και το ανέχεται "καλή μαλάκω και του λόγου της". Την άφησα να πιστεύει ότι συμβαίνει αυτό που συμβαίνει επειδή είναι γυναίκα, για να παρηγοριέται. Πού να ανοίξεις συζήτηση, να πέσουν πάνω σου να σε φάνε και να μην σ’ αφήσουν σε ησυχία με τα νοτιφικεϊσιονς όλη την υπόλοιπη μέρα…


Το έγραψα το κείμενο. Ας πατήσω το κουμπί να το ανεβάσω. Ας ανατιναχθεί το σύμπαν!

Πέμπτη, Μαρτίου 07, 2019

Replay & Better Love

Τα άκουσα και τα δύο τραγούδια.

Εμένα τα θέματά μου είναι πολιτικά. Είναι θέματα στρατηγικής. Τα τραγούδια αυτά καθεαυτά είναι μια χαρά και τα δύο, έκαστο στο είδος του και από εκεί και πέρα περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Έχω όμως ενστάσεις.

Τον περασμένο Οκτώβριο έτυχε να γνωρίσω τον πρόεδρο του Δ.Σ. του ΡΙΚ σε μία δεξίωση. Πήγα και του συστήθηκα. Πολύ ευπροσήγορος άνθρωπος. Του εξήγησα ποιος ήμουν και τον συνεχάρη για την επαγγελματική προσέγγιση που επέδειξε το ίδρυμα με την περσινή μας εκπροσώπηση. Χάρηκε που τα άκουγε. Συνέχισα λέγοντας ότι θα ήταν λάθος για το 2019 να ακολουθηθεί η ίδια συνταγή γιατί αφενός δεν είναι κάθε χρόνο του Άη Γιαννιού και αφετέρου, δυο χρονιές συνεχόμενες το ίδιο κυρελέησον το βαριέται και ο παπάς. Μου απάντησε χαμογελώντας «δεν είναι δική μου δουλειά αυτή», και δεν επέμεινα. Ήλπιζα όμως να το μεταφέρει σ’ αυτόν που ήταν δική του δουλειά.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Βγήκε το Ριπλέι, μια απ’ τα ίδια. Τα «ίδια» μια χαρά είναι βέβαια. Ριπλέι, όνομα και πράμα. Έχει από χθες που ακούω το τραγούδι στο ριπλέι και ομολογώ ότι έχω πιο θετική εικόνα από όταν πρωτοβγήκε το Φουέγκο. Δεν ξέρω όμως αν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκέφαλος μου έχει ήδη απορροφήσει αρκετό Φουέγκο για το υπόλοιπο της ζωής του και βρήκε το Ριπλέι πιο ευκολοχώνευτο, αφού ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο τραγούδι. Έβγαλαν το κλαρίνο, πρόσθεσαν το τρομπόνι, έτοιμο το τραγούδι στο πιάτο. Δεν το απορρίπτω. Έτσι είναι όλες οι επιτυχίες. Τα μάθαμε κι από τον Φοίβο και τον Καρβέλα τόσα χρόνια. Τραγούδια ντούμπλε φας, εύκολα στο αφτί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κατ’ ανάγκη φτηνά. Αυτό είναι η ποπ μουσική.

Αλλά δεν θεωρώ σωστή κίνηση να κινηθούμε στα «σίγουρα νερά» δυο χρονιές συνεχόμενες. Μάλλιασε η γλώσσα μου να τα γράφω κάθε χρόνο. Έχουμε τόσο πλούσια κουλτούρα και τόσους υπέροχους καλλιτέχνες στην Ελλάδα οι οποίοι παραμένουν αναξιοποίητοι. Εγώ, για να καταλάβεις, θέλω να πάει μια Θεοδωρίδου να πει ένα τραγούδι τύπου «Κόκκινη Γραμμή». Θα εκπλαγείτε πόσο καλά θα πάμε. Και που να μην πάμε, δεν πειράζει. Θα είναι τόσο μεγάλο το hype που θα δημιουργηθεί στο εσωτερικό, που θα ξαναζήσουμε ατμόσφαιρα ολυμπιακών αγώνων, μουντομπάσκετ και γιουροβίζιον επί Ρουβά και Παπαρίζου, όπου όλη η χώρα έπαιρνε πατριωτικά το θέμα και κρεμμόταν από τα μπαλκόνια.

Υπερβολικό, ξε-υπερβολικό, μια χαρά προωθούνταν η Γιουροβίζιον ως τηλεοπτικό προϊόν.

Τώρα για παράδειγμα ποιος νοιάζεται να μετρά τις μέρες ως τον Μάιο για την κάθε Κατερίνα Ντούσκα; Στείλτε μωρέ μια Βανδή, έναν Ρέμο, μία φίρμα τέλος πάντων κι ας είναι και άφωνη, που μου ξεθάψατε την κάθε πικραμένη για να προωθήσετε «τα ευρωπαϊκά ακούσματα», την «intellectual pop μουσική» (εσάς περίμενε η Ευρώπη). Και η Ελλάδα στην Ευρώπη είναι. Και το μπουζουκάκι ελληνικό είναι και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκό. ΟΚ, καλός είναι και ο πειραματισμός. Δεν λέω κάθε χρόνο να στέλνουμε μπουζούκια. Στείλε τη Ζουγανέλη, στείλε την Μποφίλιου. Στείλτε κάποια που να καθηλώσει το έθνος. Όχι την κάθε μία που έμαθε τη Γιουροβίζιον από σπόντα, στα γεράματα.

Και για να μην λέτε, εγώ το τραγούδι της Ελλάδας το βρήκα εξαιρετικό. Εντάξει, όχι να κόψω και τη φλέβα μου. Αλλά είναι όντως πολύ καλό, δουλεμένο, καθόλου πρόχειρο, και στέκεται επάξια στο εξωτερικό. Δεν είναι κονσέρβα. Αλλά ναι, θέλω να πηγαίνουν οι φίρμες στον Διαγωνισμό. Κι αν δεν πάει μια φίρμα, να πάει κάποια που έχει ένα τραγούδι εκτός του κόσμου τούτου που θα εγγυάται την πρωτιά και θα δικαιολογεί την εξαίρεση στον κανόνα. Ε, αυτό δεν συμβαίνει φέτος.

Εν πάση περιπτώσει, κακώς το ψηρίζουμε αφού ούτε η Κύπρος προβλέπω να κερδίζει, ούτε η Ελλάδα. Θα πάνε καλά αμφότερες - εμείς ίσως λίγο καλύτερα μιας και έχουμε και τους Σουηδούς από πίσω να μας σπρώχνουν. Αλλά ναι, διαφωνώ με τη στρατηγική που ακολουθούμε. Δεν θα πάμε και στον πόλεμο. Αλλά θεωρώ ότι μπορούμε πολύ καλύτερα από αυτά. Δεν ξέρω γιατί δεν το παλεύουμε και έχουμε εφησυχαστεί με ευκολίες και δηθενιές.

Έχουμε δυο τραγούδια πάντως για τα οποία δεν μπορούμε να ντρεπόμαστε, όπως άλλες χρονιές. Οπότε, από μια άποψη το καθήκον έγινε. Τώρα πόσο ψηλά θα τερματίσει το καθένα, ο Θεός και η ψυχή μας.


Θα τα ξαναπούμε την εβδομάδα του διαγωνισμού. 

Τετάρτη, Μαρτίου 06, 2019

Περί Σπόρων

Εγώ τον κύριο Λακκοτρύπη – που τον διέγραψε σήμερα ο Φούλης από τον ΔΗΣΥ- δεν τον ήξερα. Τον γνώρισα όμως μέσα από τα σχόλιά του στο Φέησμπουκ κάτω από διάφορα ειδησεογραφικά φόρα, και ουκ ολίγες φορές τον έβρισα που προσπαθούσε να μας πωλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δεν γνώριζα καν ότι είναι Δημοτικός Σύμβουλος Λάρνακας, αλλά από μια ματιά στις φωτογραφίες του προφίλ του που ήταν ξεκλείδωτες κατάλαβα ότι ανακατεύεται με τα Κόμματα και αυτό αρκούσε για να σχηματίσω άποψη. Για μένα όποιος ανακατεύεται με τα Κόμματα, έχει ήδη κομμένη την ποινή του.

Τέλος πάντων. Ξαφνικά η υπόθεση απόκτησε περαιτέρω ενδιαφέρον όταν είδα ότι επρόκειτο για άτομο που επίλεξε ο σοφός λαός της Λάρνακας να τον εκπροσωπεί στα κοινά. Δεν με εκπλήσσει τίποτε πλέον. Τέτοιος λαός, τέτοιοι εκπρόσωποι.

Μην νομίζεις ότι ξαφνικά θίχτηκα για το «τουρκόσποροι». Δεν το θεωρώ ρατσιστικό, ούτε δικαιολογώ τον ντόρο που προκλήθηκε. Ρατσιστικό θα ήταν εάν τους τουρκόσπορους τους θεωρούσε υπάνθρωπους ανάξιους για ισότιμα δικαιώματα και υποχρεώσεις ως προς την κοινωνία. Αν τους αποκαλούσε «ελληνόσπορους» (που με την ίδια λογική το ίδιο ρατσιστικό θα έπρεπε να θεωρείται), ούτε μύτη δεν θα άνοιγε. Αντιθέτως θα του έστηναν και ανδριάντα. Συμφωνώ ότι επρόκειτο για άξεστο σχόλιο, αγενές και ατυχέστατο για να ειπωθεί δημόσια. Αλλά στην Κύπρο είμαστε, όλοι ξέρουμε πάνω-κάτω που κυμαίνεται το επίπεδο του Δημόσιου Λόγου. Συνηθίσαμε στο να μην έχουμε απαιτήσεις. Το γεγονός, όμως, ότι εξέφρασε κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευθεί «ρατσιστικά», με βάση την ευρύτερη διαστρέβλωση εννοιών που επικρατεί στις μέρες μας, αρκούσε για να πέσουν να τον φάνε. Ευκαιρία έψαχναν προφανώς. The house of cards από τα Lidl. 

Εν πάση περιπτώσει, θα σου πω εγώ γιατί τσακώθηκα μαζί του. Τσακώθηκα επειδή προσπαθούσε να με πείσει ότι η «σταθμισμένη ψήφος» που συζητιέται στις συνομιλίες επίλυσης του Κυπριακού δεν είναι κάτι κακό, επειδή ήδη εφαρμόζεται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου κάθε χώρα εκπροσωπείται βάσει πληθυσμού στο ευρωκοινοβούλιο αλλά ως ισότιμος εταίρος. Το παράδειγμα του ήταν τόσο εξοργιστικά λανθασμένο που είτε αποδεικνύει υπέρμετρη ανικανότητα σκέψης, είτε τεράστια λύσσα εξυπηρέτησης των θέσεων του Kόμματος του. Για μένα και τα δυο θεωρούνται το ίδιο κατάπτυστα ώστε να δικαιολογούν τα εξ αμάξης που του έσυρα (τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να τον είχα κάνει και report για κατάφωρη υποτίμηση της νοημοσύνης μας).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εφαρμόζει σταθμισμένη ψήφο. Η ψήφος των Κυπρίων ευρωβουλευτών σταθμίζεται έναν αυτής των Γερμανών. Είναι ισάξιες ψήφοι, ναι, αλλά όχι ισάριθμες. Μισό εκατομμύριο οι μεν, ογδόντα εκατομμύρια οι δε. Οι Γερμανοί αλλά και οι υπόλοιποι μεγάλοι της Ευρώπης ουδέποτε θα επέτρεπαν να αντισταθμίζεται η ψήφος τους με αυτήν των βουλευτών από ένα μικρό νησάκι της Μεσογείου και να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων. Αναλογική ψήφος ονομάζεται, όχι σταθμισμένη. Στην Κύπρο άλλο πράγμα επιδιώκεται. Να αντιστοιχεί μία ψήφος Ελληνοκύπριου πολίτη με τρεις ψήφους ενός Τουρκοκύπριου πολίτη ώστε η μειοψηφική κοινότητα να επηρεάζει τα πάντα στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο συγκυβερνήτη. Επιδιώκεται ένα ακόμα δυσλειτουργικό κράτος δηλαδή. Δεν είναι το ίδιο που εφαρμόζεται στην ΕΕ, και ακόμη κι εγώ που πέντε μαθηματικά ξέρω, μπορώ να δω τη διαφορά. Είναι ξεκάθαρο το κόνσεπτ. Αν προσποιείσαι ότι δεν το καταλαβαίνεις προφανώς δεν θα έπρεπε να έχεις καν αξίωμα στη Δημόσια Ζωή.

Επομένως, ναι, χάρηκα που διεγράφη από το Κόμμα του, από την άλλη αυτό συνέβη για άσχετους, παράπλευρους ή και παρασκηνιακούς λόγους. Κλασσικά, διανύουμε εποχές που νοιαζόμαστε μην καεί το δέντρο και όχι για το δάσος. Και τώρα βιώνουμε ένα άλλο, παράλληλο, μα εξίσου εκνευριστικό δράμα, αφού βγήκαν όλοι οι δημοσιογράφοι με τα γνωστά ψυχολογικά προβλήματα και τραύματα παιδικής ηλικίας να εκθειάζουν την απόφαση ως «χαστούκι στον ρατσισμό».

Αντιλαμβάνεστε γιατί δεν θέλω να ανοίγω ούτε το παράθυρο μου και να έχω επαφή με τον έξω κόσμο πια. Είμαι κλειδωμένος μέσα και θωρώ μόνο Νετφλιξ.  


Θα σας γράψω και για την Τάμτα. Περιμένετε ως αύριο. 

Δευτέρα, Μαρτίου 04, 2019

Καλύτερα Αβάφτιστος Παρά Ακαρναβάλιστος

Η νέα «κατηγορία» που αντιμετωπίζω στο σπίτι, είναι πως μετέδωσα στον γιο μου τον αρνητισμό μου για τα καρναβάλια.

Ο μικρός Αλέξης όπως ήδη καταλάβατε αρνείται να ντυθεί οτιδήποτε για τις απόκριες. Κόβει ο νους του, βλέπετε, περισσότερο από ό, τι περιμέναμε. Πέρσι που ήταν πιο μικρός καταφέραμε και τον ξεγελάσαμε, τον ντύσαμε με το ζόρι αρχαίο Ρωμαίο πολεμιστή, φέτος όμως που έπηξε κάπως το μυαλό του, είναι τα μάλα αρνητικός. Πέρασε μία έκλαμψη στην οποία ζήτησε να ντυθεί πρίγκιπας (από την Ωραία και το Τέρας), μα παρόλο που σκοτώθηκε η Μπρέντα να βρει τη στολή και την πλήρωσε αδρώς, την τελευταία στιγμή μας είπε ένα βροντερό και αδιαπραγμάτευτο «ε λέλω» (δεν θέλω). Το Σάββατο που είχε καρναβαλίστικο πάρτι στο νηπιαγωγείο του ήταν ο μόνος που πήγε με τα… «πολιτικά». Όλοι οι άλλοι ήταν μασκαράδες, ο δικός μας σαν να πήγε γραφείο. Για να καταλάβετε, πήραμε μαζί μας τη στολή του πρίγκιπα σε μια σακούλα για να επιχειρήσουμε να τον ντύσουμε επί τόπου αν έβλεπε τα υπόλοιπα παιδάκια και του άνοιγε η όρεξη, αλλά τίποτα. Τους κοίταζε όλους με ύφος «τι χάπια πίνετε;» Τον αφήσαμε έτσι και φύγαμε. Βέβαια, μια χαρά διασκέδασε, έτσι μάθαμε από τις δασκάλες, αλλά τη στολή του πρίγκηψ από ό, τι φαίνεται θα τη φάει η ναφθαλίνη.

Σήμερα που η τηλεόραση του ΡΙΚ μετέδιδε εκείνο το αισθητικό αίσχος που ακούει στο όνομα καρναβάλι της Αγλαντζιάς, η Μπρέντα σε συγχορδία με τη γιαγιά του πάσχιζαν να του προκαλέσουν το ενδιαφέρον να ρίξει μια ματιά «στα παιδάκια που ντύθηκαν μασκαράδες». Ο γιος μου ούτε να γυρίσει να τους φτύσει. Εγώ ήμουν παρών, αλλά αντιλαμβάνεστε σχολίαζα με τον γνωστό, προσωπικό μου τρόπο τις εικόνες που μετέδιδε η τηλεόραση. Μου έγινε περαιτέρω παρατήρηση. Πιστεύουν ότι ο γιος μου εισπράττει την αποστροφή μου για το καρναβάλι και ότι την ενστερνίζεται υποσυνείδητα. Διαπράττω, δηλαδή, αδίκημα επειδή δεν τον αφήνω να χαρεί μια γιορτή που χαίρονται όλα τα παιδιά στην ηλικία του, ασχέτως αν κι αυτή χαρακτηρίζεται από όλα τα χίλια μύρια κυπριακά κουσούρια που απεχθάνομαι.

Εγώ δεν το κάνω επίτηδες. Δεν το έχω βάλει σκοπό να αμαυρώσω τα καρναβάλια στα μάτια του γιου μου. Εννοείται θέλω να συμμετέχει και εννοείται ότι θέλω να το ευχαριστιέται. Αλλά δεν μπορώ να μην εκφράζομαι. Βλέπω εικόνες και θέλω να τις σχολιάζω. Και όταν η τηλεόραση κατακλύζεται από εικόνες καρναβαλιού αισθητικής «περιπτέρου», δεν αντέχω να μην χύσω τη χολή μου. Το καρναβάλι εμένα μου αρέσει. Το βρίσκω σέξι και μυσταγωγικό. Μία τέλεια ευκαιρία να βγάλεις προς τα έξω το άλτερ ίγκο σου χωρίς να παρεξηγηθείς. Μία ευκαιρία να ζήσεις τη φαντασίωσή σου. Αλλά έχω απαιτήσεις. Να είναι όλα προσεγμένα, περιποιημένα, εμπνευσμένα, ακριβά και πολυτελή. Να σε ψαρώνουν. Θα ντυθείς Έλσα; Να βάλεις κυρά μου μπλε τουαλέτα με σβαρόβσκι να γυαλοκοπάνε. Να συμπιέσεις το βυζί να βγει έξω. Να φτιάξεις υποτυπωδώς την κοτσίδα, να ρίξεις πίσω σου μεταξένιο μανδύα να ανεμίζει. Να είναι κάβλα το κοστούμι. Αυτά τα… μπήξαμε στο κεφάλι μας μια ξανθή περούκα από τα Τζάμπο, και βάλαμε και ένα μπλε φουστάνι που φόρεσε η μάνα μας στον γάμο της θείας μας το ‘75, και αρχίσαμε τα let it go, δεν φτουράνε.

Εντάξει δεν θα σου κόψω και την καλημέρα επειδή δεν έδωσες ιδιαίτερη σημασία στο κοστούμι σου. Αλλά μην περιμένεις να ενθουσιαστώ. Και μην περιμένεις να θέλω να σμίξω με όλο αυτό και να το αγκαλιάσω. Έβλεπα κάτι χάλια μαύρα σήμερα στην τηλεόραση, πραγματικά… έβλεπα τα μαύρα σύννεφα στον ουρανό και ευχόμουν να ξεμυτίσει από μέσα ένα τεράστιο πύρινο γεράκι, να τους ψεκάσει όλους με τις φλόγες του και να γίνει όλη η παρέλαση παρανάλωμα, μία νέα Πομπηία η οποία θα άφηνε πίσω της μόνο απανθρακωμένους μασκαράδες. Ένας υπέροχος εφιάλτης με σάουντρακ το σάμπα ντι τζανέιρο. Αλλά πού;!

Έκατσα και βρήκα μια φωτογραφία μου από το αντίστοιχο πάρτι στο νηπιαγωγείο μου, το 1985. Με ντύσανε πειρατή. Τόσο με ξέρανε! Ουδέποτε έτρεφα συμπάθεια στους πειρατές για να το είχα ζητήσει από μόνος μου, απορώ πώς τους ήρθε. Εποικοινωνία με το τέκνον, μηδέν. Όπως και σήμερα δηλαδή. Εγώ θυμάμαι ότι κάθε χρόνο ήθελα να ντύνομαι διάβολος και η μάνα μου νευρίαζε, μια φορά μάλιστα τσακωθήκαμε μέσα στο Funny Business επειδή επέμενα να φορώ κάθε χρόνο την ίδια στολή, και μου είπε «αφού κάθε χρόνο αυτό θες, θα την αγοράσω να τη φοράς κάθε χρόνο και τόλμα να μου πεις ότι άλλαξες γνώμη». Δεν άλλαξα. Εγώ είμαι πιστός στις απόψεις μου. Νομίζω ανησυχούσαν που είχα μια ρουτίνα που δεν την άλλαζα εύκολα. Ίσως τους φαινόμουν μουντός και μονόχνοτος… Τι να πω. Ίσως και να είμαι.

Πειρατής με βομβαρδισμένο το καράβι του, κατεβάζει αλμυρά να παν οι πίκρες κάτω.


Ε, μα κοίτα ύφος, φίλε μου. Φταίω; Που μου φόρεσαν την φτηνο-στολή και με στείλανε να τρώω μπαγιάτικα τυροπιτάκια; Και μπορώ εγώ σήμερα να ψέγω τον γιο μου που κάνει τα ίδια και χειρότερα; Όχι! Ο γιος μου είναι η καλύτερη έκδοση του εαυτού μου. Και πολύ εξυπνότερος από μένα. Προσπέρασε ακόμα και την περίοδο δοκιμασίας. Τα ξαπόστειλε πριν καν τα δοκιμάσει τα καρναβάλια. Μπορεί και να αλλάξει στο μέλλον, δεν λέω.


Αλλά σαν χλωμό το βλέπω. 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2019

Γιουροβιζιακοί Πολέμοι 2019

Έχει καιρό να καταπιαστούμε με κάποιο γιουροβιζιακό θέμα εδώ πέρα.

Σήμερα είναι η κατάλληλη ευκαιρία μιας και προέκυψε ένα θέμα που εμένα μου ανοίγει τα μάτια όσον αφορά τη σχετικότητα των πάντων. Κι αυτό γιατί ενέχει πολιτικές προεκτάσεις που για μένα είναι και το ζουμί της Γιουροβίζιον (μα, δεν είναι η μουσική; Χαχα!).

Γι’ άλλη μια φορά θα ασχοληθούμε με τους Ρώσους και τους Ουκρανούς, ανάθεμα την ώρα που τους επίτρεψε η EBU να συμμετάσχουν. Την περασμένη βδομάδα, λοιπόν, διεξήχθη ο εθνικός τελικός της Ουκρανίας και κέρδισε μία τραγουδίστρια ονόματι Μαρούβ. Η Μαρούβ πέραν της γιουροβιζιακής της συμμετοχής έχει έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα με τη γειτονική και εχθρική Ρωσία, η οποία ως γνωστόν εισέβαλε πριν πέντε χρόνια στην Ουκρανία και προσάρτησε την Κριμαία. Η Ουκρανία έκτοτε ψήφισε μία σειρά από Νόμους οι οποίοι απαγορεύουν οποιαδήποτε δούναι και λαβείν με τη Ρωσία και ειδικότερα με ό, τι έχει να κάνει με το ευαίσθητο θέμα της Κριμαίας (Θυμάστε και τι είχε συμβεί το 2017 όταν η Ρωσία αποσύρθηκε από τη διοργάνωση του Κιέβου γιατί οι Ουκρανοί προειδοποιούσαν ότι θα συλλάμβαναν τη Ρωσίδα εκπρόσωπο αν πατούσε το… πόδι της στην Ουκρανία, εξ αιτίας των συναυλιών που είχε δώσει στην Κριμαία).

Η Μαρούβ κέρδισε εν τέλει τον τελικό αλλά στο συμβόλαιο που της δόθηκε για να υπογράψει αργότερα αναφερόταν ρητώς ότι πρέπει να ακυρώσει την περιοδεία της στη Ρωσία αλλιώς το εθνικό κανάλι της χώρας δεν θα της επέτρεπε να εκπροσωπήσει την Ουκρανία στη Γιουροβίζιον. Επειδή προφανώς είναι πολλά τα λεφτά απ’ τη Ρωσία, η Μαρούβ αρνήθηκε και έτσι έχασε το εισιτήριο για το Τελ Αβίβ. Κανένας άλλος καλλιτέχνης που συμμετείχε στον εθνικό τελικό δεν δέχτηκε να πάρει τη θέση της -ως ένδειξη συμπαράστασης προς την αδικημένη νικήτρια, έτσι η Ουκρανία χθες αποσύρθηκε και επίσημα από τη Γιουροβίζιον του 2019.

Όλα καλά και άγια αυτά, ολίγον μας ενδιαφέρουν τα εσωτερικά τους θέματα. Έκτοτε, όμως, ξεκίνησε μία θύελλα αντιδράσεων από όλα τα ευρωπαϊκά φαν κλαμπ, αφενός επειδή το ουκρανικό τραγούδι ήταν ένα από τα φαβορί και έχασαν μία δυνατή συμμετοχή, αφετέρου επειδή θεωρούν ότι ο διαγωνισμός «πολιτικοποιείται» και ότι η Ουκρανία «υπερβάλλει» με τα μέτρα που έλαβε απέναντι στη νικήτρια.

Κατ’ αρχάς εγώ συνεχίζω να εντυπωσιάζομαι που υπάρχει κόσμος που ζει τόσο πολύ στην κοσμάρα του ώστε να θέτει τα καλλιτεχνικά θεάματα, όπως τη Γιουροβίζιον, υπεράνω των πολιτικών καταστάσεων. Μία χώρα εισέβαλε στρατιωτικά στην πατρίδα τους, προσάρτησε εδάφη, και παρόλα αυτά φταίνε οι Ουκρανοί για τους «ναζιστικούς τους νόμους». Με βάση τη λογική τους, δηλαδή, οι Ουκρανοί θα έπρεπε να πουν κι ευχαριστώ στη Μαρούβ που «επιδιώκει την ειρήνη και συναγελάζεται (με το αζημίωτο βεβαίως) με τον εισβολέα. Μη χάσουμε τώρα τη Γιουροβίζιον εξ αιτίας του πολέμου, πώς θα ζήσουμε; Για όνομα του Θεού δηλαδή! Επιπλέον, βρίσκουν τα μέτρα «υπερβολικά». Αν το να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα σου με λεφτά του εχθρού θεωρείται υπερβολικό, από ποιον γκρεμό να πάω να πέσω, δηλαδή. Την εποχή της γιαγιάς μου, όσοι εξυπηρετούνταν από τον εισβολέα θεωρούνταν δοσίλογοι και προδότες. Σήμερα είναι ειρηνιστές!

Και τι πάει να πει «πολιτικοποιείται το θέαμα»; Κατ’ αρχάς, τα πάντα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι «πολιτικοποιημένα». Από το γάλα που επιλέγω να πιω το πρωί, μέχρι τι θα πάω να ψηφίσω, υπάρχει από πίσω πολιτικό κίνητρο. Κάθε επιλογή που κάνουμε είναι πολιτική. Τώρα ξαφνικά θυμήθηκαν ότι η Γιουροβίζιον πολιτικοποιείται; Σοβαρά, τώρα; Μιλάμε για ένα θέαμα στο οποίο συμμετέχουν καλλιτέχνες εκπροσωπώντας κράτη, εμφανίζοντας τις σημαίες επί σκηνής και το όνομα της χώρας τους στον πίνακα βαθμολογίας, και αναμένετε να μην υπάρχει μέσα το πολιτικό στοιχείο; Μα, είστε βλάκες;

Η Γιουροβίζιον οφείλει να είναι πολιτικοποιημένη. Εντάξει, δεν συμφωνώ τα πολιτικά συμφέροντα να καθορίζουν το αποτέλεσμα αλλά σε ένα ποσοστό του 20%, πρέπει να είναι και πολιτικοποιημένη. Αλλιώς, δεν έχει ενδιαφέρον.

Βλέπω όμως όλα αυτά και αρχίζω και καταλαβαίνω και πώς σκέφτονται οι δικοί μας. Που περνούν τα οδοφράγματα ελαφρά τη καρδία, που άμα ακούσουν για κάποιον καλλιτέχνη που στήνει συναυλία στα Κατεχόμενα σπεύδουν να μας κουνήσουν το δάχτυλο («ποιο το πρόβλημά σας, στα καζίνο ξέρετε να πηγαίνετε», λες και η μια παρανομία δικαιολογεί την άλλη). Αρχίζω να καταλαβαίνω όλους αυτούς που θεωρούν ότι διακοπάροντας στα σκλαβωμένα εδάφη σαν να μη συμβαίνει τίποτε συμβάλλουν στην ειρήνη και όχι στα τετελεσμένα του πολέμου. Γενικώς αρχίζω να καταλαβαίνω πολλά. Πρώτα απ’ όλα ότι η βλακεία είναι πανανθρώπινο φαινόμενο. Δεν είναι μόνο κυπριακό προνόμιο. Έχει και στην υπόλοιπη Ευρώπη τέτοιους. Δεύτερον, το ότι είναι πιο σημαντικό να δούμε τη Γιουροβίζιον, να φάμε το ψάρι μας στην Κερύνεια, να κολυμπήσουμε στα καθαρά νερά του Βαρωσιού, παρά να κρατήσουμε ένα ελάχιστο επίπεδο εθνικής αξιοπρέπειας μπροστά στον κατακτητή που εκμεταλλεύεται την φαιδρότητα της σκέψης μας για να ριζώσει.

Μα φυσικά, όλα σχετικά είναι. Και η αξιοπρέπεια όμως!

Και για να μην κλείσουμε το κείμενο έτσι ξινισμένα, ας το πάμε αλλού. Αντί να χαρεί ο κόσμος και δη ο ελληνικός ότι αποσύρθηκε η Ουκρανία που είχε ένα τραγούδι που έμοιαζε με το κυπριακό, αυτό της Τάμτα, (έχουν και τα δύο έντονο το τρομπόνι μέσα), και ότι τώρα έχουμε περισσότερες πιθανότητες να πάμε καλά, κάθονται και κλαίνε για τους νόμους της Ουκρανίας. Μα, είστε βλάκες; Ρητορικόν το ερώτημα. 

Υ.Γ. Από όσα έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα εγώ με την Ιταλία συστρατεύομαι, αλλά αυτό δεν είναι νέο μιας και από το 2011 που επέστρεψαν μέχρι σήμερα μόνο τρεις χρονιές δεν πήραν το προσωπικό μου δωδεκάρι. Μαχμούντ φορ δε γουίν.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2019

Love & Understanding

Για τη σύνδεση που έχω με τον γιο μου, και η οποία φτάνει τα όρια του μεταφυσικού, σου έχω ξαναγράψει. Ξέρω, ή τουλάχιστον νομίζω ότι ξέρω, τι σκέφτεται ανά πάσα στιγμή, πώς νιώθει, τι του φταίει… τα πάντα σαν να είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Κι αυτό γιατί πολλές φορές στο βλέμμα του, στις αντιδράσεις του, αναγνωρίζω τον εαυτόν μου. Και τον σημερινό εαυτό, αλλά και τον «τότε» εαυτό μου.

Για παράδειγμα, χθες πήγαμε με τους κουμπάρους μας να φάμε. Οι κουμπάροι μας έχουν μία πολύ όμορφη και χαριτωμένη κόρη, ένα χρόνο μεγαλύτερη από τον δικό μας. Ο Αλεξάκος παρόλο που ήταν κεφάτος καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής, μόλις μπήκαμε στο εστιατόριο και την είδε, τον έπιασε υστερία που έφτανε τα όρια του εξορκισμού. Ήθελε να φύγει από το εστιατόριο, δεν έμπαινε μέσα, ήθελε να περιφέρεται έξω στον κήπο και επαναλάμβανε ότι ήθελε να πάει «σπίτι του» και στη «δουλειά του» (το τελευταίο μας το λέει συνέχεια τελευταίως και όταν τον ρωτάμε πού είναι η δουλειά του δεν ξέρει να μας απαντήσει). Θεούς και δαίμονες κινητοποιήσαμε για να τον πείσουμε να μπει στο εστιατόριο. Τη μισή ώρα που ήμαστε εκεί, την βγάλαμε έξω να διαπραγματευόμαστε κάποιον συμβιβασμό.

Εγώ βέβαια, ήξερα τι συνέβαινε. Καψούρα. Ο μικρός είδε το κοριτσάκι, κόμπλαρε που δεν ήταν του χεριού του, εκείνη σαν μεγαλύτερη κιόλας δεν του πολύ-έδωσε σημασία αφού ζωγράφιζε αμέριμνη και αδιάφορη… Ε, δεν ήθελε και πολύ ο άλλος να μυριστεί τη χυλόπιτα που ψηνότανε. Τα έκανα κι εγώ αυτά στην ηλικία του. Κι άλλοι τα κάνανε. Θα ξεχάσω εγώ τι γινόταν στο Δημοτικό; Που με όποιαν πλακωνόμασταν κατά βάθος τη γουστάραμε; Έτσι κι εδώ. Και αυτό το παρατήρησα και με άλλα κοριτσάκια φίλων μας που του αρέσουν. Άμα βρεθούν και γουστάρει, αποσυντονίζεται και του παίρνει πάνω από μία ώρα να εγκλιματιστεί και να τις προσεγγίσει φιλικά. Δεν προβλέπω ότι θα ζω για να τα ακούσω, μα γιε μου, μεγάλα θα ’ναι και σένα τα χαΐρια σου στον ερωτικό τομέα!

Φυσικά, δεν ερωτήθηκα γιατί πιστεύω ότι αντέδρασε έτσι. Κι αν έλεγα ότι έρωτας ήτο η αιτία, θα περνούσε στο ντούκου. Στο κάτω-κάτω «πού ξέρω εγώ;»

Ομοίως, όταν τις προάλλες μας επισκέφθηκε η μάνα μου και ο μικρός με το που την είδε άρχισε να της φωνάζει «φύγε-φύγε», και δεν σηκωνόταν από το πάτωμα αν αυτή δεν έφευγε, δεν ερωτήθηκα γιατί πιστεύω πως συνέβη αυτό, παρόλο που και γι’ αυτό έχω εξήγηση και είναι απόλυτα λογική και προφανής.

Το πρόβλημα μου, βασικά, είναι ότι για τα πάντα έχω μια λογική εξήγηση όσον αφορά τις αντιδράσεις του γιου μου, την οποία, όμως, δεν μπορώ να μοιραστώ με κανέναν γιατί είτε θα ακούσω ένα «και που ξέρεις εσύ» (ξέρω, γαμώτο, εγώ τον γέννησα και είμαστε ίδιοι!), είτε θα περάσει και δεν θα ακουμπήσει κανέναν. Εγώ, μια φορά, προβλήματα μαζί του δεν αντιμετωπίζω. Ακόμη και χθες, που ήτο ολίγον άβολο το γεγονός ότι σπαταλήσαμε τη μισή ώρα μαζί του έξω από το εστιατόριο, να προσπαθούμε να τον πείσουμε να μπει μέσα, εγώ ήξερα ότι το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ήταν υπομονή. Σε κάποια φάση, μάλιστα, του εξήγησα ότι εγώ πεινούσα και ότι ουδεμία πρόθεση να αποχωρήσω από το εστιατόριο είχα, και ότι θα έμπαινα μέσα για να φάω και ότι θα έμενε έξω μόνος του. Τότε και μόνον τότε δέχτηκε να εισέλθει, αλλά δεν μας έκανε εντελώς τη χάρη. Έκατσε στην άλλη άκρη του τραπεζιού μόνος του και κατέστησε σαφές με τη γλώσσα του σώματός του ότι δεν επιθυμούσε περαιτέρω σχέσεις μαζί μας. Συμβούλεψα το υπόλοιπο τραπέζι να τον αγνοήσει πληρως και να μην του απευθύνουν επ’ ουδενί τον λόγο. Έτσι κι έγινε. Αφού έφαγε και χόρτασε (μόνος του, επαναλαμβάνω), άρχισε δειλά-δειλά να μας προσεγγίζει. Εννοείται ότι στο τέλος, άρχισε να παίζει και με το κοριτσάκι σαν να μη συνέβη τίποτα. Αλλά δεν πρόλαβε να το χαρεί, καθότι μετά από πέντε λεπτά πληρώσαμε και φύγαμε.

Όλα αυτά τα γράφω όμως, επειδή θεωρώ ότι όπως δεν έμπαινε ποτέ κανείς στον κόπο να κατανοήσει εμένα, έτσι γίνεται και τώρα με τον γιο μου. Και αν δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν καν το γεγονός ότι μπορούν να τον καταλάβουν μέσω εμού, που είμαι παθών και ξέρω, και θα τους έσωζα και πολύτιμο χρόνο, η μοναξιά και η αποξένωση φαρδαίνει μεταξύ όλων μας, αναπόφευκτα. Προσωπικά παρηγοριέμαι που επιτέλους έχω έναν συγγενή – πέραν της γιαγιάς μου- με τον οποίο συνεννοούμαι με μαγικό και υπερφυσικό τρόπο. Αλλά κατά τα άλλα, το βλέπω το μονοπάτι που έρχεται και είναι και γι’ αυτόν μοναχικό και τα μάλα δύσβατο.

Ξέρετε… Αποφασίσαμε να  ζητήσουμε βοήθεια από «ειδικό». Θα πάμε την Πέμπτη να τον δούμε. Να μας εξηγήσει τι συμβαίνει και πώς να τον αντιμετωπίζουμε όταν ξεσπά σε ανάλογες κρίσεις γιατί άρχισαν να πληθαίνουν. Γελώ από τώρα, αφού πιο «ειδικός» και πιο συγκεκριμένος από μένα δεν υπάρχει. Δεν πειράζει, όμως. Ας μας πει και ο ειδικός τη γνώμη του, αφού η δική μου είναι πάντα... αβάσταχτη για όλους. 

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2019

Περιποιείτε Αλλήλους

Ήμουν στα Χανιά για τον γάμο της αδελφής μου το 2016, όταν με προσέγγισε μία φίλη της μάνας μου, που ήταν κι εκείνη καλεσμένη στον γάμο και μου είπε σε καθησυχαστικό τόνο: «μην ανησυχείς Χρίστο μου για την πατρότητα. Θα δυσκολέψει η ζωή σου, αλλά δεν θα έλθει και το τέλος του κόσμου. Θα μπορείτε να συνεχίσετε να πηγαίνετε ταξίδια, αλλά θα πρέπει να επιλέγετε πιο φιλικούς προς το παιδί προορισμούς. Τα Χανιά για παράδειγμα, είναι ό, τι πρέπει. Ήρθε πέρσι η κόρη μου με τα δύο της παιδάκια, δεν κουράστηκαν καθόλου, πέρασαν φανταστικά!» Της χαμογέλασα, εν μέρει παρηγορήθηκα. Συνεχίζει: «Εννοείται βέβαια, θα φέρεις μαζί και την κοπέλα σου!»

Ποια κοπέλα εννοεί; Τη γκόμενα; Γιατί έχω ακούσει και ιστορίες παντρεμένων που παίρνουν μαζί τους και τη γκόμενα στις διακοπές, καμουφλαρισμένη, χωρίς να παίρνει είδηση η σύζυγος. Εγώ όμως δεν έχω γκόμενα, άρα; Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να αντιληφθώ ότι εννοούσε την οικιακή βοηθό. Τη Φιλιπινέζα! Με το ζόρι κρατήθηκα να μην σκάσω στα γέλια. Το ότι οι φίλες της μάνας μου, από όσο μας ξέρουν, θεωρούν ότι μπορούμε να πληρώνουμε Φιλιπινέζα, και όχι μόνο να την πληρώνουμε για να μας κρατά το νοικοκυριό σε αξιοπρεπή επίπεδα καθαριότητας, αλλά να την φέρνουμε μαζί μας και στις διακοπές να μας «βουρά το κοπελλούδιν», απλά με ξεπερνά!

Τρελαίνομαι με τα first world προβλήματα σας. Από πού να τα πιάσω και πού να τ’ αφήσω. Πρώτα απ’ όλα το γεγονός ότι δεν μπορείς να μεγαλώσεις τα παιδιά σου μόνος σου και θες βοήθεια και μάλιστα από την Ασία. Γεννιέται, φερ’ ειπείν, μια κοπέλα σε ένα νησάκι των Φιλιππινών, μέσα σε μια παράγκα, κάτω από ένα τσίγκο, και κάπου στις γραμμές της παλάμης της γράφει: «εσύ θα πας στην Κύπρο όταν μεγαλώσεις, να σώσεις μία οικογένεια αχρήστων, που γεννοβολά αβέρτα αλλά δεν μπορεί να τα φέρει εις πέρας!» Πού να πάει να πεθάνει εκείνο το Φιλιπινεζάκι; Από ποια μαούνα να πέσει να πνιγεί στον ινδικό ωκεανό, να το φάνε τα πιράνχας, καλύτερα;

Αν δεν μπορείς να συνδυάσεις καριέρα και οικογένεια, να παραδεχτείς ήττα, κύριος! Εγώ ένας από τους λόγους που επεδίωξα δουλειά στο Δημόσιο ήταν επειδή γνώριζα ότι τα παιδιά μου θα έχουν ανάγκη από την παρουσία μου το υπόλοιπο της ημέρας. Και δεν δικαιούμαι να τους στερήσω την παρουσία μου, ούτε μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος αυτό το κακό στον εαυτό μου και να τον αφήσω να γεράσει χωρίς να χαρώ και το τελευταίο λεπτό του απογεύματος μαζί του(ς). Μπορεί να κουράζομαι και να γκρινιάζω, μπορεί καμιά φορά να κοιτάζω και το κινητό περισσότερο από ό, τι πρέπει, αλλά είμαι εκεί, δίπλα του. Δεν πήζω πίσω από ένα γραφείο, ούτε τον πέταξα στα χέρια μιας βοηθού, λες και είναι κάποιο μέηλ που πρέπει να σταλεί και δεν προλαβαίνω. Να προλάβετε κι εσείς. Να κόψετε τον λαιμό σας!

Δεν είναι κακό να αναγνωρίζετε τις ήττες σας. Μόνο καλό θα σας κάνει. Θα σας αναγκάσει να ανασυνταχτείτε και να προοδεύσετε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι φέρνω καθαρίστρια μια φορά τη βδομάδα για να μου καθαρίζει και το θεωρώ μεγάλη ντεκαντάνς. Δεν υπερηφανεύομαι γι’ αυτό. Δυστυχώς, δεν σώνω να καθαρίζω το σπίτι, η φυσική μου κατάσταση, οι αντοχές μου, η τεμπελιά μου, δεν μου επιτρέπουν να το φροντίζω στον βαθμό που θα έπρεπε. Το παραδέχομαι, όμως. Το λέω δυνατά: Είμαστε ένα ζεύγος αχρήστων που αν δεν έρθει η καθαρίστρια κάθε Πέμπτη, είμαστε άξιοι να μείνουμε με ρούχα ασιδέρωτα, σαν τους γύφτους. Αλλά από αυτό το «πταίσμα», μέχρι το «την έφερα κουτρουβαλιστή απ’ την Ασία να μένει μαζί μου, να καλύψει τις ανεπάρκειες μου και να μεγαλώσει και το παιδί μου» απέχουμε χιλιόμετρα. Το ότι κάποιοι τις φέρνουν μαζί τους και στις διακοπές, για να απλώνουν μπούτι στη παραλία ξέγνοιαστοι ενόσω η κακομοίρα απορροφά τον καύσωνα για να προσέχει μην πνιγεί το παιδί σου, απλά εκτός δικής μου πραγματικότητας.

Μου άρεσε πάντως ο τρόπος που το είπε: «εννοείται θα φέρεις μαζί σου και την κοπέλα σου!» Πώς να μην πάει ο νους μου στη γκόμενα;

Θα έχετε ακούσει κι εσείς, φαντάζομαι, ιστορίες ηλικιωμένων που παντρεύονται στο τέλος την κοπέλα που τους φρόντιζε. Αυτό δεν συμβαίνει, κύριοι, επειδή λίγο πριν τα τινάξουν αποτρελάθηκαν και έπεσαν θύματα μιας επιτήδειας, αδίστακτης ασιάτισσας. Αυτό συμβαίνει επειδή εκτιμούν το γεγονός ότι βρέθηκε κάποια, έστω και επί πληρωμή, να τους αλλάζει την πάνα με τα σκατά, χωρίς να παραπονιέται. Χωρίς να γκρινιάζει. Χωρίς να θεωρεί ότι κάνει κάτι το θεάρεστο. Η φροντίδα, σε όποια ηλικία κι αν ληφθεί, εκτιμάται και αναγνωρίζεται. Τι να σου κάνει κι ο γέρος; Γοητεύεται, παντρεύεται την οικιακή βοηθό, να ‘σου στο τέλος κι αυτή με μερίδιο στην περιουσία. Μα, είναι φυσικό. Εδώ εγώ άρχισα να αναπτύσσω αισθήματα ευγνωμοσύνης προς την κοπέλα που μας καθαρίζει. Ξέρεις τι είναι να έρχεσαι σπίτι και να το βρίσκεις στην τρίχα; Καθαρό, γυαλιστερό το παρκέ, το κρεβάτι στρωμένο, τα σώβρακά μου σιδερωμένα και τυλιγμένα σε ορθογώνια σχήματα όπως κάναμε φάκελο στον στρατό, μέσα στο συρτάρι; Ένα χάρμα! Όλη αυτή η περιποίηση, έστω και αν είναι πλασματική, είναι τα μάλα γοητευτική.

Και όχι μόνο για έναν άντρα. Για τους πάντες! Η Μπρέντα, για παράδειγμα, μου έχει πει πολλές φορές πόσο πολύ αγάπησε μια συγκεκριμένη οικιακή βοηθό που έζησε μαζί τους οκτώ χρόνια μέχρι που αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα της. Για πολλά χρόνια είχαν τηλεφωνική επικοινωνία, ενώ πολλές φορές μου είπε ότι αν πάμε ποτέ προς τα μέρη της, θέλει να ψάξουμε να τη βρούμε. Γιατί; Επειδή υποσυνείδητα θερμαίνεται η καρδούλα της από την περιποίηση που έλαβε από τη συγκεκριμένη. Επειδή ήταν κάπως σαν μαμά της, έστω κι αν αυτό συνέβαινε επί χρήμασι.

Εγώ αυτά βλέπω και ανησυχώ. Που μεγαλώνουμε, και αντί να μαθαίνουμε να περιποιούμαστε το έτερον μας ήμισυ, αντί να θεωρούμε αυτονόητο ότι θα μοχθήσουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, αναθέτουμε τον μπελά σε κάποιον τρίτο. Εξαγοράζουμε τον κόπο, αλλά χάνουμε και τον σεβασμό. Ε, μην διερωτόμαστε μετά γιατί μεγαλώνοντας και γερνώντας αναπτύσσουμε αισθήματα προς το λάθος πρόσωπο. Τα παιδιά να νοσταλγούν την ασιάτισσα Μαίρη Πόππινς αντί τη μάνα τους / γιαγιά τους, ο γέρος να θέλει να παντρευτεί τη νοσοκόμα του αντί να πεθάνει στην αγκαλιά της γυναίκας του, και η σύζυγος; Ε, η εκάστοτε σύζυγος δεν ξέρω αν αρκείται σε μια επίσκεψη στις Φιλιπίνες για τσάι, πάντως αν επρόκειτο για Φιλιπινέζο «μπάτλερ» είμαι σίγουρος θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα η φαντασίωση.

Κατάντια σχέσεων, ρόλων και καθηκόντων;

Ω, ναι!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2019

Γλόμποι

Η ψυχολόγος μου είχε πει «αν σε ενοχλεί το φως μια λάμπας, δεν εστιάζεις στο πώς θα σβήσεις τη λάμπα. Εστιάζεις στο πώς θα προστατευτείς εσύ απ’ αυτό. Φεύγεις!»

Μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω, να εμπεδώσω και να εφαρμόσω τη σοφία αυτής της κουβέντας, αφού το πείσμα μου δεν μου επέτρεπε να φύγω πριν πω εγώ την τελευταία λέξη… στη λάμπα. Όταν όμως αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι πόσο γελοίος δείχνεις που τσακώνεσαι με μια λάμπα και πόσο πιο ήρεμος αισθάνεσαι όταν απλά απομακρύνεσαι απ’ αυτήν, τότε μόνον μπορείς να εκτιμήσεις τη μεγαλειότητα αυτής της πράξης.

Βαρέθηκα να τσακώνομαι με λάμπες ή καλύτερα… με γλόμπους. Τους αφήνω ανοιχτούς να φωτίζουν ανενόχλητοι, ώσπου να καούν από μόνοι τους. Καμιά φορά νευριάζω που στιγμιαία με νικούν, και αναγκάζομαι να πάω λίγο πιο πέρα για να μην με κάψουν, αντί απλά να γυρίσω τον διακόπτη και να τους σβήσω, αλλά δεν μπορώ να τα έχω όλα δικά μου.

«Μπορείς να προσπαθείς όσο θέλεις να περάσεις μέσα από τον τοίχο» μου είχε πει ξανά η ψυχολόγος μου. «Κάποτε θα τα καταφέρεις. Αλλά μέχρι τότε θα έχεις σπάσει το κεφάλι σου». Το κεφάλι μου αξίζει παραπάνω από τον τοίχο σας, οπότε δεν το χτυπάω πουθενά. Βλέπω τοίχο, αλλάζω πορεία. Μπορεί να νευριάζω που αναγκάζομαι να αλλάξω πορεία, αλλά το κεφάλι μου δεν πρόκειται να το ξαναφάω.

Αυτά
.

Οι ψυχολόγοι είναι ακριβοί. Και σου λένε τα πιο απλά πράγματα, τα οποία θα μπορούσες κάλλιστα να έχεις σκεφτεί μόνος σου γλιτώνοντας τα λεφτουδάκια σου. Κι όμως χρειάζονται. Και όσες φορές κατέφυγα σ’ αυτούς, μόνο σε καλό μου βγήκε. 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2019

Tetris

Δεν ξέρω αν το είχα ξαναγράψει, αλλά όταν η Μπρέντα μου ανακοίνωσε ότι θα ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας στο πατρικό της, το οποίο στο μεταξύ θα ανακαινίζαμε, δεν πέταξα και τη σκούφια μου από χαρά. Όχι επειδή μου έπεφτε λίγο το σπίτι της, αλλά γιατί πάντα είχα μέσα στο μυαλό μου με ακρίβεια το σπίτι στο οποίο ήθελα να ζήσω και να πεθάνω, και αυτό δεν ήταν το συγκεκριμένο. Άλλος ένας συμβιβασμός με τη σκληρή πραγματικότητα, λοιπόν. Δεν θα ζούσα ποτέ σε ένα ημισφαίριο σπίτι το οποίο θα είχε θόλο που ανοίγει σαν διαστημικό κέντρο και ο οποίος θα φώτιζε την στρογγυλή, εσωτερική πισίνα. Θα ζούσα σε ένα ωραιότατο σπίτι, κάπου στην Αγλαντζιά σαν τον μέσο δημόσιο υπάλληλο και θα έπρεπε να πω κι ευχαριστώ.

Δεν έχω παράπονο, η Μπρέντα μου άφησε περιθώρια. Μου επίτρεψε να κάνω αλλαγές, να πω τη γνώμη μου, να ασκήσω βέτο σε πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ξέρεις όμως, όταν γνωρίζεις ότι σε κάθε γωνιά αυτού του σπιτιού υπάρχει και μία ιστορία να ειπωθεί από τον πρότερο οικογενειακό βίο της γυναίκας σου, όταν ξέρεις ότι το συγκεκριμένο δέντρο φυτεύτηκε για τον τάδε, όταν ξέρεις ότι η συγκεκριμένη γωνιά του κήπου ήταν η γωνιά που έπαιζε κτλ, δεν μπορείς να τα «ξεριζώνεις» όλα ελαφρά τη καρδία. Και αυτό εμένα πολλές φορές με έφερνε σε αμηχανία αφού το θέμα είναι να γίνει αυτό το σπίτι, σπίτι της οικογένειάς μου και όχι η συνέχεια του προηγούμενου.

Οι ισορροπίες λεπτές και εγώ να ακροβατώ μεταξύ παραίτησης και φαγώματος με τα ρούχα μου. Δεν τα έφαγα όλα. Περίσσεψαν και μερικά. Εν πάση περιπτώσει, ας έλθουμε στο προκείμενο. Το σπίτι διαθέτει σοφίτα. Την οποία και καπάρωσα εξ αρχής. Τύπου «κάντε ό,τι θέλετε με το υπόλοιπο, η σοφίτα θα είναι το δικό μου κρησφύγετο, ησυχαστήριο, θα είναι ο τόπος που θα κρύβομαι όταν δεν θα θέλω να δω άνθρωπο. Και επήλθε η συμφωνία. Και τώρα, από τη σοφίτα σας γράφω. Που έχει γίνει γραφείο, βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, ταινιοθήκη και «ξενοδοχείο».

Η σοφίτα όμως διαθέτει και μπάνιο. Το οποίο διαχωρίζεται από τον υπόλοιπο χώρο απ’ αυτόν τον γυάλινο τοίχο με τα τουβλάκια. Τα οποία μόλις είδα αποφάσισα ότι θέλω να τα αντικαταστήσω με ένα λείο, τεράστιο γυάλινο παράθυρο, το οποίο όμως θα μου κόστιζε τρομερά λεφτά. Και πόσα χρήματα να χαλάσεις για την ανακαίνιση της σοφίτας, την οποία μόνο εγώ θα χαίρομαι; Υπάρχει κι όριο. Έτσι αποδέχτηκα ότι η σοφίτα θα συνεχίσει να κοσμείται από τον τοίχο με τα τουβλάκια. Αλλά μέσα μου μ’ έτρωγε και ήθελα να σκεφτώ έναν τρόπο να τον φέρω στα μέτρα μου. Να του δώσω στίγμα, να του δώσω ταυτότητα.


Ε, δεν ήθελε και πολύ. Τοίχος από τουβλάκια για κάποιον που μεγάλωσε στις δεκαετίες των ’80-’90, μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να σημαίνει. Τέτρις! Πήγα και τύπωσα πολύχρωμα αυτοκόλλητα ανάλογων διαστάσεων από ένα τυπογραφείο στα Λατσιά, και τον μετέτρεψα ως εξής:



Βέβαια, παρά τη μεγαλειώδη ιδέα εξακολουθώ να μην είμαι 100% ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Το φως που μπαίνει από τη πίσω μεριά του τοίχου δεν είναι αρκετό ώστε να λάμψουν επαρκώς τα τουβλάκια και ειδικά μετά το απόγευμα φαίνονται πολύ μουντά. Ούτε αν ανάψω το φως του μπάνιου σώζεται η κατάσταση. Τουλάχιστον ξέφυγα από το προηγούμενο στιλ που δεν το άντεχα. Χθες βράδυ μέχρι τις δυο το πρωί ήμουν πάνω στη σκάλα και κολλούσα αυτοκόλλητα. Τα μισά τα κόλλησα στραβά, δεν χρειάζεται να το πω αυτό. Ευτυχώς είχα καβάντζα και γλίτωσα τα τέρατα.

Κοίτα να δεις που με τα κατάλληλα φίλτρα φαίνεται πιο συμπαθητικός!



Το επόμενο πρότζεκτ είναι να στεγαστεί με έξυπνο τρόπο το στρουμφοχωριό στη σοφίτα με όλες τις τιμές και δόξες που του αξίζει. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2019

Τρεις Φορές Παιδί Της

Κάθε φορά που ξεκινώ να γράψω ένα κείμενο σχετικό με τις γιαγιάδες του γιου μου, δηλαδή τη μάνα μου και την πεθερά μου, καταλήγω να γίνομαι τόσο τοξικός που ούτε εγώ δεν με αντέχω. Τρεις φορές το αποπειράθηκα ως τώρα, και τις τρεις φορές το κείμενο διεγράφη πριν βγει στον αέρα. Είναι κι αυτό μία μέθοδος αποσυμπίεσης, θα μου πεις. Να γράφεις αυτά που σε εκνευρίζουν, βγαίνει η σαβούρα από μέσα σου και ανασυντάσσεσαι. Δεν θα διαφωνήσω. Σήμερα, όμως, πήρα μια άλλη απόφαση. Κάθε φορά που θα αποδεικνύονται “λίγες” οι γιαγιάδες του γιου μου, θα σου γράφω μια ιστορία για το πόσο υπέροχη γιαγιά είχα εγώ. Επειδή εκεί έγκειται η πηγή του προβλήματος. Στη σύγκριση. Επειδή εγώ ευτύχησα να έχω μία γιαγιά απερίγραπτη από κάθε άποψη και δεν μπορώ να το χωνέψω ότι δεν είναι όλες οι γιαγιάδες έτσι. Ότι ο γιος μου δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λέω τα ίδια πράγματα με το να έγραφα κάτι για τις γιαγιάδες του γιου μου, χωρίς να στιγματίζομαι εγώ ως ο αρνητικός της υπόθεσης.

Λοιπόν, άκου μία αγαπημένη μου ιστορία από το πρόσφατο παρελθόν της γιαγιάς μου, να καταλάβεις τι άνθρωπος ήταν / είναι. Λέω ήταν επειδή, όπως ξαναείπα, δεν είναι πλέον στα καλά της. Εδώ και δυο χρόνια έχει αρχίσει να κυριαρχεί το αλτσχαϊμερ, μας ρωτά τα ίδια πράγματα 150 φορές το λεπτό, και ξέρετε πως λειτουργεί αυτό, κατ’ ουσίαν έχει φύγει. Κάθε φορά που τη συναντώ και εξακολουθεί να θυμάται ποιος είμαι, χαίρομαι πάρα πολύ. Αλλά έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου, και άλλα πολλά θλιβερά. Την τελευταία φορά που τη ρώτησα τι χρονιά είχαμε, μου είπε 1990 (υπέροχη χρονιά ομολογουμένως, κέρδισε ο Τότο Κουτούνιο, κι εγώ εκεί ξέμεινα), σε ένα άλλο τεστ που της κάναμε είπε πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο Τζον Κέννεντι και άλλα τέτοια απογοητευτικά.

Ήταν προ ολίγων μηνών, όταν ο Αλέξης έκανε τις πρώτες του προσπάθειες να φάει στερεά τροφή. Δεν δυσκολευτήκαμε ιδιαίτερα να τον πείσουμε, αλλά οι πρώτες απόπειρες ήταν ως είθισται αποτυχημένες. Το ένα του βρωμούσε, το άλλο του ξίνιζε, από ποιόν να πήρε άραγε; – Δεν παραπονιέμαι! Τον είχαμε στο καρεκλάκι καθισμένο και προσπαθούσα με τη μάνα μου να τον πείσουμε να φάει το κρέας.  Δεν του άρεσε. Άρπαζε το κουτάλι και μας το έφερνε στο κεφάλι, κλωτσούσε τα πόδια του, πετούσε το πιατάκι κάτω- μάχη κανονική. Στα πολλά, η μάνα μου απηύδησε και παράτησε την προσπάθεια. Έφυγε και κλειδαμπαρώθηκε στο δωμάτιο της. Έμεινα εγώ να βγάλω τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Εν τω μεταξύ αν περιμένει το μωρό να φάει από μένα κρέας σώθηκε, αφού κι εγώ ο ίδιος το σιχαίνομαι. Και δεν μπορώ να πιέζω κάποιον να φάει κάτι που ούτε εγώ το τρώω. Έτσι έμεινα εκεί μετέωρος να σκέφτομαι πώς θα ταΐσω το μωρό πριν επέμβει το Γραφείο Ευημερίας και η Λήδα Κουρσουμπά.

Στην άκρη του καναπέ, τόση ώρα, καθόταν η γιαγιά μου ήσυχη και αμίλητη. Παρακολουθούσε τη σκηνή μα δεν έβγαζε άχνα. Δεν ήμουν καν σίγουρος αν καταλάβαινε τι συνέβαινε, τι έβλεπε κι αν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Στα πολλά σηκώθηκε και με χίλια ζόρια τρίκλισε μέχρι το τραπέζι που καθόμασταν. Με ρώτησε διερευνητικά αλλά με ενδιαφέρον: «ποιο είναι αυτό το μωρό;» και εγώ με αρκετή αυτοσυγκράτηση ώστε να μην ξεσπάσω πάνω της, απάντησα «ο γιος μου». Έπιασε το πιατάκι, πιρούνιασε λίγο κρέας και το πλησίασε στο στόμα του γιου μου. Του άρχισε καλοπιάσματα, του άρχισε τραγουδάκια, του μίλησε τόσο γλυκά, όσο μου μιλούσε εμένα όταν επίσης με έτρεχε μέσα στα χωράφια να με ταΐσει πριν 30 χρόνια και βάλε. «Έλα το κρεατάκι μας, να γίνουμε μεγάλοι λεβέντες! Έτσι μπράβο Αλέξη μου!»

Καθόμουν και παρατηρούσα την εικόνα από το σκαμπό. Δεν μιλούσα, προσπαθούσα να ηρεμήσω από τα νεύρα, αλλά ταυτόχρονα θαύμαζα το πείσμα, την υπομονή της γιαγιάς, και επίσης ζήλευα τη θαλπωρή που εισέπραττε ο γιος μου εκείνη την ώρα. Μετά από πέντε λεπτά η γιαγιά σκούπισε το στόμα του Αλέξη με μία χαρτοπετσέτα και γύρισε και μου είπε γεμάτη υπερηφάνεια: «ορίστε, το έφαγε το μωράκι το κρέας του!»

Δεν της είπα ότι ο γιος μου γύριζε απ’ την άλλη μεριά και τα έφτυνε όλα. Ούτε μια μπουκιά δεν κατάπιε. Αλλά  η γιαγιά μέσα στο πάθος της, μέσα στον κόσμο της, μέσα στα άδυτα του αλτσχάιμερ, δεν τον πήρε είδηση.


Σημασία έχει ότι τον τάισε και κάποιος όπως του άξιζε. 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2019

Θέμα Τακτ

Πώς αντιδράτε όταν βλέπετε έναν γνωστό ή φίλο σας μετά από πολύ καιρό και έχει κάνει επάνω του μία δραστική εμφανισιακή αλλαγή; Την σχολιάζετε; Εγώ με το ζόρι κρατιέμαι, κι αυτό για να μην με πουν  αδιάκριτο, Μα φοβάμαι πως η απορία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου, κι αυτό είναι χειρότερο κι από το να ρωτήσω ευθέως τι συνέβη. Ας πούμε, εμφανίζεται μία γνωστή μου η οποία μέχρι τα 30 της δεν είχε ίχνος στήθους, με κάτι βυζάρες τούμπανα και εγώ πρέπει να υποκριθώ ότι δεν τα βλέπω. «Είναι αδιακρισία» μου λένε. Ποια αδιακρισία, μάνα μου; Για να τα βλέπουμε δεν τα έβαλε, αν όχι για να τα ζουλήξουμε; Παρά να τα κοιτάζω μια ώρα και να αναρωτιέμαι αν έτσι ήταν πάντα δεν είναι καλύτερο να ρωτήσω από πού ψωνίστηκε το βυζικό και αν τώρα νιώθει καλύτερα; Επιπλέον, θα τα εκθειάσω αν είναι πετυχημένα, και έτσι θα ανεβάσω και την αυτοπεποίθησή της που είναι και το πλέον ζητούμενο. Το να υποκρίνομαι ότι δεν έχω εντοπίσει την αλλαγή δεν είναι χαζό; Τι πάει να πει «τη φέρνω σε δύσκολη θέση;» Κι αυτή φέρνει εμένα σε δύσκολη θέση που παρατηρώ κάτι που βγάζει πλέον μάτι αλλά δεν «δικαιούμαι» να το θίξω.

Σαν την άλλη φορά, που ένας φίλος φαλακρός εμφανίστηκε ξαφνικά με περούκα και εγώ έπρεπε να υποκριθώ ότι δεν τρέχει τίποτα. Σα να ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο! Μα πρώτα απ’ όλα έχω απορίες. Πώς το πήρε απόφαση; Πού βρήκε την περούκα; Πώς την περιποιείται; Την φορά και όταν κοιμάται; Πώς τη στερεώνει για να μην του την πάρει ο αέρας; «Μην τον ρωτάς να μην έρθει σε δύσκολη θέση!»  μου λένε. Ποια δύσκολη θέση μάνα μου που είχε να δει τρίχα το κεφάλι του από το λύκειο;» Ξαφνικά αποκτά τριχοφυΐα πιο πυκνή και από βλάστηση σε νησί του ειρηνικού ωκεανού και εγώ θα κάνω ότι δεν τη βλέπω;  Πάτε καλά;

«Να μπεις στο google άμα έχεις απορίες, Δεν είναι ανάγκη να αναγκάζεις τον κόσμο να μιλήσει για κάτι που ίσως δεν νιώθει άνετα!» ‘Αμα δεν νιώθουν άνετα με κάτι που οι ίδιοι επέλεξαν να κάνουν και το οποίο βγάζει μάτι, προφανώς δεν ήταν έτοιμοι γι’ αυτό. Ας πάνε σ’ ένα καλό ψυχολόγο να εξοικειωθούν με την εικόνα τους. Αν για παράδειγμα, μια γνωστή μου ζυγίζει 150 κιλά και μετά από λίγο καιρό εμφανιστεί σαν μοντέλο δεν θα χαρεί να της πω πόσο πιο όμορφη φαίνεται με τα κιλά που έχασε; Θα πρέπει και εκεί να υποκριθώ ότι δεν βλέπω την αλλαγή; Γιατί με τα βυζιά και την περούκα να συμπεριφερθώ διαφορετικά; Και εδώ για καλό έγινε ό, τι έγινε.

Ίσως επειδή τα κιλά έφυγαν με γυμναστική, με κόπο και φυσικό τρόπο, ενώ η περούκα και η σιλικόνη είναι κάτι ψεύτικο που απλώς παραμυθιάζει τον άλλον. Ναι, οκ, θα συμφωνήσω. Αλλά αν αυτή η ψευδαίσθηση του ανεβάζει τη ψυχολογία γιατί εγώ να υποκριθώ ότι δεν βλέπω τον ελέφαντα στο δωμάτιο; Κοτζάμ ελέφαντας!

Όπως προείπα, μέχρι σήμερα αποφεύγω να σχολιάζω. Αλλά νιώθω τόσο άβολα που νομίζω ότι είναι χειρότερο να με βλέπει ο άλλος να τον κοιτάζω περίεργα, παρά να το συζητήσουμε σαν να είναι το πιο φυσικό πράμα στον κόσμο και να τελειώνει εκεί το θέμα. Μια άλλη φορά για παράδειγμα, συναντήθηκα με μία γνωστή μου η οποία είχε μόλις είχε κάνει μπότοξ. Ήταν τόσο αποτυχημένο που έβγαζε μάτι. Το ένα φρύδι είχε σηκωθεί πιο πολύ από το άλλο, που νόμιζες πως έπαθε εγκεφαλικό. Ήθελα να της πω «τι έπαθες; Είσαι καλά; Μια θεία μου είχε πάθει κόλπο όταν ήμουν μικρός και είχε την ίδια έκφραση μαζί σου, μήπως να καλέσουμε γιατρό;» Αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν της έκατσε η ένεση και ανακουφίστηκα. Δεν είπα τίποτα, αλλά όλες αυτές οι σκέψεις διαπέρασαν το μυαλό μου και νομίζω ότι φάνηκαν στο ύφος μου. Με ένα «τι έπαθες» και με ένα «δεν μου έκατσε το μπότοξ» ξεμπερδεύαμε. Αλλά πού να τολμήσουμε να βάλουμε τα δάχτυλα υπό τον τύπον των ήλων;

Μην ανοίξω συζήτηση για πιο προσωπικά θέματα. Εκεί να δεις αμηχανία. Για παράδειγμα, φίλος σου που δεν μιλά για τα προσωπικά του και υποψιάζεσαι ότι είναι γκέι. Εμφανίζεται ξαφνικά με ένα «φίλο» του, αλλά δεν θέλει να σου πει ευθαρσώς ότι πρόκειται για τον γκόμενο του. Εσύ συμπεριφέρεσαι άνετα, του δίνεις χώρο να εκφραστεί αλλά αυτός τίποτα. Πώς να κάνεις φυσιολογική συζήτηση με αυτό τον άνθρωπο που πρώτα απ’ όλα ο ίδιος δεν έχει εξοικειωθεί με την ιδέα; Καθόμαστε, πίνουμε μαζί καφέ, σου λέω τα προβλήματά μου, αλλά εσύ δεν συμμετέχεις ούτε συμβάλλεις με δικά σου παθήματα επειδή φοβάσαι να πεις ότι «ο σύντροφός σου» είναι του ιδίου φύλου. Μιλάς γενικά και αόριστα και μας αναγκάζεις κι εμάς να μιλούμε τόσο αποστειρωμένα και ψυχρά σαν να είμαστε σε πολιτική εκπομπή και πρέπει να χρησιμοποιούμε πολιτική ορθότητα. Γιατί φοβάσαι; Αφού σε καταλάβαμε. Σε αγαπούμε όπως είσαι και γνωρίζουμε τις προτιμήσεις σου. Στο δείχνουμε! Ή για την άλλη,,. Που εκεί που δεν είναι παντρεμένη, δεν είχε καν σχέση, εμφανίζεται ξαφνικά με παιδί τριών χρονών και μάλιστα έγχρωμο. Την αποκαλεί «μαμά». Αλλά δεν τολμά να μας πει ότι υιοθέτησε, ή ότι πήρε σπέρμα από δότη, ή ότι πήγε στην Αφρική και έσωσε ένα παιδάκι από το ορφανοτροφείο.

Τώρα θα μου πεις, η πραγματικότητα μιλά από μόνη της. Τι θες να σου δώσουν λογαριασμό; Όχι, συμφωνώ ότι αυτά τα θέματα είναι πιο ευαίσθητα, πιο λεπτά, πιο προσωπικά και δεν μπορείς να βγάζεις τα σώψυχά σου σαν να «δίνεις λογαριασμό» ή να τα συζητάς έτσι απλά όπως μία αισθητική αλλαγή σαν αυτές που προανέφερα. Αλλά έτσι δεν κάνουμε συζήτηση. Και εγώ πιστεύω ότι αν εσύ δεν υποστηρίζεις τις επιλογές σου σαν να είναι οι πιο φυσιολογικές του κόσμου, τότε και ο κόσμος θα συνεχίζει να τις αντιμετωπίζει σαν να είναι «ιδιαίτερες». Σάμπως εγώ σου «δίνω λογαριασμό» όταν μπορεί να σου πω ότι τσακώθηκα με τη γυναίκα μου; Λογικό είναι ότι κάποτε τσακώνομαι και με τη γυναίκα μου και στο λέω. Θεωρείς ότι έτσι «σου δίνω λογαριασμό;»

Να μην μιλάμε για τίποτα, τότε. Μόνο περί ανέμων και υδάτων! Ώσπου ο ένας απ’ τους δυο να πεθάνει από βαρεμάρα. Εγώ δηλαδή.