Τον Ιούλιο του 2006 ανακάλυψα το μπλόγγινγκ (άκου λέξη!)
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συμπληρώνω φέτος 20 συναπτά έτη γραφής εδώ μέσα.
Ξεκίνησα να γράφω εδώ μέσα επειδή ανέκαθεν στη ζωή το παιχνίδι μου ήταν τα ΜΜΕ. Όταν ήμουν μικρός τύπωνα εφημερίδα. Είχα μία οικογενειακή στην οποία έγραφα με τα ξαδέλφια μου τα άπλυτα και τα βγάζαμε στη φόρα (την πουλούσαμε κανονικά στη γειτονιά για 20σεντς, ώσπου το έμαθαν οι γονείς μας και έγιναν έξαλλοι), και άλλη μία σχολική εφημερίδα με τον συμμαθητή μου τον Παντελή, στην οποία καταγράφαμε ειδήσεις και κουτσομπολιά του σχολείου. Κάναμε infotainment πολύ πριν ανακαλυφθεί ο όρος!
Επίσης, τα απογεύματα έπαιζα “ραδιοφωνικό σταθμό” με τους φίλους μου στο Δημοτικό. Τηλεφωνούσαμε σε σπίτια και ζητούσαμε σε συμμαθητές μας να βγουν στον αέρα (ποιον αέρα; τον αέρα τον κοπανιστό) και να λάβουν μέρος σε κουίζ και να κερδίσουν πλούσια δώρα. Στην πολλή την ώρα κάποιος γονέας από τη μία ή την άλλη οικογένεια νευρίαζε, άρπαζε το ακουστικό, μας έριχνε κι ένα “περιμένουμε επείγον τηλεφώνημα” και μας το έκλεινε. Λίγα χρόνια αργότερα, με την εμφάνιση πληθώρας ιδιωτικών, τηλεοπτικών καναλιών έπαιζα “τηλεοπτικό κανάλι”. Έστηνα τη κάμερα του θείου μου, άναβα προβολείς, έφτιαχνα σκηνικά και έβαζα τις ξαδέλφες και την αδελφή μου να παίζουν ελληνικές σειρές, να παρουσιάζουν τηλεοπτικά σόου και άλλα τέτοια. Με αυτή την έφεση δεν θα μου γλίτωναν τα μπλογκς.
Έγραφα ούτως ή άλλως για 15 χρόνια ημερολόγιο (από το 1995!) σε ένα word document που είχα φυλαγμένο στον υπολογιστή μου. Η ανάγκη μου να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τον υπερπέραν και η ελπίδα ότι κάπου εκεί έξω μπορεί να υπάρχει άλλος ένας άνθρωπος που να συμμερίζεται τα πιστεύω σου, με εξώθησαν στο να μεταφέρω την ημερολογιακή μου γραφή και στο μπλογκ. Στην αρχή ήταν και λίγο σαν παιχνίδι πάλι, μιας και δεν πίστεύα ότι θα μπορούσε να αφορά κανέναν τι γράφει ένας 26χρονος στο ίντερνετ, ώσπου μετά σοβάρεψε και πέρασε από χίλια μύρια κύματα. Υπήρχε εποχή, το 2009, που είχα 10.000 επισκέψεις την ημέρα! Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια το μπλογκ αυτό αφορά μόνο εμένα και άλλους 10 περίεργους, που απορώ κι εγώ γιατί συνεχίζουν να μπαίνουν εδώ μέσα και να διαβάζουν. Σόρρι για το «περίεργους», δεν το λέω με την κακή έννοια.
Η πρώτη μπλόγγερ που διάβασα ήταν η Δρακούνα. Θυμάμαι ότι είχε γράψει ένα κείμενο για «τις κουρτίνες του Χίλτον» και το βρήκα πολύ ευφάνταστο για Κύπρια. Ήταν πριν μάθουμε τις πολιτικές της πεποιθήσεις και αναγουλιάσουμε. Μάλιστα, τόσο πολύ είχα εντυπωσιαστεί με τη γραφή της Δρακούνας που δεν πίστευα ότι επρόκειτο για Κύπριας. Της είχα στείλει και e-mail τότε, ότι ήθελα να τη γνωρίσω, γιατί για κάποιο διεστραμμένο λόγο έβρισκα το χιούμορ της εξαιρετικό (τόσα ήξερα κι εγώ τότε...) Φυσικά, δεν μου απάντησε ποτέ. Μετά κατάλαβα ότι επρόκειτο για μεγάλης ντίβας.
Επίσης, είχα μανία να διαβάζω τον Yoreeka. Εκείνον τον Πόντιο που ανέβαζε συχνά αναρτήσεις με τις αφίσες των μουσικών σχημάτων στην Αθήνα, και έκραζε τις πόζες τους. Ταυτιζόμουν πολύ με τον Yoreeka ώσπου κάτι έπαθε, κάποιος ανακάλυψε την ταυτότητα του και τον ξεμπρόστιασε, και έτσι αναγκάστηκε να κλειδώσει το μπλογκ του και να το διαβάζουν μόνο όσοι είχαν λάβει ειδική πρόσκληση. Δεν ήμουν ανάμεσα στους προσκεκλημένους και θυμάμαι ότι με ψιλοπείραξε.
Την πρώτη φορά που επικοινώνησε μαζί μου άγνωστος αναγνώστης ήμουν φοιτητής στο Κάρντιφ. Στο Κάρντιφ είχα την ησυχία μου και έγραφα ανελλιπώς. Κάθε μέρα. Καμιά φορά και δυο φορές μέσα στην ίδια μέρα. Αν προσέξετε, το 2007 ήταν η χρονιά με τα περισσότερα κείμενα. Λάτρεύα να γράφω τότε. Το μπλογκ ήταν η παρέα μου και ένας έμμεσος τρόπος να μαθαίνουν στην Κύπρο τα νέα μου οι φίλοι μου. Τότε είχα και μία ισχνή ελπίδα ότι θα μείνω αιώνια στα ξένα, και το μπλογκ ήταν ένας τρόπος να κρατώ επαφή με την Κύπρο που θα άφηνα πίσω μου. Ένα βράδυ που καθόμουν στο δωματιάκι μου, έλαβα για πρώτη φορά μέηλ από μία αναγνώστρια η οποία τω καιρώ εκείνω ήταν 15 χρονών. Με ρωτούσε την άποψη μου για τον επαγγελματικό της προσανατολισμό γιατί είχα γράψει ένα κείμενο για τη νομική και ήθελε πληροφορίες. Σκέφτηκα ότι για να με διαβάζουν πιτσιρίκια και να θεωρούν ότι είμαι αυθεντία στο να συμβουλεύσω, πάει να πει ότι έχω πέραση. Με εκείνο το 15χρονο κορίτσι που πλέον είναι μεγάλη κοπέλα είμαστε φίλοι στο ΦΒ ακόμα.
Μετά έλαβα κι άλλα σχόλια από Κύπριους αναγνώστες. Η πρώτη ήταν η APOTHNEDRA. Στην αρχή αυτό το πράγμα με συνάρπαζε. Το ότι ένας ξένος αφιέρωνε χρόνο να με διαβάσει και να μου γράψει το έβρισκα τρομερά γοητευτικό. Πολλές φορές έμπαινα και στη διαδικασία να ανακαλύψω με κάθε τρόπο ποιος κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο και τι προθέσεις είχε. Σπάνια κατάφερνα να ψυχολογήσω τις προθέσεις. Πολλές φορές ένιωθα ότι δεχόμουν επίθεση ενώ ο άλλος άφηνε ένα σχόλιο για να το αφήσει. Σπανίως ένιωθα ότι ο κόσμος ερχόταν στο μπλογκ καλοπροαίρετα. Εκτός κι αν επρόκειτο για άλλους μπλόγγερς τους οποίους μπορούσα διαβάζοντάς τους να καταλάβω κι εγώ τι καπνό φουμάρανε.
Ήταν εποχές που τα σόσιαλ μίντια δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί. Το 2007 ήταν η χρονιά που άνοιξε το Facebook στο ευρύ κοινό. Δεν υπήρχε καν τουίτερ και ίνσταγκραμ. Ακόμη και τότε, στοFacebook δεν δινόταν η ευκαιρία στους χρήστες να μοιραστούν τις σκέψεις τους και να σχολιάσουν τις ειδήσεις από κάτω. Εξ ου και τα μπλογκς είχαν την πρωτοκαθεδρία και την απήχηση που είχαν. Άπαξ και πήρε χαμπάρι η Meta ότι αν δώσεις βήμα στους πάντες, έχει να γίνει του αλγόριθμου το κέρατο, περάσαμε σε άλλη πίστα και τα μπλογκς άρχισαν να ξεθωριάζουν.
Δυσκολεύτηκα τρομερά να βρω άλλα μπλογκς να μου αρέσουν. Για να έχει ενδιαφέρον το μπλογκ έπρεπε ο άλλος να εκτίθεται. Και να εκτίθεται οριακά και ίσως ανεπανόρθωτα. Έπρεπε να έχει καημό, να έχει νταλκά. Η Γουρουνέλλα που ήθελε να μείνει έγκυος, ή η Αχάπαρη που είχε εμμονή με την πεθερά της ήταν τέτοια μπλογκς. Η Μπέατριξ που μιλά ανοιχτά για τον πόνο που της προκάλεσε το διαζύγιο της, επίσης. Αυτούς που έγραφαν γενικά και αόριστα συναισθήματα τα οποία έπρεπε να ήσουν η Πυθεία για να τα ερμηνεύσεις, δεν τους πολύ άντεχα. Παρόλα αυτά, γνώρισα αρκετούς μπλόγγερς από κοντά, τη συντριπτική πλειοψηφία των οποίων με χαρά. Με πολύ λίγους κράτησα επαφή. Σήμερα νομίζω μιλώ μόνο με τη Γουρουνέλλα, και μ’ αυτήν μια φορά τον χρόνο, την οποία πια προσφωνώ με το κανονικό της όνομα.
Μια φορά μου ζητήθηκε από κάποιον κύριο που ήθελε να ανοίξει ένα σάιτ να αναδημοσιεύει κείμενα μου εκεί. Επειδή δεν προτίθετο να με πληρώσει, δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα, του είπα «ό,τι θέλεις κάνε», επειδή μια ψωνάρα μέσα μου ήλπιζε ότι με την έκθεση μπορεί μια μέρα να βρεθεί κάποιος να θέλει να με πληρώσει. Η αλήθεια είναι ότι στις διαφημιστικές εταιρείες που δούλεψα όταν ήμουν 28-29 χρονών το μπλογκ συνέβαλε τα μέγιστα στην πρόσληψή μου, άρα γιατί να μην μου αποφέρει χρήμα πλαγίως;
Ενόσω με αναδημοσίευε ο συγκεκριμένος κύριος online, έτρωγα πολύ μίσος στα σχόλια του σάιτ του. Δεν είχα μπει ποτέ στο σάιτ του επειδή σκεφτόμουν ότι η θεματολογία μου δεν αφορά και κανέναν, οπότε δεν περίμενα να υπάρχουν αντιδράσεις. Αλλά μια φορά που πέρασα τη βόλτα μου, έπαθα σοκ από τα εκατοντάδες ιβρυστικά σχόλια χρηστών κάτω από τα κείμενα μου - και δεν εννοώ καν τα πολιτικά κείμενα στα οποία θα μπορούσε να υπάρξει πόλωση και προστριβή, – θυμάμαι ότι με έβριζαν επειδή τόλμησα να γράψω ότι δεν μου αρέσουν τα ταττού! Φυσικά, ο κύριος που κατείχε το σάιτ δεν έκρινε ότι όφειλε να προστατεύσει τον συγγραφέα που του παρείχε δωρεάν περιεχόμενο. Τους άφηνε να χώνουν. Απολάμβανε που υπήρχε νταβαντούρι κάτω από τα κείμενα του σάιτ του. Μια μέρα φαλίρησε και το έκλεισε. Καλά να πάθει.
Αν κάτι μου δίδαξε η γραφή είναι ότι το να έχεις γνώμη και δη ισχυρή γνώμη έχει βαρύ τίμημα. Ο κόσμος δεν είναι σαν το καφέ του πανεπιστημίου όπου ο καθένας μας ξεφούρνιζε ό,τι του καπνίσει και όλοι οι άλλοι σέβονταν τη γνώμη του ή αν διαφωνούσαν το πολύ-πολύ να την προσπερνούσαν. Εδώ έπρεπε όλα να περνούν από κόσκινο πριν δημοσιευτούν γιατί ο καθένας είχε τον πόνο του. Δεν θα ξεχάσω που κάποτε χρησιμοποίησα τον όρο «καθυστερημένος» και έλαβα παρατήρηση με γυναίκα που είχε γιο με αυτισμό ότι δεν χρησιμοποιώ τη γλώσσα με ευαισθησία. Αν έπρεπε να φιλτράρω κάθε μου λέξη δεν θα είχα καμία αυθεντικότητα, δεν θα έκανα άλλη δουλειά. Εδώ, λέω τα δικά μου. Αν τα αντέχεις, καλώς. Αν όχι, πολύ καλώς, στο καλό και να μου γράφετε.
Έλεγα σε ένα φίλο πριν πολύ καιρό πως ό,τι γράφω στο μπλογκ είναι η «στρογγυλεμένη έκδοση» και ότι συνήθως αφήνω ένα κείμενο να κρυώσει πριν το δημοσιεύω και δεν με πίστευε. Κι όμως ισχύει. Όταν αρχίσω να γράφω δεν είμαι ψύχραιμος. Γράφω πάντα εν θερμώ γιατί ο σκοπός της γραφής είναι η εκτόνωση. Είναι σαν το σεξ. Δεν περιμένεις ποτέ να σου φύγει η κάβλα για να πηδήξεις. Έτσι και στο γράψιμο. Γράφω όπως μου έρχονται. Μετά κόβω και ράβω ό,τι προαιρούμαι για να αποφύγω τις μηνύσεις. Τα νερόβραστα κείμενα εμένα δεν με φτιάχνουν. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά ταμπεραμέντα.
Δεν είμαι εδώ για να εξυπηρετήσω ακροατήριο πια. Αν κάποτε, προ εικοσαετίας υπήρχε μια υπόγεια ανάγκη αποδοχής μέσα απ’ εδώ, αυτή έχει περάσει προ πολλού. Γράφω γιατί εξυπηρετούμαι εγώ, εξ ου και πλέον γράφω μια ή δυο φορές το μήνα. Δεν είναι ότι δεν έχω πράγματα να πω. Έχω άπειρα πράγματα να πω. Τα κοινωνικοπολιτικά τα έχω θίξει εκατό φορές και τίποτε δεν αλλάζει. Τα προσωπικά μου δυστυχώς, τα οποία θέλω ακόμη περισσότερο να τα μοιραστώ, να γλιτώσω και το 80ευρω της ψυχολόγου, δεν δύναμαι. Έχω οικογένεια και είμαστε πλέον συγκοινωνούντα δοχεία. Τα επαγγελματικά μου, επίσης δεν μπορώ να τα μοιραστώ. Ξέρω ότι κάποιοι συνάδελφοι με διαβάζουν και με περιμένουν στη γωνία.
Γενικώς, έφτασα στην ηλικία των 46 και το «παιχνίδι» τελειώνει. Όσο και να θέλω να εξομολογηθώ πράγματα, έχω πλέον ένα γιο που ξέρει και διαβάζει και σύντομα θα έχω και μια κόρη. Δεν είμαι υπόλογος μόνο στον εαυτό μου. Είμαι υπόλογος σε αυτούς. Και αυτούς τους δύο τους αγαπώ. Το μπλογκ μπορεί να μπει και σε δεύτερη και σε τρίτη μοίρα. Βέβαια, έχω το μπλογκ της Γιουροβίζιον από το 2021 στο οποίο γράφω πιο συχνά, (πλάκα-πλάκα το έχω εδώ και 5 χρόνια!) Και θα συνεχίσω να γράφω εκεί όσο αντέχω τις μαλακίες-τραγούδια που κερδίζουν κάθε χρόνο.
Και το παρόν μπλογκ, πάντως, δεν σκοπεύω να το κλείσω. Απλώς δεν μπορώ πια να το αναβιώσω στον βαθμό που θα ήθελα, ούτε να το επαναφέρω στις δόξες του. Πρέπει κάτι να παλιώσει πολύ για να μπορέσω να το μοιραστώ. Πάντως όταν μου έρχεται να γράψω, θα γράφω.
Πού ξέρεις... Ίσως γράφω γι’ άλλα είκοσι χρόνια και μια μέρα μπω στο βιβλίο Γκίνες!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου