Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2010

Όλα είναι Παρελθόν!

Κάποτε, έκανα στενή παρέα με μια κοπέλα η οποία μου εκμυστηρεύτηκε πως βγήκε ραντεβού με γκόμενο που γούσταρε τρελά, αλλά αρνήθηκε να του κάτσει επειδή αυτός φορούσε παπούτσια που έδεναν με σιδερένιο κολανάκι στο πλάι. Έβγαλε σπυριά η Κύπρια Patricia Field και μου τόνισε πως πρέπει να είμαι κι εγώ πιο προσεγμένος ενδυματολογικά αν θέλω να γαμήσω. Έκτοτε, άρχισα να δίνω τρομερή σημασία στο ντύσιμό μου, σε σημείο που ξόδευα τεράστια ποσά σε μάρκες. Ειδικά ως φοιτητής στην Αγγλία του έδινα και καταλάβαινε. Σήμερα, δοξάζω το Θεό που με φώτισε και αναθεώρησα αυτές τις lifestyle μαλακίες και επιβιώνω με δυο blue jeans όλο τον χειμώνα και μια βερμούδα το καλοκαίρι. Κλαίω τα λεφτά που ξόδευα τότε, ενώ θεωρώ τα ρούχα την πιο άχρηστη αγορά που μπορεί να κάνει κάποιος. Άσε που όσο πιο γύφτος δείχνεις στις μέρες μας, τόσο μεγαλύτερο σουξέ έχεις! Δεν βλέπεις τι γίνεται;



Κάποτε, όπως ξέρετε, ήμουν ερωτευμένος με μια Κολομβιανή. Το εμπεδώσατε, αλλά το ξαναλέμε για τους καινούριους. Όταν ξεμπέρδεψα με το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπουδάζαμε μαζί και μετακόμισα στο Λονδίνο για μεταπτυχιακό, έψαχνα σαν τρελός να βρω αυτήν που θα έπαιρνε τη θέση της στην καρδιά μου. Μπαίνοντας στο αμφιθέατρο την πρώτη μέρα, εντόπισα την «ωραία της τάξης» και έσπευσα στο διάλειμμα να της συστηθώ, μπας και κάτσει κάνα νταραβέρι. Τελικά, η ωραία της τάξης ήταν Ελληνίδα, ονόματι Ντορέτα. Πήγαμε για καφέ στο διάλειμμα της διάλεξης και εκεί μου έσκασε τη βόμβα: «Ξέρεις, δεν είμαι ακριβώς Ελληνίδα… Γεννήθηκα στην Ελλάδα, αλλά οι γονείς μου είναι μετανάστες από την Κολομβία!» Έ, ή έχεις τον μαγνήτη, ή δεν τον έχεις!



Κάποτε, πήγαμε οικογενειακώς στον Πρωταρά να κάνουμε ρεβεγιόν Χριστουγέννων. Πρέπει να ήταν το 1989, τότε που τα μόνα ξενοδοχεία στην περιοχή ήταν το Sunrise και το Βρισσιάνα. Οι γονείς μου το βράδυ θα πήγαιναν με φίλους τους έξω και έπρεπε να βρουν μια γυναίκα για να προσέχει εμένα και την αδελφή μου. Εγώ ουδέποτε δέχτηκα να έρθει ξένη γυναίκα στο σπίτι. Ήθελα πάντα τη γιαγιά μου για baby sitter. Έλα όμως που η γιαγιά δεν ήταν εύκαιρη για εκτός πόλεως επιτηρήσεις… Έτσι, οι γονείς μας κοίμισαν νωρίς και έφυγαν για έξω φέρνοντας τη γυναίκα και την κόρη του μάγειρα του ξενοδοχείου να μας προσέχουν. Εμείς βέβαια κοιμόμασταν του καλού καιρού και δεν προλάβαμε να αντιληφθούμε την παρουσία τους, ώστε να αρχίσουμε τα ουρλιαχτά.



Όμως, εν μέσω νυκτός εγώ ξύπνησα και είδα απέναντί μου μια μαυροφορεμένη γερόντισσα να κάθεται σκυφτή δίπλα από την κόρη της, μια χοντρή πολλών μεγατόνων. Έτρωγαν πασατέμπο και μάλιστα έφτυναν τα φύλλα σε μια σακούλα μπροστά τους! «Κριτς-κριτς φτου! Κριτς-κριτς, φτου!» Έτσι θορυβούσαν οληνυχτίς! Η κόρη του μάγειρα είχε σγουρά μαλλιά και κάτι χερούκλες που θα ζήλευε και η ‘φόνισσα’ του Παπαδιαμάντη. «Εξύπνησες, μάνα μου;» με ρώτησε η γριά με το τσεμπέρι. Εγώ δεν απάντησα. Τις κοίταξα και τις δύο καλά-καλά, κι έπεσα πίσω ξερός! Το άλλο πρωί είπα στους γονείς μου: «Ψες το βράδυ, είδα όνειρο ότι ήταν μες το δωμάτιό μας μια χοντρή και μια γριά κι έτρωγαν πασατέμπο! Τι όνειρα βλέπω κι εγώ!» Μου εξήγησαν ότι δεν επρόκειτο για όνειρο λίγες μέρες μετά, κρατώντας απόσταση ασφαλείας.



Κάποτε, όταν ήμουν 6-7 χρονών, πίστευα ότι οι άλλες χώρες είναι χτισμένες στα σύννεφα, εξ ου και η ανάγκη του αεροπλάνου για να τες επισκεφτούμε. Επίσης, πίστευα ότι υπάρχουν χώρες υποθαλάσσιες, τις οποίες επισκεπτόμαστε μόνο με το πλοίο -το οποίο προφανώς αφού απομακρυνθεί από την ακτή βουλιάζει και πάμε όλοι στον βυθό, όπου είναι χτισμένες άλλες πολιτείες.



Κάποτε – και αυτό ψιλό-ντρέπομαι που θα το μοιραστώ μαζί σας- όταν ήμουν φοιτητής έψαχνα αφορμή για να επισκεφτώ μια κοπέλα που μ’ άρεσε στο δωμάτιό της. Δεν έβρισκα πειστικό λόγο για να την επισκεφτώ, οπότε σκέφτηκα να υποκριθώ ότι θέλω να δανειστώ το σίδερό της για να σιδερώσω κάτι ρούχα (ναι, ξέρω, μεγάλη μαλακία, αλλά εκείνη την ώρα αυτό μου ήρθε!). Πήγα επάνω και της χτύπησα την πόρτα, αλλά δεν μου απάντησε κανείς. Από το χτύπημα όμως, παρατήρησα ότι η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη και άνοιξε μια μικρή χαραμάδα. Ρίχνοντας μια γρήγορη, κλεφτή ματιά απ’ τη χαραμάδα, παρατήρησα ότι η κοπέλα ήταν με έναν Αμερικάνο φοιτητή Erasmus και ψιλό-πηδιόντουσαν. Δεν τους πέτυχα επάνω στην διείσδυση, ευτυχώς. Αλλά ήταν ξεκάθαρο πως διέκοψα τα προκαταρκτικά τους. Η κοπέλα με είδε και διέκοψε το τρυφερό εσταντανέ. Πετάχτηκε επάνω, τυλίχτηκε το σεντόνι, άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Χίλια συγγνώμη! Γίνεται ένας χαμός εδώ, όπως κατάλαβες! Έγινε κάτι;»



Έτοιμος να κλάψω και χωρίς να σκεφτώ πριν μιλήσω της είπα: «Ε, βασικά θέλω να δανειστώ το σίδερο!»



Και μου το έδωσε. Και εγώ ο μαλάκας το πήρα. Και έφυγα.


Ο Αμερικάνος από πίσω γέλαγε και η πόρτα έκλεισε ερμητικά.



8 σχόλια:

ioannis είπε...

file oraies oi istorioules sou alla enai opos tin tainia tou eminem. den kataligoun kapou. Where is the conclusion??

Ανώνυμος είπε...

Χρίστο μου,
Δεν ήξερα ότι γνωρίζεις ακόμα μία Ντορέτα και μάλιστα Κολομβιανή :-).
Ντορέττα

Anti-Christos είπε...

@Ιωάννης: Γιατί να πρέπει να καταλήγουν κάπου; Εν δοκίμια για τις εισαγωγικές που γράφουμε δαμέ; Αυτά θυμήθηκα, αυτά έγραψα!

@Ντορέτα: Ναι, υπάρχουν κι άλλες, αλλά δεν έπρεπε να το πούμε, για να νομίζει ο κόσμος ότι σε σένα αναφέρομαι! :Ρ

homo anisorropus είπε...

Να πω την αλήθεια κι εγώ όταν τα διάβαζα σκέφτηκα μα πώς κολλάνε μεταξύ τους, αλλά μετα είδα τον τίτλο και κατάλαβα..
Επειδή έχω φρέσκιες όλeς σου τις ιστορίες, ένα έχω να σου πω, σαν παιδάκι δεν επαίζεσουν! :)))

κι αγνάντευε... είπε...

Μάνα μου Χρίστο μου, εξηγούνται πολλά - για όλα φταίει η γριά!!!
Υ.Γ. Η Κυπραία στην αρχή εννοείται ότι δεν ήταν στα καλά της...

UrbanTulip είπε...

χα χα αχ το σιδερο...καημένο αγόρι...

Rain Tears είπε...

Το παρελθόν καλά κάμνει να μείνει εκεί! (μα σε πόσους να το πω σήμερα??)
Άνθρωπος χωρίς αναμνήσεις, έστω και αστείες,ευτράπελες,τραγικές...είναι ήδη νεκρός!
Φυσικά κάποτε εν καλή και η αμνησία.

Πππεεε δεν βγάζω νόημα. Ό,τι καταλάβεις εκατάλαβες!!

Ανώνυμος είπε...

Politeies ypothalassies kai aiwroumenes sta synnefa!T omorfa!!!ma t kalos mpampas pou tha gineis!K akoma kaluteros pappous :-)!

Makia
Angel