Μπορεί κάποιος να
μου εξηγήσει γιατί ο Κυπραίος πρέπει να βλέπει Κυπραίους στην τηλεόραση για να
ψυχαγωγηθεί; Αυτή η μόδα που πρέπει όλα να προσαρμοστούν στα κυπριακά δεδομένα
και επίπεδα για να ικανοποιηθεί ο ιθαγενής δεν είναι τα μάλα υποτιμητική; Γιατί
τα πάντα πρέπει να προσαρμόζονται στο κυπριακό γίγνεσθαι για να αποκτούν υψηλή
τηλεθέαση; Είμαστε λαός καθυστερημένος; Ρητορικόν το ερώτημα.
Το πρώτο σοκ το
είχα πάθει όταν άρχισαν να προσαρμόζονται θεατρικά νεοελληνικά έργα στην
κυπριακή διάλεκτο. «Για να είναι πιο κοντά στο τοπικό κοινό» έλεγαν οι παραγωγοί.
Δεν άλλαζαν απλά δυο τρεις αναφορές σχετικές με την πολιτική σκηνή της Ελλάδας
για να γίνουν πιο κατανοητές από τους Κυπρίους. Άλλαζαν τα πάντα. Το ‘έχεις’
έπρεπε να προφέρεται ‘έσιεις’ για να προκαλεί γέλιο. Το ‘εσύ’ έπρεπε να γίνει ‘εσού’
για να φύρνεται το κοινό. Λώρης και Τσιάκκας οι πρώτοι διδάξαντες και
ακολούθησαν κι άλλοι σύγχρονοι τραγικοί.
Απόρησα.
Τόσα χρόνια βλέπαμε μια χαρά θέατρο στην Κύπρο και ουδέποτε είχαμε πρόβλημα
ταύτισης με τους ήρωες ή κατανόησης της υπόθεσης επειδή ομιλούσαν την κοινή
ελληνική. Με θίγει ακόμη και ως σκέψη το ενδεχόμενο να ήταν αυτή το πρόβλημα. Γιατί
μετά το 2000 έπρεπε όλα να έχουν κυπριακές αποχρώσεις για να απορροφηθούν από
το ευρύ κοινό; Ξανά ρητορικόν το ερώτημα. Μην σας υπενθυμίζω την καθυστερημάδα σας
σε κάθε παράγραφο και με πείτε κολλημένο.
Αλλά φταίνε και οι
ηθοποιοί μας. Που το ανέχτηκαν και το συντήρησαν όλο αυτό το χάλι. Να παίζουν δηλαδή
τον «Κυπραίο καραγκιόζη» με κάθε ευκαιρία. Που έχουν καταντήσει σε όλες τις σειρές
που συμμετέχουν να παίζουν απλά τον «Κυπραίο». Δεν είδα ποτέ Κύπριο ηθοποιό να
συμμετέχει σε ελληνική σειρά και να μην παριστάνει τον Κύπριο. Ή, τέλος πάντων,
να μην είναι η καταγωγή του καίριο χαρακτηριστικό του ρόλου του. Σαν τους Πόντιους στα ανέκδοτα. Η Μαριέλλα
Σαββίδου στην Εθνική Ελλάδος του Καπουτζίδη έκανε την Κύπρια (υπέροχα την
υποδύθηκε, την αγάπησα τα ξαναείπαμε, αλλά μέχρι εκεί), η Μαρία Φιλίππου από
τον καιρό του «Εμείς κι Εμείς» την Κύπρια έπαιζε. Και το αποκορύφωμα είναι το πρόσφατο δίδυμο των Αρτεμίου και
Σοφοκλέους στο «Μην Αρχίζεις τη Μουρμούρα».
Γιατί έπρεπε σώνει και
καλά να ενταχθεί κυπριακό ζευγάρι στη σειρά; Οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν έβγαζαν γέλιο;
Έπρεπε να δουν οι Κυπραίοι την Αρτεμίου με τη φουκού στην Αθήνα και τον
Σοφοκλέους με τις αγγλικού τύπου πρίζες να ζορίζεται για να ταυτιστούν και να
γελάσουν; Τι κατάντια! Λες και είμαστε διαφορετική κατηγορία χιούμορ και πρέπει
να εκπροσωπούμαστε παντού, να καλύπτουμε ειδικές ανάγκες.
Παρεμπιπτόντως, να
πω ότι παρακολούθησα λίγο τη σειρά και τη βρήκα εντάξει. Την περίμενα πολύ
χειρότερη, σε πρότυπα σαββατιάτικου σκετς. Δεν ήταν. Ήταν αρκετά προσεγμένη και
κατάφερε να ξεφύγει από το αναμενόμενο πρότυπο του χωρκάτη Κυπραίου που παντρεύεται
μια μπίμπο χωρκάτα και σέρνουν τη φωνή τους αλαλάζοντας άπλετα "ρε αγάπηηη" και "ρε μωρόοο", ώσπου να πεθάνουμε. Στα θετικά το
καταγράφω αυτό. Είναι εμφανής η εξέλιξη. Αλλά μόνο και μόνο η ιδέα ότι για να
ανεβούν οι τηλεθεάσεις οι Κυπραίοι πρέπει να δουν Κυπραίους, μου προκαλεί λύπη.
Θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια, τότε που οι Κύπριοι γκετοποιούνταν στην εστία
για να επιβιώσουν. Ε, το ίδιο και στην τηλεόραση.
Το παράδοξο είναι ότι αυτό το
φαινόμενο συμβαίνει μόνο με τις ελληνικές σειρές. Όταν προβάλλονται ξένες
κωμωδίες, μια χαρά τις παρακολουθούν όλοι. Δεν είδα κανέναν να μεταγλωττίζει τους
«Friends» χάριν εξοικείωσης του ευρύτερου κοινού με τη γλώσσα.
Δεν είδα ποτέ τον Ριτζ και τη Μπρουκ της Τόλμης και Γοητείας να μιλούν κυπριακά για να καταλάβει η
80αρα γριά από την τελευταία σπηλιά της Πάφου την υπόθεση. Αυτό το κόμπλεξ με την κυπριακή διάλεκτο, μόνο στις ελληνικές
σειρές μας βγαίνει. Αυτό σαν παρένθεση.
Ας το ξευτιλίσουμε
περαιτέρω το ζήτημα.
Σκεφτήκατε ποτέ αν
η συμμετοχή Κυπρίων σε ελληνικές σειρές αποτελούσε προϋπόθεση για να προβληθούν
στην Κύπρο; Σκεφτήκατε ποτέ πώς θα ήταν οι «Απαράδεκτοι;» Αντί για τον Βλάσση
Μπονάτσο να βλέπατε τον Πανίκο Πιλάλη ως τον κολλητό του Μπέζου; Πώς θα σας καθότανε
αν στους «Μεν» και τους «Δεν» αντί για τον Τίμο και τη Νανά Σταμάτη, οι
γείτονες ήταν ο Τσουρής και η Πόπη Αβραάμ; Θα το βλέπατε με την ίδια αγάπη;
Εμένα μόνο η εικόνα τους μου προκαλεί αποστροφή. Πώς θα σας φαινόταν αν στης «Ελλάδος
τα Παιδιά» έκανε γκεστ ο Κωστάκης Κωνσταντίνου ως αλφάδι; Πρωτότυπο και
ευφάνταστο, ε; Αν στο «Παρά Πέντε» δεν ήταν η Θεοπούλα και η κυρία Σοφία και
είχαμε τον Αργυρίδη και τον Κωνσταντίνου σαν «Πόπη και Άντζελα;» Μην μου πείτε, αυτό θα πει ποιότητα!
Ομοίως, πως θα σας φαινόταν
αν ο Γιάγκος Δράκος είχε έναν μακρινό ξάδελφο στην Κύπρο, που θα υποδυόταν ο Γιώργος
Ζένιος και ο οποίος θα ζητούσε μερίδιο από τα κέρδη της Giant; Πώς θα σας φαινόταν αν οι «Τρεις Χάριτες» δεν είχαν
θεία τη Μπεμπέκα αλλά τη θεία Δώρα από την Κύπρο; Πώς θα σας φαινόταν αν η
Χαρούλα Πεπονάκη δεν είχε για καφετζή τον Φοίβο, αλλά αυτόν τον σβηστό τύπο από
τη σειρά του Καφενείου στο ΡΙΚ1;
Την Κακουράτου την αγαπώ. Τη δεκαετία του '80 Σάββατο παρά Σάββατο ήμουν στο Μιμόζα και έβλεπα τις επιθεωρήσεις της. Μπορεί να αποτελεί κι αυτή μια καρικατούρα του εαυτού της, αλλά τουλάχιστον ήταν ξεχωριστή, αυθεντική και σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Σε όλα τα πιο πάνω παραδείγματα, το να συμμετέχει στις τρεις χάριτες θα ήταν το λιγότερο που θα με ενοχλούσε.
Να, εδώ, ο Σβηστός φέρνει τους καφέδες και η Χαρούλα του λέει "άντε πάαιννε ρε!" Χάλια τα photoshop skills μου, το ξέρω. Αλλά παίρνετε μια ιδέα από το ντεκαντάνς του πράγματος.
Κάποτε, σε 50-100
χρόνια εύχομαι να ξεφύγουμε από το στάτους της καρικατούρας και όσοι ρόλοι
Κυπρίων εντάσσονται σε σειρές να εξυπηρετούν τη πλοκή και όχι το χαμηλού
επιπέδου τηλεοπτικό κοινό. Όσο εξακολουθούμε να παρουσιάζουμε γραφικούς τύπους
ως Κυπρίους για να ταυτιστεί η πλέμπα, μόνο ζημιά προκαλούμε. Τόσο στο γόητρό μας,
όσο και στην «τηλεοπτική βιομηχανία» που κατά τη γνώμη μου χειροτερεύει ώσπου πάει.
Μόνο ευγνωμοσύνη
αισθάνομαι που πρόλαβα καλή ελληνική τηλεόραση χωρίς ίχνος Κύπρου μέσα!