Πέμπτη, Μαΐου 14, 2020

Άλλοι Καιροί

Ανακάλυψα ένα παλιό βίντεο στην αποθήκη του σπιτιού μας προχθές.

Βίντεο, λέγοντας, εννοώ μηχάνημα VHS! Και δουλεύει και μια χαρά! Κατενθουσιάστηκα. Πήγα και δανείστηκα από τον θείο μου ένα adaptor και ξεκίνησα μαραθώνιους προβολών όλων των οικογενειακών ταινιών που είχαμε τραβήξει στη δεκαετία του ’90. Πολλές απ’ αυτές τις είχα ψηφιοποιήσει όταν ήμουν φοιτητής. Αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό έμεινε σκονισμένο στα μπαούλα. Τώρα έχουν όλες οι κασέτες την τιμητική τους. Και τι δεν βρήκα. Σχολικά πάρτι, την ορκωμοσία μου στον στρατό, οικογενειακά τραπέζια, τις πρώτες μας διακοπές με τα αγόρια στην Αγία Νάπα, μεθύσια και άλλα αναρχικά, όλα συνοψισμένα υπό την ομπρέλα «ντροπιαστικό παρελθόν».

Από όσους έστειλα αποσπάσματα να δουν και να θυμηθούν εκείνα τα ανέμελα και υπέροχα χρόνια ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό. Το «πώς ήμασταν έτσι» κυριαρχούσε. Καλά, κι εγώ δεν χάρηκα που με είδα. Ένα απολειφάδι ήμουν. Επειδή, όμως, εγώ ανατρέχω συχνά στο παρελθόν έχω συνηθίσει την εφηβική μου εικόνα και εξοικειώθηκα μαζί της. Δεν αδικώ όσους αναγουλιάστηκαν πάντως.

Δυστυχώς είμαστε η γενιά που δεν μπορεί να δημιουργήσει κανένα μύθο γύρω από την εποχή της. Είναι όλα εκεί καταγραμμένα. Οι γονείς μου, φερ' ειπείν, οι οποίοι μεγάλωσαν σε εποχή που η τεχνολογία δεν επίτρεπε απρόσκοπτη και λεπτομερή καταγραφή της ζωής, μπορούσαν να μας πουλήσουν και λίγο παραμύθι. Να μας διανθίσουν την εποχή τους. Ακόμα περισσότερο οι γιαγιάδες μας. Αλλά εμείς δεν μπορούμε να κοροϊδέψουμε τα παιδιά μας. Αυτοί ήμασταν, δείτε μας. Έτσι ήμασταν ως μωρά, έτσι ήμασταν στο σχολείο, έτσι σαν έφηβοι και έτσι σαν φοιτητές. Αυτό το χάλι όπως ακριβώς το βλέπετε, no filter.

Θα κριθούμε βάναυσα μια μέρα αν αυτά τα βίντεο προβληθούν ενόσω έχουμε παιδιά στην εφηβεία. Δεν θα μπορούμε να επιβληθούμε καθόλου αφού θα έχουν απτές αποδείξεις για το ότι εμείς δεν υπήρξαμε και τίποτα καλύτερο. Εδώ με το ζόρι επιβαλλόμαστε τώρα…

Ήταν άλλη η ζωή μου τότε. Ήμουν κι εγώ άλλος, όλοι ήμασταν άλλοι. Δεν ξέρω αν ήταν πιο ωραία, πάντως εκείνα τα άτομα, όσα ακόμα ζουν, δεν είναι σήμερα τα ίδια. Και φυσικά, δεν εννοώ εμφανισιακά. Ούτε εγώ, ούτε η αδελφή μου, ούτε η μάνα μου, ούτε οι φίλοι μου είμαστε ακόμα εκείνοι οι άνθρωποι στα βίντεα. Για καλό, για κακό, δεν ξέρω. Πάντως μεταξύ μας, τότε, τα βρίσκαμε μια χαρά. Σήμερα είναι που δυσκολεύομαστε. Ακόμα και η Λευκωσία ήταν άλλη τότε. Είδα ένα πλάνο από το 1997 στο οποίο το χιόνι είχε στοιβάξει έξω από το σπίτι μου, στην Έγκωμη, και εμείς δεν ξέραμε αν θα πάμε σχολείο. Ακόμα και ο καιρός ήταν άλλος!

Πώς να είμαστε σε είκοσι χρόνια από τώρα άραγε;


Τρίτη, Μαΐου 12, 2020

Συνασπισμένες Μάζες - Ό, τι Χειρότερο

Πάμε λίγο πάλι την επανάληψή μας, γιατί τα λέμε τα λέμε, αλλά τίποτα δεν μαθαίνετε:

Δεν σου επιτίθενται επειδή είσαι γυναίκα, δεν σε κοροϊδεύουν επειδή είσαι γκέι. Δεν σε υποτιμούν επειδή είσαι μαύρος, ούτε επειδή είσαι στραβός.

Αυτά που βιώνεις δεν πηγάζουν απ’ τη φύση σου. Έγκεινται στη φτωχή σου προσωπικότητα. Υπάρχουν άπειρες γυναίκες εκεί έξω, καθώς επίσης γκέι, μαύροι, φτωχοί και ανάπηροι που διαπρέπουν στην κοινωνία και τυγχάνουν μέγιστου σεβασμού. Κι αυτό γιατί δεν άφησαν χώρο στην επιθετικότητα να απλωθεί και να θεριέψει όταν αυτή ορθώθηκε μπροστά τους. Δεν ανέχτηκαν εξ αρχής μειωτικές συμπεριφορές και είχαν τη γνώση να επιλέγουν τριγύρω τους άντρες (αν δεχτούμε ότι οι άντρες, οι λευκοί, οι στρέητ, ευθύνονται για όλα τα κακά της μοίρας σας), οι οποίοι ήξεραν να σέβονται.

Είναι πολύ εύκολο να θεωρείς ότι δέχεσαι βία εξ αιτίας του φύλου σου. Εύκολο και υποτιμητικό συνάμα. Θα στο χαλάσω, μα δεν δέχεσαι επίθεση εξ αιτίας του φύλου σου. Αν το φύλο ήταν αιτία πρόκλησης μίσους και βίας θα συνέβαινε σε όλους τους ανθρώπους του ιδίου φύλου. Δεν συμβαίνει. Δέχεσαι βία επειδή είσαι αδύναμη προσωπικότητα. Και την προσωπικότητα δεν σου την επέβαλαν, μόνη σου, μόνος σου, τη διαμόρφωσες.

Εγώ όταν δέχτηκα ανελέητο μπούλινγκ στο Γυμνάσιο επί ένα χρόνο, δεν βγήκα να πω ότι φταίει που είμαι ψηλός, φταίει που είμαι λεπτός, φταίει που είμαι ευαίσθητος. Εκ των υστέρων και κοιτάζοντας πίσω, λέω ότι φταίω που ήμουν μαλάκας και τους το επέτρεψα. Όταν πάτησα πόδι και όρθωσα ανάστημα, όταν είδαν ότι κινούσα γη και ουρανό και εξάντλησα όλα τα θεμιτά μέσα για να απαλλαγώ από τη ψυχολογική πίεση που μου ασκούσαν, όχι μόνο σταμάτησαν, αλλά λίγους μήνες μετά γίναμε και φίλοι. «Φίλοι» τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί σήμερα όταν τους θυμάμαι ψιλό-ξερνάω.

Δεν μου φταίνε όμως οι μπούλλις. Μου φταίει ο εαυτός μου που ήταν μπούλης. Θα μου πεις, δεν είχες δικαίωμα να είσαι μπούλης; Ασφαλώς και είχα κάθε δικαίωμα να είμαι μπούλης και όφειλαν να το σεβαστούν. Δεν είναι ιδανικός ο κόσμος μας όμως. Και τότε ήμουν μόλις δεκατεσσάρων, δηλαδή αρκετά άβγαλτος για να αναμένω ότι θα ζήσω μια ζωή σε ροζ συννεφάκι. Καλά να πάθω! Θεωρούσα τους πάντες πως λειτουργούσαν με αγνά κίνητρα. Την έπαθα, έφαγα τα μούτρα μου, αλλά βγήκα δυνατότερος και σοφότερος και εν μέρει χαίρομαι που το έζησα.

Μια φορά, δεν κατέφυγα σε γενικεύσεις. Δεν μου έφταιξε το «αντρικό φύλο». Δεν μου έφταιξε η «βία». Δεν μου έφταιξαν "τα στερεότυπα". Μου έφταιξε η μαλακία που με έδερνε σαν έφηβο. Μου έφταιξαν οι παρέες που έκανα. Μου έφταιξε που είχαμε 1994 και εγώ ζούσα ακόμα στο 1989. Είδα κάθε τι επάνω μου που "άξιζε κοροϊδίας". 

Καλό είναι πού και πού να κάνουμε όλοι μία αυτοκριτική. Δεν γίνεται εν έτει 2020 να θεωρείτε ότι στοχοποιείστε για κάτι που τυχαία είστε ή και γεννηθήκατε. Υπάρχουν άλλοι τόσοι αντίστοιχοι «στόχοι» με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά που περνούν μια χαρά και ουδείς τους έβλαψε. Αυτό δεν σας λέει κάτι; Δεν σας κάνει να διερωτάστε; Δεν σας λέει ότι μπορεί να φταίτε που με την παθητικότητα που εκπέμπετε φωνάζετε στον θύτη να σας εκμεταλλευτεί; Ως πότε θα πιπιλάτε την καραμέλα περί «φυσικής αδυναμίας» για να δικαιολογήσετε την ανικανότητά σας να ενηλικιωθείτε και να επιβιώσετε; Γιατί οκ, και το ποντίκι είναι μικρό και αδύναμο αλλά μπορεί να πνίξει ελέφαντα. Δεν κάθεται μέρα-νύχτα να μοιρολογεί και να αναφέρεται σε «ασθενές φύλο», «σεξισμό», «ρατσισμό» και τα τοιαύτα για να δικαιολογήσει το μυαλό του το κλούβιο.

Σοβαρευτείτε. Μας πολεμάνε γιατί μας βρήκανε ηλίθιους και ευάλωτους ή καλύτερα επειδή τους επιτρέψαμε να μας πάρουν για ηλίθιους και ευάλωτους και όχι για κάποιον άλλο γενικό και αόριστο λόγο. Όταν αποφασίσετε να πάρετε τη ζωή στα χέρια σας, θα με θυμηθείτε. Θα ντρέπεστε που επικαλεστήκατε τη φύση σας για να δικαιολογήσετε όσα σας συμβαίνουν.

Και γιατί κάθομαι και ασχολούμαι και επαναφέρω το θέμα; Επειδή όσοι πολεμούν για ισότητα δεν είναι δυνατόν να θεωρούν τους εαυτούς τους υποδεέστερους, ώστε να αποδέχονται διαχωρισμούς βάσει φύλου, ράτσας και σεξουαλικού προσανατολισμού και να απαιτούν σεβασμό. Ο σεβασμός κερδίζεται. Ε, κερδίστε τον. Ατομικά! Κανένας δεν είναι ίδιος με άλλον για να ανήκουμε σε μπανάλ γκρουπ και ομάδες. Είμαστε όλοι ίσοι μες την ανισότητα μας και όλοι διαφορετικοί μέσα στην ίδια ομάδα. Δύσκολο να το επεξεργαστείτε και να το καταλάβετε;

Too bad!

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

Πάει Και Το Θέατρο

Προχθές μία φίλη από τη θεατρική ομάδα έστειλε μήνυμα στο γκρουπ μας στο whatsapp γράφοντας πως, κανονικά, αν η ζωή και ο κόσμος δεν είχαν γυρίσει ανάποδα τους τελευταίους δύο μήνες, θα είχαμε εκείνη την ημέρα, πρεμιέρα.

Θα πεθυμήσω το θέατρο.

Θα το πεθυμήσω γιατί όπως τα κόβω τα πράγματα, και δύσκολα θα ξαναπαίξουμε, και δύσκολα θα ξανά-παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον στη φόρμα που το συνηθίσαμε.

Κάτσε τώρα πείσε τον κόσμο να συναθροιστεί στα κυπριακά θέατρα, που είναι ούτως ή άλλως τρύπες, για να δει την παράστασή σου. Χάρη μας κάνουν και που έρχονται, σιγά μην έρθουν, όταν όλοι γνωρίζουν ότι ακόμη περιφέρεται στον αέρα ο «αόρατος εχθρός». Στο μεταξύ θα περάσουν μήνες, ίσως κι άλλο έτος, εμείς στο μεταξύ θα μεγαλώνουμε, οι υποχρεώσεις μας θα αυξάνονται και θα είναι ακόμη δυσκολότερο να μαζέψουμε ερασιτέχνες για να συνδράμουν στις τέχνες.

Φέτος ετοιμάζαμε παραστασάρα. Κατεβαίναμε με τα «τεθωρακισμένα» του χώρου, δηλαδή με τη Λέα Μαλένη στη σκηνοθεσία. Που για μένα, το να μας σκηνοθετήσει η Λέα ήταν ανομολόγητος πόθος για πολλά χρόνια. Δεν τολμούσα όμως να της το προτείνω θεωρώντας ότι δεν θα χωρούσαμε στο πρόγραμμά της και ότι ήμασταν εκτός του πεδίου ενδιαφέροντός της. Μια μέρα που την πέτυχα κάπου τυχαία και τόλμησα να της κάνω μία νύξη και είδα ότι ήταν θετική στο ενδεχόμενο, ένιωσα σα να δέχτηκε ο Καρβέλας να μας γράψει τραγούδια από τη χαρά μου.

Τέλος πάντων, πρόβες, πρόβες, πρόβες από το φθινόπωρο του 2019, αλλά τελικά δεν! Μας τα χάλασε ο κορωνοϊός. Και τώρα μεταθέσαμε την παράσταση για τον Απρίλη του 2021. Στο μεταξύ, ομάδα μεγάλωσε, φέτος μαζευτήκαμε 23 άτομα, και αυτά τα άτομα δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι θα είναι διαθέσιμα και του χρόνου. Επομένως, όλα είναι ρευστά και χλωμά.

Το θέατρο ήταν η ψυχοθεραπεία μου, το έχω πει πολλές φορές. Κάναμε πρόβα κάθε Δευτέρα και την Κυριακή λαχταρούσα να ξημερώσει η βδομάδα. Ποτέ άλλοτε δεν προσδοκούσα τη Δευτέρα τόσο πολύ. Τώρα χάθηκε κι αυτό. Δεν έχω άλλο χόμπι που να με κοινωνικοποιεί και να με ισορροπεί τόσο. Έπαιξα σε δεκατρία έργα και ακόμα δεν χόρτασα. Και νιώθω ότι όσο περνούν οι μήνες τόσο περισσότερο δεν θα με παίρνει να ασχολούμαι με αυτό.

Ω, γουέλ!


Κυριακή, Μαΐου 03, 2020

#Σπίτι Με Την Άννα


Οι εκπομπές τύπου «Σπίτι Με Την Άννα», σε μένα δεν λένε τίποτα. Εδώ μέσα είναι σαν να ζούμε με την Άννα από το 1997, τη χρονιά κατά την οποία πωρώθηκα. Δεν μου λέει κάτι παραπάνω να τη δω να τραγουδά στους τρόφιμους της καραντίνας. Χθες το απόγευμα κιόλας είχα βάλει το λάιβ από το Χοτέλ Ερμού στη διαπασών και είχα και τη σύζυγο να με ρωτά «πού τη βρίσκω την όρεξη και τραγουδώ τόσο παθιασμένα, τραγούδια τα οποία έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές». Ούτε εγώ ξέρω πού τη βρίσκω την όρεξη. Η μουσική του Καρβέλα σε συνδυασμό με τη φωνή της Βίσση είναι σαν ναρκωτικό για μένα. Άντε ρώτα τον ναρκομανή, πού βρίσκει την ενέργεια όταν σνιφάρει κόκα. Το ίδιο πράγμα είναι, ακριβώς.

Το μόνο θετικό που προκύπτει από εκπομπές τύπου «Σπίτι Με Την Άννα» είναι ότι τις βλέπουν και κανονικοί άνθρωποι, μη φανς, και θεωρούν ορθό να επικοινωνήσουν μαζί μου κατά τη διάρκεια, θεωρώντας με ταυτόσημο μαζί της. Το τι μήνυμα έπεσε χθες από παλιούς συμφοιτητές από Ελλάδα με τους οποίους είχα να μιλήσω αρκετά χρόνια, δεν λέγεται. Είναι συγκινητικό να σου λέει κάποιος ότι σε θυμάται εξ αιτίας ενός τραγουδιστή.

Χθες, λοιπόν, εξ αιτίας της επικοινωνίας μου με παλιούς συμφοιτητές άνοιξα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ και βρήκα την πιο κάτω φωτογραφία. Είναι τραβηγμένη από «greek night» στο Ρέντινγκ, τον Ιανουάριο του 2002. Πριν 18 χρόνια, Τζίζους Κράιστ! Είναι η στιγμή που έμπαινε το «αγάπη υπερβολική» και γινότανε σεισμός. Όπως βλέπετε, και όπως βλέπω κι εγώ και πλέον ντρέπομαι, κουβαλούσα και μία αφίσα μαζί μου, ήταν από τα βραβεία του Ποπ Κορν 2001, την οποία ξεδίπλωσα και κρέμασα από το μπαλκόνι του κλαμπ την ώρα που έπαιζε η Βίσση. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, ούτε τι σκεφτόμουν, ούτε σε τι αποσκοπούσα, ούτε γιατί το θεωρούσα κουλ. Όπως σας έγραψα πολλές φορές, ως φοιτητής ένιωθα χρέος μου να μάθει και ο τελευταίος ευρωπαίος τι εστί Βίσση. Φυσικά, στις ελληνικές βραδιές, ελάχιστοι ξένοι παρευρίσκονταν, κι αν παρευρίσκονταν ουδόλως κόπτονταν να μάθουν ποια ήταν η Βίσση. Εγώ όμως, θεωρούσα ότι όλοι έπρεπε να ξεραθούν να μάθουν.


Νομίζω εδώ είναι το σημείο που λέει "χάνομαιιιιι". Διακρίνεται συμφοιτήτρια στα κόκκινα που διακατέχοντο από το ίδιο πάθος. 

Δεν το βρίσκω φυσιολογικό εκ των υστέρων. Αν, πάντως, σημαίνει κάτι, χθες, τόσα χρόνια μετά, οπόταν και είχαμε μία σχετική κουβέντα στο φέησμπουκ, μία κοπέλα από τον Παναμά που σπούδαζε μαζί μας, άφησε κάτω από τη συζήτηση το εξής σχόλιο: «Even I remember that woman!» Οπότε ναι, μπορεί διεθνή καριέρα να μην έκανε, αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει τουλάχιστον ένα άτομο στον Παναμά που έμαθε τη Βίσση εξ αιτίας μου!

Τώρα που το σκέφτομαι, έχω και σε βίντεο μία Ουκρανή που τραγουδά φαρσί το Τραύμα, το οποίο της το έμαθα λέξη προς λέξη, κουπλέ-ρεφρέν. Ναι, ας μην το σκαλίσουμε το θέμα, γίνεται όλο και πιο άβολο.

Είναι όμως, θέλουμε δεν θέλουμε, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, παρόλο το awkwardness. Η μάνα μου, για παράδειγμα, μου είπε ότι παλιότερα δεν τη χώνευε τη Βίσση και ότι την αγάπησε εξ αιτίας μου. Απόψε, έμεινε ξύπνια μέχρι τις 22:30 και την παρακολούθησε παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες κοιμάται στις 21:00. Επίσης, έσπευσε να μου στείλει και μήνυμα ότι την απολαμβάνει. Αυτό δεν θα συνέβαινε αν δεν έπαιζα τα cd στο σαλόνι ενόσω μεγάλωνα.

Κάθε τραγούδι της Βίσση είναι και μια εικόνα. Τραγουδούσε απόψε, στον Τσιτσιπά, τα «Κακά Παιδιά». Θυμήθηκα τον πατέρα μου, πόσο του άρεσε αυτό το τραγούδι. Δέκα μέρες πριν πεθάνει (δεν είχαμε πάρει ακόμα χαμπάρι πόσο κοντά στο τέλος βρισκόταν), είχα βάλει το εν λόγω τραγούδι να παίζει δυνατά και ανέβηκα στην κουζίνα να φάω. Ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε να χαμηλώσω τη μουσική. Εκείνη την ημέρα, ακούγοντας τη λατέρνα στην εισαγωγή, μου είπε «πήγαινε κάτω και δυνάμωσέ το κι άλλο, τι ωραίο αυτό το τραγούδι!» Ήταν καταπονημένος, μετά δυσκολία κινούνταν, δεν είχε δύναμη καν να μασήσει τροφή και έτρωγε μόνο σούπες, κι όμως τον κατάλαβα ότι εκείνη την ώρα απολάμβανε αυτό που άκουγε. Κουνούσε και το κεφάλι ρυθμικά σαν να περνούσε ο πόνος. Δέκα μέρες μετά πέθανε. Σκεφτόμουν απόψε, άραγε το διαισθανόταν εκείνη την ώρα; Ήξερε, ότι το τέλος ήταν κοντά και γι αυτό δεν μου θύμωσε που είχα τη Βίσση τέρμα; 

Κανένας δεν ξέρει. Αυτά, σκεφτόμουν απόψε όσο διαρκούσε το τραγούδι. Τέτοιες ιστορίες όμως, με τραγούδια της Βίσση που έγιναν soundtracks στιγμών, έχω να σου διηγηθώ άπειρες. Οι περισσότερες είναι και αντικειμενικά ασήμαντες, αλλά μέσα στο μυαλό μου γιγαντώθηκαν και πήραν διαστάσεις θρύλου. Υπάρχουν συγκεκριμένα τραγούδια της, συγκεκριμένοι στίχοι, συγκεκριμένα μουσικά σημεία και θέματα που σημαίνουν πολλά.

Δεν το καταλαβαίνουν οι πιο πολλοί. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι με νοιάζει αν πούλησε, αν της πάει το μαλλί, αν της πάει το ρούχο και άλλα τέτοια ευτελή και πανηλίθια. Επίσης πολλοί νομίζουν ότι αν έχω τις μαύρες μου και μου παίξουν τραγούδια της θα σηκωθώ πάνω και θα χτυπιέμαι σαν να γύρισε διακόπτης (σε πόσους γάμους, σε πόσα πάρτι έχω πάει και βαριέμαι τη ζωή μου, και για να μην φύγω έρχονται και μου λένε "θα πω στον dj να βάλει Βίσση", λες και αυτό θα σώσει τίποτα). Νομίζουν ότι είναι τόσο φαιδρό αυτό που συμβαίνει μαζί της. Κανένας δεν πάει στο βάθος να στοχαστεί τι είναι αυτό που με δένει ουσιαστικά μαζί της. Εξ ου και όποτε πάω στη συναυλία της, δεν πάω απλά σε μια συναυλία της τραγουδίστριας Άννας Βίσση. Επιστρέφω, εκόντας άκοντας, και ξαναβλέπω μπροστά μου όλη μου τη ζωή από το 1997 και μετά. 

Είναι προνόμιο, κατά μία έννοια. Καληνύχτα σας.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2020

Αποτίμηση Καραντίνας


Η καραντίνα ήταν ένα καλό crash test για όλους μας. Τώρα που λήγει, μπορώ να κάνω μία αποτίμηση κι ένα απολογισμό της κατάστασης.

Τα πήγαμε καλύτερα από ό, τι περίμενα.

Δεν είχαμε καβγάδες, και οι δυο-τρεις που είχαμε ήταν μέσα στα πλαίσια. Δηλαδή για θέματα που καβγαδίζουμε ούτως ή άλλως. Δεν προκλήθηκαν, δηλαδή, εξ αιτίας της απομόνωσης. Ο εκνευρισμός της κλεισούρας εκτονωνόταν εύκολα χάρη στο σπίτι το οποίο μπορούσε να τον απορροφήσει εύκολα. Κλεινόταν ο ένας πάνω, η άλλη κάτω και μισή ώρα αργότερα όλα είχαν περάσει. Δόξα τω Θεώ.

Ο γιος μας ήταν τύπος και υπογραμμός. Ο καλύτερος απ’ όλους. Το πόσο χάρηκε που κλειστήκαμε σπίτι και μας είχε συνέχεια δικούς του, δεν περιγράφεται. Δεν πεθύμησε ούτε στιγμή να επιστρέψει στο νηπιαγωγείο (από μένα πήρε αυτή την μισανθρωπία, το χρυσό μου), και μας το δήλωσε ρητώς. Δυστυχώς όμως, ήταν και είναι όλη μέρα πάνω σε ένα καναπέ και βλέπει τηλεόραση. Kαθόλου δεν ασκείται, ενώ έμαθε να χειρίζεται και το i-pad, από το οποίο δεν προβλέπω να ξεκολλά γρήγορα. Αλλά πόσο να αντέξουμε κι εμείς; Δεκάξι ώρες μαζί του κάθε μέρα, δεν γεμίζουν με τίποτα. Όση κηπουρική κι αν κάνουμε, όσο κι αν προσπαθούμε να τον ενθαρρύνουμε να ασχοληθεί με πιο ωφέλιμα πράγματα... Τουλάχιστον, μέσα σ’ όλον αυτόν τον εγκλεισμό, έμαθε και κοιμάται όλη νύχτα στο κρεβάτι του, δεν έρχεται πια στο δικό μας. Ίσως επειδή αισθάνεται ασφάλεια που είμαστε όλοι μαζί κλειδαμπαρωμένοι και δεν ξυπνά να επιβεβαιώσει πως είμαστε όλοι στο σπίτι. Παλιότερα, αν ήξερε ότι ο ένας από εμάς θα έβγαινε έξω, ξυπνούσε και τον έψαχνε.

Διάβασα έξι βιβλία όλη αυτή την περίοδο και χθές άρχισα το έβδομο. Είδα δυο σειρές στο Νετφλιξ, άκουσα άπειρη μουσική, κοιμήθηκα δωδεκάωρα ξανά. Φοιτητικές συνήθειες! Για όσους απορείτε, να πω ότι και ο γιος μου δωδεκάωρα κοιμάται, και τον ύπνο από μένα τον πήρε, καλύτερα δεν γινότανε.

Πήγα αρκετές βόλτες με το ποδήλατο, αν και μπορούσα ακόμα περισσότερες. Καθάρισα τον κήπο εκατό φορές, έκανα πολλές δουλειές οι οποίες εκκρεμούσαν (αρχειοθέτηση, συγύρισμα, εκκαθαρίσεις), αλλά θα μπορούσα να κάνω ακόμα περισσότερες. Ο χρόνος γενικώς δεν μου αρκεί. Και ένα έτος ελεύθερο να είχα στη διάθεσή μου, και πάλι δεν θα προλάβαινα να βάλω σε τάξη τα πάντα. Ίσως τελικά να μην πρέπει να βάλεις σε τάξη τα πάντα. Το σύμπαν τρέπεται προς το χάος όχι προς την εντροπία. Πάντως έκανα πρόοδο. Απλώς μπορούσα πολύ καλύτερα.

Έφαγα πιο υγιεινά μες την καραντίνα. Μπορεί να έτρωγα και μαλακίες το απόγευμα στον καναπέ, αλλά το junk μειώθηκε αρκετά αφού μαγειρεύαμε σωστά στο σπίτι. Κόπηκαν τα είδη φούρνου που μου έπρηζαν το στομάχι και τα οποία ανέκαθεν αποτελούσαν την εύκολη λύση όποτε βαριόμασταν να μαγειρέψουμε. Είδα αισθητή διαφορά στη μείωση του λίπους μου.

Το Πάσχα δεν μου έλειψε καθόλου. Το θεωρώ βαρετή και μουντή εποχή, ενώ το ξεσάλωμα με τα κρέατα στο τέλος απλά χωριάτικο. Ευτυχώς το προσπεράσαμε!

Δεν πεθύμησα κανέναν, δεν μου έλειψε κανένας, για όσους ήθελα να μάθω νέα τους τηλεφώνησα και αντάλλαξα μηνύματα και όλα αυτά τα «δεν μπορώ μακριά σας» τα οποία έβλεπα να γράφονται στα δίκτυα τα βρήκα υπερβολικά και ανισόρροπα. Σκεφτείτε μόνο ότι η Άννα Φρανκ ήταν δυο χρόνια κλειδαμπαρωμένη σε μια σοφίτα χωρίς νετφλιξ, ίντερνετ, κινητό ή ακίνητο τηλέφωνο, χωρίς φαγητό, είχε και άλλα έξι άτομα πάνω στο κεφάλι της να την πρήζουν και στο τέλος την έφαγαν οι ναζί. Δικαιούστε να παραπονιέστε; Όχι!

Δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που αίρονται τα μέτρα. Σίγουρα δεν θέλω να καταστραφούμε οικονομικά. Γι’ αυτό μόνο συγκατατίθεμαι. Μία σχετικά ελαφριά πανδημία τον χρόνο να μας έρχεται όμως, έτσι ώστε να μένουμε στα βραστά μας και να περνούμε ποιοτικό χρόνο με τους δικούς μας και τον εαυτό μας, θα την καλωσόριζα ευχαρίστως.

Τετάρτη, Απριλίου 29, 2020

Τα Πιο Ωραία Λαϊκά Πάνω Σε Φορτηγά Τα είχαμε Χορέψει

Δεν χρειάζεται να σας το πω ευθέως ότι απολαμβάνω τα μάλα αυτό τον εκνευρισμό που εκπέμπουν οι αριστερούληδες καλλιτέχνες, τύπου Κραουνάκης και Ακρίτα, ο οποίος εμφανώς πηγάζει από την ευρύτερη αποδοχή που χαίρει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο πολιτικός χειρισμός της πανδημίας. Σας είχα ξαναγράψει εδώ παλιότερα πως θεωρώ αδόκιμο οι καλλιτέχνες να διατυμπανίζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, ακόμα περισσότερο τις κομματικές τους καταβολές, γιατί πρώτον, δεν τους αγαπήσαμε γι’ αυτές και δεύτερον, επειδή αυτές μπορεί να επηρεάσουν το μέγεθος του φαν κλαμπ τους.

Βέβαια, τόσο ο Κραουνάκης, όσο και η Ακρίτα βρίσκονται σε μία ηλικία που το τελευταίο πράγμα που τους κόφτει είναι το μέγεθος του φαν κλαμπ τους, επομένως κατά μία έννοια, δικαιολογείται το ότι ξαμολήθηκαν. Και οι δύο έχουν παραδώσει τα όπλα, έχουν κρεμάσει τα παπούτσια, προ πολλού. Ο μεν Κραουνάκης βγάζει ένα σουξέ κάθε είκοσι χρόνια κι αυτό τυχαία (φέτος έπρεπε να δώσει στην Κέλλυ Κελεκίδου ένα, κατά τα άλλα υπέροχο ζεϊμπέκικο, για να ακουστεί), η δε Ακρίτα μας απασχολεί μόνο όταν βάζει στο στόχαστρο τον Σεφερλή. Για τα βιβλία «μπεστ-σέλλερ» τίγκα στο κλισέ και το στερεότυπο τα οποία τελευταίως συγγράφει, ούτε καν. Ίσως είναι η τιμωρία της που δεν περνά συνέντευξη για συνέντευξη που να μην έχει την κόντρα με τον Σεφερλή ως το κυρίως θέμα της.

Διαβάσατε, έστω κατά λάθος, τα «τάπερ της Αλίκης;» της ιδίας; Διαβάστε τα σας παρακαλώ. Διαβάστε τα να γελάσετε. Αν ήταν μανιφέστο της Αριστεράς θα ήταν λιγότερο «κατευθυνόμενο» το στόρι. Τα «τάπερ» είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο όλες οι γυναίκες είναι «θύματα» και έχουν κακοποιηθεί από τους άντρες τους, υπάρχουν χοντρές και γκέι οι οποίοι δέχονται ανελέητο μπούλινγκ από τον κύκλο τους, ενώ όλοι οι άντρες είναι τυχοδιώχτες, τομάρια και στείροι εκμεταλλευτές. Πιο κλισέ πεθαίνεις. Πιο «να πιάσουμε το τάργκετ γκρουπ» δεν γινόταν. Υπάρχει βέβαια, και μία τσατσά στο μυθιστόρημα, η οποία όμως δεν μας ενοχλεί που εκπορνεύει άλλες γυναίκες, γιατί πρόκειται για γυναίκα (αν ήταν άντρας μάλλον θα ήταν αλλιώς) και προ πάντων, τις είχε καθαρές, τις πλήρωνε, τις πρόσεχε. Το παν είναι να χαίρεται ο εργαζόμενος τη δουλειά του και να πληρώνεται στην ώρα του! 

Κάθονται και τα διαβάζουν αυτά τα βιβλία δεκάδες ηλίθιες (οι ίδιες που καθηλώνονταν κάποτε να δουν τη Βέρα στο Δεξί), γράφουν από κάτω «πες τα Έλενα μου!» και η άλλη νομίζει ότι έγινε η Μητέρα Τερέζα της Ελλάδος. Σόρρι ντήαρ, το διάβαζα και γελούσα με το πόσο στοχευμένο μυθιστόρημα ήταν. Γελούσα που θεωρούσε ότι τη δεκαετία του ’80 οι άνθρωποι ήταν άβουλοι και κακομοίρηδες λόγω φύλου, σωματότυπου και σεξουαλικού προσανατολισμού. Μπορεί να είχε και τέτοιους, πολύ πιθανόν. Μα όλοι ήρθαν και χώρεσαν στο ίδιο βιβλίο; Όλοι ανεξαιρέτως; Να πω, εν τω μεταξύ, ότι απολαμβάνω τη γλώσσα και τη γραφή της Ακρίτα. Την απολαμβάνω και κρέμομαι από τα χείλη της όταν την ακούω να δίνει συνεντεύξεις, ασχέτως αν θεωρώ ότι πλέον δεν γράφει, κι ότι απλώς παραληρεί.

Στο θέμα μας, όμως. Θα μηνύσει, λέει ο Κραουνάκης, την Πρωτοψάλτη, επειδή βγήκε πάνω στο φορτηγό και τραγουδούσε αψηφώντας τα μέτρα, σε πλήρη συγχορδία με τον Δήμαρχο και τον Πρωθυπουργό. Αυτό τον πείραξε! Ο Κραουνάκης τώρα, του οποίου η πολιτική σοβαρότητα εξαντλείται σε δηλώσεις τύπου: «Ο Τσίπρας είναι η Βουγιουκλάκη της Αριστεράς». Αν είναι δυνατόν! Έτριξε λίγο ο τάφος της στο Α’ Νεκροταφείο. Κατ’ αρχάς, η Βουγιουκλάκη έπαιζε τη χαζή. Δεν ήταν! Ο Τσίπρας το ακριβώς ανάποδο. Θα ζητήσει και πνευματικά δικαιώματα, λέει, μαζί με τη Νικολακοπούλου επειδή τόλμησε να ερμηνεύσει «τα πιο ωραία λαϊκά» χωρίς την έγκρισή του. Χα! Επειδή όλες τις άλλες φορές που τραγούδησε τα λαϊκά είχε τη ρητή συγκατάθεσή του τυπωμένη σε πάπυρο! Άσε μας χρυσέ μου! Πέτα τους μωρή Πρωτοψάλτη δυο ψώρο-πεντοχίλιαρα να φάνε. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Πρέπει να έπεσε τρελή πείνα μες την καραντίνα!

Τέτοια γίνονται και συμπαθώ ακόμα περισσότερο την Πρωτοψάλτη. Εν τω μεταξύ, κι εγώ μία γελοιότητα και μισή βρήκα το γεγονός ότι βγάλανε περιφορά την Πρωτοψάλτη με το φορτηγό. Αλλά οκ, δεν το έκανα θέμα. 


Θεωρώ ότι έχουμε σοβαρότερα προβλήματα. 

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2020

Η Πολιτική Ορθότητα Σκοτώνει Τις Ταινίες Του Ντίσνεϊ


Με τον γιο μου παρακολουθούμε δύο ταινίες την ημέρα. Το εγκρίνετε, δεν το εγκρίνετε, ένα και το αυτό. Ελάτε περάστε εσείς μαζί του 16 ώρες κάθε μέρα μαθαίνοντάς του πώς σχηματίστηκε η Παγκαία και πώς θα ανακαλύψουν το εμβόλιο του κορωνοϊού. Εγώ για να αντεπεξέλθω και να παραμείνω όσο γίνεται σώος στα φρένα, πρέπει να τον βάλω και μπροστά στην τηλεόραση. Τουλάχιστον αυτό το κάνω οργανωμένα, με πρόγραμμα και όριο. Μία ταινία το πρωί, και μία το απόγευμα. Εξ αιτίας του κάνω κι εγώ επανάληψη σε όλες τις ταινίες του Ντίσνεϊ που αγάπησα και τις οποίες ως ενήλικος δεν αντέχω να ξαναδώ. Κάτι Χιονάτες, κάτι ελαφάκια Μπάμπι, κάτι ελεφαντάκια Ντάμπο, και κάτι ανυπόφορες ταινίες των δεκαετιών του ’50 και ’60 ξαναβρήκαν όλες λόγο ύπαρξης.

Εν πάση περιπτώσει, σήμερα αλλού θέλω να καταλήξω. Εξ αιτίας του γιου μου ξαναείδα μετά από πολύ καιρό το αριστούργημα που ακούει στο όνομα «101 Σκυλιά Δαλματίας». Μα, πόσο υπέροχο έργο και πόσο μπροστά για την εποχή της η ταινία! Η Κρουέλα Ντε Βιλ είναι έτσι κι αλλιώς η αγαπημένη μου «κακιά». Παρατηρώντας την, όμως, εκ νέου, αναγνωρίζω όλο και περισσότερο την υπεροχή του χαρακτήρα της έναντι άλλων πιο σύγχρονων κακών στις ταινίες της Ντίσνεϊ.

Η Κρουέλα ήταν αυθεντική. Κατ’ αρχάς βρίζει. Και βρίζει σαν λιμενεργάτης. Όπως βρίζουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Σήμερα που παρατηρούσα ξεπίτηδες το σενάριο κουράστηκα να μετρώ βωμολοχίες της. «Βλάκα» τουλάχιστον δέκα φορές. «Ζώα» άλλες τόσες όταν απευθύνεται έξαλλη στους κλέφτες κι άλλες ανάλογες, αδόκιμες φράσεις που ξεστομίζει όταν εκνευρίζεται. Η Κρουέλα ως σύλληψη χαρακτήρα κυριολεκτικά, γαμεί. Δεν είναι βουτηγμένη στην αποστειρωμένη κορεκτίλα όπως για παράδειγμα οι «καθώς πρέπει σύγχρονοι κακοί», Χανς από το Frozen, η κακιά μητριά της Ραπουνζέλ και ο καθηγητής Yokai από το Big Hero 6, των οποίων τα κίνητρα είναι πιο ψυχολογικά, παρά αμιγώς διαβολικά.



Όλες οι ατάκες της "ελληνικής" Κρουέλας μαζεμένες σε ένα βίντεο. Από "μούλικα" και "μπάσταρδα" από όλα έχει ο μπαξές. Απόλαυση.

Δεν είναι μόνο η Κρουέλα. Ολόκληρη η ταινία έχει τολμηρό σενάριο για την εποχή στην οποία παρουσιάστηκε. Ο Χόρι, ο κλέφτης, με τα περιττά κιλά υπόκειται σε βαρβάτο body shaming από τον Τζάσπερ τον ψιλο-λέλεκα, όπως μας έμαθε βεβαίως η Μαριέλλα Σαββίδου και ο Καπουτζίδης. «Χοντρό» τον ανεβάζει ο Τζάσπερ, χοντρό τον κατεβάζει. Δεν είδα να ανοίγει μύτη.

Το μόνο που με ξένισε και το βρήκα να υπερβαίνει τα εσκαμμένα είναι η σκηνή κατά την οποία η τηλεόραση που παρακολουθούν τα σκυλάκια προβάλλει ένα τηλεπαιχνίδι στο οποίο οι παίχτες καλούνται να μαντέψουν το αδίκημα ενός φυλακισμένου. Αν το πετύχουν, ο φυλακισμένος κερδίζει βασιλική χάρη και αποφυλακίζεται. Ρωτά, λοιπόν, μία παίχτρια τον ισοβίτη «ποιο ήταν το αδίκημά σας; Μήπως ήταν βιασμός; Μήπως βιάσατε καμία δεσποινίδα;» Αυτή η στιχομυθία θαρρώ πως θα μπορούσε να λείπει από μία παιδική ταινία.

Κι όμως, το 1961 που κυκλοφόρησε η ταινία, οι παραγωγοί δεν θεώρησαν ότι «έθιγαν ευαισθησίες» ούτε πως «μόλυναν την παιδική ψυχή» με τέτοιες αναφορές. Άλλα ήθη, άλλες εποχές. Κι όμως, δεν νομίζω να διαφωνείτε πως το 1961 ήταν πιο συντηρητικό στην ολότητά του από όλα τα μιλλένια που διανύσαμε και διανύουμε.

Έχω ανακαλύψει διάφορες σκηνές από πολλές ταινίες του Ντίσνεϊ παλαιοτέρων δεκαετιών που σήμερα χτυπούν στο μάτι. Στον Πινόκιο και στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων κάποιοι χαρακτήρες καπνίζουν. Ακόμα και τα παιδάκια στο «Νησί της Χαράς» απολαμβάνουν το πούρο τους.



Στον Ντάμπο του 1941 οι εργάτες που στήνουν τη τέντα του τσίρκου είναι όλοι μαύροι. Αυτό συνέβαινε στην πραγματικότητα, τότε, αυτό απέδωσαν οι καλλιτέχνες. Μωρέ, εγώ μαζί σου. Σήμερα όμως αυτά δεν περνούν. Διαστρεβλώνεται η ιστορία προκειμένου οι εταιρείες να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους. Δεν βλέπουν την αυθεντική απόδοση ως μια ευκαιρία να μάθουν οι νεότεροι τι συνέβαινε τότε και να μην το επαναλάβουν. Θέλουν όλοι ένα κόσμο αγγελικά πλασμένο για να κοιμούνται εύκολα τα βράδια. Δες τη σκηνή πιο κάτω:




Επίσης, στη Φαντασία του 1950 υπάρχει μία σκηνή στην οποία ένα μαυράκι κάνει πεντικιούρ σε μία λευκή κένταυρο. 



Περιττό να πω ότι η σκηνή αφαιρέθηκε από τις κατοπινές κυκλοφορίες της ταινίας ως ρατσιστικά υποβόσκουσα.


Ομοίως, το τραγούδι των Σιαμαίζων γάτων από τη "Λαίδη και τον Αλήτη" παραλείφθηκε από την τηλεοπτική μεταφορά της ταινίας στην πλατφόρμα του Disney Plus επειδή τάχα μου συντηρεί τα στερεότυπα. Θίχτηκαν οι Κινέζοι! Κατάλαβες; Όχι, δεν κατάλαβα, τι ακριβώς δείχνει που τους προσβάλλει; Επειδή είναι πονηρές και σκανδαλιάρες οι γάτες; Εκπροσωπούν δύο τυχαίες, σιαμαίζες γάτες όλη την Κίνα; Ήμαρτον, Παναγία μου, τι άλλο θα ακούσουμε! 


Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ ότι μία εικόνα διδάσκει ή ότι περνά υποσυνείδητα μηνύματα. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα δει ένα παιδάκι μία τέντα να ανυψώνεται από μαύρους εργάτες και θα θεωρήσει ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κατώτερης στάθμης. Δεν θεωρώ γενικά ότι μπορεί να επηρεαστεί η προσωπικότητα σου από το τι βλέπεις. Φτάνει να έχεις στοιχειώδη κριτική σκέψη, βέβαια. Γιατί αν είσαι βλάκας, ναι, θα επηρεαστείς. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αξίζει να γίνεται όλη αυτή η αναπουμπούλα με την πολιτική ορθότητα χάριν ενός μικρού ποσοστού βλακών, οι οποίοι ούτως ή άλλως τόσα καταλαβαίνουν, εις βάρος της ελευθερίας της καλλιτεχνικής, και όχι μόνο, έκφρασης. Δεν αξίζει. Τελεία και παύλα. 

[Εγώ μεγάλωσα με ταινίες του Στάθη Ψάλτη. Το τι βωμολοχία, το τι λεξιλόγιο μάθαινα σε ηλικία 6-10 χρονών δεν περιγράφεται. Γίνονταν πολλοί καβγάδες ανάμεσα στους ενήλικους του σογιού μου κατά πόσον θα έπρεπε να άφηναν εμένα και τα ξαδέλφια μου να ακούμε τον «αθυρόστομο» (έτσι τον αποκαλούσαν, τι γλυκό!) Στάθη. Τι πάθαμε; Τίποτα! Εγώ προσωπικά έγινα 18 χρονών για ξεστομίσω τη λέξη «μαλάκα». Ρωτήστε και τους φίλους μου που με κοροϊδεύανε για το ότι στο Λύκειο δεν έβριζα. Για το «μαλάκα», τώρα, το οποίο τα υπόλοιπα παιδάκια από το Δημοτικό το είχαν για ψωμοτύρι. Και δεν πιστεύω να περίμεναν τον Στάθη Ψάλτη να τους το μάθει.

Εμείς στο σπίτι μαθαίναμε… Μας έλεγαν «αυτή τη λέξη δεν κάνει να τη λέτε» και πολύ απλά δεν τη λέγαμε. Υπακούαμε. Το να μας απαγορεύουν να ακούσουμε μία λέξη μην τυχόν και την υιοθετήσουμε, όμως, θα ήταν ηλίθιο. Καλό είναι να γνωρίζεις και να αποφεύγεις, παρά να σε έχουν μέσα σε ένα παρθένο κόσμο φτιαγμένο από νάιλον. Δείτε το Unorthodox στο Νετφλιξ να καταλάβετε τι παθαίνουν όσοι μεγαλώνουν σε αποστειρωμένες κοινωνίες. Εμένα όσες φορές μου ξέφυγε και έβρισα μπροστά στον Αλέξη, του εξήγησα μετά ότι αυτό ήταν λάθος μου και ότι δεν πρέπει να επαναλάβει τη λέξη επ’ ουδενί. Το κατανοεί και το εφαρμόζει. Μάθετε στα παιδιά σας τι είναι σωστό και τι λάθος. Μην περιμένετε τις ταινίες να το κάνουν. Δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Δεν φτιάχνονται για να σας διαπαιδαγωγήσουν τα τέκνα. Λεφτά θέλουν να βγάλουν, όχι να δημιουργήσουν πρότυπα.

Μην πιάσουμε την απεικόνιση των πριγκιπισσών τώρα, και δεν τελειώσουμε τη συζήτηση ούτε αύριο. Το έχουμε ξανά-συζητήσει. Δεν υπάρχουν πλέον άβουλες ή και αλαφροΐσκιωτες ηρωΐδες του Ντίσνεϊ. Είναι όλες δυναμικές, πιάνουν τη πέτρα και τη στίβουν. Η Έλσα έχει υπερδυνάμεις, η Μέριντα δεν παντρεύεται, δεν παντρεύεται δεν νοικοκυρεύεται (λες και είναι κακό να θέλει κάποια να παντρευτεί), η μικρή Βανέλλοπη είναι μεν πριγκίπισσα αλλά είναι και IT junkie, μην τυχόν και την περάσουν για τίποτις ηλίθια. Γενικότερα δεν υπάρχει πριγκίπισσα να περιμένει τον πρίγκιπα. Ακόμα και η Ραπουνζέλ που δεν είχε κανένα εξωτερικό κοινωνικό ερέθισμα, κατάφερε με ένα τηγάνι να έχει τον Φλυν σήκω-κάτσε, κάτσε-σήκω. Βλέπετε, όμως, υπάρχει πλέον ο φόβος και ο τρόμος των φεμιναζί. Στις μέρες μας δεν μπορεί, ούτε δικαιούται μία σύγχρονη κοπέλα να περιμένει τον πρίγκιπα να φέρει το γοβάκι (της το φέρνει ο κούριερ, γιατί να της το φέρει ο πρίγκιπας;). Η σύγχρονη γυναίκα πρέπει να περνά των παθών της τον τάραχο για να χρήζει σεβασμού. Και δεν αμφιβάλλω, ούτε φέρω ένσταση ως προς αυτό. Εγώ αναρωτιέμαι γιατί αυτό να θεωρείται πλέον ο κανόνας. Γιατί να θεωρείται το αυτονόητο; Η κάθε γυναίκα, ο κάθε άνθρωπος εν γένει, κάνει ό, τι γουστάρει. Μπορεί κάποια να θέλει να κάθεται και να ξύνεται όλη μέρα στο σπίτι, να καθαρίζει, να μαγειρεύει για τους εφτά νάνους και να βλέπει τηλεόραση (που πιστέψτε με τώρα με την καραντίνα όπου όλη μέρα τρίβω τοίχους, πιάτα και πατώματα το θεωρώ πιο δύσκολο κι από την όποια πολυεθνική καριέρα), ενώ μια άλλη να βγαίνει έξω και να θριαμβεύει στον χώρο εργασίας της. Δεν θα έπρεπε να δαιμονοποιείται το παλιό πρότυπο, ούτε να προωθείται τόσο παθιασμένα το καινούριο. Αντιθέτως, θα έπρεπε να προωθείται η ελευθερία του αυτό-προσδιορισμού και της προσωπικής ευτυχίας όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Ε, αυτό δεν συμβαίνει. Και όλοι ξέρουμε γιατί.

Εγώ να ήμουν, εννοείται όλη μέρα σπίτι θα καθόμουν. Ποιος τρελός, ποια τρελή θέλει να βγει εκεί έξω; Και όχι μόνο λόγω κορωνοϊού. Γενικά και ήρεμα ρωτάω.



Πέσε αγάπη μου κοιμήσου...  Άμα μπορείς να έχεις την πολυτέλεια να ξυπνάς το μεσημέρι, γιατί να βασανίζεσαι πίσω απ' ένα γραφείο γαι τρεις κι εξήντα; Για να μην σε πουν "παλιακή;" Κάντε μας τη χάρη!

Στο μόνο που φαίνεται να συμφωνούμε όλοι είναι ότι η πεθερά του τότε είναι το ίδιο ανεπιθύμητη με την πεθερά του τώρα. Στον Πήτερ Παν, ταινία της δεκαετίας του ’50, οι ινδιάνοι χορεύουν γύρω απ’ τη φωτιά και τραγουδούν για τη «χοντρή την πεθερά». Δεν είδα κανέναν να ξεσπυριάζει με λύσσα για τις καλές μας πεθερές. Άθικτη παραμένει η σκηνή ακόμα και στις πιο μοντέρνες εκδόσεις της ταινίας.



Το τραγούδι της "πεθεράς". Κάποιοι θεωρούν ότι ακόμα και ο επίσημος τίτλος, δηλ. το "τι έκανε τον ερυθρόδερμο, ερυθρό" είναι προσβλητικός προς τους Ινδιάνους. Παράνοια (Υπάρχουν ακόμα Ινδιάνοι;). 

Ωραία τα αναλύσαμε, ε; Κάποτε, όταν σπούδαζα δημοσιογραφία ήθελα να κάνω το dissertation μου πάνω σ’ αυτό το θέμα, ήτοι στα υποβόσκοντα κοινωνικά μηνύματα και την πολιτική ορθότητα στις ταινίες κινουμένων σχεδίων αλλά ο καθηγητής μου δεν το ενέκρινε. «Not much to dig out there» μου είπε

Πφ! Άσε μας! Θα έσκιζε το θέμα!

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2020

Εγκεφαλικό Ποστ


Παράλληλα με το βιβλίο του Sacks περί μουσικοφιλίας, διαβάζω και ένα άλλο, που αφορά στα απομνημονεύματα ενός νευροχειρουργού. Τα διαβάζω ταυτόχρονα και μεταπηδώ από το ένα στο άλλο, ανάλογα τα κέφια. Το βιβλίο του νευροχειρουργού είναι συγκλονιστικό, μα δυσβάσταχτο, αφού ουσιαστικά αφηγείται το πώς διαχειρίζεται ψυχολογικά τις αποτυχίες του, οι οποίες απέβησαν μοιραίες για τη ζωή πολλών ασθενών του. Σε ένα από τα κεφάλαια αναφέρεται και σε ασθενείς οι οποίοι μετά από κάποια επέμβαση έμειναν φυτά. Διηγείται μία επίσκεψη του σε ένα ίδρυμα στο οποίο νοσηλεύονταν διάφοροι ασθενείς που ήταν ζωντανοί αλλά με πλήρη απώλεια συνειδήσεως εξ αιτίας κάποιου εγκεφαλικού επεισοδίου. «Αντιλαμβάνονται άραγε τον πραγματικό κόσμο; Έχουν την παραμικρή αντίληψη του τι συμβαίνει γύρω τους; Δεν θα το μάθουμε ποτέ» καταλήγει.

Δεν ξέρω αν σας το είχα ξαναγράψει. Αν σας το είχα ξαναγράψει πρέπει να ήταν προ δεκαετίας. Εμείς στην οικογένειά μου είχαμε μία θεία που ήταν φυτό και την είχαμε στο σπίτι της γιαγιάς μου κανονικά, σαν αντικείμενο μέσα στο σαλόνι.

Το θυμάμαι πεντακάθαρα. Ένα βράδυ,  μέσα της δεκαετίας του ’80, προκλήθηκε βαβούρα διότι ξύπνησε τον πατέρα μου η γιαγιά μου, για να του πει ότι η αδελφή της, η Μερόπη κάτι έπαθε. «Έπαθε κόλπο». Είδαν κι έπαθαν να μου εξηγήσουν εμένα «ποιος έκανε στη θεία ένα κόλπο» και τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών. Σημασία είχε ότι η θεία Μερόπη θα παρέμενε ζωντανή-νεκρή. Θα καθόταν μόνιμα σε μια καρέκλα φρόνιμη και δεν θα μιλούσε, απλά θα κοίταζε τριγύρω της με βλέμμα απλανές. Όπερ και εγένετο. Η θεία Μερόπη ουδέποτε αντιδρούσε, ουδέποτε άλλαζε στάση στο παραμικρό. Κανονικό «μπιμπελό», ακίνητο και ανέκφραστο.

Μπορούσε να περπατά, μόνο με βοήθεια του πι, και υποβασταζόμενη από τη γιαγιά μου και την άλλη, τη μεγαλύτερη τους αδελφή. Τη μετέφεραν στο κρεβάτι της το βράδυ, την έκαναν και ένα υποτυπώδες μπάνιο πού και που, ενώ την υπόλοιπη μέρα ήταν παλουκωμένη στο σαλόνι να κοιτάζει το υπερπέραν. Ένας Θεός ήξερε αν αντιλαμβανόταν τι της είχε συμβεί. Για εμένα και τα ξαδέλφια μου ήταν τρομερά συναρπαστικό το θέαμα. Υπήρχε ένας άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο στο οποίο παίζαμε, ζωντανός, αλλά επί της ουσίας νεκρός. Κάναμε διάφορα πειράματα εν είδει παιχνιδιού επάνω της. Προσπαθούσαμε να της αποσπάσουμε την προσοχή, πεισμώναμε να την κάνουμε να μας μιλήσει (εγώ ήμουν σίγουρος ότι δεν μιλάει επειδή βαριέται), κάποιες φορές μπορεί να της πετούσαμε και κανένα κομμάτι λέγκο για να δούμε αν θα αντιδράσει. Τίποτα! Η γιαγιά μου όταν έβλεπε ότι πλησίαζε να ξεφύγει η κατάσταση ερχόταν και μας θύμωνε να την αφήσουμε ήσυχη, την καημένη.

Η θεία Μερόπη έμεινε σ’ αυτή την κατάσταση για πολλά χρόνια, μέχρι που μεγαλώσαμε και συλλάβαμε και οι ίδιοι την τραγικότητα της κατάστασής της. Δεν θυμάμαι για πότε πέθανε, πρέπει να είχα πάει γυμνάσιο. Τόσα χρόνια μετά όμως, εγώ πραγματικά θαυμάζω το γεγονός ότι η γιαγιά μου, παρότι ήταν παντρεμένη με τον παππού μου, δεν σκέφτηκε ούτε μία στιγμή να στείλει τη θεία Μερόπη σε κάποιο ίδρυμα (δεν υπήρχαν και λεφτά, βέβαια). Την κράτησε κανονικά στο σπίτι της και την περιποιούνταν μέχρι τέλους. Βέβαια, η γιαγιά μου, δεν είχε σπιτώσει μόνο τη Μερόπη. Στο σπίτι της (που ήταν ούτως ή άλλως μια σταλιά), φιλοξενούσε και τη μεγαλύτερη αδελφή της, την Όλγα, η οποία ήταν ανύπαντρη και «δεν είχε που να πάει».

Πραγματικά, σήμερα, εντυπωσιάζομαι που όλοι αυτοί οι άνθρωποι συγκατοικούσανε. Ως παιδάκι μου φαινόταν φυσιολογικό γιατί έτσι τους είχα γνωρίσει. Η γιαγιά μου, ο παππούς μου, η θεία Μερόπη με το κόλπο και η Όλγα, η μεγάλη, ανύπαντρη αδελφή. Ως ενήλικας το βρίσκω αδιανόητο. Όλοι μαζί παστωμένοι σε ένα δυάρι! Άπειρα respect στη γιαγιά μου, αλλά και ακόμα περισσότερα στον παππού μου, ο οποίος ανεχόταν αυτή την υπερρεαλιστική συγκατοίκηση άνευ γκρίνιας. Εμάς έρχεται η πεθερά μας επίσκεψη μισή ώρα και αρχίζουμε να δυσανασχετούμε. Σκέψου να έπρεπε να συγκατοικήσουμε και με τις αδελφές της γυναίκας μας, εκ των οποίων η μία να ήταν φυτό (κατά μία έννοια, καλύτερα φυτό να την βγάζεις και να τη μπάζεις από το ντουλάπι στο μπαλκόνι σαν έπιπλο, παρά ζωντανό με άποψη και γνώμη).

Η θεία Όλγα από την άλλη, ήταν ευχάριστη, εξ όσων θυμάμαι είχε και πολλύ χάζι, και δεν ενοχλούσε. Η ζωή της ήταν να βλέπει «Τόλμη και Γοητεία» και «Λάμψη» στην τηλεόραση, οπότε δεν ήταν βάρος σε κανέναν. Θυμάμαι τον παππού μου να επιστρέφει τα βράδια από τον καφενέ και όποτε την έβλεπε να παρακολουθεί αυτές τις σαπουνόπερες της έλεγε υποτιμητικά: «πάλι κάθεσαι και βλέπεις αυτές τις οικογένειες που γαμιούνται μεταξύ τους;»

«Σσς, το παιδί!» του έλεγε εκείνη.

Μια φορά, πολλά χρόνια αργότερα, ρώτησα τη γιαγιά μου πώς μπορούσαν να κάνουν σεξ μέσα σε εκείνο το σπίτι. Πώς εμπνέονταν με τη Μερόπη στο δίπλα δωμάτιο να φυτοζωεί και την Όλγα στο σαλόνι να βλέπει «Τόλμη και Γοητεία».

«Δεν μπορούσαμε… φεύγαμε και πηγαίναμε στην εξοχή!» μου απάντησε.

Πέθαναν όλοι πια. Πάνε πολλά χρόνια. Η γιαγιά μου έφυγε τελευταία, πέθανε το 2010 μόλις δύο μήνες πριν τον πατέρα μου. Με την ασθένεια του πατέρα μου να κορυφώνεται τότε, δεν προλάβαμε να συνειδητοποιήσουμε ιδιαίτερα τον χαμό της γιαγιάς. Η περίπτωση του πατέρα μου ήταν πιο επείγουσα. Με το ζόρι τον καταφέραμε να πάει όρθιος στην κηδεία της. Δύο μήνες μετά θάφτηκε μαζί της. Ήταν τόσο κοντινό το χρονικό διάστημα που οι νεκροθάφτες φοβούνταν να ανοίξουν τον τάφο τόσο σύντομα από τη δυσωσμία της γιαγιάς μου. Εμάς πάντως, αυτοί οι δύο μήνες που μεσολάβησαν ανάμεσα στον χαμό μητέρας και γιου, μας φάνηκαν πάνω δυο χρόνια. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε τόσα έμπα-έβγα στα νοσοκομεία με τον πατέρα μου, που δεν προλάβαμε να πενθήσουμε φυσιολογικά τη γιαγιά. Οι υπόλοιποι της πιο πάνω ιστορίας έφυγαν πολύ προηγουμένως. Ο παππούς μου το 1993 και η θεία Όλγα το 2001. 

Είναι απίστευτο το ότι ακόμα κάπου στο βάθος του μυαλού μου θεωρώ ότι ζουν όλοι ακόμα, εκεί στο ίδιο σπίτι, κι ότι εγώ απλά αμέλησα να περάσω να τους δω. Το σπίτι στο οποίο έμεναν κατεδαφίστηκε. Όποτε περάσω από εκεί ξαφνιάζομαι σαν να το μαθαίνω πρώτη φορά. 

Κυριακή, Απριλίου 05, 2020

Το Ύποπτο Πακέτο

Είναι μια ιστορία σχετική με τη συλλογή μου από Στρουμφ που έχει χρόνια που θέλω να τη μοιραστώ εδώ, αλλά δεν έβρισκα αφορμή. Τώρα που είδα πόσα σχόλια μάζεψε όμως, η εν λόγω ανάρτηση (τα οποία θεωρούνται κάμποσα δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πλέον πάνω από δέκα ενεργά μπλογκς), λέω να σας την αναφέρω. Δεν είναι και πολύ σπουδαία, αλλά όταν συνέβη, γέλασα πολύ.

Τα Στρουμφάκια τα προμηθευόμουνα από μία γερμανική ιστοσελίδα η οποία απευθύνεται σε συλλέκτες. Τα περισσότερα απ’ αυτά κοστίζουν €20 το ένα, και πρόκειται για ό, τι απέμεινε από τη δεκαετία του ’80 - πραγματικά σπάνια κομμάτια δηλαδή. Πριν δέκα χρόνια, πριν παντρευτώ και πριν κάνω παιδί και διέθετα λεφτά… για πέταμα, αγόραζα κάθε μήνα από λίγα, και έτσι με τον καιρό έφτασα να έχω περί τα 250. Έκτοτε δεν αγόρασα άλλα, σήμερα θεωρώ εξωφρενικά τα ποσά που ξόδευα για τέτοιες μαλακίες (σόρρι Στρουμφάκια μου, μα η αλήθεια να λέγεται!)

Μία εποχή αποφάσισα ότι εκτός από Στρουμφ καλό θα ήταν να αγόραζα και τα σπίτια τους. Μπήκα λοιπόν στην ιστοσελίδα και είδα ότι πωλούνταν κάποια μανιτάρια, πωλούνταν όμως και ο ανεμόμυλος ο οποίος ήταν σπάνιο κομμάτι και το αγόρασα σε τριπλάσια τιμή από την κανονική του μέσω ενός άλλου συλλέκτη στην Αμερική. Μαζί με τον ανεμόμυλο αγόρασα και καμιά 20αριά στρουμφάκια να μου βρίσκονται. Θα έρχονταν όλα μαζί, στην ίδια παραλαβή.

Όταν έφτασε το δέμα στα κυπριακά ταχυδρομεία, επειδή το πακέτο ήταν σχετικά μεγάλο και προερχόμενο εκτός ΕΕ, μου τηλεφώνησαν από το ταχυδρομείο ότι πρέπει να πληρώσω ένα φόρο επί τόπου και ότι θα έπρεπε να γίνει έλεγχος από Λειτουργό για να διαπιστώσουν τι φέρει το κιβώτιο μέσα. Πρώτη φορά καλούμουν να ακολουθήσω μια τέτοια διαδικασία, οπότε κατέφθασα στο ταχυδρομείο αμέσως για να ξεμπερδεύω γρήγορα αλλά και ολίγον αγχωμένος ως προς το τι θα αντιμετώπιζα.

Μπαίνω, λοιπόν, στο ταχυδρομείο, περνώ σε ένα ειδικό δωμάτιο στο οποίο μάζευαν τα «ύποπτα» πακέτα, έρχεται και ο λειτουργός μπροστά μου, ένας τύπος που είχε φάτσα δημοσίου υπαλλήλου που δουλεύει στο ταχυδρομείο, κρατoύσε και στο χέρι του ένα χαρτοκόπτη και μου λέει: «Το πακέτο θα ανοιχθεί για έλεγχο».

«Μάλιστα!» του είπα. Εμένα το άγχος μου ήταν μην τυχόν καταστρέψει το συλλεκτικό κουτί. Ντρεπόμουν, εννοείται, να το πω.

«Τι έχει μέσα;»

«Στρουμφάκια» του απαντώ ορθά κοφτά. Ήταν κι ένας άλλος κύριος πίσω μου που περίμενε τη σειρά του, αντιλαμβάνεστε το ξεστόμισα σε ένταση τόσο-όσο, μην μας πάρουν και με τις πέτρες 32 χρονών μαντράχαλους.

«Στρουμφάκια, ώστε!!» μου απαντά με δυσπιστία και μία εμφανή δόση ειρωνείας.

«Ναι..!» ψέλλισα.

«Θα δούμε αν έχει στρουμφάκια!» είπε με ύφος μπάτσου Νέας Υόρκης.

Μέχρι να πάρει τα κουλά του ο κύριος, μέχρι να ανοίξει την κολλητική ταινία ασφαλείας, να ξεδιαλύνει τα προϊόντα μέσα από τις πολυστερίνες και τα φελιζόλ, εμένα με έζωσαν τα φίδια. «Λες να μου κάνανε καμιά μαλακία και να μου στείλανε τίποτα άλλο; Γιατί έχει αυτό το ύφος αμφισβήτησης, ο μαλάκας;»

Ξεχωρίζει τα συμπαρομαρτούντα από το πακέτο, και επιτέλους ξεπετιέται μέσα από την αχλή ένας ωραιότατος στρουμφο-ανεμόμυλος και καμιά 20αριά Στρουμφ. Έριξα και μια λοξή ματιά στον πίσω, να δω αν κοιτάζει. Ευτυχώς δεν έδινε πολλή σημασία. Ο λειτουργός του ταχυδρομείου είπε ένα: «κάτι στρουμφ βλέπω εδώ», αλλά επειδή προφανώς του χάλασα τη φαντασίωση ότι τάχα μου, θα έπιανε λαβράκι, ανακάτωσε με το χέρι του καλά-καλά την κούτα μην τυχόν και ξέπεσε κάπου η ηρωίνη του αρχί-νονού της Λευκωσίας, και δεν την πήρε χαμπάρι.

«Στουμφάκια λοιπόν...»

«Ναι!» του ξαναείπα με ύφος μας τα 'πρηξες.

Του έριξα και ένα νοερό κωλοδάχτυλο, τα πήρα παραμάσχαλα κι έφυγα!


Ε, μα!

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2020

Musicophilia


Διακόπτουμε την κανονική ροή του Δελτίου μας για να σας μιλήσω για το βιβλίο το οποίο διαβάζω αυτές τις μέρες και με το οποίο έχω πωρωθεί τα μάλα. Πρόκειται για το «Μουσικοφιλία» του Όλιβερ Σακς, διακεκριμένου νευρολόγου ο οποίος, μακαρίστηκε το 2015 αλλά ευτυχώς πρόλαβε και έγραψε πριν μερικά βιβλία με διάφορες αναλύσεις σπάνιων νευρολογικών παθήσεων και εξιστορήσεις ευτράπελων από διάφορους ασθενείς του.

Στο βιβλίο εξηγούνται πολλές νευρολογικές και εγκεφαλικές παθήσεις οι οποίες προκαλούν «κόλλημα» σε συγκεκριμένο μουσικά θέματα και τραγούδια. Το γνωστό και ενοχλητικό ρεφραίν της διαφήμισης που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς. Αναλύει ιστορίες ανθρώπων που τους χτύπησε κεραυνός και εν μία νυχτί άρχισαν να συνθέτουν μουσική χωρίς να έχουν προηγουμένως καμία μουσική γνώση ή μουσικό υπόβαθρο. Μιλάει για ασθενείς που στα καλά του καθουμένου άρχισαν να ακούνε ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα μέσα στο κεφάλι τους και το οποίο δεν σταμάτησε ποτέ. Έμαθαν να ζουν με αυτό. Ή άλλοι κατάφεραν να το μειώσουν κάνοντας συγκεκριμένες δραστηριότητες (διάβασμα, χαρτοπαιξία), αλλά μόνο για λίγο. Ύστερα επέστρεφαν δριμύτερα τα κλαμπατσίμπαλα. 

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες. Ναι, δεν θα τα καταλάβετε όλα, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός. Δεν πάτε για γιατροί. Ούτε για πτυχίο. Θα εξερευνήσετε όμως τα άδυτα της ψυχής και του μυαλού και θα μάθετε πράγματα σχετικά με τη μουσική και το πώς αυτή εντυπώνεται στο μυαλό σας και τα οποία ίσως να σας απασχόλησαν κατά τη διάρκεια μίας ακρόασης.

Εντυπωσιάστηκα στην αναφορά ενός πειράματος που έγινε πριν κάποια χρόνια όπου μάζεψαν 100 άτομα σε μία αίθουσα και τους είπαν ότι έπρεπε να συγκεντρωθούν και να ακούσουν για τρία λεπτά τα «Λευκά Χριστούγεννα». Ο δίσκος δεν έπαιξε ποτέ, επίτηδες. Κι όμως κάποιοι εκ των παρευρισκόμενων δήλωναν ότι άκουσαν κανονικότατα το τραγούδι. Και αυτό γιατί ο εγκέφαλος έχει την ικανότητα να «διηγείται» μία μελωδία όταν αυτή είναι αρκετά γνωστή σε βαθμό που ο άνθρωπος νομίζει ότι όντως άκουσε ολόκληρο το τραγούδι.

Είμαι άνθρωπος που ζει με τη μουσική, (ακούω με κάθε ευκαιρία δίσκους ολόκληρους, πολλές φορές στήνοντας δικό μου θεματικό γλέντι ανάλογα τη διάθεση, την εποχή, την επέτειο, κτλ) και έχω διαγνώσει ότι αυτή η διαδικασία εκτός του ότι μου φτιάχνει τη διάθεση, με γιατρεύει κιόλας. Πολλές φορές μου περνά ο πονοκέφαλος ακούγοντας 10 λεπτά απαλή μουσική, ενώ τα Panadol στο μεταξύ δεν ωφέλησαν το παραμικρό. Είμαι άνθρωπος που ακούγοντας μουσική ηρεμώ, πολλές φορές νιώθω ότι πετώ από τη χαρά που αισθάνομαι εκείνη την ώρα. Όποτε η ένταση στο σπίτι ανεβαίνει, ειδικά αυτές τις μέρες του εγκλεισμού, 15 λεπτά ακρόασης αγαπημένης μουσικής με κάνουν άλλο άνθρωπο. Κλείνομαι στη σοφίτα, ρίχνω δυο ζεμπεκιές και κατεβαίνω κάτω άλλος άνθρωπος. Με βλέπουν και απορούν πως από μίστερ Χάιντ ξανάγινα δόκτωρ Τζέκιλ, και πάλι. Όταν αισθάνομαι απογοητευμένος πράττω το ίδιο. Δέκα λεπτά με τραγούδια απολυμαίνουν το σύμπαν. Επί νεανικών, ερωτικών απογοητεύσεων, ειδικά, οι μουσικές μου πάντα με έσωζαν, με εκτόνωναν, με αναζωογονούσαν.

(Σήμερα, έπλυνα όλα τα πιάτα, απολύμανα τους πάγκους, σκούπισα όλη την κουζίνα πλακάκι-πλακάκι, μετά σφουγγάρισα, και δεν γκρίνιαξα δευτερόλεπτο. Έβαλα να ακούω έναν δίσκο κατά τη διάρκεια και δεν ήθελα να τελειώσω το καθάρισμα. Μετά, όταν βγήκα στον κήπο να κλαδέψω και δεν μπορούσα να έχω μουσική υπόκρουση, βλαστημούσα σε κάθε ψαλιδιά που έκανα!)

Αυτά μπορεί να ακούγονται αυτονόητα σε πολλούς από εμάς, κι όμως έχω γνωρίσει άπειρο κόσμο του οποίου η μουσική δεν του λέει τίποτα. Κάποτε μία κοπέλα μου είπε ότι δεν έχει αγαπημένο τραγούδι επειδή δεν της άρεσε να ακούει μουσική. Κάποια άλλη δεν μπορούσε να μου πει ένα τοπ3 από αγαπημένα συγκροτήματα ή δίσκους, ενώ κάποια άλλη μου είχε πει ότι προτιμά να ακούει ήχους της φύσης παρά μουσική. Εξωγήινοι! Στο βιβλίο γίνεται αναφορά και σε τέτοιους. Δεν εννοώ εξωγήινους. Εννοώ ανθρώπους άμουσους. Που μία μουσική τους είναι περισσότερο εκνευριστική, όπως ο ήχος ενός φορτηγού, ενός αεροπλάνου, και δεν τους προξενεί καμία συναισθηματική φόρτιση ή απόλαυση.

Ε, αν δεν είστε σαν αυτούς και σας απασχολεί η επίδραση της μουσικής πέραν της προφανούς της χρήσης, αυτό είναι το ιδανικό βιβλίο για να περάσετε τις υπόλοιπες μέρες στην καραντίνα. Εγώ ενθουσιάστηκα, και να φανταστείτε ότι μόνο 90 σελίδες διάβασα, ευτυχώς έχω ακόμα 400!


ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΙΑ
OLIVER SACKS
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

Υ.Γ. Ξέχασα να σας πω ότι, το καλοκαίρι η Pixar θα βγάλει μία κανούρια ταινία με τίτλο Soul από τους ίδιους δημιουργούς που σχεδίασαν Τα Μυαλά Που Κουβαλάς το 2015και η οποία θα πραγματεύεται ακριβώς τα παραπάνω. Τη διαδικασία της έμπνευσης, το πώς κολλά μία μελωδία στο μυαλό σου, το πώς δραπετεύεις απ' αυτήν, το πώς γράφεται το σουξέ. Αν ζούμε, θα πάμε να τη δούμε.