Τρίτη, Αυγούστου 30, 2011

Φτού!

Εδώ και μισή ώρα κάθομαι και χασκογελώ μόνος μου, όπως τον χάχα, αναπολώντας μεγαλειώδεις στιγμές από τις καλοκαιρινές μου διακοπές! Χαχα! Μα, τι ωραία που ήταν φέτος στη Δανία!

Θυμάσαι που σου είχα πει ότι μια μέρα θα σου γράψω για το περιστατικό με τις Αυστραλέζες και τη μπίρα; Ε, λοιπόν, έφτασε η ώρα, η μεγάλη στιγμή. Άκου τι έγινε:

Στην Κοπεγχάγη μέναμε σε ένα ωραιότατο χόστελ, νεανικότατο, που θύμιζε εστία φοιτητών στην Αγγλία. Στον πρώτο όροφο υπήρχε ένας πολυχώρος που χρησιμοποιούνταν ως χώρος προγεύματος το πρωί, χώρος για τηλεόραση, μπιλιάρδο, αραλίκι και μπαρ. Λόγω του ότι όλοι οι ένοικοι του χόστελ συναθροίζονταν εκεί για να κοινωνικοποιηθούν, περνούσαμε την πλειοψηφία του χρόνου μας εκεί.

Ένα απόγευμα γνωρίσαμε δύο Αυστραλέζες. Ούτε που θυμάμαι πως τις έλεγαν. Καθίσαμε όλοι μαζί παρέα και τους συστηθήκαμε. Αμέσως, ένα αίσθημα υπερηφάνειας μας κατέκλυσε και βαλθήκαμε να βγάλουμε τον γκρικ λόβερ από μέσα μας. Να τον υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια και να αποδείξουμε πως είναι δικαίως κτήμα μας. Τρομάρα να μας έρθει, ποιόν γκρικ λόβερ; Εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τι κοινά έχω να συζητήσω με μια Αυστραλέζα για να της κρατήσω το ενδιαφέρον.

Τι για την Kylie Minogue τις ρώτησα, τι για τον Jason Donovan, μόνο την ολυμπιάδα του Σύδνεϊ που δεν ξέθαψα προκειμένου να μην βαρεθούν και φύγουνε. Τέλος πάντων, θεωρώ ότι γινόμαστε πολύ γελοίοι οι φίλοι μου κι εγώ όποτε προσπαθήσουμε να μαρκάρουμε ξένες γκόμενες έστω και πλατωνικά, αλλά τέλος πάντων, αυτή είναι και η γοητεία της αντροπαρέας.

Λοιπόν, όσο χαζολογάγαμε, πίναμε μπίρες. Πολλές μπίρες. Κι εγώ, ως γνωστόν, δεν θέλω και πολύ. Στη δεύτερη μπίρα άρχισα τα χαχαχα-χουχουχου. Τις ρώτησα λοιπόν, να μου πουν πως κατέληξαν στην Δανία. Πώς τους ήρθε, δηλαδή, να αφήσουν την Αυστραλία και να διακοπάρουν στη Κοπεγχάγη. Η μία απ’ αυτές, μου εξήγησε ότι βρήκαν δουλειά στο Λονδίνο και ξεκινούν τον Σεπτέμβριο, αλλά μιας και ήταν η πρώτη τους φορά στην Ευρώπη αποφάσισαν να έρθουν ενωρίτερα και να κάνουν τον γύρο της ηπείρου.

«Έχουμε ταξιδέψει σε 21 χώρες από τις αρχές του περασμένου μήνα μέχρι σήμερα», μου είπε η μία απ’ τις δύο όλο καμάρι!

«Σοβαρά;» Ρώτησα εγώ.

«Ναι, πήγαμε στη Σουηδία, στη Φινλανδία, στην Ρωσία, στην Εσθονία, στη Λετονία, στην Λιθουανία, στην Ουκρανία, στη Ρουμανία, στη Σερβία, στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στο Κόσσοβο, στα Σκόπια, στην Πολωνία και καταλήξαμε εδώ.»

Είχε ένα ενθουσιασμό στο βλέμμα και δεν ήθελα να της το χαλάσω της κακομοίρας. Πού να της έλεγα ότι εμείς, στις μισές χώρες που ανέφερε ούτε από πάνω με τ' αεροπλάνο δεν θέλουμε να περάσουμε. Δηλαδή, σοβαρά τώρα, ποιος άνθρωπος ονειρεύεται να πάει στα Σκόπια ή στη Λιθουανία για διακοπές; Εντάξει, αν τύχει να πας, πολύ καλώς να πας. Αλλά να το βάλεις σκοπό να περάσεις απ’ αυτές τις χώρες και να καμαρώνεσαι, το βρήκα πολύ αστείο.

Καθώς, λοιπόν, εξιστορούσε αυτή τα ταξίδια του Γκιούλιβερ στα οποία επιδόθηκε, εγώ σκεφτόμουν πόσο αστεία ήταν η διαδρομή που ακολούθησαν. Ο συνδυασμός του ενθουσιασμού στο πρόσωπό της και η φαντασία μου που οργίαζε καθώς απεικόνιζε τις Αυστραλέζες να πανηγυρίζουν επειδή επισκέφτηκαν το Κόσσοβο και τα Σκόπια δημιούργησαν ένα ανεξέλεγκτο κύμα μπίρας μέσα στο στόμα μου.

Μια τεράστια γουλιά από δανέζικη μπίρα σηκώθηκε σαν τσουνάμι μέσα στον ουρανίσκο μου. Τα χείλη μου χαλάρωσαν, η γλώσσα μου σηκώθηκε. Η μπίρα έγινε μία σφαίρα έτοιμη να πυροβολήσει όποιον βρισκόταν στον διάβα της. Η στοματική μου κοιλότητα συσπάστηκε, η πάνω γνάθος αποχαιρέτησε την κάτω, και τότε σαν δαιμονισμένη σφαίρα, η μπίρα εκπυρσοκρότησε στα μούτρα της Αυστραλέζας. «Εσπούρτησεν» κατά την κυπριακή. "Σπούυυρτ!" Μούσκεμα η Αυστραλέζα.

Μαλλιά, μούτρα, όλα ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ. Όλα ένας λεκές από μπίρα, ευγενική χορηγία της αυτού μεγαλειότης. Μέχρι και στο λαμπατέρ που ήταν από πάνω μας έφτασαν τα σταγονίδια, τα έβλεπα που έσταζαν αργότερα. Ακολούθησε αμήχανη σιωπή. Πάγωσαν όλοι. Έπρεπε να δεις τα μούτρα των φίλων μου που παρακολουθούσαν έντρομοι το πρότυπο του γκρικ λόβερ να καταρρέει μπροστά τους! "Το πουλλίν επέτασεν"!

Εγώ, στο μεταξύ, να θέλω να κλάψω από το γέλιο, αλλά να μην μπορώ. Το έπαιξα σοβαρός και τσέτλεμαν! Έτρεξα στην τουαλέτα και έφερα χαρτοπετσέτες. Έφερα και νερό να πλυθεί. Ζήτησα εκατό φορές συγγνώμη. Μου είπε ένα ξερό «Its OK

Δεν ξαναμίλησα όλο το υπόλοιπο βράδυ.



Κυριακή, Αυγούστου 28, 2011

Μέτρα, Μέτραα, Μέτραααααα!

Οικονομικά μέτρα.

«Μέτρα εσύ τις ώρες, να μετρώ τις μπόρες που δεν έχουν τελειωμό…»

Κάθε μέρα που ανοίγω τις εφημερίδες και διαβάζω τα νέα για την οικονομία, σφίγγεται η καρδούλα μου.

Πάμε κατά διαόλου.

Και καλά κάνουμε και πάμε κατά διαόλου, εκεί μας αξίζει να πάμε με αυτά που ψηφίζετε, αλλά αυτό δεν με βοηθά καθόλου από ψυχολογικής απόψεως. Γιατί, παλιά ήταν κοινώς παραδεκτό ότι η Κύπρος δεν έχει ουδέν καλό πλην της οικονομικής ευρωστίας. Ήξερες ότι θα ζήσεις σε ένα κακόγουστο και βαρετό μέρος, αλλά τουλάχιστον θα έχεις να φας. Τώρα δεν θα έχεις ούτε αυτό. Και δεν ξέρω τι να κάνω. Πού θα μεταναστεύσω; Πού θα καταφύγω; Όλες οι τριγύρω χώρες είναι υπό πτώχευση ή υπό διάλυση. Πιο μακριά βαριέμαι να πάω.

Όπως έχω γράψει πολλές φορές, κανονίζω 3-4 ταξίδια κάθε χρόνο για να μπορώ να επιβιώσω στην χώρα της Αφροδίτης. Η προσμονή του ταξιδιού με κάνει να υπομένω την κυπριακή πραγματικότητα γιατί έτσι μοιάζει εφήμερη και όχι σαν μόνιμη (σ)κατάσταση. «Αφού θα φύγουμε από ‘δω δεν υπάρχει λόγος να αυτοκτονήσουμε ακόμα» -ασχέτως αν μετά επιστρέφουμε. Τώρα, αν μειωθούν τα ταξίδια, προβλέπω να κάνουμε τη βιομηχανία του Lexotanil πλούσια για ν’ αντέξουμε.

Με τις περικοπές των μισθών που έρχονται και το γενικότερο οικονομικό ψυχοπλάκωμα που καλλιεργείται πανταχόθεν, δεν ξέρω αν θα μπορώ να πηγαίνω τόσα ταξίδια τον χρόνο.

Υπάρχει βέβαια η λύση. Να βρούμε αυτούς που το 2008 έκριναν ότι ο Χριστόφιας είναι άξιος για να διοικήσει και να τους βάλουμε να δουλεύουν υπερωρίες, να καλύψουν το έλλειμμα. Ή, ακόμα καλύτερα, να εφαρμόσουμε αυτό που κάνουν οι Αμερικάνοι. Να τους φορέσουμε όλους από μια φόρμα και να τους αναγκάσουμε να παράγουν κοινωνικό έργο. Να τους στείλουμε να ανοικοδομήσουν τους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, ας πούμε. Τι ποσοστό πήρε ο Χριστόφιας το 2008; Γύρω στο 54%; Αυτό σημαίνει ότι περισσότερος από τον μισό πληθυσμό θα βάλει τη φόρμα του και τα αθλητικά του παπουτσάκια και θα πάει στον Βασιλικό να ξαναχτίσει τον σταθμό σε χρόνο dt. Μην σας φαίνεται βουνό… Από μια πέτρα να βάλετε ο καθένας, σώζετε τον τόπο από τον οικονομικό βάλτο, ενώ θα εξιλεωθείτε και για τις παρανοϊκές σας ψήφους. Έτσι είναι μάνα μου, να είμαστε υπόλογοι για τις ψήφους μας. Όχι σταυρό στον κάθε ανάξιο και άντε γεια. Τώρα που έχουμε έκτακτη ανάγκη, να πληρώσετε, να μάθετε.

Κάποτε ζούσαμε σε χώρα σαν το Λουξεμβούργο και τώρα σε χώρα βουτηγμένη στο βούρκο.

Αυτά συζητούσα με τη Μπρέντα τις προάλλες και μας ήρθε δύσπνοια συνδυασμένη με σκοτοδίνη. Δεν σφάξανε: Μπήκαμε στο ίντερνετ, κλείσαμε ταξίδι και ήρθαμε στα ίσα μας.




Ως πάρα-τζιει!

Παρασκευή, Αυγούστου 26, 2011

Τα Βιβλία Αγαπώ

Χτες το απόγευμα ξόδεψα τρεις ώρες μέσα σε τρία διαφορετικά βιβλιοπωλεία, προκειμένου να βρω βιβλία να αγοράσω. Πήγα στο Μετροπόλιταν, στο Σολώνειο και στο Public. Έλιωσαν τα πόδια μου, ζαλίστηκε το κεφάλι μου να κοιτάζει τίτλους και να διαβάζει περιλήψεις υποθέσεων. Με τα χίλια ζόρια κατέληξα σε δυο βιβλία, για τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν πετάω και τη σκούφια μου, αλλά τουλάχιστον θα βοηθήσουν να περάσει ο Αύγουστος.


Δεν ήμουν ποτέ παιδί που του άρεσε να διαβάζει βιβλία. Σαν μωρό λάτρευα την ελληνική μυθολογία και τα έπη του Ομήρου αλλά ως εκεί. Από λογοτεχνία μηδέν. Διάβασα μόνο τα βιβλία που ήμασταν αναγκασμένοι να διαβάσουμε στο σχολείο για το μάθημα του «λογοτεχνικού βιβλίου», ήτοι «ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου», τη «Λωξάντρα», τα «Ματωμένα Χώματα», τον «Καπετάν Μιχάλη», τη «Φόνισσα» και τη «Γαλήνη» αλλά ως εκεί. Αν ήταν στο χέρι μου, μόνο κόμιξ και Μίκυ Μάους θα διάβαζα. Και δεν με χαλούσε καθόλου.


Σηκώθηκα και πήγα στη Αγγλία να σπουδάσω όμως, και παρατήρησα ότι η πλειοψηφία του κοσμάκη είναι με ένα βιβλίο στο χέρι. Κάθε γειτονιά έχει κι από ένα μεγάλο Waterstones βιβλιοπωλείο και ο κόσμος διαβάζει. Στο λεωφορείο, στο μετρό, στο παγκάκι, όλοι οι Εγγλέζοι διαβάζουν. Θα μου πεις, με τέτοιο παλιόκαιρο που τους αποτρέπει να βγουν έξω, τι να κάνουν οι καημένοι; Διαβάζουν. Ε, θα μπορούσαν να λιώσουν στην τηλεόραση όπως κάνουν οι Έλληνες. Αλλά, οι Εγγλέζοι διαβάζουν. Και το πήρα πατριωτικά το θέμα, σκέφτηκα ότι δεν γίνεται εμείς που έχουμε τόσους σπουδαίους συγγραφείς να τους έχουμε στα ράφια να χάσκουν και οι Εγγλέζοι να μου το παίζουν κουλτούρα και πνεύμα.


Οπότε, άρχισα να διαβάζω. Έξι χρόνια στην Αγγλία, όταν δεν διένυα εξεταστική περίοδο, διάβαζα άσχετα βιβλία. Προμηθεύτηκα όλα τα κλασικά έργα που πρέπει να διαβάσει κάποιος πριν πεθάνει και τα κάλυψα. Εντρύφησα στον Κοέλιο λίγο πριν αρχίσω να τον κάνω εμετό και διάβασα σχεδόν όλες τις γλυκανάλατες μαλακιούλες του. Πιστεύω ότι έκοψα αρκετό δρόμο.


Ο αγαπημένος μου όμως, και πέσε να με φας όσο θες – δεν με ενδιαφέρει, είναι ο Νταν Μπράουν. Μπορεί να έγινε κουραστικός τελευταία επειδή ακολουθεί την ίδια δομή και έγινε πολύ προβλέψιμος, αλλά τα μυστήρια που σκαρφίζεται, δεν υπάρχουν! Οι παραφυάδες που ξεφύτρωσαν εξ αιτίας του είναι πολλές. Δεν υπάρχει πλέον μυθιστόρημα που να μην εμπλέκει μέσα μία μυστική αδελφότητα. Κατάντησε αηδία. Αδελφότητα για την ανακάλυψη του ελιξίριου της ζωής, αδελφότητα για ανακάλυψη της χαμένης Ατλαντίδας και πάει λέγοντας. Μόνο αδελφότητα για την απόδοση ευθυνών στο Μαρί δεν δημιουργήθηκε ακόμα!


Τέλος πάντων. Από τον καιρό που επέστρεψα στην Κύπρο μόνιμα δεν διαβάζω πολύ. Εκεί που διάβαζα 4-5 βιβλία τον χρόνο, τώρα πια μετά βίας διαβάζω δύο. Φέτος διάβασα μόνο ένα βιβλίο για το backstage του 1821 και ύστερα άρχισα το «Κοιμητήριο της Πράγας», αλλά μου έκατσε βαρύς ο Ουμπέρτο Έκο (σαν ταφόπλακα με πλάκωσε, έφτασα τις 200 σελίδες και ακόμα δεν κατάλαβα τι προσπαθεί να πει) και το σταμάτησα. Δεν βρίσκω πια βιβλίο να μ’ αρέσει. Τα παρατάω όλα στα μισά και νιώθω τύψεις. Αλλά αυτό πρέπει να κάνουμε γιατί ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και δεν συμφωνώ να τελειώνουμε ένα βιβλίο απλά για να το τελειώσουμε, αν δεν αξίζει.


Εχτές τρεις ώρες μέσα στα βιβλιοπωλεία δεν μπορούσα να βρω μισό βιβλίο να με «καβλώσει». Έγιναν όμως και τα βιβλιοπωλεία... σκέτα περίπτερα. Πολλή γκόμενα, ρε γαμώ το. Ήθελα να ‘ξερα ποια ηλίθια πετά τα λεφτά της για να διαβάσει βιβλία με τίτλους του στιλ «το τελευταίο αντίο», «τα σκαλοπάτια της αγάπης», «στο κατώφλι του έρωτα» και τέτοια χαζά (οι τίτλοι είναι δικοί μου, αν και δεν θα εκπλαγώ αν υπάρχουν όντως στην πραγματικότητα). Χίλιες φορές να διαβάσεις το Playboy. Αν πάλι το Playboy δεν σε πείθει, λυπήσου τον Αμαζόνιο που αποψιλώνεται για να γίνει η κάθε κακογαμημένη συγγραφέας.


Αγόρασα δύο βιβλία τελικά. Ένα μυστήριο με αδελφότητες (τι να έκανα;) και ένα άλλο πιο… «αντρικό» όπου ένας κύριος περιγράφει αστεία περιστατικά που συνέβαιναν στα μπουρδέλα της γειτονιάς του στη δεκαετία του ’50. Άντε να δούμε πως θα βγει το καλοκαίρι…


Κυριακή, Αυγούστου 21, 2011

Ποτέ Ξανά στον Πρωταρά!

Ποτέ ξανά στον Πρωταρά, αν θες να ζήσεις, ζήσε στα εξωτερικά!

Πήγαμε με τη Μπρέντα για σαββατοκύριακο στον Πρωταρά και ήθελα να φύγω από τις πρώτες δύο ώρες.

Από πού να αρχίσω.

Κατ’ αρχάς, το σπίτι μας. Το αγόρασαν οι γονείς μου το 1988. Έχω home video όπου εγώ και η αδελφή μου καθόμαστε στην βεράντα και τραγουδούμε το «απόψε ας βρεθούμε». Έχω ταινία που είμαστε με τους φίλους μου στα 17 μας και κάνουμε τις πρώτες μας αντρικές διακοπές με μπίρες και βότκες. Έχω φωτογραφίες από πάρτι και ερωτικές αλητείες που γίνονταν με συμμαθητές μου όταν παραθερίζαμε εκεί στα χρόνια του Λυκείου. Έχω απίστευτες αναμνήσεις γενικότερα από εκείνο το σπίτι, καθ' όλη τη δεκαετία του ’90. Αλλά μεταξύ του έτους 2000 και του 2011 υπάρχει ένα κενό. Και το διαμέρισμα έμεινε άθικτο, ασυντήρητο και παραμελημένο. Με όμορφα φαντάσματα και νεράιδες μέσα, που δυστυχώς όμως δεν υφίστανται πια. Χαλάστηκα στο δευτερόλεπτο μόλις ξεκλείδωσα την εξώπορτα.

Διασχίσαμε τον Πρωταρά να πάμε θάλασσα. Το κιτς σε όλο του το μεγαλείο. Οι γύφτοι στην Αγ. Βαρβάρα χτίζουν πιο καλαίσθητους δρόμους απ' αυτό το πράμα. Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που διασχίζω τον παραλιακό, ήξερα τι να περιμένω. Τον διέσχιζα και το ’90, αλλά τότε δεν ήμουν καν 20 ετών και όλα αυτά τα λαμπιόνια και τα πολύχρωμα φωτάκια μου φάνταζαν σαν λεωφόρος του Λας Βέγκας και νόμιζα ότι ζω σε πολύ προχώ χώρα, τρομάρα μου. Ύστερα που άνοιξαν τα μάτια μου και κατάλαβα πόσο κουλ είναι να βρίσκεσαι σε περιοχή που έχει Μίνι Γκολφ, χορευτικά σιντριβάνια, Mc Donalds και άπειρα Karaoke μπαράκια μέσα σε ένα μονόδρομο, απόρησα γιατί θέλουμε να έχουμε και τουρισμό. Ξενέρωσα και ντράπηκα.

Πήγαμε θάλασσα. Στην αγαπημένη μου θάλασσα. Χώρκατοι, χώρκατοι παντού! Λαϊκές γκόμενες με το καμένο μαλλί το οξυζενέ και το τιγρέ μπικίνι. Λαϊκοί ομορφονιοί να παίζουν ρακέτες και να νομίζεις ότι αν σφιχτούν ακόμα λίγο θα εκραγούν (τι κακό αυτό με τις ρακέτες;! Θα το αναλύσω άλλη φορά!). Κακόγουστα ταττού παντού. Παιδάκια με κουβαδάκια να τσακώνονται και να κλαίνε. Η μάνα να τα κατσαδιάζει, ο πατέρας να χάσκει αραχτός στην καρέκλα, χαϊδεύοντας τη κοιλιά του. Το νερό της θάλασσας γεμάτο φύκια. Γεμάτο βράχους. Αυτά δεν τα θυμάμαι να υπήρχαν το ’90. Δυσανασχέτησα. Είπα στη Μπρέντα να πάρουμε τα συμπράγκαλά μας και να φύγουμε και τσακωθήκαμε στην παραλία. Το πήρε προσωπικά γιατί θεώρησε ότι φταίει εκείνη που ήμουν κακοδιάθετος. Όταν της εξήγησα ότι δεν κάνω για να βγαίνω εκτός Λευκωσίας, μου είπε: «Κάνεις σαν τον γέρο!»

Οι δυο πιο ωραίες στιγμές ήταν όταν πήγε 7:00 το απόγευμα και άδειασε η παραλία. Μείναμε μόνοι μας και ο συνδυασμός ηλιοβασιλέματος και αγκαλιών λειτούργησε καθαρτικά στην ψυχή μου. Και η δεύτερη, όταν το βράδυ μεταξύ ύπνου και ξύπνιου μπλέκονταν τα πόδια με τα χέρια και μπερδεύονταν τα σώματα. Κατά τα άλλα, με το που ξυπνήσαμε σήμερα το πρωί της Κυριακής, δεν μπήκαμε καν στη διαδικασία να πάμε για μπάνιο. Τα μαζέψαμε και ήρθαμε άρον, άρον Λευκωσία, η οποία μάλιστα, φάνταζε σαν τη Νέα Υόρκη μετά από αυτή την προσβολή αισθητικής και πολιτισμού που έζησα.

Ποτέ ξανά στον Πρωταρά, εκτός κι αν επιστρέψουν τα ‘90ς.

ΥΓ1: Ξέρω, ξέρω, θα μου αρχίσεις τώρα ότι μια χαρά είναι ο Πρωταράς αν αποφύγεις τις κοσμικότητες και πας και βρεις κόλπους ανεξερεύνητους, παραλίες ξεχασμένες απ’ το Θεό κτλ. Αλλά, μπα, δεν πείθομαι. Η μόνη λύση είναι να μαζεύεις λεφτά και να φεύγεις εκτός Κύπρου.

ΥΓ2: Σχετικά με την Τζιουλιέττα, η απόφαση είναι τελεσίδικη. Θα είναι κόκκινη. Ευχαριστώ για τις παραινέσεις σας!

Παρασκευή, Αυγούστου 19, 2011

Το Χρώμα Της Τζουλιέττας Μου

Με τούτα και με ‘κείνα, φτάσαμε στο δίλημμα του αιώνα:

Θα αγοράσω μία Giulietta Alfa Romeo και κόλλησα στο χρώμα. Θέλω συμβουλές.


Εμένα μ’ άρεσε εξ αρχής η κόκκινη. Αλλά πήγα στο μαγαζί και δεν είχαν ούτε μία κόκκινη να μου επιδείξουν και φοβάμαι να παραγγείλω έτσι, στα τυφλά χωρίς να την δω ιδίοις όμμασι. Γιατί μπορεί στο ίντερνετ και στις φωτογραφίες η κόκκινη να φαντάζει μία κούκλα, μπορεί οι πιο λάτρεις του είδους να δηλώνουν πως «Τζουλιέττα μόνο κόκκινη παίρνεις» αλλά εγώ αν δεν τη δω μπροστά μου δεν μπορώ να κρίνω. Η Μπρέντα δήλωσε: «Ποιος είσαι γιε μου και μου θες και κόκκινο αυτοκίνητο; Ο Κεν της Μπάρμπι;» Η μάνα μου ήταν κατηγορηματική «Όχι κόκκινο!» ενώ εμένα με τρομάζει λίγο το ότι το χρώμα βρομά Χριστόφια. Δεν θέλω να συνεχίζω να καταπίνω τον εμετό μου για τα επόμενα 15 χρόνια. Πάντως, μου είπαν ότι σε όλη την Κύπρο έχουν πουληθεί μόνο 3 κόκκινες Τζουλιέττες που αυτό είναι καλό. Τουλάχιστον δεν έχει γίνει ακόμα μόδα.


Υπάρχει και η άσπρη, η οποία στον κατάλογο είναι γοητευτικότατη, αλλά αν πας να τη δεις από κοντά είναι σαν το αμάξι του γαλατά. Άσπρο σαν το σμάλτο των δοντιών, σαν νοσοκομειακό όχημα, σαν σπερματοζωάριο. Ξέρω, ξέρω είναι της μόδας τα άσπρα. Αλλά αυτό τώρα, για καλό το λες; Που γέμισε η Λευκωσία άσπρα αυτοκίνητα; Δεν είναι σέξι το άσπρο. Δεν έχει μυστήριο. Αλλά, θα μου πεις από πότε σου πάει εσένα το σέξι και το μυστήριο; Αφού είσαι ανοιχτό βιβλίο. Αν ήσουν εξώφυλλο θα ήσουν σαν το «Απαγορευμένο» της Βίσση. Συνειδητοποιημένο και απέριττο. Ναι, αλλά δικαιούμαι να ζήσω κι εγώ τον μύθο μου έτσι; Πάντως, στη διαφήμιση το άσπρο είναι όλα τα λεφτά. Υπενθύμιση: Στις διαφημίσεις όλα τα προϊόντα είναι όλα τα λεφτά. Πφ!


Υπάρχει και το μαύρο. Που είναι σέξι και μυστήριο, αλλά δεν είναι Μερσεντές, ούτε Audi, ούτε καν BMW, και το Alfa Romeo δεν σε πείθει τόσο στο μαύρο. Επίσης, μέσα στη κυπριακή ζέστη το μαύρο θα μοιάζει με τάφο, με καζάνι που καίγεται, με πραγματική κόλαση και θα ξεκαπνίζει από τις αχτίνες του ανελέητου ήλιου. Έχει και μαύρα καθίσματα. Πολύ μαύρο γενικά. Δεν ξέρω. Μου αρέσει πιο πολύ από το άσπρο, αλλά μαύρο; Κάτι δεν μου κάθεται καλά. Ούτε στο πένθος δεν φόρεσα τόσο μαύρο.

Πείτε τίποτα γιατί κοντεύω να σκάσω. Τη Δευτέρα το απόγευμα το κλείνω. Και δεν το χωνεύω ότι σκαλώνω στο χρώμα! Μα κι αυτοί, κοτζάμ show room να μην έχουν ένα κόκκινο για δείγμα, να ξέρουμε τι μας γίνεται;

Η Οσία Μπρέντα

Κάθομαι και σκέφτομαι τη Μπρέντα Ντίξον.


Όπως ξέρει το παγκόσμιο, η Μπρέντα Ντίξον είναι η κοπέλα μου. Δεν την λένε έτσι, έχει ελληνικό όνομα. Αλλά αυτός ήταν ο ρόλος που υποδυόταν στο θέατρο όταν γνωριστήκαμε και της το κόλλησα. Παρόλο που δεν έχω κανένα πρόβλημα να μοιράζομαι τα προσωπικά μου με το παγκόσμιο και να ξεδιπλώνω τα συναισθήματά μου δημοσίως, με τη Μπρέντα κωλώνω. Για πολλούς λόγους.


Πρώτον, διότι η Μπρέντα με διαβάζει. Και είναι καλύτερα αυτά που νιώθω να της τα λέω κατ’ ιδίαν, παρά να τα μαθαίνει μέσα από το ίντερνετ σαν κοινή θνητή αναγνώστρια. Δεύτερον, επειδή ακριβώς με διαβάζει, ίσως να θεωρήσει ότι οποιαδήποτε δημόσια παραδοχή των συναισθημάτων μου αποτελεί ένα αναίσχυντο show off εκ μέρους μου, που ουδέν προσφέρει στο περαιτέρω κτίσιμο ή και ενδυνάμωμα της σχέσης μας. Πράξεις και όχι λόγια, θα μου πει. Τρίτον, επειδή η Μπρέντα έχει ισχυρή προσωπικότητα και την έχω άξια να μου αφήσει κάποιο κεραυνοβόλο σχόλιο εδώ πέρα και να μείνω σύξυλος, μη ξέροντας πώς να αντιδράσω. Ήδη έχει πάρει σβάρνα την μπλογκόσφαιρα και δημιουργεί φιλίες, και νιώθω ότι τα γεγονότα με προλαβαίνουν.


Νιώθω παράξενα με τη Μπρέντα. Ήρθε στη ζωή μου πάνω σε μία φάση που άρχισα να χωνεύω ότι θα μείνω μόνος μου και να εξοικειώνομαι με την ιδέα του γεροντοπαλίκαρου. Πάνω που άρχισα να αγαπώ την ιδέα του μπακουριού και να το βλέπω θετικά, πάνω που άρχισα να κάνω σχέδια για να φτιάξω εργένικο διαμέρισμα, πάνω που άρχισα να οργανώνω ταξίδια για έναν και να αποκλείω το ενδεχόμενο σχέσης επ’ άπειρον, ήρθε και μου τα έφερε όλα πάνω, κάτω! Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Τα τελευταία 10 χρόνια ήμουν single. Εξαιρώ ενδιάμεσες μαλακιούλες με γκόμενες που πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Επί της ουσίας ήμουν μόνος 10 χρόνια. Νιώθω δέος μόνο που το σκέφτομαι.


Είδα κι έπαθα να συνηθίσω ότι όλα αυτά που δεν συνέβαιναν στη ζωή μου τα τελευταία δέκα χρόνια, ανατράπηκαν. Ήταν τεράστια αλλαγή, μεγάλο σοκ, και αν θες, ένας από τους λόγους που δεν γράφω συχνά γι αυτήν, είναι επειδή ακόμα δεν πιστεύω ότι είμαστε μαζί. Για να καταλάβεις, σύντομα θα κλείσουμε εννιά μήνες μαζί και απορώ γιατί όλα πάνε κατ’ ευχήν. Εγώ συνήθως, μόνο μέχρι το δεύτερο ραντεβού έφτανα τα τελευταία χρόνια. Αν έβλεπα προοπτική και για τρίτο ραντεβού, νόμιζα πάω για γάμο!


Φτου, μην το ματιάσουμε, όμως. Όσο πάει η σχέση δυναμώνει, καλυτερεύει σε όλες τις πτυχές της και νιώθω μέρα με τη μέρα πιο into her. Βέβαια, για να λέμε και την αλήθεια, φοβάμαι. Νιώθω τόσο άπειρος σε θέματα σχέσεων, τόσο ανάπηρος σε θέματα χειρισμού συναισθηματικών κρίσεων, που δεν ξέρω τι θα γίνει αν καμιά φορά πρέπει να είμαι εκεί, κι εγώ δεν είμαι, λόγω απλής άγνοιας και αχαπαροσύνης. Αλλά, μαθαίνω στην πορεία. Κανένας δεν περπάτησε από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε. Βέβαια κανένας δεν περίμενε και την ενηλικίωση για να περπατήσει, αλλά δεν μπορώ να έχω άλλες ενοχές τώρα. Το θέμα είναι ότι άρχισα να περπατώ και να μαθαίνω. Αλλά, ναι, φοβάμαι. Φοβάμαι γιατί, παρόλο που πάντα ήμουν υπέρ των παιδιών και της οικογένειας, τώρα με την Μπρέντα, τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί εγώ σε ένα, δύο χρόνια να βρεθώ να αλλάζω πάνες και να σφάζομαι με τους αρχιτέκτονες για το σπίτι που θα πρέπει να χτίσω για να σπιτώσω τη φαμίλια. Φοβάμαι όταν καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως είμαι υπόλογος στο σόι της για την πορεία της σχέσης, αγχώνομαι για το κοινωνικό του πράγματος, για τα πάντα.


Το καλό είναι ότι η Μπρέντα είναι εναντίον του γάμου και δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους καλουπώματα. Αλλά, ναι, μία δύσπνοια την έχω. Αυτά σκέφτομαι καμιά φορά και θέλω να πάρω τα βουνά. Από την άλλη, αυτά σκέφτομαι πάλι και χαμογελώ σαν μαλάκας.


Επίσης, αισθάνομαι άβολα, γιατί ανέκαθεν υπήρξα πολύ γενναιόδωρος με τα συναισθήματα μου, πάντα έδινα το 100% του εαυτού μου σ’ αυτές που γούσταρα και πάντα έτρωγα τα μούτρα μου. Τώρα δυστυχώς ανέπτυξα άμυνες, οι οποίες πολλές φορές με αναχαιτίζουν και δεν μου επιτρέπουν να είμαι αυτός που θα έπρεπε να ήμουν απέναντι στη Μπρέντα και είναι άδικο, γιατί μέχρι στιγμής αυτή είναι υπέρ του δέοντος σωστή απέναντί μου. Αλλά κι αυτό άρχισα να το δουλεύω και να το διορθώνω. Τι να κάνεις... Άμα έχεις περάσει από τη Κίρκη, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, στο τέλος τα πληρώνει η Πηνελόπη.


Είναι παράξενο να είσαι σε μία σχέση μετά από τόσο καιρό. Δηλώνω χασκιασμένος και αμήχανος. Αλλά δεν έχει σημασία. Το σαββατοκύριακο θα πάμε Πρωταρά, θα την αγκαλιάζω μέσα στο κύμα, και η καρδιά μου θα χτυπάει στου Αιγαίου τα μπλουζ…


Τρίτη, Αυγούστου 16, 2011

Δεκαπεντάλουτος!


- Βγήκαν τα αποτελέσματα του MRI (εντός δύο ημερών, άμα έχεις μέσον!), και δεν έχω τίποτα! Είμαι πολύ χαρούμενος.


- Βαρέθηκα φρικτά τον φετινό 15αυγουστο. Δεν έκανα τίποτα, έπληξα στη Λευκωσία. Δεν αντέχω άλλο όμως, είναι η τελευταία φορά που πειραματίζομαι με διακοπές εκτός Αυγούστου. Από του χρόνου, δεν κάθομαι στην Κύπρο τον 15αυγουστο που να με πληρώνεις εκατομμύρια!


- Να έρθει ο Σεπτέμβρης να αρχίσω πάλι θέατρο, Ισπανικά και λοιπές δημιουργικές ασχολίες γιατί δεν είναι κατάσταση αυτή. Είμαι συνέχεια ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι, αποσυντίθεμαι και δεν έχω ούτε ένα καλό βιβλίο για να περάσει η ώρα μου. Ό,τι αρχίσω, το παρατώ στις πρώτες 150 σελίδες.

Σάββατο, Αυγούστου 13, 2011

Και Βλέπω Κάτι Όνειρα...

Τα όνειρα που βλέπω είναι υπερπαραγωγές. Έχουν σενάριο, σκηνικά, αρχή, μέση και τέλος. Δεν είναι απλά μια κατάσταση συναισθήματος πόνου ή χαράς. Είναι ολόκληρη θεατρική παράσταση, ολόκληρη ταινία.

Ψες είδα όνειρο ότι καβγάδιζα με τη μάνα μου, για να με αφήσει να πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά μου, όπως έκανα όταν ήμουν 8 χρονών. «Μα, θα πας να κοιμηθείς στη γιαγιά σου, 30 χρονών άνθρωπος;» «Τι σε νοιάζει, μάνα μου εσένα; Εγώ θέλω να πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά μου! Λογαριασμό θα σου δώσω;» «Ε, άμα δεν σε κόφτει που θα κοιμηθείς στο πάτωμα, πάνω στα παλιοσανίδια, πήγαινε».

Όταν ήμουν μικρός κοιμόμουν συχνά στη γιαγιά μου, η οποία μου έστρωνε παπλώματα μπροστά στο κρεβάτι της, στο έδαφος, πάνω στα παλιοσανίδια του πατώματος για να κοιμηθώ. Δεν είχα καλύτερο. Πίσω στο όνειρο όμως.

Σηκώθηκα και πήγα στο σπίτι της γιαγιάς μου να κοιμηθώ μαζί της (σημ. το σπίτι της δεν υπάρχει πλέον, το κατεδαφίσανε πριν 7 χρόνια). Βρίσκω τη γιαγιά μου στην κουζίνα να μαγειρεύει, και ήταν και πολύ νέα. «Στρώσε μου, γιατί θα κοιμηθώ εδώ απόψε» της είπα.

Όσο η γιαγιά μου έστρωνε, εγώ περιπλανιόμουν μέσα στο σπίτι της (ήταν αρκετά μεγάλο) και μπήκα στο δωμάτιο της βιβλιοθήκης να «εξερευνήσω» τα βιβλία, όπως έκανα μικρός. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω μέσα και τι βλέπω; Ένα κρεβάτι με το πτώμα του πατέρα μου! Και με πλημμυρίζουν σκέψεις: «Τι γυρεύει το πτώμα εδώ, καταχωνιασμένο; Και γιατί δεν είναι θαμμένος; Γιατί κάναμε την κηδεία, αφού το πτώμα εδώ; Ήταν δηλαδή, άδειο το φέρετρο; Να γιατί η μάνα μου δεν ήθελε να έρθω να κοιμηθώ στη γιαγιά μου, για να μην ανακαλύψω το πτώμα!»

Έστεκα και τον κοίταζα και απορούσα. Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα του δωματίου και ποια μπαίνει μέσα; Η Λόρι! Η Λόρι είναι η καθαρίστρια στον οργανισμό που δουλεύω. Άνοιξε την πόρτα με συστολή, μπήκε μέσα με την σφουγγαρίστρα και άρχισε να σφουγγαρίζει… το χαλί! Κοιτούσα και απορούσα. Πώς βρέθηκε τώρα η καθαρίστρια της δουλειάς στο σπίτι της γιαγιάς μου; Λες να δουλεύει και εδώ; Μα, δεν θα το ήξερα; Ώσπου να τα σκεφτώ όλα αυτά, η Λόρι άρπαξε από το κομοδίνο του πατέρα μου ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι και το ήπιε. «Τι ζώον! Τι βρομιάρα! Πίνει τον χυμό του πεθαμένου! Να δούμε πόσους μήνες είναι εκεί παρατημένος και ληγμένος!» Σκέφτηκα.

Προσπαθούσα να συνδέσω μεταξύ τους τις εικόνες, όταν ξαφνικά η Λόρι πλησιάζει τον πατέρα μου, που είχε τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και προσπαθεί να του τα περάσει κάτω από το σκέπασμα για να μην κρυώνει. Τα παίρνω στο κρανίο, αρχίζω και της φωνάζω: «Τι κάνεις εκεί, κόρη μου; Μην τον αγγίζεις εν πεθαμένος! Hes dead! He is dead!» Τρομάζει η Λόρι, αρπάζει τη σφουγγαρίστρα και φεύγει.

Καθώς φεύγει, παρατήρησα το πτώμα ότι χαμογέλασε. Λέω, έχει γούστο. Αναφωνώ: «Ρε, ζεις;» Είδα τις συσπάσεις του προσώπου του να τον προδίδουν. Ξαναχαμογελά. «Ρε παπά, ζεις;» Δεν αντέχει, σκάει στα γέλια. Νευριάζω κι άλλο: «Ρε, μα μου παίζετε θέατρο; Τι γίνεται εδώ;»

Ανοίγει τα μάτια του ο πατέρας μου, ο οποίος υποκρινόταν τον πεθαμένο, και αρχίζει να γελά. Χαχαχαχα, χαχαχαχαχα, τον έπιασε το σπαστικό το γέλιο. Εγώ να απορώ ακόμα, να μην καταλαβαίνω τι γίνεται. Μου λέει: «Βασικά, προλάβαμε και διαδώσαμε ότι πέθανα και ήταν ντροπή να το αναιρέσουμε!» Μένω άναυδος: «Δηλαδή, τόσο καιρό κάθεσαι και μου παίζεις το πτώμα επειδή ντρεπόσασταν να πείτε στους γνωστούς μας ότι τελικά δεν πέθανες;» «Ιδέα της μάνας σου!» μου απαντά. «Ο Θεός να σας ελεήσει και τους δύο! Δηλαδή τόσον καιρό μας περιπαίζετε; Και τόσον καιρό ακούς και τι λέμε;» Μου έγνεψε καταφατικά. «Να ζήσετε!»

Ήταν ακόμα μέσα στο κρεβάτι και με κοίταζε. Ήταν νέος, ακμαίος και με δέρμα 35αρη, το πολύ 40αρη. Πάνω που πήγα να βγω από το δωμάτιο να ανακοινώσω του κόσμου ότι ζει, ξύπνησα.

Πήγα και το διηγήθηκα της μάνας μου σήμερα το πρωί, και αποφάνθη ότι «μου φανερώθηκε» επειδή αύριο, μεθαύριο έχει μνημόσυνο. Βλακείες όμως, γιατί εγώ τον βλέπω όνειρο μέρα παρά μέρα. Τα μνημόσυνα γίνονται κάθε μέρα. Πάντως, τέτοιο όνειρο, με υπόθεση και σενάριο και ολόκληρες ατάκες, είχα καιρό να δω!



Παρασκευή, Αυγούστου 12, 2011

Η Εμπειρία του MRI και Άλλες Λυπηρές Ειδήσεις

Έκανα το πρώτο μου μετά-εγχειρητικό MRI προ ολίγου.

Πρέπει να κάνω MRI κάθε δύο χρόνια, για να παρακολουθούμε τα αγγεία του οργανισμού μου για τυχόν φθορές ή και ενδεχόμενα ανάπτυξης ανευρύσματος. Ε, σήμερα ήταν η μέρα.

Αν σου πω ότι δεν τρόμαξα και ότι δεν ήθελα να βάλω τα κλάματα σε κάποια φάση, θα είναι ψέμα.

Με έδεσαν πάνω σε μια κυλιόμενη καρέκλα, με κάλυψαν με ειδικές κουβέρτες, μου φόρεσαν ακουστικά στα αφτιά (σαν το Ρουκ Ζουκ), μου έδωσαν και μία κόρνα στο χέρι για να την πιέσω σε περίπτωση πανικού και με έχωσαν μέσα στον κύλινδρο.

Ήταν σαν να βρίσκομαι μέσα σε κανόνι έτοιμο για εκτόξευση ακροβάτη του τσίρκου. Άκουγα τρομαχτικούς ηλεκτρονικούς ήχους στα αφτιά, ένιωθα εντελώς αβοήθητος και έρμαιο της τεχνολογίας. Ήταν εξευτελιστικό και λυπηρό. Και μέσα σ’ όλα, να έχω και τον γιατρό να μου μιλά στα ακουστικά από το κοντρόλ για το πότε θα πρέπει να αναπνεύσω, να εκπνεύσω και πότε να συγκρατήσω την αναπνοή μου για να μην επηρεαστεί η αγγειογραφία... Άλλο άγχος κι αυτός.

Έκανα το λάθος και άνοιξα τα μάτια μου σε κάποια φάση, είδα από πάνω μου το καπάκι σε απόσταση 10 εκατοστών από τη μύτη μου και συνταράχτηκα. Σαν να είσαι μέσα σε φέρετρο. Ωχ, Παναγία μου. Ήταν άσχημη εμπειρία.

Εν πάση περιπτώσει, τελείωσε. Αποτελέσματα δεν έχουμε ακόμα, γι αυτό και δεν πανηγυρίζουμε. Αλλά τουλάχιστον τελείωσε το ψυχοφθόρο διαδικαστικό. Νιώθω ζαλισμένος, αλλά και απογοητευμένος. Είμαι 30 και κάνω εξετάσεις γεροντίστικες. Εξετάσεις που άλλοι κάνουν στα 50 τους. Στα 40 μου προβλέπω να είμαι ερείπιο. Με τι όρεξη να κάνω πλάνα για το αύριο;

Συν τοις άλλοις, εχθές έμαθα και τα αποτελέσματα των εξετάσεων μου για την Ισπανική γλώσσα. Κόπηκα. Πήρα 67% και έπρεπε να γράψω 70% για να περάσω. Στεναχωρήθηκα, γιατί όσο μάθαινα Αγγλικά, τα οποία ουδέποτε συμπάθησα, ουδέποτε εκτίμησα και με τα οποία ουδέποτε ερωτεύτηκα, δεν έτυχε να κοπώ ποτέ. Τα Ισπανικά τα οποία τα έχω μέσα στην καρδιά μου, με απολείπουν! Μα, για τρεις μονάδες, ρε γαμώ το; Αδικία. Κι αυτοί οι Ισπανοί, χειρότεροι και από τη Μανωλίδου στο Ελλάδα Έχεις Ταλέντο στην αυστηρότητα.

Κατά τα άλλα, δηλώνω άκεφος. Μισώ το κυπριακό καλοκαίρι που φαίνεται ατελείωτο και δεν σου επιτρέπει να ξεμυτήσεις από το air condition. Αν τολμήσεις να κυκλοφορήσεις έξω για πάνω από πέντε λεπτά σε πιάνει ίλιγγος και ηλίαση. Επίσης βαρέθηκα και τις επιλογές μας. Δεν έχω πάει ακόμα θάλασσα. Βαριέμαι να βλέπω τους Λευκωσιάτες όλους συναθροισμένους στον Πρωταρά. Μια Γερμανία και μια Σκανδιναβία δεν φτάνουν τελικά για να βγάλεις την κόλαση του καλοκαιριού.

Πάω να κοιμηθώ ένα αδιάλειπτο 5ωρο.

Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2011

Chart Show: Troubled Kids

Ο μόνος τρόπος να περάσει η εβδομάδα και να πάμε όλοι διακοπές στην ευχή του Θεού, είναι να παίξουμε Chart Show. Θα σου παρουσιάσω δύο λίστες αυτή την εβδομάδα. Ούτε η Γερμανού τόσες εκπομπές πια! Σήμερα, σου έχω ενδιαφέρουσα λίστα, θα γελάσουμε και θα κουτσομπολέψουμε πολύ. Θα σου παρουσιάσω το Top5 των τραγουδιστών που έβγαλαν τραγούδι με τα παιδιά τους, προκειμένου να τα «βγάλουν στο κλαρί».


Όπως όλοι οι γονείς, έτσι και οι τραγουδιστές θέλουν να δουν τα βλαστάρια τους να προκόβουν, συνήθως ακολουθώντας τον δικό τους δρόμο. Ας πούμε, εμένα ο πατέρας μου ουδέποτε χώνεψε ότι δεν έγινα γιατρός. Φαντάζομαι έτσι γίνεται και με τους τραγουδιστές. Γεννάνε το παιδί και πριν σκεφτούν το όνομά του, σκέφτονται ποιος θα είναι ο τίτλος του πρώτου του άλμπουμ. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα μήλων που έπεσαν κάτω από τη μηλιά. Κάποια έπεσαν και ξέραναν, κάποια άλλα ψήθηκαν λίγο αλλά μαράθηκαν γρήγορα. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ κανένα μήλο δεν έγινε πιο διάσημο από τη μηλιά.


Άπειρα τα παραδείγματα: Ο Δημήτρης Κόκοτας δεν έγινε ποτέ Σταμάτης. Ο Στέλιος και ο Άγγελος Διονυσίου δεν έγιναν ποτέ Στράτος. Η Φιόνα Τζαβάρα δεν έγινε ποτέ ό, τι ήταν ο μπαμπάς της ή έστω η μαμά της. Δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο όμως, είναι διεθνές. Ο Ενρίκε δεν έγινε ποτέ Χούλιο, η Νάνσι Σινάτρα δεν έγινε ποτέ Φρανκ. Και καλύτερα διότι οι Σταρ πρέπει να είναι σταρ. Αν αναπαράγονται, αρχίζουν και απομυθοποιούνται. Επομένως, το συμπέρασμα είναι ένα: άπαξ και έχεις διάσημο γονιό και δη τραγουδιστή, είσαι καταδικασμένος. Πήγαινε να σπουδάσεις νομική καλύτερα.


Λοιπόν! Κυρίες και κύριοι αγαπητά μας παιδιά, σας παραθέτω το Τοπ 5 (μόνο τοπ5 σήμερα, δεν έβρισκα δέκα τραγούδια να φτιάξω τοπ10!) των συμπράξεων γονιών και τέκνων προς αναστύλωση του ελληνικού πολιτισμού:


5. Διονύσης Σχοινάς – Δημήτρης Σχοινάς.





Όου μάι Γκοντ! Το θαύμα της κλωνοποίησης γρατζουνά κιθάρα και τραγουδά «είμαι ακόμα παιδί!» Δύο πράγματα θα σχολιάσω: Πρώτον, είναι πραγματικά κρίμα ότι ο Σχοινάς είδε και απόειδε να ρίξει τη Γαρμπή, (μέχρι και εκπομπή με την Κορομηλά έστησε για να της κάνει πρόταση γάμου), για να κάνει μαζί της ένα παιδί που μοιάζει μόνο του ιδίου, χωρίς ίχνος γονιδιακού υλικού από τη μεριά της Καίτης. Τέτοια μάτια, τέτοια γάμπα να πάει στράφι. Τέλος πάντων, όπως βλέπετε, ο Δημήτρης είναι ίδιος ο Σχοινάς σε βαθμό ενόχλησης. Πρόσφατα, ο Σχοινάς δήλωσε στις κάμερες ότι με την Ελλάδα να έχει πάρει την κάτω βόλτα σκοπεύει να μετακομίσει στο εξωτερικό και να μεγαλώσει εκεί τον Δημήτρη, όπου θα είναι πιο ασφαλής. Η Καίτη βγήκε μετά στα κανάλια να τον διαψεύσει λέγοντας ότι «κάνει χιούμορ ο Διονύσης» με ύφος και τόνο «εμένα-δεν-με-ρώτησε». Εν πάση περιπτώσει, το τραγούδι που λένε μαζί πατέρας και γιος είναι τουλάχιστον αδιάφορο, δεν το είχα ακούσει ποτέ προηγουμένως πλην σήμερα που έψαχνα τραγούδια για το Τοπ.


4. Αντώνης Βαρδής – Γιάννης Βαρδής.





Πέστε να με φάτε, αλλά εγώ τον Βαρδή δεν τον αντέχω. Ούτε τον πατέρα, ούτε τον γιο. Ειδικά ο Γιάννης (του οποίου το μόνο τραγούδι που ξέρω είναι το «άμα δεις τα παιδιά πες ένα γεια»), μου δίνει την εντύπωση του έφηβου που χώρισαν οι γονείς του και τον ψυχοπλάκωσαν οι τύψεις, οι ερινύες, τα κακά δαιμόνια, τα υπαρξιακά και όλα τα αντικαταθλιπτικά του γιατρού που πιθανόν να παίρνει για να μην παρατήσει το σχολείο. Τα τραγούδια του έχουν ένα μόνιμο παράπονο και η φωνή του μία χροιά που μεταφράζεται σε «μου την έχει βιδώσει, θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου δέκα μέρες, θα καπνίζω, θα σκέφτομαι την γκόμενα, αφήστε με ήσυχο όλοι». Την ίδια αίσθηση μ’ αφήνει και ο Αντώνης Βαρδής βεβαίως, βεβαίως, οπότε αντιλαμβάνεσαι ότι η σύμπραξη των δύο μου φαντάζει σαν κοκτέιλ από φάρμακα. Ληγμένα.


3. Άννα Βίσση – Σοφία Καρβέλα




Εντάξει η Σοφία δεν είναι τραγουδίστρια. Είπε εκεί δυο, τρία τραγουδάκια όταν ήταν μωρό για να δει πώς της φαίνεται. Τελικά δεν της φάνηκε και αλλαξοπίστησε. Και πολύ καλά έκανε αν με ρωτάς, γιατί το επίθετο Βίσση – Καρβέλας είναι «βαρύ σαν ιστορία» για να το σηκώσει και να φανεί αντάξιά του. Αγαπώ πολύ τη Βίσση και τον Καρβέλα, το ξέρουν και οι πέτρες, αλλά η Σοφία νομίζω βγήκε λίγο αλλού γι αλλού. Νομίζω το ξέρει και η Άννα γι αυτό και την εκθειάζει συνέχεια σε κάθε της συνέντευξη, μπας και ξεπεράσει τα ψυχολογικά που της προκάλεσαν στην παιδική της ηλικία. Δεν είναι τυχαίο που η Σοφία έπρεπε να αλλάξει εκατό δουλειές για να βρει τον προσανατολισμό της και δεν είναι τυχαίο που κατέληξε να σκίζει ρούχα –και καλά μόδα- για να ηρεμήσει. Ακόμα και το θέατρο – που εδώ που τα λέμε σιγά το δύσκολο – το παράτησε. Ζει πλέον μόνιμα στη Νέα Υόρκη, μακριά από όλο το ελληνικό σταρ σύστεμ που ουσιαστικά της «έκλεψε» τους γονείς της και έρχεται στην Ελλάδα σπάνια. By the way, είδα το βίντεο από το "κόλλα το" σήμερα μετά από πολλά χρόνια. Διαπίστωση: Η Βισσάρα ήταν κουκλάρα τότε!


2. Γιάννης Πάριος – Χάρης Βαρθακούρης


Μπορεί ο Χάρης να μην έγινε ποτέ Πάριος, αλλά γι αυτό το τραγούδι και μόνο, το οποίο έγραψε ο ίδιος όταν ήταν παιδί, αξίζει να μην πούμε καμία κακία και να πούμε ένα τεράστιο respect! Τι ωραίο τραγούδι! Δεν γράφονται τέτοια πια!


(Απορία: Ο Βαρθακούρης αφού δεν είναι γιος της Αλιμπέρτη, ποιανής είναι;)


01. Πασχάλης – Ζήνα Αρβανιτίδη






Ναι, ναι, ναι! Αυτό το τραγούδι παίρνει την πρωτιά για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί αυτό το τραγούδι συνοψίζει όλη την Έκτη Δημοτικού σε τρία λεπτά (ξέρεις την ευτυχία που έχω με την τάξη μου στη Στ’ Δημοτικού). Επίσης, επειδή είχε τρελό-προχώ βίντεο κλιπ για το έτος-έπος 1992 που κυκλοφόρησε (ψάξε να βρεις τον Πυρπασόπουλο στην εφηβεία να παίζει μέσα). Τέλος, επειδή είναι τρομερά ειρωνικό. Ήταν πολλά χρόνια πριν το «στιγμιαίο λάθος» του Πασχάλη. Η Ζήνα Αρβανιτίδη είναι τραγουδίστρια και σήμερα, αν δεν απατώμαι συμμετέχει σε ένα ροκ συγκρότημα. Όσα ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ. Από τον Πασχάλη το άκουσα, που βγήκε τότε σε ένα πάνελ και την προωθούσε, λέγοντας πως η κόρη του είναι ιδανική επιλογή για τη Γιουροβίζιον. Μια φορά, το γλυκό κορίτσι του βίντεο κλιπ (το οποίο εκτός των άλλων, γούσταρα) δεν υφίσταται. Με τo εξώγαμ
o πώς να μην φρικάρει η κοπέλα;


ΔΩΡΟ – BONUS TRACK: Άντζελα Δημητρίου – Όλια


Αυτές οι δύο είναι εκτός συναγωνισμού, εκτός Τοπ5. Αλλά δεν μπορούσα να μην αφιερώσω δυο αράδες στο μεγαλείο τους καθότι τις λατρεύω. Βασικά, δεν ξέρω ποια από τις δυο θα μπει πρώτη στο τρελάδικο. Μαμά και κόρη, κοινός ο ζουρλομανδύας. Η Άντζελα, «ο ζωντανός μύθος», γέννησε την Όλγα (που μετά έγινε Όλια) και τη μεγάλωσε με αρχές. «Γιατί Όλγα μου δεν μπορείς να αποστηθίσεις Όμηρο; Η μαμά πως ξέρει απ’ έξω 1000 ζεϊμπέκικα και τα τραγουδά κάθε βράδυ;» Μεγάλωσε η Όλια, αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια. Όχι σαν τη μαμά την αξεπέραστη, βεβαίως, βεβαίως. Χαμηλότερου βεληνεκούς. Έπεσαν πάνω της Λαμπίρες, Τατιάνες και λοιπά ζαρζαβατικά να την συγκρίνουν με την Άντζελα και η κοπέλα τα ‘παιξε, δεν άντεξε τη σύγκριση. Τόσο πολύ χάλασε η σχέση μάνας και κόρης που η μικρή κατάπιε χάπια να αυτοκτονήσει. Αλλά πριν, φρόντισε να κάνει κι ένα status update στο Facebook, μην πάει άκλαυτη και χωρίς like.



Χάρη στην πλύση στομάχου η Όλια μεσουρανεί ακόμα στα εγκόσμια. Μάλιστα, πρόσφατα αρραβωνιάστηκε. Η καλύτερη και αγαπημένη μου σκηνή έβερ, είναι όταν μπήκε η κάμερα στο δωμάτιό της, παραμονές του αρραβώνα και την τσάκωσε με τον γαμπρό να τρώει τα κοψίδια! Χαχαχα! Δεν χορταίνω να το βλέπω.


Αυτά που λέτε με τα παιδιά των διασήμων. Ένα κι ένα! Να τους κάνουμε όλους μαζί συγκρότημα μια μέρα, να ανοίξει η ψυχούλα μας!

Παρασκευή, Αυγούστου 05, 2011

Έχουμε Υπουργό Που Τη Λένε Πραξούλλα!

Πολλά τα νέα σήμερα!


Ανακοινώθηκε το νέο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά επίσης, ανακοινώθηκε ότι η Ήβη Αδάμου θα μας εκπροσωπήσει στη Γιουροβίζιον του 2012. Μάντεψε ποια είδηση παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ήθελα να σου γράψω για την Ήβη. Να την εκθειάσω, να μιλήσω για το ΡΙΚ που επιτέλους ξύπνησε αλλά συνέβη κάτι που αν δεν το σχολιάσω θα σκάσω.



Καλώς την Πραξούλλα μου!



Η Πραξούλλα Αντωνιάδου, κυρίες και κύριοι, είναι η νέα Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας. Δεν ήξερα ποια ήταν, είδα για πρώτη φορά τη φωτογραφία της από τις εφημερίδες. Και εννοείται, δεν μου γέμισε το μάτι. Κατ’ αρχάς, κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν καταδέχεται να λέγεται Πραξούλλα. Πραξούλλα λένε κάτι θείτσες σε χωριά που δεν έχουν ρεύμα, που δεν πιάνει το κινητό. Το όνομά σου, κυρία μου, είναι Ευπραξία και διόρθωσέ το να χαρείς, γιατί είσαι πλέον δημόσιο πρόσωπο και δεν μπορώ άλλο με τα υποκοριστικά βγαλμένα από τις Ιστορίες του Χωρκού. Μετά, είδα και το κούρεμα σου και είπα «ωχ, Παναγία μου, τρίζουν τα κόκκαλα του Τρύφωνα Σαμαρά» αλλά δεδομένου του Προέδρου μας και της εξαιρετικής του κόμης δεν περίμενα κάτι περισσότερο από τη Χρύσα Ρώπα διασταυρωμένη με την Κακουράτου. Είπα όμως να μην είμαι υπερφίαλος και επιφανειακός και να εστιάσω στο έργο και τις πράξεις σας, κυρία Πραξούλλα μου, γιατί άλλωστε, whats in a name? , και τι δουλειά έχουν οι τρίχες σε σοφά κεφάλια;



Μπήκα στο Facebook και είδα την πιο κάτω δήλωσή σας και σκέφτηκα ότι δεν είναι τυχαίο που σας λένε Πραξούλλα, ούτε το μαλλί, βεβαίως, βεβαίως.






Μα, είναι να τρελαίνεσαι!


«Αν η Κύπρος ήταν αποστρατικοποιημένη, ούτε η καταστροφή στο Βασιλικό θα συνέβαινε, ούτε το Πραξικόπημα το 1974».


Σοφά λόγια! Θα τα γράφουμε ως αποφθέγματα στα ημερολόγια στο μέλλον! Αν και αν! «Αν το νήμα της ζωής για τον ένανε κοπεί, θα πεθάνουμε κι οι δυό!» Και αν η Κύπρος δεν είχε πρόεδρο τον Χριστόφια, σήμερα δεν θα είχαμε οικονομία του κώλου, ούτε θα ήμασταν στο χείλος της καταστροφής, ούτε ο περίγελος της ΕΕ, και αν η γιαγιά μου είχε τροχούς θα ήταν skateboard.



Σκέφτεστε και τα λέτε ή σας βγαίνουν αυθόρμητα;



Πώς να αποστρατικοποιηθεί, κυρά μου, το νησί όταν ο εχθρός τού εξοπλίζεται κάθε χρόνο με άρματα και φέρνει συνέχεια κατοχικό στρατό από την Τουρκία; Πώς; Βλέπεις την Τουρκία να μειώνει τις στρατιωτικές της δυνάμεις; Αντιθέτως, κάθε χρόνο στην επέτειο της εισβολής, στην επετειακή παρέλαση, μας μοστράρει όλο και πιο εξελιγμένα πυραυλικά συστήματα και όλο πιο μοντέρνα όπλα. Όταν θα κάνουν do όλοι αυτοί, ποιος θα πολεμήσει; Η παροπλισμένη Εθνική Φρουρά; Ή θα βγεις εσύ με την κουτάλα της κατσαρόλας να δώσεις μία του Τούρκου στο κεφάλι;


Κοιμήσου ήσυχη κυρία Πραξούλλα μας! Η εθνική Φρουρά, έτσι όπως είναι και όπως επιπλέον την καταντήσατε, ούτε δέκα μέτρα δεν θα μπορέσει να διανύσει πριν καταλυθεί ολόκληρη. Ήταν που ήταν για τα σίδερα, τα τελευταία χρόνια με τις συνεχείς περικοπές, την καταντήσατε πιο φλώρικη και από τον στρατό των Στρούμφ! Αντί οι Τούρκοι να μας αρπάξουν όλους σε δέκα λεπτά, με την ΕΦ θα μας υποδουλώσουν σε δεκαπέντε λεπτά. Σιγά τη διαφορά. Οπότε μην εξάπτεσαι και σου χαλάσει η κόμη, να θεωρείς την Κύπρο ήδη αποστρατικοποιημένη. Το γεγονός ότι κάποιοι 18χρονοι φοράνε παραλλαγή και κοιμούνται με τα άρβυλα σε θαλάμους με τσίγγενο ταβάνι δεν τους καθιστά απαραίτητα και μάχιμους.



Η λογική του βλάκα: Αποστρατικοποιήστε την Κύπρο. Αντί να πουν: Χαλυβδώστε και εκπαιδεύστε τον Στρατό, πειθαρχήστε τους φαντάρους και εμπνεύστε τους, προτιμούν το «διαλύστε τους». Μα πόσο μαλάκες είστε!



Και βγάλτε πλέον τον σκασμό με το Πραξικόπημα. Τα ¾ των κατοίκων αυτής της νήσου, δεν ζούσαν επί πραξικοπήματος! Επομένως, δεν μπορεί να χρεώνεται ολόκληρη Εθνική Φρουρά μια μαλακία που έγινε πριν 40 χρόνια και η οποία πλέον ουδεμία σχέση έχει με τη συνεχιζόμενη κατοχή. Έχετε κόμπλεξ και απωθημένα και σας φταίνε τα πάντα. Ο μπακάλης να μην ανοίξει μια μέρα, θα πείτε ότι φταίει το πραξικόπημα. Φάουσα να φκάλετε!


Τέλος, να χαίρεστε που η Κύπρος δεν είναι αποστρατικοποιημένη, γιατί αν δεν υπήρχε η ναυτική βάση να κρύψετε τα containers θα τα είχατε αραδειάσει σε κατοικημένες περιοχές. Και τότε οι ζημιές και οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι. Όσοι και τα νεκρά εγκεφαλικά σας κύτταρα!



Κάθε μέρα σε αυτή τη χώρα μου αποδεικνύετε όλο και πιο περίτρανα πόσο βλάκες είσαστε σε σημείο που πλέον δεν νευριάζω καν. Μόνο γελώ. Σας αξίζει ό, τι πάθετε και ακόμα περισσότερα!



Ακούς εκεί… «Πραξούλλα!» Ούτε περίπτερο δεν ονομάζεις έτσι πια…

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2011

Ευθύνη

Ήθελα εδώ και μέρες να σου αναφέρω το πιο κάτω περιστατικό, αλλά μεσολάβησαν οι διακοπές και δεν πρόλαβα. Όμως, με τις έρευνες στο Μαρί να μαίνονται και την αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την Κυβέρνηση για τους πλέον λάθος λόγους, νομίζω αξίζει να στο παραθέσω, έτσι για να υπάρχει.


Λοιπόν, το 1998, όταν πήγα στρατό, έδωσα εξετάσεις για Δόκιμος Αξιωματικός. Πέρασα. Πήγα στον Αυλώνα 3 μήνες, έκανα την εκπαίδευση και ήρθα στην Κύπρο όπου διορίστηκα σε μία μονάδα Τεθωρακισμένων. Εκεί είχα υπό τη διοίκησή μου έναν ουλαμό που απαρτιζόταν από τέσσερα άρματα (ο θεός να τα κάνει), και 15 στρατιώτες (όλοι τους ένας κι ένας). Τους είχα ‘χρεωθεί’ όπως λέμε. Δηλαδή, αν πάθαιναν κάτι τα άρματα ήμουν εγώ ο υπεύθυνος, και όχι μόνο. Αν κάποιος από τους στρατιώτες μου πάθαινε κάτι, ή αν έχανε τον οπλισμό του, ήμουν εγώ πάλι υπόλογος και μάλιστα μπορούσα να πάω Στρατοδικείο. Υπερβολικά όλα, δεν βρίσκεις;


Από πού κι ως πού να φταίξω εγώ αν πάθει βλάβη ένα τεθωρακισμένο άρμα (ήταν ούτως ή άλλως ήταν της διάλυσης όλα πολύ πριν στρατολογηθώ) και από πού κι ως πού να φταίξω εγώ αν ένας από τους 15 στρατιώτες μου, στην πλειοψηφία τους παιδιά που δεν έβγαλαν σχολείο και ανάξιοι εμπιστοσύνης, αν με ρωτάς, έχανε τον οπλισμό του; Μεγάλη ευθύνη και παράλογη, κατά τη γνώμη μου. Κάθε μέρα που περνούσε δεν ξαναγυρνούσε, έκανα τον σταυρό μου και έλεγα «δόξα σοι ο Θεός, δεν έγινε μαλακία ούτε σήμερα!»


Βέβαια, δεν θέλει και πολύ να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του. Μια ωραιότατη μέρα, ήρθε ένας στρατιώτης και μου αποκάλυψε ότι πριν 10 μέρες, είχε πάει στη σκοπιά, αποκοιμήθηκε και όταν ξύπνησε αντιλήφθηκε ότι κάποιος του έκλεψε τη ξιφολόγχη από το όπλο του. Η κλοπή στρατιωτικού εξοπλισμού, ξέρεις με τι ισοδυναμεί; Κλείνουν αυτόματα οι πόρτες του στρατοπέδου, διατάζεται έρευνα, δεν φεύγει κανένας μέχρι να βρεθεί το όπλο (μπορεί να μείνουν όλοι εσώκλειστοι ακόμα και ολόκληρες βδομάδες) και αν στο τέλος δεν ανεβρεθεί πάνε όλοι Στρατοδικείο, τίθενται σε διαθεσιμότητα, τρώνε οι οπλίτες φυλακή, χώρια το ρεζιλίκι. Μην σου πω ότι σε καθαιρούν και δεν βλέπεις προαγωγή στον αιώνα τον άπαντα.


Ήμουν νέος δόκιμος τότε, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, έχασα δέκα κιλά από το άγχος. Πήγα ξεμονάχιασα τον Ίλαρχο μου και του το ανέφερα. Τον έλουσε κι αυτόν κρύος ιδρώτας. Μου είπε: «Ετοιμάσου να φάμε από μια εικοσάρα ο καθένας!» Δεν είπαμε τίποτε στον διοικητή. Για μέρες προσπαθούσαμε να δούμε τι θα κάνουμε με την κλεμμένη ξιφολόγχη μπας και γλιτώσουμε το σκάνδαλο. Και πάνω στην απελπισία μου, ερώτησα τον ίλαρχο: «Μα, είναι δυνατόν να φταίξω εγώ επειδή έχασε ένας στρατιώτης την ξιφολόγχη του; Να τιμωρηθεί ο φαντάρος! Από πού κι ως πού να ελέγχω εγώ κάθε μέρα αν ο Χ,Ψ, φέρουν οπλισμό; Δεν είμαι η μάνα τους, ούτε καν Θεός για να επιβλέπω τα πάντα!» Εύλογη η απορία μου για 18 χρονών μαλάκας που ήμουν τότε.


Και μου απάντησε ο Ίλαρχος ότι ούτε εκείνος είναι δυνατόν να μπορεί να επιβλέπει κάθε μέρα τι κάνουν οι στρατιώτες και οι δόκιμοι του, αλλά γι αυτό ακριβώς τον λόγο πληρώνεται αδρά, για να φέρει εις πέρας ένα τόσο δύσκολο έργο. «Και εσύ, γι αυτό έγινες αξιωματικός, για να επιτηρείς και να εκπαιδεύεις τους 15 στρατιώτες του ουλαμού σου, και όχι για να πηγαίνεις κάθε μεσημέρι να τρως στο σπίτι σου!» Αν ήταν τόσο απλά τα πράματα, δεν θα είχαμε τους βαθμούς που έχουμε, συμπλήρωσε.


Τελικά, μην στα πολυλογώ, η ξιφολόγχη βρέθηκε μετά από λίγες μέρες μέσα σε ένα σάκο εκστρατείας (προφανώς ο «κλέφτης» αντιλήφθηκε το μέγεθος της μαλακίας και την επέστρεψε στον στρατιώτη έτσι, στα κρυφά) και επέστρεψε η καρδιά όλων στη θέση μας. Αλλά, καταλαβαίνεις ότι εγώ τότε δεν έκλεινα μάτι κάθε βράδυ και από το άγχος γέρασα 10 χρόνια. Η υπόλοιπη θητεία κύλησε με το ίδιο άγχος, μην τυχόν συμβεί κάτι παρόμοιο, γιατί το είχα σίγουρο ότι μια μέρα θα ανατιναχθούν τα άρματα από την κακή συντήρηση και ήταν καθαρά θέμα τύχης αν θα είμαστε μέσα εκείνη τη στιγμή ή όχι και γίνουμε όλοι σκόνη και θρύψαλα. Τελικά, τα άρματα δεν ανατινάχθηκαν ποτέ (και απορώ ακόμα πώς τη γλιτώσαμε), αλλά στα λέω όλα αυτά για να δεις τι πάει να πει ευθύνη. Ο διοικητής μου – παρόλο που ήταν ένας βοσκός και μισός – μου έλεγε συχνά: «Κοιμάσαι Αντίχριστε τα βράδια;» Γιατί να μην κοιμάμαι του έλεγα εγώ. «Διότι με τις ευθύνες που έχεις δεν θα έπρεπε να κοιμάσαι!»


Τότε βέβαια, ήμουν 18 χρονών και το μόνο που με ένοιαζε ήταν να απολυθώ, να πάω να σπουδάσω. Αλλά, βλέπεις ότι αν το κράτος έχει απαίτηση από ένα 18χρονο να επιλαμβάνεται τόσων σοβαρών θεμάτων και να εκτελεί μία θητεία που εξελίσσεται σε δαμόκλειο σπάθη, φαντάσου τι μερίδιο ευθύνης μπορεί να φέρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν με την πολιτική του προκαλεί τον θάνατο 13 ανθρώπων.


Ναι, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να έχει αντίληψη των πάντων, ένας Πρόεδρος (ο δικός μας βέβαια δεν φαίνεται να έχει αντίληψη για οτιδήποτε). Αλλά γι αυτό τον πληρώνουμε. Για να έχει. Αν δεν μπορεί να έχει αντίληψη και έλεγχο, τότε δεν μας κάνει. Και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, γιατί δεν είναι ούτε 18 χρονών όπως ήμουν εγώ τότε, ούτε πρόκειται για μια ξιφολόγχη που στο κάτω, κάτω της γραφής αν χαθεί, θα αγοράσουμε άλλη και το θέμα έκλεισε.


Γι αυτό, όσοι υποστηρίζετε τον Πρόεδρο με το γελοίο επιχείρημα: «δεν όφειλε να ξέρει» ή «πόσα να προλάβει ένας Πρόεδρος», αδειάστε μας τη γωνιά. Ο πρόεδρος είναι πρόεδρος επειδή –υποτίθεται ότι- μπορεί να κουμαντάρει. Αν δεν μπορούσε, δεν θα τον λέγαμε πρόεδρο, αλλά παραδουλεύτρα. Και την παραδουλεύτρα, όταν δεν σου καθαρίζει καλά, της ρίχνεις μια μπάτσα και τη διώχνεις. Απλήρωτη. Πόσο μάλλον, να σου προκαλέσει με τον τρόπο που καθαρίζει και μία ζημιά δισεκατομμυρίων και τον θάνατο 13 αθώων ανθρώπων.

Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2011

Σκανδιναβικές Ιστορίες

Η Σκανδιναβία σου προκαλεί μελαγχολία.

Επειδή ξέρεις ότι αυτό που ζουν εκεί, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ζεις εσύ καθημερινά.

Δεν έχουν προβλήματα, μάνα μου, στη Σκανδιναβία. Και γιατί να έχουν άλλωστε; Τα πάντα στην κρατική μηχανή δουλεύουν ρολόι και εκτός αυτού, είναι όλες και όλοι όμορφοι. Ξανθοί, γαλανομάτες, με πορτοκαλί φρεσκοκαμένα γυμνασμένα κορμιά που ουδεμία ομοιότητα έχουν να επιδείξουν με τα πλαδαρά δικά μας. Τώρα το κατάλαβες, θα μου πεις; Ναι, τους βλέπαμε τόσα χρόνια στην Αγία Νάπα, αλλά όταν πας στη χώρα τους και βλέπεις τόση τελειότητα να σε περιβάλλει, αναφωνείς πολλά γαμώ το.

Ανώτερη φυλή οι σκανδιναβοί. Ακόμα και οι Δανοί που είναι ελαφρώς πιο βλάχοι, είναι έτη φωτός πιο μπροστά από εμάς. Απορώ πως καταδέχονται να μοιράζονται την ήπειρο μαζί μας. Δεν την μοιράζονται, θα μου πεις. Χεσμένους μας έχουν. Και καλά μας κάνουν.

Πέρασα πολύ ωραία στη Σουηδία. Και στη Δανία πέρασα ωραία, αλλά η Στοκχόλμη έχει μία αρχοντιά που κερδίζει την Κοπεγχάγη στα σημεία. Δες φωτογραφίες:

Μείναμε Σε Χόστελ:


Είναι λίγο ταλαιπωρία το Χόστελ. Ειδικά για την ηλικία των 30. Αλλά έχει και την πλάκα του όπως προείπα. Άλλωστε δεν ξέρω για πόσα χρόνια ακόμα θα έχω την πολυτέλεια να κοιμάμαι με τους φίλους μου όπως τους Προσκόπους και να σπάμε πλάκα. Στη Σουηδία μείναμε σε ένα Χόστελ όπου έπρεπε να βγάζουμε τα παπούτσια μας για να εισέλθουμε στο κτίριο. Επίσης, όλα είχαν ηλεκτρονικές πόρτες ασφαλείας όπου έπρεπε να εισάγεις κωδικό για να ανοίξουν. Η τουαλέτα και το μπάνιο ήταν σε διαφορετικά δωμάτια και τα μοιραζόμασταν με όλους τους υπόλοιπους. Γελούσαμε πολύ στο δωμάτιο με διάφορες αναφορές και παραλληλισμούς με τα χρόνια του στρατού. Στρώναμε μόνοι μας τα κρεβάτια μας, εννοείται. Βασικά, δεν τα στρώναμε, εγώ άστρωτο το άφηνα. Στη Δανία μείναμε σε ένα άλλο χόστελ και είχαμε και συγκάτοικους. Έναν Γροιλανδό (ω, ναι, υπάρχουν κάτοικοι στη Γροιλανδία) και έναν Ούγγρο. Γνωρίσαμε πολύ κόσμο εκεί, από Αυστραλία, Φινλανδία και Κίνα και κάναμε όλοι μαζί παρέα. Θύμισέ με κάποτε να σου πω την ιστορία που έφτυσα ένα ποτήρι μπύρα στα μούτρα μιας Αυστραλέζας.

Επισκεφτήκαμε το Ναυάγιο του Βάσα.


Άκου μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Περί το 1610 ένας βασιλιάς ήθελε να κτίσει ένα πολύ επιβλητικό πλοίο για να ψαρώσει τους πειρατές από τις τριγύρω χώρες. Οι ναυπηγοί έκτισαν ένα πολεμικό πλοίο, αλλά ο βασιλιάς το ήθελε ακόμα πιο μεγάλο και άγριο για να μείνει στην ιστορία. Οι ναυπηγοί τον προειδοποίησαν ότι θα μετατοπιστεί το κέντρο βάρος του πλοίου και δεν θα τα καταφέρει να πλεύσει. Ο βασιλιάς χέστηκε. Τελικά, το πλοίο έπλευσε δέκα μέτρα και βυθίστηκε. Έπρεπε να αποδοθούν ευθύνες και ο βασιλιάς ήθελε να φταίξει τον καπετάνιο που το βύθισε. Έγινε έρευνα και όλα έδειχναν ότι το πλοίο βυθίστηκε εξ αιτίας του βασιλικού πείσματος. Ο λαός στράφηκε εναντίον του βασιλιά. Τελικά δεν έφταιξε κανένας, δεν κατηγορήθηκε κανένας. Όπου κι αν πάω, ένας Χριστόφιας πετάγεται μπροστά μου!

Είδα τον Eric Saade live!

Τον Έρικ Σάαντε, βρε. Αυτόν που πήγε φέτος Γιουροβίζιον με το I will be popular, έσπασε το τζάμι επί σκηνής και ήρθε τρίτος… Μεγάλη έκπληξη! Βασικά, πήγαμε επίσκεψη στο Scansen, ένα θεματικό πάρκο στη Στοκχόλμη. Εκεί έχει ζωολογικό κήπο, μουσείο ιστορίας και συναυλιακό χώρο. Συμπτωματικά, εκείνη τη μέρα υπήρχαν κάμερες και προετοιμάζονταν όλοι για τη μετάδοση ενός τηλεοπτικού σόου καραόκε, όπου όλοι οι Σουηδοί μαζεύονται για να τραγουδήσουν παλιά παραδοσιακά τραγούδια με τη συνοδεία ζωντανής ορχήστρας. Προφανώς, σε κάθε εκπομπή υπάρχει κι ένας γκεστ σταρ όπου λέει δικά του τραγούδια. Εμείς πέσαμε πάνω στον Έρικ Σάαντε. Νόμιζα ότι οι σταρ της Γιουροβίζιον έχουν μετρημένα ψωμιά μετά τον διαγωνισμό. Προφανώς στη Σουηδία, αλλά και στη Δανία, αυτό δεν ισχύει (στη Κοπεγχάγη άκουσα γιουροβιζιακό τραγούδι της Δανίας από το 2001 σε κλαμπάκι!). Ο Έρικ Σάαντε έτυχε μεγάλης αποδοχής ιδιαίτερα από τα κοριτσάκια (είναι κάτι μεταξύ Καλομοίρας και Σάκη στη χώρα του), και εκτός από το ομώνυμο τραγούδι που του έφερε την 3η θέση, είπε και το “It Hurts”, δηλαδή τη Σουηδική συμμετοχή από το 2004! Ενθουσιάστηκα. (Κλικ εδώ για να δεις το βίντεο που έβγαλα, και κλικ εδώ για να δεις πως μεταδόθηκε από το SVT).

Συνάντησα τη Νίνα, μετά από 6 χρόνια!

Η Νίνα ήταν η Σουηδή συγκάτοικός μου στο UCL, όταν έκανα μάστερ στα Λονδίνα. Ήμασταν πολύ δεμένοι τότε, αλλά δεν κρατήσαμε επαφή εκτός facebook. Έξι χρόνια μετά, παντρεύτηκε, έκανε ένα γιο, παράτησε τη δουλειά της και ζει σε ένα μεγάλο αγρόκτημα στα περίχωρα της Στοκχόλμης. Βρεθήκαμε για παγωτό. Ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Είχαμε εκ βαθέων εξομολογήσεις και ούτε που κατάλαβα πως πέρασαν δυόμιση ώρες μαζί της. Την καμάρωσα τη Νίνα. Πραγματική φίλη. Το κατάλαβα επειδή μου μιλούσε λες και βρεθήκαμε χθες και μου είπε πράγματα που δεν πιστεύω ότι λέει στον οποιονδήποτε. Στο τέλος με πήγε να αγοράσω σουηδικά CDs από ένα mall, και ύστερα βόλτα με τη Boxter της (ναι, οδηγεί Porsche). Αυτά είναι τα καλά του να σπουδάζεις στο εξωτερικό. Κάνεις φίλους σε κάθε άκρη του πλανήτη. Θα έρθει Κύπρο άμεσα για επίσκεψη.

Ο Chuck Norris Πήδηξε τη Μικρή Γοργόνα.

Το ξέραμε ότι επρόκειτο περί μεγάλης μαλακίας, αλλά έπρεπε να τη δούμε και να φωτογραφηθούμε μαζί της για να έχουμε αποδείξεις ότι πήγαμε και στη Κοπεγχάγη. Ορίστε. Ένα σιδερένιο πράμα, πάνω σε ένα βράχο. Άμα ξυπνήσει τώρα μέσα μου ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης θα φταίω; Έχουμε κοτζάμ Ακρόπολη εμείς και πάμε και φωτογραφίζουμε μαλακίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Δεν πειράζει. Ας είναι μόνο αυτές οι αμαρτίες μας.

Δεν μπορώ να πω ότι έφυγα από τη Στοκχόλμη ή την Κοπεγχάγη έχοντας δει πολλά μνημεία ή μουσεία. Δεν πήξαμε στην κουλτούρα. Πήγαμε, βέβαια, στα παλάτια και σε κάποια βασικά πράγματα, αλλά η ουσία του ταξιδιού αλλού έγκειντο. Στην χαρά της αντροπαρέας. Μιας αντροπαρέας που δημιουργήθηκε στο Λύκειο και δυστυχώς χρόνο με το χρόνο φθίνει λόγω της καθημερινότητας. Αλλά γι αυτό πάμε τα ταξίδια, για να συσφίγγουμε δεσμούς και συνδέσμους. Για να λέμε καφρίλες, σαχλαμάρες, να παλιμπαιδίζουμε και να παρηγορούμαστε πως είμαστε όπως παλιά. Η συνύπαρξη έχει και τις δυσκολίες της, αλλά αλίμονο, είμαστε πλέον διαφορετικές προσωπικότητες και οι προστριβές είναι αναπόφευκτες. Αυτό που μένει όμως, είναι οι ταινίες και οι φωτογραφίες, και μ’ αυτές δεν μπορείς να μην δακρύζεις όταν τις κοιτάς την επόμενη κιόλας μέρα του ταξιδιού.