Δευτέρα, Μαΐου 24, 2021

O Tempora, O Mores

 Πήγα και την είδα τη γιαγιά μου χθες και ηρέμησα. Την πέτυχα ευδιάθετη και θετική και έτσι ανακουφίστηκα κι εγώ.

Και τώρα που το ξεπεράσαμε κι αυτό, ας επανέλθουμε με ένα τελευταιο ποστ περί Γιουροβίζιον μιας και η κατάθλιψη που με πιάνει κάθε χρόνο αφού τελειώσει ο διαγωνισμός είναι μεγάλη και διαρκεί μέρες, μέχρι να αρχίσουν τα γρανάζια να γυρίζουν για την επόμενη χρονιά.

Λοιπόν, έχω κάτι να σχολιάσω.

Παρακολουθώ τον χαμό που συμβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα με το καρέ του Ιταλού που φαίνεται να σνιφάρει κοκαΐνη κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας και τραβώ τα μαλλιά μου με τις αντιδράσεις του κόσμου. Το τι διαβάζω στα σχόλια κάτω από τις ειδήσεις δεν περιγράφεται. «Και τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει», «όλοι παίρνουν ναρκωτικά, σιγά το νέο», «δικαίωμά του να κάνει ό, τι θέλει, δεν θα του επιβάλετε εσείς τι θα παίρνει» και άλλα τέτοια που αποδεικνύουν περίτρανα ότι η Δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα. 


Ο κόσμος ξεχνά ότι το καρέ μεταδόθηκε στην τηλεόραση. Χεστήκαμε αν ο Ιταλός τραγουδιστής είναι εθισμένος, κακό του κεφαλιού του. Η τηλεόραση όμως διέπεται από κανόνες και δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ο οποίος λίγα λεπτά αργότερα βραβεύτηκε από όλη την Ευρώπη, και κατέστη είδωλο για πολλούς επίδοξους, νεαρούς μουσικούς, να προβάλλεται να σνιφάρει ανενόχλητος κοκαΐνη. Η τηλεόραση έχει ευθύνη και από εκείνη ζητούμε την ανάληψή της. Όχι από τον Ιταλό αυτόν καθεαυτόν. Ο συγκεκριμένος, όπως τον έκοψα, ζήτημα να φτάσει τα τριάντα, δεν είναι εκείνος το θέμα μας.

Το γνωρίζουμε ότι όλοι οι καλλιτέχνες παίρνουν ναρκωτικά, ή σχεδόν όλοι και δεν εκπλησσόμεθα. Εδώ κοντεύουμε να τα αρχίσουμε κι εμείς. Αλλά, άλλο τι κάνουμε μόνοι μας στο σπίτι μας για να πολεμήσουμε την κατάθλιψη και τη μιζέρια μας και άλλο τι μπορεί να προβληθεί στο μεγαλύτερο μουσικό σόου του κόσμου, φάτσα-κάρτα μες τα μούτρα μας. Δεν το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι, και πάλι δεν εκπλήσσομαι αφού όσο προχωρά ο κόσμος η ηλιθιότητα αυξάνεται.

Αν με ρωτάτε, η ευθύνη είναι των Ολλανδών παραγωγών που δεν έλεγξαν τι κουβαλούσε μαζί του, και του σκηνοθέτη που τον έδειξε. Ξέρω, τώρα βγήκανε και λένε ότι έσπασε ένα ποτήρι και τάχα μου μάζευε τα θρύψαλα γι αυτό και ήταν σκυμμένος. Εντάξει, δεν πείστηκα, και εξάλλου έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον ο μύθος της κοκαΐνης για την ιστορία του διαγωνισμού, παρά το ότι μπορεί να έσπασε ένα ποτήρι και το συμμάζευε.

Θα σας πω μια χαριτωμένη ιστορία όμως, για να δείτε πώς αλλάζουν οι καιροί.

Το 1992 την Ιταλία εκπροσώπησε η τεράστια Μία Μαρτίνι (μας άφησε χρόνους το 1995), με το γιουροβιζιακό έπος «Ραψωδία». Ένα τραγούδι που οι φανς λατρεύουν και το οποίο αν η RAI δεν επιδείκνυε υπεροψία απέναντι στον διαγωνισμό, θα είχε κερδίσει με συνοπτικές. Ήταν οι εποχές που η ιταλική τηλεόραση σκεφτόταν να αποχωρήσει από τον διαγωνισμό, όπερ και εγένετο δύο χρόνια μετά (με μία μόνο επιστροφή το 1997), γιατί θεωρούσε χαμηλό το επίπεδο των τραγουδιών, επειδή θεωρούσε ότι έπρεπε να δώσει περισσότερη βαρύτητα στον διαγωνισμό του Σαν Ρέμο και γενικώς επειδή σαν Ιταλοί που ήταν μαλακίζονταν. Η RAI δεν μπήκε καν στον κόπο να γυρίσει βίντεο κλιπ για τη συμμετοχή της εκείνη τη χρονιά, εξοργίζοντας την EBU, η οποία διαμοίρασε το τραγούδι στις υπόλοιπες χώρες σαν ένα βίντεο με ένα backdrop με το λογότυπο του διαγωνισμού και 2-3 φωτογραφίες της τραγουδίστριας να εναλλάσσονται. Είναι για να δείτε ότι από τότε οι σχέσεις της RAI και της EBU ήταν τεταμένες και αναλόγως του πώς ξύπνησε η RAI.

Τέλος πάντων, μετά από αυτόν τον πρόλογο, έρχομαι σ’ αυτό που θέλω να πω. Τη νύχτα του διαγωνισμού όταν η Μία Μαρτίνι κατάλαβε ότι δεν θα κέρδιζε το βραβείο, παραιτήθηκε από τη παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και αφέθηκε στη χαρά και ευφροσύνη που χαρίζει ο οίνος, ο οποίος έρρεε άφθονος στο green room. Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, ο σκηνοθέτης μας μετέφερε εκεί και για 2-3 δευτερόλεπτα φάνηκε η Μία Μαρτίνι να πίνει κρασί και να χαριεντίζεται με έναν άντρα της ιταλική αποστολής εμφανώς χαρούμενη και ελαφρώς μεθυσμένη.

Δεν θα ξεχάσω το πώς σχολιάστηκε το συγκεκριμένο καρέ από την παρέα των γονιών μου και των οικογενειακών μας φίλων που παρακολουθούσαμε μαζεμένοι τον διαγωνισμό (ωραία τα χρόνια που μαζευόμασταν σε σπίτια φίλων για να τη δούμε, οικογενειακώς, καλά σας λέω ότι ήταν σαν να μπαίνει ο καινούριος χρόνος). Άρχισαν να λένε ότι δεν είναι σωστό «να τη δείχνουν μεθυσμένη», και «σα δεν ντρέπεται να εμφανίζεται έτσι χάλι μπροστά σ’ όλη την Ευρώπη», και «δεν το χώνεψε ότι έχασε και σηκώθηκε να πιει» και άλλα τέτοια. Δεν υπήρχαν ευτυχώς κοινωνικά δίκτυα τότε να διαβάζαμε περισσότερα. 



Ιδού το επίμαχο καρέ. Πώωω, ντροπή! Η Μία Μαρτίνι με σαμπάνια στο χέρι, πώς τολμά; Λέτε να ήταν και αστεφάνωτη;

Το παραθέτω αυτό γιατί μου είχε κάνει εντύπωση. Εγώ τότε ήμουν 12 χρονών, δεν πήρα χαμπάρι ότι η Μία Μαρτίνι ήταν ολίγον τι ντίρλα, αλλά το συγκράτησα και το θυμάμαι ακόμα. Το συγκρίνω με το τι ακούμε σήμερα για το σνιφάρισμα του Νταμιάνο των Μάνεσκιν και γελάω για το πώς αλλάζουν οι καιροί. Το 1992 για λίγο κρασί, το 2021 για λίγη κοκαΐνη. O tempora, o mores!

Με εκπλήσσει που και τα δύο περιστατικά αφορούσαν την ιταλική αποστολή; Ουδόλως!

Υ.Γ. Ψάξτε τους Μάνεσκιν και ανακαλύψτε τα τραγούδια τους προ-Γιουροβίζιον θα βρείτε διαμαντάκια, αν και κατά τη γνώμη μου δεν έχει γραφτεί ακόμα κακό ιταλικό τραγούδι. 



1 σχόλιο:

Woofis είπε...

Καλησπέρα Anti-Christos. Κατ'αρχήν να εκφράσω την συμπάθειαν μου τζιαι να ευχηθώ κουράγιο στην γιαγιά τζιαι σας, την οικογένειαν της.
Όσον για τους Ιταλούς, εν έκαμεν κόκαν ο παρέας, υπάρχει βίντεο σε slow motion που το ξεκαθαρίζει. Ήταν όμως προφανές, τζιαι επαραδέχτηκεν το τζιόλας, ότι ήταν ούλλοι στρακόττον. Τζιαι ήταν μια λυπηρή εικόνα, που προσωπικά επισκίασεν μου την χαράν για το ότι μια ροκκιά μετά που τόσον τζιαιρόν ανέβηκεν στην κορυφήν της Eurovision.
Η κατάχρηση γενικά εν πρέπει να προβάλλεται, ειδικά που αθρώπους που εκ της θέσης τζιαι της επιρροής τους μπορεί να επηρεάσουν άλλους, ειδικά νέους, αρνητικά.Τζιαι όποιος συμπεριφέρεται απολογητικά για έτσι καταστάσεις, στο όνομαν της "προοδευτικότητας", εν πολλά βαθκιά νυχτωμένος.