Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2018

Φίλοι Φίλων

Το κακό και συνάμα καλό με το ίντερνετ είναι ότι επισπεύδει τις διαδικασίες. Φερ’ ειπείν, σου συστήνουν ένα άτομο και πριν καν του σφίξεις το χέρι το έχεις τσεκάρει μέσω των προφίλ που διατηρεί σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα. Ξέρεις εκ των προτέρων τι καπνό φουμάρει, μπορεί και κατιτίς παραπάνω, μπορεί ακόμα και τα πάντα, αν αυτό διατηρεί μπλογκ σαν εμένα στο οποίο περιγράφει ακόμα και το πώς μυρίζουν τα κακά του. Οπότε, ναι, το ίντερνετ έχει απομυθοποιήσει τα πάντα και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, στις σχέσεις έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές.

Εν πάση περιπτώσει, σήμερα αγαπητοί αναγνώστες, θα συζητήσουμε πώς χειριζόμαστε ανθρώπους που γνωρίσαμε από κοντά και μας γέμισαν μια χαρά το μάτι, αλλά μετά τους τσεκάραμε διαδικτυακώς και πέσαμε απ’ τα σύννεφα.

Εμένα μου έχουν τύχει δύο τέτοια περιστατικά και θα σου πω την εμπειρία μου. Πριν περιγράψω τα περιστατικά, όμως, να σου πω ότι εγώ συνήθως δίνω άφεση αμαρτιών. Άπαξ και σε συμπάθησα, άπαξ και μου γέμισες το μάτι, δύσκολα σε «ακυρώνω» ή σε «καταργώ» επειδή θεωρώ το ίντερνετ ολίγον τι «παγίδα» και εύκολο στο να σου βγάλει τον κακό σου εαυτό. Δικαιούσαι να είσαι όσο μαλάκας θέλεις στα προφίλ σου. Δεν σε παρεξηγώ. Σε έχω τσεκάρει από κοντά, μπορώ να καταλάβω αν αυτό που προβάλλεις διαδικτυακά είναι προϊόν βαρεμάρας, εκτόνωσης, πλάκας, ή προϊόν του «κάθομαι στον καναπέ και βαριέμαι και παίζω το πουλί μου».
Πριν πολλά χρόνια γνώρισα δυο κοπέλες. Μια χαρά κοπέλες ήταν από κοντά, ήταν φίλες, φίλων. Όχι γκόμενες. Σκέτες φίλες. Ήπιαμε τους καφέδες μας, είπαμε αυτά τα φαιδρά που λέγονται συνήθως σε έναν καφέ και γίναμε φίλοι στα δίκτυα. Με τον καιρό πρόσεξα πως επρόκειτο για μαλακισμένες. Φάουσες, που άρπαζαν από τον λαιμό οποιονδήποτε τολμούσε να αμφισβητήσει αυτό που έγραφαν, αγενείς και ακραίες. Δεν έδινα έκταση, από κοντά μια χαρά τις είχα κόψει, «θα έχουν νεύρα» σήμερα σκεφτόμουν. «Κάποιος θα τις νευρίασε και ξεσπούν εδώ» σκεφτόμουν. «Για να είναι φίλες φίλων μου, πάει να πει ότι κάτι καλό έχουν να επιδείξουν». Χίλια δυο άλλοθι τους έβρισκα.

Ώσπου! Ώσπου ήρθε και η σειρά μου. Ετόλμησα κάποτε να εκφράσω άποψη που τις αφορούσε και τις ξένιζε. Πολιτική άποψη συγκεκριμένα. Δεν έχασαν δευτερόλεπτο αμφότερες. Έβγαλαν νύχια, ακόνισαν τα δόντια τους πάνω μου. Το τι άκουσα δεν περιγράφεται. Και δεν έχει και τόση σημασία, αφού εκπαιδευμένος χρόνια εδώ με ανώνυμους, το να μου «τη λένε» οι επώνυμοι μου φαντάζει σαν να κάνω ντουσάκι μετά από κολύμπι στα λασπόνερα. Τέλος πάντων, αφού με στόλισαν με διάφορα κοσμητικά επίθετα και οι δύο, με διέγραψαν και δεν μου έδωσαν καν την ευκαιρία να τους απαντήσω. Δεν πειράζει. Ύστερα φέρνει ο φούρνος την πυρά! Η Κύπρος είναι μικρή. Μετά από καιρό τις πέτυχα κάπου έξω. Και φυσικά δεν τους έκανα τη χάρη να ανταποδώσω στο ίδιο ύφος. Τους είπα ότι «σέβομαι τους κοινούς μας φίλους που θα έρχονταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αν και εγώ εξέφραζα απερίφραστα το τι πίστευα για εκείνες». Εκεί κοκκίνησαν και οι δύο και έσκυψαν το κεφάλι. Περίμεναν ότι θα τους έκανα το χατίρι να τις επιβεβαιώσω. Να παίξω το παιχνίδι. Να ξεκατινιαστώ. Καμία τέτοια όρεξη. Μην κοιτάς εδώ που χάνω τη μπάλα με τους ανώνυμους πού και πού, επειδή τσαντίζομαι που τους ευνοεί η ανωνυμία.

Από κοντά δεν υπάρχει περίπτωση να μπω στη διαδικασία να σε «τσιγκλίσω» ή να σου δώσω περαιτέρω υπόσταση. Συνεχίζω να σε «συμπαθώ», εξ αιτίας των κοινών μας φίλων. Έχω ήδη στο βλέμμα γραμμένο το «ξέρω τι σκατά έχεις μέσα στο κεφάλι». Μιλά αυτό από μόνο του. Δεν υπάρχει χώρος για έξτρα επιχειρήματα και κουβεντούλα. Και προ πάντων, υπάρχουν και οι κοινοί φίλοι. Που δεν φταίνε σε τίποτα.

Όταν εγώ, για παράδειγμα, παρατηρώ ότι στον τοίχο μου στο Facebook ετοιμάζονται δυο άγνωστοι μεταξύ τους φίλοι μου να αρπαχτούν για κάποιο ζήτημα, σπεύδω και στέλνω μηνύματα προσωπικά στον καθένα, να προλάβω τα χειρότερα. Τους ενημερώνω ότι δεν επιτρέπω να τσακώνονται μεταξύ τους, ιδιαίτερα όταν δεν γνωρίζονται από κοντά. Ιδιαίτερα όταν καταλαβαίνω ότι ο ένας παρεξήγησε τον άλλον, ότι δεν επικοινωνούν, ότι δεν συζητούν για το ίδιο θέμα και όταν επί της ουσίας ο καθένας λέει κάτι άσχετο με τον άλλον. Και είναι χρέος μου να το πράξω και να τους προστατεύσω από την έκθεση. Έτσι κάνουν οι φίλοι.


Ναι, το ίντερνετ δεν βολεύει σ’ αυτά. Αλλά βολεύει παραδόξως η μικρή Κύπρος. Γιατί μετά τους πετυχαίνεις έξω. Και τους κοιτάς ανάλογα. Και ξέρουν και εκείνες/οι, ότι ξέρεις. Και σκύβουν και φεύγουν. Και τότε είναι τέλειο.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: