Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2022

Χαμένος Στον Χωροχρόνο

Σήμερα το απόγευμα είχα πολύ ελεύθερο χρόνο. Κι όταν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο μελαγχολώ. Έκατσα στο κομπιούτερ και έπαιξα κάποια playlists από την ηλικία των 20-29. Τα τραγούδια αυτά τα θεωρώ πολύ πρόσφατα, αλλά μόνο όταν τα βλέπω στις χρονολογικές μου λίστες συνειδητοποιώ ότι πέρασαν περισσότερα από 20 χρόνια έκτοτε. 

 

Σκόρπιες σκέψεις.

 

Αν ζούσαμε στη δεκαετία του ’90, θα ήταν πολύ δύσκολο να αναβιώνουν τα τραγούδια της νιότης μας. Δεν θα υπήρχε πιθανότατα μέσο να τα παίξει. Θυμάμαι κάποτε τον πατέρα μου που μου χάρισε τα βινύλια του και μου είπε «αυτά τα τραγούδια δεν θα ξαναπαίξουν» και ήταν γεμάτα τα μάτια του. Δεν ήξερε ότι στον καιρό της ψηφιοποίησης θα παίζουν όλα σαν να κυκλοφόρησαν σήμερα και δεν θα είχε σημασία αν επρόκειτο για τραγούδια των δεκαετιών ’60 και ’70. 

 

Εγώ τώρα κάθομαι και ακούω τραγούδια από τα ξέγνοιαστα καλοκαίρια του 2004 στα οποία επιστρέφαμε από τις σπουδές μας και δεν είχαμε την παραμικρή σκοτούρα στο κεφάλι, και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το τι ώρα θα βγούμε και πού θα πάμε. Κι όμως τα ακούω σήμερα κανονικά, που είμαι 41+ χωρίς να αισθάνομαι τη χρονική απόσταση.

 

Το 1999 μπορούσες να ρωτήσεις κάποιον αν ξέρει το τάδε τραγούδι που είχε κυκλοφορήσει 10 χρόνια πριν, και το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα το θυμόταν. Από την κασέτα στο cd η μετάβαση δεν άφηνε πολλά περιθώρια επιβίωσης των τραγουδιών. Τώρα όμως γίνεται και είναι όλα ζωντανά, και δεν έχει σημασία αν έχουμε 2022, σημασία έχει ότι μπορούμε να ακούμε τραγούδια του 1922 σαν να είναι τώρα. 

 

Αλλά δεν είναι! Και αυτό με μελαγχολεί. Είμαι ένας 25αρης στο σώμα ενός 42αρη. Υπέροχο και τρομακτικό ταυτόχρονα.

 

Έχω καιρό να μπω να σας γράψω. Δεν έχω και τίποτα να πω. Κάποτε νευριάζω και θέλω να εκτονωθώ με την επικαιρότητα αλλά μετά σκέφτομαι ότι δεν αξίζει τον κόπο. Βαριέμαι και να γράψω. Δεν κάνω τίποτα όλη μέρα, πέραν του ότι βρίσκομαι σπίτι και χαίρομαι την οικογένειά μου. Βλέπω σειρές, διαβάζω βιβλία, κάνω (πάλι) δίαιτα και απλά περνά ο χρόνος! Α, ναι, ξεκίνησα να γράφω κι ένα μυθιστόρημα, αλλά αν κρίνω από το θεατρικό που γι’ άλλη μια φορά το παράτησα, δεν πιστεύω να καταφέρω να το τελειώσω ούτε αυτό. 

 

Γεια!

Σάββατο, Ιανουαρίου 08, 2022

Οι "Ναι Μεν, Αλλά". Αυτή Η Μάστιγα.

 

Παρακολουθώ από προχθές τα τεκταινόμενα στο τουίτερ με την επίθεση εκείνου του κακόμοιρου «Ιούδα» προς τον Δίπλαρο και την οικογένεια του και μειδιώ με την ξεφτίλα μερικών.

Διαβάζω τα σχόλια συμπαράστασης προς τον βουλευτή. Όλος ο κόσμος ανεξαρτήτως πολιτικού και κομματικού χρωματισμού του εξέφρασε τη συμπαράστασή του. Δεν υπάρχει χειρότερο άλλωστε από το να σου εύχονται ανοιχτά ψόφο, σε σένα, στην καρκινοπαθή σύζυγό σου και στα παιδιά σου. Βλέπω όμως και ένα διαχωρισμό στα μηνύματα συμπαράστασης. Υπάρχουν μερικοί που δεν μπορούν απλά να γράψουν ότι η επίθεση υπήρξε ανήθικη, απαράδεκτη και τέλος. Υπάρχουν αυτοί που πρέπει να κάνουν πρόλογο πριν παραδεχτούν τυπικά το απαράδεκτο του πράγματος.

Γράφουν:

«Μπορεί να μας χωρίζει πολιτικό χάος, αλλά αυτή η επίθεση που δέχτηκες ήταν απαράδεκτη».

«Μπορεί να διίστανται οι απόψεις μας και να μας χωρίζουν πολλά, αλλά κανένας δεν αξίζει να ακούει τέτοια λόγια».

«Δεν είμαστε στο ίδιο πολιτικό μήκος κύματος, αλλά έχεις την αμέριστη συμπαράσταση μου».

Ναι. Δεν μας χέζετε! Αν είναι να πρέπει να διαχωρίσεις τη θέση σου «μπας και σε παρεξηγήσουν» προκειμένου να αναγνωρίσεις το δίκιο του άλλου, μην πεις τίποτα καλύτερα. Αυτό είναι τυπικό χαρακτηριστικό του μαλάκα. Να προσπαθεί να πει μια καλή κουβέντα, αλλά με ρέγουλα. Μην τυχόν και παρεξηγηθεί στον κύκλο του ότι επειδή γράφει μια καλή κουβέντα στον Δίπλαρο, υπάρχει περίπτωση να τον συμπαθεί ή και να τον ψηφίζει. «Ω, συλληπήθηκε τον Δίπλαρο, λέτε να είναι Δεξιός; Λέτε να είναι και Συναγερμικός και να μην το παραδέχεται;»

Όταν ο άλλος έχει δίκιο του το αναγνωρίζουμε χωρίς προλόγους και φαμφάρες. Τον συλλυπάσαι, αν το εννοείς, και τέλος. Δεν προλογίζεις! Εκτός κι αν είσαι μαλάκας, που στην προκειμένη δεν χωρεί αμφισβήτησης. Φαντάζεστε αύριο να πάτε σε καμιά κηδεία και πριν συλλυπηθείτε την επιβιώσαντα σύντροφο ενός πολιτικού προσώπου να της πείτε «μπορεί να μην τον ψήφιζα αλλά λυπάμαι που πέθανε». Πόσο μαλάκες είστε!

Μου θυμίζει κάτι τύπους εδώ πέρα, που στα παλιά χρόνια όταν δεν είχαν εδραιωθεί άλλα σόσιαλ μίντια για να λέει ο καθείς το μακρύ και το κοντό του, και τα μπλογκς ήταν ακόμα ακμαία, έρχονταν εδώ και μου άφηναν κάτι ακυρωτικά σχόλια του τύπου «δεν συμφωνώ με όσα γράφεις, αλλά τα λες χαριτωμένα». «Μπορεί να μην συμφωνούμε πολιτικά, αλλά έχεις ωραία πένα». «Διαφωνώ συχνά με όσα γράφεις αλλά σήμερα έχεις απόλυτο δίκιο» Αυτά είναι δώρα άδωρα κύριοι. Και προσωπικά χέστηκα για το τι πιστεύετε και για τη γνώμη σας. Γράφω σχεδόν 20 χρόνια, λέτε να γράφω για εσάς; Γράφω για την κάβλα μου και τη δική μου ψυχοθεραπεία. Δεν εξυπηρετώ δικές σας ανάγκες εδώ. Τόσα χρόνια ακόμα να το καταλάβετε; Λέτε να είχα μια σκασίλα για το αν συμφωνείτε; Να κι αν συμφωνείτε, να κι αν διαφωνείτε. Στο ψητό, όμως. Ναι, δεν πάτε στα γενέθλια του άλλου και του λέτε «δεν σε συμπαθώ και πολύ, οι πολιτικές μας θέσεις απέχουν κατά παρασάγγας, αλλά μέρα που είναι, χρόνια πολλά και ό,τι επιθυμείς βρε!» Είτε εύχεσαι στον άλλον με την ψυχή σου, και το εννοείς, είτε δεν του εύχεσαι καθόλου. Είτε λυπάσαι για τον άλλον πραγματικά και το αποδεικνύεις με κάτι λιτό και περιεκτικό, είτε δεν μιλάς καθόλου.

Εγώ που θα μπορούσα να ταυτιστώ με το τι περνά ο Δίπλαρος και δεν ένιωσα καν την ανάγκη να τον παρηγορήσω με κάποιο τουίτ. Έτσι κι αλλιώς, την τελευταία φορά που κοίταξα, οι κατάρες και οι ευχές δεν πιάνουν τόπο στην πραγματική ζωή. Το μόνο που προέκυψε από όλη αυτή την ιστορία είναι ότι κάναμε διάσημο άλλο ένα διαταραγμένο τσόκαρο, και μερικοί ξανά-αποδείξατε ότι είστε μαλάκες.  

Mic drop.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 28, 2021

Το Όνομά Μου Είναι Ιωάννα

 

Για να καταλάβετε τα επίπεδα υστερίας με την πολιτική ορθότητα για άλλη μια φορά, αρκεί να παρακολουθήσετε το εξαιρετικά άβολο πρόγραμμα της Ι. Μαλέσκου που μεταδόθηκε χθες με καλεσμένο τον Τάσο Χαλκιά.

Ο Τάσος Χαλκιάς εμφανίστηκε στην εκπομπή φανερά εκνευρισμένος, εριστικός και άκεφος εξαιτίας της καθυστέρησης της παραγωγής να τον προβάλει. Από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι επρόκειτο να εμφανιστεί νωρίτερα στο πρόγραμμα και τον είχαν στήσει ένα μισάωρο να περιμένει, με αποτέλεσμα αυτός να ξενερώσει και να μην έχει κέφι να συζητήσει περί «μοναξιάς» και άλλων φιλοσοφικών θεμάτων που άνοιγε η Ιωάννα Μαλέσκου, η παρουσιάστρια. Όταν ο ηθοποιός αντιλήφθηκε ότι δεν απέμενε χρόνος για να προβάλει τη δουλειά του, της είπε μεταξύ άλλων κι ένα αγανακτισμένο «βρε κούκλα μου», για να εισπράξει πίσω ένα ψυχρό και αυστηρό «το όνομά μου είναι Ιωάννα». 


Ζούμε σε στείρες εποχές. Οι λέξεις ερμηνεύονται καχύποπτα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ύφος, οι περιστάσεις και οι προθέσεις του ομιλητή ή γράφοντα. Τα νοήματα διαστρεβλώνονται ώστε να εξυπηρετούν αφηγήματα και πολιτικές. Από την ώρα που ξεμύτισε το MeToo, έχουν δαιμονοποιηθεί τα πάντα, και όλα κρίνονται υπό το πρίσμα του σεξισμού. Θεώρησε δηλαδή η Μαλέσκου εκείνη τη στιγμή, ότι ο ταλαίπωρος Τάσος Χαλκιάς άλλο καημό δεν είχε μετά από μισή ώρα στήσιμο, από το να της την πέσει, ή να τη μειώσει ως οντότητα και φύλο με το «βρε κούκλα μου» το οποίο λέχθηκε ξεκάθαρα εν τη ρήμη του λόγου και με διάθεση τύπου «βρε χρυσή μου, άσε με να πω και δυο λόγια για το θέατρο που παίζω, μας έχεις πρήξει με τα φιλοσοφικά σου μια ώρα να πούμε».

Σε πρωινάδικο δουλεύετε μαντάμ, το πήρατε χαμπάρι; Το Big Brother και το Survivor σχολιάζετε, δεν αναλύετε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. «Έβγαλε νέο CD ο Δάντης;» Όχι αυτός, ο άλλος!

Αν η Μαλέσκου βρισκόταν στο Δικαστήριο και ο Δικαστής ή ο Δικηγόρος την αποκαλούσε «βρε κούκλα μου», να το καταλάβω, δικαίως να θιχτεί. Αν βρισκόταν σε κάποιο Αστυνομικό Τμήμα και ο προϊστάμενος της απηύθυνε τον λόγο τοιουτοτρόπως επίσης να το καταλάβω και να υπερθεματίσω. Αλλά σε εκπομπή επιπέδου κομμωτηρίου βρίσκεστε. Το κλίμα σηκώνει ένα πιο χαλαρό λεξιλόγιο. Τι πάει να πει «το όνομά μου είναι Ιωάννα»; Αισθάνθηκες κάποιο κίνδυνο από τον Χαλκιά και ένιωσες ότι έπρεπε να κρατήσεις τα προσχήματα; Τον είδες να σε κοιτάζει γλυκά και ύποπτα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που να σε κάνει να αισθανθείς ότι αν δεν υψώσεις τείχος ανάμεσά σας θα γινόταν κάποια άσεμνη επίθεση; Μα, καμία επαφή με την πραγματικότητα πια;

Εγώ τις προάλλες είχα πάει σε μία ειδική γιατρό να συζητήσουμε τι θα γίνει με τη χοληστερίνη μου και όταν γύρισε και μου είπε «μην ανησυχείς αγάπη μου, όλα θα τα διορθώσουμε» αισθάνθηκα ότι έχω απέναντί μου μία ευπροσήγορη κυρία που νοιάζεται για τον ασθενή της. Δεν είπα «α, κοίτα την, μα ποια νομίζει ότι είναι και με αποκαλεί «αγάπη της», με ήξερε από χθες; Ούτε αισθάνθηκα ότι μου την πέφτει (γελάνε και τα πόμολα!), ούτε σκέφτηκα ότι καταχράζεται την εξουσία που της παρέχει η σχέση γιατρού – ασθενή και με υποτιμά!» Εγώ είπα δόξα σοι ο Θεός, έχουμε μία γιατρό που νοιάζεται.

Απεναντίας, έχω κι έναν καρδιολόγο που μου απευθύνεται με το σεις και με το σας δημιουργώντας έτσι τόση απόσταση μεταξύ μας, που δεν αισθάνομαι άνετα όταν τον επισκέπτομαι και θέλω να τον αλλάξω. Θεωρώ ότι πάνω απ’ όλα ο γιατρός σου πρέπει να ‘ναι και φίλος σου και να δημιουργεί ένα ζεστό κλίμα ενόσω είσαι στο ιατρείο του. Φυσικά υπάρχει κι όριο και ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του, όμως θεωρώ ότι όλα κρίνονται υπό το φως των περιστάσεων, των προθέσεων, του ύφους, του τόνου της γλώσσας και πάνω απ’ όλα από τα γεγονότα. Αλλιώς απαιτώ από τον Διοικητή του στρατοπέδου μου να μου απευθύνει τον λόγο, αλλιώς από το όργανο της τάξεως, αλλιώς από έναν συνάδελφο, αλλιώς από ένα φίλο και αλλιώς από μία παρουσιάστρια στο πλατό της εκπομπής της.  

Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί η Μαλέσκου εκείνη τη στιγμή να ήθελε να στείλει ένα μήνυμα προς κάθε καημένη γυναίκα που ανέχεται τον κάθε χωριάτη να απλώνει τα κουλά του, και με τη στάση της να ήθελε να υπενθυμίσει ότι οι γυναίκες δικαιούνται και πρέπει να αποκαλούνται με τα ονόματά τους και όχι με υποκοριστικά που αφήνουν χώρο για κακοποιητικές πράξεις. Όμως, λάθος μέρος, λάθος χρόνος και κυρίως με λάθος άνθρωπο απέναντι. Ο άνθρωπος απέναντι θα μπορούσε να σε λέει βρε κούκλα μου συνέχεια και να μην σε πλησιάσει ποτέ πέραν των δύο μέτρων, και μπορεί ένας άλλος να σου μιλά μόνιμα στον πληθυντικό και να σε χουφτώνει με κάθε ευκαιρία. Δεν είναι οι λέξεις το πρόβλημα, είναι οι πράξεις. Θα μου πεις, και οι λέξεις είναι σημαντικές και θα συμφωνήσω. Αλλά όλες κατά περίπτωση! Προσπαθήστε κι εσείς μια φορά να μην είστε τόσο μυγιάγγιχτοι και να βλέπετε το δάσος αντί το δέντρο. 

Αν η Μαλέσκου ήθελε όντως να εμπνεύσει και να αφυπνίσει τις γυναίκες θα μπορούσε να το κάνει σε διαφορετικό χρόνο και να βγει να πει «αξιολογήστε τα πάντα κατά περίπτωση, ψυχολογήστε την κατάσταση πριν την κατηγοριοποιήσετε ως κακοποιητική, μην σταθείτε στη λέξη, δείτε τη μεγαλύτερη εικόνα, κρίνετε με βάση την ένταση, τη συχνότητα, την περίσταση, και κυρίως τις πράξεις». Αυτό βέβαια είναι και το πιο δύσκολο, γιατί προϋποθέτει κριτική και ελαφρώς μαθηματική σκέψη η οποία είναι είδος προς εξαφάνιση. Έτσι ίσως, η Μαλέσκου, να θεώρησε ότι περνά το μάθημα με ένα «το όνομά μου είναι Ιωάννα».

Λάθος εκπομπή παρουσιάζεις Ιωάννα Μαλέσκου μου. Έπρεπε να σου δώσουν να λες τις Ειδήσεις, ή τέλος πάντων ένα πρόγραμμα πιο ξινό.

Βέβαια, τι ξέρω κι εγώ; Εγώ οι μόνες παρουσιάστριες που εγκρίνω και παραδέχομαι, είναι η Ελένη Μενεγάκη και η Αννίτα Πάνια. Όλες οι υπόλοιπες έπρεπε να κάνουν άλλη δουλειά.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2021

Αντίο 2021, Ήσουν Πολύ Εντάξει.

 

Μόνο ευγνωμοσύνη για το 2021!

Μπορεί να εξακολουθούμε να ταλαιπωρούμαστε από τα νέα δεδομένα που έφερε ο κορωνοϊός στη ζωή μας, μπορεί να έχουν αλλάξει άρδην οι κοινωνικές συνευρέσεις και να βρισκόμαστε σε μία διαρκή κατάθλιψη που εκδηλώνεται σε καβγάδες ανάμεσα σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους, αλλά προσωπικά δεν δικαιούμαι, ούτε αισθάνομαι το παραμικρό παράπονο για τη χρονιά που φεύγει.

Ήταν η χρονιά που μου έφερε την κόρη μου. Η οικογενειακή μου ευτυχία ολοκληρώθηκε. Ανυπομονώ να μεγαλώσει λίγο ακόμα να σας διηγούμαι τις ιστορίες της. Είναι μία απόλαυση. Αυτόν τον καιρό που είμαι συνέχεια σπίτι λόγω Χριστουγέννων την κρατώ συνέχεια πάνω μου και της φιλώ τα μάγουλα κατά ριπάς. Θέλω να τη φάω! Νομίζω δεν περνά λεπτό που να είναι αφίλητη. Τόσο πολύ που στην πολλή ώρα αρχίζει και συνοφρυώνεται και δυσανασχετεί έχοντας ύφος «άσε με στην ησυχία μου». Λατρεύω να την πειράζω έτσι και να τη βλέπω να τσαντίζεται από τόσο μικρή ηλικία!  

Το μισό 2021 το πέρασα στην τηλεργασία. Για τους πρώτους έξι μήνες δούλευα από το σπίτι. Με βαριά καρδιά επέστρεψα στο γραφείο και απορώ γιατί πραγματικά δεν έχει υιοθετηθεί μόνιμα το μέτρο. Εντάξει, χρειαζόμαστε καλύτερες και σταθερότερες υποδομές. Αλλά αν το καταφέραμε κουτσά-στραβά για έξι μήνες, δεν θεωρώ ακατόρθωτο να γίνει μόνιμος θεσμός με λίγη παραπάνω προσπάθεια. Ελπίζω στο μέλλον να καθιερωθεί.

Το 2021 είχε ακόμα ένα κορυφαίο γεγονός. Αποκτήσαμε οικιακή βοηθό. Ήρθε μία κυρία και μένει μαζί μας και είδαμε το φως το αληθινό και λάβαμε πνεύμα επουράνιο. Είναι ολίγον τι κατάντημα να μην μπορείς να κρατήσεις το σπίτι σου καθαρό και συγυρισμένο, αλλά ας το παραδεχτούμε δημόσια, επιτέλους. Δεν είναι κακό να είσαι εξοικειωμένος με τις αδυναμίες σου. Το σπίτι μας το λατρεύω αλλά δεν το πρόφταινα, ούτε εγώ, ούτε η Μπρέντα, ούτε μαζί. Τώρα με το δεύτερο μωρό, έτι περισσότερον. Από τον Οκτώβριο που αφίχθη η κυρία, είμαι σε άλλη διάσταση και σωματικά και πνευματικά. Μπαίνω σπίτι και είναι σαν να μπήκα σε ξενοδοχείο. Περιττό να πω ότι την έχω στα όπα-όπα και γίνομαι χαλί να με πατήσει γιατί αν ποτέ μας φύγει δεν ξέρω τι θα απογίνουμε. Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο σχετικά με την όλη εμπειρία, αλλά επιφυλάσσομαι προς το παρόν.

Το μόνο αρνητικό της χρονιάς που μπορώ να μου προσάψω είναι η έλλειψη προσωπικής προόδου. Δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τίποτα. Είχα βάλει στόχο να χάσω οκτώ κιλά και τα έχασα τρεις φορές, αλλά τα ξανάβαλα σε 10 μέρες και τις τρεις φορές. Είχα βάλει στόχο να ολοκληρώσω το θεατρικό που γράφω, αλλά όλο το πιάνω και όλο το αφήνω γιατί δεν έχω πίστη στον εαυτό μου ότι αυτό που γράφω μπορεί να σταθεί, ούτε ότι μπορώ να το υπερασπιστώ σοβαρά στον έξω κόσμο χωρίς να φάω κράξιμο. Είχα βάλει στόχο να μάθω μια νέα ξένη γλώσσα, και επέλεξα τα σουηδικά, και παρόλο που βρήκα καθηγήτρια και γράφτηκα, τα ακύρωσα πριν αρχίσουμε επειδή σκέφτηκα ότι με το βρέφος δεν θα είμαι σε θέση να αντεπεξέλθω, ούτε υπήρχε λόγος να επιβαρυνθώ οικονομικά για να μάθω μία γλώσσα που δεν θα χρησιμοποιήσω ποτέ. Δεν προβλέπεται να βγαίνω με την Παπαρίζου έτσι κι αλλιώς.

Γενικότερα δεν κατάφερα να πειθαρχήσω στο παραμικρό. Αγόρασα και εξοπλισμό γυμναστηρίου, τρομάρα μου, και με το ζόρι πείστηκα να κάτσω να γυμναστώ δυο φορές τη βδομάδα από ένα μισάωρο. Γενικώς βάρυνα, τα χρόνια μου άρχισα να τα αισθάνομαι στην καμπούρα μου και όσο κι αν το παλεύω να ξεφύγω από τη μιζέρια του μεσόκοπου σαραντάρη, δεν τα καταφέρνω. Βέβαια, συνεχίζω το θέατρο, αλλά κι αυτό δεν το χαίρομαι όσο παλιά όπως σας ξαναείπα. Κοιμάμαι πια νωρίς, δεν αντέχω να ξενυχτίσω. Αν γίνει 11:00 και δεν έχω κοιμηθεί το επόμενο πρωί σέρνομαι. Μέχρι πέρσι κοιμόμουν άνετα στη μία το πρωί και ούτε γάτα! Αυτά θέλω να νικήσω φέτος. Αν και τη ξέρω πια τη μοίρα μου.

Βλέπω κόσμο να είναι φιτ και γραμμωμένος στα 48 και τους θαυμάζω και σκέφτομαι ότι αφού δεν ήμουν ποτέ έτσι ούτε όταν ήμουν 20-30 ετών δεν πρόκειται να γίνω ποτέ πια. Μετά το βάζω στόχο, αλλά αλλού ρίχνω τα βέλη κι αλλού βρίσκεται ο στόχος!

Ας ευχηθώ το 2022 να έχουμε υγεία, να την επιδιώξουμε, και σιγά σιγά να επανέλθουμε στην κανονικότητα της προ-2019 εποχής. Θα είναι δέκα χρόνια μεγαλώματος μωρών, θα φτάσω τα 50 και θα έχω ακόμα παιδιά στο Δημοτικό όταν οι γονείς μου στην αντίστοιχη ηλικία είχαν παιδιά που τελείωναν τις σπουδές τους. Με ενοχλεί, με λυπεί, αλλά ας ευχηθούμε να είμαστε όλοι καλά και να τα καταφέρουμε αβρόχοις ποσίν.

Καλή νέα χρονιά σε όλους.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 21, 2021

Αριθμός 41

 

Γιε μου πάνσοφε!

Τις προάλλες με ρώτησε:

«Παπά, ποιος είναι ο τελευταίος αριθμός;»

«Δεν υπάρχει τελευταίος αριθμός. Οι αριθμοί δεν τελειώνουν ποτέ!»

«Δεν γίνεται» μου απαντά. «Όλα κάποτε τελειώνουν».

«Ναι, αλλά όχι οι αριθμοί. Είναι άπειροι. Μπορούμε να μετρούμε συνέχεια και να μην τελειώνουμε».

Πείσμωσε.

«Και γιατί οι αριθμοί στο ημερολόγιο μου έχουν τέλος;» (Έχει ένα χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο ο γιος μου, με εκείνα τα παραθυράκια που μετρούν αντίστροφα ως τα Χριστούγεννα και περιέχουν μέσα δωράκια και σοκολατάκια).

Του εξήγησα περαιτέρω τα περί απείρου, ημερολογίων και αριθμών.

 «Ααα, αυτό είναι πάρα πολύ άδικο! Δεν είναι δίκαιο να μην τελειώνουν οι αριθμοί αλλά να τελειώνει η ζωή!»

Με πέθανες μικρέ μου φιλόσοφε. Με ισοπέδωσες! Με έκανες αλοιφή!

Σήμερα γίνομαι 41. Και παρόλο που είμαι πιο πλήρης και ευτυχισμένος από ποτέ, έχοντας πάρει προ 40 ημερών ως δώρο την αδελφή του -που τόσο πολύ λαχταρούσαμε, αισθάνομαι ένα υποβόσκον άγχος. Τον χρόνο τον αμείλικτο. Που προσπαθώ να δαμάσω με νύχια και με δόντια προκειμένου να τους απολαύσω όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται.

Αχ, γιε μου υπέροχε! Μακάρι να ζήσω 150 χρόνια! Να προλάβω να σας χαρώ ως το άπειρο και ακόμα παραπέρα!

Αυτό ας ευχηθώ σήμερα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2021

Αρβύλες

 

Δεν είναι τέλειο να βλέπεις τους αριστερούς να μην χωνεύουν την κατραπακιά των Ράδιο Αρβύλα;

Έχω παρατηρήσει το εξής. Οι αριστεροί, σαν φάρα, είναι μια γροθιά. Ένας να κάνει μαλακία αισθάνονται ότι όλοι πρέπει να επέμβουν να του βρουν ελαφρυντικά. Δεν μπορούν να πουν «α, τον μαλάκα, ας πληρώσει τη μαλακία που έκανε!» Αισθάνονται χρέος να επέμβουν να σώσουν το γόητρο όλων των συντρόφων τους. Το «σύντροφοι» το οποίο εγώ μέχρι πρόσφατα το αντιλαμβανόμουν ως ένα αστείο παρατσούκλι για να τους ξεχωρίζουμε από τους κανονικούς ανθρώπους, ισχύει. Το νιώθουν στο πετσί τους. Και έχει από χθες που παρατηρώ δεκάδες «σύντροφους» να θεωρούν ότι πρέπει με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να πουν μια καλή κουβέντα για τον Παναγιωτόπουλο, ασχέτως αν αναγνωρίζουν ρητά το αποτρόπαιο της πράξης του.

«Τι να κάνουμε να τον σκοτώσουμε;» Όχι, βέβαια, ποιος είπε ότι θα τον σκοτώσουμε; Θα τον «σκοτώναμε» μόνο αν ήταν δεξιός. Οι αριστεροί δικαιούνται μία ευκαιρία παραπάνω. Έτσι κι αλλιώς, αυτοκτόνησε από μόνος του ο κύριος με την πράξη του. Δεν νομίζω να ξαναδεί τηλεόραση ή ραδιόφωνο όσο ζει. Δεν περιμέναμε να τον «σκοτώσετε» εσείς ή οποιοσδήποτε άλλος. Θα δικαστεί και τέλος. Αλλά γελώ με την έκδηλη ανάγκη σας να βρείτε να πείτε κάτι. Δεν αρκεί ένα «ήταν μαλάκας, καλά να πάθει». Ήταν αριστερός και δικαιούται αλληλεγγύης από όλους τους υπόλοιπους. Τι αστείοι!

«Θα τον δικάσουμε εμείς στις εκπομπές;» είπε ένας άλλος. Τώρα το θυμηθήκατε; Όταν εγώ έγραφα ότι οι τηλεοπτικές εκπομπές δεν είναι δικαστήρια, ότι διέπονται από δημοσιογραφική δεοντολογία και τα λοιπά, και ότι πριν πιάσουν κάποιον στον στόμα τους οφείλουν να παρουσιάσουν ζωντανά και την άποψη του κατηγορουμένου, πέσανε να με φάνε κάτι ανενημέρωτες κυρίες με λαϊκά επιχειρήματα, γράφοντάς μου «αφού η αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της, ναι, θα τους δικάζουμε εμείς στην τηλεόραση». Όταν καθημερινά ο Λιάγκας ρωτά τις καλεσμένες του «πείτε μας, εσάς πώς ήταν η εμπειρία σας με τον Λιγνάδη, τον Φιλιππίδη κτλ, είχατε ακούσει τις φήμες;» για υποθέσεις που βρίσκονται στην πορεία της εκδίκασης, όλα καλά! Εκεί ασκούμε «ερευνητική δημοσιογραφία», εξυπηρετούμε τα MeToo και τους U2. Όταν ξαφνικά το σκάνδαλο αφορά «δικούς τους», ξαφνικά όλοι αποφαίνονται ότι η τηλεόραση δεν χρειάζεται να «κανιβαλίζει προσωπικότητες».

«Και τι θα έπρεπε να κάνει ο Αντώνης Κανάκης» δηλαδή, διερωτάται ένας άλλος σε μια ιστοσελίδα. Τίποτα, φίλε μου. Ο Αντώνης Κανάκης δεν μπορεί να ευθύνεται για τις μαλακίες του συναδέλφου του. Ορθώς τον απομάκρυναν, εκεί έληξε και οποιαδήποτε νομική ή περαιτέρω ηθική υποχρέωση του κυρίου παρουσιαστή και των συνεργατών του. Όμως, επειδή ακριβώς είναι συντρόφια και επειδή ακριβώς αισθάνονται ότι πρέπει να τοποθετηθούν, γιατί αυτό κάνουν τα συντρόφια, απ’ αυτό ζουν, από αυτό τρέφονται, από το να «τοποθετούνται», έπρεπε δυστυχώς να βγει να πει κάτι. Ε, το πιο σωστό θα ήταν να βγει να πει: «Καθόταν δίπλα μου κοτζάμ κεφτές και τόσα χρόνια δεν τον πήραμε χαμπάρι, γιατί δυστυχώς τόσο μας κόβει κι εμάς, κι άλλο τόσο κόβει κι εσάς που κάθεστε και μας βλέπετε!» Αυτή θα ήταν μια ικανοποιητική απάντηση. Επαρκώς αυτό-εξευτελιστική και προσωπικά θα με κάλυπτε. Αντ’ αυτού, βγήκε και είπε «δεν ξέραμε τίποτα, πέσαμε απ’ τα σύννεφα» και ότι αυτοί που τους την πέφτουν είναι ακροδεξιά στοιχεία, αντί-εμβολιαστές και φαν του Άδωνι. Είπε τα γνωστά κλισέ που λένε όλοι, ακόμα κι αυτοί που κοροϊδεύει κατά καιρούς στην εκπομπή του. Αυτή ίσως ήταν και η μεγαλύτερη του τιμωρία. Να πει αυτά που κοροϊδεύει.

Πόσο το απόλαυσα!

[Μια που το έφερε η κουβέντα, να πω ότι το Ράδιο Αρβύλα και τα Αμάν ουδέποτε τα χώνεψα. Αυτό που κάθεται στη μέση ο γκόμενος μονοπωλώντας το ενδιαφέρον και τριγύρω οι «δεύτεροι», οι κομπάρσοι για να του δίνουν πάσες να ρίχνει ατάκες και να κάνει τον ωραίο στις γκόμενες, πόσο εξευτελιστικό και υποτιμητικό για τους υπόλοιπους. Αλλά, αυτούς θέλετε. Λουστείτε τους].   

Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2021

Η Νέα Λευκωσία

Η Λευκωσία άρχισε να ομορφαίνει.

Τις τελευταίες τρεις μέρες είμαι συνέχεια στην Πλατεία Ελευθερίας με τον Αλέξη και παίζουμε. Το πόσο τη χαίρεται και ευχαριστιέται δεν περιγράφεται. Κι εγώ μαζί του που τον φωτογραφίζω σε κάθε σημείο του έργου. 



Την Πλατεία έπρεπε να τη ζήσουμε για να την αγαπήσουμε. Η καθυστέρηση, οι μίζες και το κόστος της μας δημιούργησαν μία ψυχολογική αποστροφή, ενώ ο σχεδιασμός της δίχασε τον μέσο Κύπριο που ως γνωστόν φημίζεται για την αισθητική του. Όμως δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να τη ζήσουμε και να την αγαπήσουμε. Ομολογώ ότι κι εγώ είχα μπουχτίσει με το έργο και είχα τις επιφυλάξεις μου. Τώρα που παρακολουθώ πόσο τη χαίρεται ο γιος μου και πόσο με διευκολύνει στους περιπάτους μου στο κέντρο της Λευκωσίας άρχισα να αλλάζω γνώμη. 



«Ναι, πήγαινε να θαυμάσεις τα τσιμέντα» μου είπε μια κυρία στο τουίτερ. Δεν ξέραμε κυρά μου να σε βάλουμε να τη σχεδιάσεις εσύ να την έφτιαχνες καλύτερα. Τρελαίνομαι που έχουν όλη άποψη για το σχέδιο, χωρίς να είναι ειδικοί. Μα και ειδικοί να ήταν, de gustibus e coloribus no disputandum! Τι να κάνουμε τώρα, να τη βγάζανε σε δημοψήφισμα; Αυτή είναι η Πλατεία. Δεν σ’ αρέσει, να την παρακάμπτεις. Αυτήν έχουμε, μ’ αυτήν θα ζήσουμε. «Παλιά ήταν καλύτερη». Ναι θα συμφωνήσω, ήταν πολύ καλύτερα που είχε καταντήσει πιάτσα ομοφυλόφιλων πόρνων, σημείο ανταλλαγής ναρκωτικών και με όλα τα γραφικά περίπτερα τριγύρω που πουλούσαν ξεχασμένα περιοδικά από τη δεκαετία του ’70. Βρε, άντε από ‘κει χάμω!


Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μακαρίου. Σήμερα πήγαμε εκεί περίπατο και ήταν χάρμα. Με χαλάει βέβαια που θα μπορούν να τη διασχίζουν αυτοκίνητα, αλλά ελπίζω ότι με τα χρόνια και την περαιτέρω ωρίμανση της κοινωνίας θα απαγορευθούν κι αυτά εξ ολοκλήρου. Η Μακαρίου θα γίνει ξανά μια κούκλα όταν ανοίξουν ξανά οι καφετέριες και τα μαγαζιά όπως ήταν και τη δεκαετία του ’90. Και ο κορωνοϊός θα επαναφέρει την κίνηση «έξω» αφού ο κόσμος θα αποφεύγει να κλειστεί μέσα στα μώλς. 


Έγινε πολύς ντόρος όταν κόπηκαν τα δέντρα στη λεωφόρο Μακαρίου. Το γεγονός ότι κόπηκαν περί τα 60 δέντρα ενώ φυτεύτηκαν στη θέση τους άλλα 300, δεν ήταν αρκετό για να σταματήσει τους ψεύτο-οικολόγους της Κύπρου να ασκήσουν μικροπολιτική. «Δεν κόβουμε κανένα δέντρο, όσο γέρικο κι αν είναι». Κι όμως δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις τα αβγά. Εγώ για να ισιώσω τα δόντια μου στον ορθοδοντικό αναγκάστηκα να εξάγω δυο υγιέστατα δόντια ώστε να δημιουργηθεί χώρος στα υπόλοιπα. Δεν μπορείς να έχεις και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη. Ομοίως, για να αλλάξεις τα μαλλιά σου και να αποκτήσεις ένα πιο όμορφο ή καινούριο στιλ, πρέπει να κόψεις και μαλλιά τα οποία δυνατόν να είναι υγιή.

Τέλος πάντων, τι να λέμε τώρα για τους Οικολόγους, έχουν εξελιχτεί στο μικρό αδελφάκι του ΑΚΕΛ, οπότε κακώς σπαταλούμε το σάλιο μας.

Εν πάση περιπτώσει. Σημασία έχει ότι η Λευκωσία άρχισε να με εξυπηρετεί. Της πήρε δεκαπέντε χρόνια να αρχίσει να το καταφέρει, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Να δώσει ο Θεός να ξεβρομίσει και η Λήδρας, και υπόσχομαι να μην ξανά-παραπονεθώ. 

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2021

Ένα Βήμα Πριν Το Ψυχιατρείο

 

Τα ψυχολογικά κατάλοιπα του κορωνοϊού, τώρα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στη ζωή μου. Το κατάλαβα χθες, όταν το μοναδικό πράγμα που φώτιζε τον ελεύθερο μου χρόνο μεταμορφώθηκε κι αυτό σε άγχος: το θέατρο.

Η Δεύτερα είναι η αγαπημένη μου μέρα της εβδομάδας επειδή τότε συναντιέμαι με τη θεατρική ομάδα και προβάρουμε το επόμενο μας έργο. Όμως χθες δεν ήθελα να πάω. Βασικά έχει καιρό που δεν θέλω να πηγαίνω στις πρόβες και κάποτε συλλαμβάνω τον εαυτό μου να ανακουφίζεται όταν για κάποιο λόγο ακυρώνεται η πρόβα, και γι’ αυτό ευθύνεται ο βρώμο-ιός.

Δεν μπορώ να ζω με το άγχος τι θα γίνει αν κάποιο μέλος της ομάδας είναι θετικό και ασυμπτωματικό και μου μεταδώσει τον ιό. Αυτό μπορεί να συμβεί παντού, θα μου πείτε. Όχι, δεν μπορεί! Αντιλαμβάνεστε ότι στο ερασιτεχνικό θέατρο δεν μπορούμε να κρατούμε αποστάσεις. Είμαστε όλοι μαζί πάνω στη σκηνή. Αγγιζόμαστε, χαϊδευόμαστε, μιλούμε ο ένας μέσα στα μούτρα του άλλου. Φοράμε βέβαια μάσκες. Μα τι να σου κάνουν και οι μάσκες; Άμα θέλει το σταγονίδιο της Μποτσουάνας και της κάθε Μοζαμβίκης να διαπεράσει το σύστημά σου, θα το σταματήσει η μάσκα; Για να μην σχολιάσω πόσο αβάσταχτο και ξενέρωτο είναι να κάνεις τρίωρη πρόβα με τη μάσκα στη μούρη. Έχω ξεχάσει και τα μούτρα τους! Έχω δυο χρόνια να δω τις φάτσες τους. Τους άφησα το 2019 και έκτοτε τους βλέπω μόνο με τη μάσκα. Δεν ξέρω αν μοιάζουν όπως τους θυμάμαι -που λέει ο λόγος.

Ναι, χθες, πήγα στην πρόβα, άντεξα τρεις ώρες με τη μάσκα αλλά ήμουν συνέχεια με το άγχος. Τι θα γίνει αν κολλήσω και φέρω στο σπίτι τον ιό; Ποιος την ακούει τη λεχώνα; Γιατί ακόμη κι αν ο γιος μου και το βρέφος το περάσουν στα ψιλά, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Ποιος υπομένει τη γκρίνια «ήρθες και μας έφερες το μίασμα, απρόσεχτε και επιπόλαιε πατέρα; Που για μια παραστασούλα της σειράς διακυβεύεις την υγεία της οικογένειάς σου. Πάρτα συμπράγκαλά σου και μετακόμισε αλλού, ώσπου να φέρεις 15 πιστοποιητικά υγείας!» Και άλλα τέτοια ψυχοφθόρα που σου βγάζει ξινή ακόμα και την ύπαρξή σου.

Κι άντε και ανέβηκε η παράσταση. Στο θέατρο που θα εμφανίζομαι μπροστά σε 150 θεατές πώς διασφαλίζω ότι δεν υπάρχει ανάμεσα στο κοινό κάποιος ασυμπτωματικός που θα όταν θα ανοίξει το στόμα του δεν θα εξαπολύσει σταγονίδια στην ατμόσφαιρα τα οποία θα μας κολλήσουν ενόσω παίζουμε; Είναι ρίσκο. Το παραδέχομαι. Τι να κάνω όμως; Το θέατρο είναι το τελευταίο πράγμα που απέμεινε για να διατηρούμαι σώος στας φρένας. Είναι το αντικαταθλιπτικό μου. Οι κοινωνικές συνευρέσεις και τα έξω ούτως ή άλλως κόπηκαν. Δεν πάμε πουθενά πια για τους ίδιους και χειρότερους λόγους. Στο σπίτι έχουμε βρέφος, δεν μπορούμε να το εκθέτουμε σε κινδύνους κι έτσι δεν μας επισκέπτεται κανένας πλην των πρώτου βαθμού συγγενών. Γενικά ζούμε ένα καθεστώς κατάθλιψης που και να θέλεις να το παραβλέψεις δεν μπορείς. Γιατί δεν αφορά μόνο εσένα. Αφορά πια όλη την ανθρωπότητα. Ούτε ξέγνοιαστα ταξίδια πάμε, ούτε εκδρομές. Όλα είναι καχύποπτα, όλα με την ψυχή στο στόμα, κι όλα υπό τον φόβο του Γκοτζίλα. Ότι θα ξεπροβάλει μέσα από τα βουνά το τέρας του κορωνοϊού και θα μας κάνει μια χαψιά. «Θα συναντηθείτε με τον τάδε; Και πού ξέρουμε ότι τα παιδιά του είναι υγιή και ότι δεν κόλλησαν κάτι από τους συμμαθητές τους; Κάνει θραύση ο ιός στα σχολεία άλλωστε» και άλλα τέτοια. Πλέον μόνο με τους ντελιβεράδες που φέρνουν το φαΐ έχουμε αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις κι αυτές εκ του μακρόθεν. «Φέρτο φαΐ, ευχαριστούμε, γεια σας!»

Όταν πια το χαϊλάιτ της ημέρας σου καταντά το γεγονός ότι πήγες και κλειδώθηκες μέσα στο γραφείο σου το πρωί για να ησυχάσεις, αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον είσαι ψυχικά ασθενής. Και ναι, οι ψυχοπαθείς ανέκαθεν ήταν πολλοί, και προφανώς τα τελευταία χρόνια με τον εγκλεισμό εκτοξεύτηκαν και ξεπέρασαν εαυτόν, αλλά κοντεύουμε να τους φτάσουμε και να τους ξεπεράσουμε. Αν δεν το έχουμε κάνει ήδη.

Δεν ξέρω πού θα πάει όλο αυτό. Αλλά δεν αντέχω να χαραμίσω κι άλλα χρόνια από την παιδική ηλικία των παιδιών μου στο να ζω με μάσκες, στο να ζω με την έγνοια «μην αγγίξεις εκεί», «βάλε αναμνηστική δόση, «μην κολλήσεις», «μην αγκαλιάσεις την αδελφή σου, μπορεί να την κολλήσεις». Θα πεθάνουμε. Από την ψύχωση.

Κουράστηκα.

Γαμώ την Κίνα σας!

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2021

Ευτυχισμένη Κυριακή

 

Είναι μία υπέροχη Κυριακή!

Είμαι στον καναπέ με λάπτοπ, βιβλίο, τον γιο μου να παίζει με λέγκο στο χαλί, την κόρη μου να κοιμάται και να ξυπνά μόνο για να θηλάσει, τι άλλο να θέλω στα 41 μου; Κι έξω βρέχει. Πόσο σπάνια Κυριακή από κάθε άποψη.

Ευτυχία.

Θέλω να σου πω ότι άρχισα να ερωτεύομαι την κόρη μου και νιώθω τύψεις για τον γιο μου. Με τον γιο μου είχα μία σύνδεση από πριν γεννηθεί. Από την ημέρα που τον είδα στο ultrasound και ήταν μακρόστενος κατάλαβα ότι αυτός θα ήταν «δικός μου». Καταφέραμε να επικοινωνήσουμε με την πρώτη ματιά και καταλαβαινόμασταν ακόμη και χωρίς να μιλούμε. Όταν είδα τη μικρή στον υπέρηχο και ήταν σαν δυο μπάλες χιονάνθρωπου η μία πάνω στην άλλη αντιλήφθηκα ότι αυτή δεν θα ήταν «δική μου». Θα ήταν σαν τη Μπρέντα.

Και ναι, ομολογώ ότι την κόρη μου δεν τη γνωρίζω σαν τον γιο μου. Την ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Την λατρεύω αλλά δεν μου είναι οικεία. Δεν ξέρω τι σκέφτεται, δεν ξέρω τι θέλει, όπως ήξερα τον Αλέξη. Αυτή μου είναι «ξένη». Αλλά, την ώρα που τη φιλώ η οσμή της, η υφή του δέρματός της μου είναι γνωστή. Νιώθω ότι φιλώ τη γυναίκα μου όταν την πρωτογνώρισα και αυτό μου προξενεί έναν παράξενο δεσμό. Νιώθω ότι γνωρίζω μία νέα Μπρέντα από την αρχή. Και κυρίως μία Μπρέντα η οποία έχει τις ιδιοτροπίες και τα τσαλίμια της χωρίς να έχουν το παραμικρό authority επάνω μου. Είναι τέλειο αυτό.

Την ώρα που την αγκαλιάζω και ενώνονται τα μάγουλά μας νιώθω την αποδοχή. Νιώθω την αγάπη. Νιώθω ότι με περίμενε κι αυτή εμένα. Νιώθω την ανακούφιση της. Νιώθω διαφορετικά από τον Αλέξη αλλά εξίσου μεγαλειωδώς.

Στολίσαμε και το δέντρο χθες και το σκηνικό εδώ που βιώνω είναι τόσο αμερικάνικο. Μόνο το τζάκι λείπει, αν και είμαι στο τσακ να το ανάψω παρόλο που δεν το σηκώνει η θερμοκρασία. Πέρσι που το άναψα για πρώτη φορά παραλίγο να καούμε και έκτοτε δεν το ξανατόλμησα.

Τι ωραία που είναι εδώ σήμερα!  

Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2021

Encanto

Το Encanto το σώζει κυρίως η μουσική.

Γενικότερα τις ταινίες της Ντίσνεϊ τις σώζει η μουσική επένδυση, αλλά στο Encanto ειδικά, είναι σωτήρια από όλες τις απόψεις.

Σπεύσαμε με τον Αλεξάκο να το δούμε τις προάλλες. Μια απ’ τα ίδια. Αν έχεις δει όλες τις ταινίες του Ντίσνεϊ από το 2010 και μετά θα συμφωνήσεις ότι στην προσπάθεια να εμβαθύνουν τα νοήματα και τις σχέσεις των χαρακτήρων, τα έχουν κάνει όλα ολίγον τι αχταρμά. Από κάποια φάση και μετά, όλα μηρυκάζονται από την αρχή αλλάζοντας το τοπίο και τους χαρακτήρες.

Στη Ραπουνζέλ είδαμε την τοξική σχέση μάνας και κόρης, με την πρώτη να εκτονώνει τον ναρκισσισμό και τη ματαιοδοξία της πάνω στη δεύτερη. Στο Frozen είδαμε την τοξική σχέση δύο αδελφών οι οποίες έπρεπε να διαχειριστούν το ότι η μία ήταν πιο χαρισματική από την άλλη. Στο Brave ξανά μανά, η επιβλητική και τελειομανής μάνα καταπιέζει την κόρη να ανταποκριθεί στο πρότυπο που σχεδίασε για εκείνην, ερήμην της. Στο Encanto συμβαίνουν όλα τα παραπάνω, απ’ όλα έχει ο κολομβιανός μπαξές, αφού η κακομοίρα Μιραμπέλ πρέπει να συμφιλιωθεί τόσο με την επιβλητική και απαιτητική γιαγιά, όσο και με τα χαρισματικά αδέλφια της. Πρέπει να συμφιλιωθεί με τον πούλο.

Εκεί που όμως παραξηλώνεται το σενάριο, κατά τη γνώμη μου, είναι που γκρεμίζεται το σπίτι της οικογένειας και για να αναστυλωθεί απαιτείται αποκατάσταση των σχέσεων με τη γιαγιά, κάτι που αποτελεί ξεδιάντροπη κόπια τους Μέριντα στο Brave, η οποία προκειμένου να λύσει τα μάγια και να επαναφέρει τη μητέρα της στην πρότερα κατάσταση, πρέπει να ράψει τη σκισμένη ταπετσαρία. Τώρα θα μου πεις, παιδική ταινία είναι, τι απαιτήσεις είναι αυτές που έχεις. Όχι, χρυσέ μου, να με συγχωρείς! Βλέπω ταινίες του Ντίσνεϊ από μωρό, δεν θα μου τις χαλάσετε τώρα στα γεράματα. Να βάλουν κάτω τη ξερή τους να δουλέψει, να σκεφτούν κάτι πιο πρωτότυπο.

Παρόλα αυτά, η ταινία όπως προείπα σώζεται από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και τη μουσική. Η θεία Πέπα με το σύννεφο στο κεφάλι, το απολωλός πρόβατο ο Μπρούνο, η νταρντάνα αδελφή και η μπίμπο Ισαμπέλ, είναι τρομερά απολαυστικές προσωπικότητες. Η σκηνή με την κουτσομπόλα στο τραπέζι η οποία σφίγγεται να μη διαδώσει το μυστικό στους υπολοίπους, όλα τα λεφτά. Πολύ ελληνική! Για τη δε μουσική του Μιράντα τι να πει κανείς, κλέβει την παράσταση. Το We don´t talk about Bruno είναι το αγαπημένο του γιου μου. Υπάρχουν και μερικά άλλα ορχηστρικά ταγκό, να τα πιεις στο ποτήρι. 

Αλλά το αγαπημένο μου, και αυτό που θα μείνει από όλο αυτό το κακό, είναι το Dos Oruguitas στα ισπανικά. Είναι «γνώριμο», θυμίζει άλλα τραγούδια, αλλά εμένα αυτό ποτέ δεν με πείραξε στη μουσική. Το βρίσκω συγκινητικότατο.

Να πάτε να δείτε το Encanto, είναι βασισμένο σε «συνταγή», αλλά αν μπορείτε να το παραβλέψετε θα περάσετε πολύ ωραία. Άλλωστε ποιος είμαι εγώ που θα μιλήσει για ξαναζεσταμένο φαγητό; Εγώ τρώω 40 χρόνια κάθε μέρα μακαρόνια… 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2021

Ευαγγελία

Στο πρώτο ή στο δεύτερο ραντεβού μου με τη Μπρέντα, το μακρινό 2010, πάνω σε μία στιγμή ονειροπόλησης, τη ρώτησα πώς θα ονομάσουμε τα παιδιά μας. Έτσι για να κόψω διάθεση. Εκείνη με πολύ σοβαρό ύφος μου είπε «δεν ξέρω για τον γιο, πάντως αν κάνω κόρη θα βγάλω τη μαμά μου».

Η μαμά της λέγεται Ευαγγελία. Δεν είναι το πιο άσχημο όνομα του κόσμου, δεν είναι όμως και το πιο ωραίο. Δεν ξέρω κανέναν που να θέλει να βαφτίσει το παιδί του Ευαγγελία, χωρίς να υπάρχει ανωτέρα βία. Το αναγνωρίζει και η ίδια ότι δεν είναι το ωραιότερο όνομα του κόσμου. Εμένα με διαπέρασε σύγκρυο μόλις το άκουσα. Εκεί κατάλαβα ότι εφόσον η Μπρέντα είχε το όνομα της κόρης της έτοιμο πριν καν τεθεί επί τάπητος ως μια πραγματικότητα, πάει να πει ότι η σχέση μάνας και κόρης είναι τόσο δυνατή και άρρηκτη, που θα αποτελέσει τείχος για πολλά θέματα στον επίδοξο σύζυγο και κατ’ επέκταση πατέρα.

«Είναι κάτι που δεν διαπραγματεύομαι» μου είπε. «Και για να σου δείξω πόσο σοβαρολογώ, έχεις λευκή κάρτα ως προς το όνομα του γιου μας». Εγώ το Αλέξης το επέλεξα εξαιτίας της μουσικότητάς του. Δεν έχουμε κανέναν Αλέξη στο σόι μας. Εξάλλου θεωρώ ότι τα παιδιά μας είναι καρποί του έρωτά μας και δεν έρχονται στον κόσμο για να ικανοποιήσουν τον εγωκεντρισμό των παππούδων και γιαγιάδων οι οποίοι για κάποιο λόγο θεωρούν τεράστια τιμή να διαιωνιστεί το όνομά τους. Χώρια που έχω διακρίνει σε διάφορες περιπτώσεις μία έξτρα συμπάθεια προς το εκάστοτε εγγόνι που φέρει το όνομά τους εις βάρος όλων των υπολοίπων, και εγώ τέτοια μικροαστικά συμπλέγματα δεν τα αντέχω.

Όταν γεννήθηκε ο γιος μας, της είπα: «Εγώ δεν θέλω να αποφασίσω μόνος μου το όνομά του. Θεωρώ ότι η ονοματοδοσία είναι δουλειά και των δύο. Γι’ αυτό σου ξαναλέω, αν θέλεις να γίνεις μέρος αυτής της υπέροχης δημιουργικής διαδικασίας, και άλλαξες γνώμη, πες το μου, εγώ θέλω πολύ να το αποφασίσουμε μαζί». Ήταν ανένδοτη. «Θα ονομάσεις εσύ τον γιο μας όπως θέλεις, ως αντιστάθμισμα που θα πάρει η κόρη μας το όνομα της μητέρας μου».

Τι να της πεις. Άμα αποφασίσει κάτι δεν υπάρχει περίπτωση να της αλλάξεις γνώμη. Ε, έτσι κι εγώ αποφάσισα το όνομα του γιου μου, μόνος μου. «Αν κάποτε μας στείλει ο Θεός και μια κόρη, βλέπουμε πως θα το φέρουμε τούμπα» σκέφτηκα, και γέλασε το σύμπαν σύσσωμο.

Ε, η κόρη ήρθε. Και η συμφωνία έπρεπε να τηρηθεί. Το φυσούσα και δεν κρύωνε. Μα, Ευαγγελία; Εντάξει, δεν είναι και Πουλχερία, ούτε Σαββούλα και τα τοιαύτα που προκαλούν αναγουλίαση. Αλλά, σοβαρά τώρα, θα βγάλω την κόρη μου Ευαγγελία; Εγώ άμα λέω Ευαγγελία, μία μου έρχεται στο μυαλό. Η Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Δεν την ξέρεις; Google her. Ε, είναι και η Αραβανή, δεν λέω. Αλλά πρώτα κάνω εικόνα τη Σαμιωτάκη. Δεν θέλω η κόρη μου να μου θυμίζει την Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Ούτε να της τραγουδούν στο σχολείο «ένα νερό κυρά Βαγγελιώ».

«Να της δώσετε υποκοριστικό», μας είπαν. Σιχαίνομαι τα υποκοριστικά. Αν το όνομα δεν είναι ωραίο το αλλάζεις ολόκληρο, δεν το παραποιείς, ούτε χρυσώνεις το χάπι με σαχλά υποκοριστικά. Άσε που με το ‘Ευαγγελία’ δεν σώζεται η κατάσταση. Να την πούμε Εβίτα; Μου θυμίζει την πουτάνα την Περόν. Να την πούμε Εύα; Μου θυμίζει κάτι μπουζουξούδες σε μαρκίζες στον Αθηνών – Λαμίας. Εντάξει είναι και η Εύα Καϊλή. Δεν μου καϊλά που λέμε και στην κυπριακή! Ε, τι άλλο να σκαρφιστώ για να το απαλύνω; Όλα τα δοκίμασα. Είχαμε μία στο Πανεπιστήμιο που ήταν βαφτισμένη Ευαγγελία και τη φωνάζανε «Βάγκη» και εγώ έλεγα ότι οι γονείς της πρέπει να τη μισούσαν για να την ονομάσουν έτσι. Ρούφα τώρα Αντίχριστε, ρούφα!

Ήλπιζα ότι αν έρθει κάποια μέρα η κόρη μας η Μπρέντα θα το ξανασκεφτεί. Θα ανακαλέσει. Θα λογικευτεί. Τζίφος.

Η αλήθεια είναι ότι μετά από όσα περάσαμε για να έρθει αυτό το κορίτσι δεν με έπαιρνε να εγείρω θέμα επαναδιαπραγμάτευσης ονόματος. Δεν θα γινόταν δα και το Μακεδονικό ζήτημα. Ας γεννηθεί το μωράκι μου σώο και αβλαβές και ας το πούμε και Αφροξυλάνθη. Το οποίο εδώ που τα λέμε το προτιμώ από το Ευαγγελία. Τέλος πάντων. Ήρθε η μικρή, την είπαμε Ευαγγελία. Δεν της πάει, δεν της ταιριάζει. Όταν μεγαλώσει και το αντιληφθεί και η ίδια, ας τα λύσει με τους ψυχολόγους, ας τα βάλει με τη μάνα της. Εγώ μια φορά τα γράφω εδώ να είμαι καλυμμένος. Η κόρη μου άξιζε καλύτερου ονόματος.

Πάντως, για να αποδίδουμε τα του Καίσαρος, η Μπρέντα τις προάλλες έκανε μία κίνηση Ματ. Με ευχαρίστησε ιδιαιτέρως και συγκινημένη που δεν «κλώτσησα» για το όνομα, που το αποδέχτηκα παρόλο που ακόμα δεν το χώνεψα, που την έγραψα στο ληξιαρχείο χωρίς να το συζητήσω, και που γενικώς δεν δημιούργησα διπλωματικό, οικογενειακό επεισόδιο. Μα, εννοείται. Δεν επρόκειτο να κάνω τα γνωστά χωρκατιλίκια που γίνονται κατά καιρούς στα σόγια μας. Σας είχα πει άλλωστε πως όταν γεννήθηκα εγώ, η γιαγιά μου προσποιήθηκε ότι της έρχεται λιποθυμία όταν της είπαν ότι θα με βαφτίσουν Μάριο αντί Χρίστο λόγω τάματος στην Παναγία. Η Παναγία προφανώς δεν είχε θέμα ούτε με το Χρίστος αφού έτσι ήταν και το όνομα του γιου της, και έτσι η μητέρα μου πείστηκε να το αλλάξει από Μάριος σε Χρίστος. Επήλθεν έντιμος συμβιβασμός.

Με μαλάκωσε το ευχαριστώ της Μπρέντας. Μου το σέρβιρε σε φάση που δεν το περίμενα κι εγώ το κατάπια αμάσητο. Και το εκτίμησα που αντιλήφθηκε κι εκείνη τον πόνο να μην σου αρέσει το όνομα του παιδιού σου. Προφανώς αυτά συμβαίνουν σε όλες τις οικογένειες. Εγώ δεν διανοούμαι όμως το δικό μου δημιούργημα, η κοράκλα μου, ο έρωτάς μου, να αποκτά όνομα το οποίο επιβάλλεται από σχέση τρίτων. «Σημαίνει πολλά για μένα να πάρει το όνομα της μαμάς μου». Αντιπαραβάλατε το επιχείρημα με το «δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπώ επειδή δεν πήρα το επίθετό σου!»

Τι να πεις! Τουλάχιστον μου είπε ευχαριστώ.

Ευαγγελία λοιπόν. «Ευαγγελία» για όταν θα την ανακαλώ σε τάξη, «Ευαγγελίτσα» για όταν κάνουμε αγάπες, και «Εύα» για όταν αρχίσει να γκομενίζει. Ο Θεός μαζί μας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2021

Μπλόκο Στο Γέλιο

Δεν βρίσκετε εκπληκτικό πώς κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να σας επιβάλουν τον ηθικό τους κώδικα όταν μπροστά σε μία κωμικοτραγική στιγμή την οποία απολαμβάνετε με χάχανα και άκρατους κλαυσίγελους, επιλέγουν να σας ενημερώσουν ότι «δεν το βρίσκουν αστείο;»

Ουσιαστικά σας ζητούν να συμμορφωθείτε και να προσαρμοστείτε στη βάση του δικού τους συναισθήματος. Μου έχει τύχει πολλές φορές να εξιστορώ μία ιστορία και η απάντηση του ξινού απέναντί μου να είναι «δεν είναι αστείο». Ναι, δεν με ενδιαφέρει αν δεν το βρίσκεις αστείο. Με ενδιαφέρει ότι το βρίσκω εγώ. Αν η ιστορία που εξιστορώ σε προσβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο, με γεια σου με χαρά σου, μπορείς να το επικοινωνήσεις με πιο ευθείς τρόπους παρά να μου υποβάλεις εμένα αν η ιστορία είναι ή όχι, αστεία. Μπορεί να κλείσεις τα αφτιά σου, μπορείς να σηκωθείς να φύγεις.

Δεν θα μας υποδείξετε με τι θα γελάμε. Ούτε πόσο θα γελάμε. Ούτε θα μας επιβάλετε την ενσυναίσθηση, απλά και μόνο επειδή σας πληγώνει η πραγματικότητα. Θα μπορούσατε να εξασκηθείτε οι ίδιοι στην καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων σας παρά να υποχρεώσετε εμάς να προσαρμοστούμε πάνω στην  υπερευαισθησία σας.

Μία φορά, πριν πολλά χρόνια, ήμουν στο Waynes Coffee στην Έγκωμη. Αν έχετε πάει, θα θυμάστε ότι είχε εκεί μία ελικοειδή σκάλα που οδηγούσε στις τουαλέτες του 2ου ορόφου. Κατεβαίνοντας τις σκάλες είχα μπουρδουκλωθεί, παραπάτησα και έπεσα φαρδύς πλατύς από τις σκάλες, κουτρουβαλιστός στο ισόγειο. Έπεσα με τεράστιο κρότο, όλο το καφέ σηκώθηκε όρθιο να δει τι έγινε, ένας καλός Σαμαρείτης έσπευσε να δει αν έσπασα το πόδι μου ή κανένα πλευρό. Είδα όμως και δυο-τρεις που μετά βίας συγκρατούσαν τα γέλια τους. Δεν τους αδικώ. Κι εγώ αν έβλεπα έναν δίμετρο να γκρεμοτσακίζεται από μία σκάλα στη μέση της καφετέριας μπορεί και να γελούσα. Δεν θα σηκωνόμουν ποτέ όμως να τους πω «δεν είναι αστείο!» Όχι, είναι τραγικό, είναι όμως και αστείο και οφείλεις να αποδεχτείς ότι κάποιοι θα γελάσουν.

Αποδέχομαι ότι υπάρχουν όρια και ότι κάποια πράγματα παρά-είναι σοβαρά για να προκαλούν τον γέλωτα. Δεκτόν. Όμως ποιος είμαι εγώ που θα σας επιβάλω τον ηθικό μου κώδικα; Θέλετε να γελάσετε; Γελάστε. Το πολύ να θεωρήσω ότι δεν συμπλέουμε και να αποφύγω τα δούναι και λαβείν μαζί σας. Θεμιτότατον κι ορθότατον. Αλλά δεν έχω το παραμικρό δικαίωμα να σας πω «δεν το βρίσκω αστείο» ή «δεν γελώ» υποδεικνύοντάς σας με τι είδους αστεία οφείλετε να εκτονώνεστε. Στ’ αρχίδια σας αν δεν το βρίσκω αστείο, στ’ αρχίδια σας κι αν δεν γελώ.

Αν κάτι δεν συνάδει με την αισθητική σας μπορείτε να το επικοινωνήσετε ακόμα και με τη σιωπή. Ο παραλήπτης θα πάρει το μήνυμα. Δεν χρειάζεται να το κάνετε επιστρατεύοντας οποιουδήποτε είδους διδαχή.

Και τι θα καταφέρετε νομίζετε με το να μου απαντήσετε πως δεν το βρίσκετε αστείο; Το πολύ-πολύ να σας απαντήσω «χέστηκα» και να συνεχίσω. Βάρβαροι!