Κυριακή, Αυγούστου 30, 2020

Χάρη Διαφορετικότητας...

Είδα λίγο από Big Brother σήμερα το πρωί, μέσω Youtube.

Ω, Θεέ μου! Είδα τα εισαγωγικά βιντεάκια από 5-6 παίχτες. Δεν άντεξα παραπάνω. Οι τρεις στους τέσσερεις επικαλούνταν τον «σεβασμό στη διαφορετικότητα».

Τα περί διαφορετικότητας τα είχα γράψει και παλαιότερα, αλλά μιας και θα έρθουν ξανά στο προσκήνιο, ας τα επαναλάβουμε μπας και κολλήσει τίποτα στη ξερή την κεφαλή σας.

Δεν μας ενδιαφέρει αν αισθάνεστε «διαφορετικοί». Όλοι διαφορετικοί αισθανόμαστε και σε μία κοινωνία στην οποία για να αφοράς πρέπει να διαφέρεις, το να αποκαλείσαι «διαφορετικός» θεωρείται πλέον κομπασμός. Δεν προκαλεί οίκτο.

Το κύριο μέλημα σ’ αυτό τον κόσμο, είναι να είσαι «ενδιαφέρων». Το να είσαι «διαφορετικός» είναι εύκολο. Κολλάς πάνω στο κεφάλι σου ένα αγγούρι και λες «εμένα η θρησκεία μου αυτό ορίζει, να εξυμνούμε το αγγούρι και να το κολλούμε στο μέτωπο, σεβαστείτε τη διαφορετικότητά μας». Όχι, δεν αρκεί.

Για να γίνεις αποδεκτός πρέπει να έχεις ενδιαφέρον. Αν μπήκες σε μια παρέα και στο 90% του χρόνου μιλάς για το αγγούρι, η παρέα θα σε αποβάλει και θα έχει χίλια δίκια. Το ίδιο αν κάθεσαι και μιλάς για μακιγιάζ, βλεφαρίδες, για τα άθλια και κακόγουστα ταττού σου, τον σκύλο σου, τον γάτο σου, τις προφητείες του Παϊσίου, τα γραπτά του Κορανίου, το ολοκαύτωμα. Είναι βέβαια πιθανόν να έχει στο κούτελο κολλημένο ένα αγγούρι και να είσαι τα μάλα ενδιαφέρων, όπως είναι π.χ. ο Γαβαλάς. Ο οποίος ναι μεν προκαλεί εμφανισιακά, αλλά «δεν είναι μόνο αυτό». Όμως δεν γνωρίζω πολλούς Γαβαλάδες. Οι περισσότεροι κενοί άνθρωποι έχουν ανάγκη το αγγούρι για να υπάρξουν.

Ως φοιτητής ήρθα σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους από όλο τον κόσμο με διαφορετικές θρησκείες, σεξουαλικούς προσανατολισμούς και άλλα χαρακτηριστικά. Ουδέποτε εστιάσαμε σ’ αυτά. Καθόμασταν και τρώγαμε στην εστία και συζητούσαμε για ταινίες, για εκδρομές, για μέρη που επισκεφτήκαμε και μας άρεσαν, κουτσομπολεύαμε τι έγινε στα πάρτι, μοιραζόμασταν τα κοινά μας άγχη για το πτυχίο και την εργασία που δεν τέλειωσε. Υπήρχαν, εννοείται, μεταξύ μας αντιπάθειες και συμπάθειες, αλλά δεν πήγαζαν από το χρώμα ή τη θρησκεία. Πήγαζαν απ’ τη βλακεία του αλλουνού.

Διότι εν έτει 2020 κανείς δεν επιζητεί αποδοχή χάριν της θρησκείας του ή του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Η αποδοχή κερδίζεται με την προσωπικότητα. Αυτήν να καλλιεργήσετε και μη θεωρείτε δεδομένο ότι τη διαθέτετε. Είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς ότι δεν σε κάνουν παρέα επειδή είσαι βαρετός και βλάκας, παρά να κρύβεσαι πίσω από τη πρόφαση της όποιας θρησκείας σου και σεξουαλικού προσανατολισμού σου για να κλαίγεσαι.

Ναφ σεντ!

Τρίτη, Αυγούστου 25, 2020

Αντιχρίστου Οδύσσεια

 

Θλιβερό!

Πάρα πολύ θλιβερό. Σχεδόν αβάσταχτο το θέαμα.

Μόλις ψηφιοποίησα άλλη μία κασέττα από τα φοιτητικά μου χρόνια. Έπεσα πάνω σε μία συνάθροιση συμφοιτητών σ’ ένα δωμάτιο στην εστία, όπου τρώγαμε, πίναμε και χορεύαμε. Σε ένα πλάνο φαίνομαι κι εγώ. Τι φορούσα, Θεέ μου! Φορούσα ένα αυτοσχέδιο Tshirt με το όνομα μίας γκόμενας τυπωμένο επάνω. Αν ακόμα δεν κατάλαβες, να στο κάνω πιο λιανά. Είχα πάει και τυπώσει το όνομα μίας που αγαπούσα πάνω σε μία φανέλα και το φορούσα, τύπου «την αγαπώ και το διαλαλώ». Ελπίζοντας πως έτσι θα τη συγκινούσα. Πώς θα της έδειχνα μέχρι πού μπορούσα να φτάσω. Οποία μουνοδουλείασις!

Θεέ μου, πόσο χαίρομαι που πλέον απομακρύνθηκα τόσο πολύ από αυτόν τον παλιό και θλιβερό εαυτό και μπορώ πια να με μουτζώνω χωρίς την παραμικρή ενοχή. Πάρτα, μαλάκα! Που νόμιζες θα βρεις και γκόμενα με τέτοιες δουλοπρεπείς χαριτωμενιές.

Σαρανταρίζω τον Δεκέμβρη και σκέφτομαι, αχ και να είχα τα μυαλά που έχω σήμερα, όταν ήμουν στα 20! Όχι πως θα ήταν πολύ καλύτερη η κατάσταση. Αλλά θα διατηρούσα κάποια άλφα επίπεδα αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού. Δεν θα με παρακολουθούσα με οίκτο όπως συνέβη προ ολίγου. Τυχαία, νομίζεις, βγήκε το γηράσκω αεί διδασκόμενος;

Από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη πέρασα στον ερωτικό τομέα, είναι γνωστό. Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ίσως να είναι αναγκαία αυτή η διαδικασία προκειμένου να φτάσεις στην Ιθάκη, προκειμένου να «ανδρωθείς» καθώς πρέπει. Αλλά ήταν, παρόλα αυτά, μία ψυχοφθόρα διαδικασία που δεν εύχομαι να ζήσει ούτε ο εχθρός μου. Πέρασα από όλα τα ψυχολογικά στάδια. Από τη λατρεία στο μίσος. Και φυσικά, αξιολογώντας τα όλα εξ αποστάσεως και με την ωριμότητα του σήμερα, αναγνωρίζω και το τεράστιο μερίδιο ευθύνης μου. Αναγνωρίζω, όμως, και τις αγνές προθέσεις μου. Για κάθε γυναίκα για την οποία γινόμουν αλοιφή, ένιωθα επουράνια συναισθήματα και έγραφα τα καλύτερα. Έχω και τα ημερολόγια της εποχής που το καταμαρτυρούν. Ύστερα, εξ αιτίας των απανωτών χυλοπίτων πέρασα στην αντίπερα όχθη. Στο «όλες πουτάνες», στο «καμία δεν μπορεί να εκτιμήσει».

Θυμάμαι τώρα ένα περιστατικό, όταν μετά από πολλά χρόνια στα ανεμοδαρμένα ύψη του φλερτ είχα μπει στο σπίτι, μεσάνυχτα, και βρήκα τον πατέρα μου ξύπνιο να βγαίνει από την τουαλέτα. «Πού ήσουν;» μου είπε. «Με μία γκόμενα» του είπα. Σηκώθηκαν ψηλά τα φρύδια του. «Είναι καλή κοπέλα;» με ρώτησε μισοκοιμισμένος. «Ένα πουτάνι και μισό» του είπα, και μπήκα στο δωμάτιο μου και κλειδώθηκα. Με το «πουτάνι» βέβαια, έκανα σεξ τουλάχιστον. Με όλες τις υπόλοιπες για τις οποίες έγραφα ποιήματα, διθυράμβους και τύπωνα φανελάκια με τα ονόματά τους, «μέλι-μέλι, κι από τηγανίτα τίποτα!»

Αυτή είναι όμως η διαδικασία. Ξεκινάς σαν τον Οδυσσέα, κύριος, να βρεις το σπίτι σου και στην πορεία σου πετάγονται σειρήνες, Λαιστρυγόνες, Κίρκες, Ναυσικές και Καλυψώ (έχει πληθυντικό αριθμό η Καλυψώ, άραγε;). Και να θες ν’ αγιάσεις δεν σ’ αφήνουν. Με τριήρη ξεκίνησε ο δύσμοιρος, με σχεδία συνέχισε, με ένα κούτσουρο έφτασε στο τέλος στην Ιθάκη, αγνώριστος, μεταλλαγμένος. Και ούτε τότε τέλειωσαν τα προβλήματά του, αφού ακόμα είχε να ξεπαστρέψει τους μνηστήρες που πολιορκούσαν την Πηνελόπη για να βρει την οικογενειακή γαλήνη.

Έτσι είναι, δυστυχώς. Υγιή σχέση με το αντίθετο φύλο αποκτάς μόνο όταν έχεις εκπαιδευτεί στα βαρέα και ανθυγιεινά. Όταν έχεις αποκτηνωθεί και έχεις εν μέρει μπαλανσάρει. Πιο πριν, απλώς πετάγονται πελώρια κράκεν από τη θάλασσα, σε αρπάζουν με τα πλοκάμια τους και σε χτυπούν στους βράχους, ώσπου να ψοφήσεις.  

Την Οδύσσεια τη διδάχτηκα νεαρός. Έπρεπε να μεγαλώσω για να την καταλάβω. Κάτι είναι κι αυτό.

Ας πιούμε τώρα στην υγειά της νυν Πηνελόπης μου και του νυν Τήλεμάχου μου, που με απάλλαξαν από τα τέρατα του παρελθόντος, με ξύπνησαν και με εξισορρόπησαν! Αμήν!

Τετάρτη, Αυγούστου 12, 2020

Κορωνοδιακοπές

 

Διανύουμε τη φάση που «διακοπές» σημαίνει «να περάσει το μωρό καλά» και μετά εμείς. Οπότε ένεκα και των συνθηκών του κορωνοϊού που συνοψίζονται με μία λέξη σαν «κατάθλιψη», δεν είχαμε και πολλές επιλογές. Πήγαμε μία βδομάδα στον Πρωταρά, κι ένας Θεός ξέρει πώς αντέξαμε!

Καλά, τον Πρωταρά τον έχω φάει με το κουτάλι, είναι για μένα δεύτερο σπίτι, δεν έχω καμία λαχτάρα να τον επισκέπτομαι πια. «Για το μωρό» τον ανέχομαι. Τον έχω αγαπήσει, τον έχω σιχαθεί, όλα τα συναισθήματα μαζί από το 1988 που τον πρώτο-ανακαλύψαμε. Φέτος είναι ακόμη χειρότερος από άλλες χρονιές, αφού υπολειτουργεί σε όλα τα επίπεδα. Τα πάντα είναι στημένα σαν σκηνικά ερασιτεχνικής παράστασης σε πλατεία χωριού, να παιχτεί το έργο τσάτρα-πάτρα και να μπούμε με το κουτσό στον χειμώνα. Τα πάντα μισοδώτζειν, ίδιον του κυπριακού μας «είναι».

Τολμήσαμε ένα βράδυ να περπατήσουμε τον πεζόδρομο. Θεέ μου, μας αξίζει βραβείο! Το τι κακογουστιά είδαμε δεν περιγράφεται. Κυρίως από τη νεολαία. Τους Κυπρίους του αύριο. Δεκαπεντάχρονες ντυμένες για πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν με φανταχτερά ρούχα, κομμωτηριασμένο μαλλί και όλα τα συμπαρομαρτούντα που τους επέβαλε το my style rocks. Παρέες νεαρών φουλ στα μουντζουρωμένα τατουάζ. Δράμα! Για μέτρα προστασίας και σόσιαλ ντίστανσινγκ βέβαια, ούτε λόγος. Όλοι μπουλούκια. Είναι απίστευτο το πώς όλα σ’ αυτόν τον τόπο πάνε πίσω-πίσω. 

Γνωρίσαμε και κάτι τραγικούς βλάχους στην παραλία... Ρωτά τον γιο μου ένας πενηντάρης από τη δίπλα ομπρέλα: "τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;", "εντομολόγος" απαντά ο γιος μου (πώς του ήρθε το εντομολόγος;!) Άναυδος ο κύριος γυρίζει και σχολιάζει "εντομολόγος... η βιλλόμουγια ξέρει τι είναι άραγε;" Πωωωω χιουμοράκι κυπριακό! Ένας Θεός ξέρει πώς άντεξα και δεν τον έθαψα ζωντανό με άμμο μέσα στο στόμα να τον πνίγει!

Αυτά υποφέρουμε κύριοι στη χώρα των Κυπρίων. 

Βέβαια, οι παραλίες εξακολουθούν να είναι υπέροχες. Άξιον απορίας πώς ο Θεός μας εμπιστεύτηκε τόσο όμορφα νερά και ακόμα πιο άξιον απορίας το πώς δεν τα μολύναμε ακόμα. Θέμα χρόνου!

Αυτά κάναμε, βαρέθηκα μόνο που τα έγραψα.

Βέβαια βρεθήκαμε με φίλους μας, και μόνοι μας όταν ήμασταν περνούσαμε το ίδιο καλά, αλλά το περιβάλλον... Ω, Θεέ μου, να περάσει αυτός ο ιός να μπορούμε να ξεκουμπιζόμαστε άνεγνοιας!

Παρασκευή, Ιουλίου 31, 2020

Το Τρυπάνι Του Υπονομευτή

Το καλό με τα παιδιά είναι ότι σε κάνουν να βλέπεις αλλιώς τον κόσμο.

Για παράδειγμα, όλοι οι Λευκωσιάτες ξέρουμε ότι στην είσοδο της Λευκωσίας δεσπόζει το «κέρατο της Λαϊκής». Πρόκειται για ένα γλυπτό που διακοσμούσε τον κήπο της Λαϊκής Τράπεζας η οποία πτώχευσε το 2013. Το λέγαμε «κέρατο» και συνεννοούμασταν. Για εμένα, που ήμουν λάτρης της Γιουροβίζιον, δεν ήταν μόνο ένα «κέρατο» ήταν και ο χώρος στον οποίο γυρίστηκε το βίντεο κλιπ της συμμετοχής μας, το 1997, για το τραγούδι «Μάνα Μου».


Έλα όμως που τόσα χρόνια μετά, ο χώρος επαναπροσδιορίζεται από τον γιόκα μου. Δεν μιλάμε πια για το… «κέρατο της Λαϊκής». Μιλούμε για το… «τρυπάνι του υπονομευτή». Όσοι έχετε παιδιά και βλέπετε μαζί τους την ταινία του Ντίσνεϊ «Οι Απίθανοι» (The Incredibles) θα διαπιστώσατε ιδίοις όμμασι ότι οι ήρωες διασώζουν στο τέλος της ταινίας το Δημαρχείο της πόλης από το τρυπάνι του υπονομευτή. Ο γιος μου είναι τρομερά εντυπωσιασμένος από το εν λόγω όχημα (θέλει και ν’ αγοράσουμε ένα), και όποτε περάσουμε έξω από το κτήριο μου λέει «Παπά, κοίτα, το τρυπάνι του υπονομευτή!»


Πολύ χαίρομαι που σαν οικογένεια υιοθετήσαμε τον όρο και όποτε περνούμε από εκεί δεν αναφερόμαστε πια στο κέρατο, αλλά στο τρυπάνι του υπονομευτή. "Πού είστε; Αργείτε;" "Μόλις περάσαμε το τρυπάνι του υπονομευτή και οδεύουμε προς τον αυτοκινητόδρομο". Δεν μπορείτε να πείτε, ακούγεται και πιο επιβλητικό, ενώ το βρίσκω και πιο ακριβή σαν όρο.

Λατρεύω τον γιόκα μου που κάνει τα πάντα γύρω μου να φαίνονται ομορφότερα εξ αιτίας του. 

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2020

Το Πτυχίο Δεν Μπαίνει Στ' Αρχείο

Συνέβη κάτι υπέροχο σήμερα το απόγευμα.

Πηγαίνοντας στο παλιό μου διαμέρισμα να μαζέψω κασέτες από τα μπαούλα της γιαγιάς μου για ψηφιοποίηση, βρήκα στο πάτωμα ένα φάκελο με το όνομά μου. Άφησα τη στοίβα με τις κασέτες που κουβαλούσα κατά μέρος, έσκυψα, τον μάζεψα, τον ξεσκόνισα, τον άνοιξα και τι να δω μέσα; Περιείχε όλα μου τα πτυχία, άθικτα και ατσαλάκωτα!

Σας είχα γράψει στο παρελθόν ότι είχα χάσει τα πτυχία μου. Τα έψαχνα, τα έψαχνα μα ήταν σαν να ‘χε ανοίξει η γης και τα κατάπιε. Δεν είχα προλάβει να τα κορνιζάρω. Τα είχα φωτοτυπήσει για να τα υποβάλω ως συνοδευτικά αρχεία με τις αιτήσεις για εργασία στο παρελθόν αλλά είχα χάσει τον φάκελο που ήταν μέσα τα πρωτότυπα. Μετά από καιρό έχασα και τις φωτοτυπίες και έμεινα σύξυλος. Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν είχα την παραμικρή πιστοποίηση ότι είχα σπουδάσει. Ήξερα ότι μπορούσα να αιτηθώ έναντι αντιτίμου στα πανεπιστήμια μου να μου τυπώσουν καινούρια αλλά όλο το ανέβαλλα, χώρια που ήθελαν 100 στερλίνες για κάθε εκτύπωση. Τέσσερα πτυχία, σύνολον 400 στερλίνες, ε, δεν τις είχα και πρόχειρες.

Τι τα θες τα πτυχία μωρέ, θα μου πεις και δεν θα διαφωνήσω. Εγώ μαζί σου, τι να τα κάνω; Δημόσιος υπάλληλος δεν έγινα; Έχει καμία σημασία τι σπούδασα αφού συνειδητά κυλίστηκα στο βούρκο; Καμία! Για μένα πιο μεγάλη αξία έχουν οι αφίσες των ερασιτεχνικών παραστάσεών στις οποίες έπαιξα και οι οποίες κοσμούν πλέον τους τοίχους μου, παρά τα πτυχία. Όμως τείνω να αλλάξω γνώμη. Τα πτυχία χρειάζονται, έστω και για διακοσμητικούς λόγους.

Εγώ τουλάχιστον θέλω να τα βλέπω για να επιβεβαιώνω ότι κάποτε έλαβα ανώτερη εκπαίδευση και να νιώθω καλά με τον εαυτό μου κάθε φορά που εμπλέκομαι σε διαδικτυακό καβγά κατά τον οποίο προσπαθεί να με πείσει το κάθε τρολ και το κάθε ανώνυμο ακάουντ πως γνωρίζει περισσότερα από μένα σε θέματα τα οποία εγώ έχω σπουδάσει ενώ αυτό όχι. Τα πτυχία χρειάζονται, καρφωμένα στον τοίχο, ως υπενθύμιση και ως καθησύχαση κάθε φορά που η κυπριακή πραγματικότητα έρχεται να αμφισβητήσει και την παραμικρή σου γνώση. Διότι ως γνωστόν, δεν αρκεί να έχεις γνώση αν δεν έχεις άλλους δέκα από κάτω στα σόσιαλ να σου κάνουν λαϊκ, δεν πα να παραθέτεις πηγές και παραπόταμους για να υποστηρίξεις τις θέσεις σου. Προφανώς όλοι οι άλλοι ξέρουν καλύτερα, δεν πάτε στο διάολο λέω εγώ.

Χάρηκα, που λέτε, πάρα πολύ που τα ξαναβρήκα και δεν χρειάζεται να πληρώσω για να τα ξανά-αποκτήσω! Τώρα, βέβαια, δεν έχω τοίχο να τα κρεμάσω... Υπάρχει μόνο ένας εύκαιρος, αλλά έχω κρεμάσει πάνω μία βίντατζ αφίσα του Lion King από το 1994. Αξίζει άραγε να την κατεβάσω; Χμ…


Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2020

Διαγωνίζεται Για Όλους Τους Τίτλους

Ο οργασμός ανασκαφών συνεχίζεται.

Το σαββατοκύριακο ενθουσιάστηκα με την εύρεση μίας κασέτας που περιείχε τα κυπριακά καλλιστεία του 1995. Κάθισα και τα μόνταρα, τα έκανα περίληψη και τα ανέβασα στο YouTube. Μπορείτε να τα απολαύσετε στο πιο κάτω βίντεο.

Μπορώ να διοργανώσω συμπόσιο για το πιο πάνω πρόγραμμα. Σχολιάζω εν τάχει:

Από όλο το πρόγραμμα (το οποίο θεωρώ ότι για τα κυπριακά δεδομένα και το έτος παραγωγής είναι αρκετά αξιοπρεπές τόσο τεχνικά όσο και γραφικά) μόνο η Έφη Σπύρου αξίζει. Κέρδισε μία Κύπρια, η οποία αν μη τι άλλο, θεωρείται αντικειμενικά όμορφη. Για τις υπόλοιπες ουδέν σχόλιο. Μόνο και μόνο τα γραφικά κυπριακά ονοματεπώνυμα να πιάσεις, δεν θα μπορούσαν να έχουν το παραμικρό μέλλον στην πασαρέλα ή και αλλού.

Γελώ με την κριτική επιτροπή. Οι ντόπιοι θα αναγνωρίσετε γνωστές και μη εξαιρετέες προσωπικότητες. Αγαπημένη λεπτομέρεια: το πλάνο στο οποίο είναι τα μέλη όρθια και μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους για αποχώρηση με το πέρας της ψηφοφορίας. Είχαν κι ένα highway να διασχίσουν οι εκ Λευκωσίας ορμώμενοι.

Οι καλεσμένοι εξ Αθηνών! Οι μεσουρανούντες, τότε, Vips με τραγούδια που σήμερα επανακυκλοφορούν προκειμένου να μεταλαμπαδευτούν στους νεότερους, απλά συγκινητικοί. Όλα τα λεφτά το κόκκινο συνθεσάιζερ! Τον Σπύρο Σπυράκο και τη Χριστίνα Μαραγκόζη δεν τους αντέχω. Τους πέρασα στο γρήγορο.

Κράτησα κάποιες διαφημίσεις στη μετάδοση. Δεν τις διέγραψα. Τη δεκαετία του ’90 οι τηλεοπτικές διαφημίσεις ήταν απολαυστικές. Είχαν όλες τραγούδια, τα επονομαζόμενα τζινγκλς, τα οποία ακόμα θυμόμαστε (λατρεύω τη διαφήμιση που αρχίζει με το "σ' έναν κόσμο σκληρόοο, ζητάς την αγάααπη"). Σήμερα αυτά θεωρούνται παρωχημένα, και δεν τα προτιμούν οι εταιρείες. Τόσα ξέρουν, τόσα λεν, βεβαίως, βεβαίως!

Οι συνεντεύξεις των υποψηφίων, κλασικό αγαπημένο κομμάτι στη διαδικασία. Με τα σημερινά μάτια είναι πασιφανές ότι γνώριζαν εκ των προτέρων τις ερωτήσεις και ηλίου φαεινότερο ότι παπαγάλισαν τις απαντήσεις. Η νευρικότητα με την οποία απαντούν υποδηλοί ότι έμαθαν απ’ έξω τις απαντήσεις και ότι ούτε οι ίδιες δεν καταλάβαιναν τι λέγανε. Κλασικό κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα της παπαγαλίας. Στις μέρες μας πιστεύω ότι είναι πιο ετοιμόλογοι οι Κύπριοι, βοήθησε και η ελληνική τηλεόραση σ’ αυτό, αλλά πιο αμόρφωτοι από τότε.

Οι παρουσιαστές ήταν στα φόρτε τους για την εποχή. Η Μαρίνα Μαλένη (συμπάθεια προσωπική) κολλούσε σε όλα, ο δε Καλλέργης με τις μιμήσεις πολιτικών προσωπικοτήτων στη ραδιοφωνική του εκπομπή αποτελούσε πρόσωπο κοινής αποδοχής. Στα καλλιστεία, βέβαια, φάνταζε σαν πορνόγερος θείος που λέει πρόστυχα αστεία στο οικογενειακό τραπέζι, αλλά τι τα θες. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα τέλεια.

Αγαπώ εισαγωγικά βιντεάκια με πόζες διαγωνιζομένων μέσα στα gift shop του ξενοδοχείου, σε μοιραίες πόζες επάνω στο πιάνο, και 3,2,1, ΑΝΤ1 νάζι στις πισίνες!

Εγώ δεν θεωρώ μειωτικά τα καλλιστεία για το γυναικείο φύλο. Δεν μπορώ να θεωρήσω μειωτική την εξωτερική ομορφιά. Αυτή εμπνέει τα πάντα. Όσες τα εχθρεύονται, η εμπειρία μου έχει δείξει, έχουν πάμπολλα προσωπικά θέματα. Δεν πιστεύω ότι τα καλλιστεία αφορούν στις έξυπνες και πετυχημένες γυναίκες, ούτε στους αντίστοιχους άντρες. Αλλά δικαιούνται να υπάρχουν ως ποπ κουλτούρα στην τηλεόραση. Είχαμε και αντρικά καλλιστεία πριν λίγα χρόνια στο Σίγμα και ουδείς ενοχλήθηκε, αλλά και ουδείς ασχολήθηκε. Ποιος άντρας κάθεται να δει αντρικά καλλιστεία και ποιος χέστηκε αν αυτά υποτιμούν το αντρικό φύλο; (Δεν υπάρχουν φύλα για μένα, τουλάχιστον κοινωνιολογικά. Φύλα υπάρχουν μόνο στη βιολογία. Σήμερα υπάρχουν ελεύθερα αυτοπροσδιοριζόμενα άτομα που προκόβουν ή αποτυγχάνουν ανάλογα με το μυαλό που κουβαλούν. Αλλά αυτή η συζήτηση έχει ξαναγίνει και δεν ταιριάζει σ’ αυτό το κείμενο τώρα). Τα γυναικεία καλλιστεία λοιπόν, για κάποιο λόγο προκαλούν ακόμα χαμό. Και αυτό είναι το δυσβάσταχτο, πιστεύω. Το γεγονός ότι προσελκύει ή τουλάχιστον προσέλκυε σημασία ένα πρόγραμμα εκ φύσεως ελαφρύ.

Αυτά ήταν χρόνια!


Τρίτη, Ιουλίου 07, 2020

Μαύρο Σε Μαύρο

Τον τελευταίο καιρό δεν είμαι και πολύ καλά.

Τις νύχτες πέφτω να κοιμηθώ και κάνω συνέχεια μαύρες σκέψεις. Σκέφτομαι και φοβάμαι ότι μπορεί να πεθάνω και με πιάνει δύσπνοια. Τον θάνατο πάντοτε τον φοβόμουνα, θυμάμαι ότι πρώτη φορά τον συνειδητοποίησα στην Τρίτη Δημοτικού και είχε γίνει μέγα θέμα στην τάξη, και επειδή ντράπηκα που ήμουν εγώ το επίκεντρο έκτοτε δεν τόλμησα να τον ξαναθίξω. Μεγάλωνα με τον φόβο να υποβόσκει, αλλά δεν τολμούσα να τον επαναφέρω στο προσκήνιο. Ήμουν και νεότερος, παλευόταν το πράγμα, επικεντρωνόμουν αλλού. Τώρα, όμως, που κοντεύω τα σαράντα ο φόβος επανέρχεται δριμύτερος και μου προκαλεί τεράστια θλίψη.

Διανύω μία περίοδο κατά την οποία τίποτα δεν ευχαριστιέμαι, τα βρίσκω όλα μάταια και μου προκαλούν όλα λύπη. Ακόμη κι όταν βιώνω κάτι ευχάριστο, σκέφτομαι ότι αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα και στεναχωριέμαι. Το ευχαριστιέμαι στη διάρκειά του, αλλά μόλις αυτό το ευχάριστο τελειώσει, το πενθώ. Έτσι είναι η ζωή, έτσι ήταν και έτσι θα είναι θα μου πεις, αλλά πενθώ ακόμα και για τη διαδικασία της ζωής, πενθώ που έτσι είναι φτιαγμένη. Δηλαδή πενθώ για την ασημαντότητα των πάντων, για την παροδικότητά καθετί σπουδαίου.

Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο λόγο που αισθάνομαι έτσι. Ούτε λόγοι υγείας, ούτε τίποτα άλλο συγκεκριμένο, κι όμως συνέχεια θλίβομαι και στεναχωριέμαι. Τον βλέπω τον ψυχίατρο που μου κλείνει το μάτι. Νομίζω περνώ κρίση ηλικίας. Ένας συνάδελφος μου είπε ότι έτσι αισθάνεται κι εκείνος, ότι και ο ίδιος πέφτει και δεν κοιμάται, και φοβάται ότι θα του βγει η ψυχή στα ξημερώματα, και ότι αν δεν το διαχειριστώ σωστά μπορεί να με πάει σερί η θανατίλα μέχρι τα 45.

Ακόμα και ο γιος μου με μελαγχολεί. Τον λατρεύω, τον υπεραγαπώ, είναι η ζωή μου όλη, αλλά ταυτόχρονα μου προκαλεί θλίψη γιατί δεν μπορώ να διανοηθώ να μην ζω μέχρι τα 200 μου και να τον καμαρώνω να πετυχαίνει πράγματα. Θα είμαι 50 όταν θα είναι έφηβος. Με το ζόρι να τον προλάβω να σπουδάζει και να αποφοιτά. Όλα τα άλλα τα ξέγραψα. Εννοείται ότι εγγόνια δεν περιμένω να γνωρίσω. Ακόμα και η σκέψη να έρθει δεύτερο παιδάκι στη ζωή μας, κάτι που θα με εκτοξεύσει στα ουράνια από χαρά, μου προκαλεί ταυτόχρονα μία μελαγχολία αφού αισθάνομαι ότι άργησα λίγο και δεν θα το χαρώ όσο και όπως θα ήθελα. Τι να πουν κι αυτοί που γίνονται γονείς στα 45-50 θα μου πεις. Τι να πουν; Το Πάτερ Ημών να πουν, κι ας σταυρώσουν οριζόντιοι τα χέρια.

Επίσης, άλλο ένα πρόβλημα που μου προκαλεί θλίψη και μελαγχολία είναι το γεγονός ότι νιώθω ξεκάρφωτος. Πάντα ένιωθα, αλλά όσο μεγαλώνω χειροτερεύω, νιώθω ότι δεν έχω καμία σχέση με την εποχή στην οποία ζω. Δεν βρίσκω τίποτα με το οποίο να μπορώ να συσχετιστώ. Μουσική, σειρές, θεάματα… Ό, τι μου αρέσει είναι παλιό. Αν δεν προέρχεται από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 δεν μου δίνει καμία ευχαρίστηση. Εγκλωβίστηκα εκεί και νιώθω ότι θάφτηκα μαζί τους. Αυτό δεν βοηθά. Νιώθω ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν βγήκε κανένα τραγούδι που να μου «μιλά», δεν γυρίστηκε καμία σειρά που να με συγκλονίζει σύγκορμα (εκτός από το Breaking Bad), γενικότερα δεν συμβαίνει τίποτε που να μου προκαλεί κάποια έκπληξη ή εγκεφαλική διέγερση.  

Φυσικά, κάνω και πράγματα που μου προσφέρουν χαρά, για να λέμε και την αλήθεια. Για παράδειγμα προχθές πήγαμε μία εκδρομή στους καταρράκτες της Πάφου και πέρασα ωραία, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αλλά ούτε αυτό δεν κράτησε πολύ. Χθες, για παράδειγμα, απομονώθηκα στη σοφίτα και έζησα ένα μισάωρο οργασμού με μουσική που ήρθε και ταίριαξε στη ψυχολογική μου φάση, σηκώθηκα και χόρευα σαν να είμαι σε κλαμπ μες το απόγευμα και εκτονώθηκα, και το καταχάρηκα, και ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα γιατί δεν το περίμενα. Ύστερα από λίγο όμως πάλι τα ίδια. Πλήξη και ανία.  

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πως όταν σε πιάνουν μαύρες σκέψεις να συγκεντρώνεσαι στην αναπνοή σου και να την ακούς. Να μετράς τις ανάσες σου και αυτό θα σε ηρεμήσει. Το δοκίμασα στον ύπνο μου τα τελευταία βράδια. Όποτε ένιωθα βαριά τα σκεπάσματα και με καταπλάκωναν τα σεντόνια καθόμουν και μετρούσα ανάσες και ηρεμούσα. Προς το παρόν δουλεύει. Για να δούμε.

Απολογούμαι για αυτή τη μαυρίλα και τον αρνητισμό που σας σπέρνω πρωί-πρωί. Αλλά αυτά είναι τα νέα μου. 

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020

Θρησκευτικά Στα Σχολεία

Πόσο βαριέμαι!

Τώρα που τελείωσε το παραλήρημα με τον κορωνοϊό και το μπλακ λαϊβς μάττερ και είπαμε δόξα τω Θεώ να κάνουμε λίγο καλοκαίρι, τσουπ! Ξαφνικά βρήκαμε νέο θέμα να φαγωθούμε μεταξύ μας. Κι αυτό είναι τα Θρησκευτικά! Πρέπει ή δεν πρέπει τελικά να διδάσκονται στα σχολεία;

Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις το θέμα αυτό.

Κατ’ αρχάς ας συζητήσουμε το κατά πόσο διδάσκεσαι οτιδήποτε στα σχολεία μας ή και στη ζωή ολόκληρη. Στα σχολεία που λειτουργούν μετά τον Απρίλη στους σαράντα βαθμούς κελσίου χωρίς κλιματιστικά και τον Ιανουάριο χωρίς κεντρική θέρμανση. Στα σχολεία στα οποία η πλειοψηφία των καθηγητών συμπεριφέρεται σαν δημόσιος υπάλληλος, «να τα πω μια φορά και όποιος θέλει ας καταλάβει». Στα σχολεία τα οποία επί της ουσίας εξυπηρετούν ακόμα το μοντέλο του σχολείου του ’60, όπως το είδαμε στον κινηματογράφο στις ταινίες της Βουγιουκλάκη και του οποίου το μόνο κατόρθωμα είναι να δημιουργεί αναμνήσεις που σε συντροφεύουν μια ζωή.

Κατά τα άλλα πιστεύω ακράδαντα πως ό, τι μάθει κανείς μεταξύ των 13 και 18 είναι μία συνάρτηση οικογένειας και παραπαιδείας. Το Δημόσιο Σχολείο, τουλάχιστον όπως ήταν στην εποχή μου, είναι ένα μέρος για να πηγαίνουμε τα πρωινά οπόταν οι γονείς μας εργάζονται και αν παρεμπιπτόντως αρπάξουμε και καμιά γνώση, έχειν καλώς. Θυμάστε ποιος είναι ο μαθηματικός τύπος της επιτάχυνσης; Θυμάστε πώς λύνονται τα ολοκληρώματα; Θυμάστε τις αιτίες και αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου; Θυμάστε ποια χρονιά έπεσε το Βυζάντιο; Θυμάστε απ’ έξω όλα τα συστατικά του φυτικού κυττάρου; Βλέπετε; Τίποτα δεν θυμάστε. Γιατί αγχώνεστε ότι θα σας προκαλέσει ζημιά το μάθημα των Θρησκευτικών; Την τύφλα σας δεν θα θυμάστε με το που αποφοιτήσετε.

Με αυτά τα πιο πάνω δεδομένα τα οποία λίγο πολύ τα αναγνωρίζουμε όλοι, θέλω να μάθω ποιο κόμμα σας κουρδίζει προκειμένου να πολεμάτε τα Θρησκευτικά!

Λύσαμε όλα τα υπόλοιπα στα σχολεία του Χάρβαρντ και έμειναν τα Θρησκευτικά. «Μα είμαστε κοσμικό κράτος, από πού κι ως πού να διδάσκονται Θρησκευτικά;!» Θεέ μου, πραγματικά ζηλεύω τα προβλήματά σας!

Μάθετε να ξεχωρίζετε τη διαφορά του «χαίρετε» από το «χαίρεται» πρώτα και ύστερα ασχοληθείτε με το (τρίτο)κοσμικό σας κράτος.

Επιπλέον, τα Θρησκευτικά είναι δύσκολο μάθημα. Δεν μπορεί να διδαχτεί. Εγώ σαρανταρίζω κι ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν έχω καταφέρει να αποκρυπτογραφήσω τις Θρησκείες, να καταλάβω την έννοια του Θεού, της Δημιουργίας και όλα τα συμπαρομαρτούντα τους. Αντιλαμβάνεστε ότι να συζητάμε το ενδεχόμενο επιλογής και διδαχής των Θρησκευτικών στις ηλικίες κάτω των 18, φαντάζει αστείο, έτσι; Τα Θρησκευτικά έχουν μπει στη διδαχτική ύλη για καθαρά πολιτικούς λόγους. Είναι ξεκάθαρο ότι εξυπηρετούν σκοπούς κατήχησης μιας χώρας που βάλλεται και η οποία οφείλει να καλλιεργήσει μια ταυτότητα. Δεν είμαστε η Ελβετία για να καθόμαστε να πίνουμε αμέριμνοι τη σοκολάτα μας αγναντεύοντας τις Άλπεις και να αμπελοφιλοσοφούμε για το ποια θρησκεία είναι η καλύτερη και ποια μου ταιριάζει εμένα. Είμαστε κράτος υπό απειλή και επιβάλλεται να δημιουργεί συσπείρωση, ενίοτε και φανατισμό για να αντιμετωπιστούν οι αυριανές προκλήσεις.

Είναι καλό αυτό; Όχι, βέβαια, αλλά αυτή τη γεωγραφική θέση έχουμε, αυτή η μοίρα μας έλαχε, και δικαιούμαστε να την υπερασπιζόμαστε. Δεν σου αρέσει; Too bad, άλλαξε σχολείο, άλλαξε χώρα. Και να δω πού θα πας ρε κακομοίρη!

Γιατί δεν θέλετε να διδάσκεστε Θρησκευτικά; Κατ’ αρχάς, από τη δική μου εξαετή εμπειρία σε Λύκειο και Γυμνάσιο μπορώ να σας πω ότι οι τέσσερεις εκ των έξι θεολόγων που με δίδασκαν ήταν όλοι σαλεμένοι, του φρενοκομείου κανονικά, και έδιναν μία πολύχρωμη νότα στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Προσωπικά δεν είχα καλύτερο από το μάθημα των Θρησκευτικών αφού όποτε είχαμε απέναντί μας αυτούς τους καημένους ανθρώπους, τους περνούσαμε διά πυρός και σιδήρου. Σήμερα ντρέπομαι όταν σκέφτομαι τι τους κάναμε την ώρα του μαθήματος. Παρόλα αυτά δεν έπαυε από το να ήταν ένα υπέροχο σαρανταπεντάλεπτο μέσα στο καθημερινό εφτάωρο, ένα ευχάριστο ντουσάκι μέσα στο λιοπύρι, ήταν σαν να έβλεπες λίγη Αννίτα Πάννια μετά από εφτά ώρες Αγγελόπουλο και Φεντερίκο Φελλίνι. Ποιος υγιής μαθητής δεν το έχει ανάγκη αυτό;

Πραγματικά, ξεπεράστε το. Σ’ αυτή τη χώρα όχι μόνο δεν θα καταργηθούν τα Θρησκευτικά, αλλά έτσι όπως πάμε σε λίγο καιρό θα επιβληθεί διά ροπάλου το Κοράνι. Εκεί θα σας δω.



Ιδού και τα αγαπημένα μου Θρησκευτικά τραγούδια, μια που είμαστε στο κλίμα. 


Κυριακή, Ιουνίου 28, 2020

Eurovision Movie: The Fire Saga

Εγώ κακή κουβέντα για ταινία που με συγκινεί στο τέλος δεν μπορώ να γράψω. Και η νέα ταινία του Νέτφλιξ για τη Γιουροβίζιον μπορεί να είναι αντικειμενικά κακή και να πάσχει σε χίλια δυο σημεία, αλλά στο τέλος δάκρυσα και αυτό έχει σημασία. Δεν μπορώ να κρίνω μία ταινία με τρόπο αμιγώς αποστειρωτικό αν αυτή σε κερδίζει με το συναίσθημα.

Ναι, η ταινία έχει λάθη, σε πολλά σημεία βαριέσαι και αρπάζεις το κινητό να δεις τα notifications σου, το σενάριο έχει ένα εκατομμύριο κλισέ, κι όμως! Σε κάθε πτυχή του ονείρου του πρωταγωνιστή έβλεπα τον εαυτό μου, σε κάθε μορφασμό αγωνίας των Ισλανδών τηλεθεατών έβλεπα εμένα, στη σχέση πατέρα-γιου έβλεπα ξανά εμένα, στη σχέση του ζεύγους έβλεπα εμένα και τη γυναίκα μου όταν τη σκηνοθετώ στα ταξίδια μας, στο δε βρέφος που είχε κρεμασμένο επάνω του στο τέλος, ξανά εμένα και τον γιο μου.

Πιο δική μου ταινία δεν μπορούσε να ήταν.

Τα δε μουσικά νούμερα τα βρήκα φανταστικά, τόσο το πρώτο με τους παλιούς νικητές που εμφανίζονται ως γκεστς, όσο και την «επική μπαλάντα» (Θέ μου, τι σιχαμένος όρος!), που μας οδηγεί στο φινάλε.

Εξαιρετικό mashup. Αν έλειπε και το Waterloo που το απεχθάνομαι κι ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί θεωρείται το καλύτερο γιουροβίζιον τραγούδι έβερ, θα ήταν ακόμα καλύτερα. 

Αν δεν παρακολουθείς Γιουροβίζιον δεν πρέπει να τη δεις αυτή την ταινία, κι αν είσαι αυστηρός με τον τηλεοπτικό σου χρόνο, επίσης να μην τη δεις. Αν είσαι σαν εμένα, να τη δεις.

Η ταινία γυρίστηκε για να εισάγει κυρίως το αμερικανικό κοινό στο κόνσεπτ της Γιουροβίζιον. Οι Σουηδοί παραγωγοί έχουν ήδη πιάσει δουλειά στην Αμερική και ο πρώτος Διαγωνισμός Eurovision America βρίσκεται προ των πυλών, καλώς εχόντων των πραγμάτων μέσα στο 2021. Τι πιο ευφάνταστος τρόπος να μυήσεις τους Αμερικάνους στο κόλπο; Το Νετφλιξ έχει επίσης εξασφαλίσει όλα τα δικαιώματα μετάδοσης των τελευταίων δέκα διαγωνισμών και νομίζω παρέχονται ήδη στην πλατφόρμα μόνο για τους Αμερικάνους συνδρομητές. Εμείς εδώ δεν μπορούμε να τις δούμε.

Νόμιζα ότι είχα ξεπεράσει τη Γιουροβίζιον φέτος, μετά κι από τις άθλιες συμμετοχές όλων των χωρών πλην της Ιταλίας και Ισλανδίας, αλλά απόψε συνειδητοποίησα πόσο πολύ πεθύμησα το αγαπημένο μου σόου. Μπορεί να φταίει βέβαια και το γεγονός ότι κρατούσα μικρό καλάθι μιας και είχα προετοιμαστεί για τα χειρότερα από όσα διάβαζα από χθες διαδικτυακώς.


Το Αίμα Νερό Δεν Γίνεται

Πριν τρεις μέρες χτύπησε το τηλέφωνο και από την άλλη άκρη της γραμμής μία γυναικεία φωνή μου συστήθηκε ως «μία θεία από το σόι του πατέρα σου, που δεν γνώρισες ποτέ σου, και θα ήθελα να συναντηθούμε και να γνωριστούμε».

Επειδή για το σόι του πατέρα μου ελάχιστα γνωρίζω, και επειδή από τη μέρα που πέθανε άρχισα να αισθάνομαι ότι θέλω να αποκτήσω μία επαφή με τις ρίζες μου απ΄τη μεριά του, δεν δίστασα να πάω στην επίσκεψη που ορίσαμε.

Ήταν πολύ χρήσιμη εμπειρία γιατί έμαθα πολύτιμες πληροφορίες για τον προπάππο μου, για τον οποίο δεν γνώριζα τίποτα. Ο προπάππος μου ήταν διάσημος γλύπτης στη Λευκωσία, συγκεκριμένα στο Καϊμακλί, και λάξευε τις διακοσμήσεις σε διάφορες εκκλησίες. Έφτιαχνε άμβωνες, σκάλιζε τα ιερά, αλλά και τα εξωτερικά μέρη του ναού, κάτι κίονες και κάτι διακοσμητικά που στόλιζαν διάφορα σημεία της εκκλησίας. Εντυπωσιάστηκα γιατί επρόκειτο για πραγματικά πολύ σημαντικά έργα (είδα φωτογραφίες), αλλά και επειδή κανένας στο σόι μας δεν κληρονόμησε αυτό το ταλέντο του. Γενικώς δεν μας λες και άτομα που πιάνουν τα χέρια τους, πόσω μάλλον για άτομα που πιάνουν τη πέτρα και τη στύβουν.


Αυτός ήταν ο προπάππος μου, ο μουστακαλλής. Το μωρό που κρατά στα χέρια της η σύζυγός του, είναι ο παππούς μου. Δίπλα η αδελφή του και ύστερα από λίγα χρόνια γεννήθηκε άλλη μία κόρη που εδώ δεν φαίνεται προφανώς, και η οποία πέθανε πριν δύο χρόνια σε ηλικία 102 ετών! Εγώ χαμπάρι δεν είχα ότι είχα αιωνόβια συγγενή. Εδώ, πρώτη φορά άκουγα ότι ο παππούς μου είχε αδελφές. Αυτήν που κατάφερε να τα εκατοστήσει κάπου την είχε πάρει το αφτί μου γιατί είχε χαρακτηριστικό όνομα, αλλά και πάλι, ουδέποτε με πήρε ο πόνος να μάθω ποια ήταν.

Η συνάντηση ήταν χρήσιμη, γιατί εκτός από τα ενδιαφέροντα για τον προπάππο μου, σημείωσα και όλο μας το γενεαλογικό δέντρο. Έμαθα ότι έχω πολλά δεύτερα ξαδέλφια (δεν γνώρισα ποτέ κανένα, νομίζω μια φορά λίγο πριν καταταγώ στον στρατό είχα τηλεφωνηθεί με έναν που είχε υπηρετήσει στο ίδιο Σώμα με μένα για να μου δώσει τιπς για τα τεθωρακισμένα), και ότι με ένα εξ αυτών έχω την ίδια ημερομηνία γέννησης, ενώ επίσης φοιτήσαμε και οι δύο στο ίδιο πανεπιστήμιο στην Αγγλία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους! Τρελή σύμπτωση!

«Τον πατέρα σου τον αγαπούσαμε» μου είπε η θεία. «Αλλά όταν άνοιγε το στόμα του και αμολούσε τη γλωσσούλα του, μας έκανε μαλλιά κουβάρια!»

«Α, αυτό το έχω κι εγώ!» της είπα. Έμπλεξα άπειρες φορές στη ζωή μου επειδή δεν μπόρεσα να σιωπήσω, αλλά ειλικρινά θεωρώ πιο έντιμον έναν άνθρωπο που μιλά, παρά κάποιον που σιωπά. Τρέμω τους ανθρώπους που σιωπούν και δεν ξέρω τι σκέφτονται. Εγώ τα λέω όλα. Κι ας πληρώνω το όποιο τίμημα. Συνήθισα. Αν σ’ αρέσει έχει καλώς.

«Και ο παππούς σου... ήταν χρυσός άνθρωπος! Τον λατρεύαμε, μας λάτρευε… ε, ύστερα παντρεύτηκε!» Το «παντρεύτηκε» συνοδεύτηκε από αναστεναγμό. Ζήτησα διευκρίνιση. «Ε, η γιαγιά σου τον έκανε ό, τι ήθελε». Αυτή δεν είναι η δουλειά των γυναικών; Τη ρώτησα. «Να μας κάνουν ό, τι θέλουν;»

«Ναι, αλλά αυτή ήθελε πολυτέλειες και λούσα!» συμπλήρωσε ειρωνικά.

Αντιλαμβάνεστε, είχαμε φτάσει στο σημείο που το κουτσομπολιό είχε ξεπεράσει την ενημέρωση. Ήρθα σε αμηχανία γιατί ειπώθηκαν κι άλλα που δεν θα παραθέσω για ευνόητους λόγους. Δεν ξέρω πόσο σωστό ήταν να πρέπει να ακούω κακιούλες για ανθρώπους που πέθαναν πριν πολλά χρόνια, ιδιαίτερα όταν η μεταξύ μας σχέση, εμού και της θείας δηλαδή, δεν σήκωνε τέτοιες αναφορές. Σήμερα γνωριστήκαμε, πότε πρόλαβες να βρεις το θάρρος; Δεν θα σταθώ εκεί όμως, γιατί μια θεία είναι πάντοτε μία «θεία» και συνήθως έχει το ακαταλόγιστο.

Όπως και να ‘χει, είναι πάντοτε ωραίο να μαθαίνεις για τους συγγενείς σου. Έβλεπα κατά καιρούς οικογένειες να συναντιόνται πρώτη φορά στο «Πάμε Πακέτο» και διερωτώμουν πώς είναι δυνατόν να αισθάνονται εγκαρδιότητα άτομα τα οποία δεν έχουν συναντηθεί ποτέ τους μία ζωή. Προφανώς και ισχύει ότι το αίμα νερό δεν γίνεται, και αν δεν το ζήσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις. 

Αν διερωτάστε γιατί έγινα 40 χρονών για να γνωρίσω κόσμο από το σόι του πατέρα μου σε μία τόσο μικρή πόλη όπως τη Λευκωσία, θα σας πω: Βαριόταν! Τους έβλεπε πού και πού, αλλά γενικά, βαριόταν! Και κάπως έτσι, πέθανε και δεν πρόλαβε να μας συστήσει κανέναν!


Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2020

Στο Κουρείο Με Το Τρίχρονο

Σήμερα είναι μία σκατό-μερα από την οποία θα μπορούσα να παράγω δέκα διαφορετικές αναρτήσεις, όμως όχι, δεν πρόκειται να της κάνω τη χάρη. Τελευταίως άρχισα να διαβάζω βιβλία φιλοσοφίας και ψυχολογίας πιο επίμονα και άρχισα να εφαρμόζω ευλαβικά τις συμβουλές τους. Δεν θα μου χαλάσετε εσείς τον δρόμο προς τη νιρβάνα. Στην άκρη, λοιπόν, η τοξικότητα, θα σας γράψω για τον υπέροχο γιο μου τον οποίο χθες πήγα πρώτη φορά για κούρεμα.

Λάθος! Δεν ήταν η πρώτη φορά. Έτυχε να τον ξαναπάμε μικρότερο να κουρευτεί, αλλά ήταν τραυματικές εμπειρίες για όλους μας. Τις απωθήσαμε στο υποσυνείδητο. Υπήρξε ακόμα και κουρέας που αρνήθηκε να τον αναλάβει για να αποφύγει τα χειρότερα. Με τούτα ως δεδομένα, το εγχείρημα «κούρεμα» μετατράπηκε σε μόνιμο άγχος στο σπίτι μας. Καταντήσαμε να τον κουρεύουμε δυο φορές τον χρόνο με όσο ζόρι μπορεί αυτό να ενέχει. Όλους τους υπόλοιπους μήνες το χωνέψαμε ότι θα κυκλοφορεί σε κάτι ανάμεσα στον Μόγλη από το Τζανγκλ Μπουκ και στον Ταμτάκο με το Ντάτσουν.

Χθες λοιπόν μετά από δεκάδες τεμενάδες και τάξιμο παγωτού, αποδέχτηκε να πάμε να κουρευτεί. Μπαίνοντας μέσα, το τρίχρονο, έσπευσε να κάνει παρατήρηση στον κουρέα ότι «το πάτωμα έχει τρίχες» και ότι «εγώ δεν κάθομαι σε καρέκλα με τρίχες». Ο κουρέας αμήχανος έσπευσε να σκουπίσει. Αφού τον έπεισα να καθίσει στην καρέκλα και βρήκε συναρπαστικό το γεγονός ότι του έβαλαν περιλαίμιο και προστατευτικό κάλυμμα για τις τρίχες, αρχίνησε ένας ορυμαγδός από ατάκες που δεν προλάβαινα να καταγράφω. Θα μοιραστώ μερικές εδώ:

Σκηνή 1η:

Ο κουρέας παίρνει το σπρεϊ με νερό και αρχίζει να χτενίζει τα μαλλιά του.

«Τι μου βάζεις πάνω στα μαλλιά μου;»

«Νερό είναι, μην φοβάσαι».

«Το νερό απαγορεύεται!»

(γιατί απαγορεύεται δεν διευκρίνισε).

Σκηνή 2η:

Ο κουρέας για να τον καλοπιάσει άρχισε να του λέει ότι μέσα στην καραντίνα υιοθέτησε μία σκυλίτσα.

«Γιατί έχεις σκυλίτσα; Δεν το ξέρεις ότι είσαι αγόρι;* Τα αγόρια έχουν σκυλάκια, και τα κοριτσάκια έχουν σκυλίτσες!»

«Ε, τι να κάνω; Σκυλίτσα μου χάρισε η κοπέλα μου» απολογήθηκε ο άνθρωπος.

Σκηνή 3η:

Ο κουρέας συγκεντρώθηκε στο κούρεμα, και ο μικρός κοιτάζοντας επίμονα τον εαυτό του στον καθρέφτη αναφώνησε: «πώς είμαι έτσι;!»

Αμήχανη σιωπή.

«Δεν τελειώσαμε ακόμα, θα στα φτιάξω!» του είπε.

Σκηνή 4η:

Στα καλά καθούμενα κατόπιν παρατεταμένης σιωπής:

«Εγώ εδώ, δεν ήρθα για πολύ. Λίγο θα κάτσω και θα πάω σπίτι μου!»

(Έκρινε ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει τη θέση του).

«Κι εγώ θέλω να τελειώνω να σχολάσω» αποκρίθηκε ο κουρέας.

Σκηνή 4η:

Ο γιος μου αποφάσισε να εξηγήσει στον κουρέα πού βρίσκονταν:

«Ξέρεις τι είναι το κουρείο; Είναι ένα μέρος που πάμε και κόβουμε τα μαλλιά μας ΑΠΑΛΑ, για να μην μπαίνουν στα μάτια μας»

(Έδωσε έμφαση στο απαλά, επειδή ο κουρέας έκανε κάποια απότομη κίνηση η οποία τον πόνεσε).

Σκηνή 5η:

Ξαφνικά και ενώ φάνηκε να βρίσκουμε μία ηρεμία, ο μικρός μου άρπαξε το περιλαίμιο, το έβγαλε με δύναμη και φώναξε: «Εγώ θέλω να φύγω!»

Πω! Συναγερμός στο κουρείο, είδαμε και πάθαμε να τον πείσουμε να κάτσει «ακόμα πέντε λεπτά» γιατί ο κουρέας δεν πρόλαβε να τελειώσει το κούρεμα. «Ακόμα δυο ψαλιδιές και τέλος!» μας είπε αυστηρά. «Εντάξει, εντάξει», απαντήσαμε εμείς. Σούζα μας έχει… Σούζα!

Σκηνή 6η:

Βγήκα έξω γιατί έπρεπε να μιλήσω στο κινητό για μισό λεπτό. Επιστρέφοντας άκουσα τον γιο μου να λέει «είπα τέλος!» Ο κουρέας σε απολογητικό τόνο εκλιπαρούσε για να καθαρίσει λίγο παραπάνω το σβέρκο. Του άρχισε την πάρλα για να του αποσπάσει την προσοχή:

«Μη φοβάσαι Αλέξη μου, έχω κουρέψει πολλά και φρόνιμα παιδάκια εγώ»

«Τα φρόνιμα παιδάκια να τα κουρεύεις… όποια είναι άταχτα να τους κόβεις τα αφτιά με το ψαλίδι!»

Φινάλε:

Όταν ο κουρέας τελείωσε, ο γιος μου είπε «τι ωραία!» και τον ευχαρίστησε για το κούρεμα. Εγώ του έδωσα ένα γερό φιλοδώρημα για την υπομονή που υπέδειξε. Πραγματικά εγώ δεν ξέρω αν θα τον άντεχα αν δεν ήταν γιος μου. Απεναντίας, όλα τα πιο πάνω τα έβρισκα τρομερά χαριτωμένα. Έτσι είναι, η κουκουβάγια με το κουκουβαγιαδάκι.

ΥΓ.:

*Δεν ξέρεις ότι είσαι αγόρι;

Ο γιος μας έχει τρομερό θέμα με το τι είναι αγορίστικο και τι είναι κοριτσίστικο. Παρόλο που είμαστε οικογένεια που δεν δίνει έμφαση στα στερεότυπα και παρόλο που εγώ οδηγώ αυτοκίνητο κόκκινου χρώματος και κάθε βράδυ διαβάζουμε ιστορίες της Ντίσνεϊ που είναι τίγκα στην πριγκίπισσα και τον ρομαντισμό, εντούτοις τον πιάνει μεγάλο πάθος σχετικά με το τι κάνει το κάθε φύλο. Θεωρώ ότι είναι κάτι που το έμαθε από άλλα παιδιά του νηπιαγωγείου και ότι είναι εν τέλει αναπόφευκτο και τζάμπα σκάμε στο σπίτι να καταργήσουμε τους ρόλους. Παίζουμε με τους πυτζαμοήρωες, για παράδειγμα, και μου λέει «εγώ θα κρατώ τον Catboy επειδή είμαι αγοράκι, κι εσύ θα κρατάς την Owlette». Εγώ δεν είμαι αγοράκι; τον ερωτώ. «Ωραία, τότε πάρε και τον Γκέκο» μου λέει. «Την Ολέτ γιατί να την κρατώ;» «Ε, δεν ξέρω, εγώ πάντως είμαι αγοράκι και την Ολέτ δεν την κρατώ». Τα ίδια μου κάνει και όταν παίζουμε με τα στρουμφάκια. Αρνείται να αγγίξει τη Στρουμφίτα κάτι που θεωρώ υπερβολικό.

Παρόλο που κατά βάθος χαίρομαι που έχει βρει το φύλο του και το διαχωρίζει και το υπερασπίζεται, ειδικά σε μία εποχή που το unisex έχει καταργηθεί και περάσαμε στη δικτατορία των φεμιναζί, εντούτοις απορώ πώς ανάπτυξε μία τόσο έντονη άποψη για το τι είναι αντρικό και τι όχι. Σκέφτομαι ότι ίσως τα παιδιά να είναι πιο νορμάλ και ισορροπημένα από εμάς που πλέον πασχίζουμε να τα ξευτυλίσουμε όλα χάριν κατάργησης στερεοτύπων και πολιτικής ορθότητας.


Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2020

Η Συμπεθέρα

Η γυναίκα που προσέχει τη γιαγιά μου (αυτή με τις κασέτες) έρχεται πού και πού και μας καθαρίζει. Όταν αυτό συμβαίνει, έρχεται και η γιαγιά μου μαζί της και κάθεται φρόνιμα σε μια γωνιά αφού πλέον μετά βίας επικοινωνεί από το πολύ το αλτσχάιμερ. Το θετικό είναι ότι ακόμα μας αναγνωρίζει, αλλά ξέρετε, δεν έχει ιδέα τι μέρα είναι, τι ώρα είναι και ποια χρονιά.

Παρόλο που την αγαπώ και τη λατρεύω, αναγνωρίζω το κουραστικόν του πράγματος, αφού ενδέχεται μέσα σε ένα λεπτό να σε ρωτήσει πάνω από δέκα φορές «τι μέρα είναι σήμερα» και πολλές φορές δεν πείθεται κιόλας. Επειδή όμως σπανίως τη βλέπω και επειδή κάθε φορά που την αποχαιρετώ σφίγγεται λίγο η καρδούλα μου μήπως είναι η τελευταία, φροντίζω όταν είναι εδώ να της κάνω παρέα και να μην δυσανασχετώ με τις επαναληπτικές της ερωτήσεις. Πολλές φορές απαντώ άλλα ντ’ άλλων να τελειώνουμε, αφού είτε της πω ότι είναι Τετάρτη, είτε τη πως ότι είναι Κυριακή, σε ένα λεπτό θα με ξαναρωτήσει με την ίδια περιέργεια.

Προχθές που ήρθε όμως, έτυχε να έχω ψηφιοποιήσει τη κασέτα από τους γάμους των γονιών μου. Και προκειμένου να περάσει η ώρα μαζί της σκέφτηκα ότι θα ήταν ένα καλό τεστ αν της έδειχνα εκείνη την ταινία από το μακρινό 1975 για να δω αν θα θυμηθεί πρόσωπα και καταστάσεις, αφού λένε ότι πολλοί παθόντες θυμούνται τα παλιότερα γεγονότα και ξεχνούν τα πιο πρόσφατα.

Πλήρης απογοήτευση. Όχι μόνο δεν αναγνώριζε το ζεύγος, την κόρη της δηλαδή, αλλά δεν αναγνώριζε ούτε τον εαυτό της. Λίγο μετά κάτι πήγε να γίνει αφού αναγνώρισε ονομαστικά τον πατέρα μου, αλλά αμέσως μετά με ρώτησε αν έχει πεθάνει και όταν της απάντησα «πριν δέκα χρόνια» δεν το πίστευε.

Δεν αναγνώριζε κανέναν απολύτως εκτός και αν της τον υποδείκνυα. Τότε έλεγε ένα «α, ναι, βεβαίως» αλλά δεν ήξερα αν το έλεγε επειδή κουραζόταν με την άγνοιά της ή επειδή όντως αναγνώριζε τα πρόσωπα. Για τον παππού μου, τον σύζυγό της, ούτε λόγος αφού όταν ρώτησε ποιος ήταν ο κύριος που στεκόταν δίπλα της και της είπα «ο άντρας σου» εκείνη έκπληκτη είπε «ο Ανδρέας;» ενώ ως γνωστόν τον παππού μου τον λέγανε Νίκο. Ανδρέα λέγανε ένα έρωτα που δεν ευοδώθηκε.

Καθώς όμως η κάμερα περιφερόταν ανάμεσα στους καλεσμένους της δεξίωσης και κατέγραφε χαρούμενα πρόσωπα και καταστάσεις, η γιαγιά μου αναπήδησε και αναφώνησε: «Η συμπεθέρα!»

Έμεινα άναυδος. «Ναι, η (άλλη μου) γιαγιά!» της είπα. Λες να της ήρθε έκλαμψη; Μπα, δυο λεπτά αργότερα με ρώτησε ξανά μανά ποιανού ήταν ο γάμος. Της ξαναείπα. Και αμέσως μετά, άλλο ένα πλάνο στη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου! «Κοίτα τη συμπεθέρα!» μου ξαναείπε με ύφος πανελίστριας.

Απίστευτο; Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, τον άντρα της, την κόρη της ως νύφη, για τους γονείς της οι οποίοι τότε βρίσκονταν εν ζωή ούτε λόγος κι όμως! Αναγνώρισε τη «συμπεθέρα!»

Είτε παίχτηκαν τρελά σκηνικά που δεν γνωρίζουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ, είτε το μυαλό μας είναι όντως μία άβυσσος!

«Η συμπεθερά! Μα κοίτα την!»