Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2019

Οι Καλύτεροι Της Δεκαετίας

Στα πλαίσια της ενότητας τα τελευταία δέκα χρόνια πρέπει κάπου εδώ να σου μιλήσω και για τα “πρόσωπα της δεκαετίας”, όπως ακριβώς έπραξα και όταν έκλεινε η προηγούμενη, το μακρινό πια 2009. Οι παλιοί και τακτικοί αναγνώστες θα θυμάστε ότι τότε είχα κάνει ολόκληρο βίντεο για να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα άτομα που σημάδεψαν τη δεκαετία μου 2000-09 (η παρουσίαση, μάλιστα έγινε υπό τύπον Chart Show, που μεταδιδόταν τότε στην τηλεόραση του Alpha και του οποίου προγράμματος ήμουν φανατικός τηλεθεατής), αν το ψάξετε στα αρχεία μου θα το βρείτε

Τώρα, λοιπόν, καλούμαι να σας παρουσιάσω τα καινούρια δέκα πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία, αλλά φοβάμαι ότι θα σας απογοητεύσω. Πρώτον γιατί την τελευταία δεκαετία δεν περιτριγυρίζομαι από χιλιάδες φοιτητές, όπως την προηγούμενη. Δεν κάνω 500 γνωριμίες κάθε χρόνο όπως όταν ζούσα στην Αγγλία και κάθε χρονιά ήταν μια καινούρια έκπληξη με τις προσωπικοτάρες που έβρισκα στον διάβα μου. Περασμένα μεγαλεία! Εγώ τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι πια δημόσιος υπάλληλος. Κάνω αμάν να εντυπωσιαστώ από οτιδήποτε ευχάριστο και ευφάνταστο. Πόσες ευχάριστες εκπλήξεις μπορεί να κρύβει μία δημόσια υπηρεσία άλλωστε, της οποίας μάλιστα, οι υπάλληλοι δεν ανανεώνονται ποτέ, αλλά οδεύουν ακάθεκτοι και ομαδικώς προς στον ίδιο τάφο; Ρητορικόν το ερώτημα.

Επομένως καλά το προβλέψατε. Αυτή τη δεκαετία δεν μπορώ να βρω δέκα ολόκληρα άτομα να σας παρουσιάσω ότι και καλάμε σημάδεψαν”. Θα σου πω τα προφανή, που είναι εύκολο να τα μαντέψετε και μόνοι σας, δηλαδή τον γιο μου, τη γυναίκα μου, τη θεατρική ομάδα (ως σύνολο όμως) και τη Μαρίνα. Η Μαρίνα μπαίνει επάξια στη λίστα, είναι μια καινούρια φίλη που έκανα τα τελευταία δέκα χρόνια και είναι κρίμα που δεν μπορώ να τη συγκρίνω με άλλα 7 άτομα για να φανεί η υψηλή της θέση στη λίστα των πιο σημαντικών ανθρώπων. Είναι σαν μία μεγαλύτερη αδελφή που δεν έχω, ένα υπέροχο πλάσμα με το οποίο η μαυρίλα και ο κυνισμός μου ήρθαν κι έδεσαν, ε, αυτά. Δεν θέλει να τη λιβανίζω δημοσίως, εκείνη ξέρει κι αυτό αρκεί.

Το ερώτημα δεν θα έπρεπε να ήταν “ποια είναι τα πρόσωπα της δεκαετίας”. Το ενδιαφέρον ερώτημα θα έπρεπε να είναι τι απέγιναν τα προηγούμενα δέκα πρόσωπα και γιατί εξαφανίστηκαν και τα κατάπιε το μαύρο χώμα

Δεν αναφέρομαι σε όσους φίλους ζουν εκτός Κύπρου. Με τη πλειοψηφία εξ αυτών έχω επαφές, έστω και διαδικτυακές, και όσες φορές οι συνθήκες το ευνοούσαν καταφέραμε και βρεθήκαμε. Ήρθαν στον γάμο μου, πήγα εγώ στους δικούς τους. Κατακρίβειαν αν εξαιρέσω δυο μαλακισμένες με τις οποίες τσακώθηκα και με τις οποίες δεν θέλω πλέον επαφές, οι υπόλοιποι οκτώ βρίσκονται ακόμα στα πέριξ. Κι  εδώ έγκειται το δράμα μου, εδώ υπάρχει το ζουμί. Αφού βρίσκονται στα πέριξ γιατί σπανίως βρισκόμαστε, γιατί σπανίως τα λέμε, γιατί μια φορά τον χρόνο στην καλύτερη περίπτωση, κανονίζουμε καφέ και τα συναφή

Εγώ αυτό το πράμα δεν το καταλαβαίνω. Πώς γίνεται άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύεσαι, τα βρίσκεις, τους πας και σε παν, να φτάνεις μια καλήν ημέρα μαζί τους στο τέλμα. Δεν πιστεύω ότι δεν αγαπιόμαστε πια. Αγαπιόμαστε. Απλώς αναλωθήκαμε. Ξεζουμιστήκαμε. Τελειώσαμε το μπουκάλι. Και αυτό είναι ως ένα βαθμό φυσιολογικό, αλλά ταυτόχρονα, βέρι σαντ! Γιατί εγώ πιστεύω ότι όταν το μπουκάλι αδειάζει, αν περνάς καλά με την παρέα, παραγγέλνεις κι άλλο ή τέλος πάντων πας μόνος σου στη βρύση και το ξαναγεμίζεις. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι απλά αποδεχτήκαμε ότι οι ζωές μας γιαλλού τραβήξανε και γίναμε απλά ωραίες αναμνήσεις. Ειδικά σε μια χώρα σαν τη Κύπρο στην οποία και να κλάσεις πέφτεις πάνω σε γνωστό σου

Έχω μερίδιο ευθύνης, δεν λέω. Αλλά δεν είδα και καμία άλλη να παίρνει πρωτοβουλία. Όλοι φταίμε. Τώρα θα μου πεις εδώ άλλες κι άλλες σχέσεις πρώτου βαθμού ξεθωριάζουν και σβήνουν. Σωστά! Θα διαιωνιστούν σχέσεις που άνθισαν λόγω των περιστάσεων; Απ’ την άλλη, γιατί όχι; Οι σχέσεις είναι σαν τα φυτά. Ώσπου τις ποτίζεις ανθίζουν. Φτάνει το πότισμα να είναι συστηματικό. Και ποιος δεν θα ήθελε ένα ωραίο κήπο με ωραία, υγειή φυτά, να λέει τον πόνο του και να τον συμπονούν; Καταντήσαμε να τον λέμε μόνο του ψυχολόγου και μάλιστα με το αζημείωτο

Με αγχώνει και με λυπεί το γεγονός ότι και οι καινούριες  προσωπικοτάρες θα περάσουν μια μέρα στη λήθη του βολέματος και της καθημερινότητας. Με στεναχωρεί και με αποθαρρύνει να επενδύω σε ανθρώπους όταν τελικά όλοι καταλήγουμε να επικοινωνούμε μόνο όταν πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία σε κάποιο χώρο στάθμευσης


Τι τα θέλεις, μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε, δεν παίρνουμε μαζί μας κανέναν για παρέα

Έτσι λοιπόν. Δεν υπάρχουν δέκα πρόσωπα για τα οποία να μπορώ να σου μιλήσω αυτή τη δεκαετία. Για αυτά τα τέσσερα που ανέφερα έχω αναφερθεί πολλάκις. Θα ήταν πλεονασμός και πρήξιμο να στα ξαναπώ. Ας πιούμε στα επόμενα δέκα, τότε


Αμήν

Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2019

Η Κοντή Με Το Γιαούρτι

Συνέβη προ ολίγου.

Στεκόμουν στην ουρά για το ταμείο, μέσα στον φούρνο όπου πετάγομαι κάθε Τετάρτη για μεσημεριανό, και περίμενα να πληρώσω. Μπροστά μου ήταν μία κυρία περί τα πενήντα έτη η οποία ξεκάπνιζε από το κακό της επειδή δεν έφτανε το ράφι με τα γιαούρτια στο ψυγείο, και έψαχνε έναν υπάλληλο να της κατεβάσει ένα. Ναι, επρόκειτο για κοντή. Μην ρωτάς πόσο κοντή. Πολύ κοντή. Πιο κοντή κι απ’ την «κοντή» της Θεοπούλας. «Τάπα». «Στούμπα» που λένε και στις ελληνικές σειρές. Και μιας και τις ανέφερα, αν θέλετε να το κάνετε εικόνα, φανταστείτε την εκνευριστική «κυρία Θάλεια» από το «Ρετιρέ» σε κυπριακή έκδοση. Ακολουθεί το λογύδριο παύλα παραλήρημα που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου εις άπταιστον κυπριακή, προς καλύτερη απόδοση της πραγματικότητας.

«Εξαναείπα σας τα γιαούρκια να μεν τα βάλλετε στο ψηλόν το ράφι για να τα φτάννουμεν. Αναγκαζούμαστεν να πατήσουμεν πάνω στα ράφκια του ψυγείου τζαι να σκαρφαλλώνουμεν για να φτάσουμε τα γιαούρκια. Τζαι αν ο καθένας που θέλει γιαούρτι αρκέψει να πατά μες το ψυγείο τι θα σας πει το υγειονομείον αν πει τζαι έρτει να σας ελέγξει; Βάλτε ένα σκαμνίν σιόρ, να πατούμεν πάνω να τα φτάνουμε, ή αλλάξετε τους ράφιν!»

Απαντά η ταμίας:

«Το μετέφερα και την προηγούμενη φορά στη διεύθυνση για να βάλουμε ένα σκαμνάκι αλλά δεν είχα περαιτέρω οδηγίες. Αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να γεμίζουμε όλα τα ράφια, αναπόφευκτα κάποια προϊόντα θα τοποθετηθούν εκεί ψηλά!»

«Ναι, αλλά εμείς που εν τα φτάνουμε ίντα μπου εν να κάμουμεν; Να γυρεύκουμεν μες το φούρνον υπάλληλον να μας εξυπηρετήσει; Βιαζούμαστεν, εν τζαι μπορούμε να χάνουμεν την ώρα μας για έναν γιαούρτιν».

«Το ξέρω, αλλά εγώ αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο!»

«Αρέσκει σας να πατούμεν μες το ψυγείον; Αρέσκει σας;»

«Πείτε μου ποιο γιαούρτι θέλετε να πάω να σας το φέρω» ανταπαντά ήρεμα και καρτερικά η ταμίας.

«Οϊ να μεν πάεις να μου το φέρεις! Οϊ να κάτσεις δαμέ που κάθεσαι. Μείνε δαμέ να δεις τωρά τι εν να γίνει!»

Η «κυρία Θάλεια» αποθέτει τα ταπεράκια της ψησταριάς στον πάγκο του ταμείου, ανοίγει ταχύ βήμα και κατευθύνεται απειλητικά στο ψυγείο με τα γιαουρτάκια. Οι υπόλοιποι στην ουρά κοιτάζουμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Όπου «υπόλοιποι», βλέπε εμένα που με τα σχεδόν δύο μέτρα ύψος όλα αυτά μου φαίνονται τραγελαφικά, και ένα ζευγάρι ασιάτες, Κινέζοι, πίσω μου, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει και ομιλούν παραξενεμένοι μεταξύ τους στη γλώσσα τους. Ο σουρεαλισμός μετέβη σε άλλο επίπεδο όπως καταλαβαίνετε.

Η «κυρία Θάλεια» ανοίγει την πόρτα του ψυγείου, απλώνει το κουλό της και βλέποντας ότι δεν φτάνει το τέταρτο ράφι με τα γιαούρτια χώνει μέσα την ποδούκλα της, σκαρφαλώνει στο πρώτο ράφι με τα γάλατα, αρπάζεται από το δεύτερο ράφι με τα τυριά, και με μία αστραπιαία κίνηση, χρρρραπ, αρπάζει ένα κουβά γιαούρτι από το τέταρτο ράφι. Ήταν Χαραλαμπίδης-Κρίστυς, η μωβ συσκευασία. Επιστρέφει κορδωτή-κορδωτή στο ταμείο, μπαίνει μπροστά μου, μας ρίχνει και ένα «άρεσεν σας;», πλήρωσε κι έφυγε. Κανένας δεν της απάντησε.

Και ήρθε η στιγμή, αγαπητέ αναγνώστη, κατά την οποία η πραγματικότητα συναντά τη φαντασία. Δεν το συγχώρεσα του εαυτού μου που δεν έβγαλα το κινητό πάνω να βιντεογραφήσω το συμβάν, να το ανεβάσω στα σόσιαλ να γίνει βάιραλ υπό τον τίτλο «η κοντή με το γιαούρτι», και επιπλέον δεν μου το συγχωρώ που δεν επενέβη σε όλο αυτό το σκηνικό να τελειοποιήσω επ ιδίω κινδύνω το επεισόδιο του Γιάννη Δαλιανίδη. Εδώ μπαίνει ήχος από άρπα και θολώνει η οθόνη:

«Δεν μου λες κυρά μου, γιαούρτι θες; Γιαούρτι να θες!»

«Μα, τι κάνετε εκεί κύριε μου, πού με πάτε;»

Τη αρπάζω από το μπράτσο και την τραβολογώ στα ψυγεία. «Έλα, έλα και θα δεις. Να φας γιαούρτι να χορτάσεις!»

«Μα, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά, θα φωνάξω το εκατό!»

Ανοίγω το ψυγείο με τα γιαούρτια και τα αδειάζω ένα-ένα στο κεφάλι της. «Γιαούρτι δεν ήθελες; Γιαούρτι θα λάβεις! Πάρε και το ολόπαχο, πάρε και λάιτ!»

«Βοήθεια, βοήθεια!»

Αδειάζω όλα τα κουτάκια στο κεφάλι της, όλους τους κουβάδες, τα γιαούρτια ΦΑΓΕ με το μέλι στο πλάι, τα γιαούρτια τα φρουτώδη, τα παγωτά γιαούρτια! Με τη χούφτα μου φτυαρίζω το γιαούρτι απ’τα κουτάκια και της μπήγω στο στόμα ολόκληρες γιαουρτομπάλες που τη πνίγουν.

«Κάνε ααα μωρή κοντή!»

«Μμμμ, μμμμ, βοήθεια, βοήθεια!»

«Όλο μέσα! Ε, ρε γιαούρτι που θα πέσει!»

«Μμμμμ, μμμμμ, μμμμ!» τσιρίζει αβοήθητη.

Την πασαλείβω ολόκληρη. Μούτρα, μαλλιά, αφτιά, ρουθούνια όλα γεμάτα φρέσκο γιαούρτι!

Με το πόδι μου τραβώ κι ένα σκαμνάκι που βρέθηκε εκεί τυχαία. «Βγες εκεί πάνω, τώρα!»

Η κυρία Θάλεια ανεβαίνει στο σκαμνί ξευτυλισμένη και άκρως γιαουρτωμένη. Βγάζω πάνω το κινητό, βγάζω σέλφι!


«Αϊσιχτίρ, δέκα λεπτά στην ουρά με το σκατογιαούρτι σου!»