Κυριακή, Μαΐου 29, 2016

Ανάμεσα Σε Κούτες Και Κάλπες

Τι κάνεις κόσμε και υπόκοσμε;

Εγώ μετακόμισα επιτέλους με τη Μπρέντα μου στο νέο μας σπίτι. Στο πατρικό της Μπρέντας δηλαδή. Αφήσαμε μια για πάντα πίσω μας το σιχαμένο δυάρι της Αγλαντζιάς και ετοιμαζόμαστε να αρχίσουμε την οικογενειακή μας ζωή. Μεγάλη ευλογία να έχεις σπίτι, δεν το συζητώ. Μεγάλωσα σε πολυκατοικία βέβαια και τίποτα δεν μου έλειψε, αλλά επρόκειτο για πολυκατοικία παλαιού τύπου, απ’ αυτές με τα μεγάλα διαμερίσματα, όπου κάθε δωμάτιο ήτο διακριτό από τα υπόλοιπα και το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τα σημερινά, όπου ακόμη και η χέστρα αποτελεί προέκταση / μέρος της κουζίνας. Κοιμηθήκαμε δύο νύχτες εδώ ήδη και κάθε βράδυ λέω ‘δόξα τω Θεώ’ που έχω μία άπλα ανεκτίμητη και σπάνια για τα δίσεκτα έτη που διαβαίνουμε. Στο δυάρι, προκειμένου να ανοίξω το ερμάρι των ρούχων, έπρεπε να μετακινήσω το κομοδίνο για να χωρέσει η πόρτα. Αντιλαμβάνεσαι.  

Τώρα ποιος και πώς θα συντηρήσει όλη αυτή την άπλα από οικονομικής απόψεως, μην ρωτάς! Δεν θέλω να το σκέφτομαι.

Έγιναν και οι βουλευτικές εκλογές. Τεράστια κάβλα τα αποτελέσματα! Να βλέπω αριστερές μουτσούνες να στραβώνουν για το ΕΛΑΜ και δεξιές επίσης, να τους φταίει η Θεοχάρους. Ναι εντάξει, οι αριστεροί δικαίως στράβωσαν με το ΕΛΑΜ. Άλλωστε ο φασισμός πάντα πουλάει όταν εσύ, εξίσου επικίνδυνος για την κοινωνία και τη χώρα χάνεις σιγά σιγά την πρωτοκαθεδρία στη μαλακία. Επίσης, αν δυο βουλευτές του ΕΛΑΜ αρκούν για να ανατραπεί η Δημοκρατία μας, σόρρι αλλά δεν μου βγαίνουν τα μαθηματικά. Πιο επικίνδυνο βρίσκω το ότι τόσα χρόνια το ΑΚΕΛ είχε 19 ή 20 ξέρω γω βουλευτές στη βουλή και έφερνε τα γνωστά σε όλους καταστροφικά αποτελέσματα. Και ακόμα πιο επικίνδυνο το ότι η Ειρήνη Χαραλαμπίδου θεωρείται το αστέρι του κόμματος αλλά και πάσης Κύπρου. Εύγε στους αριστερούς. Μετά τον Σόλωνα με τη Σεισάχθεια στην αρχαία Αθήνα, είναι τιμή μας να έχουμε για Νομοθέτη μία παρουσιάστρια που πατούσε ένα κουμπί για να κληρωθούν λαχνοί. Μπορείτε και καλύτερα. Στις επόμενες βουλευτικές να εκλέξετε και το ίδιο το κουμπί ας πούμε.

Οι Συναγερμικοί από την άλλη βρήκαν τη Θεοχάρους να πληρώσει τη νύφη. Ναι, συμφωνώ και υπερθεματίζω, η Θεοχάρους εξαπάτησε τους ψηφοφόρους της και ήταν κοινό μυστικό ότι ήταν προαποφασισμένη η παραμονή της στην Ευρωβουλή. ΕΣΑΣ στον ΔΗΣΥ ΤΙ ΣΑΣ ΚΟΦΤΕΙ; Δικούς σας ψήφους έκλεψε; Δικούς σας ψηφοφόρους εξαπάτησε; Είναι σαν να βγαίνω εγώ να φωνάζω που η Δέσποινα Βανδή πρόδωσε τον Φοίβο. Είχε τάξει δίσκο με τον Φοίβο στους θαυμαστές της και τελικά τον έβγαλε με τον Κοντόπουλο. ΔΕΝ μου πέφτει λόγος, το καταλαβαίνετε; Ανήκω εις τη Βίσση! Χέστηκα αν η Βανδή πρόδωσε τον Φοίβο. Καλά του έκανε εδώ που τα λέμε! Αλλά πώς αλλιώς να αποπροσανατολίσεις την κοινή γνώμη; Βρίσκεις ένα σαμάρι και το βαράς, να δικαιολογήσεις την αχρηστία του γαϊδάρου σου. Γελοιότητες που ούτε μωρά δεν πείθουν πλέον!

Ναι, το ΕΛΑΜ σας άξιζε αγαπητοί. Γιατί τη Δημοκρατία δεν τη ξέρετε, ούτε και θα μάθετε ποτέ να τη διαχειρίζεστε. Είστε ένας λαός που επικαλείται τη Δημοκρατία όσο περνά το δικό του. Ούτε να χάνετε ξέρετε, ούτε να ανέχεστε, ούτε την αντίθετη άποψη σέβεστε, ενώ ειδικεύστε στο να διαστρεβλώνετε νομικές έννοιες και ορισμούς προκειμένου να περνάτε το δικό σας. Και από κάτω ένας δουλικός λαός, αγράμματος και χωριάτης σας χειροκροτεί. Δεν σας αξίζει κάτι καλύτερο.

Βεβαίως, παρόλα αυτά, ο κυπριακός λαός εξακολουθεί να χάσκει. Μια ματιά να ρίξεις στα κοινωνικά δίκτυα θα δεις σχόλια του τύπου «μακάρι να υπήρχαν 100 Ειρήνες μέσα στη Βουλή» και «τι έχετε να πείτε για τις τρεις συντάξεις της κυρίας Ελένης;» Τι να πούμε ρε κακομοίρη, αυτό είναι το θέμα μας;

Βλέπεις; Τέτοια βλέπω, ακούω και διαβάζω και σκέφτομαι: Τι την ήθελα τη μετακόμιση στο νέο το σπίτι; Γιατί δεν το πουλάγαμε καλύτερα να πάμε να ζήσουμε στο Πόρτο της Πορτογαλίας παρά στον πόρτο της Μεσογείου; Να είμαστε φτωχοί ψαράδες αλλά να μην μας κόφτει τίποτε. Ούτε η Χαραλαμπίδου, ούτε η Θεοχάρους, ούτε η Σάβια, ούτε η Ξένια, ούτε το ΕΛΑΜ. Να πάμε στο Ελσίνκι. Να κάνουμε χιονάνθρωπους. Κάπου μακριά από την εκλιπούσα. Σας βαρέθηκε η ψυχή μου, σας βαρέθηκε!

Χθες πήγα σε ένα γάμο. Είχα καιρό να πάω σε γάμο. Στην ηλικία των 35 συνήθως πάμε σε βαφτίσεις που είναι μακράν πιο βαρετές. Αλλά ναι, διανύουμε τους καιρούς των βαφτίσεων. Άκου και τις κηδείες όπου να ‘ναι. Άλλο ήθελα να πω. Χθες, στον γάμο ενός ζευγαριού ηλικίας 30 και κάτι, συνειδητοποίησα ότι απομακρύνθηκα πολύ από τη συγκεκριμένη ηλικία. Όλο το βράδυ ζήτημα να έπαιξε 2-3 τραγούδια που να τα ήξερα. Επίσης, οι καλεσμένοι ήταν όλοι τόσο λαμπεροί, κεφάτοι, ορεξάτοι. Εμείς μοιάζαμε τόσο μίζεροι μπροστά τους, στις 12 αποσυρθήκαμε καθότι πτώματα. Και δεν γίναμε καν γονείς, να δικαιολογείται η συριζο-εμφάνισή μας. Οι υπόλοιποι έδειχναν τόσο into it. Ήταν τόσο καλοντυμένοι, σαν να ήταν ο πρώτος γάμος που πήγαιναν στη ζωή τους, είχαν άλλη άνεση με τις γκόμενες, εντελώς ξένο attitude απ’ αυτό που είχα εμπεδώσει. Ένιωσα τόσο εκτός… ‘Εξι χρόνια μικρότεροι και όμως τόσο μακριά από τη γενιά μου.


Αυτά τα νέα μας. Για να καταπολεμώ το άγχος και την κατάθλιψη που μου προκαλούν όλα τα πιο πάνω, συνεχίζω τα Ισπανικά, τα θέατρα και το περπάτημα τα απογεύματα. Αδιός.

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

Το Επιτελείον

Όλα αυτά τα επιτελεία που ξεφύτρωσαν στις διάφορες γωνιές της Λευκωσίας σε τι ακριβώς εξυπηρετούν; Θέλω να πω, πέραν του ότι ενοικιάζεται ένας άδειος χώρος για λίγες μέρες και ξαλαφρώνει ο ιδιοκτήτης που εισπράττει ένα υποτυπώδες ενοίκιο, τι άλλο συμβαίνει εκεί μέσα;

Πουλιέται κάτι μέσα; Εξ όσων διακρίνω όποτε περάσω απ’ έξω, πλην μιας ή ενός ταλαίπωρου υπάλληλου που διαμοιράζει φυλλάδια, δεν βλέπω κάτι άλλο. Ούτε καν τον υποψήφιο που γιγαντώνεται στη βιτρίνα. Μα αυτό δεν θα ήταν και το πιο φυσικό; Να μπορώ να μπω σε ένα επιτελείο και να συναντήσω τον αντίστοιχο υποψήφιο να του υποβάλω τις απορίες μου; Στη Ντίσνεϊλαντ βλέπεις το σπίτι του Μίκυ Μάους, μπαίνεις μέσα και, ω! τι έκπληξη, συναντάς τον Μίκυ Μάους! Φωτογραφίζεσαι, χαριεντίζεσαι μαζί του και πας στην ευχή του Θεού. Εδώ γιατί να βλέπω τη μούρη του άλφα και του βήτα σε γιγαντοαφίσες, αλλά μπαίνοντας μέσα να βλέπω έναν κακομοίρη / κομματόσκυλο / άνεργο σε απελπισία, που απλώς μου χαρίζει ένα φυλλάδιο με τις θέσεις του υποψηφίου;

Άμα ήθελα μόνο τις θέσεις του υποψηφίου, τις έψαχνα στο ίντερνετ. Γι αυτό υπάρχει η τεχνολογία, για να χρησιμοποιείται. Εγώ θέλω να μπω στο επιτελείο και να συναντήσω ενώπιος ενωπίω αυτόν που διαφημίζεται απ’ έξω και να τον ρωτήσω πράγματα. Να τον αντεξετάσω. Αυτό γιατί δεν γίνεται; Γιατί νοικιάζονται τα γραφεία και τα καταστήματα; Για να πουλούν αέρα κοπανιστό; Ρητορικό το ερώτημα!

Πωλούνται «ΘΑ!» - Το σκετς της Δευτέρας.

-         Άνοιξεν ένα υπέροχο επιτελείο στη Μακαρίου, φέρνει κάτι «θα» που το εξωτερικό…
-         Άτε κόρη! Μα, πού;
-         Απέναντι που το Debenhams. Επετάχτηκα προχτές στο lunch break μου, είπα τους θέλω ένα «θα, θα, θα» τζιαι παρόλο που δεν είχαν στο size μου, ετηλεφώνησαν στο επιτελείο της Λεμεσού τζιαι εφέραν μου το μέσα σε μιαν ημέραν. Άριστη εξυπηρέτηση!
-         Μάσσιαλλα!  
-         Άνοιξεν τζιαι έναν άλλον επιτελείον στη Θεμιστοκλή Δέρβη, φαίνεται ωραίο που έξω, εν το δοκιμάσαμεν ακόμα, αλλά είπε μου η άλλη η κουμέρα, ότι δεν πατά πλάσμα. Κάθουνται οι πωλήτριες στο πεζοδρόμιο, καπνίζουν, τζιαι μιλούν με τον σαντουϊτσιή δίπλα ώσπου να πάει πέντε να σχολάσουσειν.
-         Έτσι εν τα επιτελεία, μάνα μου, ανοίουν, κλείουν, ανοίουν, κλείουν…
-         Εσκέφτετουν τζιαι ο γαμπρός μου να ανοίξει έναν επιτελείον... 
-    Πε μου αλήθκεια!
-    Αλλά είπα του: «πού να βουράς τωρά σιόρ, κάτσε έσσω σου να χαρείς τα κοπελλούθκια σου που εννά παν Δημοτικό τζαι ώσπου να τα ξαναδείς εννα παν να σπουδάσουν…»
-         Πε του γαμπρού σου να κάτσει στο προποτζίδικο τζιαι εν τζαι πολλύν του.
-       Γιατί κόρη; Εντάξει. Ήταν να με προσλάβει τζιαι εμένα να τον βοηθώ. Να κάθουμαι ούλλη μέρα, τζιαι η δουλειά μου να’ναι να τηλεφωνώ στα σπίθκια τζιαι να ρωτώ: «ξέρετε τον Πάμπον μας; Εν λαμπρός προποτζής, επιστήμονας! Βουρά τους καφενέδες, βουρά τις χωρισμένες, βουρά τις κακογαμημένες, παίζει μάππα, θωρεί θέατρο, κάμνει παρέα με στρέητ, με γκέι, με μπαϊσέξουαλ, με παπάδες, με καντιλανάφτες, κάμνει charities, πλυννίσκει τα δόγκια του, μυρίζει ωραία, βάλλει τζιαι αποσμητικό… Εν να τον ψήφίσετε;
-       Α, χα, χα, χα, χα! Χώρε, χώρε την κουμέρα, ίνταλοϊς τα λαλεί, η μπέστι μου! Οϊ μάνα μου! Άρεσεν μου τούτο! Εν δικηγόρος που έπρεπε να γινείς εσού!
-         Άσε, χαραμίζουμαι.

Τι χώρα! Τι χώρα ανακατσιασμένη! Πότε θ’ αφανιστεί να ησυχάσουμε!

Κυριακή, Μαΐου 15, 2016

Τζαμάλα Πράμα


Μπορώ να σου γράφω δέκα μέρες για αυτά που είδα χθες βράδι. Από πού να αρχίσω και από πού να τελειώσω;!

Να σου πω ότι το νέο σύστημα ψηφοφορίας, απλά γαμεί. Υπήρχε όντως αγωνία μέχρι το τελευταίο λεπτό, ενώ στον πίνακα της βαθμολογίας γινόταν της ανατροπής το κάγκελο. Αν και είχα επιφυλάξεις στην αρχή για το αν θα λειτουργούσε, χαίρομαι που διαψεύστηκα. Κυρίως γιατί έγινε και η διαδικασία πιο γρήγορη και οι χλεχλέδες παρουσιαστές από κάθε χώρα αναγκάζονται να μιλούν λιγότερο – Χάματσε, είσαι που είσαι γελοίος από μόνος σου, με εκείνο το κοστουμάκι και το παπιγιόν, το τερμάτισες το καραγκιοζιλίκι.

Λοιπόν. Ναι, χαλάστηκα που κέρδισε η Ουκρανία. Για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί ως γνωστόν θέλω ο διαγωνισμός να διοργανώνεται από πλούσιες χώρες ώστε να τον προάγουν και να τον αναβαθμίζουν κάθε χρόνο και περισσότερο. Η Ουκρανία πέρσι δεν συμμετείχε «λόγω πολέμου», φέτος ήρθε και το κέρδισε, έτσι απλά. Πώς θα το διοργανώσει του χρόνου, με τι λεφτά, με τι τεχνολογία, με τι ασφάλεια; Αν αναλογιστούμε ότι και το 2005 η διοργάνωση τους ήταν ολίγον τι βλάχικη, αντιλαμβάνεστε ότι δικαίως δεν έχω καθόλου προσδοκίες για του χρόνου. Εύχομαι πραγματικά να μην βρουν λεφτά να το διοργανώσουν και να πάει κάπου αλλού.

Ο βασικός λόγος που χαλάστηκα όμως, είναι το γεγονός ότι κέρδισε πατώντας πάνω σε πολιτικό θέμα. Ναι, η ερμηνεύτρια ήταν σπαραχτική επί σκηνής, είχε μια υπέροχη φωνή που ξεχώρισε μέσα στον ορυμαγδό των γραφικών, των ολογραμμάτων και των σκηνικών, αλλά το τραγούδι της ήταν πολιτικό και επίκαιρο, άρα μίζερο. Ο ξεριζωμός, σαν θέμα, μέσα σε ένα διαγωνισμό που θέλει να χαρακτηρίζεται από γκλάμουρ και γκλίττερ και από την αποθέωση της ποπ μουσικής (λέμε τώρα), πού κολλά; Λειτουργεί απλά σαν party pooper. Χορεύουμε και γλεντούμε όλοι μαζί μια χαρά, και ξαφνικά έρχεται μια Τζαμάλα ξεριζωμένη με τη μαντίλα να μας πει τον πόνο της; Θεμιτό, αλλά μίζερο. Και ποιος θα κάτσει να ακούσει τώρα ένα τέτοιο τραγούδι; Δεν προσθέτει τίποτα στο παλμαρέ των υπολοίπων νικητών. Μπορώ άνετα ακόμα και σήμερα να τραγουδώ το Insieme, το Love Shine A Light, ή έστω το …We are the heroes of our time, που κι αυτά είχαν πολιτική απόχρωση και πανανθρώπινο μήνυμα. Αλλά τον τουρκοαμανέ της Κριμαίας; Παρακαλώ πολύ! Τζαμάλα, πλησίασε παιδί μου να φας την μπάτσα σου, να μάθεις.

Φρααααπ! Άντε χάσου τώρα από μπροστά μου, ξευτιλισμένη.

Ένας ακόμα βαθύτερος λόγος που τσαντίστηκα με το ‘1944’ της Ουκρανίας, σε ένα άλλο επίπεδο, είναι γιατί απέδειξε περίτρανα ότι ο λαός που θυμάται και τιμά την ιστορία του κερδίζει. Η Κύπρος, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε ποτέ να στείλει ένα αντίστοιχο ‘1974’. Πρώτον γιατί θα έβγαινε ο Άλεξ Παναγή να μας κουνήσει το δάκτυλο και να μας υπενθυμίσει ότι «απαγορεύεται το πολιτικό τραγούδι στη Γιουροβίζιον» (ασχέτως αν και εκείνος το 1995 πήγε με πολιτικό τραγούδι αλλά ίσως να μην το πήρε πρέφα), δεύτερον γιατί θα έβγαινε η Ομάδα Κύπρος να μας πει ότι είναι «ρατσιστικό» και τρίτον επειδή η ίδια η Κυβέρνηση θα ισχυριζόταν ότι «τέτοιες ενέργειες δεν βοηθούν στη δημιουργία κουλτούρας λύσης του Κυπριακού προβλήματος και χαρακτηρίζονται ως προκλητικές». Δεν θα είχαμε τέτοια αρχίδια. Χώρια που θα έπεφτε και το τουρκικό λόμπι να μας φάει. Δεν χρειάζεται να σου υποδείξω περαιτέρω πως ως λαός είμαστε ο ορισμός του μαλάκα.

Για όλα τα πιο πάνω, ναι, τσαντίστηκα που η Ουκρανία κέρδισε.

Βέβαια, δεν ήθελα να κερδίσει ούτε η Ρωσία γιατί θα με πονούσε να κερδίσει ελληνική συμμετοχή με προπέτασμα τη ρωσική σημαία, αλλά ούτε και η Αυστραλία, η οποία μπορεί να είχε τραγουδάρα, αλλά ΟΚ, δεν μου κάθεται καλά στο μάτι να στήνει το πανηγύρι όλη η Ευρώπη για να το «κλέψει» μια ήπειρος που ήρθε από την άλλη άκρη της γης ως γκεστ, και μέσα σε δυο χρόνια κατάφερε να κερδίσει το όλο πράμα. Εδώ η Πορτογαλία 45 χρόνια δεν το κέρδισε, η Κύπρος, η Μάλτα, η Ουγγαρία, η Ισλανδία κι άλλες τόσες περιμένουν στην ουρά, καθίστε εκεί που κάθεστε αγαπημένα Κοάλα. Όταν θα διοργανώσετε του χρόνου το πρώτο Asiavision κερδίστε όσο θέλετε.

Ποιος έπρεπε να κερδίσει τελικά; Δεν ξέρω. Εγώ τα λεφτά μου, μια φορά, τα ξόδεψα στην Ιταλία, κι ας μην ήταν ούτε αυτή τελικά υλικό νίκης.

Η Κύπρος ήταν άψογη, δεν έχω να πω ούτε μια κακή κουβέντα. Η 21η θέση ακούγεται άσχημη, αλλά αν αναλογιστείτε ότι συμμετέχουν πλέον 43 χώρες, δεν είναι τραγική. Τη δεκαετία του ’90, που συμμετείχαν 22 χώρες, μία 11η θέση ήταν πάλι μέτρια. Τώρα, η 11η θέση θεωρείται θρίαμβος. Όλα σχετικά είναι. Σκεφτείτε ότι οι Minus One είχαν όλους τους Κύπριους μαζί τους, μας είχαν δημιουργήσει μια πρωτόγνωρη σύμπνοια. Αγαπήσαμε το τραγούδι τους, μάθαμε όλα τα μέλη του συγκροτήματος με το ονοματεπώνυμό τους, αυτή είναι η νίκη τους. Ναι, θα ήταν τέλειο αν έμπαιναν δεκάδα, αλλά κάνανε ό, τι μπορούσανε. Θέλω να πω, το επόμενο στάδιο θα ήταν να χακάραμε τον πίνακα βαθμολογίας και να μας βγάζαμε πρώτους αυθαίρετα. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να γίνει. Δεν πειράζει.

Η Κύπρος στον ημιτελικό κατέληξε 8η και η Ελλάδα 16η. Οι δυο χώρες μεταξύ τους αντάλλαξαν τα παραδοσιακά δωδεκάρια στην τηλεψηφοφορία. Οι επιτροπές όμως έδωσαν στην Κύπρο 8 βαθμούς, ενώ η δική μας στην Ελλάδα μόλις 3. Τώρα θα μου πεις, εκείνη η παπάρα του Τσακνή δεν άξιζε ούτε 3. Δεν πειράζει, ας παρακολουθεί η κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ ότι και τα τραγούδια για τους μετανάστες έρχονται πρώτα όταν αυτά παρουσιάζονται και ερμηνεύονται σωστά, να ξέρει πώς θα κινηθεί του χρόνου που θα ψάχνει τραγούδι με θέμα τα capital controls και τα μνημόνια. Φέρτε τον νου σας εκεί στην Ελλάδα!

Πριν κλείσω, να πω ακόμα δυο πράγματα. Πρώτον, ο Τίμπερλεϊκ ανέβασε τη διοργάνωση σε άλλο επίπεδο. Ήταν κίνηση ματ, με το που βγήκε στη σκηνή είχε ήδη τελειώσει η Γιουροβίζιον και άρχισε άλλο πράμα, άλλης κλάσης. Πραγματικά, αν θα διευρυνθεί περαιτέρω ο διαγωνισμός και θα έχουμε τέτοιες παρουσίες στη σκηνή που θα αφορούν τους τηλεθεατές από την Αμερική, την Κίνα και την Αυστραλία, χαλάλι. Δεύτερον, η έναρξη με την πασαρέλα και τη σημαία που δήθεν αποτυπωνόταν πάνω στα ρούχα των μοντέλων, χάλια μαύρα. Συνολικά όμως, ο τελικός ήταν όντως αναβαθμισμένος σε σχέση με τους ημιτελικούς.

Το όλο κακό τελείωσε στις 2 παρά το πρωί. Πραγματικά ξεράθηκα στον ύπνο. Άλλες χρονιές έμενα ξύπνιος και παρακολουθούσα αναλυτικά όλα τα στατιστικά μέχρι τις 4-5 το πρωί, φέτος τίποτα. Ου γαρ έρχεται μόνον!

Άντε τα λέμε του χρόνου.

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016

That's Eurovision

Το μόνο που κράτησα από τον 2ο ημιτελικό είναι το πιο κάτω, εισαγωγικό χορευτικό των παρουσιαστών το οποίο εξηγεί στους Κινέζους, τους Αμερικάνους αλλά και όλους όσους τρώγονται να μας ακολουθήσουν από του χρόνου, τι είναι η Γιουροβίζιον. Απλά αριστούργημα! Δεν θα μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα ο ίδιος, θεωρώ ότι το χιούμορ των Σουηδών χτύπησε διάνα. Κορυφαία στιγμή, αυτή του Riverdance. Σκατά να φάνε τα Όσκαρς, και τι δεν θα ‘δινα να ήμουν κομμάτι όλου αυτού.  


Κατά τα άλλα δεν έχω να πω πολλά. Πέρασαν οι αναμενόμενοι, αν και εγώ δεν ήθελα μέσα τους Γεωργιανούς και τους Λιθουανούς. Θα τους αντάλλαζα με Δανούς και Ιρλανδούς. Θα το φυσά και δεν θα κρυώνει ο πρώην Westlife που έριξε τη μούρη του για να παρευρεθεί στο «πανηγυράκι» και αντ’ αυτού θα επιστρέψει στο Δουβλίνο με την ουρά στα σκέλια. Ε, ας μάθει να τραγουδά καλύτερα πρώτα.

Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε το Σάββατο. Hold your horses που λένε και οι αγγλομαθείς Κυπραίοι, δυστυχώς η Κύπρος εμφανίζεται στην 14η θέση μετά την Αυστραλία. Όπως καταλαβαίνετε, όταν όλοι ακόμα θα βλέπουν πουλάκια να πετάνε από την ερμηνεία της Αυστραλίας, ελάχιστοι θα παρατηρήσουν τους δικούς μας… λύκους. Αν και ονειρεύομαι δεκάδα, δεν έχω αυταπάτες. Θα είναι ευχής έργον αν καταφέρουμε να βρεθούμε σε μια θέση μεταξύ των 10-15. 

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2016

Οι Ευρωζουρνάδες


Να ένα τετράλεπτο πραγματικά καλής τηλεόρασης. Πες μου εσύ αν ζεις συχνά τέτοιες αγωνιώδεις και ταυτόχρονα μεγαλειώδεις στιγμές σε άλλα προγράμματα και διαγωνισμούς. Όχι. Γι αυτό αγαπούμε τη Γιουροβίζιον. Γιατί καταφέρνει μέσα από μία απλούστατη και τυπική διαδικασία να συμπυκνώσει, να φορτίσει και να εκτονώσει όση φιλοπατρία μας απέμεινε. Είμαι κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένος. Πήγε τρεις το πρωί να κοιμηθώ απ’ τη χαρά μου. Η τελευταία φορά που ένιωσα κάτι θετικό για κυπριακή συμμετοχή, παίζει να ήταν από τον καιρό που ο Άλεξ Παναγή ήταν ο «Έλληνας που πολεμά» το 1995. Κάθε επιτυχία για το Σάββατο παιδιά.

Κατά τα άλλα, η Ελλάδα μας αποκλείστηκε. Συγχαρητήρια στον πανάχρηστο κύριο Τσακνή, ο οποίος μου απέδειξε ότι όσα πίστευα τόσα χρόνια για αυτόν και το σινάφι του δήθεν «εντέχνου», ισχύουν. Δεν είναι τυχαίο, μάνα μου, που όταν ακούω Τσακνής αυτόματα σκέφτομαι και τη λέξη ΑΚΕΛ. Δεν είναι τυχαίο που η αχρηστία πάει χέρι, χέρι με την αριστερά. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αλλά όχι! Όσο κι αν πονώ την Ελλάδα μου, θέλω να συνεχίσει την κατρακύλα σε όλα τα επίπεδα, γιατί μόνο άμα πιάσει απόλυτο πάτο θα εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή αυτή η ρεζίλα του ΣΥΡΙΖΑ και η χώρα θα αναγκαστεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Θέλω να εξαντλήσει την τετραετία του κανονικά, να εξαντλήσει και την υπομονή μας, να εξαντλήσει και το τελευταίο ευρώ στα ταμεία, ώστε να εξαντληθεί γενικώς από προσώπου γης και να μη ξαναδούμε τέτοιο κακό όσο ζούμε.



Τη ψήφισα την Ελλάδα και μάλιστα δυο φορές παρόλο τον θυμό μου. Τιμής ένεκεν. Γιατί ακόμη και ο ποντιακός χορός, στιλιζαρισμένος στη συγκεκριμένη σκηνή από αλλήθωρο τραγουδιστή, φαλακρό τυμπανιστή και δύο παράφωνες παρθενόπες έχει τη γλύκα του. Αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, υπάρχει κι όριο. Και αυτό τερματίστηκε πέρσι με την άοσμη, άγευστη και άχρωμη Μαρία Έλενα Κυριάκου.

Τέλος πάντων, άστα αυτά. Ο φετινός ημιτελικός δεν ήταν καλός. Σαν παραγωγή δηλαδή, ήταν μία κονσέρβα από το 2013. Παρόλο που οι Σουηδοί κάθε φορά που διοργανώνουν τον διαγωνισμό τον πάνε δέκα σκαλιά πιο πάνω, εχθές τον πήγαν δυο σκαλιά πιο πίσω. Τα είχαν όλα έτοιμα από προ-πρόπερσι: γραφικά, γραμματοσειρές, σκηνοθετικές απόψεις, παρουσιαστές, κείμενα. Καμία νέα ιδέα, καμία πρωτοτυπία. Μα, και η έναρξη, πόσο προβλέψιμη. Παιδάκια να τραγουδούν το περσινό νικητήριο τραγούδι. Έτσι άνοιξε και ο ημιτελικός του 2013. Με το Euphoria ερμηνευμένο από κωφάλαλα παιδάκια. Βάλτε λίγη φαντασία, δεν βλάπτει.

Ακόμα και το ότι η διαγωνιζόμενη χώρα εμφανιζόταν στις οθόνες μας ολογράφως, αντί να βλέπουμε τη σημαία της, εμένα με χάλασε. Θέλω το φολκλορικό στοιχείο. Αυτό σε πωρώνει. Θέλω να βλέπω τη γαλανόλευκη, δεν θέλω να μου γράφετε σκέτο Greece.

Επίσης, η σκηνή που στις γραφικές φωτογραφίες φαινόταν χαώδης και εντυπωσιακή, στην πραγματικότητα ήταν πολύ μπερδεμένη. Δυσκόλευε ακόμα και τον σκηνοθέτη να πάρει καλά πλάνα. Δεν μου άρεσε. Αδικήθηκαν πολλά τραγούδια εξ αιτίας της.

Τέλος πάντων, εύχομαι τα «καλά» να μας τα φυλάνε για το Σάββατο. Και δεν αναφέρομαι ασφαλώς στον Justin Timberlake που θα κρατήσει το interval act και ο οποίος ξεφύτρωσε από το πουθενά. Θέλω να δω πράγματα που ούτε καν μου περνούν απ’ το μυαλό και τα οποία σχετίζονται με την ιστορία του διαγωνισμού. Ούτε αμερικανιές, ούτε Super Bowl. Σουηδοί είστε, σταθείτε στο ύψος σας επιτέλους. 

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2016

This Is Stockholm Calling

Μπήκε ο Μάης, μύρισε Γιουροβίζιον και εμείς αντί να ασχολούμαστε με αυτό το σοβαρό ζήτημα, συζητούμε για τις βουλευτικές εκλογές και χάνουμε τον χρόνο μας. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί υπάρχει κόσμος που ακόμα σνομπάρει τον εν λόγω διαγωνισμό και τον θεωρεί ευτελές πανηγυράκι. Είναι αδιαμφισβήτητα ό, τι πιο προηγμένο τεχνολογικά υπάρχει στον τηλεοπτικό τομέα, συγκεντρώνει εκατομμύρια τηλεθεατές, όσο πάει αυξάνεται, πληθύνεται και διευρύνεται (φέτος θα μεταδοθεί ζωντανά στην Κίνα και την Αμερική, ενώ από χρόνου θα διοργανωθεί στην Αυστραλία και ο πρώτος αντίστοιχος διαγωνισμός για τις χώρες της Ασίας). Μόνο ο κομπλεξικός ο Τσακνής της ΕΡΤ, κάτι γραφικοί Κυπραίοι και οι βλάκες οι Εγγλέζοι συνεχίζουν να τον σνομπάρουν, δεν κοιτάν τα χάλια τους, λέω εγώ.

Αγωνιώ και φέτος. Σαν να είναι ακόμα 1990 που πρωτοείδα τον διαγωνισμό. Ας κουτσομπολέψουμε λίγο μερικά τραγούδια που φαίνεται να ξεχωρίζουν.

Φέτος δεν έχω προσωπικό αγαπημένο τραγούδι. Έχω 5-6 που ακούω συχνά, αλλά δεν έχω κάποιο που να θέλω διακαώς να κερδίσει. Φαβορί θεωρείται η Ρωσία, με ένα τραγούδι του Κοντόπουλου που ερμηνεύει ο αντίστοιχος Ρώσος Ρουβάς, ονόματι Σεργκέι Λάζαρεβ, και το οποίο περιέχει όλα τα κλισέ του διαγωνισμού. Δηλαδή, την χιλιοφορεμένη χορογραφία του Ευαγγελινού, το τηλεοπτικό εύρημα που φέτος πρόκειται για την περσινή οθόνη με τα γραφικά του Σουηδού προσαρμοσμένη στο 2016, και στίχο εμπνευσμένο από την Παπαρίζου. Είναι μια συμμετοχή που φωνάζει από μακριά ότι θέλει να κερδίσει, και η οποία συμπληρώνεται από τον Άλεξ Παναγή σαν δάσκαλο φωνητικής και άλλες γνωστές φυσιογνωμίες της Γιουροβίζιον που φέτος συντάχθηκαν με τη Ρωσία, αφού η συριζαϊκή Ελλάδα τους είπε «λεφτά-πάπαλα».



Παρόλο που πρόκειται για ένα χιτάκι του συρμού, που δεν προσθέτει τίποτα στην όποια μουσική ιστορία του θεσμού, δεν θα χαλαστώ αν κερδίσει. Να μάθει ο Τσακνής να μου το παίζει ειδήμων και να διώχνει τους Έλληνες. Να στέλνει τους δικούς του, που έχουμε να δούμε τέτοιο χάλι από τον καιρό της Διονυσίας Καρόκη, και η αφρόκρεμα της καλλιτεχνικής Αθήνας να τρέπεται στους Ρώσους. Τι κατάντια!

Η Γαλλία έχει ένα τραγούδι που βγαίνει σιγά, σιγά από την εξωτερική. Τα φαν κλαμπς το ανέδειξαν και το έβγαλαν πρώτο στην μεταξύ τους ψηφοφορία. Πρόκειται για πολύ φρέσκο πράμα, με πολύ σημερινό ήχο, ενώ και ο τραγουδιστής, Αμίρ, είναι συμπαθέστατος. Πολύ θα ήθελα να επανέλθει ο διαγωνισμός στη Γαλλία μετά από 39 χρόνια, αλλά με τις συμμαχίες υπέρ των Ρώσων και τη χλιαρή προσέγγιση του γαλλικού τηλεοπτικού δικτύου προς τον διαγωνισμό, χλωμό το κόβω να κάνει την έκπληξη. Μόνο οι επιτροπές θα το σπρώξουν, όσο το σπρώξουν.



Η Λετονία έχει επίσης ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Λέγεται Heartbeat και το έγραψε η περσινή εκπρόσωπος της χώρας, η αφρικανή Αμινάτα. Είναι άλλο ένα πολύ σύγχρονο τραγούδι με ελαφρές πινελιές ντίσκο αισθητικής. Στο διαδίκτυο υπάρχει και μια εναλλακτική βερσιόν στην οποία ο τραγουδιστής το εκτελεί στο πιάνο, που κατ’ εμέ είναι εξίσου ενδιαφέρουσα:



Καλά τραγούδια που αναμένεται να μπουν στη δεκάδα έχουν επίσης η Αυστραλία, η Βουλγαρία -που για πρώτη φορά στην ιστορία της θεωρείται φαβορί, η Τσεχία -με μία πανέμορφη τραγουδίστρια που προκαλεί δέος, η Ουκρανία με τον τουρκο-αμανέ που απεχθάνομαι, και η Ουγγαρία με μια μπαλάντα που σε μένα όμως δεν λέει απολύτως τίποτα. Την Ιταλία δεν την αναφέρω, γιατί για μένα είναι πάντα νικήτρια, κάθε χρόνο υπέροχη. Μεροληπτώ υπέρ της γιατί θεωρώ πως η αυθεντία αυτής της χώρας σε κάθε τι καλλιτεχνικό είναι αδιαμφισβήτητη και είναι απλά τιμή μας που την έχουμε μαζί μας.




Τέλος θα ήθελα να κάνω ειδική μνεία στη δική μας συμμετοχή. Όπως θα γνωρίζετε όσοι με διαβάζετε χρόνια, εγώ με τους Minus One ουδέν μουσικό κοινό έχω, ουδεμία ταύτιση μπορώ να νιώσω και ουδόλως μπορώ να θεωρηθώ φαν τους. Παρόλα αυτά, τους βγάζω το καπέλο για τους παρακάτω λόγους:

Προσέγγισαν εξαρχής τον διαγωνισμό με σεβασμό και μελέτησαν και σχεδίασαν με απόλυτο επαγγελματισμό το κάθε τους βήμα. Έγραψαν ένα τραγούδι που ικανοποιούσε τα στάνταρτς τους, χωρίς να θεωρείται εναλλακτικό για το ύφος του διαγωνισμού. Έψαξαν και βρήκαν τους καλύτερους ανθρώπους για να συνεργαστούν, βλέπε τον Σουηδό Thomas G:son που έγραψε αρκετές επιτυχίες του διαγωνισμού, ενώ επιστράτευσαν τη χορογράφο της Loreen, που χορογράφησε το Euphoria, για να επιμεληθεί τη σκηνική τους παρουσία. Δεν έχασαν ευκαιρία να προωθήσουν το τραγούδι και ταξίδεψαν στη Μόσχα, στο Άμστερνταμ και στο Λονδίνο για να παρευρεθούν σε αντίστοιχα πάρτι. Γύρισαν ένα βίντεο κλιπ που δεν εξέπεμπε φτήνια, πράγμα σπάνιο δεδομένης της γιουροβιζιονικής μας ιστορίας, μα πάνω απ’ όλα δείχνουν να το διασκεδάζουν χωρίς να το θεωρούν αρπαχτή. Αν τους παρακολουθήσεις στα κοινωνικά δίκτυα θα δεις ότι παρόλο που δεν απευθύνονται σε ροκ ακροατήριο, δεν δείχνουν να βαριούνται λεπτό. Εγώ στη θέση τους θα βαριόμουν.

Αυτοί οι άνθρωποι δυστυχώς δεν κατάφεραν να βρουν ούτε ένα χορηγό για να χρηματοδοτήσει την πορεία τους σ’ αυτό το φεστιβάλ. Ούτε ένας κυπριακός οργανισμός δεν θεώρησε σωστό να τους σπρώξει λίγο. Αν σκεφτείτε ότι η τραγωδία / εμετός που στείλαμε το 2013 με τη Δέσποινα Ολυμπίου, και η οποία ήρθε προτελευταία στον ημιτελικό της, είχε σπόνσορα τη Cytamobile Vodafone, μπορείτε να αντιληφθείτε πόσο σωστά ιεραρχεί αυτή η χώρα τις μουσικές της προτεραιότητες ή τέλος πάντων, πόσο σκαμπάζει γενικότερα από μουσική.

Χίλια μπράβο στους Minus One, δεν μπορώ να βρω ούτε ένα ψεγάδι σ’ αυτή τους την απόπειρα. Μέχρι στιγμής τα κάνουν όλα όπως πρέπει. Μακάρι να πάρουν την πιο ψηλή θέση που πήρε ποτέ η Κύπρος, κι ας φάνε και τη Βίσση, χαλάλι. Θέτουν τον πήχη πολύ ψηλά και εύχομαι να αποτελέσουν την αρχή για μια σειρά από αντίστοιχου επιπέδου συμμετοχές στο μέλλον. Η Γιουροβίζιον δεν θα έπρεπε να θεωρείται το εφαλτήριο του κάθε επαρχιώτη που ονειρεύεται καριέρα στην Αθήνα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν και κατά κόρον τη δεκαετία του ’80 και ’90 (άλλες εποχές τότε βέβαια). Η Γιουροβίζιον θα έπρεπε να θεωρείται το κάρμα του κάθε καλλιτέχνη. Η επισφράγιση της καριέρας του, η ολυμπιακή του καταξίωση.

Τούτων λεχθέντων, κηρύσσω την έναρξη της πιο ενδιαφέρουσας τηλεοπτικής και όχι μόνο, βδομάδας του έτους (χτυπώ το γκογκ). 

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2016

Έξι Στραγγαλισμένα Παιδάκια Στη Ζούγκλα

Λόγω του ότι το Jungle Book μου άρεσε υπερβολικά, έψαχνα αφορμή να το ξαναδώ. Και τι καλύτερο άλλοθι θα μπορούσα να βρω από το να «αναγκάσω» τον 8χρονο ανιψιό μου να με ακολουθήσει σε μία επαναληπτική θέαση, γιατί πρόκειται «περί αριστουργηματικής ταινίας, θα πάθεις πλάκα με τα γραφικά και τα λοιπά, και τα λοιπά», ασχέτως αν τα 8χρονα πλέον θεωρούν αυτού του είδους τις ταινίες ολίγον τι ξεπερασμένες για την ηλικία τους.

Ας έρθω όμως στο προκείμενο. Η δεύτερη θέαση της ταινίας θα έπρεπε να γίνει στη μεταγλωττισμένη έκδοση για ευνόητους λόγους. Κόψαμε εισιτήρια για την ελληνική βερσιόν – που παρεμπιπτόντως είναι χάλια συγκριτικά με την αυθεντική, μία βερσιόν που προϋποθέτει ατσάλινα νεύρα καθότι σ' αυτήν συναθροίζονται παρέες παιδιών με μέσο όρο ηλικίας τα δέκα χρόνια. Πράγμα που για σένα που είσαι γονέας μπορεί να αποτελεί ρουτίνα, όμως διά εμέ που ακόμα είμαι σκέτος θείος, είναι κάτι το πρωτόγνωρο και όπως θα δεις, κάτι το μαρτυρικό.

Μπαίνουμε στην αίθουσα του σινεμά, καθόμαστε κάτω, κλείνουμε τα κινητά μας, αρχίζουμε να τρώμε τα ποπ κορν μας και ξαφνικά γινόμαστε κοινωνοί της εξής τραυματικής εικόνας: Μία παρέα από έξι ασυνόδευτα παιδιά εισέρχεται στην αίθουσα. Μπροστάρης ο μεγάλος αδελφός, περί των δέκα ετών, ακόλουθοι τα αδέλφια – ξαδέλφια του, που κυμαίνονταν από τεσσάρων μέχρι οκτώ χρονών. Ο μεγάλος αδελφός με βήμα καμαρωτό, με το που πατά το ξερό του σε μία αίθουσα που με δυσκολία περιείχε άλλα 30 άτομα, βροντοφώναξε: «αγάπη μόνο!»

Αν δεν ξέρεις τι πάει να πει «αγάπη μόνο» και αν δεν γνωρίζεις ποιος μαλάκας το έκανε μόδα, σε παραπέμπω στο πιο κάτω βίντεο:



Όπως βλέπετε, τα τέκνα αυτής της δοξασμένης χώρας, το αύριο της ανθρωπότητας, εμπνέεται από ζώα σαν και το πιο πάνω για να πουλάνε μούρη στους φίλους τους. Βλέπουν τον συγκεκριμένο τύπο και αντί να κάνουν επί τόπου εμετό, θεωρούν πως είναι αρκετά διασκεδαστικός ώστε να τον μιμηθούν. Γιατί δεν βρίσκεται κάποιος να τους πνίξει και τον μεν και τους δε, είναι άξιον απορίας. Το «αγάπη μόνο» βούιξε στην αίθουσα άνευ λόγου και αιτίας, τουλάχιστον 4-5 φορές ώσπου να αρχίσουν να πέφτουν οι διαφημίσεις στην οθόνη. Τα αδελφάκια του έβρισκαν πολύ χαριτωμένο που ο μπιγκ μπράδερ πουλούσε πνεύμα κατ’ αυτόν τον τρόπο και χαριεντίζονταν αναλόγως, ξεσπώντας σε υστερικά γέλια.

Περίμενα πώς και πώς να δω ποιος θεόβλαχος γονέας θα έσκαγε μύτη να συνοδεύσει τα συγκεκριμένα παιδάκια, εις μάτην. Παρέμειναν και τα έξι ασυνόδευτα. Δεν ήξερα ποία ήταν η θέση μου, κι αν έπρεπε να βρω έναν υπεύθυνο του σινεμά να αναφέρω το γεγονός, αλλά ήμουν σίγουρος πως όπως και να είχε δεν θα είχαμε καλά ξεμπερδέματα με δαύτα. Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στον πολιτισμένο θείο που δείχνει το καλό παράδειγμα στον ανιψιό του, και ο οποίος ευγενικά υποδεικνύει στα παιδάκια ότι δεν μπορούν να συμπεριφέρονται σαν να τους ανήκει το σύμπαν, και προ πάντων να μην αμολούν το «αγάπη μόνο» σε υψηλά ντεσιμπέλ εντός της αιθούσης, και ανάμεσα στον πραγματικό μου εαυτό που με πρόσταζε να τα αρπάξω και τα έξι, ένα-ένα, από το λαρύγγι και να τα σφίξω ώσπου να μελανιάσουν και να ζητούν οίκτο λίγο πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή μέσα στο K Cineplex.

Έκανα υπομονή και απλά παρακολουθούσα έκθαμβος. Όταν είδα ένα από τα δύο κοριτσάκια να βγάζει από τη τσέπη του ένα κινητό και να δείχνει στον μεγάλο της αδελφό τη φωτογραφία ενός τύπου που πρόβαλλε στον φακό το μεσαίο του δάκτυλο, τύπου κωλοδάχτυλο, και όταν ο αδελφός της, της απάντησε με πλήρη φυσικότητα «στρούμπωσε να σου το μπήξω, κόρη», είχα ήδη μπήξει τα νύχια μου στην πολυθρόνα για να μην εκτοξευτώ στο διάστημα από τα νεύρα. Ο ανιψιός μου, που με ψυχολόγησε άψογα, γύρισε και μου είπε «τι γαϊδούρια!»

Αυτό ήταν! Με αυτή του τη φράση ήταν σαν να έχω το ΟΚ του να επέμβω. Χτυπώ τα χέρια μου πάνω στην μπροστινή μου πολυθρόνα προκειμένου να έχω την προσοχή τους. Γυρίζουν και με κοιτούν. «Λοιπόν! Σκάστε αυτήν τη στιγμή γιατί θα γίνει το σώσε!» τους είπα. Τα χωρκατόπαιδα με κοίταξαν αφ’ υψηλού με εκείνο το γνωστό υφάκι που υποδηλούσε ότι ήξεραν πως σαν παιδιά έχουν το ακαταλόγιστο, πως έχουν το πάνω χέρι και το κινητό της Λήδας Κουρσουμπά αποθηκευμένο στο κινητό τους και ότι κανείς δεν θα τολμούσε να δείρει παιδιά εν έτει 2016 και πως στην τελική ‘ποιος είσαι εσύ κύριος που τολμάς να μας κάνεις παρατήρηση;' και με αγνόησαν επιδειχτικά.

Πόσο πιο εύκολο μου το έκαναν! Σηκώθηκα όρθιος, ξαναβάρεσα τα χέρια μου στην πολυθρόνα και κοίταξα κατάματα τον ‘μεγάλο αδελφό’ με ένα βλέμμα που μιλούσε από μόνο του και έλεγε λίγο πολύ τα εξής: «Πρόσεξε καημένε μου, και μην μου παίζεις εμένα τον καμπόσο, γιατί ένα ‘αγάπη μόνο’ να ξανακούσω εδώ μέσα θα βάλω τον Μόγλη να σε ανασκολοπίσει με τον Μπαλού, ενώ η μάνα σου θα το 'φχαριστιέται από τον Μπαγκίρα τον πάνθηρα, γαμώ το σπίτι σας γαμώ, μαλακισμένα κωλόπαιδα!» Όλα αυτά μαζί συμπτύχθηκαν, οι λέξεις έγιναν πόλτός μέσα στο μάτι μου το οποίο είχε αρχίσει να αστράφτει, και μετουσιώθηκαν σε ένα ακόμα ηχηρό: «ΣΚΑΣΤΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΣΩΣΕ!» Και αυτά προφανώς πήραν το μήνυμα, το αποκωδικοποίησαν, το έκαναν εικόνα και αμέσως το βούλωσαν, γύρισαν μπροστά τους, και δεν έβγαλαν άχνα για όσο διαρκούσε η ταινία.

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο ‘μεγάλος αδελφός’ γύρισε με την άκρη του ματιού του να με κοιτάξει περιφρονητικά, να δοκιμάσει τα όριά μου, αλλά ευτυχώς έτυχε και τις δυο φορές να τον καρφώνω με το βλέμμα μου (τυχαία), το βλέμμα το γνωστό, το «ετοιμάσου για Δίκη κεκλεισμένων των θυρών», οπότε και έστριψε αμέσως το κεφάλι του μπροστά.

Μα «αγάπη μόνο» και «στρούμπωσε να σου το μπήξω»; Μωρά οκτώ χρονών να εκφράζονται έτσι, μόνα τους μέσα στο σινεμά; Και δεν βρίσκεται ένα γραφείο ευημερίας να τα μαζέψει; Ένας γιατρός να στειρώσει τους γονείς τους; Ένας ελεύθερος σκοπευτής να τους πυροβολήσει; Πόσο μαλάκες είστε που τα αμολάτε μέσα στο Mall για να σας αφήσουν ήσυχους καθώς εσείς απολαμβάνετε τα ψώνια σας; Εγώ για να πω «γαμώ το» και «μαλάκα» έφτασα 18 χρονών, που λέει ο λόγος. Ποιος λόγος; Τόσο είχα πάει. Ο κολλητός μου ακόμα με περιπαίζει που έπρεπε να ενηλικιωθώ για να βρίσω. Και να βλέπω κοριτσάκια και αγοράκια σαν τον ανιψιό μου να εκφράζονται έτσι; Ξύλο στους γονείς ώσπου να λιποθυμήσουν!

Επίσης, να πω ότι μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι στην αίθουσα υπήρχαν κι άλλοι γονείς, μεγαλύτεροι από εμένα, οι οποίοι έδειχναν μεν τη δυσφορία τους για το ότι ο μικρός φώναζε «αγάπη μόνο» επανειλημμένα, μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν να αλλάξουν ακόμα και θέση για να μην τον έχουν πίσω τους ή μπροστά τους, όμως ουδείς μπήκε στον κόπο να τον ρωτήσει «πού είναι η μάνα σου», «γιατί είστε ασυνόδευτα έξι παιδιά μέσα στο σινεμά» ή τέλος πάντων να τον συνετίσουν. Τώρα θα μου πεις, εσύ γιατί δεν έπραξες κάτι αντίστοιχο;

Ε, μα δεν έχω τόση ψυχραιμία. Εγώ με κάτι τέτοια παθαίνω σοκ. Πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου παρέστην σε προβολή ταινίας σε παιδική ζώνη και δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα είχα να αντιμετωπίσω και τα μούλικα του καθενός. Ίσως ήταν λάθος μου, αλλά πραγματικά, το μόνο που μου πέρασε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή ήταν να τα πνίξω. "Αγάπη μόνο, θέλω αγάπη (συνοδεία ιαχής ινδιάνου)". Και το «σκάστε γιατί θα γίνει το σώσε» ήταν το πιο πολιτισμένο που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, λειτούργησε, δούλεψε. Γιατί ο πολιτισμός μας μάρανε εδώ που τα λέμε. Αν τους έλεγα «έχετε την ευγενή καλοσύνη, γλυκά μου παιδιά, να μην εκφράζεστε σαν τα πουτανοκαθυστερημένα και να σεβαστείτε τους υπόλοιπους θεατές» θα το εκτιμούσαν απείρως και τα έξι.

Θα έχω τεράστιο θέμα όταν θα γίνω πατέρας και πρέπει να αρχίσω να το δουλεύω από τώρα. Αν στα 35 μου έχω κάπως συμβιβαστεί με το κυπριακό χωρκαθκιόν και έμαθα να το διαχειρίζομαι (όσο το διαχειρίζομαι) για την προσωπική μου ψυχική υγεία, όταν θα γίνω πατέρας θα πρέπει να κάμω πραγματικό πόλεμο ώστε να μην μολυνθούν τα παιδιά μου από τον ιό της Κύπρου. Κλειδαμπαρωμένα μέσα στο σπίτι θα τα έχω όλη μέρα. Από συνέντευξη θα περνούν οι φίλοι τους πριν μας επισκεφτούν. Και από διαγώνισμα Ελληνικών. Όσοι γράφουν κάτω από 17/20, έσσω τους! Ακούς εκεί «στρούμπωσε να σου το μπήξω!» και «Αγάπη μόνοοοο». Ζώα!

Κατά τα άλλα, ο 8χρονος ανιψιός μου με εντυπωσίασε. Μπορεί να είναι οκτώ, αλλά έχει ήδη μυαλό για 18. Ό,τι πήγαινα να του εξηγήσω, το είχε ήδη καταλάβει ή το θεωρούσε αυτονόητο. Εκεί που πραγματικά με πέθανε όμως, ήταν όταν εμφανίστηκε το φίδι Κάα στην ταινία με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον. «Γιατί το φίδι το υποδύεται γυναίκα; Επειδή είναι πονηρό;»

Πέθανα! Τον αγαπώ!

Σάββατο, Απριλίου 30, 2016

Το Βιβλίο Της Ζούγκλας


«Το βιβλίο της Ζούγκλας» ήτοι «Ο Μόγλης» ουδέποτε αποτέλεσε μία από τις αγαπημένες μου ταινίες του Ντίσνεϊ. Μικρός δεν άντεχα να τον παρακολουθήσω ολόκληρο. Έκλεινα το βίντεο λίγο μετά το “Bare Necessities”. Έβρισκα φρικτά βαρετή την ιστορία και την πλοκή, σοβαρά τώρα, ποιος χέστηκε στην ηλικία των δέκα για ένα Ινδιανάκι που μεγαλώνει με λύκους στη ζούγκλα και πολεμά έναν τίγρη. Η κινηματογραφική μεταφορά όμως, εν έτει 2016, είναι εξαιρετική και με κράτησε σε εγρήγορση μέχρι τέλους.

Εντάξει, παραδέχομαι ότι κάποιες σκηνές θα μπορούσαν να ήταν συντομότερες, εντούτοις στρογγυλοκάθισα στο σινεμά μια χαρά και δεν κοίταξα ούτε λεπτό το ρολόι μου μέχρι να τελειώσει.

Τα highlights της ταινίας των κινουμένων σχεδίων, που για μένα είναι τα τραγούδια και ειδικότερα το επικό “bare necessities” και το τζάζι “I wanna be like you”, λειτουργούν δυστυχώς συμπληρωματικά στην πλοκή. Τα δε υπόλοιπα, βλέπε “Trust in Me” και το εμβατήριο των ελεφάντων, παρακάμφθηκαν πλήρως. Ναι, τα τραγούδια παρουσιάζονται σαν φόρος τιμής στους φαν, δεν εξυπηρετούν την υπόθεση, δεν τονίζονται, ούτε αναγάγουν το έργο σε μιούζικαλ, κάτι που με ξενέρωσε εν μέρει, αλλά αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο δεν θέλησαν να «γαμήσουν» το έργο. Στο ενδεχόμενο να απουσίασουν πλήρως βέβαια, δηλώνω ευχαριστημένος ακόμη κι έτσι. Δες τι εννοώ:



Αυτό ήταν όλο. Πάντως είναι πιο πετυχημένη αυτή η μεταφορά, παρά η περσινή Σταχτοπούτα, και γενικότερα πρόκειται για πολύ πιο πιστή μεταφορά του καρτούν του ΄67, παρά αυτή της Maleficent πρόπερσι, που αν και με καθήλωσε, εντούτοις τράβηξε την ιστορία της ‘Κοιμωμένης Καλλονής’ απ’ τα μαλλιά προκειμένου να εξυπηρετηθεί η περσόνα της κυρά Τζολί.

Εν ολίγοις να το δείτε, αξίζει. Γυρίστηκε όλο μέσα σε στούντιο και δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή γυρισμένη σε φυσικό περιβάλλον.



Του χρόνου έρχεται η «Ωραία και το Τέρας» σε πλήρη συμφωνία με το καρτούν και με όλα τα τραγούδια παρόντα, φαντάζομαι και προσδοκώ να παρουσιάζονται in full glory.

Πόσο χαίρομαι που ο Ντίσνεϊ βρήκε τον τρόπο να με κρατά ακόμα παιδί και να μου αποδεικνύει ότι δικαίως επένδυσα και επενδύω πάνω του όλη μου την παιδικότητα.

Δευτέρα, Απριλίου 25, 2016

Στο Ντιβάνι

Αυτές τις μέρες με έχουν καταπνίξει τα γνωστά ψυχολογικά δαιμόνια, τύπου «τι γυρεύω εγώ σ’ αυτή τη χώρα» και «τι κοινά έχω εγώ με όλους αυτούς γύρω μου», δαιμόνια τα οποία καταφέρνω και δαμάζω ως ένα βαθμό ώστε να επιβιώνω, μα τα οποία από καιρού εις καιρόν θεριεύουν και με «βουρλίζουν», που λέει και η Λαίδη.

Υπήρξα τυχερός στη ζωή μου και αυτό γιατί πήγα σε καλά –και προ πάντων δημόσια- σχολεία. Οι φίλοι μου και οι συμμαθητές μου σήμερα αποτελούν την αφρόκρεμα, έκαστος στο είδος του. Έτσι, μέχρι τα 18 μου ουδέν πρόβλημα αντιμετώπιζα με την κυπριακή πραγματικότητα. Αν θέλεις το πιστεύεις, την Κύπρο την είχα περί πολλού. Γινόμουν ταύρος αν άκουγα κάτι υποτιμητικό γι αυτήν. Η Κύπρος, όμως, ήταν το σύνολο των φίλων και συγγενών μου, εξ ου και επρόκειτο για παράδεισο. Ή τέλος πάντων, για ένα ωραιότατο μέρος για να ζεις.

Στα 18 κατετάγην στον στρατό. Και εκεί κατάλαβα ότι οι συμμαθητές μου και οι συγγενείς μου δεν ήταν ακριβώς αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι πάει να πει Κύπρος. Στον στρατό (από τον οποίο γενικότερα έχω ωραίες αναμνήσεις), είδα κι έμαθα τι πάει να πει Κύπρος επί της ουσίας. Εκεί άρχισε η απομυθοποίηση που σήμερα μετουσιώθηκε σε σκέτη αηδία και πλήρη απαξίωση.

Ξέρω ότι βαριέστε τις ιστορίες του στρατού, αλλά το τι είχαν δει τότε τα μάτια μου, αξίζει ειδικής μνείας. Από στρατιώτες -συνομίληκούς μου- που πηδούσαν κατσίκες για να ξεχαρμανιάσουν ή κακοποιούσαν ζώα για να περάσει η ώρα τους, μέχρι αγράμματους αξιωματικούς οι οποίοι δεν άντεχαν το γεγονός ότι ήμασταν ισόβαθμοι, με τους ίδιους να έχουν βγάλει μετά βίας μισό γυμνάσιο. Χαρακτηριστικά θυμάμαι που νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Απορούσα πού κρύβονταν όλοι αυτοί τόσα χρόνια και γιατί ξαφνικά μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί στο ίδιο μέρος.

Κοίτα τώρα δείγματα γραφής. Δε θα ξεχάσω τη μέρα που ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας και ο Διοικητής με ειρωνεύτηκε εντόνως επειδή παρήγγειλα ντελίβερι από τη Πίτσα Χατ και δεν προτίμησα τα σουβλάκια που είχε παραγγείλει ο ίδιος από την τοπική ταβέρνα. Το εξέλαβε ως σνομπισμό εκ μέρους μου. Λες και αν ήθελα να τον σνομπάρω, στα σουβλάκια θα κολλούσα. Δεν αρκούσε ο τρόπος που έγραφε και μιλούσε που παρέπεμπαν σε άτομο με ειδικές (αν)ικανότητες... Κομπλεξαρίστηκε από την πίτσα, λες και επρόκειτο για χαβιάρι μπελούγκας. Εννοείται ότι πέραν της προσωπικής μομφής, το θέμα συζητήθηκε και στην εβδομαδιαία συνάντηση στελεχών, σε πλήρη απαρτία. Γιατί ο εχθρός του στρατού δεν ήταν ποτέ η απειθαρχία και η ημιμάθεια, αλλά ο Αντίχριστος που τόλμησε να φάει Πίτσα Χατ, σνομπάροντας τα σουβλάκια του Διοικητή. Εις θάνατον! Εννοείται ότι σε τέτοιες επιθέσεις παρόλο που σε χέζουν μπροστά στα μούτρα σου, δεν σου επιτρέπουν να δικαιολογηθείς, ούτε να πεις τη δική σου άποψη (Παρεμπιπτόντως, δεν τρώω κρέας, ούτε σουβλάκια, ούτε κοτόπουλα, ούτε τίποτε. Ό,τι θέλω θα παραγγέλνω και λογαριασμό δεν θα σας δώσω). 

Παρόμοια «επίπληξη» μου είχε γίνει όταν μία μέρα έφτασα στο στρατόπεδο με το αυτοκίνητο του πατέρα μου (ήμουν 18 χρονών τότε, δεν είχα δικό μου) και ο διοικητής θεώρησε προσβλητικό το ότι εκείνος έφτανε με το υπηρεσιακό τζιπ, ενώ εγώ «με μία λιμουζίνα» (όπου λιμουζίνα βλέπε ένα γκρίζο passat της wolksvagen). Με συμβούλευσαν να το αποφεύγω στο μέλλον, αν ήθελα να περάσω καλά το υπόλοιπο της θητείας μου. Για να σε προλάβω, όταν είχα εκφράσει κι εγώ επιθυμία να μεταβαίνω στο στρατόπεδο με το υπηρεσιακό όχημα, εισέπραξα δυσφορία καθότι από το δρομολόγιο δεν μπορούσε να παρακαμφθεί η Λακατάμια και να συμπεριληφθεί η εξωτική Έγκωμη. Θα αργούσαν οι Ίλαρχοι. Και θα έπρεπε ο οδηγός να ξυπνά νωρίτερα για να μας προλάβει όλους, άκουσον – άκουσον, φρικτή ταλαιπωρία!

Θυμήθηκα και άλλο περιστατικό. Μια φορά τσακώθηκα με δυο γυναίκες υπαξιωματικούς. Οι οποίες ήταν αρκετά μάχιμες και αρχιδάτες ώστε να καταταγούν εθελοντικά στον στρατό, αλλά αρνούνταν το βράδυ να βγουν σε περιπολία διότι φοβούνταν μην τυχόν τους επιτεθεί άσεμνα κάποιος στρατιώτης σε κάποια απόμερη σκοπιά. Όταν τους υπέδειξα το σχιζοφρενικό του πράγματος, ότι δεν γίνεται να υπηρετείς χωρίς ουσιαστικά να υπηρετείς, μία εξ αυτών (που ήταν έγκυος και κάπνιζε ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα αδιαφορώντας προκλητικά για την υγεία του εμβρύου) μου απάντησε πως «έννεν που τη δουλειά μου» και ότι αν επέμενα να βγουν στην περιπολία θα μου έκαναν γραπτή αναφορά.

Αυτά τα χαζά, και άλλα τόσα που δεν προλαβαίνω να παραθέσω εδώ γιατί θα γράφω μέχρι μεθαύριο, στα λέω για να καταλάβεις τι πάει να πει Κύπρος. Γιατί πολλοί από εσάς νομίζετε ότι η Κύπρος είναι τα δροσερά βουνά, οι ζεστές παραλίες και τα ξερά λαγκάδια. Δεν είναι. Η Κύπρος είναι όλα τα πιο πάνω που περιέγραψα. Ένα κουβάρι από επαρχιώτικο κόμπλεξ που χρήζει αφανισμού με τη χαντζάρα.

Μετά τον στρατό έφυγα για να σπουδάσω και έζησα μια υπέροχη δεκαετία με ελάχιστους Κύπριους μες τα πόδια μου. Είχα προσαρμοστεί παντού με ευκολία, είχα φίλους από ένα εκατομμύριο χώρες, ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Και πάνω στην ευτυχία ξεχνάς τα ρεζιλίκια του στρατού, νομίζοντας πως επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά, υπό ειδικές συνθήκες, και σε πιάνει ο νόστος. Επιστρέφεις στην πατρίδα αναζητώντας τη θαλπωρή των παιδικών σου χρόνων, αλλά εισερχόμενος στην κυπριακή κοινωνία, σαν ενήλικας αυτή τη φορά, συνειδητοποιείς ότι τα πάντα είναι όπως τον κυπριακό στρατό.

Κατ’ ακρίβεια είναι πολύ χειρότερα και απελπιστικά. Ο στρατός είχε διάρκεια μόλις δυο χρόνια. Ήξερες πως θα τελειώσει κάποτε και έκανες υπομονή. Επίσης, το νεαρό της ηλικίας σου δεν σου επέτρεπε να τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς. Μα, δυστυχώς η κυπριακή πραγματικότητα στα ενήλικα χρόνια, παύει μόνο με το δικό σου τέλος. Όλοι αυτοί που πηδούσαν κατσίκες, κακοποιούσαν ζώα, έμεναν άπλυτοι και κοιμούνταν με τα άρβυλα για μέρες, όλες αυτές που το έπαιζαν χειραφετημένες ενώ ήταν σκέτες κότες, και όλοι αυτοί που ενοχλούνταν επειδή οδηγείς καλύτερο αυτοκίνητο από το δικό τους και θίγονταν επειδή εσύ τρως πίτσα ενώ αυτοί σουβλάκια (γελώ αλλά έτσι γίνεται), υπάρχουν παντού.

Σε όποια πέτρα κι αν σηκώσεις. Στο κυπριακό Δημόσιο, στην πολιτική, στο facebook. Και δεν πέφτει ούτε ένας λιμός, ούτε ένας καταποντισμός, ούτε μία οστρακιά, δεν γίνεται μισός σεισμός να μας απαλλάξει από αυτή την  βρόμα και τη δυσωδία.

Μόνο στους Τούρκους μπορώ να ελπίζω και στη συνθήκη του Σένγκεν. 

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2016

Hacer La Mudanza*

Ο Μάιος προβλέπεται ένας ωραιότατος μήνας.

Κι αυτό γιατί επιτέλους θα μετακομίσουμε σε σπίτι της προκοπής.

Όταν πήραμε την απόφαση να παντρευτούμε με τη Μπρέντα, τον Ιούνιο του 2014, είχαμε μόνο 6 μήνες μπροστά μας για να οργανώσουμε τον γάμο. Πέραν αυτής της διαδικασίας, έπρεπε να βρούμε και ένα διαμέρισμα να συγκατοικήσουμε, γιατί «πώς θα παντρευτείτε αν δεν συγκατοικήσετε πρώτα;» και «πού ξέρετε αν ταιριάζετε;» και άλλα τέτοια γραφικά που φροντίζει να σου υπενθυμίζει ο αγαπητός περίγυρος όταν ανακοινώνεις ότι θέλεις να παντρευτείς χωρίς πρώτα να έχεις συγκατοικήσει.

Θυμάστε τι είχε γίνει. Πήραμε σβάρνα τη Λευκωσία με πολλούς και τρισάθλιους μεσίτες κατά πόδας, για να βρούμε διαμέρισμα. Σας τα είχα γράψει τότε τα χαΐρια μας. Και βρήκαμε τελικά. Στην αρχή χαρήκαμε, αφού βρήκαμε το μη χείρον βέλτιστον, αλλά ύστερα από μερικές βδομάδες κοιταζόμασταν μεταξύ μας και σκεφτόμασταν γιατί κάναμε στους εαυτούς μας τέτοιο κακό. Μισούσαμε τον καναπέ του ΙΚΕΑ, που ήταν τόσο ανθεκτικός ώστε σχημάτισε τα οπίσθιά μας στις μαξιλάρες του πριν καν τελειώσει το πρώτο σήζον του how to get away with murder, μισήσαμε τα μπάνια που ήταν τόσο μικρά, που αν έκλανες εκεί μέσα ανατιναζόταν μαζί τους και όλο το οικοδομικό τετράγωνο, μισήσαμε τη γειτονιά που παρέπεμπε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, γενικώς ήταν η πιο επιπόλαιη απόφαση που πήραμε.

Και όλα αυτά, για να συγκατοικήσουμε πριν τον γάμο και να μην μας πουν «μα παντρευτήκατε χωρίς να ξέρετε αν ταιριάζετε;»

Μα, για τι μας περάσατε; Ήμαστε τίποτα 20χρονα που παντρεύονται αμάν, αμάν με το πρώτο καρδιοχτύπι; Κάπου εκεί στα 30 και βάλε παντρευτήκαμε σαν τα γεροντοπαλίκαρα. Με τη Μπρέντα γνωριζόμασταν ήδη από την καλή και από την ανάποδη, είχαμε ταξιδέψει μαζί σε 8 διαφορετικές χώρες, ήξερα τα χούγια της, ήξερε τα δικά μου, ήξερα ότι ήταν ακατάστατη, ήξερε ότι είμαι ιδιότροπος, ήξερα ότι πετά τα παπούτσια της όπου βρεθεί, ήξερε ότι δεν ξέρω να μαγειρεύω και ότι θέλω να μου κόβει τη σαλάτα και να με αντιμετωπίζει σαν σουλτάνο, και εν γνώσει όλων αυτών των παραγόντων προχωρήσαμε σε γάμο. Δεν ήταν ανάγκη να στριμωχτούμε στα μπουντρούμια της Αγλαντζιάς για να το επιβεβαιώσουμε.

Κλείνουμε 21 μήνες στο νοίκι και ξοδέψαμε €11.130 γι αυτό. Με τα ίδια λεφτά πέρσι ταξίδεψα σε 5 εξωτικές χώρες για τρεις βδομάδες κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος. Τι κατάλαβα που τα ξόδεψα στη σπιτονοικοκυρά; Τίποτα!

Να μπει ο Μάης, Παναγίτσα μου, να μετακομίσουμε στο σπίτι της Μπρέντας και τι στον κόσμο. Άσκοπα έξοδα, και αχρείαστο ψυχολογικό κόστος, απλά και μόνο για να μην πει ο κόσμος «αυτοί παντρεύτηκαν και δεν έζησαν πριν μαζί». Αντί να γίνουμε πρωτοπόροι υποπέσαμε στη λούμπα της κάθε θείτσας.

Μα, από πότε με κόφτει τι θα πει ο κόσμος, και από πότε υπακούω εγώ σε αυτές τις μικροαστικές δεισιδαιμονίες;


Καλά να πάθω κι εγώ. Κλάψε τώρα τις 11 χιλιάδες που πέταξες. 

*Hacer la mudanza θα πει μετακομίζω. Να μαθαίνουμε και τίποτα καινούριο μιας που τα ξαναπιάσαμε τα Ισπανικά.