Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2026

Θα Μου Περάσει

 

Ποιο είναι, φίλοι μου, το νόημα της ζωής;

Το έχετε βρει; Το έχετε κατακτήσει;

Για μένα το νόημα της ζωής ήταν πάντα τα παιδιά.

Ήμουν κάποτε 19 ετών και έγραφα στο ημερολόγιο μου ότι λαχταρώ και ανυπομονώ για τη μέρα και τη στιγμή που θα γίνω πατέρας. Έπρεπε να φτάσω τα 36 για να το πετύχω, και στο μεταξύ διένυσα πολλά χρόνια απελπισίας που δεν το έβλεπα να επιτυγχάνεται. Να όμως που με αξίωσε ο Θεός και έκανα δυο υπέροχα παιδάκια, πραγματικά θαύματα, τα οποία έδωσαν νόημα στην ύπαρξή μου και πραγματική ευτυχία. Γι’ αυτά ζω και γι’ αυτά υπάρχω.

Αυτό, βέβαια, δεν ξέρω πόσο υγιές είναι. Οι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι τα παιδιά είναι ξεχωριστές οντότητες, δεν μπορούν να αποτελούν το νόημα της ζωής οποιουδήποτε. Και συμφωνώ, δεν αντιδρώ καθόλου. Μπορεί να τα βλέπω ως φωτοτυπίες μου, ειδικά τον γιο μου, αλλά δεν παύω να τα αντιμετωπίζω και τα δύο ως αυτόνομες προσωπικότητες οι οποίες θα διαλέξουν μόνες τους τον δρόμο τους. Φυσικά, πιστεύω και σε μια άλλη, συμπληρωματική θεωρία, την οποία οι ψυχολόγοι σιχαίνονται, ότι δηλαδή όλα είναι γονίδια και το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, αλλά όταν τους την αναπτύσσω θυμώνουν και μου λένε να μην ξαναπώ τέτοιες βλακείες.

Όσο μεγαλώνω επιβεβαιώνομαι όμως. Δεν πρόκειται για βλακείες! Όλοι είμαστε δέσμιοι του γενετικού υλικού μας και των γονέων μας και το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει, ο Θεός να κατεβεί. Κι αν δεν πέσει από κάτω, θα κυλήσει λίγο παρακάτω. Μια φορά η μηλιά θα βγάλει μήλο και το φίδι θα γεννήσει φίδι. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτά για όσους συνεννοούμαστε κι ας νομίζουμε ότι είμαστε κάτι διαφορετικό από τους γονείς μας. Προσωπικά όσο μεγαλώνω, πέραν του εμφανισιακού, υιοθετώ όλες τις ιδιοτροπίες και παραξενιές που σιχαινόμουν στους γονείς μου, σε βαθμό που το έχω αποδεχτεί και σταμάτησα και να το καταπιέζω. Προσπαθώ να κρατώ ένα μέτρο και να μην γίνομαι «κακοποιητικός» (είδατε τι μοντέρνες λέξεις χρησιμοποιώ!) ή βλαβερός αλλά θέλω δεν θέλω, γίνομαι η μάνα μου και ο πατέρας μου.  

Τέλος πάντων. Άλλο είναι το θέμα μου. Το θέμα μου είναι ότι τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν. Και μαζί τους θα πάρουν και το νόημα της ζωής μου. Χθες βράδυ με έπιασε ένας πανικός μέσα στο κρεβάτι και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι καθώς αναλογιζόμουν ότι τα παιδιά μια μέρα θα πάρουν τον δρόμο τους, και εμένα τι ακριβώς θα μου μείνει;

Αυτή η σκέψη πυροδοτήθηκε από μία ανακοίνωση του γιου μου. Ο γιος μου αισίως ήρθε και μου ανακοίνωσε ότι δεν θέλει να τον ξαναβάλω για ύπνο, γιατί πια μπορεί και μόνος του. Μου ζήτησε μονάχα να αφήσω το φως του διαδρόμου αναμμένο για να μη φοβάται «αλλά και αυτό μπορείτε να το σβήσετε όταν αποκοιμηθώ», μας είπε. Και το είπε και το έκανε. Κοιμήθηκε μόνος του! Για πρώτη φορά στα χρονικά.

Χάρηκα πολύ με την εξέλιξη γιατί επαναλαμβάνω, θέλω τα παιδιά μου να είναι ανεξάρτητα και αυτάρκη και να μην κρέμονται από το υπογάστριο κανενός γονέα. Όμως κάτι μέσα μου θρυμματίστηκε. Όπως στεναχωρήθηκα πριν τρία χρόνια όταν του μάθαινα ποδήλατο και τον κρατούσα από το τιμόνι και έτρεχα παράλληλα μαζί του μέχρι να συνηθίσει τις δύο ρόδες και ξαφνικά γύρισε και μου είπε: «μπορώ να πάω μόνος μου – δεν σε χρειάζομαι πια» και επιτάχυνε με αυτοπεποίθηση στο πάρκο. Εννοείται ότι δεν θα ήμουν διατεθειμένος να τρέχω παράλληλα με το ποδήλατό τού εφ’ όρου ζωής, αλλά νιώθω ότι η ευτυχία της παιδικής ζωής τελειώνει σιγά σιγά και θα πρέπει να αντιμετωπίσω ένα υπαρξιακό κενό για το οποίο δεν είμαι προετοιμασμένος. 😫

Έχω βέβαια τη σουρλουλού μου, η οποία είναι ακόμα μικρούλα και έχει χρόνο μπροστά της, αλλά αυτή είναι δαίμονας ούτως ή άλλως και πολύ πιο ανεξάρτητη από τον αδελφό της. Αυτή κοιμάται μόνη της ήδη και το «μπορώ και μόνη μου» το έχει ψωμοτύρι.

Οπότε, τι θα κάνω εγώ τώρα;

Μακάρι να μπορούσα να έκανα ένα τρίτο παιδί και να ξανάρχιζα από την αρχή. Αυτό το ενδεχόμενο είναι εκτός συζήτησης για πολλούς λόγους, κυρίως συζυγικούς και οικονομικούς. Μακάρι να ήξερα πώς θα γεμίσω τη ζωή μου με κάτι που θα μου επιστρέφει μεγαλύτερη χαρά από το να μαθαίνω και να μοιράζομαι τη ζωή με τα παιδιά μου. Δεν ξέρω πού θα το βρω!

Έχω φυσικά το θέατρο το οποίο δεν λογαριάζω να εγκαταλείψω ακόμη, έχω άπειρα βιβλία και σειρές που θέλω να κάτσω να διαβάσω και να δω, δεκάδες ταξίδια που θέλω μελλοντικά να κάνω. Αλλά τίποτα δεν μπορεί να καλύψει το κενό που αφήνει πίσω του το «μπαμπά δεν σε χρειάζομαι πια». Τι να τα κάνω τα ταξίδια και τα βιβλία αν δεν μπορώ να τα μοιραστώ μαζί τους; Και μη μου πείτε ότι τα παιδιά πάντα θα είναι παιδιά και απλώς θα αλλάζει το είδος της ανάγκης τους. Ναι, το κατανοώ και το αποδέχομαι το επιχείρημα, εξάλλου κι εγώ συχνά πυκνά αναζητώ ένα γονέα. Αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με την παιδική ηλικία όπου τίθενται τα θεμέλια, οι βάσεις των πάντων, τίποτα δεν συγκρίνεται με την αγκαλιά του παιδιού σου την ώρα που ξαπλώνεις δίπλα του και σε σφίγγει επάνω του για να νιώσει ασφάλεια και να κοιμηθεί.

Θα μου περάσει.

 

 

 

 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026

Καποδιστριακόν

 

Χαίρετε και καλή χρονιά σε όλους!

Ομολογουμένως πέρασα πολύ ωραία τις τελευταίες μέρες του έτους και αισιοδοξώ τα μάλα για το ‘26. Ξεκουράστηκα, κοιμήθηκα, τεμπέλιασα, διάβασα βιβλίο με την ησυχία μου, δόξα σοι ο Θεός! Τα παιδιά μεγάλωσαν αρκετά ώστε να μπορούν να σεβαστούν τον ύπνο μου, μπορούν και κατεβαίνουν στο σαλόνι και απασχολούνται χωρίς την αναγκαία δική μου παρουσία ή αυτή της μητέρας τους. Έτσι κέρδισα κάποιες έξτρα ώρες ύπνου μέσα στις γιορτές, που είχα χρόνια να απολαύσω.

Σηκώθηκα και πήγα στον Καποδίστρια απόψε το βράδυ. Δεν ήθελα, αλλά λίγο το μένος με το οποίο πολεμήθηκε η ταινία από την Αριστερά και τους δήθεν επαΐοντες του κινηματογράφου, λίγο που πρέπει να έχω εμπεριστατωμένη άποψη για όλα πριν καβγαδίσω, σηκώθηκα και πήγα.

Λοιπόν, τρία είναι τα ζητήματα που θα εγείρω:

Το πρώτο είναι ότι όντως, πρόκειται περί φρικτής ταινίας. Βαρέθηκα από το πρώτο δεκάλεπτο και δεν ορθοπόδησε σε κανένα σημείο το ενδιαφέρον μου. Ένιωθα ότι παρακολουθώ ελληνικό σήριαλ προ εικοσαετίας. Η αισθητική παρέπεμπε σε επεισόδιο φροντισμένης σειράς, αλλά σίγουρα όχι σε κινηματογράφο. Περί σκηνοθεσίας, σεναρίου και πλοκής, δεν είμαι ειδικός ώστε να εκφέρω άποψη. Αρκεί και περισσεύει ότι βαρέθηκα τη ζωή μου και ότι οι δύο ώρες που διήρκησε η ταινία μου φάνηκαν αιώνας.

Παρόλα αυτά, και εδώ εγείρεται το δεύτερο ζήτημα, θεωρώ ότι οι κριτικές και δη οι εκτενείς κριτικές από εκπροσώπους της ελληνικής και κυπριακής ιντελιγκέντσιας είναι κακεντρεχείς και εξυπηρετούν άλλους, πολιτικούς, σκοπούς. Το να πολεμάς νυχθημερόν με κατεβατά κείμενα στο Facebook μία ταινία αγνών προθέσεων η οποία απλώς αναδεικνύει μία σπουδαία ελληνική, ιστορική μορφή δεν δικαιολογείται. Ναι, είναι μια κακή ταινία αυτό το εμπεδώσαμε, αλλά εκπλήσσομαι που ενώ συμφωνούμε,  εξακολουθείτε να σπαταλάτε φαιά ουσία για να την αποδομήσετε. Όταν κάτι δεν μας αρέσει, το προσπερνούμε. Όταν το θάβουμε με τόσο μένος, προφανώς είτε κάτι καλό πέτυχε, είτε κάπου ζηλεύουμε, είτε κάποιο άλλο συμφέρον εξυπηρετείτε.

Το να μποϊκοτάρεις με τόση λύσσα μία ταινία ελληνικής παραγωγής, η οποία γυρίστηκε με χίλια ζόρια και δεκάδες συμβιβασμούς σε μία χώρα που ο κινηματογράφος ξεχάστηκε στη δεκαετία του ’60, είναι σαν να πας σε χριστουγεννιάτικη εορτή Δημοτικού σχολείου και να κατηγορείς τα παιδάκια ότι δεν απέδωσαν σωστά τη γέννηση του Ιησού στη φάτνη των ζώων. Ο ελληνικός κινηματογράφος εκεί διακυμαίνεται. Σε επίπεδα Δημοτικού σχολείου. Ουδέποτε ενηλικιώθηκε, ουδέποτε προωθήθηκε στην ενηλικίωση. Το να βγαίνεις και να λες ότι σου φταίει που η ταινία είχε κάποιες μελό σκηνές, γραφική απεικόνιση της Παναγιάς, την Κέρκυρα ως Ελβετία και χίλια δυο - που ισχύουν, είναι σαν να υποτιμάς την νοημοσύνη μας. Δεν πήγαμε να δούμε την ταινία ελπίζοντας ότι θα δούμε παραγωγή Χόλιγουντ. Ούτε περιμέναμε αισθητική Νέτφλιξ. Γνωρίζαμε ότι μάλλον θα βλέπαμε ένα κράμα που θα παρέπεμπε σε «Γη της Ελιάς», «Σασμό» και «Σπιναλόγκα». Αλλά πήγαμε για να το στηρίξουμε. Μας αφορά το θέμα, μας συγκινεί που κάποιος επιτέλους θέλησε να το αναδείξει, και θεωρήσαμε πιο ωφέλιμο να ενθαρρύνουμε την πρωτοβουλία, παρά να γκρινιάζουμε σαν κακογαμημένα ζώα.

Βέβαια, κατανοώ το κύστημα των κριτικών, η πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από την Αριστερά. Σε μια ταινία που ακούγεται πολλάκις το «ελευθερία στην πατρίδα» και η οποία εμμέσως αποσκοπεί στο να αφυπνίσει τον Έλληνα και να δει το μεγαλείο των προγόνων του ώστε να επιδιώξει να επιστρέψει σ’ αυτό με τις πολιτικές επιλογές του, τι περιμέναμε να πουν; Μπράβο; Εξάλλου ο Σμαραγδής το δήλωσε ήδη σε συνέντευξη: «Όποτε ζητήσω επιχορήγηση για ταινία με θέμα εθνικόφρονο μου γυρίζουν τη πλάτη». Αν πήγαινε να ζητήσει χρήμα για να αναδείξει τα βάσανα των Πακιστανών στην Αθήνα, ή να γυρίσει μια ταινία για το μεγάλωμα ενός Ρομά στην επαρχία, το χρήμα θα έρρεε άφθονο.

Βγάζουν σπυριά με κάθε τι Ελληνικό και μετά θίγονται όταν τους λέμε προδότες και ανθέλληνες.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Γιατί πέφτανε όλοι να φάνε τη Μιμή Ντενίση όποτε αποφάσιζε να ενσαρκώσει κάποια σπουδαία Ελληνίδα; Είδατε ποτέ κανέναν να κακολογεί, την αντικειμενικά κακή ηθοποιό Μιμή, όταν έπαιζε π.χ. στο «Έρωτας Και Σούσι» ως άλλη Κάρρι Μπράντσω; Όχι βέβαια, ουδείς ενδιαφέρθηκε για την κακή της απόδοση, εκεί. Όλοι όμως λύσσαξαν όταν έπαιξε τη Μπουμπουλίνα, τη Θεοδώρα, και πρόσφατα όταν ανέβασε τη Σμύρνη. Και αυτή η λύσσα έχει να κάνει, κατά τη γνώμη μου, τόσο γιατί ακόμη και ως κακή ηθοποιός γέμιζε τα θέατρα και έρχονταν από την επαρχία με τα λεωφορεία γεμάτα για να τη δουν, αλλά και επειδή τολμούσε να αναδείξει το μεγαλείο μεγάλων Ελληνίδων. Τώρα που καταπιάνεται πάλι με τη Λαίδη του Έλγιν και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, πάλι την κοροϊδεύουν.

Αν μπορείτε, παίξτε εσείς καλύτερα. Αλλά δεν βλέπω να μπορείτε. Οπότε, ρουφάτε Μιμή και Σμαραγδή, ώσπου να σβήσει ο ήλιος!

Το τρίτο πρόβλημα, ή αν θέλετε ζήτημα, που θα ήθελα να εγείρω είναι το μαρτύριο με τις ταινίες της μάζας. Ο Καποδίστριας είναι μια τέτοια ταινία. Το τι τράβηξα μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα η οποία ήταν τίγκα στους Κυπραίους δεν περιγράφεται. Να προσπαθούν να ανοίξουν το σακουλάκι με τις skittles και να θορυβούν. Να φωτίζουν την αίθουσα με τα κινητά τους γιατί έπρεπε να απαντήσουν σε μηνύματα. Να μιλάνε μεταξύ τους και να αναλύουν το γενεαλογικό δέντρο και τη σεξουαλική ζωή κάθε ηθοποιού – σελέμπριτι που αναγνώριζαν. Να μετακινούνται άσκοπα. Γενικά να σου καθιστούν την εμπειρία χειρότερη κι από τη πτήση Λάρνακα – Αθήνα. Καμία παιδεία, κανένα αίσθημα ευθύνης στη συλλογική θέαση.

Με αυτά και μ’ αυτά, δεν μπορώ να πω ότι απήλαυσα την εμπειρία. Όμως στηρίζω την προσπάθεια, δίνω τον οβολό μου με κλειστά μάτια σε οτιδήποτε επιχειρεί να αναδείξει την ελληνική ιστορία. Κι ας βγει και ολίγον τι ερασιτεχνικό, δεν χάλασε ο κόσμος. Ο ελληνικός κινηματογράφος χρειάζεται να κάνει το «αγροτικό» του. Ας γίνουμε αρωγοί του.